Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ τῶν σιτοπωλῶν (1-6)

[1] Πολλοί μοι προσεληλύθασιν, ὦ ἄνδρες δικασταί, θαυμάζοντες ὅτι ἐγὼ τῶν σιτοπωλῶν ἐν τῇ βουλῇ κατηγόρουν, καὶ λέγοντες ὅτι ὑμεῖς, εἰ ὡς μάλιστα αὐτοὺς ἀδικεῖν ἡγεῖσθε, οὐδὲν ἧττον καὶ τοὺς περὶ τούτων ποιουμένους ‹τοὺς› λόγους συκοφαντεῖν νομίζετε. ὅθεν οὖν ἠνάγκασμαι κατηγορεῖν αὐτῶν, περὶ τούτων πρῶτον εἰπεῖν βούλομαι.

[2] Ἐπειδὴ γὰρ οἱ πρυτάνεις ἀπέδοσαν εἰς τὴν βουλὴν περὶ αὐτῶν, οὕτως ὠργίσθησαν αὐτοῖς, ὥστε ἔλεγόν τινες τῶν ῥητόρων ὡς ἀκρίτους αὐτοὺς χρὴ τοῖς ἕνδεκα παραδοῦναι θανάτῳ ζημιῶσαι. ἡγούμενος δὲ ἐγὼ δεινὸν εἶναι τοιαῦτα ἐθίζεσθαι ποιεῖν τὴν βουλήν, ἀναστὰς εἶπον ὅτι μοι δοκοίη κρίνειν τοὺς σιτοπώλας κατὰ τὸν νόμον, νομίζων, εἰ μέν εἰσιν ἄξια θανάτου εἰργασμένοι, ὑμᾶς οὐδὲν ἧττον ἡμῶν γνώσεσθαι τὰ δίκαια, εἰ δὲ μηδὲν ἀδικοῦσιν, οὐ δεῖν αὐτοὺς ἀκρίτους ἀπολωλέναι.

[3] πεισθείσης δὲ τῆς βουλῆς ταῦτα, διαβάλλειν ἐπεχείρουν με λέγοντες ὡς ἐγὼ σωτηρίας ἕνεκα τῆς τῶν σιτοπωλῶν τοὺς λόγους τούτους ἐποιούμην. πρὸς μὲν οὖν τὴν βουλήν, ὅτ᾽ ἦν αὐτοῖς ἡ κρίσις, ἔργῳ ἀπελογησάμην· τῶν γὰρ ἄλλων ἡσυχίαν ἀγόντων ἀναστὰς αὐτῶν κατηγόρουν, καὶ πᾶσι φανερὸν ἐποίησα ὅτι οὐχ ὑπὲρ τούτων ἔλεγον, ἀλλὰ τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις ἐβοήθουν.

[4] ἠρξάμην μὲν οὖν τούτων ἕνεκα, δεδιὼς τὰς αἰτίας· αἰσχρὸν δ᾽ ἡγοῦμαι πρότερον παύσασθαι, πρὶν ἂν ὑμεῖς περὶ αὐτῶν ὅ τι ἂν βούλησθε ψηφίσησθε.

[5] Καὶ πρῶτον μὲν ἀνάβητε. εἰπὲ σὺ ἐμοί, μέτοικος εἶ; Ναί. Μετοικεῖς δὲ πότερον ὡς πεισόμενος τοῖς νόμοις τοῖς τῆς πόλεως, ἢ ὡς ποιήσων ὅ τι ἂν βούλῃ; Ὡς πεισόμενος. Ἄλλο τι οὖν ἢ ἀξιοῖς ἀποθανεῖν, εἴ τι πεποίηκας παρὰ τοὺς νόμους, ἐφ᾽ οἷς θάνατος ἡ ζημία; Ἔγωγε. Ἀπόκριναι δή μοι, εἰ ὁμολογεῖς πλείω σῖτον συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμῶν, ὧν ὁ νόμος ἐξεῖναι κελεύει. Ἐγὼ τῶν ἀρχόντων κελευόντων συνεπριάμην.

[6] Ἂν μὲν τοίνυν ἀποδείξῃ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὡς ἔστι νόμος ὃς κελεύει τοὺς σιτοπώλας συνωνεῖσθαι τὸν σῖτον, ἂν οἱ ἄρχοντες κελεύωσιν, ἀποψηφίσασθε· εἰ δὲ μή, δίκαιον ὑμᾶς καταψηφίσασθαι. ἡμεῖς γὰρ ὑμῖν παρεσχόμεθα τὸν νόμον, ὃς ἀπαγορεύει μηδένα τῶν ἐν τῇ πόλει πλείω σῖτον πεντήκοντα φορμῶν συνωνεῖσθαι.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
[1] Ήρθαν και με βρήκαν πολλοί, άνδρες δικαστές, που εξέφραζαν την έκπληξή τους για το γεγονός ότι εγώ κατηγορούσα στη βουλή τους σιτοπώλες, και που έλεγαν ότι εσείς, ναι μεν μπορεί να πιστεύετε ότι αυτοί είναι αυταποδείκτως ένοχοι, την ίδια στιγμή ωστόσο θεωρείτε συκοφάντες όσους μιλούν γι᾽ αυτούς. Επιθυμώ λοιπόν καταρχάς να σας εξηγήσω πώς αναγκάστηκα να τους κατηγορήσω.

[2] Όταν οι πρυτάνεις παρέπεμψαν την υπόθεση στη βουλή, ήταν τέτοια η οργή εναντίον αυτών, ώστε κάποιοι από τους αγορητές έλεγαν ότι πρέπει να παραδοθούν χωρίς δίκη στους Ένδεκα για εκτέλεση. Επειδή θεώρησα ότι είναι επικίνδυνο να εθίζεται η βουλή σε τέτοιες πρακτικές, σηκώθηκα και είπα ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να κριθούν οι σιτοπώλες σύμφωνα με τον νόμο. Είχα την άποψη ότι, αν έχουν κάνει πράξεις που επισύρουν την ποινή του θανάτου, εσείς διόλου λιγότερο από εμάς θα αποδώσετε δικαιοσύνη, αν πάλι δεν έχουν διαπράξει κανένα αδίκημα, δεν πρέπει να θανατωθούν χωρίς δίκη.

[3] Όταν η βουλή αποδέχθηκε την πρότασή μου, προσπάθησαν κάποιοι να με διαβάλλουν λέγοντας ότι εγώ τα είπα αυτά για να σώσω τους σιτοπώλες. Ενώπιον λοιπόν της βουλής, όταν αυτοί κρίνονταν, απολογήθηκα με τις πράξεις μου. Εξηγούμαι: Ενώ οι άλλοι δεν αντιδρούσαν, σηκώθηκα και τους κατηγόρησα, και κατέστησα φανερό σε όλους ότι δεν μίλησα υπέρ των σιτοπωλών, αλλά υπερασπίστηκα τους κειμένους νόμους.

[4] Άρχισα λοιπόν γι᾽ αυτόν τον λόγο, επειδή φοβήθηκα τις διαβολές. Και το θεωρώ όνειδος να σταματήσω, προτού εσείς λάβετε γι᾽ αυτούς την απόφαση που θέλετε.

ΠΡΟΘΕΣΗ
[5] Ανεβείτε καταρχάς στο βήμα. Πες μου εσύ: Είσαι μέτοικος; ―Ναι. ―Και είσαι μέτοικος για να υπακούεις στους νόμους της πόλης, ή για να κάνεις ό,τι θέλεις; ―Για να υπακούω. ―Έχεις άλλη άποψη ή πιστεύεις ότι πρέπει να θανατωθείς, αν, παραβαίνοντας τους νόμους, έχεις κάνει κάτι για το οποίο η ποινή είναι θάνατος; ―Σαφώς και το πιστεύω. ―Απάντησέ μου λοιπόν, αν παραδέχεσαι ότι αγόρασες και αποθήκευσες περισσότερο σιτάρι από πενήντα φορμούς, ποσότητα που ο νόμος ορίζει ότι επιτρέπεται. ―Αγόρασα και αποθήκευσα, έπειτα από υπόδειξη των υπεύθυνων αξιωματούχων.

 [6] Αν λοιπόν αποδείξει, άνδρες δικαστές, ότι υπάρχει νόμος που ορίζει να αγοράζουν και να αποθηκεύουν οι σιτοπώλες το σιτάρι, αν τους το ζητήσουν οι υπεύθυνοι αξιωματούχοι, αθωώστε τον. Αν όχι, το δίκαιο απαιτεί να τον καταδικάσετε. Διότι εμείς σας παρουσιάσαμε τον νόμο που απαγορεύει να αγοράζει και να αποθηκεύει οιοσδήποτε στην πόλη περισσότερο σιτάρι από πενήντα φορμούς.