Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

ΙΟΥΔΑΣ Ο ΙΣΚΑΡΙΩΤΗΣ (ΜΕΡΟΣ Α')

IΟΥΔΑΣ Ο ΙΣΚΑΡΙΩΤΗΣ (יהודה איש־קריות)
(ΜΕΡΟΣ Α')

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ

Υπήρξε ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού. Ήταν εκλεκτός, στενός, και χαρισματούχος συνεργάτης του. Ο Χριστός εμπιστεύθηκε στον Ιούδα θησαυρό υλικό, το ταμείο του ιερού κοινοβίου των αποστόλων, και θησαυρό πνευματικό, δηλαδή του έδωσε τη χάρη και τη δύναμη να κάνει θαύματα, να θεραπεύει, να εκδιώκει δαιμόνια, να κηρύττει. Πόσο ευγνώμων και αφοσιωμένος έπρεπε να είναι ο Ιούδας στο Χριστό γι’ αυτά που του εμπιστεύθηκε. Κι όμως ενώ ζούσε μαζί με το Χριστό, απολάμβανε τη διδασκαλία του, προστατευόταν από τη προσευχή του, πιστοποιούσε καθημερινά τα θαύματά του, τα σημεία αυτά της θεότητάς του, εν τούτοις δεν πρόσεξε και αγάπησε σιγά-σιγά το χρήμα. Και έτσι από φιλόθεος έγινε φιλάργυρος· και από φιλάργυρος κλέφτης· και από κλέφτης προδότης. Έξι μέρες πριν το πάθος του Χριστού, η αδελφή του Λαζάρου, συγκλονισμένη από την ανάσταση του αδελφού της, μυρώνει με πανάκριβο μύρο τα πόδια του Χριστού...

Ο Ιούδας αντί να συγκινηθεί από την πράξη της και να δοξάσει το Θεό που είναι κοντά τους και ζουν μαζί του όπως ζούσε ο Αδάμ και η Εύα στον παράδεισο, αυτός φορώντας το προσωπείο της φιλοπτωχείας διαμαρτύρεται και κατσουφιάζει. Λυπάται, γιατί η Μαρία χύνει το πανάκριβο μύρο, αυτός όμως δεν λυπάται να προδώσει το διδάσκαλο και ευεργέτη του και Θεό του και έτσι να γίνει ο ηθικός αυτουργός στο να χυθεί το πανάκριβο και ανεκτίμητο αίμα του Χριστού. Σ’ όλο τον κόσμο θα γίνει γνωστή η μύρωση του Χριστού αλλά και η προδοσία του από τον Ιούδα. Τα καλά και τα κακά παραμένουν αιώνια και οι συνέπειές τους μας ακολουθούν και μετά τον θάνατό μας, εάν φυσικά δεν μετανοήσουμε.

Επίσης στο Μυστικό δείπνο βλέπει το Χριστό να τους πλένει τα πόδια, να προγνωρίζει τι θα συμβεί, να λέγει ότι ένας από εσάς θα με παραδώσει, κι ενώ τα ξέρει αυτά, δεν τον αποκαλύπτει, δεν τον επιπλήττει, του φέρεται ευγενικά. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο Ιούδας παραμένει αχάριστος και πωρωμένος εις το έπακρον, με αποτέλεσμα ο σατανάς να μπει μέσα του και να γίνει τέλειο υποχείριο του. Στο τέλος με φίλημα θα τον προδώσει. Ο Ιούδας, εάν έβλεπε κάτι κακό στο Χριστό τόσο καιρό που παρέμεινε κοντά του, θα μπορούσε να γίνει μάρτυς κατηγορίας και να ξεσκεπάσει την τυχόν υποκρισία ή ανακολουθία του Χριστού. Όχι όμως να γίνει προδότης. Αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν είχε να καταμαρτυρήσει.

Ο Χριστός ήταν απόλυτα αθώος και άμεμπτος σε όλα. Και η κακία του Ιούδα υπήρξε εντελώς αδικαιολόγητος και χωρίς κανένα έρεισμα. Οι αρχιερείς, ενώ δεν ήξεραν πώς να συλλάβουν τον Χριστό χωρίς να προκαλούν αντιδράσεις, τώρα χαίρονται και υπόσχονται χρήματα στον προδότη. Ο Ιούδας συνδυάζει την αχαριστία και απιστία του Αδάμ και την ιδιοτέλεια, κακία και αναισθησία του Κάιν. Υπερβαίνει την μοχθηρία του Φαρισαίου, που επιχειρούσε να φονεύσει ηθικά τον τελώνη στη γνωστή παραβολή, και την ανταρσία και αυθάδεια του ασώτου υιού, που φέρεται μεν με αναίδεια και αλαζονεία στον πατέρα του, τον πικραίνει αφάνταστα, αλλά ούτε καν διανοείται να τον σκοτώσει και να πάρει την περιουσία.

Τελικά δε ο άσωτος θα μετανοήσει και θα γυρίσει συντετριμμένος και ταπεινωμένος πίσω στον πατέρα του, χωρίς να έχει απαίτηση να πάρει τη θέση του υιού ξανά αλλά αρκούμενος στη θέση του υπηρέτη. Ο Ιούδας θα συναισθανθεί το λάθος του, αλλά δεν θα μετανοήσει. Η καταδίκη του Ιησού θα πετύχει ότι δεν πέτυχε η καλοσύνη και η ευγένειά του. «Ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον» ομολογεί. Αναγνωρίζει αθωότητα Ιησού, αλλά δεν ζητά συγγνώμη. Την αθωότητα του Χριστού αναγνωρίζουν επίσης ο Πιλάτος, η γυναίκα του Πιλάτου, ο Ηρώδης Αντίπας, ο ληστής, ο εκατόνταρχος και πάντες «οι συμπαραγενόμενοι όχλοι», αφού είδαν βέβαια -οι τελευταίοι- τα σημεία που ακολούθησαν το θάνατο του Ιησού.

Η εγωιστική αναγνώριση του λάθους μας, χωρίς να συνοδεύεται από συντριβή και εκζήτηση του Θείου ελέους, δεν μας σώζει. Αντίθετα μας οδηγεί στην απελπισία και την αιώνια καταδίκη. Έτσι ο ληστής κερδίζει τον παράδεισο, ενώ ο Ιούδας βαδίζει προς την κόλαση. Ο παράνομος παίρνει την άφεση και ο μαθητής την αιώνια τιμωρία. Η αναγνώριση του εγκλήματός του δεν συγκινεί κανένα. Οι φίλοι του, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, όταν θα πει «ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον» θα του απαντήσουν. «Τι προς ημάς; συ όψει». Δικό σου θέμα και δική σου ευθύνη, κανείς δεν σε ανάγκασε.

Αγνώμων, άδικος, άθλιος, άφρων, αχάριστος, δόλιος, δυσσεβής, μιαρός και φιλάργυρος είναι κάποια από τα πολλά επίθετα που χρησιμοποιούνται στην υμνογραφική παράδοση της Εκκλησίας με τα οποία εκφράζονται ο βαρύς πόνος και η πλήρης απαξία για την πνευματική αυτοκτονία του Ιούδα. Ο Ιούδας πρόδωσε τον τόπο και την ώρα της σύναξης του Χριστού με τους μαθητές Του στο Όρος των Ελαιών, για την αποφυγή ταραχής και διασάλευσης της κοινής ησυχίας. Ανέλαβε δηλαδή να οδηγήσει την Εβραϊκή ηγεσία και τα όργανά της στον τόπο όπου θα έβρισκαν τον Χριστό. Το βάρος της πράξης του Ιούδα σχετίζεται με το Πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η ενέργειά του, τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Ο Ιούδας δεν επώλησε κάποιον ασήμαντο, αλλά «τόν ἀτίμητον», εκείνον, δηλαδή, που υπέρκειται κάθε χρηματικής τιμής και αξίας. Γιατί όμως ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό και Δάσκαλό του στους αδυσώπητους εχθρούς Του; Προς αυτήν την κατεύθυνση έχουν γίνει πολλές ερμηνευτικές προσπάθειες και αναζητήθηκαν πατριωτικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, ιδεολογικά και άλλα αίτια. Ο Ιούδας είχε κληθεί, όπως και όλοι οι μαθητές του Χριστού, για να διακονήσει το σχέδιο της Θείας Οικονομίας για την πραγμάτωση της λύτρωσης και της σωτηρίας των ανθρώπων. Για να γίνει, όπως και οι άλλοι Απόστολοι, συνεχιστής του έργου και της αποστολής του Κυρίου.

Κατά μία ερμηνεία αποτελούσε ιδιάζουσα περίπτωση Ζηλωτή και ένθερμου εθνικιστή. Στο πρόσωπο του Ιησού έβλεπε την ενσάρκωση των Μεσσιανικών πόθων και ελπίδων του έθνους του Ισραήλ. Όταν ο Ιησούς εξέφρασε διαφορετική «Μεσσιανικότητα», θεώρησε ότι έπρεπε να ανακόψει την πορεία Του και προέβη στην προδοσία. Η πράξη του δεν θεωρείται από την ερμηνευτική Θεολογία ως απλή προσωπική επιλογή αλλά αναγορεύεται ως άρνηση και αποστασία. Γι’ αυτό δεν συνοδεύεται από τη μετάνοια. Η μεταμέλεια του Ιούδα ήταν συναίσθηση της πράξης του, περιοριζόμενη δε σε κάποιες τύψεις συνειδήσεως.


Η μεταμέλεια όμως δεν είναι μετάνοια. Μετάνοια θα ήταν για τον Ιούδα, αν «ἒκλαιε καί αὐτός πικρῶς». Στο 7ο βιβλίο της σειράς «Θρησκευτικά Αναγνώσματα» παρουσιάζονται η ορθόδοξη υμνογραφία για τον Ιούδα, οι προβληματισμοί του για τη Μεσσιανική αποστολή του Ιησού, η απόφασή του για προδοσία και η εικαστική και η λογοτεχνική απεικόνιση της προσωπικότητάς του σε Ανατολή και Δύση. Το τεύχος πλαισιώνεται με την περιγραφή του Θείου Πάθους από την καταδίκη και τη Σταύρωση του Ιησού έως την Ανάστασή Του.

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΒΙΒΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΩΒΙΒΛΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 

Για την καταγωγή και την κοινωνική τάξη του Ιούδα -Αρχής γενοµένης από την Παλαιά ∆ιαθήκη- βρίσκουµε στο βιβλίο της Γενέσεως µια αναφορά περί της καταγωγής του από τη φυλή ∆αν. Κατά τους πατέρες της εκκλησίας από τη φυλή ∆αν θα προέλθει ο αντίχριστος, στο πρόσωπο του οποίου εικονίζεται ο Ιούδας. Έπειτα υπάρχουν και άλλες έµµεσες αναφορές σχετικά µε το πρόσωπο του προδότη µαθητή και συγκεκριµένα στο βιβλίο των Ψαλµών. Εδώ ο ιερός ψαλµωδός εκφράζει τη δυσαρέσκεια του ότι ακόµη και οι φίλοι του τον κατηγόρησαν, αλλά ο Κύριος θα τον υποστηρίξει. Η αισχρή συµπεριφορά του Αχιτόφελ, ο οποίος φέρθηκε µε δολιότητα κατά του ∆αυίδ, συσχετίζεται µε την µιαρή πράξη του Ιούδα κατά του Κυρίου.

Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν, με βάση την Καινή Διαθήκη, ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού. Ο ήταν υπεύθυνος για το ταμείο του Ιησού και των μαθητών του, αλλά είναι κυρίως γνωστός για τη συμμετοχή του στην προδοσία του Ιησού και τη σύλληψή του. Το όνομα του είναι επίσης συνδεδεμένο με ένα γνωστικό ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο του Ιούδα, που συναντάται σε ένα Κοπτικό κείμενο του πρώιμου 4ου αιώνα. Η προσωπικότητα του Ιούδα έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών εσωτερικών ομάδων, όπως πολλών γνωστικών σεκτών, και έχει αποτελέσει θέμα πολλών φιλοσοφικών κειμένων.

Μεταξύ των οποίων το δοκίμιο «Το πρόβλημα του κακού» του Μπέρτραντ Ράσελ και οι «Τρεις εκδοχές του Ιούδα», διήγημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η λέξη «Ιούδας» χρησιμοποιείται σε πολλές γλώσσες για να δηλώσει τον «προδότη» και ο Ιούδας έχει γίνει το αρχέτυπο του προδότη στη δυτική τέχνη και λογοτεχνία. Ο Ιούδας εμφανίζεται σε όλες τις μεταφορές των Παθών του Χριστού, ενώ έχει χρησιμοποιηθεί και σε πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα και ταινίες.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΙΟΥΔΑΣ

Στο Ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, ο Ιούδας αποκαλείται Ιούδας Ισκάριωθ και Ισκαριώτης. Στα Εβραϊκά, το όνομα Judah (יהודה, Yehûdâh) σημαίνει "Ο Θεός έχει υμνηθεί". Εκλείπει ωστόσο η ακριβής σημασία της λέξης "Ισκαριώτης". Δυο θεωρίες υφίστανται:
  • Η πρώτη υποστηρίζει ότι προέρχεται από το Εβραϊκό Κ-Qrîyôth, που σημαίνει "ο προερχόμενος από την Κεριώθ". Το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο αναφέρεται στον Ιούδα ως γιο του Σίμωνα Ισκαριώτη. Η ονομασία Κεριώθ μπορεί να αναφέρεται σε περιοχή της Ιουδαίας, αλλά με το όνομα αυτό ήταν γνωστές και δυο Ιουδαϊκές πόλεις.
  • Η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι η λέξη "Ισκαριώτης" προέρχεται από τον όρο "Σικάριοι", όπως αποκαλούνταν δηλαδή οι Ζηλωτές από τους αντιπάλους τους ή, κατ' άλλους, ομάδα δολοφόνων ανάμεσα στους Ιουδαίους επαναστάτες. Ωστόσο, πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι οι Σικάριοι αναδείχθηκαν αργότερα τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Ιούδας σίγουρα δεν ανήκε στην ομάδα αυτή.
Στην Καινή ∆ιαθήκη το προσηγορικό όνοµα «Ισκαριώτης» απαντάται έντεκα φορές. Αυτό το ετυµολογικά προέρχεται από τις λέξεις «ις» (άνθρωπος) και «Καριώθ». ∆ηλώνει δε είτε τον τόπο καταγωγής του, την πόλη «Καριώθ» της Ιδουµαίας, οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν ο Ιούδας καθαρόαιµος Ιουδαίος, ή την Ιεριχώ ή ακόµη και τη Σαµάρεια (Sychar), είτε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, οπότε σηµαίνει σκοτεινός, ασαφής, επίβουλος, ύποπτος, άνθρωπος του ψεύδους ή της απάτης. Επίσης µια άλλη εκδοχή του ονόµατος «Ισκαριώτης» είναι η σύνδεση του µε το θρησκευτικοπολιτικό κίνηµα των Σικάριων (sicarius), οπότε δηλώνει την πιο ριζοσπαστική οµάδα των ζηλωτών.

Για αυτούς ο Μεσσίας ήταν ένας εθνικονοινωνικός λυτρωτής που θα κατέλυε τη Ρωµαϊκή κυριαρχία. Σύµφωνα µε άλλη άποψη το όνοµα «Ισκαριώτης» προέρχεται από την Αραµαϊκή λέξη saqor, που σηµαίνει βάφω κόκκινο, άρα ο Ιούδας ήταν βαφέας. Μία άλλη εκδοχή µιλά για ένα ειδικό δερµάτινο ένδυµα που φορούσε ο Ιούδας, από το οποίο και πήρε το προσωνύµιο «Ισκαριώτης». Φυσικά το όνοµα «Ιούδας» δηλώνει το προσωπικό του όνοµα, ενώ το «Σίµωνος» σαφώς αναφέρεται στο όνοµα του πατρός.

Το όνομα Ιούδας συνοδεύεται από το προσωνύμιο Ισκαριώθ, πιθανότατα γιατί καταγόταν από το Κεριότ, ένα χωριό της νότιας Ιουδαίας (Isch-Keriot) συνεπώς ήταν ο μοναδικός μη Γαλιλαίος μαθητής, αλλά Ιουδαίος.

Από τον Ιωάννη ονομάζεται υιός του Σίμωνα του Ισκαριώτη (που σημαίνει ότι ο πατέρας του ήταν από το Κεριότ), ενώ ο αρχαίος κώδικας D τον ονομάζει ''Σκάριωτ''.

Σύμφωνα με μια άλλη ετυμολογία, το επώνυμο του Ιούδα σχετίζεται με τους Ιουδαίους αντιστασιακούς Σικάριους (σίκα=ξιφίδιο- εγχειρίδιο με το οποίο σκορπούσαν τον πανικό) που εμφανίστηκαν μάλλον τη δεκαετία του 40 - 50 μ.Χ. Οι Ζηλωτές θεωρούσαν αυτήν την ιστορική αλυσίδα των μεγάλων Ζηλωτών Φινεές, Ηλία, Ματαθία ως μία κληρονομιά που τους υποχρεώνε να στραφούν ενάντια στη Ρωμαϊκή κατοχική δύναμη. Στους Δώδεκα ήταν και Ζηλωτής ήταν και ο Σίμων. Παρόμοια αισθήματα επιδεικνύουν και οι Ζεβεδαίοι όταν θέλουν να πυρπολήσουν τη Σαμάρεια.

Σύμφωνα με κάποιους, ο Ιούδας, ήταν ένα πιστό παιδί της Συναγωγής και ίσως τους τελευταίους μήνες λειτουργούσε μέσα στον κύκλο των μαθητών του Ιησού στην Γαλιλαία ως κατάσκοπος του Ιουδαϊκού Συνεδρίου.

Μια άλλη ετυμολογία επικαλείται ΑραμαΪκή λέξη που σημαίνει κόκκινο (όπως «ζωγραφίζεται» στην Ισπανική παράδοση πρβλ. William Shakespeare) ή τις shiqrai, schekra, eschkaria που σημαίνει το ψεύδος, την απάτη Ο Jehuda schakkariah συμβολίζει έτσι όλους τους Ιουδαίους, όπως αυτοί παρουσιάζονται κυρίως στον Ιωάννη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο συγκεκριμένος μαθητής αποτέλεσε επί αιώνες τύπο ολόκληρου του εκλεκτού λαού.

Άλλοι τον συνδέουν με μια λέξη που αποδίδεται με το παραδίδωμι και άλλοι με ένα Ελληνικοαραμαϊκό υβρίδιο Iskarioutha που συνδέεται με το κρέμασμα. Το όνομα, το οποίο έδωσε η Λεία στον τέταρτο υιό της, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της προς το Θεό, δόθηκε μετά στη φυλή και κατόπιν σε όλη την περιοχή. Το πολύ αγαπητό αυτό όνομα στον Ισραήλ φέρουν επτά πρόσωπα στην Καινή Διαθήκη. και συνεπώς ήταν ο μοναδικός μαθητής μη Γαλιλαίος, αλλά Ιουδαίος.


ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ - ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ - ΣΠΙΟΥΝΟΣ - ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ

Στον Μάρκο ο Ιούδας ανήκει στο στενό κύκλο των Δώδεκα που εικόνιζε το νέο Ισραήλ. Εμπιστεύτηκε τον Ιησού και Εκείνος τον εμπιστεύτηκε. Άκουσε το κήρυγμα αναφορικά με την ανατολή της Βασιλείας, έλαβε ιδιαίτερη εξουσία να εκβάλλει τα δαιμόνια, θαυματούργησε, κήρυξε στο όνομα Του. Ήταν μαζί στους Δώδεκα, όταν ο Ιησούς προφήτεψε το Σταυρό και την Ανάσταση και στους Δέκα που χολώθηκαν με το αίτημα των Δύο για θρόνους στην Ιερουσαλήμ. Συμμετείχε στο Τελευταίο Δείπνο του Ιησού και κανείς δεν τον υποψιάζεται όταν προφητεύεται η προδοσία. Έχει την ιδιαίτερη τιμή να λάβει από τον Ιησού το βουτηγμένο στο κρασί κομμάτι. Να σημειωθεί ότι Σατανάς δεν χαρακτηρίζεται ο Ιούδας αλλά ο Πέτρος.

Ο Μάρκος εμφατικά θέτει σε αντιθετικό παραλληλισμό προς την προδοσία του Ιούδα, τη χρίση από όχι από Προφήτη αλλά μία ανώνυμη γυναίκα στη Βηθανία (και όχι στην Ιερουσαλήμ) ''ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ακάθαρτου λεπροῦ'', σημειώνοντας αμέσως μετά τη διακήρυξη του Ιησού ότι η «πολυέξοδη» χρίση έγινε ''εἰς τὸν ἐνταφιασμόν -ἀμὴν δὲ λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς μνημόσυνον αὐτῆς τα εξής: Καὶ Ἰούδας Ἰσκαριὼθ ὁ εἷς τῶν Δώδεκα ἀπῆλθεν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς ἵνα αὐτὸν παραδοῖ (αὐτοῖς). Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύριον δοῦναι. καὶ ἐζήτει πῶς αὐτὸν εὐκαίρως παραδοῖ''.

Ενώ ο Ιησούς χρίεται ως ο κατεξοχήν βασιλεύς από μια ανώνυμη γυναίκα, παραδίδεται από τον ομοτράπεζό του χωρίς να πληροφορείται ο ακροατής για τα ελατήρια του.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ 

Ο Ιούδας ως ένας εκ των δώδεκα ήταν ενταγµένος στον κύκλο τους, Παρατηρούµε πως ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των μαθητών, όπου ο Ιησούς δίνει προτροπές στους µαθητές του και έτσι σχηµατίζεται µια εικόνα για το τι έχουν να συναντήσουν, το µέλλον θα απαιτήσει σκληρή δουλειά και πιεστικούς διωγµούς. Ο αριθµός δώδεκα των αποστόλων συµβολίζει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Αυτός ο νέος Ισραήλ λοιπόν καλείται να µην εισέλθει ''εις Πόλην Σαμαρειτών'', είναι το µοναδικό σηµείο στο ευαγγέλιο του Ματθαίου όπου γίνεται λόγος για τους «Σαµαρίτες». Αυτοί αντιµετωπίζονται εδώ ως εθνικοί και όχι σαν Ιουδαίοι.

Όπως αναφέρεται και από ένα σύγχρονο ραβίνο, τον Ben R.Josi, οι Σαµαρείτες λατρεύουν όχι το ιερό βουνό του Ισραήλ, αλλά τα είδωλα που βρίσκονται κάτω από αυτό. Πρέπει λοιπόν οι δώδεκα να στραφούν προς ''τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ'' και να έχουν τέτοια συµπεριφορά απέναντι τους, που να ανταποκρίνεται στον τρόπο που φέρθηκε σε αυτούς ο ίδιος ο Μεσσίας. Αυτή τη διαγωγή φυσικά πρέπει να επιδεικνύει ο κάθε πιστός στο διπλανό του. Ο Ιησούς πριν την εκλογή των µαθητών ανεβαίνει στο όρος να προσευχηθεί, πράξη η οποία φανερώνει τη σηµασία του γεγονότος της εκλογής.

Ο αριθµός δώδεκα συµβολίζει κατά τον B.Witherington την εσχατολογική αναγέννηση ολόκληρου του Ισραήλ, κάτι το οποίο περίµεµε ο εκλεκτός λαός να πραγµατοποιηθεί στα έσχατα, όταν θα έρθει ο αναµενόµενος Μεσσίας. Ήταν επίσης παρών στο Μυστικό ∆είπνο, γεγονός που µαρτυρείται και από τους τέσσερις ευαγγελιστές στα σχετικά χωρία. Ο Ιησούς ενέταξε στον κύκλο των αποστόλων και τον Ιούδα, διότι πιθανώς διέκρινε και σε αυτόν στοιχεία ικανά για το αποστολικό έργο. Η ιδιοτέλεια όµως και η φιλοδοξία του εκπεσόντος µαθητού τον οδήγησαν στην αυτοκαταστροφή. Εντούτοις µε την οµολογία του στους αρχιερείς ότι παρέδωσε αίµα αθώου εξεπλήρωσε κατά κάποιον τρόπο το αποστολικό του έργο.

Ένας ακόµη λόγος για την ένταξη του Ιούδα σε αυτή τη θέση ήταν και η γνώση υπό του Κυρίου της αδυναµίας του Ιούδα απέναντι στα χρήµατα. Ο Ισκαριώτης διατηρούσε το ''γλωσσόκοµον'', το κοινό ταµείο των αποστόλων. Μέσα λοιπόν από τη διαχείριση αυτή ίσως και να θεραπεύονταν από τη νόσο της φιλαργυρίας. Η αγάπη του προς τα χρήµατα είναι εµφανής και στο συµβάν της αλείψεως του Ιησού µε πανάκριβο µύρο στο ευαγγέλιο του Ιωάννη. Ο Κύριος δέχθηκε φυσικά την προσφορά της Μαρίας ως εκδήλωση ευλάββειας στο πρόσωπο του και ως προτύπωση του επερχόµενου θανάτου, ο Ιούδας όµως ήθελε προφανώς να καρπωθεί τµήµα των χρηµάτων που θα κατετείθεντο στο ταµείο αντί της αγοράς του µύρου.

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΩΣ ΠΡΟΔΟΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ - Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ 

Το θέµα της προδοσίας είναι εξαιρετικού ενδιαφέροντος και θίγει πολλά σηµαντικά σηµεία σχετικά µε το πρόσωπο του Ιούδα ως προδότη µαθητή. Στο Ευαγγέλιο του Μτθαίου ο Κύριος δίνει εντολή στους µαθητές να ετοιµάσουν το τελευταίο δείπνο την πρώτη των άζυµων. Πότε δηλαδή; Οι Ιουδαίοι τελούσαν την εορτή του Πάσχα σε ανάµνηση της απελευθέρωσης τους από την Αίγυπτο καθόλη τη διάρκεια της εβδοµάδος από την 14η του µήνα Νισάν (τέλη Μαρτίου), οπότε και έσφαζαν τον πασχάλιο αµνό, έως την 21η . Για το λαό οι λέξεις «Πάσχα» και «Άζυµα» ταυτίζονταν δηλώνοντας τόσο την πρώτη ηµέρα της εορτής όσο και ολόκληρη την εβδοµάδα.

Το δείπνο λοιπόν του Κυρίου τελέστηκε µία ηµέρα πριν το Ιουδαϊκό Πασχάλιο δείπνο σε ένα σπίτι το οποίο ίσως και να ανήκε στον πατέρα του Μάρκου. Ποιος ο χαρακτήρας αυτού του γεύµατος και ποια στοιχεία σχετικά µε την προδοσία µπορούµε να συλλέξουµε; Αν λάβουµε υπόψιν τη χρήση του οίνου, την ευλογία του ποτηρίου, την ψαλµωδία και τα λόγια του Χριστού, τότε µπορούµε µε βεβαιότητα να χαρακτηρίσουµε το δείπνο αυτό ως Πασχάλιο. Φυσικά δεν υπήρχε αµνός εσφαγµένος, διότι τη θέση του παίρνει ο ίδιος ο Ιησούς που πρόκειται να θυσιαστεί εντός ολίγων ωρών.

Είναι µεγίστης σηµασίας η ευλογία του άρτου και του οίνου από τον Κύριο, διότι σε αυτή την ευλογία βρίσκονται τα ιδρυτικά στοιχεία του µυστηρίου της θείας ευχαριστίας, όπου το ψωµί και το κρασί µετουσιώνονται σε σώµα και αίµα Χριστού. Κατά τη διάρκεια του γεύµατος ο Ιησούς δηλώνει εµµέσως τον προδότη προκειµένου να του δώσει ακόµη µία φορά την ευκαιρία να µετανοήσει. Αλλά εκείνος τυφλωµένος από το σκοπό του δε δίνει σηµασία και συνεχίζει να παραµένει στο τραπέζι ωσότου φτάσει η ώρα να συναντήσει τη φρουρά στην οποία θα παραδώσει το ∆ιδάσκαλο. Όµως και άλλες φορές ο Ιησούς µιλώντας για το θέµα της προδοσίας επισηµαίνει ότι ένας εκ των δώδεκα θα τον προδώσει.


Ο Ιησούς µε τα λόγια του εκφράζει την ελευθερία του ανθρώπου αφήνοντας ελεύθερους τους µαθητές αν θέλουν να αποµακρυνθούν από κοντά του, χαρακτηρίζει δε ως διάβολο τον µέλλοντα προδότη του. Γενικά θα µπορούσαµε να αποδώσουµε τον όρο αυτό στον καθένα που πράττει το θέληµα του Σατανά. Τι ήταν όµως εκείνο που ώθησε τον Ιούδα σε αυτή του την πράξη; Ως αίτια της προδοσίας θα µπορούσαµε να αναφέρουµε:

α) Τη φιλαργυρία του Ιούδα. Αυτή µαρτυρείται και από το χωρίο του Ιωάννου όπου ο Ιούδας αντιδρά στην πράξη της Μαρίας, αφού εάν αντί για την αγορά του µύρου διέθετε το αντίτιµο στο ταµείο των αποστόλων θα µπορούσε να το καρπωθεί ο ίδιος ως διαχειριστής του ταµείου αυτού. Η σκηνή της προδοσίας έρχεται ως συνέχεια της σκηνής του µύρου, διότι αφού δεν κατάφερε ο Ιούδας να κερδίσει κάτι εκ του αντιτίµου του µύρου στράφηκε να ζητήσει µισθό εκ της προδοσίας. Μάλιστα είναι πιθανό η διάθεση των αρχιερέων για τη σύλληψη του Ιησού να είχε γίνει γνωστή,ώστε να καταφύγει σε αυτούς ο Ισκαριώτης.

Στον κύκλο της Μ. Εβδοµάδας τονίζονται η φιλαργυρία και η αχαριστία του Ιούδα. Ιδιαίτερα στις ακολουθίες της Μ. Πέµπτης γίνεται έντονη µνεία στον πρόσωπο του Ισκαριώτη, αυτός χαρακτηρίζεται ως χρηµάτων εραστής, ασύνετος, δυσώνυµος, παράνοµος, προδότης, δόλιος, επίβουλος διάβολος, γέννηµα εχιδνών.

β) Την εισβολή του Σατανά εντός του Ο Ιούδας είναι «σεσαρκωµένος διάβολος» και όπως ο Σατανάς είναι εκπεσών άγγελος, έτσι και ο Ιούδας είναι εκπεσών απόστολος.

γ) Τη ζηλοτυπία του.

δ) Σ' αυτό το σηµείο πρέπει να προσθέσουµε την ενδιαφέρουσα άποψη του κ. Κορναράκη κατά την οποία ο Ιούδας βλέποντας την αδυναµία του να καταστεί αυθεντικός µαθητής του Ιησού, «εικόνα και οµοίωµα» του ∆ιδασκάλου οδηγείται στη βίωση ενοχικών αισθηµάτων, πράγµα που έχει ως συνέπεια την επιθετικότητα εναντίον του τέλειου διδασκάλου και τελικά την προδοσία του, αφού µε αυτό τον τρόπο θα κατέστρεφε το τέλειο πρότυπο προς το οποίο αδυνατούσε να οµοιάσει.

ε) Ένα άλλο αίτιο της προδοσίας θα µπορούσε να είναι ο εγκοσµιοκρατικός Μεσσιανισµός των Ζηλωτών όπου είχε θητεύσει ο Ιούδας. Για το Μεσσιανισµό αυτό προτεραιότητα ήταν η εθνική απελευθέρωση και η δικαίωση της Ιουδαϊκής παράδοσης. Έχουµε λοιπόν ταύτιση της έλευσης του Θεού µε την εθνική απελευθέρωση του Ισραήλ.

Αφού λοιπόν παρέδωσε ο Ιούδας τον Ιησού στους αρχιερείς, µετατρέποντας το σύµβολο της αγάπης, το φιλι, σε σύµβολο προδοσίας, µεταµέλησε για την πράξη του. Είναι εξαιρετικού ενδιαφέροντος το σηµείο αυτό για την πνευµατική ζωή του πιστού. Πολλές φορές ο διάβολος προκειµένου να µας οδηγήσει στην εκτέλεση της αµαρτίας ωραιοποιεί και µειώνει τη σηµασία της πράξης, ώστε να την επιτελέσουµε ελαφρά τη καρδία, ύστερα όµως προκειµένου να µας απελπίσει και να µας ρίξει ολοσχερώς µεγαλοποιεί το θέµα προσπαθώντας να ξεχάσουµε την ύπαρξη της µετάνοιας και της αφέσεως.

Έτσι και στην περίπτωση του Ιούδα αφού εκπληρώθηκε η προδοσία, τότε κατάλαβε ο προδότης το λάθος του, εντούτοις δεν µετανόησε, αλλά µεταµέλησε. Αναγνώρισε µεν την αθωότητα του Ιησού, δεν τον αναγνώρισε όµως ως Μεσσία, κατά τα ιουδαϊκά Μεσσιανικά πρότυπα. Έτσι επέστρεψε τα χρήµατα στους αρχιερείς και απελπισµένος τερµάτισε τη ζωή του. Η πράξη της προδοσίας έχει αντίστοιχη εικόνα στην Παλαιά ∆ιαθήκη και συγκεκριµένα στην προδοσία του βασιλιά ∆αυίδ από τον Αχιτόφελ. Στην προκειµένη περίπτωση υπάρχουν οµοιότητες µεταξύ της προδοσίας του Ιούδα και αυτής του Αχιτόφελ.

Ο βασιλιάς ∆αυίδ προσεύχεται στο όρος των ελαιών πριν την προδοσία, όπως και ο Ιησούς προσεύχεται στο όρος πριν τη σύλληψη του, επίσης ο Αχιτόφελ σχεδιάζει να συλλάβει το ∆αυίδ µε συνοδεία ανδρών, όπως και ο Ιούδας κατέφθασε ''µετα κουστωδίας'' για να προδώσει το ∆ιδάσκαλο. Σχετικά µε το τέλος του Ιούδα µας πληροφορούν ο Ματθαίος και οι Πράξεις των Αποστόλων. Η µία διήγηση είναι συνέχεια της άλλης. Στο Ματθαίο ο Ιούδας κρεµάστηκε και στις Πράξεις έπεσε στο έδαφος και χύθηκαν στα σπλάχνα του. Οι δύο λοιπόν διηγήσεις δεν αντιφάσκουν, αλλά αποτελούν διαδοχικές καταστάσεις του ιδίου γεγονότος.

Απλώς ο Ματθαίος θέλει να δείξει ότι στο πρόσωπο του Ιησού εκπληρώνονται οι προρρήσεις της Παλαιάς ∆ιαθήκης, και συγκεκριµένα η προφητεία του Ζαχαρία, που αποδίδει στον Ιερεµία, ενώ ο Λουκάς επιδιώκει να δείξει την εκπλήρωση των Ψαλµών στο πρόσωπο του Κυρίου. Όσο για τα χρήµατα της προδοσίας, µε αυτά αγοράστηκε το χωράφι του κεραµοποιού προς ταφή των ξένων. Στο σηµείο αυτό πρέπει να αναφέρουµε το ερµηνευτικό πρόβληµα σχετικά µε το αγορασθέν κτήµα. Κατά το Ματθαίο το χωράφι αυτό αγοράστηκε από τους αρχιερείς και πήρε το όνοµα του από την πράξη της προδοσίας.

Ενώ κατά το Λουκά το κτήµα το αγόρασε ο Ιούδας και ονοµάστηκε αγρός αίµατος επειδή µέσα σε αυτό πέθανε ο Ιούδας. Τη θέση του Ιούδα πήρε, µετά από ''Θείω πνεύµατι'' εκλογή, ο Ματθίας.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μετά την πτώση οι σχέσεις του ανθρώπου µε το ∆ηµιουργό του διασαλεύθηκαν. Η αµαρτία και οι φθοροποιές αυτής δυνάµεις εισήλθαν στην καθηµερινότητα του µε αποκορύφωνα το θάνατο. Ο φιλεύσπλαχνος και ελεήµων Θεός από αµέτρητη αγάπη προς το πλάσµα του έστειλε τον Μονογενή του Υιό να αποκαταστήσει τη διασαλευθείσα τάξη πραγµάτων. Οι άνθρωποι όµως τυφλωµένοι από την αµαρτία υπέβαλαν το δηµιουργό τους σε µαρτύρια και σε σταυρικό θάνατο, ως ληστή και κλέπτη. Γεννώνται λοιπόν κάποια ερωτήµατα, ήταν ο σταυρικός θάνατος του Ιησού προαπαιτούµενο της σωτηρίας µας; Ήταν δηλαδή ένα είδος πληρωµής κάποιων λύτρων προκειµένου να ελευθερωθεί ο κατησχυµένος από την αµαρτία άνθρωπος;


Επίσης ποια είναι η θέση του προδότη µαθητή στο όλο θέµα της προδοσίας, που οδήγησε µε τη σειρά της στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου; Ο Χριστός πέθανε µε σωµατικό θάνατο, όχι µε νοητό. Οι Μανιχαίοι της εποχής έλεγαν πως µε τη λέξη θάνατο εννοεί ο Παύλος τις αµαρτίες, ενώ η ανάσταση συνίσταται στην απελευθέρωση από αυτές, όµως ο απόστολος µιλά για πραγµατικό σωµατικό θάνατο του Σωτήρος. Ο Χριστός πέθανε για τις αµαρτίες, µας εξαγόρασε από την κατάρα του Νόµου. Ποιο το νόηµα των λόγων αυτών; Ο θάνατος του Χριστού είναι η τιµή για τη σωτηρία του ανθρώπου. Κατά την Παύλεια θεολογία το Θείο Πάθος δεν υποκαθιστά κάποια ποινή για την τιµωρία των αµαρτωλών.

Το έργο του Ιησού είναι µία πράξη φιλανθρωπίας και ελέους προς τον πεσόντα άνθρωπο µε σκοπό τη σωτηρία του µέσα από µια πορεία ζωής τέτοιας που καταδεικνύει την άρρωστη φύση της αµαρτίας. Το σηµείο αυτό χρήζει µεγίστης προσοχής προκειµένου να µην πέσουµε σε πλάνη και αιρετικές διδασκαλίες. Τη σταύρωση του Κυρίου ακολουθεί η ανάστασή του, και όπως ο Χριστός πέθανε, έτσι και εµείς θα πεθάνουµε, όπως όµως αναστήθηκε, έτσι και εµείς θα αναστηθούµε κατά την ένδοξη επάνοδο του στο τέλος των ηµερών. Ο Κύριος λοιπόν κάνει για τον κόσµο του την υπέρβαση, την υπέρτατη θυσία και όλα αυτά από άσπιλη αγάπη προς την κορωνίδα της δηµιουργίας, τον άνθρωπο.

Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά µε δυτικές θεωρίες του τύπου πως η σταύρωση ήταν αυτοσκοπός του Ιησού. Για τον καθηγητή Everett η σταύρωση του Χριστού ήταν το απαραίτητο τίµηµα για την εξαγορά της αµαρτίας και κατ’ επέκταση του Νόµου, γιατί όπου δεν υπάρχει νόµος δεν υπάρχει και αµαρτία. Με άλλα λόγια σύµφωνα µε αυτή τη θεωρία ο Χριστός ήρθε για να σταυρωθεί και να καταργήσει µε αυτό τον τρόπο το νόµο και την αµαρτία.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ 

Η βιβλική Διήγηση

Ο Ιούδας αναφέρεται στα Συνοπτικά Ευαγγέλια, το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιον και στην αρχή των Πράξεων Αποστόλων. Ο ευαγγελιστής Μάρκος επίσης αναφέρει ότι οι αρχιερείς αναζητούσαν έναν πλάγιο τρόπο για να συλλάβουν τον Ιησού. Αποφασίζουν να μην το πράξουν κατά τη γιορτή, φοβούμενοι την εξέγερση του κόσμου, επιλέγοντας την παραμονή. Τότε ο Σατανάς καταλαμβάνει τον Ιούδα, όπως περιγράφεται στο Κατά Λουκά Ευαγγέλιον. Σύμφωνα με την περιγραφή στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού με αντίτιμο «τριάντα αργύρια» υποδεικνύοντάς τον με ένα φιλί στους στρατιώτες του αρχιερέα Καϊάφα, ο οποίος έπειτα παρέδωσε τον Ιησού στους στρατιώτες του Πόντιου Πιλάτου.

Τα νομίσματα αυτά πιθανότατα ήταν Τυριανά σεκέλ.

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΔΑΣ

Υπάρχουν δύο είδη πένθους, εκείνο που έχει χάσει την ελπίδα, που δεν εμπιστεύεται πλέον στην αγάπη και στην αλήθεια και ως εκ τούτου διαλύει και καταστρέφει εκ των έσω τον άνθρωπο. Υπάρχει όμως και το πένθος το οποίο προέρχεται από συγκλονισμό από την αλήθεια, που οδηγεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και σε αντίσταση προς το κακό. ''Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται''. Είναι άραγε καλό να πενθούμε και να μακαρίζουμε το πένθος; Αυτό το πένθος θεραπεύει γιατί διδάσκει τον άνθρωπο να ελπίζει και να αγαπά, κάνοντας πάντα μια νέα αρχή.

Ως παράδειγμα για το πρώτο πένθος βρίσκεται ο Ιούδας, ο οποίος τρομαγμένος για την πτώση του δεν τολμά πλέον να ελπίζει και στην αμφιβολία του αυτοαπαγχονίζεται. Βεβαίως ο Ωριγένης στην ελλιπή μεταμέλεια του Ιούδα αναγνωρίζει το γεγονός ότι μέσα στην καρδιά του υπήρχαν σπέρματα του θεϊκού λόγου: ''Ὅρα δὲ ὅση διάπυρος καὶ σφοδρὰ γέγονεν αὐτῷ ἀπὸ μεταμελείας τῆς ἐπὶ τοῖς ἡμαρτημένοις λύπη͵ ὡς μηδὲ τὸ ζῆν αὐτὸν ἔτι ὑπομεῖναι ἀλλ΄ εἰς τὸν ναὸν ῥίψαντα τὸ ἀργύριον ἀναχωρῆσαι καὶ ἀπελθεῖν καὶ ἀπάγξασθαι. Ἑαυτὸν γὰρ κατεδίκασε δεικνὺς ὅσον ἐδύνατο καὶ ἐν τῷ ἁμαρτωλῷ τῷ Ἰούδᾳ τῷ κλέπτῃ καὶ προδότῃ ἡ Ἰησοῦ διδασκαλία͵ οὐ δυνηθέντι πάντῃ καταφρονῆσαι ὧν ἀπὸ τοῦ Ἰησοῦ μεμάθηκεν''.

Για το δεύτερο είδος πένθους ως πρότυπο προβάλλει ο Πέτρος, ο οποίος συγκινημένος από το βλέμμα του Κυρίου ξεσπά σε δάκρυα τα οποία είναι θεραπευτικά, καθώς οργώνουν τη γη της ψυχής του. Κάνει μια νέα αρχή και γίνεται καινούργιος.

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ

1. Για τον Ιωάννη η προδοσία συνδέεται με την απιστία. Ήδη στην Καπερναούμ μετά την Ομολογία του Πέτρου ο Ιησούς αναφέρει: ''Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν''. Δεν καταλαμβάνεται από τον Διάβολο αλλά είναι ο ίδιος.

2. Ο Ιούδας πάσχει από φιλαργυρία. Και σε αυτόν νίπτει τους πόδες αλλά παραμένει «ανέπαφος» από την καθαρτική αγάπη. Κατόπιν ο Σατανάς εισέρχεται σε αυτόν, όταν του προσφέρεται το ψωμίον βεβαμμένον με τη φράση ὃ ποιεῖς ποίησον τάχιον! Λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος ἐξῆλθεν εὐθύς. ἦν δὲ νύξ''.

3. Ο Ιησούς-ΕΓΩ ΕΙΜΙ, ο οποίος οδηγείται ΕΚΟΥΣΙΑ και ΑΓΕΡΩΧΑ στη Σύλληψη και την Ύψωση, ιδίως κατά την τελευταία Μ. Εβδομάδα της ζωής Του ομιλεί μέσω Ψαλμών («λειτουργώντας» σύμφωνα με τον Αυγουστίνο ο ίδιος σε αυτούς ως κεφαλή (ο προσλαμβάνων τους πάντες) και σώμα (η «ενσάρκωση» των αναγκών και της ελπίδας). Έτσι εντάσσει και επεξηγεί την πορεία Του διά της «λογικής» του Θεού. Σημειώνεται ''Οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα τίνας ἐξελεξάμην· ἀλλ᾽ ἵνα ἡ Γραφὴ πληρωθῇ· «ὁ τρώγων μου τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ» αντί ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾽ ἐμὲ πτερνισμόν''.

Με τον όρο τρώγειν ανακαλείται η εκτενής περί του άρτου Ομιλία Του και η σκανδαλώδης για τους πολλούς αναφορά στη βρώση της σάρκας και του αίματός Του. Έτσι προτυπώνεται η είσοδος της προδοσίας στην κοινωνία της Εκκλησίας. Ο Ιησούς σήκωσε πάνω Του εκείνη την ώρα το διαχρονικό πάθος τού να γίνεσαι αντικείμενο προδοσίας υφιστάμενος την έσχατη ανάγκη της Ιστορίας έως το βυθό της.

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Το γεγονός παραπέμπει στον ασπασμό του αρχιστράτηγου του Δαυίδ, Ιωάβ, ο οποίος με τον τρόπο αυτό σκότωσε τον ανταγωνιστή του Αμάσσα. Οι Strack-Billerbeck, Midrash I, παραπέμπουν στον ασπασμό που έδωσε ο Ησαύ στον Ιακώβ, ο οποίος αποτέλεσε στη Ραββινική παράδοση το κατεξοχήν παράδειγμα υποκρισίας. Ο ασπασμός του Ιούδα συνδέεται από το Ben Chorin με τον ασπασμό του θανάτου. Ο δίκαιος πεθαίνει σύμφωνα με την Ιουδαϊκή αντίληψη μέσω του ασπασμού του Θεού, όπως ο Μωυσής (Χαγαδική ερμηνεία). Με τον ασπασμό αυτό ο Θεός λαμβάνει την ψυχή του αγαπημένου δούλου του.


Ο ίδιος ερευνητής) σημειώνει ότι, όπως στο Κουμράν γινόταν λόγος για τους γυιους του σκότους, έτσι και στο Μιδράς των τεσσάρων υιών της Πασχάλιας λειτουργίας, ο δεύτερος γυιος είναι ο Rascha, ήταν ο κακός, ο προδότης, αυτός που εκούσια αποχωρίζεται απ΄ τη σύναξη των αγίων. ΑΠΌ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΥΝΑΓΕΤΑΙ ΌΤΙ Ο ΙΟΥΔΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΚΑΙ ΩΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΠΟΙΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ 

Το Τέλος Σύμφωνα με τον Παπία 

''Ἀπολιναρίου· Οὐκ ἀπέθανε τῇ ἀγχόνῃ Ἰούδας, ἀλλ’ ἐπεβίω καθαιρεθεὶς πρὸ τοῦ ἀποπνιγῆναι. καὶ τοῦτο δηλοῦσιν αἱ τῶν ἀποστόλων Πράξεις, ὅτι πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ. τοῦτο δὲ σαφέστερον ἱστορεῖ Παπίας ὁ Ἰωάννου μαθητὴς λέγων οὕτως ἐν τῷ δ’ τῆς ἐξηγήσεως τῶν κυριακῶν λόγων. Μέγα δὲ ἀσεβείας ὑπόδειγμα ἐν τούτῳ τῷ κόσμῳ περιεπάτησεν ὁ Ἰούδας πρησθεὶς ἐπὶ τοσοῦτον τὴν σάρκα, ὥστε μηδὲ ὁπόθεν ἅμαξα ῥᾳδίως διέρχεται ἐκεῖνον δύνασθαι διελθεῖν, ἀλλὰ μηδὲ αὐτὸν μόνον τὸν τῆς κεφαλῆς ὄγκον αὐτοῦ.

Τὰ μὲν γὰρ βλέφαρα τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ φασὶ τοσοῦτον ἐξοιδῆσαι, ὡς αὐτὸν μὲν καθόλου τὸ φῶς μὴ βλέπειν, τοὺς ὀφθαλμοὺς δὲ αὐτοῦ μηδὲ ὑπὸ ἰατροῦ διόπτρας ὀφθῆναι δύνασθαι· τοσοῦτον βάθος εἶχον ἀπὸ τῆς ἔξωθεν ἐπιφανείας. τὸ δὲ αἰδοῖον αὐτοῦ πάσης μὲν ἀσχημοσύνης ἀηδέστερον καὶ μεῖζον φαίνεσθαι, φέρεσθαι δὲ δι’ αὐτοῦ ἐκ παντὸς τοῦ σώματος συρρέοντας ἰχῶράς τε καὶ σκώληκας εἰς (10)ὕβριν δι’ αὐτῶν μόνων τῶν ἀναγκαίων.

Μετὰ πολλὰς δὲ βασάνους καὶ τιμωρίας ἐν ἰδίῳ, φασί, χωρίῳ τελευτήσαντος, ἀπὸ τῆς ὀδμῆς ἔρημον καὶ ἀοίκητον τὸ χωρίον μέχρι τῆς νῦν γενέσθαι ὀδμῆς ἔρημον καὶ ἀοίκητον τὸ χωρίον μέχρι τῆς νῦν γενέσθαι, ἀλλ’ οὐδὲ μέχρι τῆς σήμερον δύνασθαί τινα ἐκεῖνον τὸν τόπον παρελθεῖν, ἐὰν μὴ τὰς ῥῖνας ταῖς χερσὶν ἐπιφράξῃ. τοσαύτη διὰ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ἔκρυσις ἐχώρησεν''.

Ο Θάνατος

Υπάρχουν δυο διαφορετικές αναφορές για το τέλος της ζωής του Ιούδα:

1. Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο λέει ότι, μετά τη σύλληψη του Ιησού από τις Ρωμαϊκές αρχές και πριν την εκτέλεσή του, γεμάτος τύψεις ο Ιούδας επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους ιερείς και κρεμάστηκε. Οι ιερείς, καθώς απαγορευόταν από τον Εβραϊκό νόμο να επιστρέψουν τα χρήματα, τα χρησιμοποίησαν για να αγοράσουν το κτήμα ενός κεραμοποιού, τον λεγόμενο "αγρὸν τοῦ κεραμέως", κάτι που στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο παρουσιάζεται ως εκπλήρωση προφητείας.

2. Οι Πράξεις των Αποστόλων λένε ότι ο Ιούδας με τα χρήματα αγόρασε ένα χωράφι, αλλά έπεσε καταγής και ξεχύθηκαν τα σπλάχνα του. Το χωράφι αυτό λεγόταν Ακελδαμά.

Άλλη μια εκδοχή μας μεταφέρεται από τον Παπία: "Το σώμα του Ιούδα είχε πρηστεί τόσο πολύ που δεν μπορούσε να περάσει από εκεί που περνούσε εύκολα και ένα άρμα, συνθλίφθηκε από το άρμα και ξεχύθηκαν τα σπλάχνα του". Ο Ρέιμοντ Μπράουν παράθεσε τις αντικρουόμενες περιγραφές για το θάνατο του Ιούδα ως ένα παράδειγμα ολοφάνερης αντίφασης ανάμεσα στα βιβλικά κείμενα: "Η περιγραφή του Λουκά για το θάνατο του Ιούδα στις Πράξεις Αποστόλων μετά βίας συμβιβάζεται με αυτή του Ματθαίου''. Το πρόβλημα αυτό ήταν ένα από τα σημεία που ώθησαν τον Κ.Σ. Λιούις, για παράδειγμα, να απορρίψει την άποψη ότι "κάθε δήλωση στις Γραφές είναι ιστορική αλήθεια".

Από την αρχαιότητα κιόλας έχουν δοκιμαστεί διάφορες απόπειρες εξισορρόπησης, όπως ότι ο Ιούδας κρεμάστηκε στο χωράφι κι έπειτα το σχοινί έσπασε και άνοιξε το σώμα του καταγής ή ότι οι περιγραφές του Ματθαίου και των Πράξεων Αποστόλων αναφέρονται σε δυο διαφορετικές συναλλαγές. Ωστόσο, οι μελετητές πρόσφατα επισήμαναν ότι το "κρέμασμα" κατά την αρχαιότητα όντως περιελάμβανε ένα είδος "ξεκοιλιάσματος", εξηγώντας την προφανή αντίφαση ανάμεσα στις δυο πηγές, ότι ο Ιούδας κρεμάστηκε και ξεχύθηκαν τα σπλάχνα του. Ένας αυτόχειρας θα έπεφτε από έναν υψηλό τοίχο ή ένα κλαδί δέντρου πάνω σε ένα κοφτερό στύλο ή πάσσαλο.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να απορρίπτουν αυτές τις προσεγγίσεις, λέγοντας ότι η περιγραφή του Ματθαίου είναι μια Μιδρασική έκθεση που επιτρέπει στο συγγραφέα να παρουσιάσει το γεγονός ως επαλήθευση προφητικών αποσπασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Υποστηρίζουν ότι ο συγγραφέας προσέθεσε φανταστικές λεπτομέρειες, όπως τα τριάντα αργύρια και το κρέμασμα του Ιούδα, σε μια παλαιότερη παράδοση για το θάνατό του. Η αναφορά του Ματθαίου στο θάνατο του Ιούδα ως εκπλήρωση της "προφητείας του Ιερεμία" έχει προκαλέσει μια αντιπαράθεση, καθώς σαφώς παραφράζει μια ιστορία από το Βιβλίο του Ζαχαρία, που αναφέρεται στην επιστροφή μιας πληρωμής τριάντα αργυρίων.

Πολλοί συγγραφείς, όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος, ο Ιερώνυμος και ο Ιωάννης Καλβίνος συμπέραναν πως αυτό ήταν ένα προφανές λάθος. Ωστόσο, κάποιοι σύγχρονοι συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι ο Ευαγγελιστής είχε στο νου του όντως κάποιο απόσπασμα από τον Ιερεμία, όπως τα κεφάλαια 18 και 19, τα οποία αναφέρονται σε έναν κεραμοποιό και ένα σημείο ταφής, και το κεφάλαιο 32, που αναφέρεται σε ένα σημείο ταφής και ένα κεραμικό σκεύος.


ΙΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ

Επί τη βάσει ιδίως του Ιωάννη και του Ιούδα καλλιεργήθηκε στον Μεσαίωνα ένας αντισημιτισμός που διαρκεί ως τις μέρες μας. Ιουδαίοι, όμως, δεν χαρακτηρίζονται μόνον οι Αρχιερείς. Είναι εξόχως σημαντικό ότι ο Ιησούς με τα σκληρά λόγια του απευθύνεται ιδιαίτερα πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ Ἰουδαίους σημειώνοντας: ''ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε''. Συνεπώς ο Ιωάννης (που γράφει στα τέλη του 1ου αιώνα όταν Συναγωγή και Εκκλησία αρχίζουν εμφανώς πλέον να διαφοροποιούνται) απευθύνεται κατεξοχήν σε βαπτισμένα μέλη της Κοινότητάς του που είχαν αναπτύξει τη δαιμονική - αλαζονική αυτάρκεια.

Και ότι αυτόματα επειδή ανήκουν στον «εκλεκτό λαό» σώζονται, χωρίς να εκπληρώνουν κατ’ ουσία το θέλημα του Πατέρα. Αυτή η «λογική» κάνει τους «Ιουδαίους» γόνους του διαβόλου σε αντιθετικό παραλληλισμό προς τον αληθινό Ισραήλ. Δεν χρημάτισαν όλοι οι Ιουδαίοι σταυρωτές τού Ιησού αλλά κατεξοχήν η Ιουδαϊκή αριστοκρατία που λειτουργεί καταλυτικά κατά την προανάκριση (και όχι τη δίκη) που προηγήθηκε της καταδίκης του από τον Πιλάτο.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

Ο Ιούδας στους Ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας

Η μορφή του Ιούδα απασχόλησε την Τέχνη σε όλες τις μορφές της. Το ίδιο και την ορθόδοξη υμνογραφία, που με ανάγλυφο και διεισδυτικό τρόπο ανατέμνει την ευαγγελική διήγηση γύρω από το πρόσωπό του. Η υμνογραφία συνιστά την καρδιά της ορθόδοξης εκκλησιαστικής λατρείας, υπήρξε δε η σημαντικότερη ποιητική δημιουργία του Βυζαντίου / Ρωμανίας. Οι δυνατότητες, μάλιστα, που προσφέρει ο ποιητικός λόγος καθιστούν την Υμνογραφία το προσφορότερο μέσο για τη συνεχή μυσταγωγία του εκκλησιαστικού πληρώματος, με ένα λόγο που ηδύνεται, περιβεβλημένος το σεμνό και ελκυστικό ένδυμα της εκκλησιαστικής μελωδίας.

Το πλήρωμα, ακούγοντας ή και μετέχοντας στην ψαλμωδία των ύμνων, βιώνει και ομολογεί την πίστη του «Λόγῳ πλέκον ἐκ λόγων μελωδίαν». Μέσω της ποιήσεως των ύμνων η λατρεία της Ορθοδοξίας γίνεται το ασίγαστο στόμα της. Ο αγιογραφικός και πατερικός λόγος γίνεται έτσι καθημερινό τραγούδι του λαού του Θεού, που τραγουδά την πίστη του και την ομολογεί. Οι Άγιοι Πατέρες και Μητέρες, που συνθέτουν τους ύμνους, προσφέρουν μέσω αυτών τη θεολογία και τη θεογνωσία της καθαρμένης και φωτισμένης από το Άγιο Πνεύμα καρδιάς τους, βάπτοντας τον κάλαμο στα νάματα της πίστεώς τους και τα δάκρυα της μετανοίας τους.

Μια επισήμανση των αποδιδομένων στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη έργων είναι σημαντική. Η ποίηση και η μουσική της ορθόδοξης λατρείας -διαβάζουμε- συνιστούν «αντήχημα» της ουράνιας υμνωδίας, την οποία ο ιερός υμνογράφος (και όχι απλά «ποιητής») ακούει με τα πνευματικά του ώτα και τα μεταφέρει με τα κτιστά μέσα που διαθέτει στην επίγεια λατρεία. Ο ύμνος της Εκκλησίας νοείται, έτσι, ως αντίγραφο του ουράνιου «αρχετύπου». Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο ότι στην ορθόδοξη λατρεία εισέρχονται τα ποιητικά δημιουργήματα των αποδεδειγμένων Αγίων, που είναι και αυθεντικοί θεολόγοι της Εκκλησίας. Αυτά ισχύουν και για την υμνογραφία της Μεγάλης Εβδομάδας.

Οι Άγιοι Πατέρες μας στους ύμνους της Μ. Εβδομάδας ασχολούνται με τον Ιούδα και την τραγική θέση του στην πορεία του θείου Πάθους. Με αφετηρία και πλαίσιο την ευαγγελική διήγηση, εμβαθύνουν αγιοπνευματικά στα παραδιδόμενα για τον Ιούδα και την προδοσία του στοιχεία, ερμηνεύοντας τον αγιογραφικό λόγο και καθιστώντας ελκυστική και συνάμα διδακτική την ευαγγελική ιστορία Στους ύμνους συμπλέκονται δύο θέματα:
  • Η προδοσία του Ιούδα, σε όλο το φάσμα της και την ευρύτητα του προβληματισμού της, και 
  • Η αντιπαραβολή της στάσης του Ιούδα με εκείνη της «αμαρτωλής γυναίκας» (της πόρνης) και του «ευγνώμονος ληστού» και της ομολογίας του πάνω στο σταυρό. 
Οι σχετικές αναφορές στη θεματική αυτή αρχίζουν από τον Όρθρο της Μ. Τρίτης, που ψάλλεται το βράδυ της Μ. Δευτέρας, και ολοκληρώνονται στα «Εγκώμια» του Επιταφίου, που ψάλλονται το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Ο Ιούδας, ως ένα από τα κύρια πρόσωπα του Θείου Πάθους, είναι εύλογο να ανήκει στα βασικά δομικά στοιχεία των Ακολουθιών κάθε ημέρας. Στον Όρθρο της Μ. Τρίτης (το βράδυ της Μ. Δευτέρας) ο Ιούδας συμπορεύεται και συμπράττει με τους «Ιερείς και Γραμματείς» του Ιουδαϊσμού, που πνέοντας μένεα κατά του Ιησού Χριστού, σχεδιάζουν την εξόντωσή του.

Άλλωστε, το συναφές ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ακολουθίας αναφέρεται στην ήττα των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων στη διαλογική αντιπαράθεσή τους με τον Χριστό, ακούγονται δε τα φρικτά «οὐαί» για τους Φαρισαίους, που εκπροσωπούσαν τη νόθα εξουσία. Έτσι, με το εορτολογικό θέμα της ημέρας, που είναι η «μνεία της παραβολής των δέκα παρθένων», διαπλέκεται, ως προανάκρουσμα, το γεγονός της προδοσίας σε δύο τροπάρια («Καθίσματα»). Το πρώτο αναφέρεται στη συνεργασία του Ιούδα με την Εβραϊκή ηγεσία εναντίον του Χριστού.

''Βουλευτήριον, Σωτήρ, παρανομίας κατά Σοῦ, Ἱερεῖς καί Γραμματεῖς φθόνῳ ἀθροίσαντες δεινῶς, εἰς προδοσίαν ἐκίνησαν τόν Ἰούδαν. Ὃθεν ἀναιδῶς ἐξεπορεύετο, ἐλάλει κατά Σοῦ τοῖς παρανόμοις λαοῖς. Τί μοι, φησί, παρέχετε, κἀγώ ὑμῖν αὐτόν παρα- δώσω εἰς χεῖρας ὑμῶν; Τῆς κατακρίσεως τούτου ρῦσαι, Κύριε, τάς ψυχάς ἡμῶν».

''Οι Ιερείς και Γραμματείς, φθονώντας Σε, Σωτήρα μου, συγκαλώντας με τρόπο τρομερό συμβούλιο παράνομο εναντίον Σου, παρεκίνησαν τον Ιούδα να Σε προδώσει. Γι’ αυτό εκείνος, χωρίς ντροπή, έτρεξε και μιλούσε εναντίον Σου στους ηγέτες του παράνομου Λαού. Τι μου προσφέρετε, έλεγε, για να σας Τον παραδώσω (τον Χριστό). Κύριε, λύτρωσε τις ψυχές μας από την καταδίκη εκείνου''.

Το δεύτερο τροπάριο περιγράφει περιληπτικά την πράξη της προδοσίας και τις συνέπειές της: ''Ὁ Ἰούδας τῇ γνώμῃ φιλαργυρεῖ κατά τοῦ Διδα- σκάλου ὁ δυσσεβής. Κινεῖται, βουλεύεται, μελετᾶ τήν παράδοσιν, τοῦ φωτός ἐκπίπτει, τό σκότος δεχόμενος. Συμφωνεῖ τήν πρᾶσιν, πωλεῖ τόν ἀτίμητον. Ὃθεν καί ἀγχόνην, ἀμοιβήν ὧν περ ἒδρα, εὑρίσκει ὁ ἂθλιος καί έπώδυνον θάνατον. Τῆς αὐτοῦ ἡμᾶς λύτρωσαι μερίδος, Χριστέ ὁ Θεός, τῶν πταισμάτων ἂφεσιν δωρούμενος, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τό ἂχραντον πάθος σου''.


''Ο ασεβής Ιούδας μέσα στη φιλαργυρία του παίρνει αποφάσεις για το Διδάσκαλό του. Κινείται και σκέπτεται, σχεδιάζει την παράδοσή του. Χάνει το φως (της Χάρης), αποδεχόμενος το (πνευματικό) σκοτάδι. Κάνει συμφωνία για την πώληση (του Χριστού) και πωλεί Αυτόν που είναι πάνω από κάθε τιμή. Γι’ αυτό ο άθλιος, ως αμοιβή για όσα έπραξε, βρίσκει τη χρηματική αγχόνη και τον οδυ- νηρό θάνατο. Χριστέ Θεέ μας, λύτρωσέ μας από αυτό που έπαθε αυτός, χαρίζοντας συγχώρηση σ' εμάς, που με όλη μας την καρδιά γιορτάζουμε το άγιο Πάθος Σου''.

Η αναφορά όμως στον Ιούδα εντοπίζεται κυρίως στις Ακολουθίες της Μ. Τετάρτης και της Μ. Πέμπτης. Τη Μεγάλη Τετάρτη, κατά το τυπικό (δηλ. την εκκλησιαστική τάξη): «Τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν». Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου και του Μάρκου μνημονεύουν την πράξη μιας άγνωστης γυναίκας, που γεμάτη σεβαστική αγάπη άλειψε με πολύτιμο μύρο το κεφάλι του Χριστού, προκαλώντας την «αγανάκτηση» των μαθητών, που θεώρησαν σπατάλη το έξοδο της αγοράς του μύρου.

Στον ευαγγελιστή Ιωάννη η γυναίκα ταυτίζεται με την αδελφή του Λαζάρου, Μαρία, που με την ενέργεια αυτή ήθελε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη αυτής και της αδελφής της, Μάρθας, για την ανάσταση του αδελφού τους Λαζάρου. Ο Λουκάς είναι εκείνος, που μάλλον μιλά για άλλη περίπτωση και κάνει λόγο για μια «αμαρτωλή γυναίκα» («καί ἰδού γυνή ἐν τῇ πόλει, ἣτις ἦν ἁμαρτωλός»), η οποία έφερε το βαρύτιμο μύρο και κλαίγοντας άλειψε και φίλησε τα πόδια του Χριστού, βρέχοντάς τα με τα δάκρυά της και σφουγγίζοντάς τα με τα μαλλιά της. Ο Ιούδας, κατά το κείμενο του Ιωάννου, αγανάκτησε, γιατί το ακριβό αντίτιμο του μύρου δεν δόθηκε στους φτωχούς.

Ο Ιούδας, προφασιζόμενος ότι διαπνεόταν από αγάπη για τους πτωχούς, προσφέρει ένα διδακτικότατο θέμα στην ευαισθησία των υμνογράφων, ώστε με την ποιητική τους δύναμη και τέχνη να το αξιοποιήσουν λογοτεχνικά και ποιμαντικά για την «οικοδομή» των φιλακόλουθων πιστών. Αυτό δείχνει παραστατικότατα το ακόλουθο τροπάριο:

«Ὢ, τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἐθεώρει τήν πόρνην φιλοῦσαν τά ἲχνη καί ἐσκέπτετο δόλῳ τῆς προδοσίας τό φίλημα. Ἐκείνη τούς πλοκάμους διέλυσε καί οὗτος τῷ θυμῷ ἐδεσμεῖτο, φέρων ἀντί μύρου τήν δυσώδη κακίαν, φθόνος γάρ οὐκ οἶδε προτιμᾶν τό συμφέρον. Ὢ, τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἀφ’ ᾗς ρῦσαι, ὁ Θεός, τάς ψυχάς ἡμῶν».

''Πόσο άθλιος ήταν ο Ιούδας! Έβλεπε την πόρνη να φιλά τα πέλματα των ποδιών του Χριστού και σκεπτόταν με δόλο το φίλημα της προδοσίας. Εκείνη έλυσε τις πλεξίδες της κεφαλής της, ενώ αυτός δενόταν με τα δεσμά του μίσους του, προσφέροντας (στον Χριστό) αντί για μύρο τη βρομερή κακία. Διότι ο φθονερός άνθρωπος δεν ξέρει να προτιμήσει το (πνευματικό) συμφέρον. Πόση αθλιότητα έδειξε ο Ιούδας! Από την οποία λύτρωσε, Θεέ μας, τις ψυχές μας''.

Το θέμα όμως της προδοσίας του Χριστού από τον Ιούδα ανήκει κυρίως στην εορτολογική θεματική της Μ. Πέμπτης. Κατ’ αυτήν την ημέρα «ἑορτάζει» η Ορθοδοξία «τέσσαρά τινα, τόν ἱερόν Νιπτῆρα, τόν Μυστικόν Δεῖπνον, τήν ὑπερφυρᾶ προσευχήν καί τήν προδοσίαν» του Ιούδα. Ο Ιούδας μετέχει και αυτός στα δρώμενα, με ένα σκοτεινό και αποκρουστικό ρόλο, εκείνον του προδότη του Διδασκάλου και Κυρίου του. Χαρακτηριστικότατο είναι ένα τροπάριο, διακρινόμενο για την εκφραστικότητά του που κυριολεκτικά μεταπλάσσει την ιστορία σε ποίηση:

«Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος, / ὁ μαθητής καί ἐπίβουλος, ὁ φίλος καί διάβολος, ἐκ τῶν ἒργων ἀπεφάνθη, ἠκολούθει γάρ τῷ Διδασκάλῳ / καί καθ’ ἑαυτόν ἐμελέτα τήν προδοσίαν. Ἒλεγεν ἐν ἑαυτῷ· παραδώσω τοῦτον καί κερδήσω τά συναχθέντα χρήματα. Ἐπεζήτει δέ καί τό μῦρον πραθῆναι / καί τόν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι. Ἀπέδωκεν ἀσπασμόν, παρέδωκε τόν Χριστόν· καί ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν, οὓτως ἠκολούθει, ὁ μόνος εὒσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος».

''Ο Ιούδας (φαινομενικά μεν) δούλος, (στην ουσία όμως) δόλιος, (φαινομενικά) φίλος και (πραγματικά) διαβολέας, όπως αποδείχθηκε από τις πράξεις του. Διότι ακολουθούσε το Διδάσκαλο, μέσα του όμως σχεδίαζε την προδοσία. Έλεγε μέσα του, θα Τον παραδώσω και θα κερδίσω τα χρήματα (του ταμείου τῆς αποστολικῆς ομάδας). Ήθελε δε και το μύρο να πουληθεί, αλλά και ο Χριστός με απατηλό τρόπο να συλληφθεί. Έδωσε χαιρετισμό με το φίλημα και παρέδωσε τον Χριστό. Και (ο Χριστός) σαν το πρόβατο, που οδηγείται στη σφαγή ακολουθούσε (τους φονευτές του), (Αυτός που είναι) ο μόνος εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος''.

Αλλά και σ’ αυτή την Ακολουθία του 'Ορθρου της Μ. Παρασκευής (Μ. Πέμπτη βράδυ) η προδοσία του Ιούδα επανέρχεται στα «Αντίφωνα» της ημέρας. Έτσι, στο Γ' Αντίφωνο τα τροπάρια καταλήγουν με τη χαρακτηριστική εκείνη επωδό: «Ὁ δέ παράνομος Ἰούδας οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι» (δεν θέλησε να συνετισθεί). Ακόμη και στα «Εγκώμια» του Όρθρου του Μ. Σαββάτου, το βράδυ της Μ. Παρασκευής, στην κορύφωση και ολοκλήρωση του Θείου δράματος με τη Σταύρωση, το Θάνατο και την Ταφή του Χριστού, σε δύο «Μεγαλυνάρια» αναδύεται η προδοσία του Ιούδα, που χαρακτηρίζεται «φόνος» (δολοφονία) του Χριστού. Στην Α' Στάση το «πλήρωμα» των πιστών ψάλλει:

«Δεῦρο δή μιαρέ, φονευτά μαθητά, καί τόν τρό- πον τῆς κακίας σοι δεῖξόν μοι, δι’ ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ». ''Εμπρός, λοιπόν, Ιούδα, αχρείε και δολοφόνε μαθητή, δείξε μου την αιτία της κακίας (σου), για την οποία έγινες προδότης του Χριστού''. Αλλά και στη Γ' Στάση ψάλλουμε: «Ὡς ἂφρων ὑπηρέτης, παρέδωκεν ὁ μύστης, τήν ἂβυσσον σοφίας». ''Σαν ανόητος υπηρέτης, ο μυημένος (στα μυστήρια του Θεού) πρόδωσε Αυτόν, που είναι άβυσσος σοφίας''. Θα μπορούσε, βέβαια, να τεθεί στη συνάφεια αυτή το ερώτημα: Είναι γνωστοί οι ποιητές των εκκλησιαστικών ύμνων και ιδίως αυτών που αναφέρονται στον Ιούδα;


Στο εν χρήσει βιβλίο του Τριωδίου, κατά την περίοδο της Μ. Εβδομάδας, αναφέρονται κάποια ονόματα ποιητών (υμνογράφων), όπως ο Άγιος Ανδρέας, αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο Κοσμάς Μοναχός (Μαϊουμά, 7 - 8ος αιώνας), ο Μάρκος επίσκοπος Υδρούντος (9ος αιώνας), η Κασσιανή ή Κασία Μοναχή (9ος αιώνας). Τα περισσότερα όμως τροπάρια (ύμνοι) φέρονται ανώνυμα, όπως συμβαίνει άλλωστε σ’ όλη τη λατρεία μας. Πρέπει εδώ να λεχθεί ότι υπάρχει ένα ουσιαστικό κοινό μεταξύ της εκκλησιαστικής ποίησης και της λεγόμενης δημοτικής (δημοτικού τραγουδιού). Και οι δύο, γεννήματα της ευαίσθητης καρδιάς και ευφάνταστης διάνοιας του λαού μας, συναντώνται στον τρόπο δημιουργίας τους.

Και των δύο δημιουργός είναι ένας, που εκφράζει μέσω αυτών την προσωπική του εμπειρία, συμμεριζόμενος όμως και τις εμπειρίες του υπόλοιπου λαϊκού σώματος. Γι’ αυτό και οι δύο βρίσκουν απήχηση στην ψυχή και των άλλων μελών της Σύναξης ή Κοινότητας, διότι μέσω αυτών εκφράζονται και τα δικά τους συναισθήματα και αγωνίες. Και στις δύο όμως περιπτώσεις, λησμονείται ο προσωπικός ποιητής και ο ύμνος ή το τραγούδι αποβαίνει ανώνυμο και γι’ αυτό «εκκλησιαστικό» ή «δημοτικό», κτήμα δηλαδή της Εκκλησίας, ως σύναξης του σώματος, και της λαϊκής κοινότητας.

Σημασία, λοιπόν, έχει ότι οι ύμνοι της λατρείας μας είναι καρπός της θεολογούσας καρδίας και ποιητικής διάνοιας των Αγίων μας. Αυτό, δε, που χαρακτηρίζει όλους τους Αγίους είναι η ενότητα του φρονήματός τους, διότι με τον πνευματικοασκητικό τους αγώνα αποκτούν «νοῦν Χριστοῦ». Οι ύμνοι γίνονται ομολογία και δοξολογία όλου του εκκλησιαστικού σώματος, με τη βεβαιότητα ότι, εφόσον είναι δημιουργήματα - ποιήματα Αγίων, εκφράζουν με δογματική ακρίβεια και θεολογική καθαρότητα την εκκλησιαστική -συλλογική δηλαδή- πίστη.

Ιούδας ο ''Προδότης''

■ Τα Επίθετα

Είναι πολλά τα επίθετα ή οι επιθετικοί προσδιορισμοί για τον Ιούδα στους ύμνους της Μ. Εβδομάδας, δείγμα της φιλολογικής - λογοτεχνικής ικανότητας και ποιητικής επάρκειας και ευρηματικότητας των υμνογράφων. Τα απαριθμούμε: Αγνώμων (ασύνετος, αχάριστος), άδικος, άθλιος, άσπονδος (αδιάλλακτος), άφρων, άφρων υπηρέτης, αιχμάλωτος (του διαβόλου), αχάριστος. Γέννημα εχιδνών. Δεινός, (πονηρός, άγριος), δόλιος (πανούργος), διάβολος (κακολόγος, εχθρός, μοχθηρός), δυσμενής (εχθρός), δούλος (του εχθρού, των αρχιερέων και του διαβόλου), δυσσεβής, δυσώνυμος (βδελυκτός, μισητός). Επίβουλος (αυτός που θέλει το κακό του άλλου), εραστής (των χρημάτων). Ζηλότυπος (φθονερός).

Καπηλεύων (την φιλόθεον χάριν), κλέπτης. Μαθητής, μιαρός (στυγερός, αχρείος), μύστης (αυτός που ανήκει στο στενό κύκλο των μαθητών του Χριστού). Νευστάζων κάραν (αυτός που κινεί απειλητικά το κεφάλι). Παράνομος (έξω του Θείου νόμου και της πιστότητας προς τον Κύριό του), πονηρός, προδότης. Τρισάθλιος. Φιλάργυρος (φίλος του χρήματος, του κέρδους), φονευτής (δολοφόνος). Η χρήση επιθέτων και χαρακτηρισμών με τόση δυναμικότητα, αλλά και φαινομενική σκληρότητα, για τον Ιούδα από ανθρώπους μάλιστα υψηλής πνευματικότητας, όπως οι ποιητές των ύμνων, προκαλεί, αρχικά, κάποιες όχι ευχάριστες εντυπώσεις. Δεν είναι όμως καρπός κακίας και εχθρικής διάθεσης απέναντί του.

Ο Ιούδας για τη βδελυκτή πράξη και τη φοβερή πτώση του είναι άξιος λύπης και συμπόνιας. Οι υμνογράφοι, όμως, εκφράζουν το βαρύ πόνο αλλά και το έντονο παράπονό τους για την πνευματική αυτοκτονία του Ιούδα, όταν μάλιστα απέναντί του υπάρχει η ειλικρινής μετάνοια και θαυμαστή πράξη της «αμαρτωλής γυναίκας». Η αγανάκτηση των υμνογράφων είναι για την πνευματική απώλεια του άπιστου μαθητή και την τραγική του πτώση.

■ Η Προδοσία

Έχουν γίνει πολλές ερμηνευτικές προσπάθειες για την κατανόηση της ενέργειας του Ιούδα να προδώσει τον Χριστό και Δάσκαλό του στους αδυσώπητους εχθρούς του, το Ιουδαϊκό Ιερατείο και τα όργανά τους. Αναζητήθηκαν πατριωτικά - εθνικά, κοινωνικά, ιδεολογικά κ.ά. αίτια. Οι υμνογράφοι, όμως, με τον αγιοπνευματικό φωτισμό τους, δέχονται ως βασικό κίνητρό του το πάθος της φιλαργυρίας. Και η διαπίστωση αυτή φαίνεται εύστοχη, εφόσον το ιδεολογικό ή εθνικό κίνητρο δεν μπορεί να συνυπάρξει με τη διεκδίκηση οικονομικού κέρδους. Δεν παραγνωρίζεται όμως το πνευματικό κριτήριο, η εξάρτηση του Ιούδα από τον διάβολο.

Αυτό δηλώνει η φράση ενός τροπαρίου: «ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου)». Και αυτό συμφωνεί με την Καινοδιαθηκική μαρτυρία. Αγνός πατριωτισμός και άδολος κοινωνισμός με το αζημίωτο δεν είναι δυνατό να νοηθεί. Το πρόβλημα, συνεπώς, σχετικά με τον Ιούδα εντοπίζεται κατ’ αρχάς στο «γιατί επρόδωσε». Οταν ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει τη φιλαργυρία «ρίζα πάντων τῶν κακῶν», κάνει μια πολύ καίρια ψυχολογικά επισήμανση που τη γνωρίζουν οι πνευματικοί πατέρες από την εξομολόγηση ή οι επιστημονικά ερευνώντες την ανθρώπινη ψυχή, και αυτό δεν μπορεί εύκολα να παρακαμφθεί.

Ο Ιούδας βαρυνόταν με το πάθος της φιλαργυρίας κατά τους υμνογράφους, που εκδηλώθηκε με την κατακράτηση -κλοπή δηλαδή- των χρημάτων της μικρής ιεραποστολικής ομάδας του Χριστού. Και αυτό το γνώριζαν οι συμμαθητές του. Συγκεκριμένα, όταν βλέπει να χρησιμοποιεί η αδελφή του Λαζάρου Μαρία ένα πολύτιμο, και γι’ αυτό ακριβό, μύρο για να μυρώσει τα πόδια του Χριστού, αντί του νερού που χρησιμοποιούσαν οι δούλοι σε τέτοιες περιπτώσεις για τα πόδια των συνδαιτυμόνων, ο Ιούδας κατά τον υμνογράφο «ἐπεζήτει καί τό μύρον πραθῆναι (να πουληθεί) καί τόν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι». Και τα δύο εξυπηρετούσαν τη φιλάργυρη διάθεσή του, αφού θα απέβαιναν γι’ αυτόν πηγή κέρδους.

Επανειλημμένα υπογραμμίζεται στους ύμνους η νόσος της φιλαργυρίας: «Φιλαργυρίας ἐρῶν» (εραστής της φιλαργυρίας), «φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν» τον Χριστό, αποδεικνύεται ο Ιούδας. Παράλληλα, όμως, αναφέρεται ως αίτιος της προδοσίας και ο φθόνος. Ο Ιούδας προσφέρει στον Χριστό «ἀντί μύρου τήν δυσώδη κακίαν», λέγει ένα τροπάριο. Και ακολουθεί η συμπλήρωση: «φθόνος γάρ οὐκ οἶδε προτιμᾶν τό συμφέρον». Η κακόβουλη και φθονερή διάθεση του Ιούδα για τον Χριστό πρέπει να σχετίζεται με τον έλεγχο που δέχθηκε από Εκείνον, όταν ο Ιούδας σχολίασε αρνητικά την πράξη της Μαρίας.


Ένα πρόβλημα, όμως, που έχει απασχολήσει επανειλημμένα την έρευνα είναι το «τί» πρόδωσε ο Ιούδας, τι δηλαδή προσέφερε στους εχθρούς του Χριστού. Ιδανικό παραμόνιμο στους υμνογράφους μας «δολίῳ φιλήματι παραδίδει τόν Κύριον». Αναπαράγεται και στο σημείο αυτό η ευαγγελική μαρτυρία, που καταγράφει το «πῶς», τον τρόπο της προδοσίας. Αυτό εξαίρεται υποδειγματικά σε ένα τροπάριο: «Φιλεῖς και πωλεῖς, Ιούδα· ασπάζῃ καί οὐκ ὀκλάζεις δόλῳ προστρέχων· τίς μισῶν ἀσπάζεται, τρισάθλιε; Τίς φιλῶν ἐξωνεῖται τιμήματι; Τό φίλημα τῆς ἀναι- δοῦς σου κακοβουλίας ἐλέγχει τήν προαίρεσιν»:

''Φιλείς και πουλείς (τον Χριστό), Ιούδα· τον ασπάζεσαι και δεν διστάζεις τρέχοντας κοντά του με δόλο. Ποιος, ενώ μισεί, φιλεί, τρισάθλιε; Ποιος φιλεί κάποιον και τον πουλάει με αντίτιμο; Το φίλημα της αδιάντροπης κακοβουλίας σου ελέγχει τη διάθεσή σου''. Αυτό που αβίαστα συνάγεται από την ευαγγελική διήγηση είναι ότι ο Ιούδας εμαρτύρησε τον τόπο και την ώρα της σύναξης του Χριστού με τους Μαθητές Του στον Κήπο των Ελαιών, για την αποφυγή ταραχής και διασάλευσης της κοινής ησυχίας. Αυτό ακριβώς λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «ἂτερ ὂχλου» (χωρίς την ανάμιξη του λαού). Ο Ιούδας γίνεται «ὁδηγός συνεδρίου παρανόμου», ανέλαβε δηλαδή να οδηγήσει την Εβραϊκή ηγεσία και τα όργανά της στον τόπο όπου θα έβρισκαν τον Χριστό.

Ιδιαίτερα υπογραμμίζεται, εξάλλου, ότι με την προδοσία ο Ιούδας αποκάλυψε τον αληθινό εαυτό του. Είναι αδυσώπητα τα διατυπωμένα ερωτήματα: «Εἰ γάρ πλοῦτον ἠγάπας, τί τῷ περί πτωχείας διδάσκοντι ἐφοίτας; Εἰ δέ καί ἐφίλεις, ἳνα τί ἐπώλη- σας τό ἀτίμητον, προδιδούς εἰς μιαιφονίαν;»: ''Αφού αγαπούσες τον πλούτο, γιατί έμενες κοντά σ’ Εκείνον, που δίδασκε τη φτώχεια; Αν δε (αληθινά) τον αγαπούσες, γιατί πούλησες τον ανεκτίμητο και τον επρόδιδες σε ανόσιο φόνο;''. Η αλήθεια όμως είναι ότι «ὁ Ἰούδας τό τῆς φιλοπτωχείας κρύπτει προσωπεῖον, καί τῆς πλεονεξίας ἀνακαλύπτει τήν μορφήν. Οὐκέτι τῶν πενήτων φροντίζει...»:

''Ο Ιούδας βγάζει τη μάσκα της αγάπης για τους φτωχούς και φανερώνει τη μορφή της πλεονεξίας. Δεν ενδιαφέρεται πια για τους πτωχούς''. Αλλά η προδοσία, ως επαίσχυντη πράξη του Ιούδα, δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτόν, διότι υπάρχουν και οι ηθικοί αυτουργοί της. Πρόκειται για την Ιουδαϊκή ηγεσία. Μαθητής και φυσικοί κληρονόμοι, υποτίθεται, της προφητικής παράδοσης για τον Μεσσία είχαν κατά τεκμήριο τις προϋποθέσεις να δεχθούν τον Χριστό, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον αναμενόμενο Μεσσία. Αποδεικνύονται όμως ανίκανοι να αναδειχθούν διάδοχοι των Προφητών και ενσαρκώνουν τη χρεοκοπημένη μερίδα του Ισραήλ.

Πόσο διεστραμμένος, λοιπόν, μπορεί να είναι ο άνθρωπος, έστω και αν, κατά τα φαινόμενα, έχει τα τεκμήρια της ευσέβειας και γνησιότητας. Κάτι ανάλογο δεν είναι και η περίπτωση του πρεσβύτερου αδελφού του Ασώτου. Αυτός ήταν ο πραγματικά άσωτος (άσωστος) της παραβολής του Χριστού. Αυτήν ακριβώς την αλήθεια εκφράζει ο λόγος του Χριστού προς τους Εβραίους, που Τον απέρριπταν: «Ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί δοθήσεται ἒθνει ποιοῦντι τούς καρπούς αὐτῆς». ''Θα σας αφαιρεθεί η βασιλεία (χάρη) του Θεού και θα δοθεί σε ένα έθνος (τους χριστιανούς), που παράγουν τους καρπούς της''.

Αν, λοιπόν, για την προδοσία του Χριστού ευθύνεται ο Ιούδας, για την αποδοχή της και την καταδίκη του Χριστού την ευθύνη φέρει -κατά τους ύμνους- η Εβραϊκή ηγεσία: «Το δεινόν βουλευτήριον τῶν ἀνόμων σκέπτεται, θεομάχου ψυχῆς ὑπάρχον, ὡς δύσχρηστον τόν δίκαιον ἀποκτεῖναι»: ''Το φοβερό συμβούλιο των παρανόμων (έξω από το νόμο του Θεού), με την αντίθεη ψυχή του, αποφασίζει να θανατώσει τον αναμάρτητο Χριστό, διότι δεν γινόταν όργανό τους''. Το τροπάριο αυτό περικλείει μια σημαντικότατη εκδοχή, που επικεντρώνεται στο επίθετο «δύσχρηστον». Ο Χριστός δεν ήταν για την Εβραϊκή ηγεσία «εύχρηστος», «χρηστός» δηλαδή πολίτης, όπως λέγεται συνήθως.

Στα κρύφια σχέδια της Εβραϊκής ηγεσίας (Φαρισαίων) ανήκε και ο εθνικιστικός επεκτατισμός. Είναι δε γεγονός ότι ο φαρισαϊσμός και η Ιουδαϊκή ηγεσία της εποχής του Χριστού είναι η αρχή και θεμελίωση του «σιωνισμού», της μερίδας εκείνης, που έχοντας αρνηθεί τη Χριστοκεντρική προφητική παράδοση, εμίσησε τον Χριστό διότι δεν ανταποκρινόταν σε μια βασιλεία κοσμικού τύπου. Με την είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα (Κυριακή των Βαΐων) απέδειξε τη φύση της δικής Του βασιλείας. Κυρίως δε με την απάντησή Του στον Πιλάτο: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἒστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Η βασιλεία Του δηλ. δεν είναι κοσμική, όπως οι εξουσίες του κόσμου, αλλά πνευματική. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να γίνεται διάκριση των όρων: Εβραϊσμός και Εβραίοι που δηλώνουν τη θρησκεία και Σιωνισμός - Σιωνιστές που σχετίζονται με την εγκόσμια εξουσία και τον κυριαρχικό επεκτατισμό. Ο Ιούδας συνεργάσθηκε και ταυτίσθηκε με τους εχθρούς του Χριστού, «τοῖς μέν Ἰουδαίοις συναγαλλόμενος, τοῖς δέ Ἀποστόλοις συναυλιζόμενος». Ερώτημα όμως για τη θεολογική - πνευματική έρευνα είναι και το εάν «κοινώνησε» ο Ιούδας κατά το «Μυστικό Δείπνο» και την παράδοση από τον Χριστό «των μυστηρίων», του Μυστηρίου δηλαδή της Θείας Ευχαριστίας.

Με βάση τον Ιωάννη υποστηρίζεται η άποψη ότι ο Ιούδας δεν έλαβε μέρος στη Θεία Μετάληψη. Στους ύμνους, όμως, λέγεται, ότι ο Ιούδας αφού έλαβε από τον Χριστό τον άρτο («τό ψωμίον δεξάμενος»), αποχώρησε. Κατά τους ερμηνευτές το «ψωμίον» εδώ δεν έχει σχέση με τον άρτο της Ευχαριστίας. Οι υμνογράφοι όμως -και μεταξύ τους ο Άγιος Κοσμάς Μοναχός και μεγάλος ποιητής Κανόνων- έχει άλλη γνώμη: «Καί σοῦ ἐσθίων ἂρτον, σῶμα θεῖον, ἐπῆρε (ο Ιούδας) πτερνισμόν ἐπί σε, Χριστέ»: ''Και ενώ έτρωγε τον άρτον Σου, δηλαδή το θείο σώμα Σου, σήκωσε την πτέρνα του και σε κλώτσησε, Χριστέ''.

Και καθαρότερα λέγει στη συνέχεια: «Ἐδεξιοῦτο τό λυτήριον τῆς ἁμαρτίας Σῶμα ὁ ἀσυνείδητος καί τό Αἷμα χεόμενον ὑπέρ κόσμου τό θεῖον, ἀλλ’ οὐκ ῄδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς»: ''Ο ασυνείδητος Ιούδας έπαιρνε στο δεξί του χέρι το Σώμα (του Χριστού) και το θείο Αίμα (έπινε), που χυνόταν για τη σωτηρία του κόσμου, αλλά δεν ντρεπόταν να πίνει το Αίμα, που πωλούσε έναντι αντιτίμου''.


■ Η Σημασία

Το βάρος της πράξης του Ιούδα κατά τους υμνογράφους σχετίζεται με το πρόσωπο στο οποίο αφορούσε η ενέργειά του. Και το πρόσωπο αυτό ήταν ο Θεάνθρωπος Χριστός. Στους ύμνους αναπτύσσεται και το θέμα αυτό με την ίδια ποιητική και θεολογική δύναμη. Ο Ιούδας δεν επώλησε κάποιον ασήμαντο, αλλά «τόν ἀτίμητον». Εκείνον, δηλαδή, που υπέρκειται κάθε χρηματικής τιμής και αξίας. «Τόν θησαυρόν τῆς ζωῆς», «τόν πρό τῶν αἰώνων Σωτῆρα τοῦ κόσμου», «τόν δεσπότην (Κύριο) τῶν πάντων, ὡς δοῦλον πέπρακε (πώλησε) τοῖς παρανόμοις». Το χειρότερο όμως είναι ότι και από πλευράς χρηματικού κέρδους ο Ιούδας υποτιμά και ευτελίζει τον πωλούμενον:

«Οὐκ ἀκριβολογεῖται (λεπτολογεῖ) πρός τήν τιμήν, ἀλλ’ ὡς δοῦλον φυγάδα ἀπεμπολεῖ», (τον πωλεί σαν ένα δραπέτη δούλο, που δεν έχει αξία. Ουσιαστικά δηλαδή, «ἒβαλε (έρριψε) τά ἃγια τοῖς κυσί». Δεν πωλείται, συνεπώς, «τό μύρον τό τῆς ἁμαρτωλοῦ, αλλά τό οὐράνιον μύρον», ο Χριστός. Και το χειρότερο: Ο Ιούδας συντάσσεται με τους εχθρούς του Χριστού, «πρός τήν γνώμην τῶν ἀγοραζόντων τοῦ πωλουμένου τήν πραγματείαν ποιεῖται». Διαπραγματεύεται, δηλαδή, σύμφωνα με τη γνώμη εκείνων, που αγοράζουν τον Χριστό σαν να ήταν εμπόρευμα. Προπάντων, όμως, λησμονεί ποιος ήταν και τι σήμαινε ο Χριστός γι’ αυτόν. Ήταν ο ευεργέτης του, Αυτός που επέλεξε και αυτόν για μαθητή Του.

Αυτός που τον έκαμε φίλο Του, ενώ αυτός λησμονεί το νόμο της φιλίας. Είναι, λοιπόν, δικαιολογημένο το παράπονο του Χριστού για τον Ιούδα, που διατυπώνεται από τον υμνογράφο: «Ποῖος σέ τρόπος, Ἰούδα, προδότην τοῦ Σωτῆρος εἰργάσατο; Μή τοῦ χοροῦ σε τῶν Ἀποστόλων ἐχώρισε; Μή τοῦ χαρίσματος τῶν ἰαμάτων ἐστέρησε; Μή, συνδειπνήσας ἐκείνοις, σέ τῆς τραπέζης ἀπώσατο; Μή τῶν ἂλλων νίψας τούς πόδας, τούς σούς ὑπε- ρεῖδεν; Ὢ, πόσων ἀγαθῶν ἀμνήμων έγένου! Και σοῦ μέν ἡ ἀχάριστος στηλιτεύεται γνώμη, αὐτοῦ δέ ἡ ἀνείκαστος μακροθυμία κηρύττεται / καί τό μέγα ἒλεος».

''Ιούδα, ποια ενέργεια (του Χριστού) σε έκαμε προδότη του Σωτήρος; Μήπως σε αποξένωσε από την ομάδα των Αποστόλων; Μήπως σε στέρησε από το χάρισμα να θεραπεύεις αρρώστους; Μήπως, όταν εδείπνησε μαζί με εκείνους, σε απομάκρυνε από το τραπέζι; Μήπως, όταν έπλυνε τα πόδια των άλλων, περιφρόνησε τα δικά σου; ώ! Πόσες ευεργεσίες (του Χριστού) ελησμόνησες! Γι’ αυτό στιγματίζεται μεν η αχαριστία σου, Εκείνου δε διατρανώνεται η απερίγραπτη μακροθυμία και η μεγάλη ευσπλαγχνία''.

■ Το Τίμημα

Της προδοσίας το τίμημα, κατά τους υμνογράφους, δεν άφησε ανέγγιχτο τον ίδιο τον προδότη. Ο Ιούδας με τη βδελυρή πράξη του «βορβόρῳ συμφύρεται», δένεται με το βόρβορο της αμαρτίας και καταντά «αἰχμάλωτος» του διαβόλου. Η αληθινή αντιμισθία του είχε ένα τραγικό αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα, διότι «τήν τῶν χρημάτων αγχόνην ἑαυτῷ περιτίθησιν», βάζει ο ίδιος στον εαυτό του το βρόχο των χρημάτων) και «στερεῖται κατ’ ἂμφω ζωῆς, προσκαίρου και αἰωνίου» και χάνει και τις δύο ζωές, και την πρόσκαιρη και την αιώνια. Η αληθινή αμοιβή του ήταν «ὁ ἐπώδυνος θάνατος». Είναι δε γνωστό από τα ευαγγέλια ότι ο Ιούδας αυτοκτόνησε με απαγχονισμό.

Κατά μία πληροφορία, που παραδίδουν οι Πράξεις των Αποστόλων, όταν αυτοκτόνησε, έπεσε από το δένδρο με το κεφάλι, έπαθε διάρρηξη στο μέσο του σώματός του και χύθηκαν έξω τα σπλάχνα του. Με την προδοσία ο Ιούδας «καταλιμπάνει (εγκαταλείπει) τόν Διδάσκαλον καί παραλαμβάνει τόν διάβολον», και έτσι αποβάλλεται από «τόν χορόν τῶν Ἀποστόλων». Είναι δικαιολογημένη, λοιπόν, η αγαπητική έκρηξη του υμνογράφου, που λέγει με πόνο στον Ιούδα: «Συνέφερέ σοι, Ἰούδα, κἂν μή συνελήφθης ἐν τοῖς ἐγκάτοις τῆς μητρός· συνέφερέ σοι, προδότα, κἂν μή ἐγεννήθης».

''Σε συνέφερε, Ιούδα, να μην είχες συλληφθεί στα σπλάγχνα της μητέρας σου και να μην είχες γεννηθεί''. Είναι ποιητική μεταφορά του λόγου του ίδιου του Χριστού για τον Ιούδα: «Οὐαί δέ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ (στόν προδότη), δι’ οὗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου (ο Μεσσίας ) παραδίδοται· καλόν ἦν αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἂνθρωπος ἐκεῖνος». Οι υμνογράφοι κατανοούν ορθά μία φράση του Ευαγγελίου του Ματθαίου κατά την οποία ο Ιούδας, βλέποντας ότι καταδικάσθηκε ο Χριστός σε θάνατο, «μεταμεληθείς ἐπέστρεψε τά τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καί τοῖς πρεσβυτέροις». Γι’ αυτό και δεν ασχολούνται με τη «μεταμέλεια» του Ιούδα.

Η μεταμέλεια του Ιούδα ήταν μεν συναίσθηση της πράξης του, περιοριζόμενη δε σε κάποιες τύψεις συνειδήσεως. Η μεταμέλεια όμως δεν είναι μετάνοια. Και ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά δεν τον εγκατέλειψε ούτε είχε πορεία ανάλογη με εκείνη του Ιούδα. Μετάνοια θα ήταν για τον Ιούδα, αν «ἒκλαιε καί αὐτός πικρῶς», όπως ο Πέτρος, και παρέμενε μεταξύ των Αποστόλων, από τους οποίους τον εχώρισαν όχι μόνο η πράξη της προδοσίας αλλά και η αυτοκτονία του. Μπορούμε να φαντασθούμε πόσα θα προσέφερε ο Ιούδας στο Χριστιανισμό, αν ακολουθώντας το παράδειγμα του Πέτρου έμενε στον κύκλο τῶν Μαθητῶν και ανελάμβανε (ιερ)αποστολικό έργο, ομολογώντας ότι αυτός πρόδωσε τον Κύριό του.

Κάτι ανάλογο έπραξε και ο Παύλος, μη διστάζοντας να ομολογεί ότι «εδίωξε» την Εκκλησία και επεδίωκε να την καταστρέψει. Θα ήταν, κατά τη δική μας εκτίμηση, ο σημαντικότερος των Αποστόλων. Είναι όμως γεγονός ότι με εικασίες δεν γράφεται η Ιστορία.

Οι Αδυσώπητες Συγκρίσεις

Η παράλληλη αναφορά στις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας στον Ιούδα και την «αμαρτωλόν γυναῖκα» του Ευαγγελίου οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκρίσεις, που με την τέχνη των υμνογράφων αποκτούν παιδαγωγική και αφυπνιστική δύναμη στις ψυχές των πιστών. Η αντίθεση του Ιούδα με την άγνωστη πόρνη είναι από τα συγκλονιστικότερα ακούσματα της Εβδομάδας των Παθών. Ειπώθηκε παραπάνω ότι η «ἀλείψασα μύρῳ τούς πόδας τοῦ Χριστοῦ» στο Ευαγγέλιο του Λουκά δεν έχει σχέση με εκείνη του Ιωάννου που είναι γνωστή ως η αδελφή του Λαζάρου, Μαρία. Το παράδειγμα της πόρνης είναι το θέμα ενός από τους σημαντικότερους ύμνους της Ακολουθίας της Μ. Τετάρτης, αλλά και όλου του υμνογραφικού πλούτου της ορθόδοξης παράδοσης.


Είναι το ευρύτατα γνωστό στο λαό μας «Τροπάριο τῆς Κασσιανῆς» («Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή», που δεν παύει να προσελκύει πλήθος κόσμου το βράδυ της Μ. Τρίτης (Όρθρος της Μ. Τετάρτης) στις εκκλησιές μας. Βέβαια, ουδεμία σχέση έχει η «αμαρτωλή γυναίκα» με τη σπουδαία Βυζαντινή ποιήτρια Κασσιανή μοναχή ή Κασσία, που και άλλοι σημαντικοί ύμνοι της διανθίζουν τις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας. Ο εγκωμιασμός της πράξης της πόρνης και της άδολης αγάπης της προς τον Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα, ο οποίος με μεγάλη κατανόηση και συγχωρητικότητα έβλεπε τα περιθωριακά και διαφημισμένα πρόσωπα της κοινωνίας, τους τελώνες και τις πόρνες, δεν είναι παρά η διαιώνιση του λόγου του ίδιου του Χριστού γι’ αὐτήν:

«ὃπου ἐάν κηρυχθῇ το εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὃλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καί ὃ ἐποίησεν αὓτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς». Η αντίθεση Ιούδα και πόρνης διατυπώνεται βραχυλογικά σε ένα Κάθισμα του Όρθρου της Μ. Τετάρτης: «Πόρνη προσῆλθέ σοι, μύρα σύν δάκρυσι, κατακενοῦσα σου ποσί, Φιλάνθρωπε, καί δυσωδίας τῶν κακῶν λυτροῦται τῇ κελεύσει σου. Πνέων δέ τήν χάριν σου μαθητής ὁ ἀχάριστος, ταύτην ἀποβάλλεται καί βορβόρῳ συμφύρεται. Φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε»:

''Μία πόρνη Σε πλησίασε, φιλάνθρωπε Κύριε, και άδειασε (από το μυροδοχείο) μύρα και δάκρυα στα πόδια Σου και πέτυχε να λυτρωθεί από τη δυσοσμία των αμαρτιών της με το πρόσταγμά Σου. Αντίθετα, ο αχάριστος μαθητής, μολονότι ανέπνεε τη Χάρη σου, εγκαταλείπει τη Χάρη και γίνεται ένα με το βόρβορο της φιλαργυρίας, με το να Σε προδώσει''. Αλλά και τα τροπάρια των Αίνων και Αποστίχων της ίδιας Ακολουθίας πραγματεύονται με ανάλογη δύναμη το ίδιο θέμα. Αρκούν μερικές επισημάνσεις. Ο Ιούδας «ἐπεώρει τήν πόρνην φιλοῦσαν τά ἲχνη καί ἐσκέπτετο δόλῳ τῆς προδοσίας τό τίμημα». Αυτό σημαίνει ότι έμεινε τυφλός και ασυγκίνητος από τη φαινομενικά ταπεινωτική, αλλά ουσιαστικά μετανοητική ενέργεια της πόρνης.

Η απόσταση είναι αγεφύρωτη: «Ἣπλωσεν ἡ πόρνη τάς χεῖράς σοι τῷ Δεσπότῃ· ἣπλωσεν Ἰούδας τάς χεῖρας τοῖς παρανόμοις». Η πόρνη απλώνει τα χέρια για να προσφέρει μετάνοια και αγάπη, ο Ιούδας απλώνει και αυτός τα χέρια, αλλά για να εισπράξει χρήματα («ἡ μέν λαβεῖν τήν ἂφεσιν, ὁ δέ λαβεῖν ἀργύρια»). Είναι γεγονός ότι «μόνον δύο άνθρωποι εκτός από τον Ιησού ξέρουν πως ο δρόμος του Ιησού μετά από αυτό το δείπνο θα τον φέρει στο θάνατο, ένας μαθητής Του, ο Ιούδας, που θα Τον προδώσει και θα Τον παραδώσει, και μία γυναίκα αμαρτωλή, που, παρά τις αμαρτίες της, η αγάπη για τον Ιησού την οδήγησε διαισθητικά να καταλάβει το μυστήριο της πορείας των βημάτων του Ιησού προς το σταυρό».

Ο Ιούδας και η πόρνη φανερώνουν, ο καθένας με τον τρόπο του, μία πλευρά της ανθρώπινης ψυχής στη σχέση της με τον Θεό. Η πόρνη δείχνει τη δύναμη της μετάνοιας, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε μέλος της βασιλείας του Θεού. Ο Ιούδας, επαναλαμβάνοντας ιστορικά την πτώση του Αδάμ, επιβεβαιώνει την αβεβαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων. Ο μόνος βέβαιος, «πιστός» και αμετάβλητος είναι ο Θεός. Έτσι η σωτηρία μας είναι δυνατή, διότι δεν την αξίζουμε, αλλ’ ούτε και έχουμε δύναμη γι’ αυτήν χωρίς τη Χάρη του Θεού. Υπάρχει όμως και μια άλλη αντίθεση, που δεν αναπτύσσεται ιδιαίτερα στους ύμνους, διότι η προσοχή εστιάζεται σ’ εκείνη μεταξύ Ιούδα και αμαρτωλής.

Και όμως: Όπως εκείνη, έτσι και ο ληστής καίει το αμαρτωλό παρελθόν του με τη φλόγα της ομολογίας του για τον Χριστό, παράλληλη και ισοδύναμη με την ομολογητική δύναμη της ενέργειας της γυναίκας. Και των δύο οι ενέργειες είναι ομολογίες αναγνώρισης και αποδοχής του Χριστού ως Σωτήρα και δεν μπορούν να γίνουν χωρίς καρδιακή καθαρότητα, που επιτρέπει την επενέργεια της άκτιστης θεϊκής Χάρης. Αυτής της Χάρης που απέρριψε και έχασε ο Ιούδας. Ο ληστής είχε σώσει την ανθρωπιά και την καθαρότητα της καρδιάς του, πράγματα που είχε χάσει ο Ιούδας. Ο Ιούδας, μολονότι μαθητής του Χριστού, είχε μια καρδιά πετρωμένη, χωρίς ευγενή συναισθήματα και δύναμη αγάπης.

Σε σημείο που να μεταβάλει το θάνατο του Διδασκάλου του σε πηγή κέρδους. Η περίπτωση του Ιούδα θυμίζει έναν ωραίο στίχο του ποιητή Στέφανου Μπολέτση: «Είναι κάτι καρδιές κλειστές / κάτι καρδιές, λες με βαριές αμπάρες κι είναι σφαλιστές». Ο Ιούδας έμεινε στην Ιστορία ως τραγικό πρότυπο ανθρώπου, που δεν άφησε να αγγίξει την καρδιά του η Θεϊκή Χάρη ή, καλύτερα, με τη σκληρότητα και μισανθρωπία του κατέστησε ανενεργό τη Χάρη του Θεού, που κάθε άνθρωπος έχει μέσα του και γι’ αυτό υπάρχει. Η πορεία του Πάθους του Χριστού αποκαλύπτει μια δραματική εξέλιξη στη στάση των δύο προσώπων απέναντί του: «Ἰούδας ἠρνήσατο, ὁ ληστής ὡμολόγησε» (την αγάπη του προς τον Χριστό).

Ενώ ο Ιούδας έχει χάσει τη θέση του κοντά στον Χριστό, ο ληστής, κατά το εύγλωττο δίστιχο του Συναξαρίου της Ακολουθίας των Αγίων Παθών: «Κεκλεισμένας ἢνοιξε τῆς Ἐδέμ πύλας / βαλών ὁ ληστής κλεῖδα τό Μνήσθητί μου» ''Ανοιξε τις κλειστές (γι’ αυτόν) πύλες του παραδείσου / ο ληστής, χρησιμοποιώντας για κλειδί το «Μνήσθητί μου»''. Αλλωστε, ο ληστής δεν αναδείχθηκε μόνο αντίποδας του Ιούδα, αλλά ως ένα σημείο και του Πέτρου, διότι υπάρχει ριζική αντίθεση ανάμεσα στην ομολογία του ληστή και την άρνηση του Πέτρου: «Ὁ μαθητής (ο Πέτρος) ἠρνήσατο (τον Χριστό), ὁ Ληστής εβόησε ''Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου''».

Όλα τα πρόσωπα αυτά, που άθελά τους έγιναν δομικά στοιχεία της εικόνας του Θείου Δράματος, τεκμηριώνουν την αβεβαιότητα των ανθρωπίνων, αλλά και την απατηλότητα κάθε επιφανειακής κρίσης. Τα πρόσωπα αυτά και κυρίως ο Ιούδας, ο «Εφιάλτης» έκτοτε της Εκκλησίας, είναι η άμεση επιβεβαίωση ότι στο θέμα της πίστης και της σωτηρίας έρχονται συχνά «τα πάνω-κάτω». Όταν λείπει η Χάρη, κάθε κρίση χάνει την ασφάλειά της, κατά το λόγο του Χριστού: «Μήν κρίνετε κατ’ ὂψιν, αλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Ιδιαίτερα, μάλιστα, είναι εύκολη η αυταπάτη σε περιπτώσεις, όπως αυτή του κοινωνικού αγωνιστή κατά το πρότυπο του Ιούδα. Ο κοινωνισμός είναι δυνατό να καλύπτει συχνά τη θρασύτερη ιδιοτέλεια.

Ο αληθινός κοινωνισμός προϋποθέτει αγιότητα, που αναδεικνύεται με την αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Η σοσιαλιστική κοινοκτημοσύνη προϋποθέτει αμετάκλητα την εκούσια ακτημοσύνη. Αυτό είναι το παραμόνιμο ιδανικό της ορθόδοξης κοινωνικότητας, όπως αναπτύχθηκε στην Αγιοπατερική παράδοση, που σώζεται στο κοινοβιακό ορθόδοξο μοναστήρι. Αυτός ο τρόπος υπάρξεως και αυτό το κοινωνικό μοντέλο θεμελιώνονται στο ιδανικό του εκκλησιαστικού σώματος που παρέδωσε ο Απ. Παύλος: «Τό ὑμῶν περίσσευμα εἰς τό ἐκείνων ὑστέρημα, ἳνα και τό ἐκείνων περίσσευμα γένηται εἰς τό ἡμῶν ὑστέρημα, ὃπως γένηται ΙΣΟΤΗΣ». Η πραγμάτωση όμως αυτής της μορφής κοινωνίας είναι αδύνατη, όταν πρότυπό της είναι ο κοινωνιστής «με το αζημίωτο», όπως ο Ιούδας.


ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΔΑΣ

Η ερμηνεία και η κατανόηση της εκλογής και της κλήσης των μαθητών του Ιησού, όπως και αυτής του Ιούδα, προϋποθέτουν μερικές βασικές αρχές. Ποιο ήταν το νόημα της αποστολής του Κυρίου και ποιος ο τελικός σκοπός της εκλογής των μαθητών; Προτού αρχίσει το δημόσιο έργο και την ιεραποστολική δραστηριότητα προς τον κόσμο των εθνών, έπρεπε να διευκρινισθεί με κάθε σαφήνεια τι είδους Μεσσίας θα είναι ο Ιησούς και ποίας φύσεως βασιλεία επρόκειτο να κηρύξει. Αναγκαία ήταν, λοιπόν, μια αδιαμφισβήτητη απάντηση στο καίρια ερωτήματα: «Τις γαρ ούτός εστιν;» και «Εν ποία εξουσία ταύτα ποιεί;».

Γνωρίζουμε ότι ο παραδοσιακός Ιουδαϊσμός, είτε στην προφητική του έκφραση είτε στη Μωσαϊκή του διάσταση, ανέμενε ένα Μεσσία που να ανταποκρίνεται στις ιστορικές προσδοκίες του λαού. Ένα Μεσσία Δαβίδειο, με βασιλικές ιδιότητες, εξουσία και δύναμη, ή ένα Μεσσία Ααρωνικής προέλευσης, με αρχιερατική θρησκευτική αυθεντία. Η έννοια ενός πνευματικού Μεσσία που να αποστέλλεται άνωθεν, υπό τη μορφή μάλιστα του «υιού του ανθρώπου», για να κηρύξει μετάνοια και να εγκαινιάσει μια βασιλεία του Θεού διάφορη από τα βασίλεια του κόσμου τούτου, δεν θα έθελγε σχεδόν κανέναν κατά την περίοδο αυτή της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου.

Η δημιουργία η «καλή λίαν» της καθόλου κτίσεως και του ανθρώπου ήταν στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Η τελείωση της δημιουργίας, όπως και η Θέωση του ανθρώπου, ήταν επίσης στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Η πτώση, η φθορά και ο θάνατος δεν συνιστούν πτυχές της λειτουργικής προοπτικής της δημιουργίας, αλλά εισβάλλουν εκ των έξω και αποτελούν ιστορικά φαινόμενα παραφθοράς, αλλοίωσης και αλλοτρίωσης. Κατά συνέπεια, η έλευση του Μεσσία και η ενανθρώπηση του Χριστού, το σωτηριολογικό έργο και η αποστολική διακονία εντάσσονται ως βασικές παράμετροι του σχεδίου της θείας Οικονομίας.

Οι μαθητές και κατ’ επέκταση η κλήση του Ιούδα ως μαθητή του Ιησού πρέπει να κατανοηθούν στο πλαίσιο αυτής της σωτηριολογικής και εσχατολογικής προοπτικής. Ο Ιούδας δεν εκλήθη για να δοκιμαστεί η πιστότητά του ούτε πολύ περισσότερο για να προδώσει τον Δάσκαλό του. Εκλήθη και αυτός, όπως όλοι οι μαθητές, για να διακονήσει με συνέπεια στο σχέδιο αυτό της Θείας Οικονομίας για την πραγμάτωση της λύτρωσης και της σωτηρίας των ανθρώπων της αποστασίας και της πτώσης. Να γίνει και αυτός, όπως και οι άλλοι, όχι μόνο μαθητής αλλά και Απόστολος, να γίνει συνεχιστής του έργου και της αποστολής του Κυρίου. Και αν δεν συνέβαινε η προδοσία, πιθανώς να ήταν ο Ιούδας ο αξιολογότερος μεταξύ των Αποστόλων.

Ο Ιούδας Ζηλωτής και Συντηρητικός Ιδεολόγος

Λογικό, επομένως, είναι το ερώτημα που τίθεται: Γιατί ο Ιούδας πρόδωσε τελικά τον Ιησού και τι ο ίδιος προσδοκούσε από τη συμμετοχή του στα Μεσσιανικά «κινήματα» της εποχής εκείνης; Ο Ιούδας, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, αποτελούσε μια ιδιάζουσα περίπτωση Ζηλωτού ανθρώπου περί τα θρησκευτικά και ιδεολογικά πράγματα του Παλαιστινιακού χώρου. Ο Ιούδας φαίνεται ότι ήταν ένας καθαρόαιμος Ιουδαίος Ζηλωτής. Πιθανώς να ανήκε πριν από την κλήση του στη μαθητεία του Ιησού σε Ζηλωτικά κινήματα, όπως εκείνο των Σικαρίων.

Χωρίς αμφιβολία, ήταν ένας παραδοσιακός θεολόγος με μια βαθιά γνώση της Ιουδαϊκής Μεσσιανολογίας και ίσως οπαδός συντηρητικών θρησκευτικών τάσεων των Ιεροσολύμων, αφού η καταγωγή του ήταν από την Ιουδαία, σε διάκριση από όλους τους άλλους μαθητές που κατάγονταν από τη Γαλιλαία. Επίσης, ως ένθερμος εθνικιστής, οι αποφάσεις του και οι ενέργειές του εμπνέονταν από το σύγχρονο συντηρητικό πνεύμα ενός εγκοσμιοκρατικού Μεσσιανισμού και κοινωνικού ιδεαλισμού. Ήταν οικείος προς τα επαναστατικά Μεσσιανικά κινήματα της εποχής του και αισθανόταν αποστροφή σε ειρηνιστικά και συμφιλιωτικά μηνύματα, όπως περί μετανοίας, περί καταλλαγής και αγάπης, όχι μόνο των φίλων, αλλά και των εχθρών ακόμη.

Ο Ιούδας ήθελε τον Μεσσία, όπως εξάλλου συνέβαινε και με τους περισσότερους Ιουδαίους των χρόνων εκείνων, ένα βασιλέα Δαβίδειο, ισχυρό και δυναμικό, κοινωνικό επαναστάτη και θρησκευτικό μεταρρυθμιστή. Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και κοινωνιστικό σχήμα ήθελε ο Ιούδας να εντάξει και το έργο του Ιησού. Γι’ αυτό και κατά τα πρώτα στάδια της δημόσιας δράσης του Ιησού ο Ιούδας φαινόταν ενθουσιασμένος από τη δυναμική παρουσία του Δασκάλου του, από το επαναστατικό κήρυγμά του και την ενθουσιώδη υποδοχή του από τα λαϊκά στρώματα.

Το κάθε θαύμα το έβλεπε ως μια δυναμική παρέμβαση για την επίλυση ζωτικών, ιστορικών και κοινωνικών προβλημάτων και προσέβλεπε στο θαύμα ως μια λειτουργία ζωής για την απελευθέρωση του ανθρώπου από την απειλή της φτώχειας, της ασθένειας και του καθημερινού θανάτου. Όταν ο Ιούδας έβλεπε τον Διδάσκαλο Ιησού να θεραπεύει τις ασθένειες, να ευλογεί και να αυξάνει την τροφή, να αναστά νεκρούς και να ανταποκρίνεται άμεσα και αποτελεσματικά στις ποικίλες ανάγκες των μικρών και αδυνάτων του κόσμου τούτου και παράλληλα να ακολουθείται με ενθουσιασμό και ελπίδες από τον απλό λαό, που ως τότε αδικείτο κατάφωρα από την πλουτοκρατία και την κοσμική εξουσία, όλα αυτά έκαναν τον ίδιο ακόμη πιο ένθερμο οπαδό και Ζηλωτή του νέου «Μεσσιανικού» κινήματος.

Ο Ιησούς, με το ποικίλο έργο Του και τις θαυμαστές παρεμβάσεις Του, φάνταζε στη συνείδηση του Ιούδα και στις προσδοκίες ενός λαού, απερριμμένου ηθικά, πνευματικά και κοινωνικά, ως η ενσάρκωση των αιώνιων πόθων και ελπίδων του έθνους. Ιδιαίτερα, μάλιστα, σε μια περίοδο στυγνής και απόλυτης άσκησης της εξουσίας από τη Ρωμαϊκή κυριαρχία και από την Ιουδαϊκή ολιγαρχία, το κήρυγμα και το έργο του Ιησού αναπτέρωναν έντονες ενθουσιαστικές προσδοκίες.

Προβληματισμός από τη Μεσσιανικότητα του Ιησού

Μόνο αργότερα και προς το τέλος της δημόσιας δράσης, ο Ιησούς αρχίζει να παρουσιάζει μια άλλη προσέγγιση των εσχατολογικών θεμάτων και μια εντελώς διάφορη Μεσσιανολογία από την κοινώς επικρατούσα την εποχή εκείνη. Ακόμη, και πάλι κατά τις εκτιμήσεις του Ιούδα, ο Δάσκαλος Ιησούς αρχίζει πριν από το τέλος να παρουσιάζει ένα άλλο πρόσωπο, εντελώς ισχνό και αδύναμο, έναντι του αρχικού και δυνατού που είχε εντυπωσιάσει τους πάντες και που με ελπίδες, ενθουσιασμό και αισιοδοξία ο λαός ακολουθούσε, γεμάτος προσδοκίες για το μέλλον. Όλοι φαίνεται πως περίμεναν ένα Μεσσία κυρίαρχο της ιστορίας, που να καλλιεργεί συνεχώς τις υπάρχουσες ενθουσιαστικές τάσεις.


Ο Ιησούς όμως, αντίθετα, δεν προχωρεί σε μια αναμενόμενη ρήξη και σύγκρουση με την πολιτική εξουσία και την πλουτοκρατία των ολίγων. Ο Ιούδας βλέπει έκπληκτος τώρα το νέο Δάσκαλο και Προφήτη όχι μόνο να μην προχωρεί σε μια δυναμική αντιπαράθεση με τις εξουσιαστικές δυνάμεις, αλλά και να διαφοροποιείται πλήρως από την κυρίαρχη Μεσσιανολογική παράδοση. Ακόμη, ενώ θα περίμενε κανείς τον Ιησού να καλέσει το λαό σε επαναστατικές κινήσεις, ο ίδιος αρχίζει να επικρίνει έντονα τη θρησκευτική ηγεσία και ιδιαίτερα τους Γραμματείς, Φαρισαίους και τους Αρχιερείς, τους οποίους ο Ιούδας και ο λαός θεωρούσαν ως θεματοφύλακες των ιερών και των οσίων της εθνικής και θρησκευτικής τους παράδοσης.

Διαπιστώνεται τώρα δημοσίως (και αυτό αποτελεί έκπληξη για τον Ιούδα και τους Ζηλωτές) ότι ο Ιησούς εμμένει στη διδασκαλία και την προβολή ενός Μεσσία και μιας βασιλείας του Θεού, που να μην έχουν καμιά σχέση με την παράδοση και με τα πράγματα του κόσμου τούτου. Αυτή η άλλη Μεσσιανικότητα του Ιησού και η πίστη σ’ ένα Μεσσία ουσιαστικά αδύναμο και γυμνό από κοσμική εξουσία, που μάλιστα αναμένεται να διωχθεί και να απορριφθεί από τον ίδιο το λαό και τη θρησκευτική ηγεσία, αρχίζουν να εξοργίζουν τον Ιούδα.

Ένας Μεσσίας πνευματικός, που έρχεται να συγχωρήσει τις αμαρτίες των ανθρώπων και να εγκαινιάσει μια ουράνια βασιλεία επί της γης, προβάλλοντας παράλληλα ένα άλλο ήθος και μια άλλη ποιότητα ζωής, δεν εκφράζει το Φαρισαϊκό Ζηλωτισμό του Ιούδα. Ο Ιούδας, ως εκπρόσωπος και εκφραστής μιας καθαρά Δαβίδειας και βασιλικής Μεσσιανικότητας, είναι έτοιμος να ριχτεί στη μάχη μιας ιδεολογικής και επαναστατικής διαδικασίας, με όλες τις συνέπειες της σκληρής αντιπαράθεσης. Ο λαός και ο Ιούδας απαιτούν τον αναμενόμενο Μεσσία κυρίαρχο στο θρόνο Δαβίδ. Πιθανώς και πολλοί από τους μαθητές και τους ακολούθους του Ιησού έτσι να αντιλαμβάνονταν την έλευση του Μεσσία.

Είναι ενδεικτική η έντονα Μεσσιανική φόρτιση που υπήρξε κατά τη «θριαμβευτική είσοδο» στα Ιεροσόλυμα. Πολλοί από τον «όχλον έστρωσαν εαυτών τα ιμάτια εν τη οδώ». Μετά «βαΐων», λοιπόν, και «φοινίκων» ο λαός κραυγάζει «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Μια εικόνα τόσο επιθυμητή και δελεαστική για τον Ιούδα.

Η προδοσία ως ''Ιερό χρέος'' του Ιούδα

Γι’ αυτό ο Ιούδας θεωρεί πως το κήρυγμα του Διδασκάλου του για τα μεσσιανικά και εσχατολογικά θέματα αποκόπτεται ουσιαστικά από τις εθνικοθρησκευτικές ρίζες της φυλής και αρχίζει να εκτρέπεται προς ένα δρόμο ολισθηρό και επικίνδυνο. Ο ίδιος αρχίζει να αισθάνεται συνυπεύθυνος σ’ αυτή την εκτροπή. Μπροστά του δεν βλέπει καμιά άλλη δυνατότητα, παρά μόνο να παρέμβει ο ίδιος δυναμικά και να αναλάβει το βαρύ χρέος έναντι της Ιστορίας και της παράδοσης του έθνους, να ανακόψει τον επικίνδυνο αυτό κατήφορο του Ιησού. Έτσι κατανοείται η όλη του ως τότε στάση. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υπήρξαν πολλές φορές έντονα προβλήματα επικοινωνίας του Ιούδα με την ομάδα των Δώδεκα.

Ως ταμίας που ήταν και έχοντας την ευθύνη της οργάνωσης των διαφόρων εκδηλώσεων και της προώθησης του κηρύγματος του Ιησού, ερχόταν συχνά σε αντιπαράθεση είτε με τους άλλους μαθητές είτε με τις διάφορες πράξεις αβροφροσύνης και αγάπης του λαού προς το πρόσωπο του Κυρίου, όπως στην περίπτωση της «κατασπατάλησης» του πολύτιμου μύρου από μέρους της Μαρίας, της αδελφής του Λαζάρου. Ο Ιούδας προέβαλλε πάντα το κοινωνιστικό στοιχείο ως ύψιστο κριτήριο επικοινωνίας και συμπεριφοράς. Και ο ίδιος αναγορεύεται ως θιασώτης ενός έντονου κοινωνισμού.

Και τώρα, την κρίσιμη στιγμή, «βούλεται» να προχωρήσει σε μυστική συμφωνία με τη θρησκευτική ηγεσία και ιδιαίτερα με τους Αρχιερείς για την ανατροπή της κατά τη γνώμη του επαπειλούμενης εκτροπής. Αναπόφευκτα, λοιπόν, προβάλλουν μπροστά στον Ιούδα η απόφαση και η πράξη της «προδοσίας» ως ένα οδυνηρό, αλλά υψηλό και ιερό γι’ αυτόν ιστορικό χρέος. Το ότι ο Ιούδας κινήθηκε στην απόφασή του αυτή από καθαρά ιδεολογικά κίνητρα φάνηκε από την όλη εξέλιξη των γεγονότων. Δεν νομίζουμε ότι πρόκειται για μια φθηνή πράξη φιλοχρηματίας από ένα φτωχό και ταλαίπωρο μαθητή, που θα ήταν εύκολο να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί από τον κάθε ιστορικό με τα δεδομένα της εποχής εκείνης και στο τέλος να συγχωρεθεί.

Αλλά επρόκειτο για μια ενσυνείδητη τοποθέτηση και υπεύθυνη πράξη ενός Ζηλωτή, σύμφωνα με την ιδεολογική και τη θρησκευτική του παράδοση. Αυτό που ενδιέφερε τον Ιούδα τώρα ήταν η άμεση σύλληψη και η ηθική εξόντωση του Ιησού και του ανανεωτικού Μεσσιανικού «κινήματός» Του. Ο χρηματισμός του με τα τριάκοντα αργύρια, όπου επικεντρώνεται συνήθως η προσοχή όλων, ήταν απλώς ένα είδος επιβεβαίωσης και εγγύησης της μυστικής συμφωνίας και σύμπραξης του Ιούδα με τον Αρχιερέα Καϊάφα.

Γι’ αυτό και όταν στη συνέχεια διαπίστωσε ότι παγιδεύτηκε σ’ ένα σκληρό παιχνίδι εξουσίας μεταξύ των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και ότι αυτό που ενδιέφερε τον Αρχιερέα και το ιερατείο δεν ήταν η πνευματική και θεολογική πιστότητα στην παράδοση, αλλά η βίαιη βιολογική εξόντωση του Ιησού, τότε μεταμελείται ο ίδιος για την πράξη του και ρίχνει κατά πρόσωπο του Αρχιερέα τα τριάκοντα αργύρια της συμφωνίας. Τέλος, δε, ο Ιούδας οδηγείται και στην απέλπιδα απόφαση της αυτοκτονίας, σύμφωνα με το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Στην πράξη της αυτοκτονίας οδηγείται, συνήθως, μόνο ένας απελπισμένος ιδεολόγος. Η προσήλωση και η αγκύλωση σε Ζηλωτικά κινήματα είναι αδιέξοδες.

Ή επιβάλλεις την ιδεολογική σου πίστη ή αυτοκτονείς. Ο Ιούδας δεν μετανοεί για τα λάθη του και τις αδυναμίες του. Απλά μεταμελείται για τις λανθασμένες εκτιμήσεις και τις άστοχες ενέργειές του. Εάν αντί της μεταμέλειας είχαμε μετάνοια και ο Ιούδας παρέμενε μέσα στην κοινότητα των Δώδεκα και κατ’ επέκταση στην κοινότητα της Εκκλησίας, τότε ασφαλώς θα είχαμε την εμφάνιση του Αναστάντος Κυρίου και προς αυτόν και οπωσδήποτε την πλήρη εκκλησιαστική του αποκατάσταση. Ο ίδιος όμως επέλεξε την οδό της απώλειας. Ο Ιούδας αποστασιοποιείται και αυτονομείται. Ουσιαστικά αποκόπτει και απορρίπτει εαυτόν από την κοινότητα των Δώδεκα και αναγορεύεται ο ίδιος «τύπος» στην ιστορία της άρνησης, της απόρριψης και της προδοσίας.



Η Προδοσία ως Αποστασία

Με την πράξη του αυτή ο Ιούδας δεν έθεσε εαυτόν μόνο εκτός των Δώδεκα, αλλά και αυτοαναγορεύθηκε με την εκκλησιολογική έννοια «υιός απωλείας». Τέθηκε, όπως θα λέγαμε σήμερα, εκτός του Σώματος της Εκκλησίας, που την ενότητά της ουσιαστικά συνιστά η αποστολική συνοχή των Δώδεκα. Στην ιστορία της Εκκλησίας παρατηρήθηκε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον φαινόμενο που σχετίζει την περίπτωση του Ιούδα με όλους εκείνους που απαρνούνται την εκκλησιολογική ενότητα. Όταν έχουμε άρνηση και προδοσία, τότε απαραίτητα έχουμε την αντικατάστασή του και την πλήρωση του «κενού» που άφησε με την αποστασιοποίησή του κάθε «υιός απωλείας».

Ενώ στην περίπτωση μαρτυρίου και θανάτου δεν έχουμε παρόμοια ενέργεια της Εκκλησίας, πλήρωσης κάποιου «κενού». Ο μάρτυρας συνεχίζει να ζει εντός της Εκκλησίας και είναι εκκλησιολογικά παρών και ενωμένος με την ευχαριστιακή κοινότητα. Το μαρτύριο και ο θάνατος ενός μάρτυρα θεωρούνται οδός ζωής σε μια εσχατολογική πορεία, ενώ η προδοσία καταλήγει στον πνευματικό θάνατο και στην εκκλησιολογική «απώλεια». Έτσι, ο Ιούδας ως «υιός απωλείας» είναι ανάγκη να αντικατασταθεί από τον Ματθία, ενώ ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιωάννη, μετά το μαρτυρικό θάνατό του δεν αντικαθίσταται, γιατί ο μάρτυρας δεν αφήνει εκκλησιαστικό κενό, αφού ουσιαστικά και με το μαρτύριό του συμβάλλει και αυτός στην επιδιωκόμενη ενότητα της Εκκλησίας.

Δεν είναι τυχαίο που κάθε πράξη αντίθετη και αντίχριστη, κάθε ενέργεια προσβολής της ενότητας της Εκκλησίας και άρνησης της αλήθειας, χαρακτηρίζεται από τα ιερά κείμενα ως «αποστασία» και αίρεση. Η πράξη του Ιούδα δεν θεωρείται από την ερμηνευτική θεολογία ως μια απλή προσωπική επιλογή, αλλά αναγορεύεται σε «τύπο» άρνησης και αποστασίας, γι’ αυτό και δεν συνοδεύεται από τη μετάνοια. Στην περίπτωση του Ιούδα δεν έχουμε τη διαδικασία της αποκατάστασης στο Αποστολικό Σώμα από τον Αναστάντα Κύριο, όπως στις περιπτώσεις άρνησης του Πέτρου και απιστίας του Θωμά. Ο Ιούδας, πράγματι, γι’ αυτό το λόγο αναγορεύεται εις «τύπον» και σύμβολο αποστασίας.

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι και ο Ιούδας, παρά την πτώση του και την ανίερη απόφασή του να προδώσει τον Διδάσκαλο, εάν έμενε ταπεινά και εν μετανοία στην κοινότητα των Δώδεκα, δηλαδή στο Αποστολικό Σώμα της Εκκλησίας, ασφαλώς θα είχαμε από μέρους του Κυρίου την κίνηση της αποκατάστασής του. Όπως ακριβώς είχαμε την «αποκατάσταση» του Πέτρου, παρά την τριπλή άρνησή του, και την «αποκατάσταση» του Θωμά, παρά την απιστία του και την αμφισβήτηση της Ανάστασης του Χριστού. Ο Ιούδας ως μαθητής - προδότης αυτονομείται και τραβάει το δικό του δρόμο, της αποστασίας και της «απωλείας».

Ενώ οι άλλοι, έστω προς στιγμήν «αρνητές» και «ολιγόπιστοι» μαθητές, εμμένουν στην κοινότητα, ομολογούν και μαρτυρούν τη νέα πίστη και συμβάλλουν στην ιστορική ενότητα της Εκκλησίας. Η απόρριψη της αποστολικής ενότητας και η άρνηση της καθολικότητας της Εκκλησίας σημαίνουν από τότε και διά μέσου των αιώνων πάντοτε «προδοσία» και «αποστασία». Η εμμονή στην ευχαριστιακή κοινωνία με τον Αναστάντα Χριστό και στην εκκλησιολογική ενότητα των πιστών είναι μια πράξη αποστολικής μαρτυρίας, που συχνά οδηγεί και στο μαρτυρικό θάνατο.

Με αυτή την έννοια το μαρτύριο ενός αποστόλου ή ο θάνατος ενός αγίου δεν σημαίνει απώλεια και ούτε αποστερεί την Εκκλησία από την ολότητα και την καθολικότητά της. Αντίθετα, συμβάλλει ουσιαστικά και Αγιαστικά στην εσχατολογική της πληρότητα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟ

Απεικονίσεις της Μορφής του Ιούδα στην Τέχνη

''Σπίτι και εν αυτώ τράπεζα με ψωμία και σκουτέλια με φαγητά, και κανάτι με κρασί και ποτήρι, και ο Χριστός καθήμενος εν αυτή μετά των Αποστόλων· και από το δεξιόν (μέρος) ο Ιούδας, απλώνων το χέρι του εις το σκουτέλι και βλέπων εις τον Χριστόν''. Ο Διονύσιος εκ Φουρνά στην Ερμηνείαν της Ζωγραφικής Τέχνης περιγράφει με λεπτομέρειες την ενδεδειγμένη θέση και τις κινήσεις που θα πρέπει να πραγματοποιεί ο Ιούδας στις σκηνές του Πάθους του Ιησού, στις οποίες συμμετέχει και πρωταγωνιστεί. Η απεικόνιση, ωστόσο, της μυστηριώδους και αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του Ιούδα Ισκαριώτη απασχόλησε ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες σε Δύση και Ανατολή, καθώς η απεχθής πράξη του.

Ο χρηματισμός για την παράδοση του Δασκάλου του, τον κατέστησε πρόσωπο μισητό και το όνομά του έγινε συνώνυμο της προδοσίας. Πώς λοιπόν όφειλαν να τον απεικονίσουν εκείνον που συνέδεσε το όνομά του με τη φιλαργυρία, την απιστία και στο τέλος τον απαγχονισμό; Η δημιουργική καλλιτεχνική φαντασία και η απαίτηση της Εκκλησίας, Δυτικής και Ανατολικής, να διδάξει στους πιστούς της την αντίθεση ανάμεσα στον αχάριστο μαθητή και τον Ιησού που θυσιάστηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων οδήγησαν στην παραγωγή σπουδαίων έργων Τέχνης, στα οποία απεικονίζεται κάθε βήμα της τραγικής πορείας του Ισκαριώτη: από τη δωροδοκία στο φιλί της προδοσίας και από εκεί στη μεταμέλεια και την αυτοκτονία.

Σύγχρονες Αναπαραστάσεις

Οι περισσότεροι Χριστιανοί σήμερα θεωρούν τον Ιούδα προδότη. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η λέξη «Ιούδας» είναι σε πολλές γλώσσες συνώνυμη του προδότη. Ωστόσο, ορισμένοι ερευνητές έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι ο Ιούδας ήταν ο διαπραγματευτής σε μία προσυμφωνημένη ανταλλαγή κρατουμένων, (με αφορμή την Εκδίωξη των Εμπόρων από το Ναό), ο οποίος παρέδωσε τον Ιησού στους Ρωμαίους μετά από κοινή τους συμφωνία, και ότι η κατοπινή παρουσίαση του ως «προδότη» αποτελεί στρέβλωση της ιστορίας.

Στο βιβλίο του The Passover Plot ο Βρετανός θεολόγος Hugh J. Schonfield ισχυρίζεται ότι η σταύρωση του Ιησού ήταν η ηθελημένη εκπλήρωση μιας βιβλικής προφητείας και ότι ο Ιούδας δρούσε με τον Ιησού να έχει πλήρη γνώση των πεπραγμένων του και να συναινεί στην «προδοσία» του στις αρχές. Στην ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε Ο τελευταίος πειρασμός, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, το μοναδικό κίνητρο της προδοσίας του Ιούδα ήταν να βοηθήσει τον Ιησού, ως ο κοντινότερος φίλος του, διεκπεραιώνοντας ότι δεν κατάφερε κανένας άλλος μαθητής.

Παρουσιάζει τον Ιούδα να πραγματοποιεί αυτό που του ζητήθηκε από τον Ιησού, να τον βοηθήσει δηλαδή να εκπληρώσει το πεπρωμένο του και να σταυρωθεί, κάνοντας τη σημασία του Ιούδα καταλυτική για τα μετέπειτα γεγονότα τα οποία είχαν ύψιστη σημασία για τη μετέπειτα σωτηρία του. Αυτή η εκδοχή του Ιούδα παρουσιάζεται και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν Ευαγγέλιο του Ιούδα.


Η Συμφωνία του Ιούδα με τους Αρχιερείς

Στο Ευαγγέλιό του ο Λουκάς αναφέρει ότι ο Σατανάς κατέλαβε τον Ιούδα και τον έσπρωξε να συνεργαστεί με τους Ιουδαίους Αρχιερείς για την παράδοση του Ιησού. Τη στιγμή ακριβώς της συμφωνίας ανάμεσα στους Αρχιερείς και τον Ιούδα απεικόνισε ο Duccio di Buoninsegna (1255 - 1319) σε ένα από τα διάχωρα στο πίσω μέρος του βωμού του καθεδρικού ναού της Σιένας, που απεικονίζει τη Maestà, την Παρθένο σε Δόξα. Μπροστά από μια τοξοστοιχία που επιστέφεται από διασταυρούμενους θόλους, σε εξωτερικό χώρο, οι Αρχιερείς συναντούν τον Ιούδα και του δίνουν το πουγκί με τα 30 αργύρια για να τους οδηγήσει στο Δάσκαλό του.

Ο βωμός του Καθεδρικού Ναού της Σιένας, όπως σώζεται σήμερα, απεικονίζει από τη μία όψη του την ορατή στο ποίμνιο, Παναγία Βρεφοκρατούσα σε Δόξα, ανάμεσα σε αγγέλους και αγίους, ενώ το πίσω μέρος, το οποίο αντίκριζαν μόνον οι ιερείς, αποτελείται από 26 σκηνές, πρόκειται για σκηνές από τη ζωή του Ιησού. Ο βίος και η σταδιοδρομία του Duccio, ενός από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της πρώιμης Αναγέννησης, καλύπτεται από ένα πυκνό πέπλο μυστηρίου. Σώζεται, όμως, το συμβόλαιο, το οποίο ο καλλιτέχνης υπέγραψε με τους υπευθύνους του Καθεδρικού της Σιένας και το οποίο όριζε ότι ο Duccio θα αναλάμβανε τη φιλοτέχνηση του βωμού. Έως ότου τον ολοκλήρωνε, δεν του επιτρεπόταν να ασχοληθεί με καμία άλλη παραγγελία.

Το έργο θεωρήθηκε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο περίτεχνα της εποχής του και όταν ολοκληρώθηκε, το 1311, πραγματοποιήθηκε λαμπρή λιτανεία του στους δρόμους της Σιένας. Δημιουργός ανάμεσα στη Βυζαντινή καλλιτεχνική παράδοση και τη χαραυγή των πρώτων επιτευγμάτων και ανακαλύψεων της Αναγέννησης, ο Duccio αναμφισβήτητα έβαλε τις βάσεις για την εικονογραφική εξέλιξη της Παρθένου εν Δόξη στην Ιταλική Τέχνη σχεδόν για έναν αιώνα αργότερα. Το 1506 ο βωμός απομακρύνθηκε από τη θέση του και για περίπου δύο αιώνες τα ίχνη του είχαν χαθεί έως το 1771.

Τότε το έργο χωρίστηκε στα δύο, στο μπροστινό και το πίσω τμήμα και από αυτά αποκόπηκαν με πριόνι και άλλες παραστάσεις, προκειμένου να πωληθούν σε συλλέκτες ανά τον κόσμο. Ο άγνωστος αρχαιοκάπηλος, σπρωγμένος από τη φιλαργυρία και την απληστία, όπως ο Ιούδας, σκόρπισε σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο πολλές από τις παραστάσεις που κοσμούσαν τη Maestà του Duccio, όσες βέβαια από αυτές έχουν έως σήμερα εντοπιστεί.

Ο Μυστικός Δείπνος

Οι 12 Απόστολοι κάθονται κατά μήκος του μακρόστενου τραπεζιού, γύρω από το οποίο μαζεύτηκαν για να γιορτάσουν το Πάσχα. Το τελευταίο κοινό δείπνο τους απεικονίζει στην τοιχογραφία της τραπεζαρίας της μονής Sant’ Apollonia της Φλωρεντίας ο Andrea del Castagno (περ. 1419 - 1457). Η σκηνή διαδραματίζεται μπροστά από έναν τοίχο με ορθομαρμάρωση και κάτω από μια κεραμωτή στέγη, για να δώσει την ψευδαίσθηση του πραγματικού, τρισδιάστατου σκηνικού. Οι 11 εκ των Αποστόλων, μαζί με τον Ιησού, βρίσκονται από τη μια πλευρά του τραπεζιού. Ο Ιησούς, μάλιστα, είναι καθισμένος μπροστά από ένα βαθυκόκκινο κομμάτι μαρμάρου που μοιάζει σαν λεκιασμένο από αίμα, παραπέμποντας στην επερχόμενη θυσία Του.

Όλοι οι Απόστολοι έχουν φωτοστέφανο, όλοι έχουν την πλάτη προς τον τοίχο του δωματίου, όλοι είναι με το μέρος του Ιησού. Μόνον ένας κάθεται απέναντί τους, δεν θεωρείται Άγιος και συνεπώς δεν φέρει φωτοστέφανο. Πρόκειται για τον Ιούδα, ήδη ξεκομμένο από την ομάδα των Αποστόλων, που στρέφει το χέρι προς το στήθος του διερωτώμενος: «Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε, εκείνος που θα Σε προδώσει»; Για να λάβει την απάντηση του Ιησού: «Συ είπας». Η στιγμή που απεικονίζεται στη σύνθεση του Μυστικού Δείπνου είναι γεμάτη ένταση και δυνατά συναισθήματα. Ο Ιησούς αποκαλύπτει τα μελλούμενα, οι μαθητές Του δεν μπορούν να πιστέψουν στ’ αφτιά τους, ενώ ο Ιούδας είναι ήδη απόκληρος της ομάδας των μαθητών.

Στο έργο του Castagno, ωστόσο, όλα αυτά τα συναισθήματα μένουν εκτός της ζωγραφικής επιφάνειας. Τα μουντά χρώματα και οι συγκρατημένες κινήσεις των Αποστόλων υπονοούν απλώς τη σοβαρότητα της στιγμής σε μια σύνθεση που ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες των παραγγελιοδοτών εκείνης της εποχής, του 1447 - 1449. Πενήντα μόλις χρόνια αργότερα, όμως, ένας σπουδαίος καλλιτέχνης φιλοτέχνησε ένα Μυστικό Δείπνο που έμελλε να μείνει στην Ιστορία της Τέχνης σαν ένα από τα σημαντικότερα και πιο μυστηριώδη έργα όλων των εποχών. Ο Leonardo da Vinci (1452 - 1519) ζωγράφισε το Μυστικό Δείπνο (1495 - 1498) για την τραπεζαρία του μοναστηριού της Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο.

Το έργο θεωρείται σημαντικό όχι μόνο για την πρωτοτυπία της απεικόνισης του τελευταίου δείπνου του Ιησού με τους μαθητές Του, αλλά κυρίως για την ένταση που διαπερνά ολόκληρη τη σκηνή από τη συνταρακτική αποκάλυψη του Δασκάλου. Στο άκουσμά της, μάλιστα, οι μαθητές κινούνται και χειρονομούν ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, αποκαλύπτοντας την ξεχωριστή τους προσωπικότητα και ψυχοσύνθεση. Σε αντίθεση με την εικονογραφική παράδοση του 15ου αιώνα, ο Da Vinci τοποθετεί τον Ιούδα μαζί με τους υπόλοιπους Αποστόλους στην ίδια πλευρά του τραπεζιού, τέταρτο από αριστερά. Τα πρόσωπα όλων τους είναι ευδιάκριτα, η μορφή του Ιησού είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες και λουσμένη στο φως από το παράθυρο πίσω του.

Το πρόσωπο του Ιούδα, όμως, είναι κρυμμένο στη σκιά, σκοτεινό και αγριωπό. Έκπληκτος και εκείνος από τα λόγια του Χριστού, γέρνει απότομα προς τα πίσω και με το χέρι του ρίχνει την αλατιέρα που είναι πάνω στο τραπέζι χύνοντας όλο το αλάτι. Ασφαλώς, η πτώση της αλατιέρας υπογραμμίζει τη δραματικότητα της σκηνής και τη νευρικότητα του Ιούδα στο άκουσμα των λόγων του Δασκάλου του. Η αντίληψη, ωστόσο, ότι το χύσιμο του αλατιού έφερνε γρουσουζιά ήταν διαδεδομένη στην Ευρώπη ήδη από τον Μεσαίωνα. Κατά συνέπεια η «απροσεξία» αυτή του Ιούδα υποδηλώνει ότι το μέλλον του δεν θα είναι ρόδινο.

Για εκείνον δεν θα ισχύσει η υπόσχεση της λύτρωσης από το θάνατο, την οποία θα εκπληρώσει ο Ιησούς προσφέροντας το ίδιο Του το αίμα και το σώμα. Η απόφαση του Ιούδα να προδώσει τον Χριστό, η οποία επιβεβαιώνεται από το πουγκί που σφίγγει στο δεξί του χέρι, επρόκειτο να τον οδηγήσει στην απαξίωση και την καταδίκη. Η κακή κατάσταση της τοιχογραφίας, όμως, δεν επιτρέπει την πλήρη και ολοκληρωμένη μελέτη και ερμηνεία της. Η επιλογή του Da Vinci να χρησιμοποιήσει μια διαφορετική τεχνική για τη φιλοτέχνησή της, σε ξηρό τοίχο με ένα συνδυασμό τέμπερας και λαδιού, προκάλεσε το ξεφλούδισμα της ζωγραφικής επιφάνειας ήδη λίγα χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωσή της.


Η μικρή πεσμένη αλατιέρα, λοιπόν, καθώς και πολλά ακόμη στοιχεία της σύνθεσης καλύπτονται από μια αχλύ μυστηρίου που αναγκάζει τους μελετητές και τους φιλότεχνους να επανέρχονται ξανά και ξανά προσπαθώντας να προσεγγίσουν τα μυστικά του Δείπνου αυτού. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, την παράδοση του Leonardo εξέλιξε στο δικό του Μυστικό Δείπνο (1546 - 1448) ο Jacopo Bassano (1510 - 1592). Ο Ιησούς βρίσκεται στο κέντρο της σύνθεσης, γαλήνιος, φωτισμένος από ένα διακριτικό φωτοστέφανο, με το βλέμμα στραμμένο προς το θεατή. Αντίθετα, ανάμεσα στους μαθητές Του επικρατεί αναταραχή. Οι περισσότεροι στρέφονται αναστατωμένοι ο ένας προς τον άλλον διερωτώμενοι ποιος είναι ανάμεσά τους ο προδότης.

Οι ερευνητές δεν έχουν ομόφωνα καταλήξει ποιος από τους Αποστόλους, που οι περισσότεροι από αυτούς έχουν την άξεστη όψη του ψαρά, είναι ο Ιούδας. Είναι, υποστηρίζουν κάποιοι, εκείνος που κάθεται στα δεξιά, στην εξωτερική πλευρά του τραπεζιού. Με το ένα του χέρι μοιάζει να γνέφει ερωτηματικά προς τον Χριστό, ενώ με το άλλο κρατά, πιθανώς, ένα πουγκί, εκείνο με τα τριάντα αργύρια, σύμβολο της προδοσίας αλλά και της υποκρισίας του. Ίσως, όμως, να είναι ο Απόστολος στη δεξιά γωνία του τραπεζιού εκείνος που είναι κρυμμένος πίσω από άλλες μορφές και διακρίνεται μόνο τμήμα του σκυμμένου, φαλακρού του κεφαλιού.

Απόμακρος και εσωστρεφής, ίσως είναι εκείνος που προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος, ώστε να μην αποκαλυφθεί το σχέδιο που έχει κατά νου να υλοποιήσει. Όπως πέρασε για αιώνες στην αφάνεια και ο δημιουργός του, ο Bassano, αν και το 16ο αιώνα υπήρξε και εθεωρείτο ένας από τους σπουδαιότερους Ενετούς καλλιτέχνες. Το γεγονός ότι επέλεξε να ζήσει και να εργαστεί στον τόπο καταγωγής του, το Bassano del Grappa, στα βορειοδυτικά της Βενετίας, και να διευθύνει ένα οικογενειακό εργαστήριο παραγωγής πινάκων έκανε τους ιστορικούς της Τέχνης να τον χαρακτηρίσουν «επαρχιώτη» και να τον αγνοήσουν στις μελέτες τους.

Η Προδοσία

Ο Ιούδας βρήκε την κατάλληλη στιγμή να παραδώσει τον Ιησού στα χέρια των διωκτών Του, ακριβώς μετά την προσευχή του Δασκάλου του στον κήπο της Γεθσημανή. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή απεικονίζει το Γαλλικό Γοτθικό ανάγλυφο (1264 - 1288), το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη και προέρχεται από θωράκιο που χώριζε το χορό του καθεδρικού της Amiens από τον κυρίως ναό. Στην πραγματικότητα στο έργο απεικονίζονται τρεις διαδοχικές ιστορίες: Η προδοσία του Ιούδα, η σύλληψη του Ιησού και ο Πέτρος που κόβει το αφτί του Μάλχου. Στο κέντρο της δραματικής σύνθεσης βρίσκονται ο Χριστός και ο Ιούδας.

Ο δεύτερος, μάλιστα, στέκεται με την πλάτη προς το θεατή και το πρόσωπο στραμμένο προς το Δάσκαλό του για να του δώσει το πικρό φιλί της προδοσίας. Γύρω τους επικρατούν ένταση, θυμός και βία. Ένας στρατιώτης αρπάζει βίαια τον Ιησού από το ένδυμά Του προκειμένου να Τον συλλάβει, ενώ πιο δίπλα ο εξοργισμένος Πέτρος έχει μόλις κόψει το αφτί του δούλου του Αρχιερέα και τοποθετεί το σπαθί στη θήκη του. Όμως η πρόθεση του άγνωστου καλλιτέχνη δεν είναι να αναδείξει την προδοτική πράξη του Ιούδα. Το κρυμμένο πρόσωπό του, οι άγριες φυσιογνωμίες των στρατιωτών αλλά και του Πέτρου.

Καθώς και οι βίαιες κινήσεις εκατέρωθεν του Ιησού έχουν ως μόνο στόχο τους να προβάλουν τη δική Του σπλαχνικότητα έναντι του μίσους και του θυμού που Τον περιβάλλουν. Διότι, μέσα στον κίνδυνο και την αναστάτωση, Εκείνος χαμηλώνει το βλέμμα Του με ηρεμία και αγγίζει με το χέρι Του το ακρωτηριασμένο αφτί του δούλου, επουλώνοντάς το. Η ίδια ένταση και η δραματικότητα χαρακτηρίζουν την πιο διάσημη ίσως απεικόνιση της σκηνής της Προδοσίας του Ιησού από το μαθητή Του, Ιούδα. Πρόκειται για μία από τις σκηνές της ζωής του Χριστού (1304 - 1306) που κοσμούν το παρεκκλήσιο των Scrovegni στην Padua της Ιταλίας, δημιούργημα του Giotto di Bondone (περ. 1266 - 1337).

Στο κέντρο της τοιχογραφίας βρίσκονται οι δύο πρωταγωνιστές: Ο Ιούδας που αγκαλιάζει και καλύπτει με το κίτρινο ένδυμά του τον Χριστό. Γύρω τους ένα πλήθος από στρατιώτες με δόρατα και πυρσούς, αριστερά ο Πέτρος που κόβει το αφτί του Μάλχου και δεξιά ο Καϊάφας, ο οποίος υποδεικνύει τον Ιησού στους διώκτες Του. Η σύνθεση του Giotto, όμως, επικεντρώνεται στα δύο βασικά πρόσωπα και τη συναισθηματική φόρτιση ανάμεσά τους. Ο Ιούδας καρφώνει τα μάτια του στο πρόσωπο του Ιησού καθώς Τον αγκαλιάζει και Τον φιλά, ο Δάσκαλός του, ωστόσο, τον αντικρίζει με ένα ατρόμητο βλέμμα, που δεν μαρτυρά ούτε απέχθεια ούτε αδιαφορία για τον προδότη Του. Μόνο ταπεινότητα και συμπόνια.

Στην εικονογραφία της Ανατολής τη στιγμή της προδοσίας ο Ιούδας έρχεται ορμητικός προς τον Ιησού από τα αριστερά της σύνθεσης. Συνήθως ο Χριστός συνοδεύεται από Αποστόλους, ενώ οι Ιουδαίοι που ετοιμάζονται να Τον συλλάβουν κρατούν πυρσούς, ξίφη και ρόπαλα. Παρά την υπερβατικότητα και την ηρεμία που συνήθως χαρακτηρίζουν τις εικόνες της Βυζαντινής Τέχνης, η σκηνή της προδοσίας πάλλεται από ένταση και βία, όπως και στη δυτική εικονογραφία. Η αναστάτωση αυτή είναι εμφανής και στο έργο του Θεοφάνη Στρελίτζα (τέλη 15ου αιώνα - 1545), ένα τμήμα επιστυλίου τέμπλου που περιλαμβάνει τρεις σκηνές από το Πάθος του Χριστού.

Με ορμή, όπως φανερώνει το κυματιστό ρούχο του, έρχεται ο Ιούδας και δίνει στον Δάσκαλό του το φιλί της προδοσίας κοιτάζοντάς Τον στα μάτια. Οι υπηρέτες των Αρχιερέων και των Φαρισαίων ετοιμάζονται για τη σύλληψη κρατώντας ξίφη, ρόπαλα και πυρσούς, ενώ στο κάτω δεξιά μέρος της σύνθεσης απεικονίζεται ο Πέτρος στο βίαιο ξέσπασμά του. Ο ζωγράφος Θεοφάνης Στρελίτζας καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης, μόνασε στα Μετέωρα και το Άγιον Όρος και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Κρητικής Τέχνης, όπως αυτή καλλιεργήθηκε στο νησί τον καιρό της Ενετικής κυριαρχίας.

Η ζωγραφική του είναι υψηλής ποιότητας, με κεντρικό της άξονα την ανθρώπινη μορφή, το φροντισμένο φυσικό περιβάλλον και την κλασικότητα των μορφών στην απόδοση του σώματος, αλλά και της έκφρασης. Πράγματι, η κομβική μορφή του Ιησού τραβά πάνω της το βλέμμα του θεατή με τη στιβαρότητα και την ηρεμία της, μέσα στη δίνη των κινήσεων και των συναισθημάτων που Τον περιβάλλουν. Με εγκαρτέρηση δέχεται τον ασπασμό του Ιούδα, με το ένα Του χέρι κρατά τυλιγμένο ειλητάριο, ενώ με το άλλο ευλογεί. Η ίδια σιωπηλή εγκαρτέρηση παρατηρείται και στο έργο ''Η σύλληψη του Ιησού'' (1602) του Caravaggio (1571 - 1610).


Αν και οι μορφές της σύνθεσης είναι μόλις επτά, εντούτοις καταφέρνουν να αποδώσουν με εξαιρετική θεατρικότητα και δραματικότητα τη στιγμή της προδοσίας. Ο Ιούδας αρπάζει τον Δάσκαλό του από τους ώμους και Τον φιλά στο μάγουλο, ενώ ακολουθείται από τρεις στρατιώτες έτοιμους να Τον συλλάβουν, ενώ ένας από τους Αποστόλους, πίσω από τη μορφή του Χριστού, απομακρύνεται από τη σκηνή βγάζοντας μια σπαρακτική κραυγή, όπως φανερώνει η δραματική σύσπαση του προσώπου του. Ο Caravaggio καταφέρνει με τον έντονο σκιοφωτισμό, τη σωματικότητα και την εκφραστικότητα των μορφών να απεικονίσει μια έντονα συναισθηματική σκηνή.

Σύμφωνα με μελέτες, ο Caravaggio χρησιμοποίησε πραγματικά μοντέλα για να αποδώσει τις μορφές των έργων του. Ο άνδρας, μάλιστα, που χρησιμοποίησε για να απεικονίσει τον Ιούδα εμφανίζεται σε αυτόν τον πίνακα για πρώτη φορά στη ζωγραφική του. Ήταν, πράγματι, ιδανική η άγρια μορφή του για το ρόλο που επιλέχθηκε και ο ζωγράφος την αποτύπωσε με εξαιρετική ακρίβεια, χωρίς υπερβολές. Η εκφραστικότητα του προσώπου του Ιησού, ωστόσο, συνιστά κορυφαίο σημείο στη δημιουργία του Caravaggio.

Και τούτο διότι είναι πράγματι απορίας άξιον πώς ένας τόσο δυναμικός, άξεστος, επιθετικός και βίαιος άνδρας, όπως ήταν ο ζωγράφος, κατόρθωσε να κατανοήσει και να αποδώσει τη σιωπηλή καρτερικότητα του Ιησού, την ηρεμία των χαμηλωμένων ματιών Του, το σώμα Του που υποχωρεί ενώ δέχεται τη βία των διωκτών Του και το φιλί της προδοσίας. Και είναι επίσης αξιοθαύμαστο πώς αποδίδει τα χέρια Του, ενωμένα σε μια κίνηση πίστης και προσευχής.

Η Μετάνοια του Ιούδα

Στην εξέλιξη της ιστορίας, όμως, συνέβη μια μεγάλη ανατροπή. Ο Ιούδας, διαπιστώνοντας ότι ο Ιησούς καταδικάστηκε σε θάνατο, μετανόησε και, καταβεβλημένος από τις τύψεις για την πράξη του, έσπευσε πίσω στο ναό για να επιστρέψει τα αργύρια στους Αρχιερείς και να δηλώσει την αθωότητα του Δασκάλου του. Εκείνοι, όμως, τον έδιωξαν. Η στιγμή της περιφρόνησης του προδότη, ακόμη και από εκείνους που εκμεταλλεύτηκαν την πράξη του, απεικονίζεται στο Τετραευαγγέλιο του Rossano της Καλαβρίας (6ος αιώνας), εικονογραφημένο χειρόγραφο σε πορφυρή περγαμηνή και με ασημένια γράμματα, ένα από τα σπάνια αντίστοιχα παραδείγματα.

Στο κάτω μέρος της ολοσέλιδης μικρογραφίας, ο Ιούδας επιστρέφει τα αργύρια, ενώ οι Ιουδαίοι, κάτω από ένα κιβώριο που συμβολίζει το ναό, αρνούνται να τα δεχτούν καθώς προκάλεσαν το θάνατο ενός ανθρώπου. Η σαφήνεια της σκηνής ήταν η βασική επιδίωξη του άγνωστου ζωγράφου των μικρογραφιών. Οι αναγνώστες έπρεπε να αντιληφθούν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το περιεχόμενο των σκηνών που κοσμούσαν τις περγαμηνές του βιβλίου. Γι’ αυτόν το λόγο αποφάσισε να τοποθετήσει τον έναν Αρχιερέα μπροστά από τον ένα κίονα του κιβωρίου, ώστε η κίνηση της απόρριψης να είναι ευδιάκριτη.

Η λιτή αφηγηματικότητα και η σαφής ιστόρηση των γεγονότων της ζωής του Χριστού χαρακτηρίζουν και τα ψηφιδωτά του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου στη Ραβέννα, φιλοτεχνημένα την περίοδο της βασιλείας του Γότθου Θεοδώριχου (454 - 526 μ.Χ.). Στους τοίχους του ναού ιστορείται η ζωή του Χριστού, η παλαιότερη απεικόνιση του Χριστολογικού κύκλου στη μνημειακή Τέχνη, αλλά και ένα από τα σπάνια δείγματα της Τέχνης των Αρείων Χριστιανών, αίρεση στην οποία ανήκε ο Θεοδώριχος. Στο νότιο τοίχο του ναού, ανάμεσα στα διαδοχικά επεισόδια της ζωής του Χριστού, απεικονίζεται και η Μετάνοια του Ιούδα. Πάνω σε χρυσό βάθος, ο Ιούδας πλησιάζει το μικρό οικοδόμημα από το οποίο βγαίνουν οι Αρχιερείς και τους δίνει πίσω τα 30 αργύρια.

Με τα αρχαιοπρεπή ενδύματά τους, τόσο ο Ιούδας όσο και οι Ιουδαίοι θυμίζουν αγάλματα της ύστερης αρχαιότητας, με την ακινησία και τη μνημειακότητά τους. Η αδράνεια αυτή των Αρχιερέων, όμως, δεν αποτελεί καλλιτεχνικό τέχνασμα, για να παρουσιαστεί πιο μεγαλόπρεπο και στιβαρό το ανάστημά τους. Δηλώνει με σαφήνεια στον πιστό που ατενίζει το ψηφιδωτό ότι απορρίπτουν την προσφορά του Ιούδα. Δεν είναι, όμως, εξίσου σαφή και ξεκάθαρα όλα τα έργα που απεικονίζουν, ή πιστεύεται ότι απεικονίζουν, τη Μετάνοια του Ιούδα. Το έργο που τιτλοφορείται ''Η Μαστίγωση του Χριστού'' φιλοτεχνήθηκε μεταξύ του 1465-79 από τον Piero della Francesca (1415 - 1492).

Το αριστερό τμήμα της σύνθεσης είναι το πιο ευανάγνωστο. Κάτω από μια αρχαιοπρεπή στοά, σε ένα στύλο που επιστέφεται από το άγαλμα του Θεού Ήλιου είναι δεμένος ο Ιησούς, τον οποίο μαστιγώνουν δύο στρατιώτες. Στα αριστερά, καθισμένος σε ένα θρόνο, ο Πιλάτος παρακολουθεί το βασανιστήριό Του, ενώ άλλη μία άγνωστη μορφή, με την πλάτη γυρισμένη στο θεατή, παρακολουθεί τη σκηνή. Στα δεξιά, ωστόσο, τρεις άνδρες, απομακρυσμένοι από τους βασανιστές του Ιησού, συνομιλούν μεταξύ τους. Ο ένας φορά ανατολίτικο κεφαλόδεσμο, ο δεύτερος, ξανθός και νέος, έχει τα πόδια του γυμνά και μια στάση αρχαιοελληνικού γλυπτού, ενώ ο ηλικιωμένος τρίτος άνδρας είναι ντυμένος με ένα πολυτελές μεταξωτό ένδυμα.

Ποιοι είναι αυτοί οι άνδρες, λοιπόν, που στέκονται αμέτοχοι στη Μαστίγωση του Χριστού; Πολλοί μελετητές έχουν καταθέσει τις απόψεις τους σχετικά με την ταυτότητά τους. Άλλοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για τον Δούκα του Urbino και τους συμβούλους του που σχεδίασαν τη δολοφονία του. Σύμφωνα με άλλους, πρόκειται για μια αλληγορική απεικόνιση του Οθωμανικού κινδύνου που, μετά την Κωνσταντινούπολη, πλησίαζε και την υπόλοιπη Χριστιανική Ευρώπη. Διατυπώθηκε και η άποψη, όμως, ότι ο άνδρας με το μούσι και το ανατολίτικο καπέλο είναι ο Ιούδας, ο οποίος επιστρέφει τα 30 αργύρια στους Αρχιερείς. Ενώ ο Ιησούς μαστιγώνεται πριν από τη Σταύρωση, εκείνος μετανιωμένος σπεύδει να δηλώσει τη μετάνοιά του και την αθωότητα του Δασκάλου του.

Οι Ιουδαίοι, όμως, τον αγνοούν. Γι’ αυτό τα βλέμματα των τριών ανδρών δεν διασταυρώνονται. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική περίπτωση έργου που, πιθανώς, απεικονίζει τον Ιούδα, στο οποίο το μυστήριο δεν είναι ο ίδιος ο μαθητής του Χριστού και η προδοτική πράξη του αλλά ολόκληρη η σύνθεση. Οι απεικονίσεις του Ιούδα, όμως, το 17ο αιώνα στην Ευρωπαϊκή θρησκευτική Τέχνη ήταν εξαιρετικά σπάνιες. Κι αυτό διότι η προσωπικότητα και η πράξη του θεωρούνταν απολύτως καταδικαστέες. Ο Rembrandt (1606 - 1669), ωστόσο, αποφάσισε να φιλοτεχνήσει ένα έργο με θέμα τον Μετανοημένο Ιούδα που επιστρέφει τα αργύρια, το οποίο, μάλιστα, υπήρξε ιδιαιτέρως σημαντικό για την εξέλιξη της καριέρας του.


Ο καλλιτέχνης απεικονίζει τη στιγμή, όταν ο Ιούδας επιστρέφει μετανοημένος τα 30 αργύρια στους Αρχιερείς. Ο έντονος σκιοφωτισμός τονίζει τη βασανιστική αγωνία και την αξιοθρήνητη κατάσταση του μετανοημένου μαθητή με το σκυμμένο κεφάλι και τα ξεσκισμένα ρούχα. Μπροστά του, όμως, οι πολυτελώς ενδεδυμένοι Αρχιερείς αρνούνται με αποτροπιασμό τα νομίσματα που έχουν πέσει στο έδαφος, τον κοιτούν με έκπληξη, ενώ ένας από αυτούς πραγματοποιεί μια κίνηση απόλυτης απόρριψης. Η απεικόνιση αυτής της σπάνιας, για τα δεδομένα της εποχής, βιβλικής σκηνής με την τόλμη και την πρωτοτυπία της κέρδισε το ενδιαφέρον των φιλότεχνων και οδήγησε τον Rembrandt, λίγα χρόνια αργότερα, από την πατρίδα του το Leyden στο Amsterdam.

Ο Απαγχονισμός του Ιούδα

Στο εικονογραφημένο χειρόγραφο του Rossano, δίπλα από τη Μετάνοια του Ιούδα απεικονίζεται ο Απαγχονισμός του. Σε ένα ακόμη παλαιότερο του Τετραευαγγελίου έργο Τέχνης, ένα τμήμα ελεφαντοστέινης πυξίδας του 420 - 430, δίπλα στη Σταύρωση του Χριστού παρουσιάζεται ο Απαγχονισμός του Ιούδα. Το άψυχο σώμα του κρέμεται άκαμπτο από τα κλαδιά του δέντρου, ενώ τα αργύρια έχουν πέσει στο έδαφος, υπενθυμίζοντας την προδοτική του πράξη. Δίπλα του, ο Εσταυρωμένος, ίσως η παλαιότερη απεικόνισή Του στη Χριστιανική Τέχνη, μοιάζει ρωμαλέος και ακόμη ζωντανός, όπως κοιτάζει το θεατή, θριαμβευτής επί του θανάτου.

Η αυτοκτονία δεν είναι αποδεκτή από τη Χριστιανική θρησκεία, καθώς αποτελεί ένα αμάρτημα που εναντιώνεται στο θέλημα του Θεού. Στην περίπτωση του Ιούδα, μάλιστα, η αυτοκτονία ήταν μια πράξη απελπισίας, η οποία επίσης αντιβαίνει στην ελπίδα και την πίστη, που πρεσβεύει ο Χριστιανισμός. Κατά συνέπεια, κάθε ενέργεια του Ιούδα, ο χρηματισμός, η προδοσία, αλλά και η αυτοκτονία υπήρξαν αντίθετες προς τον Θεό, δήλωναν την άρνησή Του και αποτέλεσαν σύμβολα και συνώνυμα της αίρεσης. Όμως το κοινό δεν έπαυε να επιθυμεί να δει την παραδειγματική τιμωρία του Ιούδα και την τελική απαξίωσή του.

Τον Απαγχονισμό του, μέσα στο πλαίσιο μιας ιδιαιτέρως φροντισμένης εικονογραφικής παρουσίασης της ζωής του Ιησού, απεικόνισε και ο πολύ αγαπητός και γνωστός ζωγράφος της Belle Époque, James Tissot (1836 - 1902). Έπειτα από μια λαμπρή καριέρα στο Λονδίνο, όπου διακρίθηκε για τις απεικονίσεις ανδρών, αλλά κυρίως γυναικών, ντυμένων με τα ρούχα της εποχής, ο Tissot επέστρεψε το 1882 στο Παρίσι. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, ενώ σχεδίαζε μέσα στο ναό του Αγίου Σουλπικίου είδε ένα όραμα: ''Τον αιμόφυρτο Χριστό να περιθάλπει φτωχά παιδιά''. Έπειτα από αυτή του την εμπειρία, ο ζωγράφος αναθέρμανε την πίστη του στον Καθολικισμό και αφιέρωσε την Τέχνη του στην απεικόνιση της ζωής του Χριστού.

Ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στη Συρία και το Πακιστάν κρατώντας ζωγραφικές σημειώσεις από αρχιτεκτονήματα, ενδύματα και πρόσωπα για να ανασυνθέσει τις σκηνές και να αναπαραστήσει τους πρωταγωνιστές των επεισοδίων της ζωής του Θεανθρώπου. Στον Απαγχονισμό του Ιούδα το σώμα του άνδρα κρέμεται άψυχο, αποτρόπαιο, με το ένδυμα να το καλύπτει σαν σάκος και τα κοράκια να το πλησιάζουν. Η τιμωρία του προδότη απεικονισμένη σε όλη της τη φρίκη μαζί με τα υπόλοιπα έργα της σειράς παρουσιάστηκαν στο επίσημο Salon του Παρισιού το 1894 και κέρδισαν το θαυμασμό του φιλότεχνου κοινού.

Η μορφή του Ιούδα προβλημάτισε ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες, καθώς οι διαδοχικές κακές, ανέντιμές του πράξεις τον κατέστησαν πρόσωπο απεχθές. Στις διάφορες συνθέσεις αναδεικνύεται η εγκληματικότητα των πράξεών του, η μορφή του, όμως, διαδραματίζει ρόλο συμπληρωματικό, με στόχο κυρίως να αναδείξει όλα όσα ο Δάσκαλός του ενσαρκώνει: την πίστη, το θάρρος, την αυτοθυσία, την αγάπη. Να απεικονίσουν το πορτρέτο του οι καλλιτέχνες σπάνια το επέλεξαν. Ο Tissot φιλοτέχνησε τη μορφή του σύμφωνα με τα προσχέδια πορτρέτων ιθαγενών που πραγματοποίησε στα ταξίδια του στη Μέση Ανατολή. Ο Ιούδας του είναι ένας αποστεωμένος, αγριωπός άνδρας του οποίου η ασχήμια αντανακλά τον κακό του χαρακτήρα.

Κάποιοι καλλιτέχνες, ωστόσο, έπραξαν διαφορετικά. Στο Μουσείο του Prado στη Μαδρίτη βρίσκονται σήμερα οι προσωπογραφίες των 12 Αποστόλων φιλοτεχνημένες το 1611 από τον Peter Paul Rubens (1577 - 1640). Πρόκειται για μεγάλες, δυναμικές μορφές, αποδοσμένες με έντονη σωματικότητα και σκιοφωτισμό, σύμφωνα με το πρώιμο ύφος του δημιουργού τους. Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνεται ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος διακρίνεται από το ξίφος και την Αγία Γραφή που κρατά, σύμβολα της μάχης του για τη διάδοση της πίστης. Ο Rubens αντικατέστησε τον Ιούδα με τον Παύλο στην ομάδα των Αποστόλων. Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη εκδίκηση ενός καλλιτέχνη για τις πράξεις του Ιούδα: να τον αποδιώξει από τις δημιουργίες του.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ 

Σύμφωνα με μεσαιωνικά αντίγραφα του Ευαγγελίου του Βαρνάβα, σταυρώθηκε ο Ιούδας και όχι ο Ιησούς. Η μορφή του Ιούδα άλλαξε κι έμοιαζε με τον Ιησού, όταν τον συνέλαβαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, ο Ιησούς είχε ήδη αναληφθεί. Η μεταμόρφωση αυτή ήταν τόσο πειστική, που ο λαός, οι ακόλουθοι του Χριστού, ακόμα και η μητέρα του, Μαρία, πίστευαν ότι αυτός που συνελήφθη και σταυρώθηκε ήταν ο ίδιος ο Ιησούς.

Το Ευαγγέλιο αναφέρει στη συνέχεια ότι τρεις μέρες μετά την ταφή, το σώμα του Ιούδα εκλάπη από τον τάφο και διαδόθηκαν φήμες για την ανάσταση του Ιησού. Όταν εκείνος έμαθε στον ουρανό για τα συμβάντα, προσευχήθηκε στο Θεό να σταλθεί πίσω στη Γη κι έτσι επέστρεψε στους μαθητές του, τη μητέρα του και τους ακολούθους του, τους διηγήθηκε τα αληθινά γεγονότα και ανελήφθη ξανά στους ουρανούς, για να γυρίσει στο τέλος των ημερών.

ΙΟΥΔΑΣ ''Ο ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΣ'' ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Γενικά

Ο Ιούδας αποτελεί το αρχέτυπο του προδότη στη δυτική κουλτούρα, με συμμετοχή σε όλες τις αναπαραστάσεις του θείου δράματος. Στη Θεία Κώμωδία του Δάντη βρίσκεται στον 9ο και χαμηλότερο κύκλο της κόλασης και αποτελεί έναν από τους τρεις καταδικασμένους που είναι τόσο κολασμένοι ώστε καταδικάστηκαν να μασιούνται αιώνια στο στόμα του τρικέφαλου Σατανά. (Οι άλλοι είναι ο Βρούτος και ο Κάσσιος, που συνωμότησαν εναντίον του Ιούλιου Καίσαρα και τελικά τον δολοφόνησαν).

  • Ο Ιούδας αποτελεί το θέμα μίας από τις παλαιότερες σωζόμενες Αγγλικές μπαλάντες, που χρονολογείται το δέκατο τρίτο αιώνα, στην οποία η ενοχή για την προδοσία του Ιησού αποδίδεται στην αδερφή του.
  • To ορατόριο του Έντουαρντ Έλγκαρ, «Οι απόστολοι», παρουσιάζει τον Ιούδα να θέλει να αναγκάσει τον Ιησού να διακηρύξει τη Θεότητά του και να ιδρύσει το Βασίλειο Tου στη γη. Τελικά ενδίδει στο αμάρτημα της απόγνωσης.
  • Στο μυθιστόρημα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα», ο Ιούδας πληρώνεται από τον αρχιερέα της Ιουδαίας για να καταθέσει ενάντια στον Ιησού, που προκαλούσε προβλήματα στο λαό της Ιερουσαλήμ. Μετά τη σταύρωση, ο Πόντιος Πιλάτος νιώθει τύψεις και ξεσπά στον Ιούδα, διατάζοντας τη θανάτωση Tου.
  • Στο διήγημα του Τζωρτζ Ρ.Ρ. Μάρτιν «Η Οδός του Σταυρού και του Δράκου», μία σέκτα με την ονομασία «Τάγμα του Αγίου Ιούδα του Ισκαριώτη» προωθεί ένα ευαγγέλιο του «Αγίου Ιούδα» το οποίο διαφέρει αρκετά από τη διήγηση της Καινής Διαθήκης.
  • Το μυθιστόρημα του Μάικλ Μούρκοκ «Ιδού ο άνθρωπος» παρέχει μία διαφορετική, περισσότερο ανθρώπινη παρουσίαση του Ιούδα. Στο βιβλίο, ο Καρλ Γκλογκάουερ, ο ταξιδιώτης από τον εικοστό αιώνα που παίρνει τη θέση του Ιησού, ζητά από ένα διστακτικό Ιούδα να τον προδώσει προκειμένου να εκπληρωθεί η προφητεία για τη σταύρωση.
  • Ο θεατρικός συγγραφέας Στίβεν Αντλι Γκίργκις στο θεατρικό του με τίτλο «Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα Ισκαριώτη» (2004) φαντάζεται τι θα γινόταν αν η υπόθεση του Ιούδα εξεταζόταν από ένα μεταθανάτιο δικαστήριο.
  • Ο Ιούδας είναι ένας από τους πρωταγωνιστές στη ροκ όπερα Ιησούς Χριστός Σουπερστάρ, στην οποία απεικονίζεται να έχει τη λανθασμένη εντύπωση για το κίνημα του Ιησού. Σε αυτή την εκδοχή, το κίνητρο του Ιούδα είναι ο φόβος του για το τι θα έκαναν οι Ρωμαίοι στους Ιουδαίους αν ο Ιησούς δε σταματούσε το έργο του. Ο Ιούδας παρουσιάζεται σαν ένας ανθρωπιστής που ενδιαφέρεται περισσότερο να χορτάσει την πείνα των φτωχών παρά να σώσει τις ψυχές τους.
  • Στο τραγούδι του «Με το θεό στο πλευρό μας», ο Μπομπ Ντίλαν τραγουδά: «Σκεφτόμουν το εξής. Ότι ο Ιησούς Χριστός προδόθηκε με ένα φιλί. Αλλά δε μπορώ να σκεφτώ για εσάς. Πρέπει μόνοι σας να αποφασίσετε, ένα ήταν ο Θεός στο πλευρό του Ιούδα».
  • Επίσης, στη μουσική σκηνή πολλοί ξένοι καλλιτέχνες έχουν βγάλει μουσικά κομμάτια με το όνομα "Judas" (Ιούδας), μεταξύ τον οποίων και η Αμερικανίδα καλλιτέχνης Lady Gaga. Μάλιστα υπάρχει και σχετικό χέβι μέταλ συγκρότημα, με το όνομα "Judas Priest".
Ο Ιούδας και η Προδοσία του στην Αγία Γραφή και την Υμνογραφία

Στους ορθόδοξους ύμνους της Μεγάλης Τετάρτης, ο Ιούδας αντιπαραβάλλεται με τη γυναίκα που έλουσε με ακριβό μύρο τον Ιησού κι έπλυνε τα πόδια του με τα δάκρυά της. Σύμφωνα με το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ο Ιούδας ενοχλήθηκε από αυτή την εμφανή σπατάλη, προβάλλοντας ότι τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να είχαν δοθεί στους φτωχούς. Μετά από αυτό, ο Ιούδας πήγε στους αρχιερείς και προσφέρθηκε να προδώσει τον Ιησού με αντίτιμο τα τριάντα αργύρια. Οι ύμνοι της Μεγάλης Τετάρτης συγκρίνουν τις δυο αυτές μορφές, ενθαρρύνοντας τους πιστούς να αποφύγουν το παράδειγμα του "έκπτωτου" μαθητή και να μιμηθούν το παράδειγμα της γυναίκας, που ζητούσε εξιλέωση.

Η προδοσία του Ιούδα μνημονεύεται επίσης και στην προσευχή κατά τη Θεία Ευχαριστία: ''Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι''.

Η ποίηση της υμνογραφίας, η υψηλότερη πραγμάτωση της ποιητικής έκφρασης του ανθρώπου, συναιρεί τις λέξεις και τα πράγματα μ’ έναν τρόπο οντολογικό σε τέτοια ενδελέχεια μορφών, ώστε να μπορούμε να μιλάμε κυριολεκτικώς για την απόλυτη ταύτιση - στα όρια της ποιητικής γλώσσας, των λέξεων και των βιωμάτων. Η εκκλησιαστική υμνογραφική ποίηση, η οποία διασώζει το βίωμα του εκκλησιαστικού σώματος μέσα από τη θαυμαστή ένταση των ποιητικών μορφών, αποτέλεσε και αποτελεί εις το διηνεκές την πληρέστερη διατύπωση της θεολογικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Θα θυμίσουμε εδώ την ποσώς υπερβολική διατύπωση του χαρακτηρισμού του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη:

''Η εκκλησιαστική υμνογραφία είναι «τα τραγούδια του Θεού» και «η μουσική των αγγέλων». Για την Εκκλησία η ποίηση και τα τραγούδια της δεν είναι ανθρώπινα επιτεύγματα. Είναι Θεανθρώπινη σάρκωση της ζωής της, όπως κάθε έκφραση λειτουργικής Τέχνης. Προϋποτίθεται η ζείδωρη αύρα του Αγίου Πνεύματος, η οποία, ως δωρεά άνωθεν, διαβρέχει και εξαγιάζει το τάλαντο του ποιητή''. Έτσι, η ποιητική τέχνη της υμνογραφίας γίνεται λειτουργική έκφραση, δηλαδή έκφραση του έργου του λαού και της πίστης του λαϊκού εκκλησιαστικού σώματος. Η πλουσιότερη εκδοχή αγιοπνευματικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην υμνογραφία, είναι αυτή της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος.

Κατά το εσπέρας της Μεγάλης Τετάρτης, μετά το Μηνολόγιο, δηλαδή την αναφορά στους Αγίους που η Εκκλησία τιμά εκείνη τη μέρα, και μετά την έκτη ωδή του Κανόνος, αναγινώσκεται από τους ψάλτες το υπόμνημα του Τριωδίου: «Τῆ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτά- ζειν, τὸν ἱερὸν Νιπτήρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν, καὶ τὴν Προδοσίαν αὐτήν».

Στην εφημερίδα «Εφημερίς» στο διάστημα από 6 έως 12 Απριλίου του 1881, με την επιγραφή «Π», ο Παπαδιαμάντης δημοσιεύει μία ενότητα επτά κειμένων υπό το γενικό τίτλο «Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς». Αναφερόμενος στα Μυστήρια που εορτάζονται τη Μεγάλη Τετάρτη γράφει επιμένοντας στην προδοσία ένεκα φιλαργυρίας: «''Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου. Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν''. Αὗταί εἰσιν αἱ λέξεις δι’ ὧν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς συνέστησε τὴν Πέμπτην τὸ Μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας. Παράδειγμα δὲ μεγίστης ταπεινώσεως ἀφῆκεν ἡμῖν πρὸ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου νίψας τοὺς πόδας τῶν Μαθητῶν ὅλων, καὶ αὐτοῦ τοῦ Προδότου.


Μετὰ τὸν Δεῖπνον ἔρχεται εἰς Γεθσημανῆ, καὶ κατ’ ἰδίαν παραλαβὼν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην ἤρχισε λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν· «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» λέγει μὲ πόνον. Ἀπομακρύνεται ὀλίγον, γονυπετεῖ καὶ ἡ ἀγωνία του αὐξάνει καὶ ἱδρὼς τὸ πρόσωπόν του περιρρέει· πίπτει κατὰ πρόσωπον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ προσεύχεται. "Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον". Ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως νικᾷ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐπανέρχεται καὶ εὑρίσκει κοιμωμένους τοὺς Μαθητάς· μετὰ πραότητος ἐλέγχει αὐτούς: "Σεῖς οἱ καυχώμενοι ὅτι εἶσθε ἕτοιμοι καὶ νὰ ἀπο- θάνετε χάριν ἐμοῦ, οὐδ’ ἐπὶ μίαν ὥραν ἰσχύσατε νὰ ἀγρυπνήσητε;".

Ἀλλ’ ἰδοὺ ἔφθασεν ὁ Προδότης, ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, ὁ μαθητὴς καὶ ἐπίβουλος, ὁ φίλος καὶ διάβολος· ἀπέδωκεν ἀσπασμόν, παρέδωκε τὸν Χριστόν· καὶ ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν οὗτος ἠκολούθει. Δεδεμένος φέρεται εἰς τὸν ἀρχιερέα Ἄνναν. Ἐνταῦθα μετ’ ὀλίγον ἐρωτῶσι τὸν Πέτρον περὶ Ἐκείνου. Τρὶς οὗτος τὸν ἀρνεῖται! Μετανοεῖ ὅμως καὶ κλαίει. Ἀπὸ τοῦ Ἄννα φέρεται ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς τὸν Καϊάφαν, ὅπου ἀνακρίνεται καὶ περιφρονεῖται. Τέσσαρα λοιπὸν ἑορτάζομεν τὴν αὔριον Πέμπτην, ἧς ὁ Ὄρθρος ἀπόψε ψάλλεται· Νιπτῆρα, Μ. Δεῖπνον, Προσευχὴν καὶ Προδοσίαν. Ἀντὶ τοῦ "Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται" ἀπόψε καὶ αὔριον ψάλλεται τὸ ἑξῆς εἰς ἦχον σοβαρόν.

''Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταὶ ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο'' κ.λπ. Ὁ Κανὼν εἶναι ἔργον τοῦ ἐπιφανοῦς ὑμνογράφου Κοσμᾶ τοῦ μοναχοῦ, περιέχων ὑψηλὰς δογματικὰς ἐννοίας, περιστρε- φομένας ἰδίως εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας. Τὴν πρωίαν τῆς αὔριον μετὰ τοῦ ἑσπερινοῦ συνάπτεται ἡ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου· τὸ δὲ ἐκ τοῦ Ματθαίου μακρὸν Εὐαγγέλιον περιέχει τὰ συμβάντα ἀπὸ τοῦ Μ. Δείπνου μέχρι τῆς παραδόσεως τοῦ Ἰησοῦ. Κοινωνοῦντες οἱ χριστια- νοὶ ὀφείλουσι νὰ προσεύχωνται:

"Τοῦ Δείπνου σου τοῦ Μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε. Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημα σοὶ δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι, Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου". Ἄριστα διαγράφουσι τὰ ἄνω γεγονότα τὰ ἑξῆς τροπάρια ψαλλόμενα ἀπό- ψε: Μυσταγωγῶν σου, Κύριε, τοὺς μαθητάς, ἐδίδασκες λέγων· ὦ φίλοι, ὁρᾶτε, μηδεὶς ὑμᾶς χωρίσῃ μου φόβος· εἰ γὰρ πάσχω, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ κόσμου.

Μὴ οὖν σκανδαλίζεσθε ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἦλθον δι- ακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχήν μου λύτρον ὑπὲρ τοῦ κόσμου· εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐμὲ μιμεῖσθε· ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω ἔσχατος· ὁ δεσπότης ὡς ὁ διάκονος· μείνατε ἐν ἐμοί, ἵνα βότρυν φέρητε. Ὁ τρόπος σου δολιότητος γέμει, παράνομε Ἰούδα· νοσῶν γὰρ φιλαργυρίαν, ἐκέρδησας μισανθρωπίαν. Εἰ γὰρ πλοῦτον ἠγάπας, τί τῷ περὶ πτωχείας διδάσκοντι ἐφοίτας; εἰ δὲ καὶ ἐφίλεις, ἵνα τί ἐπώλεις τὸν Ἀτίμητον προδιδοὺς εἰς μιαιοφονίαν; Φρῖξον, ἥλιε, στέναξον ἡ γῆ καὶ κλονουμένη βόησον:

Ἀνεξίκακε Κύριε, δόξα σοι. Ὃν ἐκήρυξεν ἀμνὸν Ἡσαΐας, ἔρχεται ἐπὶ σφαγὴν ἑκούσιον, καὶ τὸν νῶτον δίδωσιν εἰς μάστιγας, τὰς σιαγόνας εἰς ῥα- πίσματα, τὸ δὲ πρόσωπον οὐκ ἀπεστράφη ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων· θα- νάτῳ δὲ ἀσχήμονι καταδικάζεται· πάντα ὁ Ἀναμάρτητος ἑκουσίως καταδέχεται, ἵνα πᾶσι δωρήσηται τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν».

Την ανάλυση και την αναφορά του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη στη λειτουργική τάξη και την υμνογραφική πανδαισία της Αγίας και Μεγάλης Πέμπτης συμπυκνώνουν οι στίχοι για τις τέσσερις φρικτές στιγμές του Αγίου Πάθους που εορτάζονται τη Μεγάλη Πέμπτη, της οποίας ο όρθρος ψάλλεται το εσπέρας της Μεγάλης Τετάρτης: «Νίπτει Μαθητών εσπέρας Θεός πόδας, Ου πους πατών ην εις Εδέμ δείλης πάλαι». Εις τον Μυστικόν Δείπνον: «Διπλούς ο Δείπνος· πάσχα γαρ νόμου φέρει Και πάσχα καινόν, Αίμα, Σώμα Δεσπότου». Εις την υπερφυά Προσευχήν: «Προσεύχη· και φόβητρα, θρόμβοι αιμάτων, Χριστέ, προσώπου· παραιτούμενος δήθεν Θάνατον, εχθρόν εν τούτοις φενακίζων». Εις την Προδοσίαν:

«Τι δει μαχαιρών, τι ξύλων, λαοπλάνοι, Προς τον θανείν πρόθυμον εις κόσμου λύτρον;». «Τη αφάτω σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν». Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ποίηση της υμνογραφίας αναβλύζει ως ποιητική εκδοχή των Ευαγγελίων, ειδικώς όταν πρόκειται για τα πάνσεπτα Πάθη του Θεανθρώπου Χριστού και για τη ζωηφόρο Του Ανάσταση. Στον ψαλλόμενο το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης 'Ορθρο της Μεγάλης Πέμπτης, αμέσως μετά τους προοιμιακούς ψαλμούς και τον εξάψαλμο που προτυπώνουν το Πάθος και την Ανάσταση ακολουθεί το τροπάριο σε ήχο πλάγιο του Τετάρτου:

«Οτε οι ένδοξοι μαθηταί εν τω νιπτήρι του Δείπνου εφωτίζοντο, τότε Ιούδας ο δυσσεβής φυλαργυρίαν νοσήσας εσκοτίζετο και ανόμοις κριταίς σε τον δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων εραστά τον διά ταύτα αγχόνη χρησάμενον φεύγε ακόρεστον ψυχήν την Διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν. Ο περί πάντας Αγαθός, Κύριε, δόξα σοι». Ο Ιούδας, λοιπόν, της υμνογραφίας είναι ο Ιούδας των Ευαγγελίων. Στο Ευαγγέλιο που διαβάζει αμέσως μετά ο ιερέας (εκ του κατά Λουκάν) διαβάζουμε:

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἤγγιζεν ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν. Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτόν παραδῷ αὐτοῖς. καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· καὶ ἐξωμολόγησε, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου. Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ πάσχα, καὶ ἀπέστειλε Πέτρον καὶ Ἰωάννην εἰπών· Πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ πάσχα ἵνα φάγωμεν. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν;

ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μα- θητῶν μου φάγω; κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε. ἀπελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ φάγω ἐξ αὐτοῦ ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.


Καὶ δεξάμενος τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπε· Λάβετε τοῦτο καὶ διαμερίσατε ἑαυτοῖς· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ. καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων· Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον. πλὴν ἰδοὺ ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης. καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ παραδίδοται. καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν.

Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται· ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνα- κείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; ἐγὼ δὲ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν. ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ’ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν, ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθήσε- σθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.

Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετὰ σοῦ ἕτοιμός εἰμι καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνα- τον πορεύεσθαι. ὁ δὲ εἶπε· Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· Οὐθενός. εἶπεν οὖν αὐτοῖς.

Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει. οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἱκανόν ἐστι. Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ».

Η υμνογραφία, λοιπόν, ακρογωνιαίο λίθο της έχει τα βιβλικά κείμενα. Όχι όμως αυτόνομα ως λογοτεχνικά αναγνώσματα, αλλά εντεταγμένα μέσα στη λατρευτική και τη μυστηριακή ζωή της ευχαριστιακής κοινότητας, που κέντρο αναφοράς της έχει το τραπέζι της Ευχαριστίας, το τραπέζι που παραδόθηκε στον κόσμο με τον Μυστικό Δείπνο, στον οποίο, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς αλλά και οι άλλοι συνοπτικοί Ευαγγελιστές, συμμετείχε και ο υποκινούμενος από τον διάβολο, που εξήψε τη φιλαργυρία και την επιθυμία της ανθρώπινης φύσης του και τον οδήγησε στην προδοσία.

Αλλά και τα ερμηνευτικά κείμενα των Πατέρων, όπως για όλα τα στάδια της Θείας Οικονομίας, προκειμένου για τα πανάχραντα Πάθη του Θεανθρώπου και την Ανάσταση, πηγάζουν από τα Ευαγγέλια και την ευχαριστιακή ζωή. Η κατά χάριν μετοχή στη Σταυροαναστάσιμη ζωή του Χριστού, μυστικό σώμα του οποίου είναι τα μέλη της Εκκλησίας, με τα υλικά της εκκλησιαστικής ποίησης, του μέλους, της εικονογραφίας, που συγκοινωνούν μεταξύ τους. Γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον Ιούδα, στην ομιλία του που εκφωνήθηκε κατά την Αγία και Μεγάλη Πέμπτη.

«Τι λοιπόν, λέγει, εκείνος που προσέλκυσε κοντά του πόρνες, δεν μπόρεσε να προσελκύσει και να κρατήσει κοντά του το μαθητή; Μπορούσε να κρατήσει κοντά του το μαθητή, αλλά δεν ήθελε να τον κάνει καλό αναγκαστικά, ούτε να τον φέρει κοντά του με τη βία. ''Τότε πήγε''. Και αυτό το ''πήγε'' έχει κάποιο νόημα και μάλιστα όχι μικρό· διότι δεν καλέσθηκε από τους αρχιερείς, δεν εξαναγκάσθηκε, δεν εκβιάσθηκε, αλλά ο ίδιος από μόνος του και με τη θέλησή του γέννησε το δόλο, και πήρε την απόφαση αυτή, μη έχοντας κανένα σύμβουλο στην πονηρή αυτή πράξη του».

«Τότε πήγε ένας από τους δώδεκα»; Τι σημαίνει, «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτό δείχνει το μέγεθος της κατηγορίας εναντίον του, το να πει δηλαδή «Ένας από τους δώδεκα». Καθόσον υπήρχαν και άλλοι μαθητές του Ιησού, ανερχόμενοι σε εβδομήντα, αλλά εκείνοι κατείχαν τη δεύτερη θέση, δεν απολάμβαναν τόση μεγάλη τιμή, δεν είχαν τόση παρρησία απέναντι στον Κύριο ούτε γνώρισαν τόσα απόρρητα, όπως οι δώδεκα. Αυτοί κατ’ εξοχήν ήταν οι εκλεκτοί και αυτός ήταν ο χορός γύρω από το βασιλιά. Αυτή ήταν η γύρω από το Δάσκαλο ομάδα και απ’ αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις λοιπόν ότι δεν τον πρόδωσε απλώς μαθητής Του, αλλά ένας από την πιο εκλεκτή ομάδα Του, γι’ αυτό λέγει «Ένας από τους δώδεκα».

Και δεν ντρέπεται ο Ματθαίος που έγραψε αυτά. Για να μάθουμε ότι παντού στη Γραφή όλα λέγονται με μεγάλη αλήθεια και τίποτε δεν κρύβεται, ούτε εκείνα που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα. Διότι αυτά που φαίνονται ότι είναι δυσάρεστα αυτά δείχνουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου· διότι τον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη, τον κατέστησε άξιο τόσων μεγάλων αγαθών και μέχρι την τελευταία στιγμή εξακολουθούσε να τον έχει κοντά Του· καθόσον τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και έδειχνε κάθε φροντίδα γι’ αυτόν. Εάν όμως δεν πρόσεχε εκείνος, δεν είναι αίτιος ο Κύριος και μάρτυρας, γι’ αυτό είναι η πόρνη· διότι αυτή προσέχοντας τον Κύριο, έσωσε τον εαυτό της.

Μη λοιπόν απογοητευθείς βλέποντας προς την πόρνη ούτε να πάρεις θάρρος βλέποντας προς τον Ιούδα. Καθόσον και τα δύο αυτά είναι καταστρεπτικά, και το θάρρος και η απελπισία. Διότι το θάρρος οδηγεί στην πτώση εκείνου που στέκεται όρθιος, ενώ η απελπισία δεν αφήνει να σηκωθεί εκείνον που είναι πεσμένος. Γι’ αυτό ο Παύλος συμβούλευε και έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει». Έχουμε τα παραδείγματα και των δύο, πώς δηλαδή ο μαθητής, νομίζοντας ότι στέκεται πνευματικά όρθιος, έπεσε, και πώς η πόρνη, ενώ ήταν πεσμένη πνευματικά και ηθικά, σηκώθηκε. Εύκολα η γνώμη μας γλιστράει και πέφτει, εύκολα η προαίρεσή μας πέφτει από εκεί όπου στέκεται.


Υπήρχε και άλλος μαθητής Ιούδας, που ονομαζόταν Ζηλωτής. Για να μη γίνει λοιπόν με τη συνωνυμία κάποιο λάθος, πρέπει να ξεχωρίσουμε αυτόν από εκείνον και εκείνον τον ονόμασε από την αρετή του Ιούδα Ζηλωτή, ενώ αυτόν δεν τον ονόμασε από την κακία του· διότι δεν είπε «Ιούδας ο προδότης». Αν και βέβαια έπρεπε, όπως ακριβώς ονόμασε εκείνον από την αρετή του, έτσι να ονομάσει και αυτόν από την κακία του και να πει «Ιούδας ο προδότης». «Πήγε», λοιπόν, λέγει, «ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, στους αρχιερείς και τους είπε: ''Τι θα μου δώσετε για να σας παραδώσω Αυτόν;».

Κατά τη στιγμή της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του, κρατώντας ξύλα και λαμπάδες και φως, λέγει σ’ αυτούς· «Ποιον ζητάτε;». Δεν γνώριζαν δηλαδή Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ απείχε ο Ιούδας από τη δυνατότητα να παραδώσει Αυτόν, διότι δεν έβλεπε Εκείνον που επρόκειτο να παραδώσει, αν και βρισκόταν μπροστά του, και όλα αυτά ενώ υπήρχαν λαμπάδες και τόσο φως. Διότι, το ότι ο Ευαγγελιστής υπαινίχθηκε αυτό, λέγει· είχαν λαμπάδες και φως και δεν έβλεπαν Αυτόν. Και καθημερινά υπενθύμιζε σ’ αυτόν και με τα έργα Του και με τα λόγια Του, δείχνοντάς του ότι δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει κρυφά.

Και ούτε φανερά και παρουσία όλων έλεγχε αυτόν, για να μην τον κάνει περισσότερο αδιάντροπο, ούτε και αποσιωπούσε την προδοσία, για να μη νομίζει ότι του διαφεύγει την προσοχή και επιχειρήσει έτσι άφοβα την προδοσία, αλλά συνέχεια έλεγε: «Ένας από σας θα Με παραδώσει», αλλά όμως δεν τον φανέρωνε. Πολλά λόγια είπε και για τη βασιλεία των ουρανών και έδειξε τη δύναμή Του και για τα δύο, το να τιμωρεί δηλαδή εκείνους που αμαρτάνουν και να τιμά εκείνους που ασκούν την αρετή. Αλλά όλα αυτά εκείνος τα απέρριψε, ο δε Θεός δεν τον συγκράτησε με τη βία.

Επειδή δηλαδή μας έπλασε και μας έδωσε τη δυνατότητα να εκλέγουμε ελεύθερα τις κακές ή τις καλές πράξεις, θέλει να είμαστε καλοί και με τη θέλησή μας· γι’ αυτό, αν δεν θέλουμε, δεν μας βιάζει ούτε και μας εξαναγκάζει· διότι εκείνος που εξαναγκάζεται να είναι καλός δεν είναι δυνατόν να είναι καλός. Επειδή λοιπόν και εκείνος ήταν κύριος των αποφάσεων και ενεργειών του και ήταν ελεύθερος να μην πεισθεί και να μη στραφεί προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό αποτυφλώθηκε ο νους του και πρόδωσε τη σωτηρία του. Λέγει λοιπόν: «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω Αυτόν;».

Ελέγχοντας λοιπόν ο Ευαγγελιστής την τύφλωση και την παραφροσύνη της διάνοιάς του, λέγει ότι κατά τη στιγμή της εφόδου των Ιουδαίων ο Ιούδας ήταν μαζί τους. Και είναι δυνατό να δούμε τη δύναμη του Χριστού όχι μόνο από εδώ, αλλά και από το ότι, αφήνοντας και μόνο τη φωνή του ν’ ακουσθεί, οπισθοχώρησαν και έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε και έτσι εγκατέλειπαν την αδιαντροπιά τους, παραδίνει πλέον τον εαυτό Του και είναι σαν να τους έλεγε: «Εγώ έκανα ό,τι εξαρτάται από μένα, φανέρωσα τη δύναμή Μου, έδειξα ότι επιχειρείτε αδύνατα πράγματα. Θέλησα να σταματήσω την κακία σας, επειδή όμως σεις δεν θελήσατε, αλλά επιμένετε στον παραλογισμό σας, να σας παραδίνω τον εαυτό Μου».

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα; Γιατί δεν τον έκανε σώφρονα και λογικό; Και πώς έπρεπε να τον κάνει λογικό; Εξαναγκάζοντάς τον ή αφήνοντάς τον να το αποφασίσει μόνος; Εάν τον εξανάγκαζε, ούτε και έτσι επρόκειτο να γίνει καλύτερος, διότι κανένας δεν θα ήταν δυνατό να γίνει καλός εξαναγκαζόμενος. Εάν πάλι με τη δική του απόφαση και θέληση, όλα εκείνα που μπορούσαν να διορθώσουν τη θέληση και απόφασή του του τα πρόσφερε. Εάν δεν θέλησε να δεχθεί το φάρμακο, η κατηγορία δεν είναι του ιατρού, αλλά εκείνου που απέρριψε τη θεραπεία.

Δίδασκε σ’ αυτόν όλη την ευσέβεια και με έργα και με λόγια, τον έκανε ανώτερο από τους δαίμονες, του έδωσε τη δύναμη να κάνει πολλά θαύματα, τον φόβισε με την απειλή της Κολάσεως, τον προέτρεψε με την υπόσχεση της βασιλείας. Επίσης έλεγχε συνέχεια τις απόκρυφες σκέψεις του, αλλά ελέγχοντας αυτές δεν τις αποκάλυπτε. Ένιψε τα πόδια του μαζί με τους άλλους μαθητές και έφαγε μαζί μ’ αυτόν στο ίδιο τραπέζι. Τίποτε, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, δεν παρέλειψε, αλλά ο Ιούδας παρέμενε με τη θέλησή του αδιόρθωτος. Ενώ μπορούσε ν’ αλλάξει, όμως δεν θέλησε, αλλά όλα έγιναν εξαιτίας της αδιαφορίας του.

Όταν δηλαδή παρέδωσε Αυτόν, έριξε τα τριάντα αργύρια μπροστά τους και είπε: «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα δίκαιο». Όταν Τον είδε να θαυματουργεί δεν έλεγε «Αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώο», αλλά έλεγες «Τι θέλετε να μου δώσετε για να σας παραδώσω Αυτόν;». Αφού όμως προχώρησε το κακό, η προδοσία πραγματοποιήθηκε και η αμαρτία ολοκληρώθηκε, τότε αντιλήφθηκε την αμαρτία. Κατέβαλαν την τιμή του αίματος, που δεν είχε τιμή. Γράφει επίσης ο Άγιος Ευσέβιος Εμέσσης, στο λόγο του «Εις την προδοσία του Ιούδα, τη Αγία και Μεγάλη Πεντάδι»:

«Έλα, λοιπόν, αγαπητέ μου γιε, να σου πω λόγο και να περιγράψω την προδοσία του Ιούδα. Παρέμενε ο διάβολος στους Ιουδαίους και δεν έφευγε, αλλά επιτίθεται σ’ αυτούς, ώστε να σταυρώσουν τον Κύριο. Και δεν κατάλαβε ο άθλιος ότι, εάν σταυρωθεί ο Χριστός, οπωσδήποτε αυτός θα αφανιστεί. Δεν κατάλαβε ότι ο θάνατος του Κυρίου γίνεται Ανάσταση του κόσμου. Δεν κατάλαβε ότι ο Σταυρός στον οποίο νομίζει ότι θα Τον σταυρώσει στέκεται φυλαχτό του κόσμου. Επειδή οι Ιουδαίοι δεν τολμούσαν να συλλάβουν τον Χριστό, αμέσως βρίσκοντας ο διάβολος είσοδο την απληστία του Ιούδα και τη φιλαργυρία του, άρχισε μέσω εκείνου να ετοιμάζει την προδοσία, άρχισε να τον κάνει να επιθυμεί τα αργύρια».

Τα αμάραντα χείλη του ίδιου του Ιησού Χριστού, την ώρα του μυστηρίου του Μυστικού Δείπνου, είπαν στους μαθητές ότι ένας από αυτούς θα Τον προδώσει. Εμμέσως πλην σαφώς έδειξε τον Ιούδα. Τα ιερά Ευαγγέλια καταγράφουν την τραγωδία της προδοσίας, που εκκινείται από τον διάβολο, ο οποίος καθοδηγεί την πλανεμένη φύση του Ιούδα. Η ερμηνεία των Πατέρων και η εκκλησιαστική ποίηση παρουσιάζουν τον Ιούδα ως «προδότη και δόλιο». Δούλο της φιλαργυρίας και της φιλοχρηματίας. Άθυρμα στα χέρια του αρχεκάκου πονηρού.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)