Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Νικομάχου (1-6)

[1] Ἤδη, ὦ ἄνδρες δικασταί, τινὲς εἰς κρίσιν καταστάντες ἀδικεῖν μὲν ἔδοξαν, ἀποφαίνοντες δὲ τὰς τῶν προγόνων ἀρετὰς καὶ τὰς σφετέρας αὐτῶν εὐεργεσίας συγγνώμης ἔτυχον παρ᾽ ὑμῶν. ἐπειδὴ τοίνυν καὶ τῶν ἀπολογουμένων ἀποδέχεσθε, ἐάν τι ἀγαθὸν φαίνωνται τὴν πόλιν πεποιηκότες, ἀξιῶ καὶ τῶν κατηγόρων ὑμᾶς ἀκροάσασθαι, ἐὰν ἀποφαίνωσι τοὺς φεύγοντας πάλαι πονηροὺς ὄντας.

[2] ὅτι μὲν τοίνυν ὁ πατὴρ ὁ Νικομάχου δημόσιος ἦν, καὶ οἷα νέος ὢν οὗτος ἐπετήδευσε, καὶ ὅσα ἔτη γεγονὼς εἰς τοὺς φράτερας εἰσήχθη, πολὺ ἂν ἔργον εἴη λέγειν· ἐπειδὴ δὲ τῶν νόμων ἀναγραφεὺς ἐγένετο, τίς οὐκ οἶδεν οἷα τὴν πόλιν ἐλυμήνατο; προσταχθὲν γὰρ αὐτῷ τεττάρων μηνῶν ἀναγράψαι τοὺς νόμους τοὺς Σόλωνος, ἀντὶ μὲν Σόλωνος αὑτὸν νομοθέτην κατέστησεν, ἀντὶ δὲ τεττάρων μηνῶν ἑξέτη τὴν ἀρχὴν ἐποιήσατο, καθ᾽ ἑκάστην δὲ ἡμέραν ἀργύριον λαμβάνων τοὺς μὲν ἐνέγραφε τοὺς δὲ ἐξήλειφεν.

[3] εἰς τοῦτο δὲ κατέστημεν, ὥστε ἐκ τῆς τούτου χειρὸς ἐταμιευόμεθα τοὺς νόμους καὶ οἱ ἀντίδικοι ἐπὶ τοῖς δικαστηρίοις ἐναντίους παρείχοντο, ἀμφότεροι παρὰ Νικομάχου φάσκοντες εἰληφέναι. ἐπιβαλλόντων δὲ τῶν ἀρχόντων ἐπιβολὰς καὶ εἰσαγόντων εἰς τὸ δικαστήριον οὐκ ἠθέλησε παραδοῦναι τοὺς νόμους· ἀλλὰ πρότερον ἡ πόλις εἰς τὰς μεγίστας συμφορὰς κατέστη, πρὶν τοῦτον ἀπαλλαγῆναι τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν πεπραγμένων εὐθύνας ὑποσχεῖν.

[4] καὶ γάρ τοι, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπειδὴ ἐκείνων δίκην οὐ δέδωκεν, ὁμοίαν καὶ νῦν τὴν ἀρχὴν κατεστήσατο, ὅστις πρῶτον μὲν τέτταρα ἔτη ἀνέγραψεν, ἐξὸν αὐτῷ τριάκοντα ἡμερῶν ἀπαλλαγῆναι· ἔπειτα διωρισμένον ἐξ ὧν ἔδει ἀναγράφειν, αὑτὸν ἁπάντων κύριον ἐποιήσατο, καὶ ὅσα ‹οὐδεὶς πώποτε› διαχειρίσας μόνος οὗτος τῶν ἀρξάντων εὐθύνας οὐκ ἔδωκεν,

[5] ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἄλλοι τῆς αὑτῶν ἀρχῆς κατὰ πρυτανείαν λόγον ἀποφέρουσι, σὺ δέ, ὦ Νικόμαχε, οὐδὲ τεττάρων ἐτῶν ἠξίωσας ἐγγράψαι, ἀλλὰ μόνῳ σοὶ τῶν πολιτῶν ἐξεῖναι νομίζεις ἄρχειν πολὺν χρόνον, καὶ μήτε εὐθύνας διδόναι μήτε τοῖς ψηφίσμασι πείθεσθαι μήτε τῶν νόμων φροντίζειν, ἀλλὰ τὰ μὲν ἐγγράφεις τὰ δ᾽ ἐξαλείφεις, καὶ εἰς τοῦτο ὕβρεως ἥκεις, ὥστε σαυτοῦ νομίζεις εἶναι τὰ τῆς πόλεως, αὐτὸς δημόσιος ὤν.

[6] ὑμᾶς τοίνυν χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἀναμνησθέντας καὶ τῶν προγόνων τῶν Νικομάχου, οἵτινες ἦσαν, καὶ οὗτος ὡς ἀχαρίστως ὑμῖν προσενήνεκται παρανομήσας, κολάσαι αὐτόν, καὶ ἐπειδὴ ἑνὸς ἑκάστου δίκην οὐκ εἰλήφατε, νῦν ὑπὲρ ἁπάντων γοῦν τὴν τιμωρίαν ποιήσασθαι.

***
[1] Στο παρελθόν, άνδρες δικαστές, κάποιοι που οδηγήθηκαν σε δίκη κρίθηκαν μεν ένοχοι, επικαλούμενοι ωστόσο τις περγαμηνές των προγόνων τους και τις δικές τους ευεργεσίες, εξασφάλισαν τη συγγνώμη σας. Επειδή λοιπόν δέχεστε να ακούτε τους απολογούμενους, εάν αποδεδειγμένως έχουν κάνει κάτι καλό στην πόλη, ζητώ να ακούσετε και τους κατήγορους, εάν αποδεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι είναι παλαιόθεν φαύλοι.

[2] Ότι εν προκειμένω ο πατέρας του Νικόμαχου ήταν δημόσιος δούλος, και ποιός ήταν ο βίος και η πολιτεία του ίδιου όταν ήταν νέος, και σε ποιά ηλικία έγινε η εισαγωγή του στους φράτερες, θα πήγαινε μακριά να τα αναφέρω. Από τότε όμως που ανέλαβε να καταγράψει τους νόμους, ποιός δεν γνωρίζει πόσο βαρύ ήταν το τίμημα που κατέβαλε η πόλη; Διότι, ενώ έλαβε εντολή να καταγράψει τους νόμους του Σόλωνος σε διάστημα τεσσάρων μηνών, αναγόρευσε τον εαυτό του νομοθέτη στη θέση του Σόλωνα, και μετέτρεψε τη θητεία του από τετράμηνη σε εξαετή, και χρηματιζόμενος καθημερινά άλλοτε πρόσθετε νόμους και άλλοτε απάλειφε.

[3] Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να προμηθευόμαστε με δόσεις τους νόμους από το χέρι αυτού του ανθρώπου και οι αντίδικοι να παρουσιάζουν στο δικαστήριο αντικρουόμενους νόμους, ισχυριζόμενοι και οι μεν και οι δε ότι τους είχαν πάρει από τον Νικόμαχο. Όταν οι άρχοντες επέβαλλαν πρόστιμα και παρέπεμπαν την υπόθεση στο δικαστήριο, δεν εδέησε να παραδώσει τους νόμους. Έπρεπε πρώτα να βυθιστεί η πόλη στις πιο μεγάλες συμφορές, προτού αυτός απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και λογοδοτήσει για τα πεπραγμένα του.

[4] Επιπροσθέτως, άνδρες δικαστές, επειδή δεν τιμωρήθηκε για εκείνα, ασκεί και αυτή τη φορά με παρόμοιο τρόπο τα καθήκοντά του. Καταρχάς παρέμεινε στη θέση του καταγραφέα τέσσερα έτη, ενώ μπορούσε να ολοκληρώσει την καταγραφή σε τριάντα ημέρες. Έπειτα, ενώ ήταν σαφώς προσδιορισμένο από πού έπρεπε να γίνει η καταγραφή, κατέστησε τον εαυτό του κύριο του συνόλου των νόμων. Και παρότι χειρίστηκε τόσα θέματα όσα κανένας άλλος έως σήμερα, αυτός είναι ο μόνος αξιωματούχος που δεν έχει λογοδοτήσει.

[5] Οι άλλοι προβαίνουν σε απολογισμό για τη θητεία τους σε κάθε πρυτανεία. Εσύ αντιθέτως, Νικόμαχε, ούτε σε διάστημα τεσσάρων ετών δεν θεώρησες σωστό να καταθέσεις εγγράφως απολογισμό, αλλά νομίζεις ότι μόνος εσύ από τους πολίτες έχεις το δικαίωμα να αναλαμβάνεις αξιώματα επί μακρόν και ούτε να λογοδοτείς ούτε να εφαρμόζεις τις αποφάσεις ούτε να σκοτίζεσαι για τους νόμους, όπου άλλοτε παρεμβάλλεις διατάξεις και άλλοτε απαλείφεις. Και έφτασες σε τέτοιο σημείο προκλητικότητας, ώστε να θεωρείς ιδιοκτησία σου την πόλη, ενώ είσαι ο ίδιος ιδιοκτησία της πόλης.

[6] Εσείς λοιπόν, άνδρες δικαστές, έχετε χρέος, αφού ανακαλέσετε στη μνήμη σας και ποιοί ήταν οι πρόγονοι του Νικόμαχου και πόσο αχάριστα σας φέρθηκε ο ίδιος με τις παρανομίες του, να τον τιμωρήσετε. Επειδή μάλιστα δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη για καθένα χωριστά, οφείλετε να τον τιμωρήσετε τουλάχιστον τώρα συλλήβδην για όλα.