Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΑΓΩΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ TOΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για antigua grecia arte   Η δημοκρατία θεμελιώθηκε στην Αθήνα λίγο πριν από την έναρξη του 5ου π.Χ. αιώνα. Αρχίζει με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Υπήρξαν σ' αυτές στοιχεία που την προετοίμαζαν στη συνέχεια έγινε σαφέστερη. Πιστεύω όμως ότι η αληθινή συνείδηση του δημοκρατικού ιδεώδους αναπτύσσεται προοδευτι­κά, στη διάρκεια του 5ου αιώνα, όταν η Αθήνα ήλθε αντιμέτωπη αρχικά με τους μηδικούς πολέμους, οι οποίοι την έφεραν σε αντίθεση με το απολυταρχικό καθεστώς της Περσίας, και, στη συνέχεια, στο τέλος του αιώνα, με το ολιγαρ­χικό πολίτευμα της Σπάρτης. Οπωσδήποτε, αυτή την εντύπωση μας δίνουν τα κείμενα. Η λέξη δημοκρατία εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο1, ήδη σε μια απ' αυτές τις συγκρίσεις ανάμεσα στα πολιτεύματα που θα γίνουν προσφιλείς στους έλληνες συγγραφείς. Αλλά, αν εξετάσουμε αυτά τα κείμενα που εξυμνούσαν το δημοκρατικό ιδεώδες, σε αντίθεση με τα άλλα πολιτεύματα, και, ιδιαίτερα, στην εποχή του Περικλή ή στα επόμενα χρόνια, δύο αρχές ανα­δύονται ευκρινώς. Λέω δυο αρχές, γιατί όλα αυτά τα κείμενα δε μας περιγρά­φουν θεσμούς ή λεπτομέρειες οργάνωσης - που δε θα μας συγκινούσαν πια σή­μερα - αλλά πηγαίνουν κατευθείαν στις μεγάλες θεμελιακές ιδέες στις οποίες εδραιώνεται η δημοκρατία. Ένα ωραίο παράδειγμα γι' αυτό μας προσφέρεται από τη ρήση για τη δημοκρατία στις Ικέτιδες2 του Ευριπίδη. Εδώ, ως απά­ντηση στο Θηβαίο κήρυκα, ο οποίος φυσικά είναι ευνοϊκός στην απόλυτη εξου­σία, υπάρχει μια ρήση όπου αναπτύσσονται με πολλή ακρίβεια δύο αρχές: αρχι­κά, οι γραπτοί νόμοι, κοινοί για όλους, έγκυροι για όλους' και, σε μερικούς στί­χους, ο Ευριπίδης λέει ότι, σ' αυτή την περίπτωση, ο αδύνατος μπορεί να απαντήσει στην προσβολή του ισχυρού, και ο μικρός, αν έχει δίκιο, να νικήσει το μεγάλο3. Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι και οι νόμοι συνεπώς προστατεύουν τους αδύνατους. Η δεύτερη αρχή είναι αυτή που μας παρέχει τη δυνατότητα, αν το επιθυμούμε, να παρεμβαίνουμε στη συνέλευση, να συμμετέχουμε στη διαχείρι­ση της πόλης, και ο όρος αυτός αντιπροσωπεύει την ίδια την ιδέα της ελευθε­ρίας και της ισότητας, δύο λέξεις που γνωρίζουμε καλά σήμερα. Προσθέτω ότι αν αναφέρομαι στον Επιτάφιο Λόγο4, που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Περι­κλή, αρχίζουμε ακριβώς, με τις δύο αυτές αρχές: νόμοι ίσοι για όλους, ελεύθερη συμμετοχή στη διαχείριση της πόλης, και δε θα επιμείνω πολύ σ' αυτές τις δύο αρχές, που θα άξιζε όμως τον κόπο, παρά μόνο για να δηλώσω στο χωρίο τη σημασία αυτή του ρόλου των νόμων, θα επιθυμούσα να επιμείνω σε μερικές λέξεις, γιατί αποτελούν πραγματικά μια ιδέα που επανευρίσκουμε σε όλα τα ελληνικά κείμενα. Ο έπαινος του νόμου, ο οποίος είναι η εγγύηση της ελευθε­ρίας, η προστασία των αδυνάτων, το προπύργιο κατά της βίας, το ιδιαίτερο χα­ρακτηριστικό της δημοκρατίας: αντίθετα, στην ολιγαρχία, ο νόμος εξαρτάται από την αυθαιρεσία ενός ανθρώπου, όπως λέει ο Ευριπίδης, «κι έχει νόμο τη θέληση του», αυτός παρ' αύτω5.

            Επιμένω για το λόγο αυτό επίσης, γιατί ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας μας και του ακροατηρίου μας γενικότερα - μπόρεσα να το διαπιστώσω - αγνοεί αυτή την τόσο σημαντική ιδέα και φαντάζεται ότι ο νόμος είναι εξαναγκασμός, βία και αντικείμενο εναντίον του οποίου οφείλουμε να εξεγερθούμε και να αγω­νιστούμε. Με την άποψη αυτή, η συνεχής ανάλυση σε όλα τα ελληνικά κείμε­να δεν μπορεί παρά να τους ανοίξει τα μάτια, γιατί δεν είχαν, προφανώς, να τους τα ανοίξουν την εμπειρία της κατοχής ή της δικτατορίας, όταν εξαφανίζε­ται το κράτος δικαίου.

            Αλλά σε αυτές τις δύο αρχές πρέπει να προσθέσουμε ακόμη μια άλλη, ίσως πολλές άλλες. Γιατί και στο κείμενο του Ευριπίδη και στο αντίστοιχο του Θουκυδίδη, βλέπουμε ταυτόχρονα να εμφανίζεται η ιδέα ότι υπάρχει μια ανε­κτικότητα και μια ηπιότητα αμοιβαίες, οι οποίες συνάπτονται στη δημοκρα­τία. Στον Θουκυδίδη προσδιορίζεται με ακρίβεια ότι οι πολίτες, μεταξύ τους, αποφεύγουν τις αντιδικίες' στην Ευριπίδη, βλέπουμε την Αθήνα να υπερασπί­ζεται τους καταπιεσμένους που καταδιώκει ένας τύραννος και υπενθυμίζουμε ότι αυτός ο τύραννος είναι πάντοτε άνθρωπος βίαιος, που εξοντώνει τους δυνα­τούς, γιατί τους φοβάται και κάνει να βασιλεύει ο φόβος στην πολιτεία. Αυτή η ιδέα της ηπιότητας6 έρχεται μετά τις δύο μεγάλες αρχές, αλλά δεν παραλεί­πει να εμφανίζεται και θα γίνει απτή με την πάροδο του χρόνου. Στα κείμενα γίνεται λόγος για «τήν πρᾳότητα τῶν Ἀθηνῶν»8 ή ακόμη βρίσκουμε στον Ισο­κράτη «τήν πρᾳότητα τοῦ δήμου»8.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Γιατί στον Επιτάφιο Λόγο γλιστράμε σε λίγο σε όλες τις αρετές, σε όλες τις αξίες που αναπτύσσονται στα ίχνη της ελευθερίας. Το θάρρος γίνεται διαφορετικό, γιατί οφείλεται στην εμπιστοσύνη που εμπνέει η ελευθερία. Λείπουν οι κανονισμοί, η απαγόρευση, τα απαγορευμένα θεάματα· αντίθετα, η ψυχαγωγία, η ανάπτυξη του καθενός, η δυνατότητα να αναλαμβά­νουν ρόλους διαφορετικούς με ισότιμη διάθεση, ο τρόπος να συνδυάζουν το λόγο με την πράξη, εν συντομία, να αναπτύσσεται και να είναι ανοιχτός σε όλα. Η ζωή στη δημοκρατία, είναι ένας ορισμένος τρόπος ζωής, όπως ήθελαν να τον ασκούν στην Αθήνα, και ο οποίος αντιτίθεται στον τρόπο ζωής στη Σπάρτη.

            Αναγνωρίζουμε στο σύγχρονο κόσμο αυτά τα δύο είδη βίου ανάμεσα στα οποία οφείλουμε να επιλέξουμε. Αυτή η μεγάλη διεύρυνση της ζωής είναι ιδιαίτε­ρη στον Επιτάφιο Λόγο9, αλλά σχετίζεται επίσης με μια τάση της ελληνικής σκέψης, γιατί όλες οι περιγραφές των θεσμών προεκτείνονται πάντοτε σε μια πε­ριγραφή ηθών και τρόπων ζωής. Η ιδέα πολιτεύματος, θεσμών, είναι ενιαία.

            Αυτά τα κείμενα που δεν έχω εδώ το χρόνο να σας παραθέσω ευρύτερα, αλλά πιστεύω ότι τα γνωρίζετε, διατηρούν ακόμη και σήμερα την ακτινοβολία τους. Δεν προσδιορίζουν μια κατάσταση πραγμάτων και θεσμών, αλλά ένα ιδε­ώδες ζωής, προς το οποίο τείνουμε και το οποίο επικαλούμαστε, συνειδητοποι­ούμε. Πιστεύω ότι όσο οι θεσμοί έχουν αλλάξει, τόσο το ιδεώδες παραμένει και μας εγγίζει ακόμη, θα ήθελα μόνο να υπενθυμίσω ότι η Βουλή των Ελλή­νων, εδώ και ένα ή δύο χρόνια, έκανε μια ωραία έκδοση του Έπιτχφίου Λό-you10 του Περικλή, όπου, στη μια σελίδα, υπήρχε το ελληνικό κείμενο, και στην άλλη το κείμενο μεταφρασμένο σε μια από τις ευρωπαϊκές γλώσσες, υπογραμμίζοντας με την ευκαιρία αυτή σε ποιο σημείο αυτό το ιδεώδες παρέ­μενε, ή μάλλον είχε ξαναγίνει το αντίστοιχο της Ευρώπης. Δε λέω ότι έχει πραγματοποιηθεί -ένα ιδεώδες είναι πάντοτε πρόσφορο να βελτιωθεί, να επα­ναληφθεί· είναι, όμως, κάτι στο οποίο μπορούμε να κρατήσουμε τα μάτια μας καρφωμένα και, από την άποψη αυτή, το μάθημα των ελληνικών κειμένων μπορεί ακόμη να μας είναι ωφέλιμο.

            Βλέπετε ότι αυτό είναι ένα αρχικό επιχείρημα για τις σπουδές μας, γιατί η επαφή με τέτοια κείμενα μπορεί να αναζωογονήσει και να αναθερμάνει τη συ­νείδηση μας για ένα τέτοιο ιδεώδες.

            Και, ωστόσο, είναι φανερό ότι αυτή η δημοκρατία γνώρισε δυσκολίες, θα σας μιλήσω για μια άλλη διάλεξη που αναφέρεται σε μια άλλη εμφάνιση, εκεί­νη της δημαγωγίας και των δημαγωγών. Οι ατέλειες της δημοκρατίας γενικά ήταν γνωστές. Τις βρίσκουμε ήδη στον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρει την άγνοια του λαού' αλλά η δημαγωγία, δηλ. ο ρόλος του κακού πολιτικού αρχηγού, ο οποίος κολακεύει το λαό, δεν ήταν γνωστός πριν από την εμφάνιση για την οποία μιλάω. Και αυτή την ανακάλυψη μπορούμε να την εντοπίσουμε στο χρό­νο, με πολλή ακρίβεια! Διευκρινίζω ότι στην αρχή η λέξη δημαγωγός δεν είχε καμιά μειωτική αξία: σήμαινε τον αρχηγό του λαού (ἅγων τόν δῆμον). Αλλά, πολύ γρήγορα βλέπουμε αυτή τη σημασία να γίνεται δυσάρεστη και να δηλώ­νει ένα συγκεκριμένο ελάττωμα. Λοιπόν, φαίνεται - και αυτό αποτελεί για μέ­να ένα θαύμα - ότι μπορούμε να πούμε με ακρίβεια πότε γεννήθηκε η ιδέα του κακού δημαγωγού, του δημαγωγού με τη σύγχρονη σημασία, θα το δείτε, αυ­τή η ανακάλυψη και αυτός ο κίνδυνος αποκαλύφτηκαν συγχρόνως σε μια ολό­κληρη σειρά διαφορετικών κειμένων, ακριβώς την ίδια εποχή.

            Η ιστορία, η κωμωδία, η τραγωδία: απόλυτη συμφωνία! Η καθεμιά ακτι­νοβολεί την εκπληκτική ικανότητα αυτών των Ελλήνων συγγραφέων να μετα­σχηματίσουν άμεσα σε όρους ανάλυσης έγκυρης «ἐσαεί», τις καθημερινές τους εμπειρίες.

            Για τον Θουκυδίδη, τα πράγματα είναι προφανή. Στο δεύτερο βιβλίο, επι­χειρεί έναν απόλυτο διαχωρισμό ανάμεσα στον Περικλή και στους διαδόχους του, λέγοντας ότι αυτοί εδώ όντας περισσότερο ίσοι μεταξύ τους, κατέληξαν βαθμηδόν να μιλάνε επιδιώκοντας να ευχαριστήσουν το λαό, για να ικανοποιή­σουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Έχουμε μια κρίση και η ιστορική διήγηση την ενισχύει με ιδιαίτερη έμφαση. Ο Θουκυδίδης το δείχνει σαφέστατα με αφορμή τον Κλέωνα και με αφορμή τα δύο επεισόδια, όπου ο Κλέων παρεμβαί­νει ακολουθώντας, κατά τη γνώμη του, μια κατεύθυνση καταδικαστέα: η εξέ­γερση της Μυτιλήνης, με την αυστηρότητα που θέλησε να γίνει αποδεκτή ο Κλέων για την εξόντωση των εξεγερμένων, και το επεισόδιο της Πύλου, όπου με χυδαία μέσα κατόρθωσε να του αναθέσουν την εντολή να ηγηθεί των Αθη­ναίων στην Πελοπόννησο, αφού είχε αποτύχει η προσπάθεια ειρήνης ανάμεσα στους δύο λαούς. Και στις δύο περιπτώσεις ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί, και εί­ναι το πρώτο παράδειγμα, τη λέξη δημαγωγό11, λέγοντας ότι ο Κλέων ήταν αυτή την εποχή ο ρήτορας με τη μεγαλύτερη απήχηση στο λαό και τις δύο φο­ρές κολακεύει το λαό υιοθετώντας τη βιαιότητα του. Βρισκόμαστε στο 425. Ο Περικλής πέθανε, όπως γνωρίζετε το 429.

            Αν τώρα μεταβώ από τον Θουκυδίδη στον Αριστοφάνη, τι βλέπω; Βλέπω τρεις κωμωδίες διαδοχικές: τους Ἀχαρνῆς, το 425, τους Ἱππῆς, το 424, τους Σφῆκες, το 422· το θέμα είναι απόλυτα συγκεκριμένο εδώ, εκπληκτικό. Στους Άχαρνής δε γίνεται ακόμη λόγος για το δημαγωγό, βλέπουμε όμως πόσο ο λα­ός αρέσκεται να κολακεύεται. Είναι πολύ υπερήφανος όταν του μιλάνε για την Αθήνα, την ἰοστέφανη12, και ο ενθουσιασμός δεν τον αφήνει να θρονιαστεί στα έδρανα του, όταν του μιλάει για τη «λαμπρή Αθήνα»13, χαρακτηρισμός, λέει ο Αριστοφάνης, που θα ταίριαζε σε σαρδέλες! Την επόμενη χρονιά, τα πράγματα γίνονται πιο συγκεκριμένα. Καλύπτουν μάλιστα όλη την έκταση της κωμω­δίας. Στους Ἰππῆς, δηλαδή, μας παρουσιάζουν το λαό, τον αγαθό γέροντα Δή­μο, λεία των κολακειών δύο επίμονων αντεραστών: του παφλαγόνιου δερματοπώλη, που είναι ο Κλέων, και του αλλαντοπώλη, που είναι ακόμη πιο απαίδευ­τος και αγροίκος από αυτόν. Και οι δύο συναγωνίζονται στην κολακεία και τη μικρότητα απέναντι στο λαό. Προσφέρουν στο Δήμο νόστιμα φαγητά, τον προσφωνούν με κολακευτικά λόγια, και παρουσιάζονται μπροστά του, προβάλ­λοντας τα κεφάλια τους: «Σκούπισε τα δάκτυλα σου στο κεφάλι μου»14, λέει ο ένας - «Όχι, στο δικό μου», λέει ο άλλος, κοντολογίς μια πραγματική πλειοδο­σία για να τον ευχαριστήσουν. Και ο αγαθός γέρος παρασύρεται μέχρις ότου στο τέλος ξαναβρίσκει τη σωστή του κρίση: δεν μπορούμε να φανταστούμε πιο έντονη καταδίκη, που καλύπτει όλη την έκταση μιας κωμωδίας. Στους Σφῆκες τα πράγματα είναι ίσως ακόμη πιο ξεκάθαρα, οι μάσκες έχουν πέσει. Πρόκει­ται για την αποζημίωση που επιδικαζόταν στα μέλη των επιτροπών των δικα­στών, αποζημίωση που ο Κλέων επιδίωκε να εγκριθεί, και αποτελεί την πε­μπτουσία της ηδονής για τον κυριότερο ήρωα της κωμωδίας· αυτός όμως ο ήρωας τοποθετείται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα με ονόματα αποκαλυπτικά: Φιλοκλέων, ο φίλος του Κλέωνα, και Βδελυκλέων, αυτός που περιφρονεί και μισεί τον Κλέωνα και αντιτίθεται στη μωρία του απλοϊκού γέροντα και την αποζη­μίωση του.

            Θα δοκιμάζαμε ίσως μεγαλύτερη έκπληξη, συναντώντας προκαταβολικά αντίστοιχη επίθεση κατά των δημαγωγών στην τραγωδία: τι θα μπορούσε να γυρεύει μια τέτοια επίθεση ανάμεσα στις συμφορές του τρωικού πολέμου και τα κατορθώματα των ηρώων; Και όμως αυτή η επίθεση υπάρχει. Και υπάρχει ιδιαίτερα σε μια τραγωδία του Ευριπίδη που χρονολογείται - προσοχή! - στο έτος 424, δηλ. την ίδια ακριβώς εποχή. Οι δημαγωγοί εκπροσωπούνται εδώ από το φίλο μας τον Οδυσσέα, ο οποίος είναι πάντα έτοιμος να αγορεύσει και να υποστηρίξει τα αιτήματα που ευχαριστούν το λαό. Προτού ακόμη να συ­γκρουστεί μαζί του, όταν απαιτεί το θάνατο της Πολυξένης, μια επί πλέον βί­αιη ενέργεια του λαού, η Εκάβη εκφράζεται μ' ένα τρόπο πολύ σαφή εναντίον του, λέγοντας στο στίχο 133: ὁ ποικιλόφρων κόπις ἡδυλόγος δημοχαριστής Λαερτιάδης (ο λαοπλάνος Οδυσσέας, πολύλογος, γλυκόλογος, πολύγνωμος). Αυτές οι λέξεις είναι ξεκάθαρες και η λέξη δημοχαριστής (χαριζόμενος στον όχλο) φαίνεται να επαναλαμβάνει με ικανοποίηση τους όρους που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης, όταν λέει ότι ο δημαγωγός μιλάει για την ευχαρίστηση του λαού. Αλλά μετά τη σκηνή ανάμεσα στην Εκάβη και στον Οδυσσέα, η Εκάβη, πα­ραβιάζοντας ακόμη και το πλαίσιο της τραγωδίας και απευθυνόμενη άμεσα στο κοινό, κραυγάζει το ίδιο ξεκάθαρα: 

ἀχάριστον ὑμῶν σπέρμ', ὅσοι δημηγόρους
ζηλοῦτε τιμάς· μηδέ γιγνώσκοισθέ μοι,
οἵ τούς φίλους βλάπτοντες οὐ φροντίζετε,
ἡν τοῖσι πολλοῖς πρός χάριν λέγητέ τί'15.


 [Αχάριστοι όλοι εσείς που αποζητάτε
να σας τιμά ο λαός στις ρητορείες.
Ποτέ να μη σας γνώριζα, που διόλου
δε νοιάζεστε αν θα βλάψετε τους φίλους,
φτάνει να πείτε κάτι που τον όχλο 
θα ευχαριστήσει.]                                                   

 Σ' ένα χρόνο περίπου, την ίδια χρονολογία με τον Θουκυδίδη, θα μπορούσα να προσθέσω άλλα κείμενα του Ευριπίδη, αρχίζοντας από το απόσπασμα των Ἱκετίδων, που ανέφερα πριν από λίγο, για το εγκώμιο της δημοκρατίας: ο εκ­πρόσωπος των Θηβών δεν παραλείπει να αναφέρει το ρόλο των ρητόρων που μιλάνε για να ευχαριστήσουν το λαό και τη σημερινή του ευτυχία, την αυριανή του όμως συμφορά, θα μπορούσα να αναφέρω επίσης διαφορετικές μορφές που προσλαμβάνει η δράση των δημαγωγών για παράδειγμα στον Ορέστη του Ευ­ριπίδη, όπου ένας βίαιος άνθρωπος επιτυγχάνει την καταδίκη του Ορέστη, ή καλύτερα τις φιλόδοξες κολακείες του υποψήφιου στην εξουσία, που εικονίζο­νται στον Αγαμέμνονα της Ἰφιγένειας τῆς ἐν Αὐλίδι. Αλλά δεν προτίθεμαι να αναπτύξω εδώ την ιστορία του θέματος: αρκούμαι στην αιφνίδια εμφάνιση του φαινομένου αυτού στα πρώτα χρόνια, παρακολουθώντας πώς κάθε συγγραφέας, διαδοχικά, εκφράζει με τον τρόπο του την ίδια σκέψη, την ίδια κρίση, την ίδια ανακάλυψη.

            Για τον ίδιο λόγο και για να διατηρήσουμε σαφή τα περιγράμματα, δε θα επιμείνω εδώ στις διαφορετικές σημασίες που μπορεί να προσλάβει η ιδέα του «δημαγωγεῖν»16. Αυτό μπορεί να φτάνει από την άμεση κολακεία και τις φι­λοφρονήσεις, που είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες, μέχρι τα δώρα και τις αποζη­μιώσεις, που δεν εκτιμώνται λιγότερο, περνώντας απ' όλες τις προσπάθειες που γίνονται για να ικανοποιήσουν τα αισθήματα του λαού. Γιατί αυτό είναι αληθινά η κολακεία: να υποτάσσεσαι στην επιθυμία του, στην οργή του, στις παρορμήσεις του, στις απογοητεύσεις του. Αντίθετα, θα ξαναθυμίσουμε ότι ο Περικλής παρουσιάζεται σαν να αντιστέκεται στις παρορμήσεις του λαού, στις εκρήξεις οργής του, στην αποθάρρυνση του και να εκπροσωπεί κατά κάποιο τρόπο το δίσκο της ζυγαριάς, αποκαθιστώντας την ισορροπία και τη λογική στη θέση των παθών στα οποία υπόκειται πάντα ο όχλος.

            Η διεισδυτική ανάλυση εμφανίζεται με τη μορφή των επικρίσεων που η επικαιρότητα υποβάλλει στους συγγραφείς. Παρά την καταγγελία όμως του κινδύνου παραμένουμε μ' ένα πρόβλημα: τα κείμενα είναι εξαιρετικά και με τις δύο εκδοχές, αλλά με ποιο τρόπο αυτές οι δύο ιδέες εναρμονίζονται μεταξύ τους στα γεγονότα και στη σκέψη την ίδια; Οφείλω να πω ότι η ιστορία του Θου­κυδίδη μας αφήνει με την αίσθηση μιας αμηχανίας, γιατί φαίνεται, μολονότι η δημαγωγία καταγγέλλεται, πέρα ως πέρα, ότι ο ίδιος ο Θουκυδίδης, αφού είχε συμπεριλάβει αυτό το θαυμάσιο έπαινο του δημοκρατικού ιδεώδους στην εποχή του Περικλή, έφτασε να επαινέσει κατόπι, ως καλύτερο, ένα πολίτευμα πολύ συντηρητικό και μικτό, που υιοθετήθηκε ένα διάστημα από την Αθήνα, και που τελικά τελείωσε στο σύνολο του με μια καταστροφή. Εξάγουμε λοιπόν από τη διήγηση την εντύπωση ενός είδους παρακμής.

            Αυτή η εντύπωση, αόριστη ακόμη, επιδεινώνεται αν κοιτάξουμε μερικά κείμένα του 4ου αιώνα, και ιδιαίτερα το έργο του Πλάτωνα. Δεν υπαινίσσομαι μό­νο τα κείμενα στα οποία αναφέρει το λαό σαν ένα βίαιο ζώο με επίφοβες εκρή­ξεις το οποίο λίγο λίγο επιβάλλει στους νέους τις διαθέσεις του και τις γνώμες του, γιατί φοβούνται να το δυσαρεστήσουν. Υπαινίσσομαι, πιο συγκεκριμένα, την εξέλιξη που περιγράφει στο όγδοο βιβλίο της Πολιτείας17. Βλέπουμε εδώ ένα καλό πολίτευμα να μεταβάλλεται διαδοχικά, από το κακό στο χειρότερο, για να καταλήξει στη δημοκρατία, και μετά στην τυραννία: το πολίτευμα, εν­νοούμενο όπως ακριβώς οι συμπεριφορές του ατόμου, εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μεταβαίνει εκάστοτε ως αποτέλεσμα σε κάποιο άλλο χειρότε­ρο. Έτσι, η δημοκρατία γεννιέται από την ολιγαρχία, όταν διαχέονται επιθυ­μίες περιττές και όταν κακοί οινοχόοι προσφέρουν στο λαό την άκρατη ελευθε­ρία. Εγκαθίσταται βαθμιαία ένα πολίτευμα που μοιάζει πολύ με την αναρχία. Βλέπουμε τότε καταδικασμένους να κυκλοφορούν ελεύθερα και να προσποιού­μαστε ότι δεν τους βλέπουμε. Σπρωχνόμαστε στους δρόμους από ανθρώπους και από ζώα. Οι πατέρες στην οικογένεια κολακεύουν τα παιδιά τους και ζη­τούν να τα ευχαριστήσουν εκμεταλλευόμενοι την επιθυμία της ελευθερίας' τα ηλικιωμένα άτομα μιμούνται τους νέους για τον ίδιο λόγο' και σκάνδαλο, ιδιαί­τερα τερατώδες, κατά τη γνώμη μας, βλέπουμε τότε τους δασκάλους να μι­μούνται και να κολακεύουν τους μαθητές, δυνάμει της ίδιας αυτής αρχής της ελευθερίας. Το αποτέλεσμα το γνωρίζετε: ένας προστάτης του λαού αναδύεται και προσφέρει δήθεν προστασία: μεταμορφώνεται γρήγορα σε τύραννο, και, αυ­τός, με τη γεύση του αίματος γίνεται λύκος.

            Όλος ο κόσμος γνωρίζει αυτές τις τρομερές και συναρπαστικές σελίδες. Και, ασφαλώς πολλοί άνθρωποι πίστεψαν ότι μπορούσαν να τις χρησιμοποιή­σουν για να επιφέρουν μια οριστική καταδίκη της δημοκρατίας και κάθε δημο­κρατικού ιδεώδους.

            Τι συμβαίνει όμως; Η ερώτηση είναι σοβαρή! Λοιπόν, θα ήθελα να σας πα­ρουσιάσω δύο επισημάνσεις.

            Η πρώτη είναι ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που αφορά τις τελευταίες μορ­φές της δημοκρατίας, εκείνη από την οποία θα προέλθει η τυραννία: δεν πρό­κειται λοιπόν εδώ καθόλου για το ακτινοβόλο ιδεώδες της εποχής του Περικλή, αλλά για ένα τελευταίο στάδιο, πολύ διαφορετικό, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι τα δύο κείμενα δε μιλάνε για το ίδιο πράγμα.

            Κυρίως όμως είναι καθόλου αναγκαία μια παρόμοια διαπλοκή; Αντιστοιχεί στην πραγματικότητα; Οφείλουμε να την πιστέψουμε; απαντώ εδώ χωρίς δι­σταγμό: απολύτως όχι!

            Η ιστορία μας το απαγορεύει, η ιστορία που μας δείχνει χωρίς αμφιβολία, ενίοτε, δημοκρατίες που καταλήγουν σε τυραννίες, αλλά συχνά επίσης τυραν­νίες που ανατρέπονται για να αποκατασταθούν οι δημοκρατίες. Και, ιδιαίτερα στην Αθήνα, τι βλέπουμε; Στέκομαι στην ήττα του 404· όταν, όμως, η Αθήνα γνώρισε μια ολιγαρχία επιβληθείσα έξωθεν από τους νικητές, οι Αθηναίοι εξό­ριστοι πήραν τα όπλα' επανήλθαν νικητές στην Αθήνα και αποκατέστησαν το αρχικό πνεύμα της δημοκρατίας, επιβάλλοντας το σεβασμό των νόμων, την άρ­νηση επιστροφής σε περασμένες διενέξεις, και προσπαθώντας να επανιδρύσουν σε μια ολότητα το αθηναϊκό πολιτικό σώμα στο σύνολο του - αυτό που ο Θου­κυδίδης αποκαλεί σε άλλο σημείο, ως «το σύνολο των πολιτών», το παν πολιτικόν18.

            Έτσι έχουν τα γεγονότα, αλλά τι να πούμε για τους συγγραφείς; Αν υπάρ­χει ένας συγγραφέας στον οποίο οι αξίες του δημοκρατικού ιδεώδους στάθηκαν σημαντικές, επαναπροσδιορίζονται και επαναλαμβάνονται, ο οποίος καλεί τους ρήτορες να συνηγορήσουν για την αίσθηση του αγαθού και το λαό να επιδείξει την επαγρύπνηση του, είναι βέβαια ο Δημοσθένης, στον οποίο ξαναβρίσκουμε την περίφημη έκφραση «τίς ἀγορεύειν βούλεται;»19. Αν σκεφτούμε τη φιλοσο­φία μπορούμε να αναφέρουμε ότι ο Αριστοτέλης είναι πολύ λιγότερο αυστηρός από τον Πλάτωνα για τη δημοκρατία. Την θέλει μόνο μετριοπαθή, σεβόμενη τους νόμους, κατά συνέπεια, αφήνοντας τη λέξη της δημοκρατίας με τις διαφο­ρετικές μορφές, αποκαλεί το πολίτευμα αυτό, αυτή την καλή δημοκρατία, Πολιτεία20, δηλ. το άριστον21 πολίτευμα.

            Με άλλα λόγια, βλέπετε ότι οι κριτικές οι ίδιες, εκείνες του 5ου αιώνα και οι αντίστοιχες του 4ου δεν αποτελούν ποτέ προειδοποίηση και πρόσκληση για επιφυλακή. Η γραμμή που χαράζει ο Πλάτων μοιάζει λοιπόν σαν ένα σύμβολο ενός ενδεχόμενου κινδύνου, ενός κινδύνου στον οποίο θα μπορούσε να φτάσει αν δεν είναι προσεκτική. Όπως ο Περικλής, στον Θουκυδίδη, προσδιόριζε ένα ιδε­ώδες πολίτευμα, ο Πλάτων, εδώ, προσδιορίζει το θεωρητικό κίνδυνο μιας ενδε­χόμενης εξέλιξης.

            Αυτό που θέλω να πω, και επιμένω, είναι ότι δεν έχει χαθεί το παν! Ιδιαί­τερα εμείς, οι οποίοι αγωνιζόμαστε για επιστήμες απειλούμενες από σοβαρούς εξωτερικούς κινδύνους και από μια εξέλιξη δυσάρεστη, δεν πρέπει καθόλου να απελπιζόμαστε. Το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ, και αν δείξουμε λίγο θάρρος και επιμονή, το παν μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να επανορθωθεί. Τα ελληνικά κείμενα μας προειδοποιούν, μας δείχνουν το ιδεώδες, μας δείχνουν την ενδεχό­μενη παραμόρφωση και τον κίνδυνο από τον οποίο πρέπει να φυλαχτούμε' αλ­λά παραμένουν μια ενθάρρυνση για να υπερασπίζουμε τις ιδέες μας, και συγ­χρόνως ένα μάθημα γι' αυτούς που θα το ακούσουν. Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω να σας έχω αποδείξει ότι η δύναμη τους και η λάμψη τους, η προβολή που κάνουν στις ιδέες, πηγαίνοντας στο ουσιώδες, αντιδρώντας αμέσως με αναλύ­σεις αυστηρές και υποβλητικές, αξίζουν, ώστε με τη σειρά μας να κάνουμε το κάθε δυνατό για να προσπαθήσουμε να ακούσουμε τη φωνή τους και να ανοί­ξουμε αυτό το θαυμάσιο θησαυρό σ' αυτούς που θα τον επισκεφθούν. Σας προ­σέφερα ένα περίπατο σ' αυτά τα κείμενα και σας ευχαριστώ που με ακολουθή­σατε. Συμπερασματικά, θα ήθελα μόνο να σας πω, αλλά από τα βάθη της καρδιάς μου. Καλό κουράγιο! Και σας λέω επίσης ευχαριστώ. 

------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ   

1. VI, 43,4: τούς γάρ τυράννους τῶν Ἰώνων καταπαύσας πάντας ὁ Μαρδόνιος δημοκρα­τίας κατίστα ἐς τάς πολιάς. Πρβλ. III, 80-82.
2. Στίχ. 403-408, 426-462, λόγος του Θησέα.
3. Στ. 437: νίκα δ' ὁ μείων τόν μέγαν δίκαι' ἔχων.
4. Κεφ. 37: μέτεστι κατά μέν τούς νόμους πρός τά ἰδια διάφορα πᾶσι το ἴσον κατά δέ τήν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἐν τῳ εὐδοκιμεῖ,...
5. Στίχ. 431-432:... κρατεῖ δ' εἷς τόν νόμον κεκτημένος / αὐτός παρ' αὐτῷ· καί τόδ' οὐκέτ' ἔστ' ἴσον.
6. Οι λέξεις που αποδίδουν στην αρχαία ελληνική γλώσσα την ηπιότητα είναι: 'ήπιος, πράος, επιεικής, φιλάνθρωπος. Βλ. Jacqueline de Romilly. La douceur dans la pensée grecque, Les Belles Lettres, Paris 1979, ch. VI, «La douceur d'Athènes», pp. 97-112.
7. Ισοκρ. Πανηγυριχός: οὕτως ἡμῖν οὐ μόνον θεοφιλῶς ἀλλα καί φιλάνθρωπος ἔσχεν.
8. Άρεοπαγ. 67. Πρβλ. Άριστοφ. Ειρήνη 998: συγγνώμη πραότερα.
9. Βλ. La guerre du Péloponnèse (Livre II). Texte établi et traduit par Jacqueline de Romilly, Paris 1967. Πρβλ. L'Oraison Funèbre, Notice pp. 25-29, μτφρ. Αναστ. Στέ­φος, στο: Η διδασκαλία στα κείμενα χοη στη γλώσσα, Β. Παπαδήμας, Αθήνα 1984.
10. Βλ. L'Oraison Funèbre dePériclès. Περικλέους Επιτάφιος. Le Parlement Hellénique. Βουλή των Ελλήνων. Αθήνα 1998.
11. IV 21,3: Κλέων ὁ Κλεαινέτου, ἀνήρ δημαγωγός κατ' ἐκεῖνον τόν χρόνον ὤν καί τῷ πλήθει πιθανώτατος. Πρβλ. Ξενοφ. Έλλην. Π, 3, 27.
12. Στίχ. 637: πρῶτον μεν ἰοστεφάνους ἐκάλουν.
13. ἐπ' ἄκρων τῶν πυγιδίων ἐκάθησθε, εἰ δέ τις ὑμᾶς ὑποθωπεύσας λιπαράς καλέσειεν Ἀθήνας, στίχ. 638-639. Πρβλ. Ἱππῆς, 1323 - Πινδ. Διθύραμβος, 64.
14. Κλ. Ἀπομυξάμενος ὧ Δῆμε μου πρός τήν κεφαλήν ἀποψῶ. Ἀλ. ἐμοῦ μέν οὖν. Κλ. ἐμοῦ μέν οὖν. Στίχ. 910-911.
15. Ἑκάβη, στίχ. 252-255.
16. Πρβλ. Άριστοφ. Βάτραχοι 421. Άριστ. Πολίτ. V, 11, 12: ἐστί γάρ δημαγωγός ὁ τοῦ δήμου κόλαξ. 17. 544 κ.ε.
18. VIII, 93: περί τοῦ παντός πολιτικοῦ. Πρβλ. 'Ηροδ. VIII, 103.
19. Περί του στεφάνου, 285. Πρβλ. Άριστ. Ἀχαρνής, 45.
20. Πολίτ, 1279b. Ἐπεί δέ πολιτεία μέν καί πολίτευμα σημαίνει ταὐτόν...
21. Ό.π. 1260b 23... περί τῆς πολιτείας τῆς ἀρίστης. Πρβλ. 1266α 3.