Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Θεομνήστου (1-5)

[1] Μαρτύρων μὲν οὐκ ἀπορίαν μοι ἔσεσθαι δοκῶ, ὦ ἄνδρες δικασταί· πολλοὺς γὰρ ὑμῶν ὁρῶ δικάζοντας τῶν τότε παρόντων, ὅτε Λυσίθεος Θεόμνηστον εἰσήγγελλε τὰ ὅπλα ἀποβεβληκότα, οὐκ ἐξὸν αὐτῷ, δημηγορεῖν· ἐν ἐκείνῳ γὰρ τῷ ἀγῶνι τὸν πατέρα μ᾽ ἔφασκεν ἀπεκτονέναι τὸν ἐμαυτοῦ.

[2] ἐγὼ δ᾽, εἰ μὲν τὸν ἑαυτοῦ με ἀπεκτονέναι ᾐτιᾶτο, συγγνώμην ἂν εἶχον αὐτῷ τῶν εἰρημένων (φαῦλον γὰρ αὐτὸν καὶ οὐδενὸς ἄξιον ἡγούμην)· οὐδ᾽ εἴ τι ἄλλο τῶν ἀπορρήτων ἤκουσα, οὐκ ἂν ἐπεξῆλθον αὐτῷ (ἀνελευθέρων γὰρ καὶ λίαν φιλοδίκων εἶναι νομίζω κακηγορίας δικάζεσθαι)·

[3] νυνὶ δὲ αἰσχρόν μοι εἶναι δοκεῖ περὶ τοῦ πατρός, οὕτω πολλοῦ ἀξίου γεγενημένου καὶ ὑμῖν καὶ τῇ πόλει, μὴ τιμωρήσασθαι τὸν ταῦτ᾽ εἰρηκότα, καὶ παρ᾽ ὑμῶν εἰδέναι βούλομαι πότερον δώσει δίκην, ἢ τούτῳ μόνῳ Ἀθηναίων ἐξαίρετόν ἐστι καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν παρὰ τοὺς νόμους ὅ τι ἂν βούληται.

[4] Ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἔτη ἐστὶ ‹δύο καὶ› τριάκοντα, ἐξ ὅτου ‹δ᾽› ὑμεῖς κατεληλύθατε, εἰκοστὸν τουτί. φαίνομαι οὖν τρισκαιδεκέτης ὢν ὅτε ὁ πατὴρ ὑπὸ τῶν τριάκοντα ἀπέθνῃσκε. ταύτην δὲ ἔχων τὴν ἡλικίαν οὔτε τί ἐστιν ὀλιγαρχία ἠπιστάμην, οὔτε [ἂν] ἐκείνῳ ἀδικουμένῳ ἐδυνάμην βοηθῆσαι.

[5] καὶ μὲν δὴ οὐκ ‹ἂν› ὀρθῶς τῶν χρημάτων ἕνεκα ἐπεβούλευσα αὐτῷ· ὁ γὰρ πρεσβύτερος ἀδελφὸς Πανταλέων ἅπαντα παρέλαβε, καὶ ἐπιτροπεύσας ἡμᾶς τῶν πατρῴων ἀπεστέρησεν, ὥστε πολλῶν ἕνεκα, ὦ ἄνδρες δικασταί, προσῆκέ μοι αὐτὸν βούλεσθαι ζῆν. ἀνάγκη μὲν οὖν περὶ αὐτῶν μνησθῆναι, οὐδὲν δὲ δεῖ πολλῶν λόγων· σχεδὸν ‹γὰρ› ἐπίστασθε ἅπαντες ὅτι ἀληθῆ λέγω. ὅμως δὲ μάρτυρας αὐτῶν παρέξομαι.

***
[1] Πρόβλημα με μάρτυρες δεν νομίζω ότι θα έχω, άνδρες δικαστές. Γιατί βλέπω ανάμεσά σας ως δικαστές πολλούς από αυτούς που ήταν τότε παρόντες, όταν ο Λυσίθεος ζήτησε να ελεγχθεί ο Θεόμνηστος με τη διαδικασία της δοκιμασίας, διότι μιλούσε στην Εκκλησία του δήμου, ενώ δεν είχε δικαίωμα, επειδή είχε εγκαταλείψει τα όπλα. Ήταν σε εκείνη τη δίκη που έλεγε ότι εγώ σκότωσα τον πατέρα μου.

[2] Εγώ ωστόσο, αν με κατηγορούσε ότι σκότωσα τον δικό του πατέρα, θα τον συγχωρούσα γι᾽ αυτά που είχε πει (γιατί θεωρούσα τον πατέρα του ασήμαντο και ανάξιο λόγου). Επίσης, αν είχε πει για μένα κάτι άλλο από αυτά που απαγορεύεται να πεις, πάλι δεν θα τον εδίωκα δικαστικά (γιατί θεωρώ ότι μόνο αναξιοπρεπείς και δικομανείς εμπλέκονται σε δίκες για δυσφήμηση).

[3] Τώρα όμως νομίζω ότι αποτελεί όνειδος να μην τιμωρήσω τον άνθρωπο που είπε αυτά για τον πατέρα μου, ο οποίος άξιζε τόσο και για σας και για την πόλη. Και θέλω να ξέρω από σας αν θα τιμωρηθεί ή αν, μόνος αυτός από τους Αθηναίους, θα έχει παρά τους νόμους το προνόμιο να κάνει και να λέει ό,τι θέλει.

[4] Εγώ, άνδρες δικαστές, είμαι τριάντα δύο ετών, και τούτο είναι το εικοστό έτος από τότε που εσείς επανήλθατε από την εξορία. Προκύπτει λοιπόν ότι ήμουν δεκατριών ετών, όταν θανατώθηκε ο πατέρας μου από τους Τριάκοντα. Σε αυτή την ηλικία ούτε ήξερα τί εστί ολιγαρχία ούτε ήμουν σε θέση να τον βοηθήσω όταν τον αδικούσαν.

[5] Εξάλλου, δεν θα είχε νόημα να επιβουλευτώ τη ζωή του για χρήματα, και τούτο γιατί τα πήρε όλα ο μεγαλύτερος αδελφός μου Πανταλέων, ο οποίος ανέλαβε την επιτροπεία μας και μας στέρησε την πατρική περιουσία. Επομένως, για πολλούς λόγους, άνδρες δικαστές, ήταν λογικό να θέλω να είναι ο πατέρας μου στη ζωή. Είμαι λοιπόν υποχρεωμένος να αναφερθώ σε αυτά, ωστόσο δεν χρειάζεται να μακρηγορήσω, γιατί γνωρίζετε σχεδόν όλοι ότι λέω την αλήθεια. Εν τούτοις θα παρουσιάσω σχετικά με αυτά και μάρτυρες.