Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Περὶ τοῦ σηκοῦ ἀπολογία (1-11)

[1] Πρότερον μέν, ὦ βουλή, ἐνόμιζον ἐξεῖναι τῷ βουλομένῳ, ἡσυχίαν ἄγοντι, μήτε δίκας ἔχειν μήτε πράγματα· νυνὶ δὲ οὕτως ἀπροσδοκήτως αἰτίαις καὶ πονηροῖς συκοφάνταις περιπέπτωκα, ὥστ᾽ εἴ πως οἷόν τε, δοκεῖ μοι δεῖν καὶ τοὺς μὴ γεγονότας ἤδη δεδιέναι περὶ τῶν μελλόντων ἔσεσθαι· διὰ γὰρ τοὺς τοιούτους οἱ κίνδυνοι [οἱ] κοινοὶ γίγνονται καὶ τοῖς μηδὲν ἀδικοῦσι καὶ τοῖς πολλὰ ἡμαρτηκόσιν.

[2] οὕτω δ᾽ ἄπορος ὁ ἀγών μοι καθέστηκεν, ὥστε ἀπεγράφην τὸ μὲν πρῶτον ἐλάαν ἐκ τῆς γῆς ἀφανίζειν, καὶ πρὸς τοὺς ἐωνημένους τοὺς καρποὺς τῶν μοριῶν πυνθανόμενοι προσῇσαν· ἐπειδὴ δ᾽ ἐκ τούτου τοῦ τρόπου ἀδικοῦντά με οὐδὲν εὑρεῖν ἐδυνήθησαν, νυνί με σηκόν ‹φασιν› ἀφανίζειν, οἰόμενοι ἐμοὶ μὲν ταύτην τὴν αἰτίαν ἀπορωτάτην εἶναι ἀπελέγξαι, αὐτοῖς δὲ ἐξεῖναι μᾶλλον ὅ τι ἂν βούλωνται λέγειν.

[3] καὶ δεῖ με, περὶ ὧν οὗτος ἐπιβεβουλευκὼς ἥκει, ἅμ᾽ ὑμῖν τοῖς διαγνωσομένοις περὶ τοῦ πράγματος ἀκούσαντα καὶ περὶ τῆς πατρίδος καὶ περὶ τῆς οὐσίας ἀγωνίσασθαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάξαι.

[4] Ἦν μὲν γὰρ τοῦτο Πεισάνδρου τὸ χωρίον, δημευθέντων δὲ τῶν ὄντων ἐκείνου Ἀπολλόδωρος ὁ Μεγαρεὺς δωρεὰν παρὰ τοῦ δήμου λαβὼν τὸν μὲν ἄλλον χρόνον ἐγεώργει, ὀλίγῳ δὲ πρὸ τῶν τριάκοντα Ἀντικλῆς παρ᾽ αὐτοῦ πριάμενος ἐξεμίσθωσεν· ἐγὼ δὲ παρ᾽ Ἀντικλέους εἰρήνης οὔσης ὠνοῦμαι.

[5] ἡγοῦμαι τοίνυν, ὦ βουλή, ἐμὸν ἔργον ἀποδεῖξαι, ὡς, ἐπειδὴ τὸ χωρίον ἐκτησάμην, οὔτ᾽ ἐλάα οὔτε σηκὸς ἐνῆν ἐν αὐτῷ. νομίζω γὰρ τοῦ μὲν προτέρου χρόνου, οὐδ᾽ εἰ πολλαὶ ἐνῆσαν μοριαί, οὐκ ἂν δικαίως ζημιοῦσθαι· εἰ γὰρ μὴ δι᾽ ἡμᾶς εἰσιν ἠφανισμέναι, οὐδὲν προσήκει περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἁμαρτημάτων ὡς ἀδικοῦντας κινδυνεύειν.

[6] πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ‹ὁ› πόλεμος καὶ ἄλλων πολλῶν αἴτιος κακῶν γεγένηται, καὶ τὰ μὲν πόρρω ὑπὸ Λακεδαιμονίων ἐτέμνετο, τὰ δ᾽ ἐγγὺς ὑπὸ τῶν φίλων διηρπάζετο· ὥστε πῶς ἂν δικαίως ὑπὲρ τῶν ‹τότε› τῇ πόλει γεγενημένων συμφορῶν ἐγὼ νυνὶ δίκην διδοίην; ἄλλως τε καὶ τοῦτο τὸ χωρίον ἐν τῷ πολέμῳ δημευθὲν ἄπρατον ἦν πλεῖν ἢ τρία ἔτη.

[7] οὐ θαυμαστὸν δ᾽εἰ τότε τὰς μοριὰς ἐξέκοπτον, ἐν ᾧ οὐδὲ τὰ ἡμέτερ᾽ αὐτῶν φυλάττειν ἐδυνάμεθα. ἐπίστασθε δέ, ὦ βουλή, ὅσοι μάλιστα τῶν τοιούτων ἐπιμέλεσθε, πολλὰ ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ δασέα ὄντα ἰδίαις καὶ μοριαῖς ἐλάαις, ὧν νῦν τὰ πολλὰ ἐκκέκοπται καὶ ἡ γῆ ψιλὴ γεγένηται· καὶ τῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ ἐν τῷ πολέμῳ κεκτημένων οὐκ ἀξιοῦτε παρ᾽ αὐτῶν, ἑτέρων ἐκκοψάντων, δίκην λαμβάνειν.

[8] καίτοι εἰ τοὺς διὰ παντὸς τοῦ χρόνου γεωργοῦντας τῆς αἰτίας ἀφίετε, ἦ που χρὴ τούς γ᾽ ἐν τῇ εἰρήνῃ πριαμένους ἀφ᾽ ὑμῶν ἀζημίους γενέσθαι.

[9] Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, περὶ μὲν τῶν πρότερον γεγενημένων πολλὰ ἔχων εἰπεῖν ἱκανὰ νομίζω τὰ εἰρημένα· ἐπειδὴ δ᾽ ἐγὼ παρέλαβον τὸ χωρίον, πρὶν ἡμέρας πέντε γενέσθαι, ἀπεμίσθωσα Καλλιστράτῳ, ἐπὶ Πυθοδώρου ἄρχοντος·

[10] ὃς δύο ἔτη ἐγεώργησεν, οὔτε ἰδίαν ἐλάαν οὔτε μοριὰν οὔτε σηκὸν παραλαβών. τρίτῳ δὲ ἔτει Δημήτριος οὑτοσὶ ἠργάσατο ἐνιαυτόν· τῷ δὲ τετάρτῳ Ἀλκίᾳ Ἀντισθένους ἀπελευθέρῳ ἐμίσθωσα, ὃς τέθνηκε· κᾆτα τρία ἔτη ὁμοίως καὶ Πρωτέας ἐμισθώσατο. Καί μοι δεῦρ᾽ ἴτε, μάρτυρες.

[11] Ἐπειδὴ τοίνυν ὁ χρόνος οὗτος ἐξήκει, αὐτὸς γεωργῶ. φησὶ δὲ ὁ κατήγορος ἐπὶ Σουνιάδου ἄρχοντος σηκὸν ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐκκεκόφθαι. ὑμῖν δὲ μεμαρτυρήκασιν οἱ πρότερον ἐργαζόμενοι καὶ πολλὰ ἔτη παρ᾽ ἐμοῦ μεμισθωμένοι μὴ εἶναι σηκὸν ἐν τῷ χωρίῳ. καίτοι πῶς ἄν τις φανερώτερον ἐξελέγξειε ψευδόμενον τὸν κατήγορον; οὐ γὰρ οἷόν τε, ἃ πρότερον μὴ ἦν, ταῦτα τὸν ὕστερον ἐργαζόμενον ἀφανίζειν.

***
[1] Στο παρελθόν ενόμιζα, μέλη της βουλής, ότι όποιος ήθελε μπορούσε να κοιτάει τη δουλειά του και να μην έχει ούτε δίκες ούτε «περιπέτειες». Τώρα όμως έχω βρεθεί τόσο απροσδόκητα αντιμέτωπος με κατηγορίες και αδίστακτους συκοφάντες, ώστε πιστεύω ότι και αυτοί που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί πρέπει, αν γίνεται, να φοβούνται ήδη για όσα πρόκειται να τους συμβούν. Διότι εξαιτίας ανθρώπων όπως αυτοί, οι κίνδυνοι αφορούν εξίσου και τους παντελώς αθώους και εκείνους που έχουν διαπράξει σωρεία αδικημάτων.

[2] Η δίκη αυτή με έχει φέρει σε τόσο μεγάλη αμηχανία, επειδή αρχικά μηνύθηκα διότι ξερίζωσα, λέει, ελιά — πήγαιναν μάλιστα και εύρισκαν εκείνους που είχαν αγοράσει τον καρπό των ιερών ελαιοδένδρων και ζητούσαν πληροφορίες. Επειδή όμως με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν κατάφεραν να εντοπίσουν οποιοδήποτε δικό μου αδίκημα, τώρα ισχυρίζονται ότι απομάκρυνα κορμό ιερού ελαιόδενδρου, νομίζοντας ότι θα είναι για μένα εξαιρετικά δύσκολο να αντικρούσω αυτή την κατηγορία, ενώ εκείνοι μπορούν να λένε ό,τι θέλουν.

[3] Και ενώ αυτός βρίσκεται εδώ έχοντας καταστρώσει από καιρό την επίθεσή του, εγώ είμαι υποχρεωμένος, ακούγοντας για τις κατηγορίες την ίδια στιγμή με εσάς που θα αποφασίσετε για την υπόθεση, να αγωνιστώ και για την πατρίδα μου και για την περιουσία μου. Παρά ταύτα, θα προσπαθήσω να σας διαφωτίσω από την αρχή αρχή.

[4] Η έκταση αυτή ανήκε αρχικά στον Πείσανδρο. Όταν δημεύτηκε η περιουσία του, παραχωρήθηκε από τον δήμο ως δωρεά στον Απολλόδωρο από τα Μέγαρα, ο οποίος και την καλλιεργούσε έκτοτε. Λίγο πριν από τους Τριάκοντα, την αγόρασε από αυτόν ο Αντικλής και την εκμίσθωσε. Εγώ την αγόρασα από τον Αντικλή, όταν είχε αποκατασταθεί η ειρήνη.

[5] Θεωρώ λοιπόν υποχρέωσή μου, μέλη της βουλής, να αποδείξω ότι, όταν περιήλθε στην κατοχή μου η έκταση, δεν υπήρχε μέσα ούτε ελιά ούτε κορμός ιερού ελαιόδενδρου. Για το προηγούμενο διάστημα νομίζω πως, ακόμα και αν υπήρχαν μέσα πολλά ιερά ελαιόδενδρα, δεν θα ήταν δίκαιο να τιμωρηθώ. Γιατί αν δεν απομακρύνθηκαν από εμάς, είναι άτοπο να δικαζόμαστε ως ένοχοι για αδικήματα άλλων.

[6] Διότι όλοι σας γνωρίζετε ότι ο πόλεμος ευθύνεται και για πολλά άλλα δεινά, και ότι τις απομακρυσμένες περιοχές τις ρήμαζαν οι Λακεδαιμόνιοι, ενώ τις κοντινές τις λεηλατούσαν οι δικοί μας. Πώς λοιπόν θα ήταν δίκαιο, για τις συμφορές που έπληξαν τότε την πόλη, να τιμωρηθώ τώρα εγώ; Εξάλλου, η έκταση αυτή, που δημεύτηκε τον καιρό του πολέμου, παρέμεινε απούλητη πάνω από τρία χρόνια.

[7] Και δεν είναι απορίας άξιον αν ξερίζωναν τότε τα ιερά ελαιόδενδρα, όταν δεν μπορούσαμε να προστατεύσουμε ούτε καν τις ιδιωτικές μας περιουσίες. Γνωρίζετε άλλωστε, μέλη της βουλής, όσοι ενδιαφέρεστε ιδιαίτερα για τέτοια θέματα, ότι πολλές εκτάσεις εκείνη την εποχή ήταν κατάφυτες και από ιδιωτικά και από ιερά ελαιόδενδρα. Τώρα το μεγαλύτερο μέρος από τις εκτάσεις αυτές έχει αποψιλωθεί και η γη έχει απομείνει γυμνή. Και παρότι τις κατείχαν τα ίδια πρόσωπα και τον καιρό της ειρήνης και τον καιρό του πολέμου, δεν έχετε την απαίτηση να τιμωρήσετε αυτούς, αφού τα ξερίζωσαν άλλοι.

[8] Αν τώρα απαλλάσσετε της ευθύνης εκείνους που καλλιεργούσαν τις εκτάσεις όλο αυτό το διάστημα, σαφέστατα πρέπει να μην τιμωρηθούν από σας αυτοί που τις αγόρασαν τον καιρό της ειρήνης.

[9] Ωστόσο, μέλη της βουλής, αν και θα είχα πολλά να πω γι᾽ αυτά που έγιναν στο παρελθόν, θεωρώ αρκετά όσα έχουν λεχθεί. Όταν λοιπόν παρέλαβα εγώ την έκταση, πριν παρέλθουν πέντε ημέρες, την εκμίσθωσα στον Καλλίστρατο, όταν ήταν επώνυμος άρχων ο Πυθόδωρος.

[10] Αυτός την καλλιέργησε δύο χρόνια, χωρίς να έχει παραλάβει ούτε ιδιωτικό ούτε ιερό ελαιόδενδρο ούτε κορμό ιερού ελαιόδενδρου. Το τρίτο έτος την καλλιέργησε ένα χρόνο ο παρών στη διαδικασία Δημήτριος. Το τέταρτο έτος την εκμίσθωσα στον Αλκία, τον απελεύθερο του Αντισθένη, ο οποίος έχει πεθάνει. Στη συνέχεια την εμίσθωσε τρία χρόνια με παρόμοιους όρους ο Πρωτέας. Περάστε, παρακαλώ, οι μάρτυρες.

[11] Μετά την εκπνοή του χρόνου εκείνου, την καλλιεργώ ο ίδιος. Ισχυρίζεται ο κατήγορος ότι εγώ ξερίζωσα κορμό ιερού ελαιόδενδρου, όταν ήταν επώνυμος άρχων ο Σουνιάδης. Οι άνθρωποι ωστόσο που καλλιεργούσαν παλαιότερα την έκταση και την είχαν πολλά χρόνια μισθώσει από μένα έχουν καταθέσει ενώπιόν σας ότι δεν υπήρχε στο χωράφι κορμός ιερού ελαιόδενδρου. Και πώς θα μπορούσε άραγε να αποδείξει κάποιος σαφέστερα ότι ο κατήγορος ψεύδεται; Γιατί κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως δεν είναι δυνατό να το απομακρύνει αυτός που καλλιεργεί την έκταση αργότερα.