Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Το «πνεύμα των νόμων» της Αθήνας του Κλεισθένη

Η μεταρρύθμιση του Κλεισθένη (508/507) μας προσφέρει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα για το χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ της πολιτικής σφαίρας και του προ-πολιτικού στοιχείου. Ο Κλεισθένης ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Αλκμεωνίδων, αλλά μετά την ανατροπή των Πεισιστρατιδών και του ολιγαρχικού καθεστώτος που τους διαδέχτηκε για μερικά χρόνια, υποστηρίζεται αναμφίβολα από ένα κίνημα του δήμου που τείνει να εγκαθιδρύσει την εξουσία της κοινότητας. Η κοινότητα παρουσίαζε τότε αυτές τις διαιρέσεις που ονομάσαμε προ-πολιτικές. Από τη μια μεριά οι Αθηναίοι διαιρούνται, όπως κάθε ιωνική πόλη, παραδοσιακά σε τέσσερα φύλα, διαιρούνται επίσης σε συνάρτηση με πολιτικές διαμάχες που είχαν ξεσπάσει ήδη πριν από τον Πεισίστρατο. Οι φατρίες που διαμορφώθηκαν είχαν γεωγραφική και, ας πούμε, κοινωνικό-οικονομική βάση. Απλοποιώντας, θα λέγαμε ότι υπάρχει το αγροτικό, το αστικό και το ναυτικό «κόμμα». Ο Κλεισθένης εγκαταλείπει τότε λοιπόν τη διαίρεση σε τέσσερις φυλές και δημιουργεί δέκα καινούργιες, που με τη σειρά τους διαιρούνται σε τρεις τριττύες (τρίτα), τα δε αξιώματα μοιράζονται ίσα στις διάφορες φυλές (υπάρχουν, επομένως, παραδείγματος χάρη, δέκα στρατηγοί). Κάθε φυλή αποτελείται από μια τριττύα του άστεως και των περιχώρων, από μια τριττύα της ενδοχώρας και μια από τα παράλια. Καμιά επομένως δεν είναι αποκλειστικά αγροτική, αστική ή ναυτική. Πράγμα που σημαίνει ότι, για να εγκαθιδρυθεί η ενότητα της πολιτικής κοινότητας, χρειάστηκε να εγκαταλειφθούν ορισμένες παραδοσιακές διαιρέσεις. Η καινούργια Αθήνα δεν είναι συνασπισμός κοινωνικών ομάδων – αγροτών, ναυτικών και αστών. Ούτε και αποτελεί συνονθύλευμα συγκροτημένων ομάδων δια της βίας. Οι παλαιές ιωνικές φυλές διατηρούν ορισμένες θρησκευτικές λειτουργίες. Εν ολίγοις, το προ-πολιτικό στοιχείο περνά σε δεύτερο πλάνο, αλλά, δεν καταστρέφεται.

Μετά από αυτές τις διευκρινήσεις πάνω στο ζήτημα της ενότητας της πολιτικής κοινότητας, θα ήθελα να σχολιάσω δύο σημαντικές διατάξεις όσων ίσως μας δείχνουν καλύτερα από άλλα στοιχεία το «πνεύμα των νόμων» της Αθήνας του Κλεισθένη.
 
Πρώτον ο εξοστρακισμός (λέξη που προέρχεται από το όστρακον, το κομμάτι κεραμιδιού στο οποίο γράφεται ένα όνομα κατά την ψηφοφορία). Η διάταξη αυτή –που φαίνεται ότι εφαρμόστηκε μόνο περί το 487– επιτρέπει στην Εκκλησίαν, υπό ορισμένες συνθήκες, να καταδικάσει σε εξορία δέκα χρόνων έναν πολίτη, ο οποίος δεν χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα ούτε τα αγαθά του. Εξάλλου το μέτρο αυτό δεν είναι ατιμωτικό για τον εξοστρακισμένο. Η πρόταση οφείλει να ακολουθήσει ορισμένους τύπους και την απόφαση πρέπει να πάρουν τουλάχιστον έξι χιλιάδες πολίτες – δεν γνωρίζουμε καλά αν ο αριθμός αυτός είναι η απαρτία ή ο αριθμός των ψήφων υπέρ της εξορίας, διότι τα κείμενα δεν είναι σαφή. Αντίθετα είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μέτρο που λαμβάνεται εν θερμώ. Η ερμηνεία του εξοστρακισμού είναι αρκετά δύσκολη. Η πλειονότητα των συγγραφέων πιστεύει ότι το μέτρο είχε ως στόχο του τα άτομα για τα οποία υπήρχε φόβος ότι αναζητούν να εγκαθιδρύσουν προσωπική εξουσία, ίσως ακόμη και να επιβάλλουν την τυραννία. Παρά ταύτα, τόσο στην περίπτωση του Αριστείδη, που εξοστρακίστηκε το 482, δύο χρόνια πριν από τη μεγάλη εισβολή του Ξέρξη, όσο και στην περίπτωση του Κίμωνα είκοσι χρόνια αργότερα, δεν τίθεται θέμα κινδύνου τυραννίας, κυρίως για τον Αριστείδη. Προσωπικά κλίνω προς μια άλλη ερμηνεία, που είναι εξάλλου πολύ παλαιά. Όταν ο πολιτικός ανταγωνισμός φθάνει σε ένα σημείο όπου λόγω της έντασης του αλλά και της αποκρυστάλλωσης του σε δύο πρόσωπα, που το καθένα αντιπροσωπεύει ένα στρατόπεδο, η ενότητα του πολιτικού σώματος απειλείται, τότε επιχειρείται η εκτόνωση της έντασης με τη δεκαετή απομάκρυνση του εκπροσώπου του ενός από τα δύο στρατόπεδα. Το 482, παραδείγματος χάρη, υπήρχε πράγματι ανταγωνισμός ανάμεσα στο κόμμα του Θεμιστοκλή, που ήταν, αν θέλετε, πιο δημοκρατικός και υποστήριζε εν πάση περιπτώσει μια συγκεκριμένη στρατιωτική πολιτική απέναντι στους Πέρσες, η οποία συνίστατο στη δημιουργία ναυτικής δύναμης και στη ναυπήγηση σημαντικού στόλου, και στο κόμματου Αριστείδη, που εξέφραζε μια πιο συντηρητική και αγροτική τάση. Ο Αριστείδης αμνηστεύτηκε εξάλλου το 480 καθώς υποχώρησαν οι διαφορές σχετικά με την απομάκρυνση του εχθρού. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες εν γένει και οι Αθηναίοι ειδικότερα είχαν σοβαρότατους λόγους να θέλουν να περιορίσουν την ένταση του πολιτικού ανταγωνισμού και τις διαμάχες μέσα στην πόλη, δεδομένης της φοβερής ροπής τους προς την εσωτερική διαίρεση και έριδα με όλες τις μορφές: διαφωνίες, εμφύλιος πόλεμος, αλληλοσφαγές.
 
Αλλά η πιο εκπληκτική διάταξη από αυτή την άποψη, κυρίως για το σύγχρονο πνεύμα, είναι αυτή που αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά (1330a 20) Όταν πρέπει να ληφθεί απόφαση για μια διαμάχη με κάποια γειτονική πόλη, οι πολίτες που κατοικούν κοντά στα σύνορα αποκλείονται από τη συνεδρίαση. Και αυτό βέβαια διότι υπάρχει ο κίνδυνος να σκεφθούν την καμένη σοδειά τους και τα καμένα λιόδεντρά τους παρά το γενικό συμφέρον της πόλης. Εν ολίγοις, διότι δεν να μιλήσουν ως πολίτες. Βλέπουμε σαφώς σε ποιο σημείο αυτή η αντίληψη της πολιτικής και του πολιτικού σώματος είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τη σημερινή, για την οποία η πολιτική δεν είναι τίποτα παραπάνω, de jure και de facto, από μια δέσμη όπου διαπλέκονται, κουτσά στραβά, τα ιδιαίτερα συμφέροντα Ιδού λοιπόν περί της σύγχρονης πολιτικής. Τίποτα πιο απόμακρο, πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό, σε σχέση με αυτή, από την αντίληψη ότι η πολιτική απόφαση πρέπει να είναι όσο το δυνατό διαχωρισμένη και αποστασιοποιημένη από κάθε ιδιαίτερο συμφέρον.