Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Περὶ τοῦ σηκοῦ ἀπολογία (12-19)

[12] Ἐγὼ τοίνυν, ὦ βουλή, ἐν μὲν τῷ τέως χρόνῳ, ὅσοι με φάσκοιεν δεινὸν εἶναι καὶ ἀκριβῆ καὶ οὐδὲν ἂν εἰκῇ καὶ ἀλογίστως ποιῆσαι, ἠγανάκτουν ἄν, ἡγούμενος μᾶλλον λέγεσθαι ‹ἢ› ὥς μοι προσῆκε· νῦν δὲ πάντας ἂν ὑμᾶς βουλοίμην περὶ ἐμοῦ ταύτην τὴν γνώμην ἔχειν, ἵνα ἡγῆσθέ με σκοπεῖν ‹ἂν›, εἴπερ τοιούτοις ἔργοις ἐπεχείρουν, καὶ ὅ τι κέρδος ἐγίγνετό τῷ ἀφανίσαντι καὶ ἥτις ζημία τῷ ποιήσαντι, καὶ τί ἂν λαθὼν διεπραξάμην καὶ τί ἂν φανερὸς γενόμενος ὑφ᾽ ὑμῶν ἔπασχον.

[13] πάντες γὰρ ἄνθρωποι τὰ τοιαῦτα οὐχ ὕβρεως ἀλλὰ κέρδους ἕνεκα ποιοῦσι· καὶ ὑμᾶς εἰκὸς οὕτω σκοπεῖν, καὶ τοὺς ἀντιδίκους ἐκ τούτων τὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι, ἀποφαίνοντας ἥτις ὠφέλεια τοῖς ἀδικήσασιν ἐγίγνετο.

[14] οὗτος μέντοι οὐκ ἂν ἔχοι ἀποδεῖξαι οὔθ᾽ ὡς ὑπὸ πενίας ἠναγκάσθην τοιούτοις ἔργοις ἐπιχειρεῖν, οὔθ᾽ ὡς τὸ χωρίον μοι διεφθείρετο τοῦ σηκοῦ ὄντος, οὔθ᾽ ὡς ἀμπέλοις ἐμποδὼν ἦν, οὔθ᾽ ὡς οἰκίας ἐγγύς, οὔθ᾽ ὡς ἐγὼ ἄπειρος τῶν παρ᾽ ὑμῖν κινδύνων, εἴ τι τοιοῦτον ἔπραττον. πολλὰς ‹γὰρ› ἂν καὶ μεγάλας ἐμαυτῷ ζημίας γιγνομένας ἀποφήναιμι·

[15] ὃς πρῶτον μὲν μεθ᾽ ἡμέραν ἐξέκοπτον τὸν σηκόν, ὥσπερ οὐ πάντας λαθεῖν δέον, ἀλλὰ πάντας Ἀθηναίους εἰδέναι. καὶ εἰ μὲν αἰσχρὸν ἦν μόνον τὸ πρᾶγμα, ἴσως ἄν τις τῶν παριόντων ἠμέλησε· νῦν δ᾽ οὐ περὶ αἰσχύνης ἀλλὰ τῆς μεγίστης ζημίας ἐκινδύνευον.

[16] πῶς δ᾽ οὐκ ἂν ἦ ἀθλιώτατος ἀνθρώπων ἁπάντων, εἰ τοὺς ἐμαυτοῦ θεράποντας μηκέτι δούλους ἔμελλον ἕξειν ἀλλὰ δεσπότας τὸν λοιπὸν βίον, τοιοῦτον ἔργον συνειδότας; ὥστε εἰ καὶ τὰ μέγιστα εἰς ἐμὲ ἐξημάρτανον, οὐκ ἂν οἷόν τ᾽ ἦν δίκην με παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνειν· εὖ γὰρ ἂν ᾔδη ὅτι ἐπ᾽ ἐκείνοις ἦν καὶ ἐμὲ τιμωρήσασθαι καὶ αὐτοῖς μηνύσασιν ἐλευθέροις γενέσθαι.

[17] ἔτι τοίνυν, εἰ τῶν οἰκετῶν παρέστη μοι μηδὲν φροντίζειν, πῶς ἂν ἐτόλμησα τοσούτων μεμισθωμένων καὶ ἁπάντων συνειδότων ἀφανίσαι τὸν σηκὸν βραχέος μὲν κέρδους ἕνεκα, προθεσμίας δὲ οὐδεμιᾶς οὔσης τῷ κινδύνῳ τοῖς εἰργασμένοις ἅπασι τὸ χωρίον ὁμοίως προσῆκον εἶναι σῶν τὸν σηκόν, ἵν᾽ εἴ τις αὐτοὺς ᾐτιᾶτο, εἶχον ἀνενεγκεῖν ὅτῳ παρέδοσαν; νῦν δὲ καὶ ἐμὲ ἀπολύσαντες φαίνονται, καὶ σφᾶς αὐτούς, εἴπερ ψεύδονται, μετόχους τῆς αἰτίας καθιστάντες.

[18] εἰ τοίνυν καὶ ταῦτα παρεσκευασάμην, πῶς ἂν οἷός τ᾽ ἦν πάντας πεῖσαι τοὺς παριόντας, ἢ τοὺς γείτονας, οἳ οὐ μόνον ἀλλήλων ταῦτ᾽ ἴσασιν ἃ πᾶσιν ὁρᾶν ἔξεστιν, ἀλλὰ καὶ περὶ ὧν ἀποκρυπτόμεθα μηδένα εἰδέναι ‹ἐπειγόμενοι›, καὶ περὶ ἐκείνων πυνθάνονται; ἐμοὶ τοίνυν τούτων οἱ μὲν φίλοι οἱ δὲ διάφοροι περὶ τῶν ἐμῶν τυγχάνουσιν ὄντες·

[19] οὓς ἐχρῆν τοῦτον παρασχέσθαι μάρτυρας, καὶ μὴ μόνον οὕτως τολμηρὰς κατηγορίας ποιεῖσθαι· ὅς φησιν ὡς ἐγὼ μὲν παρειστήκη, οἱ δ᾽ οἰκέται ἐξέτεμνον τὰ πρέμνα, ἀναθέμενος δὲ ὁ βοηλάτης ᾤχετο ἀπάγων τὰ ξύλα.

***
[12] Στο παρελθόν, μέλη της βουλής, αν κάποιοι έλεγαν ότι εγώ είμαι δαιμόνιος και υπολογιστής και ότι δεν θα έκανα τίποτα τυχαία και απερίσκεπτα, θα θύμωνα, επειδή πίστευα ότι η περιγραφή ήταν υπερβολική σε σχέση με την πραγματικότητα. Αντίθετα τώρα θα ήθελα να έχετε όλοι εσείς αυτή τη γνώμη για μένα, για να θεωρείτε ότι εγώ, αν έκανα κάτι τέτοιο, θα υπολόγιζα και τί κέρδος θα είχε αυτός που θα απομάκρυνε τον κορμό και ποιά τιμωρία αυτός που θα το έκανε και τί θα κατάφερνα, αν δεν γινόμουν αντιληπτός, και ποιά αντιμετώπιση θα είχα από σας, αν αποκαλυπτόταν το πράγμα.

[13] Διότι όλοι οι άνθρωποι προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες όχι για να προκαλέσουν, αλλά για το κέρδος. Είναι ως εκ τούτου λογικό και εσείς να εξετάζετε τα πράγματα από αυτή την οπτική, και οι κατήγοροι να θεμελιώνουν πάνω σ᾽ αυτή τη βάση τις κατηγορίες, αποδεικνύοντας ποιό το όφελος που είχαν οι δράστες.

[14] Αυτός ωστόσο δεν θα μπορέσει να αποδείξει ούτε ότι αναγκάστηκα λόγω πενίας να προβώ σε τέτοιες ενέργειες, ούτε ότι υποβαθμιζόταν το χωράφι από την ύπαρξη του κορμού, ούτε ότι ο κορμός εμπόδιζε κλήματα, ούτε ότι βρισκόταν κοντά σε σπίτι, ούτε ότι εγώ δεν γνώριζα τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζα ενώπιόν σας, αν έκανα κάτι τέτοιο. Απεναντίας, θα μπορούσα να αναφέρω πολλές βαριές ποινές που θα αντιμετώπιζα.

[15] Καταρχάς ξερίζωνα, λέει, μέρα μεσημέρι τον κορμό, λες και δεν έπρεπε να μην το αντιληφθεί κανείς, αλλά να το μάθει όλη η Αθήνα. Και αν βέβαια μια τέτοια ενέργεια ήταν απλώς επονείδιστη, θα αδιαφορούσε ίσως κάποιος για τους περαστικούς. Τώρα όμως ο κίνδυνος στον οποίο εξέθετα τον εαυτό μου δεν αφορούσε το όνειδος, αλλά την πιο βαριά ποινή.

[16] Και θα ήμουν ή όχι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο, αν έπρεπε εφεξής να έχω τους υπηρέτες μου όχι πλέον δούλους αλλά κυρίους, από τη στιγμή που θα γνώριζαν μια τέτοια ενέργεια; Συνεπώς, ακόμα και αν έκαναν τα χείριστα εις βάρος μου, δεν θα υπήρχε τρόπος να τους τιμωρήσω. Γιατί θα γνώριζα καλά ότι ήταν στο χέρι τους και να εκδικηθούν εμένα και οι ίδιοι να αποκτήσουν την ελευθερία τους καταδίδοντάς με.

[17] Επιπλέον, αν μου είχε περάσει από τον νου να αγνοήσω πλήρως τους υπηρέτες, πώς θα τολμούσα, τη στιγμή που είχαν μισθώσει τόσοι το χωράφι και όλοι τους γνώριζαν, να απομακρύνω για ασήμαντο κέρδος τον κορμό, όταν δεν επέρχεται ποτέ παραγραφή για το αδίκημα και όλοι ανεξαιρέτως όσοι είχαν καλλιεργήσει το χωράφι είχαν κάθε λόγο να διαφυλαχθεί ο κορμός, για να μπορούν, σε περίπτωση που κάποιος τους εγκαλούσε, να υποδείξουν σε ποιόν τον παρέδωσαν; Αντίθετα τώρα, και εμένα με απαλλάσσουν αδιαμφισβήτητα και τους εαυτούς των εάν ψεύδονται, τους καθιστούν συνενόχους.

[18] Αν τώρα τα εμεθόδευσα και αυτά, πώς θα μπορούσα να πείσω όλους τους διερχόμενους ή τους γείτονες, που ο ένας για τον άλλον δεν γνωρίζουν μόνο αυτά που μπορεί να δει ο καθένας, αλλά που ζητούν να μάθουν και για πράγματα για τα οποία κάνουμε το παν να τα αποκρύψουμε, προκειμένου να μην τα γνωρίζει κανένας; Από αυτούς πάλι κάποιοι συμβαίνει να είναι φίλοι μου και κάποιοι να έχουν διένεξη μαζί μου για την περιουσία μου.

[19] Εκείνους όφειλε αυτός να παρουσιάσει ως μάρτυρες και να μη διατυπώνει απλώς τόσο προκλητικές κατηγορίες. Αυτός ισχυρίζεται ότι εγώ παρακολουθούσα, ότι οι υπηρέτες έκοβαν τις ρίζες και ότι ο αμαξηλάτης φόρτωσε τα ξύλα και έφυγε μεταφέροντάς τα μακριά.