Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο, ούτε η ίδια η αχρηστία

Δεν υπάρχει βιβλίο ικανό να ταρακουνήσει τα σωθικά μας όπως τα Δοκίμια (1580-1588) του Μονταίνιου. Κι όμως ο συγγραφέας δηλώνει ότι άρχισε να το γράφει χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σκοπό («δεν έβαλα εδώ για τον εαυτό μου άλλο στόχο παρά οικιακό και ιδιωτικό»), αλλά για να αφηγηθεί, σε ένα κλίμα οικειότητας, όπως πολύ σωστά παρατήρησε η Φάουστα Γκαραβίνι, τους φόβους και τις άμυνες ενός κατακερματισμένου και διαφοροποιημένου πλάσματος: «Έτσι, αναγνώστη, είμαι εγώ ο ίδιος η ύλη του βιβλίου μου: δεν υπάρχει λόγος να περάσεις τη σχόλη σου μ’ ένα θέμα τόσο επιπόλαιο και τόσο κενόδοξο». Επομένως, ένα άχρηστο βιβλίο το οποίο γράφεται σε μια βιβλιοθήκη που στήθηκε εκεί όπου πριν υπήρχε η γκαρνταρόμπα, «ο πιο άχρηστος τόπος του σπιτιού» (ο.π.,ΙΙΙ,3, σ. 60). Είναι εδώ που ο Μονταίνιος περνά τον καιρό του, μοναχικά, μελετώντας για την ευχαρίστησή του και όχι για κάποια μορφή κέρδους («Νέος μελετούσα για να κάνω επίδειξη` αργότερα, για να γίνω κάπως σοφός` τώρα, για διασκέδαση` ποτέ για το κέρδος».

Και μελετά ξέροντας καλά ότι η φιλοσοφία αντιμετωπίζεται ως κάτι «δίχως καμία χρησιμότητα και καμία αξία»:

Είναι πολύ παράδοξο ότι τα πράγματα έχουν φτάσει
σε τέτοιο σημείο στον αιώνα μας, ώστε η φιλοσοφία
να είναι, ακόμα και για τους γνωστικούς ανθρώπους,
λέξη κενή κι ουρανοκατέβατη, που θεωρείται δίχως
καμία χρησιμότητα και καμία αξία (ο.π., Ι, 26, σ. 224).

Παρ’ όλα αυτά, ο Μονταίνιος δεν παραδίδει τα όπλα. Το αντίθετο, σε πολλές περιπτώσεις, ο φιλόσοφος μας καλεί να αναγνωρίσουμε το άχρηστο εκείνων των αγαθών που συνήθως θεωρούνται χρήσιμα (θα έπρεπε «να γεννηθεί στους ανθρώπους η περιφρόνηση του χρυσού και του μεταξιού, όπως για πράγματα μάταια κι άχρηστα` ενώ τους αυξάνουμε την τιμή και την αξία, το οποίο είναι αδέξιος τρόπος για να κάνουμε τους ανθρώπους να τα σιχαθούν», ο.π., Ι, 43, σ. 347).