Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Νικομάχου (7-16)

[7] Ἴσως δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπειδὰν περὶ αὑτοῦ μηδὲν δύνηται ἀπολογεῖσθαι, ἐμὲ διαβάλλειν πειράσεται. τότε δὲ περὶ τῶν ἐμῶν τούτῳ ἀξιῶ πιστεύειν ὑμᾶς, ὁπόταν ἀπολογίας ἐμοὶ δοθείσης μὴ δύνωμαι ψευδόμενον αὐτὸν ἐξελέγξαι. ἐὰν δ᾽ ἄρα ἐπιχειρῇ λέγειν ἅπερ ἐν τῇ βουλῇ, ὡς ἐγὼ τῶν τετρακοσίων ἐγενόμην, ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐκ τῶν τοιαῦτα λεγόντων [ἐκ] τῶν τετρακοσίων πλεῖν ἢ χίλιοι γενήσονται· καὶ γὰρ τοὺς ἔτι παῖδας ὄντας ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ καὶ τοὺς ἀποδημοῦντας οἱ διαβάλλειν βουλόμενοι ταῦτα λοιδοροῦσιν.

[8] ἐγὼ δὲ οὕτω πολλοῦ ἐδέησα τῶν τετρακοσίων γενέσθαι, ὥστε οὐδὲ τῶν πεντακισχιλίων κατελέγην. δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι ὅτι, εἰ μὲν περὶ ἰδίων συμβολαίων ἀγωνιζόμενος οὕτω φανερῶς ἐξήλεγχον αὐτὸν ἀδικοῦντα, οὐδ᾽ ἂν αὐτὸς ἠξίωσε τοιαῦτα ἀπολογούμενος ἀποφεύγειν, νυνὶ δὲ περὶ τῶν τῆς πόλεως κρινόμενος οἰήσεται χρῆναι ἐμοῦ κατηγορῶν ὑμῖν μὴ δοῦναι δίκην.

[9] Ἔτι δὲ εἶναι θαυμαστὸν νομίζω Νικόμαχον ἑτέροις ἀδίκως μνησικακεῖν ἀξιοῦν, ὃν ἐγὼ ἐπιβουλεύσαντα τῷ πλήθει ἀποδείξω. καί μου ἀκούσατε· δίκαιον γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων τὰς τοιαύτας κατηγορίας ἀποδέχεσθαι, οἵτινες τότε συγκαταλύσαντες τὸν δῆμον νυνὶ δημοτικοί φασιν εἶναι.

[10] ἐπειδὴ γὰρ ἀπολομένων τῶν νεῶν ἡ μετάστασις ἐπράττετο, Κλεοφῶν τὴν βουλὴν ἐλοιδόρει, φάσκων συνεστάναι καὶ ‹οὐ› τὰ βέλτιστα βουλεύειν τῇ πόλει. Σάτυρος δ᾽ ὁ Κηφισιεὺς βουλεύων ἔπεισε τὴν βουλὴν δήσαντας αὐτὸν παραδοῦναι δικαστηρίῳ.

[11] οἱ δὲ βουλόμενοι αὐτὸν ἀπολέσαι, δεδιότες μὴ οὐκ ἀποκτείνωσιν ἐν τῷ δικαστηρίῳ, πείθουσι Νικόμαχον νόμον ἀποδεῖξαι ὡς χρὴ καὶ τὴν βουλὴν συνδικάζειν. καὶ ὁ πάντων οὗτος πονηρότατος οὕτως φανερῶς συνεστασίασεν, ὥστε τῇ ἡμέρᾳ ᾗ ἡ κρίσις ἐγένετο ἀποδεῖξαι τὸν νόμον.

[12] Κλεοφῶντος τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἕτερα μὲν ἄν τις ἔχοι κατηγορῆσαι. τοῦτο δὲ παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι οἱ καταλύοντες τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἐβούλοντο μάλιστα τῶν πολιτῶν ἐκποδὼν γενέσθαι, καὶ ὅτι Σάτυρος καὶ Χρέμων οἱ τῶν τριάκοντα γενόμενοι οὐχ ὑπὲρ ὑμῶν ὀργιζόμενοι Κλεοφῶντος κατηγόρουν, ἀλλ᾽ ἵνα ἐκεῖνον ἀποκτείναντες αὐτοὶ ὑμᾶς κακῶς ποιῶσι.

[13] καὶ ταῦτα διεπράξαντο διὰ τὸν νόμον ὃν Νικόμαχος ἀπέδειξεν. εἰκὸς τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐνθυμεῖσθαι καὶ ὁπόσοι ὑμῶν ἐνόμιζον Κλεοφῶντα κακὸν πολίτην εἶναι, ὅτι καὶ τῶν ἐν τῇ ὀλιγαρχίᾳ ἀποθανόντων ἴσως τις ἦν πονηρός, ἀλλ᾽ ὅμως καὶ διὰ τοὺς τοιούτους ὠργίζεσθε τοῖς τριάκοντα, ὅτι οὐ τῶν ἀδικημάτων ἕνεκα ἀλλὰ κατὰ στάσιν αὐτοὺς ἀπέκτειναν.

[14] ἐὰν οὖν πρὸς ταῦτα ἀπολογῆται, τοσοῦτον μέμνησθε, ὅτι ἐν τοιούτῳ καιρῷ τὸν νόμον ἀπέδειξεν ἐν ᾧ ἡ πολιτεία μεθίστατο, καὶ τούτοις χαριζόμενος οἳ τὸν δῆμον κατέλυσαν, καὶ ταύτην τὴν βουλὴν συνδικάζειν ἐποίησεν ἐν ᾗ Σάτυρος μὲν καὶ Χρέμων μέγιστον ἐδύναντο, Στρομβιχίδης δὲ καὶ Καλλιάδης καὶ ἕτεροι πολλοὶ καὶ καλοὶ κἀγαθοὶ τῶν πολιτῶν ἀπώλλυντο.

[15] Καὶ περὶ τούτων οὐδένα ἂν ἐποιησάμην λόγον, εἰ μὴ ᾐσθανόμην αὐτὸν ὡς δημοτικὸν ὄντα πειρασόμενον παρὰ τὸ δίκαιον σῴζεσθαι, καὶ τῆς εὐνοίας τῆς εἰς τὸ πλῆθος τεκμηρίῳ χρησόμενον ὅτι ἔφυγεν. ἐγὼ δὲ καὶ ἑτέρους ἂν ἔχοιμι ἐπιδεῖξαι τῶν συγκαταλυσάντων τὸν δῆμον τοὺς μὲν ἀποθανόντας, τοὺς δὲ φυγόντας τε καὶ οὐ μετασχόντας τῆς πολιτείας,

[16] ὥστε οὐδένα εἰκὸς αὐτῷ τούτου ὑπόλογον γενέσθαι. τοῦ μὲν γὰρ ὑμᾶς φυγεῖν μέρος τι καὶ οὗτος συνεβάλετο, τοῦ δὲ τοῦτον κατελθεῖν τὸ πλῆθος τὸ ὑμέτερον αἴτιον ἐγένετο. ἔτι δὲ καὶ δεινόν, εἰ ὧν μὲν ἄκων ἔπαθε χάριν αὐτῷ εἴσεσθε, ὧν δ᾽ ἑκὼν ἐξήμαρτε μηδεμίαν τιμωρίαν ποιήσεσθε.

***
ΔΙΗΓΗΣΗ
[7] Ίσως, άνδρες δικαστές, όταν δεν θα είναι σε θέση να αντιτάξει οτιδήποτε προς υπεράσπισή του, θα προσπαθήσει να σπιλώσει εμένα. Σας καλώ, γι᾽ αυτά που με αφορούν, τότε να τον πιστέψετε, όταν μου δοθεί η δυνατότητα να τον αντικρούσω και δεν καταφέρω να αποδείξω ότι ψεύδεται. Εάν πάλι επιχειρήσει να πει αυτά που έλεγε και στη βουλή, ότι δηλαδή εγώ ανήκα στους Τετρακοσίους, σκεφτείτε ότι, αν πιστέψετε όσους προβάλλουν παρόμοιους ισχυρισμούς, οι Τετρακόσιοι θα ξεπεράσουν τους χίλιους. Διότι εκείνοι που θέλουν να σπιλώνουν αυτά προσάπτουν και σε ανθρώπους που εκείνη την εποχή ήταν ακόμη παιδιά και σε εκείνους που δεν ζούσαν στην πόλη.

[8] Εγώ ωστόσο δεν ανήκα, ούτε κατά διάνοιαν, στους Τετρακοσίους. Απόδειξη ότι δεν με περιέλαβαν ούτε καν στον κατάλογο των Πέντε χιλιάδων. Μου φαίνεται μάλιστα αδιανόητο αυτό που συμβαίνει: Αν η εκδικαζόμενη υπόθεση αφορούσε συμφωνία ιδιωτικής φύσεως και αποδείκνυα περίτρανα ότι φέρει την ευθύνη, δεν θα είχε ούτε ο ίδιος την απαίτηση να αθωωθεί προβάλλοντας προς υπεράσπισή του τέτοιους ισχυρισμούς. Αντίθετα, τώρα που κρίνεται για ζητήματα της πόλης, διανοείται ότι μπορεί να αποφύγει την καταδίκη κατηγορώντας εμένα.

[9] Προκαλεί εξάλλου, νομίζω, κατάπληξη να έχει την αξίωση να μνησικακεί αδίκως εναντίον άλλων ο Νικόμαχος, ο οποίος θα αποδείξω ότι συνωμοτούσε εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ακούστε με. Γιατί είναι δίκαιο, άνδρες δικαστές, να αποδέχεστε τέτοιες κατηγορίες για τέτοια πρόσωπα, που τότε συνέπραξαν στην κατάλυση της δημοκρατίας και τώρα παριστάνουν τους δημοκράτες.

 [10] Όταν λοιπόν, μετά την απώλεια των πλοίων, βρισκόταν σε εξέλιξη η πολιτειακή μεταβολή, ο Κλεοφών εγκαλούσε τη βουλή, λέγοντας ότι συνωμοτούσε και δεν ελάμβανε τις άριστες αποφάσεις για την πόλη. Τότε ο Σάτυρος από την Κηφισιά, που ήταν βουλευτής, έπεισε τη βουλή να κρατηθεί (ο Κλεοφών) και να παραπεμφθεί σε δίκη.

 [11] Εκείνοι όμως που ήθελαν να τον εξοντώσουν, επειδή φοβόνταν μήπως στο δικαστήριο δεν καταφέρουν να τον εκτελέσουν, πείθουν τον Νικόμαχο να εμφανίσει νόμο σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να συμμετέχει στην εκδίκαση και η βουλή. Και αυτός ο πανάθλιος πήρε τόσο απροκάλυπτα μέρος στη σκευωρία, ώστε εμφάνισε τον νόμο την ίδια ημέρα που εκδικαζόταν η υπόθεση.

[12] Τον Κλεοφώντα, άνδρες δικαστές, θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κάποιος για άλλα. Ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν ένα πράγμα, ότι εκείνοι που απεργάζονταν την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος ήθελαν να βγάλουν από τη μέση πρωτίστως εκείνον από όλους τους πολίτες και ότι ο Σάτυρος και ο Χρέμων, που βρέθηκαν ανάμεσα στους Τριάκοντα, κατηγορούσαν τον Κλεοφώντα όχι γιατί είχαν αγανακτήσει για σας, αλλά για να θανατώσουν εκείνον και να σας τυραννούν οι ίδιοι.

[13] Και αυτό το κατόρθωσαν χάρη στον νόμο που εμφάνισε ο Νικόμαχος. Είναι εξάλλου εύλογο να σκεφτείτε, άνδρες δικαστές, και όσοι από σας θεωρούσατε κακό πολίτη τον Κλεοφώντα, ότι και από τους ανθρώπους που θανατώθηκαν τον καιρό της ολιγαρχίας κάποιοι ήταν ενδεχομένως φαύλοι, ωστόσο αγανακτούσατε και γι᾽ αυτούς εναντίον των Τριάκοντα, επειδή δεν τους εκτέλεσαν για τα αδικήματα που είχαν διαπράξει, αλλά για λόγους παραταξιακούς.

[14] Εάν λοιπόν κατά την απολογία του θελήσει να τα αντικρούσει αυτά, θυμηθείτε τούτο μόνο, ότι εμφάνισε τον νόμο σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή όταν άλλαζε το πολίτευμα, και ότι το έκανε χαριζόμενος σ᾽ αυτούς που κατέλυσαν τη δημοκρατία και ότι πέτυχε να συνεκδικάζει (συμμετέχει στην εκδίκαση) αυτή η βουλή στην οποία ο Σάτυρος και ο Χρέμων ήταν πανίσχυροι, ενώ ο Στρομβιχίδης και ο Καλλιάδης και άλλοι πολλοί λαμπροί πολίτες οδηγούνταν στην εκτέλεση.

 [15] Και δεν θα έκανα καν λόγο γι᾽ αυτά, αν δεν καταλάβαινα ότι θα προσπαθήσει να σωθεί παρά το δίκαιο παριστάνοντας τον δημοκράτη και ότι θα χρησιμοποιήσει ως απόδειξη της προσήλωσής του στη δημοκρατία το γεγονός ότι εξορίστηκε. Εγώ όμως θα μπορούσα να αναφέρω και άλλους από αυτούς που συνέπραξαν στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, κάποιους που εκτελέστηκαν, και κάποιους άλλους που εξορίστηκαν και αποκλείστηκαν από τη νομή της εξουσίας.

[16] Λογικώ τω τρόπω επομένως δεν υπάρχει εν προκειμένω κανένα ελαφρυντικό γι᾽ αυτόν. Γιατί στο να εξοριστείτε εσείς συνέβαλε κατά ένα μέρος και αυτός, ενώ η δική του η επάνοδος οφείλεται στη δημοκρατία σας. Εκτός αυτού, είναι και αδιανόητο να του χρωστάτε ευγνωμοσύνη για όσα έπαθε παρά τη θέλησή του, αλλά να μην του επιβάλετε καμιά τιμωρία για τα αδικήματα που διέπραξε με τη θέλησή του.