Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Αισχύλος: Προμηθεύς, Κράτος και Βία

Α ι σ χ ύ λ ο ς, 525–456 π.Χ.

Προμηθεύς Δεσμώτης

Ο «Προμηθεύς Δεσμώτης» είναι το πρώτο δράμα μιας τριλογίας με τον τίτλο: Προμήθεια. Το δεύτερο δράμα ήταν ο «Προμηθεύς λυόμενος» και το τρίτο ο «Προμηθεύς Πυρφόρος». Με την τριλογία αυτή, ο Αισχύλος θέλησε μάλλον να εκφράσει ένα είδος κοσμοθεωρίας, της οποίας η διαλεκτική–νοητή γραμμή ξεκινούσε με τη βία και το Κράτος ως δύναμη των αντιθέσεων («Προμηθεύς Δεσμώτης») περνούσε στη συμφιλίωση («Προμηθεύς λυόμενος») για να αποκορυφωθεί στη δικαιοσύνη και την ειρηνική συμβίωση («Προμηθεύς Πυρφόρος»). Το γεγονός βέβαια ότι δεν σώθηκαν τα δύο τελευταία δράματα, εκτός από ορισμένα αποσπάσματα του «Λυόμενου», δεν μας επιτρέπει παρά να σκεφτόμαστε με γνώμες και υποθέσεις. Στο πρώτο δράμα οι βασικοί ανταγωνιστές είναι δύο: Ο Δίας και ο Προμηθέας. Με βάση την εκδοχή του σχετικού μύθου, ο Δίας αποφάσισε να καταστρέψει το γένος των ανθρώπων και τότε ο Προμηθέας θέλησε να το σώσει δίνοντάς του τη φωτιά που στο μεταξύ είχε κλέψει από τον Ήφαιστο. Ο κοσμοκράτορας Δίας εξοργίστηκε γι’ αυτό και έστειλε τα όργανά του, το Κράτος και τη Βία, να συλλάβουν τον Προμηθέα και να τον μεταφέρουν στον Καύκασο. Σε όλο το δράμα, διάχυτη είναι η σκληρότητα και η ανελεημοσύνη του Δία, κάτι για το οποίο υπερηφανεύονται τα όργανά του, το Κράτος, η δομημένη εξουσία στην εκτελεστική της αποστολή, και η Βία. Αυτά εδώ, μεθερμηνεύοντας τη βούληση του Δία, φέρνουν τον Τιτάνα στα ακατοίκητα βουνά του Καυκάσου, για να τον αλυσοδέσουν. Το έργο τούτο ανατίθεται στον Ήφαιστο, ο οποίος συμπάσχει με τον Προμηθέα και εκτελεί τούτο το απεχθές καθήκον χωρίς τη θέλησή του. Απεναντίας, το Κράτος, ως πιστός υπηρέτης του Δία, του εξουσιαστή θεών και ανθρώπων, γίνεται ο δήμιος του Τιτάνα και δεν χάνει την ευκαιρία να τον χλευάσει.

Τι συμβολίζουν, πιο συγκεκριμένα, το Κράτος και η Βία; Το πρώτο την εξουσία του Δία και το δεύτερο τον τρόπο άσκησης αυτής της εξουσίας. Ο ήρωας του δράματος, ο Προμηθέας, συμβολίζει την αντί- σταση σε τούτη την εξουσία. Αντιστέκεται από αγάπη για τους ανθρώπους και την ελευθερία (τους). Επιχειρεί να τους δώσει το παντέχνου πυρός σέλας, δηλαδή τη λάμψη της πάντεχνης φωτιάς, και έτσι αποδεικνύεται ως ο πρώτος που μεταδίδει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ποιος αποκαλύπτεται ως εχθρός αυτού του πολιτισμού; Το Κράτος. Ως φορέας εξουσίας, αυτό δεν είναι κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού, παρά το ευθέως αντίθετο ως προς την ουσία του τελευταίου. Τούτο μαρτυρούν και τα αθώα, αλλά μεστά νοήματος λόγια του Ήφαιστου: 1. «σκληρός είναι ο καθένας που παίρνει την εξουσία» (στ.35)· τουτέστιν, η εξουσία δεν συμβαδίζει με την ανθρώπινη ουσία, αλλά είναι απανθρωπιά· 2. αποτεινόμενος στο Κράτος του λέει πως πάντα ήταν άσπλαχνο και θρασύ (στ.42), δηλαδή ανήκει στη φύση του να είναι εξ-ουσία, εκτός ουσίας. Πώς νοείται αυτό; Όλα τα έμβια όντα είναι εν χρόνω και τόπω εξουσία και υπό εξουσία. Υπό ένα, επομένως, ευρύτερο νόημα εξουσία σημαίνει εξ-ουσία: είτε τον καταστροφικό κατήφορο/κατάβαση της εκτός ουσίας οντολογικής παρουσίας και δράσης ‒ π.χ. ο εξουσιασμός του Δία και των οργάνων του‒είτε τον δημιουργικό ανήφορο/ανάβαση της εκκάλυψης, αποκάλυψης της ουσίας, όπως π.χ. συμβαίνει με την οντολογική παρουσία και δράση του Προμηθέα, ως φωτοδότη. Στο υπό συζήτηση έργο του Αισχύλου, Δίας και Προμηθέας εμφανίζονται ως οι καθοριστικά αντίρροπες δυνάμεις, που ενσαρκώνουν την εχθρότητα. Με δεδομένο ότι αμφότεροι τούτοι οι θεοί στον κοσμοϊστορικό αγώνα της Τιτανομαχίας ήταν οι πιο στενοί συνεργάτες, η εχθρότητα τούτη δεν είναι απλώς μια ηθικολογούσα εχθρότητα, αλλά το πυρ, η φωτιά –ως φως, αλλά και ως έκρηξη– ενός αδυσώπητου αγώνα ανάμεσα σε δυνάμεις της πολιτικής – εξουσιαστικής βίας και της ανυποχώρητης στοχαστικής δράσης.

Ο στοχαστικός χαρακτήρας της δράσης, έτσι όπως τον ενσαρκώνει ο λόγος του αλυσοδεμένου, αλλά ακαταδάμαστου Προμηθέα, εκδηλώνεται ως η ζωτική ιδέα της μαχόμενης –πολιτικής–ύπαρξης που δεν εγκαταλείπει, δεν ενδίδει στη σκληρή μονοκρατορία του Δία, αλλά την αντιπαλεύει με σθένος, που υπερβαίνει τον ανθρώπινο πόνο, αποδεικνύοντας έτσι το σαθρό χαρακτήρα κάθε είδους μονοκρατορίας. Πώς νοείται πιο συγκεκριμένα τούτο το σθένος, το σθεναρό πάθος; Ως εμμονή σε ένα εγοσμίως ζην, που αμφισβητεί ευθέως το αξιακό σύστημα της νέας τάξης πραγμάτων, την ολιγοφρένεια του νέου πολιτικού συστήματος του Διός. Πώς ξετυλίγεται ο πολιτικός θρίαμβος της εξουσίας του Διός; Στον πρόλογο του έργου, εμφανίζεται το κατ’ εξοχήν εκτελεστικό όργανο τούτης της εξουσίας, το Κράτος –μαζί με τη Βία ως βουβό πρόσωπο– να χλευάζει τον πάσχοντα θεό και να απαιτεί από τον Ήφαιστο να εκτελέσει χωρίς οίκτο ό,τι τον πρόσταξε ο πατέρας Δίας, δηλαδή να δέσει με τη βία, στο παγερό φαράγγι, τον Προμηθέα. Ο διάλογος ανάμεσα στο Κράτος και τον Ήφαιστο είναι αποκαλυπτικός δυο διαφορετικών κόσμων: ο κόσμος του ψυχρού εκτελεστή (Κράτος) και ο συμπάσχων κόσμος του Ήφαιστου. Ο δεύτερος κόσμος θεωρεί πως «η συγγένεια [θεός προς θεό] και η φιλία είναι κάτι το ιερό» (στ. 39)· γι’ αυτό δέχεται με απροθυμία τις διαταγές του Δία: υπηρετεί χωρίς τη θέλησή του τη νέα τάξη πραγμάτων, σε αντίθεση με το Κράτος που «πάντοτε ήταν άσπλαχνο και γεμάτο αυθάδεια» (στ. 42). Για το Κράτος δεν υπάρχει μέτρο ελέγχου της ωμότητας, της βαρβαρότητας. Το μόνο μέτρο είναι η άμετρη βούληση του Δία. Το Κράτος λοιπόν αναλαμβάνει το ρόλο του άβουλου υπηρέτη αυτής της βούλησης. Νιτσεϊκώς είναι η καταστροφική βούληση για δύναμη, σε αντίθεση με τη δημιουργική/προμηθεϊκή βούληση για δύναμη.

Το Κράτος αποδεικνύεται εχθρός της πολιτείας των θεών και των ανθρώπων και υφίσταται, έτσι άκαρδα πλέον, ως ψυχρός εκτελεστής των ορέξεων του καταχρηστικής εξουσίας του Δία. Γι’ αυτό και επιχαίρει για τα δεινά του Προμηθέα:

«Και τώρα αυθαδίαζε εδώ και των θεών τα προνόμια
αρπάζοντας χάριζέ τα στους θνητούς. Σε τι είναι άξιοι
για να σε απαλύνουν από τους πόνους σου οι θνητοί;
Ψευδωνύμως σε λένε Προμηθέα οι θεοί·
Εσύ τώρα χρειάζεσαι έναν προμηθέα για να βρεις
τρόπο να βγεις έξω απ’ αυτά» (στ. 82-87).


Η ιδέα και η εικόνα επιβολής της βίας από το Κράτος συνιστά μια πρωτόφαντη σύλληψη του Αισχύλου, η οποία έκτοτε έμελλε να επαληθεύεται και ως ιστορική πραγματικότητα με τις διάφορες μορφές κράτους και κρατικής βίας που έχουμε γνωρίσει ως τώρα. Εάν κανείς κάνει αφαίρεση από την απατηλή θεωρία περί κράτους δικαίου –απατηλή εν πολλοίς, γιατί πρόκειται για νομιμοποίηση της εν λόγω βίας– ανασυλλέγει πολλαπλές εμπειρίες «πεφωτισμένης» βίας και δουλικότητας. Όταν, για παράδειγμα, ρώτησαν τον Χίτλερ πώς θα μπορούσε να ελέγξει πολιτικά και να κυβερνήσει όλες εκείνες τις χώρες που κατακτούσε, απάντησε: θα βρεθούν αρκετοί προδότες της πατρίδας τους που θα θελήσουν να με υπηρετήσουν. Τέτοια σκοτεινά σκύβαλα της εξουσίας αλωνίζουν και εκτελούν σήμερα την Πολιτεία, με αχαλίνωτη αγριότητα ανυπόληπτων και ανισόρροπων τυραννίσκων.