Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Μακάρι να γνώριζαν οι άνθρωποι τα γνήσια αισθήματά τους

Μακάρι να γνώριζαν οι άνθρωποι τα γνήσια αισθήματά τους. Εκείνα δηλαδή που κρύβονται πίσω από τα αισθήματα που αποκαλούν: ραγισμένη καρδιά, προδοσία, ερημιά ή συναισθηματικό σπαραγμό. Δεν είναι πάντα ακριβώς όπως τα λένε. Από κληροδοτημένο ρομαντισμό ή παραστάσεις συναρμολογημένες από ρομάντζα, τραγούδια και σίριαλ, έχουμε καθιερώσει κίβδηλα κριτήρια για πολλά συναισθήματά μας, ιδίως για τα ερωτικά, ιδίως για τα δραματικότερα.

Συχνά αισθανόμαστε εκείνο που θεωρούμε πρέπον να αισθανόμαστε σε μια περίσταση, χωρίς όμως να το αισθανόμαστε όντως. Όταν μάλιστα κοντά μας έχουμε θεατές, μάρτυρες, εκείνο που από μας περιμένουν να εκδηλώσουμε επηρεάζει σοβαρότατα το πώς θα φερθούμε, το πώς θα αντιδράσουμε. Αν δεν γνωρίζουμε με κάποια σαφήνεια το πρόβλημα που μας τρώει, αν δεν μπορούμε να το περιγράψουμε με τις κατάλληλες λέξεις, δεν υπάρχει μεγάλη ελπίδα να φτάσουμε σε λύση του. Διότι αν αισθάνεσαι και διατυπώνεις ξένο από την ψυχή σου πρόβλημα, η «λύση» όπου θα καταλήξεις δεν σε αφορά, ενώ το αληθινό σου πρόβλημα θα συνεχίζει αγιάτρευτο και όλο και χειρότερα κακοφορμισμένο.

Μοιάζει με εκείνο που λέγεται, πως, όταν θέσεις σωστά ένα ερώτημα, η απάντησή σου έχει ήδη δοθεί, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, πως είναι η αρχή που ως γνωστόν είναι το ήμισυ του παντός και τα λοιπά. Για παράδειγμα, αν ένας άντρας μετά το διαζύγιο πενθεί βαρύτατα τη χαμένη πρώην γυναίκα του, διαδίδοντας «ειλικρινά» πως έχασε την αγάπη της ζωής του, ενώ εκείνο που τον πανικοβάλλει είναι η αλλαγή της εθισμένης καθημερινότητας, το γεγονός ότι έχασε έναν υπηρέτη στα πρακτικά, μια μαγείρισσα, έναν τραπεζίτη, μια ακροάτρια κάθε ανοησίας του που σε τρίτους δεν τολμούσε να ξεστομίσει, έναν σάκο του μποξ να ξεσπά τα νεύρα του, και ό,τι άλλο πρόθυμα και αφελώς αναλαμβάνει στο γάμο της μια γελαστή νυφούλα, δύσκολα θα ξεφύγει από το κουβάρι που μπέρδεψε στο κεφάλι του.

Θα πονάει και θα λιώνει για λάθος λόγο. Διότι κόλλησε να θεωρεί προδομένο αίσθημα ένα ξεβόλεμα μονάχα. Το να χαρακτηρίζω με τη λέξη «μονάχα» ένα ξεβόλεμα είναι δικό μου σφάλμα, το ξέρω. Το βόλεμα και το ξεβόλεμα για πολλούς χαρακτήρες αποτελεί αήττητο κέντρο ζωής, όμως είναι απαραίτητο για τον θρηνούντα, και κυρίως για τους ταλαίπωρους παρηγορητές του, να ξέρουν γιατί συζητούν τις ατέλειωτες ώρες της συμπαράστασης. Πάρα πολύ συχνά συγχέουμε την ανάγκη με την αγάπη, ειδικά οι πιο ανώριμες προσωπικότητες. Διότι όσο πιο ανώριμος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο συντηρεί ανάγκες, δεν του μένει χώρος ευρύς ώστε να αναπτύξει συναισθήματα.

Άλλο το πώς βαφτίζουμε εκείνο που κουβαλάμε. Θα πω για πολλοστή φορά, διότι αξίζει η επανάληψη, εκείνο τον ορισμό του Άρθουρ Τζάνοφ για το τι εντέλει είναι η αόριστη αγάπη. Σίγουρα πρόκειται για μυστήριο, άρα ανεξήγητο, απερινόητο, ανέκφραστο, αλλά η φράση του Τζάνοφ συνιστά μια παρατήρηση που μου έκανε εντύπωση. Περιγράφει εξαιρετικά τα αληθινά συμπτώματα του αγαπώ. Γράφει λοιπόν ότι αγαπάμε όταν βάζουμε τις ανάγκες του αγαπημένου πάνω από τις δικές μας ανάγκες. Με τέτοιες όμως ιδιωτικές διαγνώσεις ο κάθε πονεμένος – όπου η ανάγκη θεωρείται αγάπη και η εξάρτηση θεωρείται σχέση – δε θα λάβει θεραπεία, θα παραμένει άπραγος και βυθισμένος στην παρεξήγηση που καλλιεργεί μέσα στο ατακτοποίητο και αφώτιστο δωμάτιο της κατάθλιψης.

Και δεν είναι λίγες οι φορές που η κατάθλιψη προέρχεται από λαθεμένες ή κουτές εκτιμήσεις, από εσφαλμένη αυτοεκτίμηση, από παραποιημένη αυτοκριτική. Τίποτα δεν θεραπεύει ουσιαστικά τον άνθρωπο όσο η επαφή του με την πραγματικότητα.