Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας;

Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. Έχω θυμώσει.
 
Ήξερα πως ήταν η τελευταία φορά κι ας μην τολμήσαμε να το πούμε ανοιχτά. Θα προτιμούσα να είχαμε περπατήσει στην παραλία τελικά και να με άφηνες το ξημέρωμα από την αγκαλιά σου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που θα έβγαινε ο ήλιος κι όλα θα έμοιαζαν κάπως πιο αισιόδοξα. Ίσως έτσι να πονούσαμε λιγότερο.
 
Αντί για αυτό μείναμε αγκαλιασμένοι και γυμνοί στο κρεβάτι σου, λες και προσπαθούσαμε μέσα στη γύμνια μας να πληγώσουμε ο ένας τον άλλον όσο γινόταν πιο πολύ. Κάθε σου άγγιγμα απαλές λεπίδες που ξεγελούσαν με την τρυφερότητά τους μέχρι που κατάλαβα πως μου είχες ματώσει το δέρμα.
 
Και τα δικά μου αγγίγματα, το ξέρω, το ένοιωσα πόσο σου προκαλούσαν πόνο. Κι όταν μου ζήτησες να βάλω το κεφάλι μου στην καμπύλη του λαιμού σου κι ύστερα που σου είπα να μείνουμε ακόμα δυο λεπτά ξαπλωμένοι πριν να ντυθούμε για να φύγουμε, το ξέρω πως τα μαλλιά μου ήταν σαν αγκάθια επάνω σου.
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. Σήμερα σε μισώ, δεν ξέρω αύριο.
 
Την άλλη μέρα πέρασα ξανά κάτω από το σπίτι σου, μόνο και μόνο για να το ξεπεράσω. Πως θα περπατούσα ξανά σ`αυτό το δρόμο που τον περπάτησα μαζί σου; Δεν ήταν και τόσο δύσκολο τελικά. Απλώς έκλαιγα κι έκλαιγα μέχρι που έφτασα στο ίδιο σημείο που είχα αφήσει το αυτοκίνητο εχθές το βράδυ. Εκεί που μου πες καληνύχτα και μια σταγόνα της βροχής που είχε ξεχαστεί αρκετή ώρα πριν πάνω στο δέντρο, ξέφυγε από ένα κλαδί κι έσκασε σαν βόμβα ανάμεσα στα πρόσωπά μας. «Μην τρομάζεις, είναι απλώς νερό» σου είπα.
 
Λογικά τώρα έχεις φτάσει ήδη στον προορισμό σου. Τόσο μακριά από μένα. Αιώνες μακριά, χιλιόμετρα, σε μιαν άλλη ζωή. Δεν με πειράζουν τα χιλιόμετρα, με πειράζει η απόσταση της καρδιάς σου. Ποιος ξέρει; Θα είσαι άραγε πιο ευτυχισμένος; Θα προτιμήσω να σκεφτώ πως δεν υπήρξες ποτέ. Με δηλητηριάζει ο θυμός μου και δεν είναι τώρα καιρός για δηλητήρια.
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Δεν θέλω να σου πω. «Λυπάμαι».
 
Εσύ το διάλεξες να φύγεις. Τι θα μπορούσα να κάνω; «Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα» είπες. Και δεν πάλεψες ούτε ένα δευτερόλεπτο για να ‘ρθουν αλλιώς. Προτίμησες την παραίτηση. Ίσως και τη θυσία. Πήγαινε τώρα. Σύντομα, πολύ σύντομα όλα θα περάσουν στη λήθη του χρόνου. Μια γλυκερή ανάμνηση, μια τόση δα πληγή που γρήγορα θα κλείσει.
 
Είχες δίκιο εξαρχής, δεν γινόταν, έπρεπε να μην έχουμε συναντηθεί καν. «Λυπάμαι».
 
Τι με ρωτάς αν σε ξέχασα κιόλας; Έχω θυμώσει σου λέω. Α, ναι και «λυπάμαι».