Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

H ΦΘΟΡΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ἑλληνική πόλιςἘπειδή ὁ χαρακτήρας τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν ἐξαρτᾶται κατά κανόνα ἀπό τόν τρόπο ἐφαρμογῆς τους, ἡ μεταβολή τῶν κοινωνικῶν ἰδεῶν ἐπιφέρει ἀναγκαστικά σοβαρές ἀλλαγές στό πολιτικό καθεστώς. Ἡ Ἑλλάδα τοῦ 4ου αἰώνα ἀπέκτησε αὐτή τήν ἐμπειρία. Ἐνῶ ἄλλες πόλεις ἀναστατώνονταν ἀπό ἐπαναστάσεις τίς ὁποῖες συνόδευαν σφαγές, ἐξορίες καί συλλογικές δημεύσεις, ἡ Ἀθήνα, κατά τή διάρκεια ἀγώνων πού δέν ἐπέσυραν, τουλάχιστον, παρά μόνο ἀτομικές καταδίκες, ἔβγαζε ἀπό τή δημοκρατική ἀρχή καινούρια συμπεράσματα.
 
Α΄ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ TOΥ ΔΗΜΟΥ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
 
Ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου δέν μποροῦσε νά παραμείνει ὁ,τι ἦταν πρίν ἀπό τόν πελοποννησιακό πόλεμο καί τά ὀλιγαρχικά πραξικοπήματα. Στό βαθμό πού ἡ ἱστορία ἔχει διαχωριστικές γραμμές, τό ἔτος ἀρχῆς του Εὐκλείδη (403/2) σημειώνει ἀπό κάθε ἄποψη ἕνα τέλος καί μιά ἀρχή. Ἀπό αὐτή τή στιγμή ἡ ἐκκλησία θά ἀσκήσει μιά ἐξουσία ὁλο καί πιό «τυραννική», θέτοντας ὅμως τά ἰδιωτικά συμφέροντα ὁλο καί περισσότερο πάνω ἀπό τήν κοινή ὠφέλεια: ἔτσι ἡ πόλη δέν φάνηκε ποτέ τόσο δυνατή ὅσο τήν ἐποχή ὁπου τά ἄτομα, μέ τό νά τήν ἐκμεταλλεύονται, ἑτοιμάζουν τήν καταστροφή της.
 
Τόν 4ο αἰώνα ἡ λαϊκή κυριαρχία παρουσιάζει παράξενο θέαμα. Θά παλέψει σταθερά ἀνάμεσα στήν τάση τῆς ἀπολυταρχίας πού τῆς εἶναι φυσική καί σέ μιά κληρονομική ἀνάγκη νά ἀντιτάσσει νόμους στίς ἀπροσδόκητες συνέπειες τῶν ψηφισμάτων.
 
Ἡ γραφή παρανόμων ἦταν ἄλλοτε ὁ κύριος τρόπος ἄμυνας τοῦ δημοκρατικοῦ συντάγματος. Μιά διπλή ἐμπειρία ἔδεῖξε ὅτι οἱ ὀπαδοί τῆς ὀλιγαρχίας δέν μποροῦσαν νά κατακτήσουν τήν ἐξουσία, ἄν δέν παραμέριζαν αὐτό τό ἐμπόδιο. Ἡ τελική ἥττα τους διασφάλισε τό θεσμό ἀπό κάθε ἀπόπειρα. Ἀλλά τόν καιρό ἀκριβῶς ὅπου ἀπέβαινε ἄτρωτος, τή χρονιά ἀκριβῶς πού ἦταν ἄρχων ὁ Εὔκλειδης,[1] μιά γενική ἀναθεώρηση τῶν νόμων τόν ἔκαμε λιγότερο ἀναγκαΐο. Ἔκτοτε θά γίνει κατάχρηση τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ κατά τόν κομματικό ἀνταγωνισμό. Ἀντί νά ἐξασφαλίζει μέ φοβερές ἀπειλές μιά προστασία ἀνώτερης μορφῆς στό πολίτευμα, δέν εἶναι πιά παρά ἕνα κοινό ὅπλό στά χέρια τῶν ἀντιπάλων πού συγκρούονται στήν Πνύκα: σύντομα ἀμβλύνεται καί χαλάει. Εἶναι ἀκόμη ἱκανός νά ἐπιφέρει θανατική ποινή·2 μπορεῖ ὅμως καί νά χρησιμοποιηθεῖ γιά νά ἐπιβληθεῖ ἕνα γελοῖο πρόστιμο εἴκοσι πέντε δραχμῶν.3 Νά ἕνα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός: ἕνας ἀρχηγός κόμματος, ὁ Ἀριστοφών ὁ Ἀζηνιεύς, ὑποχρεώθηκε νά ὑπερασπιστεϊ τόν ἑαυτό του ἀπέναντι σέ κατηγορία γιά παρανομία ἑβδομήντα πέντε φορές. Ἔφτασαν σέ σημεῖο ὅπου ἡ γραφή παρανόμων, χωρίς νά ἐμποδίζει τήν ἐκκλησία νά νομοθετεῖ στά τυφλά, κατάντησε ἐμπόδιο ἀκόμη καί σέ σωστές καινοτομίες, καί χαλινός στήν ἐλευθερία τοῦ λόγου, γιά τήν ὁποία οἱ πολίτες ἦταν τόσο ὑπερήφανοι.4
 
Μιά ἄλλη διαδικασία θά μποροῦσε, ἴσως, νά ἀναπληρώσει τίς ἀνεπάρκειες τῆς γραφῆς παρανόμων: ἡ εἰσαγγελία. Ὑπέστη ὅμως τήν ἴδια φθορά.5 Τόν 5ο αἰώνα προοριζόταν νά τιμωρεῖ τά ἐγκλήματα πού δέν προέβλεπαν οἱ νόμοι καί πού ἐπιβουλεύονταν τήν ἀσφάλεια τοῦ κράτους, τήν προδοσία καί τήν ἐσχάτη προδοσία, ὅπου συμπεριλαμβανόταν ἡ ἀπόπειρα ἀνατροπῆς τῆς δημοκρατικῆς κυβέρνησης μέ ἔργα καί μέ λόγια. Ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν εἰδικοί νόμοι, τά δικαστήρια δέν μποροῦσαν νά ἐπιληφθοῦν ἄμεσα· ἦταν ἔργο τῆς ἐκκλησίας ἤ τῆς βουλῆς νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα γιά τή σωτηρία τοῦ κράτους. Ἐπέσυρε τόσο μεγάλες ποινές, ὥστε οἱ κατηγορούμενοι αὐτοεξορίζονταν χωρίς νά περιμένουν τήν ἀπόφαση.6 Ὁ λαός ἀγαποῦσε αὐτόν τό θεσμό, τόν ὁποιο ἀπέδιδε στόν Σόλωνα,7 γιατί προσέδιδε φοβερή ἀπότελεσματικότητα στό δικαίωμά του νά ἐκδικάζει τίς πολιτικές ὑπόθεσεις. Ἡ εἰσαγγελία καταργήθηκε μαζί μέ τή γραφή παρανόμων ἀπό τους Τετρακόσιους8 καί ἀναμφίβολα ἀπό τους Τριάκοντα. Ἀποκαταστάθηκε κατά τήν ἀρχοντία τοῦ Εὐκλείδη·9 δημοσιεύτηκε μάλιστα καί ἕνας νόμος (ὁ εἰσαγγελτικός νόμος) ὁ ὁποιος, χωρίς νά τήν ὁρίζει ρητά, ἀπαριθμοΰσε τίς περιπτώσεις τῆς ἐφαρμογῆς της σύμφωνα μέ τά προηγούμενα.10 Αὐτός ὁ φαινομενικός περιορισμός δέν χρησίμευσε σέ τίποτε. Μέ μιά σειρά ἐξομοιώσεις οἱ Ἀθηναῖοι ἔφτασαν στό σημεῖο νά θεωροῦν ἀπόπειρες κατά τῆς δημοκρατίας ἐγκλήματα, ἀδικήματα ἤ ἁπλἀ πταίσματα πού δέν εἶχαν καμία σχέση μέ τίς πράξεις πού, κατά τό νόμο, ὑποκεινταν στήν εἰσαγγελία. Ὁ Ὑπερείδης διαμαρτύρεται γιά τέτοιες καταχρήσεις καί δίνει παραδείγματα πού δικαιολογημένα τά χαρακτηρίζει γελοῖα: ὁ Λυκόφρων ἔχει κατηγορηθεῖ ἐπειδή ἐξέτρεψε μιά γυναίκα ἀπό τό συζυγικό καθῆκον ὁ Ἀγασικλῆς, γιατί γράφτηκε σέ ἄλλο δῆμο ἀπό τόν δικό του· ὁ Δίογνις καί ὁ Ἀντίδωρος, γιατί νοικίασαν αὐλήτριες πάνω ἀπό τή νόμιμη ταρίφα· ὁ Εὐξένιππος, γιατί ἔκαμε ψεύτικη ἀναφορά γιά ἕνα ὄνειρο πού εἶχε δεῖ μέσα σ' ἕνα ναό.11 Ἕνα ἀκόμη ὅπλο τῆς πόλης πού τό ἔφθειραν τά πολιτικά μίση.
 
Τί νά κάμουν γιά νά ὀρθώσουν ἕνα φράγμα στό ξεχείλισμα τῶν παράνομων προτάσεων; Θυμήθηκαν τίς ἐπιτροπές τῶν νομοθετῶν οἱ ὁποῖες ἐπανέφεραν τούς νόμους τῆς δημοκρατίας μετά ἀπό τίς δίκες τοῦ 410 καί τοῦ 403. Τότε εἶχαν δώσει στίς ἐπιτροπές ἔκτακτες ἐξουσίες μέ μέτρα πού ἐπέβαλλαν οἱ περιστάσεις· τώρα τίς ἔκαμαν κανονικό θεσμό.12 Ἡ ὕπαρξη αὐτῶν τῶν νομοθετῶν νέου τύπου μαρτυρεῖται ἀπό μιά ἀγόρευση τοῦ Δημοσθένη κατά τοῦ Λεπτίνη τό 355 /4, ἴσαμε μιά ἐπιγραφή πού χρονολογεῖται τό 329 /8. Αὐτή τή φορά βλέπουμε τό λαό νά παραιτεῖται συστηματικά ἀπό τή νομοθετική ἐξουσία, γιά νά μήν μπεῖ στόν πειρασμό νά κάμει κατάχρηση. Ἡ ἀρχή εἶναι σαφής: «ἀπαγορεύεται νά καταργηθεῖ νόμος πού ὑπάρχει, ἐκτός ἐάν τό ἐπιτρέψουν οἱ νομοθέτες».
 
Ἔτσι, ἀπό τήν πρώτη συνεδρία τοῦ χρόνου, στίς 11 τοῦ Ἑκατομβαιώνα, ἡ ἐκκλησία πρέπει νά ψηφίσει γιά ὁλους τους νόμους (ἐπιχειροτονία τῶν νόμων), ὥστε νά φανεῖ ἄν κάποιος πρέπει νά καταργηθεῖ. Σ' αὐτή τήν ψηφοφορία ὁ λαός ἀποφασίζει λαμβάνοντας ὑπόψη ἐκθέσεις τῶν ἀρχόντων ὅπου ἐπισημαίνεται κάποιο ἐλάττωμα, κενό ἡ ἀντίφαση, πού ἀποκαλύφθηκε κατά τή διάρκεια τοῦ περασμένου χρόνου στήν ἰσχύουσα νομοθεσία. Ἄν ἡ πλειοψηφία ἀποφασίσει ἀναθεώρηση, κάθε πολίτης μπορεῖ νά προτείνει καινούριες διατάξεις πάνω στό ἀμφισβητούμενο σημεῖο, μέ τόν ὀρό νά ἀναρτήσει τό σχέδιό του στίς βάσεις τῶν ἀνδριάντων πού παρίσταναν τούς ἐπώνυμους ἥρωες τῶν φυλῶν καί νά ἀναλάβει τήν εὐθύνη γράφοντας τό ὄνομά του. Στήν τέταρτη τακτική συνεδρίαση τῆς πρώτης πρυτανείας ἕνα ψήφισμα καθορίζει τόν ἀριθμό τῶν νομοθετῶν πού καλοῦνται νά συνεδριάσουν, τή διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τους, τή διαδικασία πού θά ἀκολουθήσουν, τά κονδύλια ἀπό τά ὁποια θά πληρωθοῦν, καί καταρτίζει τό πρόγραμμά τους ὑποδείχνοντας τίς διατάξεις πού πρέπει ἐνδεχόμενα νά ἀλλάξουν ἤ νά συμπληρώσουν. Ἡ ἐκκλησία δίνει λοιπόν ὁδηγίες στούς νομοθέτες· ἐπιπλέον διορίζει τέσσερις ἤ πέντε συνηγόρους ἤ συνδίκους ἐπιφορτισμένους νά ὑποστηρίξουν τούς νόμους πού πρόκειται νά ἐξεταστοῦν. Ὁ ρόλος τῆς ὅμως τελειώνει, τό δικαίωμά της ἐξαντλεῖται, ἀπό τή στιγμή πού ὁρισε τούς ἐντολοδόχους της.
 
Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή δέν νομοθετεῖ ἡ ἐκκλησία ἀλλά τό σῶμα τῶν νομοθετῶν, πού ἀποτελεῖται ἀπό πεντακόσια ἕνα ἤ χίλια ἕνα μέλη. Ὑποδείχνονται ἀνάμεσα στούς πολίτες πού ἔχουν δώσει τόν ἡλιαστικο ὁρκο, εἶναι ἡλικιωμένοι καί ἔμπειροι. Συγκαλοῦνται ἀπό τους πρυτάνεις καί ἔχουν τόν δικό τους κανονισμό. Ἡ γραμματεία τους ἀποτελεΐται, ὅπως καί τῆς ἐκκλησίας, ἀπό προέδρους, ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ὁποίων, ὁ ἐπιστάτης, ἀλλάζει σέ κάθε συνεδρίαση. Ὅσο γιά τή διαδικασία, εἶναι ἴδια μέ τή διαδικασία τῶν ἡλιαστῶν. Δέν συζητοῦν, ἀλλά διεξάγουν μιά δίκη ὡς κριτές. Οἱ συνήγοροι ὑπερασπίζονται τό νόμο πού προσβάλλεται, ὁ συντάκτης τοῦ καινούριου νόμου ὑποστηρίζει τά πλεονεκτήματά του σέ σχέση μέ τόν προηγούμενο. Μετά ἀπό αὐτό ὁ ἐπιστάτης καλεῖ τούς δικαστές νά ψηφίσουν γιά τόν παλαιό καί τό νέο νόμο διαδοχικά. Θά ἰσχύσει ὅποιος πάρει τίς περισσότερες ψήφους. Χωρίς ἄλλες διατυπώσεις, χωρίς ἐπέμβαση οὔτε τῆς βουλῆς οὔτε τῆς ἐκκλησίας, καταγράφεται ἀπό τόν γράμματέα-ἀρχειοφύλακα τοῦ κράτους, γιά νά ταξινομηθεῖ μέ τά κείμενα πού ἔχουν ἰσχύ νόμου.
 
Σύμφωνα μέ τά γραπτά πού ἔφτασαν ὡς ἐμᾶς αὐτή ἡ διαδικασία ἐφαρμόζεται σέ δύο περιπτώσεις: νομιμοποιεῖ τά ψηφίσματα τοῦ περασμένου ἔτους πού ἐπέβαλαν δαπάνες γιά τίς ὁποῖες δέν ὑπῆρχε πρόβλεψη στόν προϋπολογισμό,13 καί ἐπιτρέπει ἀλλαγές στούς ἱερούς νόμους, παραδείγματος χάρη γιά τίς ἀπαρχές ταῆς Ἐλευσίνας καί γιά τή γιορτή τοῦ Ἀμφιάραου.14 Ἀλλά δέν βλέπουμε γιατί δέν θά ἅρμοζε καί σέ πολλές ἄλλες περιπτώσεις. Πρέπει λοιπόν νά ὑποθέσουμε ὅτι αὐτή ἡ διαδικασία εἶχε γενική ἰσχύ.
 
Πῶς συμβαίνει ὅμως ὥστε ὁ Ἀριστοτέλης νά μήν πεῖ οὔτε λέξη σχετικά μέ αὐτήν, ὅταν περιγράφει τήν ἀθηναϊκή πολιτεία;
 
Μήπως ἐπειδή, ὅπως εἰπώθηκε,15 ὅλα ὁσα ἀφοροῦσαν τή νομοθεσία ὁ δάσκαλος τά ἄφησε γιά τό μαθητή του Θεοφραστο, πού ἐπρόκειτο πραγματικά νά γράψει μιά πραγματεία γιά τούς Νόμους; Ὄχι· γιατί, παραλείποντας μιά λέξη, ἀρκετή γιά νά ἀκριβολογήσει, θά παραποιοῦσε συνειδητά τόν πίνακα πού σκιαγραφοῦσε. Ἄλλωστε, στά Πολιτικά, ὄχι μόνο εἰσάγει τήν ἔκδοση νόμων στό χῶρο τῆς ἄσκησης τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, ἀλλά καί κατηγορεῖ ἐπανειλημμένα τήν ἀθηναϊκή δημοκρατία ὅτι νομοθετεῖ μέ ψηφίσματα.16 Φαίνεται λοιπόν ὅτι, κατά τήν κρίση του, ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία δέν εἶχε μεγάλη σημασία, καί οἱ ἀποφάσεις τῶν νομοθετῶν, ἄν καί περιβάλλονταν μέ πιό περίπλοκους τύπους, δέν διέφεραν οὐσιαστικά ἀπό τά ψηφίσματα τῆς ἐκκλησίας. Οἱ καλύτερες προθέσεις, οἱ πιό σωστές ἰδέες, δέν ἦταν ἱκανές νά περιστείλουν τίς ἀσυνέπειες καί τίς αὐθαιρεσίες τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. «Τί ἀξίζουν οἱ νόμοι χωρίς ἡθη;»
 
Αὐτός ὁ λαός ὁ τόσο ὑπερήφανος γιά τά κυριαρχικά δικαιώματά του, ἐννοοῦσε, μολαταῦτα, νά πάρει σέ ἰσχυρό νόμισμα τήν ἀμοιβή γιά τόν κόπο πού κατέβαλε ἀκριβῶς γιά νά ἀσκήσει αὐτά τά δικαιώματα. Παρατηροῦμε ἐδῶ μιά ἀπό τίς πιό ἔντόνες διαφορές πού ὑπάρχουν ἀνάμεσα στούς Ἀθηναίους της παλαιᾶς καί τῆς νεώτερης ἐποχῆς. Τόν 5ο αἰώνα οἱ πολίτες ἐνδιαφέρονταν πολύ γιά τίς δημόσιες ὑπόθεσεις, καί πολλοί ἀπ' αὐτούς πήγαιναν στήν ἐκκλησία. Στήν ἄρχη τοῦ 4ου αἰώνα καθένας εἶναι τόσο ἀπασχολημένος μέ τίς ὑποθέσεις του, ὥστε ἡ Πνύκα μένει ἔρημη. Δέν πρέπει νά νομίσουμε ὅτι ἀπεῖχαν κυρίως οἱ εὔπορες τάξεις, ἄν καί συχνά ἔχει διατυπωθεῖ ὁ ἰσχυρισμός ὅτι οἱ πλούσιοι, ἀηδιασμένοι ἀπό τό νά ἐκμηδενίζονται σέ ὁλες τίς συζητήσεις, ἀποσύρονταν ἀπό τήν πολιτική ζωή. Καί οἱ φτωχοί ἀπεῖχαν ἐξίσου ἀπό τήν ἐκκλησία.17 Χρειαζόταν νά τούς ὠθήσουν νά πηγαίνουν στίς συνελεύσεις, γιατί κινδύνευε νά ἀλλοιωθεΐ ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας τοῦ καθεστῶτος καί τῆς δημοκρατίας, νά μεταβληθεῖ ἡ κυβέρνηση τοῦ συνόλου σέ ὀλιγαρχία, σέ κυβέρνηση ἑνός μικροῦ ἀριθμοΰ. Τά τρομερά χρόνια πού ἀκολούθησαν τήν πτώση τῆς Ἀθήνας καί τήν τυραννία τῶν Τριάκοντα, ὅταν οἱ πιό σταθεροί ὑποστηρικτές τοῦ πολιτεύματος, οἱ βιοτέχνες, δυσκολεύονταν νά συντηρηθοῦν καί δέν μποροῦσαν νά χάσουν πολλές μέρες τοῦ μήνα ἀπό τήν ἐργασία τους, «οἱ πρυτάνεις μηχανεύονταν κάθε λογής τέχνασμα προκειμένου νά πετύχουν τόν ἀριθ-μό πού ἦταν ἀπαραίτητος γιά νά εἶναι ἔγκυρα τά ψηφίσματα».
 
Ἀποφάσισαν νά σταματήσουν μιά καί καλή τή μάστιγα τῆς ἀποχῆς. Δέν μποροῦσαν, ὅπως σέ μερικές ὀλιγαρχίες, νά βάλουν πρόστιμο στούς ἀποντες·19 μέ μιά ἀντιστροφή μέθοδο ἐξασφάλισαν ἀμοιβή στούς παρόντες. Ἀρκοῦσε νά ἐπεκταθεῖ στήν ἐκκλησία τό σύστημα τῆς μισθοφορίας πού ἴσχυε ἀπό ἑξήντα χρόνια στήν Ἠλιαία. Μέ πρόταση τοῦ Ἀγύρριου δόθηκε ἀρχικά ἕνας ὀβολός· λίγο ἀργότερα, ὁ Ἡρακλείδης ὁ Κλαζομένιος πρότεινε νά ἀνέβει σέ δύο ὀβολούς, καί ὁ Ἀγύρριος, ἀντεπιτιθέμενος, πέτυχε νά φτάσει στούς τρεῖς.20 Ἐπειδή τόν 4ο αἰώνα αὐξήθηκε τό κόστος ζωῆς, δέν σταμάτησαν ἐκεῖ: τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοτέλη τό ἐκκλησιαστικό κέρμα ἄξιζε μία δραχμή γιά τίς κανονικές συνεδριάσεις καί μιάμιση γιά τίς κύριες.21
 
Τό τριώβολο τῶν ἔκκλησιαστων, ἀκόμη περισσότερο ἡ δραχμή, ξεσήκωσε πολλές κριτικές. Στήν ἀρχαιότητα, τή δημοκρατία τήν κατηγοροῦσαν οἱ ἐχθροί της ὅτι ἔ'κᾶνε τό πλῆθος ὀκνηρό, φλύαρο καί ἄπληστο·22 πολλοί νεώτεροι ἔχουν ἐκφέρει τήν ἴδια γνώμη. Σ' αὐτές τίς κριτικές ἡ ἀπάντηση εἶναι εὔκολη. Εἴδαμε ποιοί ὑλικοί καί ἡθικοί λόγοι δικαιολογοῦν τό θεσμό: ἔπρεπε νά ἐξασφαλίζει στούς λιγότερο εὔπορους πολίτες τήν ἀπαραίτητη οἰκονομική ἄνεση, ὥστε νά μετέχουν στήν πολιτική ζωή.23 Θά ἦταν ὅμως ἀξιοκατάκριτο τέχνασμα, ἄν εἶχε καταστρέψει οἰκονομικά τό κράτος. Ἀλλά οἱ οἰκονομικές ἐπιπτώσεις δέν ἦταν τόσο σοβαρές. Σέ ἐποχή ὅπου ὁ ἡμερήσιος μισθός ἑνός ἐργάτη ἦταν μιάμιση δραχμή, τό τριώβολο ἦταν ἁπλῶς μιά μικρή ἀποζημίωση. Δέν δινόταν ἄλλωστε σέ ὅλους τους πολίτες: ἕνα προκαθορισμένο κονδύλι τοῦ προϋπολογισμοῦ κατανεμόταν ἀνάμεσα στίς συνεδριάσεις τοῦ χρόνου, καί τό ποσό πού προοριζόταν γιά κάθε συνεδρίαση καθόριζε καί τόν ἄριθμο τῶν κερμάτων πού θά μοιράζονταν σέ ὅσους ἔφταναν πρῶτοι. Γιά νά πάρει κανείς τριώβολο, ἔπρεπε νά εἶναι ἐκεῖ ἀπό πολύ νωρίς, ἀπό τό «δεύτερο λάλημα τοῦ πετεινοῦ»,24 καί νά περιμένει ὡς τό τέλος τῆς συνεδρίας, γιά νά ἀλλάξει τό κέρμα μέ χρήματα. Κοντολογίς, μέ λίγα ἔξοδα ἐπιτεύχθηκαν μεγάλα ἀποτελέσματα.
 
Ἀλλά, ὅσο καί ἄν ὁ ἐκκλησιαστικός μισθός δέν ἄξιζει τίς κατηγορίες πού διατυπώθηκαν ἐναντίον του, ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἀξιόλογη ἔνδειξη γιά τήν ἀλλαγή πού ἔγινε τόν 4ο αἰώνα στά ἡθη καί στό δημόσιο πνεῦμα. Δέν εἶναι πιά ἡ ἐποχή ὅπου ὁ πολίτης ἀφιερωνόταν στήν πόλη, χωρίς ἄλλο κέρδος ἀπό τήν ἱκανοποίηση πού παρέχει ἡ ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καί ἡ συνείδηση ὅτι συμβάλλει στό κοινό καλό. Τώρα ἡ πόλη πρέπει νά καταλάβει ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει παρά ἐνόσω φροντίζει πρῶτα γιά τά συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν πού ἀσχολοῦνται μ' αὐτήν: γιά νά πετύχει ἀπό τους πολίτες τή συνδρομή πού χρειάζεται, πρέπει νά πληρώσει.
 
Ἡ διεύθυνση τῆς ἐκκλησίας ὑφίσταται ἐπίσης τόν 4ο αἰώνα ἀλλαγές, τό νόημα τῶν ὁποίων χρειάζεται νά φωτιστεῖ.
 
Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κλεισθένη τή γραμματεία τῆς βουλῆς καί τῆς ἐκκλησίας τήν ἀποτελοῦσαν οἱ πρυτάνεις, καί ἡ προεδρία ἀνῆκε σ' ἕναν ἐπιστάτη, πού κληρωνόταν γιά κάθε συνεδρία. Ἔπειτα ἀπό μιά χρονολογία, τήν ὁποία κανένα κείμενο δέν ὁρίζει ρητά, ἡ γραμματεία ἔχει ἐντελῶς διαφορετική σύνθεση: ὁ ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων κληρώνει πρίν ἀπό κάθε συνεδρία ἐννιά προέδρους, ἕναν ἀπό κάθε φυλή, ἐκτός ἀπό τήν πρυτανεύουσα, καί ἀπό αὐτούς κληρώνει τόν ἐπιστάτη τούς· τοῦ παραδίδει τήν ἡμερήσια διάταξη καί τοῦ ἀναθέτει τή φροντίδα νά διευθύνει τίς συζητήσεις.25 Πρός τί αὐτή ἡ ἀντικατάσταση τῶν πρυτάνεων ἀπό τους προέδρους; Μερικές φορές τήν ἀπέδωσαν στή συνηθισμένη δυσπιστία τῶν δημοκρατικῶν πού ἦταν πάντα ἕτοιμοι νά μοιράζουν καί νά ἀποδυναμώνουν τήν ἐξουσία, γιά νά βασιλεύουν πιό σίγουρα. Ὑπέρ αὐτῆς της ἄποψης θά μποροῦσε νά ἀναφερθεῖ τό γεγονός ὅτι ἕνας βουλευτής δέν μπορεῖ νά γίνει πρόεδρος περισσότερο ἀπό μιά φορά σέ κάθε πρυτανεία, οὔτε ἐπιστάτης τῶν προέδρων περισσότερο ἀπό μιά φορά τό χρόνο.26 Ὡστόσο αὐτή ἡ ἐξήγηση δέν ἰσχύει, γιατί ὁ θεσμός τῶν προέδρων στήν πραγματικότητα ἔχει ἡμιολιγαρχικό παρελθόν, ἀφοῦ ἴσχυσε ἐπί μερικούς μῆνες τό 411/10, μέ τό καθεστώς τῶν Πέντε Χιλιάδων.27
 
Ἐξάλλου, ἐάν κοιτάξουμε προσεκτικότερα τίς διατυπώσεις τῶν ψηφισμάτων πού ἐκδόθηκαν κατά τό πρῶτο τέταρτο τοῦ 4ου αἰώνα, φτάνουμε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ γραμματεῖες τῶν προέδρων δημιουργήθηκαν κατά τό χειμώνα τοῦ 378/7.28 ΤΗταν ἡ στιγμή ὅπου ἡ Ἀθήνα ἄλλαζε τούς θεσμούς της, γιά νά τούς προσαρμόσει στήν καινούρια συμμαχία πού ξεκινοῦσε. Ἡ βουλή γινόταν ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στήν ἀθηναϊκή ἐκκλησία καί τό συνέδρων τῶν ἄλλων πόλεων τό τμῆμα τῆς βουλῆς πού ἐφημέρευε καί ὁ πρόεδρος τοῦ εἶχαν πολλά ἄλλα πράγματα νά κάνουν ἀπό τό νά ἐμφανίζονται στή γραμματεία καί στήν προεδρία τῶν συνελεύσεων. Γιά νά ἐκτελεστοῦν αὐτές οἱ τυπικές ὑπηρεσίες ἦταν καλύτερα νά ὑποδειχθοῦν πρόσωπα μέ περισσότερο διαθέσιμο χρόνο, ἕνας ἀντιπρόσωπος ἀπό κάθε φυλή πού δέν ἄσκοϋσε τήν πρυτανεία. Αὐτό τό σύστημα πρόσφερε, ἐπιπλέον, τό πλεονέκτημα ὅτι ἐπικεφαλῆς σωμάτων πού βουλεύονταν τοποθετοῦνταν μιά πληρέστερη ἀντιπροσωπεία τῆς δημοκρατίας. Δέν ὑπάρχει λοιπόν λόγος ἐπίκλησης προκαταλήψεων τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς προκειμένου γιά μιά μεταρρύθμιση πού τήν ἐπέβαλαν ἀνάγκες ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
 
Ἄν ὅμως ἀπό τό πρωτόκολλο στρέψουμε τά μάτια πρός τήν πραγματικότητα, οἱ ἀληθινοί ἄρχηγοι τοῦ συγκεντρωμένου λαοῦ πού συνεδριάζει προσφέρουν ἕνα θέαμα συχνά δυσάρεστο. Δέν εἶναι πιά οἱ μεγαλογαιοκτήμονες, ἐκλεγμένοι στρατηγοί, ὅπως ὁ Περικλῆς: ἡ πρόοδος στήν κατανομή τῆς πολιτικῆς ἐργασίας περιόρισε, γενικά, τούς στρατηγούς σέ αὐστηρά στρατιωτικές ἁρμοδιότητες. Δέν εἶναι πιά οὔτε βιομήχανοι ἤ ἐμπορευόμενοι: ὁ βυρσοδέψης Ἀνυτος, ἡ σταδιοδρομία τοῦ ὁποίου ἐκτείνεται ἀπό τό 410 ὡς τό 399, εἶναι ὁ τελευταῖος δημαγωγός αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ἡ πολιτική ἔγινε εἰδικό ἐπάγγελμα πού περιλαμβάνει διάφορες ἀπασχόλησεις. Ἔχει τούς ἐπιλέκτους της, τούς ρήτορες.29 Οἱ ρήτορες, προερχόμενοι συχνά ἀπό πλούσιες καί εὐυπόληπτες οἰκογένειες,30 σχεδόν ὁλοι ἔξυπνοι καί μερικοί ἀξιόλογοι, μοιράζονται τίς ἁρμοδιότητες καί διεκδικοῦν μέ μανία τήν ἐξουσία. Ὁ Εὔβουλος καί ὁ Λυκοῦργος ὑπῆρξαν ἀληθινοί ὑπουργοί οἰκονομικῶν καί δημοσίων ἔργων ὁ Καλλίστρατος ὁ Ἀφιδναῖος καί ὁ Δημοσθένης, ὑπουργοί ἐξωτερικῶν. Κάτω ἀπό τους πολιτικούς ἡγέτες κινοῦνται ρήτορες δεύτερης σειρᾶς, «κύριοι τῶν ταραχῶν καί τῶν φωνασκιῶν»,31 πολιτικάντηδες πού καλλιεργοῦν τά πάθη τοῦ λαοΰ καί ἱκανοποιοῦν τίς ἐπιθυμίες τους διεγείροντας τίς ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων, ἄνθρωποι πού ψαρεύουν σέ θολά νερά, δημαγωγοί καί συκοφάντες. Οἱ ἴδιοι λένε γιά τόν ἑαυτό τους ὅτι εἶναι «οἱ σκύλοι τοῦ λαοΰ»·32 ὑπερηφανεύονται ὅτι ὑπερασπίζουν τό λαό ἀπέναντι στούς λύκους πού παχαίνουν εἰς βάρος του. Μόλις ἀντιλαμβάνονται ἕναν πλούσιο, γαβγίζουν καί θέλουν νά δαγκάσουν. Αὐτόκλητοι κατάσκοποι καί καταδότες ἐξ ἐπαγγέλματος, σφετερίζονται τό δικαίωμα νά καταγγέλλουν τούς πάντες, ἐπικαλούμενοι κρατικά συμφέροντα - γίνονται ἕνα εἶδος εἰσαγγελέων. Στήν Πνύκα, ὅπως καί στήν Ἠλιαία, συντηροῦν ἔντεχνα τή δυσπιστία καί τό φθόνο, ὑπερθεματίζοντας στίς νόμιμες διεκδικήσεις, ἀκόμη καί στίς ὑπερβολικές ἀξιώσεις. Ἀπώτερος σκοπός τους δέν εἶναι νά προμηθεύσουν πόρους σέ ὅσους δέν ἔχουν, ἄλλα μᾶλλον νά ὑποβιβάσουν αὐτούς πού ἔχον κάτι στό ἐπίπεδο αὐτῶν πού δέν ἔχουν τίποτε· γιατί, γιά νά πᾶνε μπροστά, πρέπει νά ἀφήνουν πάντα ἀνοιχτή τήν πληγή τῆς ἀθλιότητας καί νά διατηροῦν τή διχόνοια πού ἀποτελεῖ τό λόγο ὕπαρξής τους.33
 
Μικροί ἡ μεγάλοι, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πού ζοΰν ἀπό τήν πολιτική, ὁρμοῦν διαρκῶς οἱ μέν ἐνάντιον τῶν δέ, μέ ἀφορμη τίς κομματικές διαφορές καί μέ κίνητρο τόν ἐπαγγελματικό ἀνταγωνισμό. Μοιραία φτάνουν στό σημεῖο νά ἐπιδιώκουν μᾶλλον προσωπικές ἐπιτυχίες παρά τό καλό του κράτους. Εἶναι γνωστό τό χωρίο ὅπου ὁ Πλάτων εἰρωνεύεται τήν ἅμιλλα τῶν ἀνίκανων πού θέλουν νά κρατήσουν τό τιμόνι· αὐτό τό διασκεδαστικό χωρίο ὅπου ἡ φράση πλαγιοδρομεΐ, ὅπως τό πλοῖο τοῦ ὁποίου περιγράφει τήν ταραγμένη πορεία:
 
«Σκέψου αὐτό πού μπορεῖ νά συμβεῖ σέ ἕνα ἡ σέ περισσότερα πλοῖα. Ἀπό τή μιά μεριά ἕνας καπετάνιος ἀνώτερος ἀπ' ὅλους τους ἄντρες τοῦ πληρώματος σέ ἀνάστημα καί σέ δύναμη, ἀλλά λίγο κουφός, λίγο μύωπας, καί μέ ναυτικές γνώσεις ἐλάχιστες. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ναῦτες πού διεκδικοῦν ἀναμεταξύ τους τή διεύθυνση τοῦ πλοίου, καθένας νομίζοντας ὅτι τοῦ ἀνήκει δικαιωματικά, χωρίς νά ἔχει μάθει ποτέ αὐτήν τήν τέχνη, χωρίς νά μπορεῖ νά πεῖ ποιός ἦταν ὁ δάσκαλός του οὔτε πότε τή διδάχτηκε· πού ἐπιπλέον ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτή ἡ τέχνη δέν διδάσκεται, καί εἶναι ἕτοιμοι νά κομματιάσουν ὅποιον πεῖ τό ἀντίθετο· πού συνωστίζονται γύρω ἀπό τόν καπετάνιο καί κάνουν τά πάντα γιά νά τούς παραχωρήσει τό τιμόνι· πού ἀπό καιρό σέ καιρό, ἄν δέν τούς ἀκούει καί ἀκούει ἄλλους, σκοτώνουν τούς ἄλλους ἡ τούς πετοῦν στή θάλασσα, καί ἀποκτηνώνουν τό γενναῖο καπετάνιο μέ μανδραγόρα, μέ κρασί ἡ ὁτιδήποτε ἄλλο, παίρνουν τή διακυβέρνηση τοῦ πλοίου καί διαχειρίζονται ὅπως θέλουν ὅ,τι βρίσκεται στό πλοῖο, μεθοΰν καί φουσκώνουν ἀπό φαΐ, καί πλέουν πιά ὅπως μποροῦν, στήν κατάσταση πού βρίσκονται, ἐπαινώντας καί ὀνομάζοντας καλό ναύτη, καλό κυβερνήτη, ἄριστο γνώστη τῆς ναυτικῆς τέχνης ἐκεῖνον πού εἶναι ἱκανός νά τούς βοηθήσει νά πάρουν ἀπό τόν καπετάνιο τή διακυβέρνηση τοῦ πλοίου μέ τό καλό ἡ μέ τό ἄγριο, καί ψέγοντας γιά ἀνίκανο ὅποιον ἀρνεῖται, ἐνῶ δέν ἔχουν καμιά ἰδέα γιά τό τί εἶναι ὁ ἀληθινός κυβερνήτης, δέν ξέρουν ὅτι πρέπει νά λάβει ὑπόψη του τό χρόνο, τίς ἐποχές, τόν οὐρανο, τά ἄστρα, τούς ἀνέμους καί ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τήν τέχνη του... Ὅταν τά πλοῖα ὁδηγοῦνται ἔτσι, δέν νομίζεις ὅτι ὁ ἀληθινός κυβερνήτης χαρακτηρίζεται μετεωροσκόπος, φλύαρος καί ἄχρηστος;»34
 
Ἀσφαλῶς ἡ πνευματώδης κριτική τοῦ ἰδεαλιστή θεωρητικοῦ χρειάζεται πολλούς περιορισμούς. Ὄχι μόνο κρύβει μιά ὀπισθοβουλία, δηλαδή τή γνώμη ὅτι ἕνας μόνο φιλόσοφος πρέπει νά κυβερνᾶ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀποσιωπᾶ τό γεγονός ὅτι ὁ ἀθηναϊκός λαός ἦταν πάντα σέ θέση νά ἐκλέγει σωστά. Ὡστόσο σέ πολλές περιπτώσεις δικαιολογεῖται ἀπό τίς διαμάχες στήν ἐκκλησία, ὅπως αὐτές παρουσιάζονται μέσα ἀπό τους λόγους τῶν ρητόρων. Ἄν κατά τούς ἰδεολογικούς ἀγῶνες, στήν Πνύκα, ἡ εὐγλωττία φτάνει καμιά φορά τό μεγαλεῖο, στίς προσωπικές συζητήσεις κατεβαίνει σέ θλιβερά χαμηλό ἐπίπεδο. Οἱ πιό μεγάλοι, ὁ Δημοσθένης τό ἴδιο μέ τούς ἄλλους, βρίσκουν μνησίκακη εὐχαρίστηση στό νά ἀπευθύνουν στόν ἀντίπαλο τίς πιό ποταπές ὕβρεις, τίς πιό ἀνέντιμες κατηγορίες, τίς πιό φοβερές συκοφαντίες, χωρίς νά φείδονται τήν ἰδιωτική ζωή του οὔτε καί τή ζωή τῆς οἰκογένειάς του. Δέν θά τάραζαν τόσο βοῦρκο, ἄν φοβόνταν τή γενική ἀποδοκιμασία. Ἀλλά αὐτές οἱ θανάσιμες μονομαχίες προκαλοῦσαν, φαίνεται, τίς ἴδιες συγκινήσεις μέ τούς ἀγῶνες τῶν πυγμάχων. Σπάνιοι θά ἦταν οἱ ἄνθρωποι μέ μυαλό ἀρκετά καθαρό γιά νά ἀντιληφθοῦν ὅτι τέτοια ἤθη, πού ἐξευτέλιζαν ρήτορες καί ἀκροατές, ἀτίμαζαν τό βῆμα καί τήν ἴδια τήν πόλη.
 
Ἀπό τίς πιό συνηθισμένες καί τίς πιό βαριές κατηγορίες πού ἀντάλλασσαν οἱ κομματιζόμενοι καί ἄκουγε εὐχάριστα ἡ δημόσια κακεντρέχεια ἦταν ἡ κατηγορία γιά διαφθορά ἤ δωροδοκία. Ἀγγίζουμε ἐδῶ ἕνα ἀπό τά ἑλληνικά ἐλαττώματα. Ἤδη τόν 5ο αἰώνα βλέπουμε τά πιό ἐπιφανῆ πρόσωπα τῆς Σπάρτης, ἀκόμη καί βασιλεῖς, νά τείνουν τό χέρι πρός τό χρυσάφι πού πρόσφεραν ξένοι· στήν Ἀθήνα, κατά τίς συζητήσεις γιά τήν ἐξωτερική πολιτική, ὑπερβολικά ἐπιπόλαιες ὑποψίες35 ἔκαναν τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου νά παραλύει καί, ἐπιπλέον, καθιστοῦσαν ἐπικίνδυνη τή διαχείριση τῶν δημοσίων χρημάτων, κυρίως τῶν μυστικῶν κονδυλίων, γιά ὅσους ἦταν ἐπιφορτισμένοι μέ αὐτήν. Ὡστόσο, ἐκείνη τήν ἐποχή, γιά νά σταθοῦν οἱ ὑποψίες χρειάζονταν συγκεκριμένα γεγονότα. Τόν 4ο αἰώνα ὅμως, ὅταν οἱ πολιτικάντηδες εἶναι ἐπαγγελματίες, ὅταν πολλοί ἀπό αὐτούς, ἐνῶ ἄρχισαν φτωχοί τήν πολιτική σταδιοδρομία τους, κατοικοῦν τώρα σέ πλούσια σπίτια καί ἐπιδείχνουν ἀλαζονική πολυτέλεια, τί μπορεῖ νά σκεφτεῖ ὁ λαός γι' αὐτές τίς σκανδαλώδεις περιουσίες; Ἀπό καιρό σέ καιρό θυμώνει, κραδαίνει τά ὄπλα πού τοῦ προσφέρει τό ὁπλοστάσιο τοῦ ποινικοΰ δικαίου: τήν εἰσαγγελία, τίς ἀγωγές γιά ὑπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ἤ γιά ἀποδοχή δώρων (γραφή κλοπῆς χρημάτων δημοσίων, δώρων, δωροξενίας). Ἀλλά ὅσοι δέν ἔχουν ἥσυχη τή συνείδησή τους καταφεύγουν στήν ὑποκρισία ἤ στόν κυνισμό, γιά νά ὑποδείξουν ὡς ἐξιλαστήριο θύμα κάποιον ἀπό αὐτούς τους λογογράφους πού κερδίζουν τή ζωή τους γράφοντας λόγους γιά τούς ἄλλους,36 σάν νά μήν ἦταν τό ἐπάγγελμα αὐτῶν τῶν δικηγόρων-συγγραφέων τό τιμιότερο ἀπό ὅσα δημιούργησαν οἱ ἀνάγκες ταῆς πολιτικῆς καί τῆς δικαστικῆς ζωῆς. Ἡ γενική δυσπιστία, παίρνοντας λαθεμένο δρόμο καί μήν ξέροντας πολύ καλά ἀπό ποῦ νά πιαστεῖ, ταλαντεύεται ἀνάμεσα στήν ὀργή καί στό σκεπτικισμό. Ὁ λαός, κλίνοντας πάντα πρός τή «φιλανθρωπία», ἐφαρμόζει μέ τόν τρόπο του τούς νόμους πού ἀπαγορεύουν στούς ρήτορες νά ἀποκομίζουν κέρδος ἀπό ὅσα λένε ἀπό τό βῆμα. Παραδέχεται ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψης καί τοῦ λόγου ἔχεῖ ἐπακόλουθο τό δικαίωμα νά δέχεται κανείς χρήματα, γιά νά ὑποστηρίξει μιά γνώμη, ἀρκεῖ νά εἶναι εἰλικρινής καί νά μή βλάπτει συνειδητά τή χώρα.37 Ἑρμηνεία πού πάει μακριά, ὅταν τό χρῆμα ἔρχεται ἀπό τό ἐξωτερικό. Ὁ Αἰσχίνης ἦταν σέ πλεονεκτική θέση. Τό γαϊδούρι τό φορτωμένο χρυσάφι πού ἔστέλνε ἡ Μακεδονία στίς πόλεις γιά τό συμφέρον της μποροῦσε νά περάσει τά τείχη τῆς Ἀθήνας ἐν γνώσει ὅλων. Αὐτό τό γεγονός δέν ἦταν ἀπό τίς μικρότερες αἰτίες καταστροφῆς τοῦ καθεστῶτος τῆς πόλης.
 
Ὁ λαός, κατευθυνόμενος ἀπό ἀνθρώπους πού πολύ συχνά πουλοῦσαν τό ταλέντο τούς χωρίς ἔγνοια γιά τό κοινό συμφέρον, ἐκμεταλλευόταν τήν κυριαρχία του γιά νά ἀποκομίσει ὑλικά ἀγαθά, ἀκόμη καί εἰς βάρος τοῦ δημόσιου ταμείου. Ἡ ἀρχή πού ἐφάρμοζε ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία δέν εἶναι, ἄλλωστε, εἰδική οὔτε στήν Ἀθήνα οὔτε στή δημοκρατία. Ὅλες τίς ἐποχές, σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἑλλάδας καί μέ ὅλα τά καθεστῶτα, ἡ πολιτική κυριαρχία ἐπέτρεπε οἰκονομικά πλεονεκτήματα. Εἶχαν δεχτεῖ, παραδείγματος χάρη, ὅτι μερικοί ἔκτακτοι πόροι τοῦ κράτους, ὅπως τά προϊόντα τῶν ὀρυχείων, μποροῦσαν νά μοιραστοῦν στούς πολίτες: αὐτο ἔκαμαν καί οἱ Σίφνιοι τόν 6ο αἰώνα.38 Ἀλλά ὁ διαφορετικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐφάρμοσαν οἱ Ἀθηναῖοι, αὐτόν τόν κανόνα δύο φορές σέ διάστημα ἑκατόν σαράντα χρόνων, φωτίζει ἀνελέητα τή μεταβολή τοῦ δημόσιου πνεύματος: τό 483, μέ πρόταση τοῦ Θεμιστοκλῆ ἀπέρριψαν τίς εἰσηγήσεις πού εἶχαν ἐγωιστικά κίνητρα καί διέθεσαν τελικά τό ἀσήμι τοῦ Λαυρίου στήν κατασκευή ἑνός στόλου, αὐτοῦ πού τούς ἔδωσε τή νίκη τῆς Σαλαμίνας·39 ἄλλα λίγο πρίν ἀπό τήν ἥττα στή Χαιρώνεια, ὁταν ὁ ρήτορας Λυκοῦργος πέτυχε τή θανατική καταδίκη καί τή δήμευση τῆς περιουσίας ἑνός ἀτόμου πού ἀπόκτησε τεράστια περιουσία μέ τήν παράνομη ἐκμετάλλευση μίας ἐκχώρησης μεταλλείων, μοιράστηκαν τήν περιουσία τοῦ κατάδικου ἀνά πενήντα δραχμές τό ἄτομο.40
 
Τό κόμμα πού ἦταν στήν ἐξουσία ἔβρισκε πολύ φυσικό νά οἰκειοποιηθεῖ ὁλα τά πιθανά κέρδη αὐτοῦ τοῦ κανόνα. Ἀλλά γιατί νά ἀρκεστοῦν σέ ἀβέβαια τυχερά; Δέν μποροῦσαν ἄραγε νά μεταβάλλουν τούς παλαιούς θεσμούς, ὥστε νά τούς προσαρμόσουν στίς καινούριες ἀνάγκες; Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Περικλῆ τό κράτος ἔδινε σέ ὅσους πολίτες ἡθελαν δύο ὀβολούς γιά τήν εἴσοδο στό θέατρο: ἦταν ἡ διωβελία τῶν θεαμάτων, τά θεωρικά.· 41 Ἀργότερα, μετά τήν καταστροφή στή Σικελία καί τήν κατοχή τῆς Δεκέλειας ἀπό τους Σπαρτιάτες, μέ πρόταση τοῦ Κλεοφώντα ἔδωσαν στούς φτωχούς μιά καθημερινή ἐνίσχυση, πού ἦταν ἐπίσης δύο ὀβολοί καί τήν ὁποία ὀνόμαζαν ἐπίσης διωβελία.42 Ἄλλωστε, τό κράτος ἀνέκαθεν πρόσφερε κανονικά ἑκατόμβες στούς θεούς καί καμιά φορά δεχόταν ἀπό ξένους ἡγεμόνες, σάν διπλωματικά δῶρα, φορτία σταριοΰ:43 εὐκαιρίες γιά πλούσιες διανομές κρέατος καί δημητριακῶν. Γιατί νά μή γίνει ὁριστική καί διαρκῆς ἡ ὀργάνωση τῆς δημόσιας βοήθειας, ἔτσι ὥστε νά ἐνισχύουν τούς πολίτες πού εἶχαν ἀνάγκη, ἡ τουλάχιστον νά τούς χορταίνουν καί νά τούς διασκεδάζουν τίς μέρες τῶν ἑορτῶν; Τί καλύτερη χρήση γιά τά περισσεύματα τοῦ ταμείου; Ἔτσι, τά θεωρικά θά ἔχουν τό δικό τους ταμεῖο, πού θά τροφοδοτεῖται ἀπό χρόνο σέ χρόνο ὅλο καί πιό γενναιόδωρα: δέν πρέπει νά ἐξασφαλίσουν στό λαό ἄρτον καί θεάματα, panem et circenses;
 
Τόν 5ο αἰώνα, ὁταν ἀκόμη ἐπέμεναν νά συμβιβάσουν τά δικαιώματα τῶν πολιτῶν μέ τά δικαιώματα τῆς πόλης, ἔβλεπαν ἡδη στή μισθοφορά τό οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς δημοκρατικῆς διακυβέρνησης, ἔτσι ὥστε πρώτη πράξη τῆς ὀλιγαρχίας, ὁταν ἔπαιρνε πάλι τήν ἐξουσία, ἦταν νά τήν καταργήσει.44 Ἀπό τή στιγμή πού τό πλῆθος δέν σκέφτεται πιά τίποτε ἄλλο πέρα ἀπό τήν ἱκανοποίηση ἐγωιστικῶν ἐνστίκτων, τό θεωρικό ἀποβαίνει θεμέλιος λίθος τοῦ καθεστῶτος. Μερικοί πατριῶτες προσπαθοῦν ἀκόμη νά θυμίσουν τίς ἀνάγκες τῆς ἐθνικῆς ἄμυνας, νά ἀντιθέσουν στά θεωρικά τά στρατιωτικά· τά περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελοΰν τό ἀντικείμενο τῆς παρτίδας πού παίζεται στήν Πνύκα· ὁ ἀχαλίνωτος ἀγώνας τῶν προσωπικῶν συμφερόντων καί τοῦ κοινοΰ συμφέροντος, αὐτό τό δράμα ἀπό τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Ἀθήνας, συμπυκνώνεται στόν ἀνταγωνισμό τῶν δύο ταμείων. Ἀλλά ἀκόμη καί οἱ ὑπερασπιστές τῆς πόλης, ξέροντας ὅτι δέν μπορεῖ πιά νά ὑπάρξει αὐτός ὁ θεσμός παρά μόνο μέ συνεννόηση ἀνάμεσα στούς πλούσιους καί στούς φτωχούς, εἶναι ὑποχρεωμένοι νά διακηρύξουν τήν σχεδόν συνταγματική ἀξία τῶν θεωρικῶν: δέν ἀνέχονται νά λένε κακό γι' αὐτά, νά τά «βλασφημοῦν», καί ζητοῦν νά τά θεωροῦν ὅλοι ἄθικτα.45 Οἱ δημαγωγοί φιλοτιμοῦνται νά προικίσουν τό πολυαγαπημένο ταμεῖο μέ νέους πόρους, κυνηγώντας τούς πλουσίους ἡ κάνοντας οἰκονομικές ταχυδακτυλουργίες. Γιά νά μπορέσει ὅλος ὁ κόσμος νά παρακολουθήσει τίς παραστάσεις τῶν τραγωδιῶν, δίνουν στόν καθένα μιά δραχμή, ὁταν εἶναι δυνατόν, ἀντί γιά δύο ὀβολούς.46 Ἀργότερα τό θεωρικό ἀνέβηκε σέ πέντε δραχμές καί διανεμήθηκε ὄχι μόνο στά Διονύσια καί στά Παναθήναια, ἀλλά γενικά στίς γιορτές.47 Ὁ Δημάδης, μάλιστα, θεωρεῖ τιμή του ὅτι πρόσφερε σέ κάθε πολίτη μισή μνᾶ γιά νά γιορτάσει μέ ἀξιοπρέπεια τή χαρούμενη μέρα τῶν Χόων.48
 
Δέν χρειαζόταν νά ἔχει κανείς μεγάλη ἡθική εὐαισθησία γιά νά ἀποδοκιμάσει τό σύστημα. Καταδικαζόταν μόνο του, μέ τήν ἀδυναμία του νά φτάσει τούς σκοπούς του, παρ' ὅλες τίς πλειοδοσίες τῶν δημαγωγῶν. Μιά αὐστηρή παρατήρηση τῶν γεγονότων καί τῶν ἀριθμῶν ἐπαληθεύει αὐτές τίς ἀπαισιόδοξες σκέψεις τοῦ Ἀριστοτέλη: «ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων τους κάνει ἀχόρταγους: ἀρχικά ἱκανοποιοῦνται μέ δύο ὀβολούς· ἀπό τή στιγμή πού αὐτό γίνεται παράδοση, οἱ ἀνάγκες τους αὐξάνουν διαρκῶς, ὥσπου νά μή γνωρίζουν πλέον ὁρια· γιατί ἡ πλεονεξία εἶναι ἀπό τή φύση της ἀχόρταγη, καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν ζοΰν παρά γιά νά τήν ἱκανοποιήσουν... Μοιράζονται τά περισσεύματα, καί οἱ ἀνάγκες μένουν ἴδιες: μιά τέτοια βοήθεια πρός τούς φτωχούς εἶναι βαρέλι χωρίς πάτο».49 Ὁ Δημάδης ὁ ἴδιος, πού εἶχε τήν πείρα τῶν δημαγωγικῶν διανομῶν, ὀνόμαζε τά θεωρικά «κόλλα τῆς δημοκρατίας».50 Διαρκῶς ἀνεπαρκές, διαρκῶς μεγαλύτερο, τό κονδύλι τῆς δημόσιας βοήθειας ἔφθεῖρε τό καθεστώς, διέλυε σέ μικροδῶρα τά ἔσοδα πού χρειάζονταν γιά οὐσιαστικές κρατικές ὑπηρεσίες, καί ὁδηγοῦσε τό ταμεῖο καί τήν πόλη στόν γκρεμό.
 
Ἡ εὐθύνη γιά τό κακό ἀνάγεται βέβαια στήν ἐκκλησία. Σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἔναν ἀπρόβλεπτο μάρτυρα, τόν ἀντίπαλο τοῦ Δημοσθένη, τόν Αἰσχίνη. Μιά μέρα πού ἦταν ἀγανακτισμένος, ὄχι τόσο ἀπό ἀρετή ὅσο ἀπό συμφέρον, ὁ ἐπιτήδειος ρήτορας βρίσκει μιά ἐπιτυχημένη διατύπωση. Μιλᾶ γιά συνεδριάσεις ὅπου οἱ πολιτικοί ἄνδρες δέχονται κάθε εἴδους τιμές ἀπό τό λαό: «Βγαίνουν ἀπό ἐκεῖ, ὄχι ὅπως ἀπό μιά συνεδρίαση διαβουλευτική, ἀλλά σάν ἀπό συγκέντρωση μετόχων μετά ἀπό διανομή τῶν περισσευμάτων» (ὥσπερ ἐκ τῶν ἐράνων τά περιόντα νειμάμενοι).51 Μάλιστα· ἡ δημοκρατία ἔγινε ἀληθινά ἕνας ἔρανος, καί μ' αὐτήν τή λέξη μποροΰμε νά ἐννοήσουμε μιά ἑταιρεία ἀλληλοβοήθειας πού ζητᾶ ἀπό τους μέν τά μέσα πού χρειάζονται γιά νά συντηρηθοῦν οἱ δέ. Μέ μιά παράξενη ἀναστροφή τῶν σχέσεων πού κάποτε φαίνονταν φυσικές, δέν ὀφείλουν πιά οἱ πολίτες νά ἐκτελοῦν τό υἱικό καθῆκον τούς ἀπέναντι στήν πόλη, ἀλλά ἡ πόλη ἔχει ἀναλάβει τήν τροφοδοσία τῶν πολιτῶν, ὅπως τά παιδιά τρέφονται ἀπό τους γονεῖς.52
 
Β΄ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ, ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
 
Στή δημόσια ζωή ὅλα σχετίζονται μεταξύ τους. Αὐτή ἡ ὑπεροχή τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, πού νόθευε ὡς καί τήν ἔννοια τῆς πόλης, δέν μποροΰσε νά βαραίνει στίς συζητήσεις τῆς βουλῆς χωρίς νά ξεστρατίζει τή διοίκηση πού εἶχε γιά ἐλατήριο τή συνείδηση τοῦ πολίτη. Ἔβλαψε τή στρατολόγηση τῶν δικαστῶν καί ἀποδιοργάνωσε τό στρατό καί τά οἰκονομικά.
 
Τά πρῶτα χρόνια τοῦ 4ου αἰώνα, ὅταν ἡ ἔνδεια τοῦ ταμείου ἐμπόδιζε τήν ἐπαναφορά τοῦ δικαστικοῦ μισθοῦ, οἱ ἡλιαστές γίνονταν τόσο σπάνιοι, πού ἀναγκαστικά τούς ἐπιτράπηκε νά ἐγγράφονται σέ περισσότερα τμήματα. Μπόρεσαν νά παραιτηθοῦν ἀπό αὐτό τό μέτρο ὅταν τούς ἔδωσαν τό τριώβολο· ἀλλά καί τότε δέν εἶχαν τήν 'ἴδια εὐκολία, ὅπως ἄλλοτε, γιά νά συμπληρώνουν τά δικαστήρια. Ἀντί νά περιορίσουν τόν ἀριθμό τῶν ἐνόρκων σέ ἕξι χιλιάδες, ἀναγκάστηκαν νά ἐπιτρέψουν σέ κάθε πολίτη πού ἐκπλήρωνε τούς νόμιμους ὅρους νά ἐγγραφεῖ καί νά ὁρκιστεῖ ὡς δικαστής. Ἀντί νά τούς χωρίσουν κατά φυλές, ὅπως ἔκαναν σέ ὅλες τίς ἄλλες ὑπηρεσίες, τούς τακτοποιοῦσαν περίπου ἐξίσου κατά τμήματα, λαμβάνοντας ὑπόψη μόνο τίς ἀνάγκες της ὑπηρεσίας. Ἕνα κείμενο μᾶς δίνει ἄλλωστε μιά πολύτιμη πληροφορία γιά τήν ἀποστροφή πού ἔνιωθαν οἱ Ἀθηναῖοι, τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰώνα, στό νά ἐκπληρώνουν τό δικαστικό καθῆκον τους. Στόν κατάλογο τῶν δημόσιων διαιτητῶν τοῦ ἔτους 325 /4 ἐμφανίζονται 103 ὀνόματα. Αὐτός ὁ κατάλογος ἔπρεπε νά περιλαμβάνει τά ὀνόματα ὁλων τῶν πολιτῶν πού μέσα στό χρόνο ἔφτασαν τά ἑξήντα, δηλαδή τό 1 % τῶν 23-25.000 πολιτῶν πού εἶχε τότε ἡ Ἀθήνα.53 Μέ αὐτό τό παράδειγμα βλέπουμε ὅτι οἱ μισοί, καί παραπάνω, ἀπό ἐκείνους πού ἔπρεπε νά ἀσκήσουν ἕνα ὑποχρεωτικό λειτούργημα ἔβρισκαν κάποιον τρόπο νά ἀπαλλαγοῦν.
 
Οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ 4ου αἰώνα ἀπεχθάνονταν ἀκόμη περισσότερο τό φορολογικό καθῆκον. Ἡ ἱστορία τῆς δημόσιας οἰκονομίας αὐτή τήν ἐποχή παρουσιάζει ἕνα ὄντως παράξενο θέαμα. Τό κράτος, πού οἱ συνεχεῖς πόλεμοι τό ὁδηγοῦν σέ συνεχή ἔνδεια, ἀγωνίζεται νά βρεῖ καινούριους πόρους: διπλασιάζει τούς ἔμμεσους φόρους, τό ἑκατοστό στίς εἰσαγωγές καί ἐξαγωγές, τό ἑκατοστό στίς πωλήσεις ἀκίνητων·54καταφεύγει ὅσο πιό συχνά μπορεῖ στήν ἔκτακτη πολεμική εἰσφορά, ἔτσι πού τήν κάνει σχεδόν κανονικό φόρο· ὀργανώνει τήν τριηραρχία μέ τρόπο πού ἀπό «λειτουργία» τή μεταβάλλει σέ ἄμεσο φόρο· κάνει ἔκκληση στίς ἐθελοντικές συνεισφορές. Ὅταν ὁλα αὐτά δέν ἐπαρκοῦν, πολλαπλασιάζει τίς δημεύσεις καί ἐπιφορτίζει τούς στρατηγούς νά ἐξασφαλίζουν τά ἔξοδα τοῦ πολέμου ἀπό τίς ἐχθρικές ἡ καί τίς φιλικές χῶρες.
 
Ἔτσι, οἱ πολιτικοί ἄνδρες πού μένουν γιά περισσότερο καιρό στήν ἐξουσία εἶναι οἰκονομολόγοι πρώτης τάξεως. Ὅ Καλλίστρατος ὁ Ἀφιδναῖος ὀργανώνει τό ταμεῖο τῆς δεύτερης συμμαχίας· ὁ Εὔβουλος σώζει τήν Ἀθήνα ἀπό τή χρεοκοπία, μετά τό συμμαχικό πόλεμο· ὁ Λυκοῦργος ξεπερνᾶ ὁλες τίς δυσκολίες τίς ὁποῖες προκάλεσε ἡ καταστροφική ἥττα τῆς Χαιρώνειας. Διδαγμένη πιά ἀπό τήν πείρα, ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία, προκειμένου γιά τά ὑψηλά ἀξιώματα μέ οἰκονομικές ἁρμοδιότητες παραιτεῖται ἀπό τήν κλήρωση, τήν ἐτήσια θητεία καί τή συλλογικότητα: οἱ διαχειριστές τῶν θεωρικῶν καί ὁ μοναδικός ταμίας τῶν στρατιωτικῶν ἐκλέγονται γιά τέσσερα χρόνια.55 Ἐνῶ οἱ φιλόσοφοι καί οἱ δημοσιολόγοι, ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Ξενοφῶν καί ὁ Ἰσοκράτης, παρακινημένοι ἀπό τή γενική ἀνη-συχία θέτουν τίς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὁρισμένοι ἰδιῶτες μηχανεύονται τρόπους νά γεμίσουν τό δημόσιο ταμεῖο: προτείνουν στό κράτος νά ἀποκτήσει ξενοδοχεῖα, καταστήματα καί ἐμπορικά πλοῖα, νά ἐκμισθώσει δούλους κατά χιλιάδες γιά τά ὀρυχεῖα, νά μονοπωλήσει τό ἁλάτι ἡ τό μολύβι.56 Ὡραῖες προσπάθειες γιά νά βοηθηθεῖ ἡ πατρίδα! Δέν ὑπάρχει παρά μιά δυσκολία: οἱ φορολογούμενοι ἐξαφανίζονται ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας, καί ἡ φορολογητέα ὕλη ἐξατμίζεται.
 
Αὐτή ἡ πάλη ἀνάμεσα στίς ἀπαιτήσεις τοῦ δημόσιου συμφέροντος καί στίς ὑπεκφυγές τῶν ἀπρόθυμων πουγκιῶν, πάλη μᾶλλον ἡθική παρά οἰκονομική, ἐξηγεῖ τίς διαδοχικές μεταμορφώσεις τῆς εἰσφορᾶς.
 
Ἀφότου ἡ ἐπέμβαση τοῦ περσικοῦ χρυσοῦ ἔδωσε στόν πελοποννησιακό πόλεμο χαρακτήρα πολέμου χρηματικῶν μέσων, ἡ Ἀθήνα, θέλοντας καί μή, κατέφυγε συχνά σ' αὐτόν τόν ἔκτακτο φόρο. Ὅταν τό 378 ἀποφάσισε νά ἀνασυστήσει τή ναυτική συμμαχία, σκέφτηκε μέ ποιά μέσα θά εἶχε μεγαλύτερα ἔσόδα. Ἄραγε αὔξησε τόν ἀριθμό τῶν φορολογουμένων στά σκοτεινά χρόνια τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα, ἡ κάπου τριάντα χρόνια μετά; Δέν ξέρουμε. Πάντως τό ὕψος τοῦ τιμήματος πού καθόριζε τή μετάβαση ἀπό τους ζευγίτες στούς θῆτες, δηλαδή ἀνάμεσα στούς φορολογουμένους τῆς τελευταίας τάξης καί σέ αὐτούς πού ἑξαιροῦνταν, ἀπό τίς 200 δραχμές κατέβηκε στίς 150:57οἱ κατάλογοι τῶν φορολογουμένων καί τῶν ὁπλιτῶν μεγάλωσαν ἀνάλογα. Τότε ἐπίσης, ἐπειδή ζητοῦσαν τήν εἰσφορά ἀπό μεγαλύτερο ἄριθμο πολιτῶν, τήν ἔκαμαν, γιά λόγους ἰσότητας, φόρο πού μεγάλωνε προοδευτικά, ἤ μᾶλλον μειωνόταν ἀπό τίς μεγαλύτερες πρός τίς μικρότερες περιουσίες. Σέ μιά ἐποχή πού δεχόταν ὅτι ἕνα κεφάλαιο ἰσοδυναμοῦσε μέ δώδεκα χρόνων εἰσοδήματα, ὑπολόγισαν τίς περιουσίες τῶν πεντακοσιομεδίμνων ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις δώδεκα ἔτων, τῶν ἱππέων ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις δέκα ἔτων, καί τῶν ζευγιτῶν ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις 6 2/3 ἔτων, καί δέν ἔλαβαν ὑπόψη τίς περιουσίες κάτω ἀπό 1.800 δραχμές. Τό φορολογούμενο κεφάλαιο (τίμημα) συνέπιπτε λοιπόν μέ τό πραγματικό κεφάλαιο γιά τήν πρώτη τάξη, ἄλλα περιοριζόταν κατά ἔνα ἕκτο γιά τή δεύτερη καί κατά ἕνα τρίτο γιά τήν τρίτη. Ἀνάλογα μέ τήν τάξη, ἦταν τό λιγότερο 6.000, 3.000 καί 1.000 δραχμές.58 Ὅ φόρος, μέ τό νά εἶναι ἀνάλογος μέ τό φορολογούμενο κεφάλαιο καί μέ τό νά ἐπιδέχεται ἀπαλλαγές στή βάση, μειωνόταν σημαντικά ἀπό τά ὑψηλότερα πρός τά χαμηλότερα εἰσοδήματα. Ἐξάλλου, φαινομενικά μόνο ἦταν φόρος στό κεφάλαιο· στήν πραγματικότητα ἦταν φόρος στό εἰσόδημα. Ξέρουμε πώς τό ὕψος του κατά τήν πρώτη ἀπογραφή, πού ἔγινε τό 378/7, ἦταν 5.750 τάλαντα· κατά τή διάρκεια τοῦ 4ου αἰώνα παρέμεινε γύρω στά 6.000.59 Ἀκόμη καί μέ μέτριο ὕψος, ἡ εἰσφορά, μ' αὐτή τήν ὀργάνωση, μποροῦσε νά ἐξασφαλίσει στήν πόλη μεγάλους πόρους.
 
Ἔπρεπε ὅμως νά λογαριάσουν καί τίς σχετικά μεγάλες φοροδιαφυγές. Γιά νά συντάξουν τά φορολογικά διαγράμματα στηρίζονταν στίς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων. Οἱ ὀφειλές τῶν ἀγροκτημάτων μποροῦσαν, ἐπιπλέον, νά ὑποβληθοῦν σέ ἀρκετά σοβαρό ἔλεγχο ἀπό τους δημάρχους πού κρατοῦσαν ἕνα εἶδος κτηματολογίου (ἀπογραφή) καί μποροῦσαν νά ἐκτιμοῦν τίς ἀποδόσεις. Ἡ ἀξία τῶν οἰκημάτων μποροῦσε νά ὑπολογιστεῖ σέ λογικά ἐπίπεδα μέ βάση τό νοίκι. Τό ἴδιο τά ζῶα καί οἱ δοῦλοι: μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν σύμφωνα μέ τόν ἀριθμό καί τή φυσική κατάστασή τους.60 Ἀλλά ποιά ἐγγύηση εἶχε τό δημόσιο ταμεῖο γιά τήν εἰλικρίνεια τῶν δηλώσεων πού ἀφοροῦσαν τά κινητά ἔσοδα, τά ἀφανή ἀγαθά; Ἀκριβῶς ἐπειδή δέν τούς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπόκρυψη (ἀφανίζειν, ἀποκρύπτεσθαι), βλέπουμε τόσο συχνά, σέ δικανικούς λόγους, διάδικους πού καμαρώνουν ὅτι πληρώνουν τακτικά τους φόρους τους.
 
Ὡστόσο τό 378/7, τόν ἴδιο καιρό πού ἀναδιοργάνωναν τίς τάξεις τῶν τιμημάτων, πῆραν ἕνα δραστήριο μέτρο γιά νά εὐκολύνουν τήν εἴσπραξη τῆς εἰσφορᾶς καί νά βελτιώσουν τήν κατανομή της. Οἱ φορολογούμενοι ταξινομήθηκαν σέ εἴκοσι συμμορίες, μέ τέτοιον τρόπο πού ὅλες θά πλήρωναν γιά τό ἴδιο τμῆμα φορολογούμενου κεφαλαίου τό ἴδιο μέρος φόρου. Κάθε συμμορία ἦταν ὑπεύθυνη γιά τήν ὀφειλή της, καί γι' αὐτό ἐπιφορτιζόταν νά εἰσπράττει, τό φόρο πού τῆς ἀναλογοΰσε. Τό κράτος πίστευε ὅτι, δέν θά εἶχε παρά νά ὁρίσει, καί νά εἰσπράξει, ἕνα ὁλικό ποσό, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι θά ἀναδιοργανώνει τίς συμμορίες ἀπό καιρό σέ καιρό σύμφωνα μέ τίς περιουσιακές μεταβολές καί τίς κληρονομικές μοιρασιές. Οἱ συμμορίες θά κατένειμαν τό μερίδιο τοῦ φόρου πού τούς ἀναλογοῦσε στά μέλη τους. Ἀλλά αὐτό δέν ἦταν εὔκολο: οἱ μικροί φορολογούμενοι ἔβρισκαν πάντα δικαιολογίες γιά νά ἐξαιρεθοῦν οἱ μεγάλοι ὄφειλαν νά δώσουν δείγματα πολιτικῆς εὐσυνειδησίας ξεπερνώντας τίς νόμιμες ὑποχρεώσεις τους. Ὁ Τιμόθεος, πού εἶχε πολύ μεγάλη περιουσία, ὑποχρεωνόταν νά πληρώνει τό ἕνα πέμπτο τοῦ εἰσοδήματός του, καί οἱ κηδεμόνες τοῦ Δημοσθένη, σέ στιγμή γενναιόδωρης παρόρμησης, πού δέν τούς στοίχιζε τίποτε, ἔκαμαν τό ἴδιο γιά λογαριασμό τοῦ ἀνήλικου ἐπιτροπευόμενού τους.61 Παρ' ὁλα αὐτά, ὑπῆρχαν οἱ φοροφυγάδες πού ἔπρεπε νά διωχθοῦν δικαστικά, οἱ ἀναξιόχρεοι πού ἡ συμμορία τους τούς καθιστοῦσε προσωπικά ὑ-πεύθυνους. Κοντολογίς οἱ καθυστερήσεις σέρνονταν ἀπό χρόνο σέ χρόνο, σέ ἀπελπιστικό βαθμό.
 
Τό 362, τό ἀργότερο, χρειάστηκε νά ἀναδιοργανώσουν τό θεσμό, γιά νά διασφαλίσουν τό κράτος ἀπό κάθε κίνδυνο ἐλλείμματος. Ἀνάμεσα στούς 1.200 πολίτες πού εἶχαν καταταγεῖ σέ εἴκοσι συμμορίες, 60 στήν καθεμιά, οἱ πλουσιότεροι, πού ἦταν 300, μοιράστηκαν ἀπό 15 σέ καθεμιά. Οἱ 300 ἔπρεπε νά προκαταβάλλουν στό δημόσιο ταμεῖο τήν εἰσφορά, καί νά τήν εἰσπράττουν κατά τή διάρκεια τοῦ χρόνου ἀπό τους ἄλλους πού ἄνηκαν στή δεύτερη κατηγορία· τούς ἐπέβαλλαν ἔτσι μιά ἔκτακτη λειτουργία, ἀνάλογη μέ τήν τριηραρχία: τήν προεισφορά. Αὐτή τή φορά τό κράτος θεωροῦσε βέβαιο ὅτι θά εἶχε ὁρισμένη μέρα τά ποσά πού ζητοῦσε. Ἀλλά καί πάλι εἶχε ἀπογοητεύσεις. Τό 355 χρειάστηκε νά διορίσουν μιά ἐπιτροπή, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἀνδροτίωνα, γιά νά εἰσπράξει τά καθυστερούμενα πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπό τό 378. Ὁ Ἀνδροτίων, ἐπικεφαλής της ἀστυνομίας, κυνήγησε τούς ὀφειλέτες, παραβίασε τήν κατοικία τους, κατάσχεσε τά ἔπιπλά τους καί τούς ἔσυρε στή φυλακή, ὅταν δέν πρόφταιναν νά κρυφτοῦν κάτω ἀπό τό κρεβάτι ἡ νά ξεφύγουν ἀπό τή στέγη.62 Ἡ ὑπηρεσία μάταια σοφιζόταν τεχνάσματα καί χρησιμοποιοῦσε αὐστηρότητα· ἡ κακή θέληση τῶν φορολογουμένων ἦταν ἰσχυρότερη. Τό 354 ὁ Δημοσθένης φωνάζει ἀπελπισμένα:
 
«Κοιτάξτε ὁλόκληρη τήν πόλη μας. Μέ τά πλούτη πού περικλείει, ἰσοφαρίζει σχεδόν ὅλες τίς ἄλλες πόλεις ἑνωμένες· ἄλλα αὐτοί πού ἔχουν τά πλούτη σκέφτονται ἔτσι πού, ἀκόμη καί ἄν ὅλοι οἱ ρήτορες ἀναγγελναν τό φοβερό νέο ὅτι ὁ βασιλέας θά ἔρθει, ὅτι δέν ὑπάρχει τρόπος νά ἄλλαξει ἡ φορᾶ τῶν πραγμάτων, ...αὐτοί ὄχι μόνο δέν θά κατέβαλλαν τήν εἰσφορά, ἀλλά θά ἔκρυβαν τήν περιουσία τους καί θά ἀρνιόνταν ὅτι ἔχουν».63
 
Αὐτός ὁ εὐτελισμός τοῦ ἤθους τῶν πολιτῶν φανερώνεται σέ ὁλο του τό μέγεθος μέσα ἀπό τήν ἱστορία ἑνός θεσμοῦ πού ἀφορᾶ συγχρόνως τό φορολογικό καί τό στρατιωτικό καθῆκον, τοῦ θεσμοῦ τῆς τριηραρχίας.
 
Ἡ τριηραρχία ἀρχικά ἐπιβαλλόταν σέ ἕναν μόνο πολίτη γιά κάθε πλοῖο, καί δέν μποροῦσε νά ἀπαιτηθεῖ πάλι ἀπό τόν ἴδιο παρά μόνο ἔπειτα ἀπό δύο χρόνια. Ἀλλά κατά τόν δεκελικό πόλεμο οἱ τριήραρχοι ἀπέκτησαν τό δικαίωμα νά συνεταιρίζονται ἀνά δύο γιά μιά τόσο μεγάλη δαπάνη: εἶναι αὐτό πού ὀνομάστηκε σνντριηραρχία.64 Ἡ ἁπλή τριηραρχία καί ἡ συντριηραρχία λειτουργοῦσαν συγχρόνως· οἱ φορολογούμενοι κανόνιζαν μέ ἐλεύθερες συμβάσεις τά προβλήματα τοῦ ἐξοπλισμοῦ καί τῆς διοίκησης τοῦ πλοίου.65 Κατά βάθος, ἡ ἀνακούφιση δέν ἦταν πολύ μεγάλη γι' αὐτούς: ἡ ἐπιβάρυνση, ἔτσι ὅπως τή μοίραζαν στά δυό, ἐπανερχόταν μέ διπλάσια συχνότητα. Τήν ἀνέχτηκαν ὅσο ὁ στόλος δέν περιλάμβανε παρά μιά ἑκατοστή πλοῖα καί ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν σπάνιος. Ἀλλά ὁταν ἡ Ἀθήνα ἐπανίδρυσε τή ναυτική συμμαχία, τό 378/7, ἀναγκάστηκε νά κατασκευάσει πολλά πλοῖα καί νά ἀποφασίσει ἐκστρατεῖες κάθε χρόνο. Τό 357/6, ὅταν ξέσπασε ὁ συμμαχικός πόλεμος, εἶχε 283 τριήρεις, ἴσως μάλιστα 383. Μάταια ἔκανε ἔκκληση στούς καλούς πολίτες, πού ἦταν διατεθειμένοι, ὅπως ὁ Δημοσθένης, νά μπούν μπροστά, ἔξω ἀπό τή σειρά τους·66 ἡ καλή διάθεση σπάνιζε. Οἱ περισσότεροι ζητοῦσαν νά γλιτώσουν ὅσο πιό φτηνά γινόταν.
 
Ἀνακατεύτηκε καί ἡ κερδοσκοπία. Ἐπιχειρηματίες ἔπαιρναν ἐργολαβικά τήν τριηραρχία· προμήθευαν χρησιμοποιημένα ἐξαρτύματα, καί ἔτσι κέρδιζαν. Ξέρουμε, παραδείγματος χάρη, ὅτι ὁ Δημοσθένης ἀναγκάστηκε μέ δόλιες μηχανορραφίες νά ἀναλάβει ἕνα συμβόλαιο αὐτοῦ τοῦ εἴδους.67 Ἀκόμη πιό σοβαρό ἦταν τό γεγονός ὅτι οἱ τριήραρχοι ἔπαιρναν ἀντικαταστάτες σέ καιρό πολέμου: τό 361 ὁ Ἀριστοφών ὁ Ἀζηνιεύς κατηγόρησε πολλούς ἀπό αὐτούς γιά προδοσία καί δειλία, καί κατάφερε νά καταδικαστοῦν σέ θάνατο.68
 
Ἔπρεπε νά βρεθεῖ λύση. Ἀποφασίστηκε νά αὐξηθεῖ ὁ ἀριθμός τῶν ὑπόχρεων σέ τριηραρχία μέ τήν κατ' ἀναλογία συμμετοχή πολιτῶν πού εἶχαν μικρότερες περιουσίες. Τέτοιο ἦταν τό ἀντικείμενο ἑνός νόμου πού πρότεινε ὁ Περίανδρος. Αὐτός ὁ νόμος ἐφάρμοζε στήν τριηραρχία τό καθεστώς τῶν συμμοριῶν, ὅπως ἴσχυε ἀπό τό 362. Δημιουργήθηκαν λοιπόν εἴκοσι τριηραρχικές συμμορίες. Καθεμιά περιλάμβανε ἑξήντα μέλη, ταξινομημένα σέ κατηγορίες ἀνάλογα μέ τήν περιουσία τους, καί μέ δεκαπέντε ἀπό αὐτά ἐπικεφαλῆς τοῦ καταλόγου. Καθεμιά εἶχε τόν ἀρχηγό της (ἡγεμόνα), τοῦ ὁποίου ἔφερε τό ὄνομα, καί τό διαχειριστή της (ἐπιμελητή). Μιά ἐπιτροπή ἀπό εἴκοσι (τῶν εἴκοσι ἡγεμόνων ἡ τῶν εἴκοσι ἐπιμελητῶν) συνεργαζόταν μέ τούς στρατηγούς, γιά νά μοιράσει τίς τριηραρχικές ἐπιβαρύνσεις στίς συμμορίες. Οἱ τριήρεις, πού παλαιότερα κατανέμονταν ἄμεσα ἀπό τό κράτος στούς τριήραρχους (ἀπό μία σέ ἕναν ἡ σέ δύο), ἀπό τώρα καί ἑξῆς μοιράζονται ἀπό τίς συμμορίες, κατά τήν κρίση τους. Ἡ προσπάθεια πού ἔπρεπε νά καταβάλουν ἦταν ἀνάλογη μέ τή σημασία τοῦ ἐξοπλισμοῦ πού ἀποφασιζόταν: γιά ἕνα πλοῖο, κυρίως σέ καιρό εἰρήνης, ὅταν τά ἔξοδα δέν ἦταν πολύ μεγάλα, ἡ συμμορία ὑποδείκνυε ἕναν μόνο τριήραρχο· γιά κάποιο ἄλλο, κυρίως σέ καιρό πολέμου, ὅριζε ἕναν ἀριθμό συνεταίρων (συντελεῖς), πού ποίκιλλε, ἀριθμό πού βλέπουμε νά φτάνει τούς δεκαέξι.69
 
Μέ τήν πρώτη ματιά ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Περιάνδρου φαίνεται νά σημειώνει μιά φοροτεχνική πρόοδο, ἀφοῦ μοίραζε σέ πολλούς τήν ἐπιβάρυνση πού ἄλλοτε ἔπεφτε σέ ἕναν ἡ δύο καί γιατί, τελικά, μετέβαλλε μιά λειτουργία σέ ἄμεσο φόρο. Ὡστόσο, ἀκόμη καί ἀπό ἄποψη ἀπόδοσης, τά ἀποτελέσματα ἦταν πολύ κατώτερα ἀπό αὐτά πού περίμεναν. Πολλοί ἀπό τους χίλιους διακόσιους ἐγγεγραμμένους, ὅπως οἱ χῆρες, οἱ ἐπίκληρες κόρες, οἱ κληροΰχοι καί οἱ κληρονόμοι ἐξ ἀδιαίρετου, εἶχαν δικαίωμα σέ προσωρινές ἀπαλλαγές. Ὁ Δημοσθένης μετρᾶ τετρακόσιες ὀγδόντα ἀπαλλαγές αὐτοῦ τοῦ εἴδους.70 Ἄλλοι ζητοῦσαν νά δί-ἀγραφοῦν λόγω περιουσιακῶν ἀτυχημάτων. Στήν πραγματικότητα ὁ κατάλογος δέν ἦταν ποτέ πλήρης, καί ἑκατοντάδες ὀνόματα ἐμφανίζονταν τυπικά μόνο. Τό σύστημα παρουσίαζε καί πολλά ἄλλα μειονεκτήματα. Ἀπό πολιτική ἄποψη ἀνακούφιζε τήν πιό πλούσια τάξη, ἐπιβαρύνοντας τήν πιό εὔπορη μερίδα τῆς μεσαίας τάξης. Ἀπό ἐθνική ἄποψη εἶχε ἀκόμη πιό σοβαρές ἐπιπτώσεις. Μοιράζοντας τήν εὐθύνη γιά τόν ἐξοπλισμό καί τή διοίκηση κάθε πλοίου, τήν καταργοῦσαν οὐσιαστικά καί δημιουργοῦσαν ἀδιάκοπες συγκρούσεις. Ἀντί νά παρακινοῦνται, ὅπως ἄλλοτε, ἀπό πατριωτική ἅμιλλα, πού ἔδινε στόν καθένα ὑπερηφάνεια γιά τό ἔργο του, οἱ ὑπόχρεοι σέ τριηραρχία καθοδηγοῦνταν ἀπό τά πλέον ποταπά κίνητρα προσωπικοῦ συμφέροντος.
 
Καί μόνη της ἡ ἱστορία τῆς τριηραρχίας θά ἀρκοῦσε νά δείξει ὅτι, μπροστά στήν κάμψη τοῦ πνεύματος δημοσίων ὑποχρεώσεων, ἡ Ἀθήνα τοῦ 4ου αἰώνα συναντοῦσε πολλές δυσκολίες προκειμένου νά ὀργανώσει σοβαρά τήν ἄμυνά της. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἕνα σημαντικό γεγονός, τό ὁποῖο πρέπει νά ἐξετάσουμε ἀπό πιό κοντά.
 
Ἡ ἀγωγη πού ἔδιναν στούς νέους δέν πρόσφερε πιά στή δημοκρατία τίς στρατιωτικές δυνάμεις πού χρειαζόταν. Ἀπό τόν 5ο αἰώνα οἱ Ἀθηναῖοι, σέ σύγκριση μέ τούς Σπαρτιάτες, περηφανεύονταν ὅτι, τήν ὥρα τοῦ κινδύνου, στηρίζονταν περισσότερο στό φυσικό θάρρος τούς παρά σέ μιά μακροχρόνια πολεμική ἄσκηση. Ἐπικίνδυνη ἐμπιστοσύνη. Ἦταν ὅμως δικαιολογημένη κατά κάποιον τρόπο, σέ ἐποχή ὅπου ἡ καλλιέργεια τοῦ πνεύματος συμβιβαζόταν ἀκόμη μέ τήν ἀγάπη γιά τή δράση καί μέ τήν ἐκγύμναση τοῦ σώματος.71 Ὡστόσο, ἤδη ὁ Ἀριστοφάνης παραπονιέται γιά τά ἤθη πού εἰσήγαγαν οἱ σοφιστές, καί νοσταλγεῖ τόν καιρό ὅπου τά παιδιά πήγαιναν στό σχολεῖο χωρίς πανωφόρι ὅταν χιόνιζε, ὁπου οἱ νέοι διασκέδαζαν κάτω ἀπό τίς ἐλιές τοῦ γυμναστηρίου, ἀποπνέοντας τό ἄρωμα τοῦ σμίλακα καί τῶν βλαστῶν τῆς λεύκας, ἀποκτώντας ρωμαλέο στῆθος, φρέσκο πρόσωπο καί φαρδεῖς ὤμους.72 Ἀργότερα τά πράγματα χειροτέρεψαν.
 
Ἡ σωκρατική σχολή ἔκαμε ὅ,τι μποροῦσε γιά νά ἀντιδράσει.Ὅ δάσκαλος προσπάθησε νά ξυπνήσει τό στρατιωτικό πνεῦμα στούς συμπατριῶτες του, ἐπιμένοντας στίς ἱκανότητες καί στίς γνώσεις πού ὄφειλαν νά ἔχουν οἱ ἀξιωματικοί καί οἱ στρατηγοί, ζητώντας ἀπό τους πολιτικούς ἄνδρες νά μελετήσουν τούς ὑλικούς πόρους διαφόρων κρατῶν, παρακινώντας τούς ἁπλούς ἰδιῶτες νά γίνουν σωματικά ἱκανοί γιά νά βοηθήσουν τήν πόλη.73 Οἱ μαθητές τοῦ Σωκράτη θεώρησαν καθῆκον τους νά χτυπήσουν στή ρίζα τό κακό, δηλαδή τό δικαίωμα τῶν γονέων νά κατευθύνουν σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις τούς τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν τους. Ὁ Πλάτων, κατά τόν ὁποῖο κάθε προσωπικό στοιχεῖο πρέπει νά ἔξουδετερωθεϊ στήν ἰδεατή ἡ ἁπλῶς στήν ὀρθή δημοκρατία, διακηρύσσει τήν ὑποχρεωτική σχολική ἐκπαίδευση εἴτε μέ τή συγκατάθεση τῶν γονέων εἴτε χωρίς αὐτήν74 ὁ Ἀριστοτέλης διακηρύσσει ὅτι ὁ νόμος πρέπει νά κανονίζει τά παιδαγωγικά προβλήματα, καί θέλει τό δημόσιο καί μοναδικό σχολεῖο, τοῦ ὁποίου εἶναι ὀπαδός, νά διαμορφωθεῖ σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τοῦ πολιτεύματος.75 Καί οἱ δύο ἀποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στή σωματική ἀγωγή, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦν νά προπαρασκευάζει τή στρατιωτική ἐκπαίδευση·76 γιατί «ἡ παιδεία φέρνει τή νίκη».77
 
Ἀλλά, πρός μεγάλη λύπη τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐλευθερία τῶν οἰκογενειῶν ἦταν ἀπόλυτη. Ἔκαναν χρήση αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας γιά νά δώσουν στήν ἀγωγή ἀποκλειστικά ὠφελιμιστικό χαρακτήρα, πράγμα γιά τό ὁποῖο διαμαρτύρεται ὁ Ἀριστοτέλης.78 Ὁ Ἰσοκράτης ὑποστηρίζει τό σύστημα τῆς ἰδιωτικῆς ἀγωγῆς γιά λόγους προσωπικοῦ συμφέροντος: «Ἀδύνατο νά ὁρίσει κανείς τίς ἴδιες ἀσκήσεις γιά ὁλους, ἐξαιτίας της ἀνισότητας τῶν περιουσιῶν πρέπει λοιπόν ὁ καθένας νά πάρει ἀγωγή ἀνάλογη μέ τά μέσα του: αὐτοί πού βρίσκονται σέ ἀδύνατη οἰκονομική κατάσταση πρέπει νά τραποῦν πρός τή γεωργία καί τό ἐμπόριο· οἱ γιοί τῶν πλουσίων πρέπει νά ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἱππασία, τή γυμναστική, τό κυνήγι καί τή φιλοσοφία».79 Στήν πραγματικότητα ἡ γυμναστική ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ σέ ὁλες τίς κοινωνικές τάξεις, καί πρῶτος ὁ Ἰσοκράτης τήν περιφρονεῖ.80 Εἶναι ὁλο καί περισσότερο ὑπόθεση τῶν εἰδικῶν, τῶν ἐπαγγελματιῶν (ἀθλητῶν), σέ ἀντίθεση μέ τούς ἐρασιτέχνες (ἰδιῶται).81
 
Αὐτή ἡ παρακμή τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος καί τῆς σωματικῆς ἀγωγῆς δέν περιορίζεται εἰδικά στήν Ἀθήνα· παρατηρεῖται σέ ὁλη σχεδόν τήν Ἑλλάδα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι μοιραῖο ἐπακόλουθο της οἰκονομικῆς καί πνευματικῆς ἄναπτυξης σέ κάθε κοινωνία. Ἀπό πολύν καιρό οἱ Ἴωνες, ἐκφυλισμένοι ἀπό τήν εὐμάρεια, ὑπέμεναν τήν ὑποδούλωση, ἐπειδή τούς ἦταν ἀδύνατο νά ὑποφέρουν τόν κόπο καί τόν καυτό ἥλιο· ἦταν γεγονός ὅτι ὁ στρατός τους δέν ὑπολογιζόταν.82 Τότε οἱ ἄλλοι Ἕλληνες τούς περιφρονοῦσαν τώρα τούς μιμοῦνται. Τό 383, τήν ἐποχή πού ἡ Σπάρτη μαχόταν ἀκόμη γιά τήν ἡγεμονία, ἡ πελοποννησιακή συμμαχία ἐπέτρεψε στίς πόλεις νά ἐξαγοράζουν τή στρατιωτική ὑποχρέωση καταβάλλοντας πρόστιμο γιά κάθε ἄντρα πού ἔλειπε ἀπό τό ἐκστρατευτικό σῶμα τους.83 Ἡ γυμναστική, κατ' ἐξοχήν ἐθνική τέχνη, δέν εἶχε πιά πέραση παρά μόνο σέ φτωχές ἡ ἀπομονωμένες χῶρες: τρέχουν ἀπό παντοῦ στούς πανελλήνιους ἀγῶνες, ἀλλά οἱ ὀλυμπιονίκες εἶναι ὅλοι ἀπό τήν Ἀρκαδία καί τή Θεσσαλία. Τό κακό λοιπόν γενικεύτηκε· ἀλλά στήν πρωτεύουσα τοῦ ἐμπορίου καί τῶν γραμμάτων ἦταν βαθύτερο, η, πάντως, περισσότερο φανερό.
 
Ἡ Ἀθήνα, ἐνῶ εἶχε παραιτηθεῖ γιά ἕνα διαστημα - τόν καιρό τῆς σπαρτιατικῆς ἡγεμονίας - ἀπό κάθε πολεμική προετοιμασία, ἀναγκάζεται ἀπό τά πολιτικά γεγονότα νά ἀνασυγκροτήσει τό στρατό της· τό ἀποτέλεσμα ὅμως τῶν προσπαθειῶν της εἶναι οἰκτρό. Τό πλῆθος τῶν πολιτῶν εἰρωνεύεται ἐκείνους πού ξεχωρίζουν ἀπό τους ἄλλους μέ τό νά προσπαθοῦν νά γίνουν ρωμαλέοι. Ὁπλίτες καί ἱππεῖς ἀγαποῦν πολύ τήν καλοπέραση ὥστε νά δεχτοῦν τήν ὑποταγή στήν πειθαρχία.84 Ὅλες οἱ προφάσεις εἶναι καλές προκειμένου νά ξεφύγουν ἀπό τίς στρατιωτικές ὑποχρεώσεις. Ὀταν τό πετύχουν, ὑπερηφανεύονται σάν νά ἔκαμαν κάποια ἀξιέπαινη πράξη. Ὁ Αἰσχίνης, στόν ἐπίλογο τῆς ἀπολογίας του, μνημονεύει τά δύο χρόνια της στράτευσής του σάν τίτλο ἐξαιρετικό, ὑπαινισσόμενος ἔτσι σιωπηρά τό γεγονός ὅτι ὁ Δημοσθένης, ἀντίθετα, δέν θά μποροΰσε νά πεῖ τό ἴδιο.85 Ὅσο μειώνεται ὁ ἀριθμός τῶν πολιτῶν στό στρατό, τόσο μεγαλώνει ὁ ἀριθμός τῶν μισθοφόρων. Ἡ Ἑλλάδα ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη τυχοδιῶκτες καί ἐξόριστους πού νοικιάζουν τά μπράτσα τους σέ ὁποῖον προσφέρει περισσότερα· ἀκολουθοῦν μέ ἐνθουσιασμό τόν ἀρχηγό πού τούς ὑπόσχεται, μαζί μέ ἕναν κανονικό μισθό, κερδοφόρες νίκες.
 
Ἡ Ἀθήνα καταφεύγει σ' αὐτούς, ὅπως καί οἱ ἄλλες πόλεις. Πολλές διαμαρτυρίες ξεσηκώνονται γι' αὐτήν τήν κατάσταση. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι ἔχασαν γιά δεύτερη φορά τήν αὐτοκρατορία τους, ὁ Ἰσοκράτης τούς δείχνει τήν κυριότερη αἰτία τῆς ἀτυχίας τους: ἀντικατάσταση τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ ἀπό ἕνα πλῆθος ξεριζωμένων, λιποτακτῶν καί ἐγκληματιῶν, μισθοί πού δίνονται σέ ξένους ἀπό ἕνα ταμεῖο πού δέν εἶναι σέ θέση νά ἀνακουφίσει τήν ἀθλιότητα τοῦ λαοΰ. Γιά φάρμακο ὁ ρήτορας προτείνει τήν ἐπιστροφή στήν παράδοση: οἱ πολίτες νά ὑπερασπίζουν τή χώρα τους μέ τό κορμί τους, ἀντί νά ἐπιβάλλουν στόν ἑαυτό τους τήν ντροπή νά ὑπηρετοῦν ὡς κωπηλάτες, ἀφήνοντας σέ ἄλλους τή φροντίδα τοῦ πολέμου. Περίπου τήν ἴδια ἔποχη καί ὁ Ξενοφῶν προτείνει νά ἀπαλλάξουν τούς μέτοικους ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ ὁπλίτη, γιατί ἕνα πεζικό ὅπου οἱ πολίτες δέν θά ἦταν ἀναμιγμέ-νοί μέ μιά ἑτερόκλητη μάζα θά ἦταν καλύτερο, καί γιατί ἕνας λαός τιμᾶ τόν ἑαυτό του ὅταν ὑπολογίζει περισσότερο στή δική του ἀξία παρά σέ ξένη βοήθεια. Ὁ Δημοσθένης πέρασε ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ ζητώντας αὐτή τή μεταρρύθμιση· ὡς πολιτικός ὅμως εἶναι ὑποχρεωμένος νά λαμβάνει ὑπόψη τά γεγονότα καί τίς ἰδέες: γνωρίζοντας τίς ἀνάγκες τοῦ πολέμου, καί τόν ἀριθμό τῶν ἀντρῶν πού ἀπαιτεῖ, βλέπει ὅτι εἶναι ἀδύνατο στό ἑξῆς νά παραιτηθεῖ ἐντελῶς ἀπό τή βοήθεια τῶν ἐπαγγελματιῶν στρατιωτικῶν καί νά ἀποκαταστήσει καθαρά ἐθνικό στρατό: θέλει ἕναν συμπαγή, καλά ἀσκημένο καί καλά πληρωμένο πυρήνα πολιτῶν, στόν ὁποῖο θά προστεθοῦν σέ ὁρισμένο χρόνο καί τόπο μισθοφορικές μονάδες.86 Ἔκτοτε, ὅπως εἴδαμε, τό μεγάλο πρόβλημα πού γεννιέται στή συνείδηση τοῦ καθενός καί φέρνει σέ ἀντίθεση τά πολιτικά κόμματα εἶναι ἄν τά περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ θά μποῦν στό ταμεῖο τῶν θεωρικῶν ἤ τοῦ στρατοῦ, ἄν θά ἀφιερωθοῦν στίς μικρές ἀπολαύσεις τοῦ λαοΰ ἡ στήν ἄμυνα. Ὁ Δημοσθένης δέν ἔπεισε τούς συμπολίτες του ἀρκετά νωρίς, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ ἡ καταστροφή τῆς Χαιρώνειας. Στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου ἡ Ἀθήνα ἀναζήτησε τή σωτηρία σέ μιά ἰσχυρή ὀργάνωση τῶν ἐφήβων, στήν ἐπαναφορά τῶν γυμναστικῶν ἀσκή-σεων καί στήν ἐκμάθηση τῶν ὁπλῶν.87 Ἦταν πολύ ἀργά.
 -------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Πρβ. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 40, 2.
2. Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτονς, 138· Δείναρχος, Κατ' Ἀριστογείτονος, 2.
3. Ὑπερείδης, Ὑπέρ Εὐξενίππου, 18.
4. Αἰσχίνης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 6· πρβ. 194.
5. Πρβ. Caillemer, λ. «Eisaggelia», στό Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, Dictionnaire...· Meier - Schoemann, Der attische Prozess, σ. 312 κ.ε.
6. Ὑπερείδης, .π., 2.
7. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 8, 4.
8. στό ἴδιο, 29, 4.
9. στό ἴδιο, 43, 4· 59, 2.
10.Ὑπερείδης, ὅ.π., 21 κ.ε.
11.στό ἴδιο, 3, καί Ὑπέρ Λυκόφρονος, Χ, 5 κ.ε.· πρβ. Felix Durrbach, L'orateur Lycurgue, Παρίσι 1890, σ. 135 κ.ε.
12. Γιά τούς νομοθέτες, βλ. Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους, 18, 2027, 33, 47 κ.ε.· Πρός Λεπτίνην, 88 κ.ε., 93, 98 κ.ε., 146· Αἰσχίνης, Κατά Κτησιφῶντος, 38-40· Michel, Recueil..., ρ. 1459, 1462, 1465, 107, 108-Inscriptiones Graecae, τ. ΙΙ Παράρτ., ἄρ. 128b. Πρβ. R. Schoell, «t)ber att. Gesetzgebung», Sitzungsberichte der Bayer. Akademie..., 1886, σ. 83 κ.ε.· P. Foucart, στό Journal des Savants, 1902, a. ill κ.ε.· A. Elter, Ein att. Gesetz iiber die Eleusinische Aparche, Βόννη 1914, σ. 8 κ.ε.· Η. Lipsius, Das attische..., τ. I, σ. 383 κ.ε.· J. Η. Lipsius, Zur att. Nomothesiew, Berliner philologische Wochenschrift, 1917, σ. 909 κ.ε.· W. Bannier, «Zu den att. Gesetzanderungenw, Berliner..., 1918, σ. 1215 κ.ε.· Busolt, Griechische Staatskunde, σ. 462 κ.ε., 1011 κ.ε.
13. Michel, .π., ρ. 1462, 108· Inscriptiones Graecae, ο.π.
14. Michel, .π., ρ. 1465, 107· πρβ. Inscriptiones Graecae, τ. II, ρ. 162.
15. Πρβ. Η. Usener, στό Preussische Jahrbucher, τ. LIII, 1884, σ. 22· Haussoullier, ἔκδοση Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, σ. xxvi.
16. Βλ. ἐδῶ, σ. 178.
17. Ἰσοκράτης, Ἀρεοπαγιτικός, 38.
18. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 41, 3.
19. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VI (IV), 10, 6.
20.Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, ὅ.π. Ἡ μεταρρύθμιση ὁλοκληρώθηκε τό 392 (Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιαζουσαι, 184 κ.ε., 300 κ.ε., κτλ.).
21. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 62, 2.
22. Πλάτων, Γοργίας, σ. 515e.
23. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VI (IV), 5, 5.
24. Πρβ. Ἀριστοφάνης, ὅ.π., 282 κ.ε., 289 κ.ε., 380 κ.ε., 390 κ.ε., 548.
25. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 44, 2-3.
26. στό ἴδιο, 3.
27. στό ἴδιο, 30, 4· Θουκυδίδης, VIII, 67, 3· Inscriptiones Graecae, τ. II, Προσθῆκες, σ. 396, ἀρ. lc.
28. Βλ. Revue des Etudes Grecques, τ. XXXIV, 1921, σ. 1-19.
29. Πρβ. Georges Perrot, Essai sur le droit public d'Athenes, Παρίσι 1869, σ. 63-74.
30. Πρβ. Sundwall, Epigraphische Beitrage zur sozialpolitischen Geschichte Athens im Zeitalter des Demosthenes, Λιψία 1906.
31. Ὑπερείδης, Κατά Δημοσθένους, σ. 102b.
32. Ψευδο-Δημοσθένης, Κάτ Ἀριστογείτονος Ἅ, 40" Θεοφραστος, Χαρακτῆρες, 29, 3 Ἀριστοφάνης, Ἴππης, 1023· πρβ. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, II, 9, 1.
33. Ἰσοκράτης, Περί εἰρήνης, 129 κ.ε.
34. Πλάτων, Πολιτεία, VI, σ. 288.
35. Θουκυδίδης, III, 42.
36. Αἰσχίνης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 165· πρβ. Δείναρχος, Κατά Δημοσθένους, 111.
37. Ὑπερείδης, ο.π., σ. 110b.
38. Ἡρόδοτος, III, 57.
39. Ἡρόδοτος, VII, 144· Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 22, 7.
40. Ψευδο-Πλούταρχος, Βίοι τῶν δέκα ρητόρων, Λυκοῦργος, 34, σ. 843d.
41. Πλούταρχος, Περικλῆς, 9· Φιλοχορός, ἄπ. 85 (= Miiller, Frag-menta..., τ. I, σ. 397).
42. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 28, 3· Michel, ὅ.π., ἀρ. 569.
43. Πλούταρχος, ὅ.π., 37· Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, 716 καί Σχόλια.
44. Θουκυδίδης, VIII, 67· Ἀριστοτέλης, ὅπ., 30, 1.
45. Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Δ, 36 κ.ε.· πρβ. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VII (VI), 3, 4.
46. Βλ. Σούδα, λ. «δραχμή χαλαζῶσα»· Δημοσθένης, Περί τοῦ στεφάνου, 28.
47. Ὑπερείδης, ὅ.π., σ. 110c Δημοσθένης, Α΄ Ὀλυνθιακός, 20· Πρός Λεωχάρην, 37.
48. Πλούταρχος, Πολιτικά παραγγέλματα, 25, 1, σ. 818f.
49. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, II, 4, 11· VII (VI), 3, 4.
50. Πλούταρχος, Πλατωνικά ζητήματα, 4, 4, σ. 1011b.
51. Αἰσχίνης, Κατά Κτησιφῶντος, 251.
52. Πλάτων, Κριτίας, σ. 50d κ.ε.· Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Δ, 41.
53. Michel, ο.π., ἀρ. 1028· πρβ. Gustav Gilbert, Handbuch der griechischen Staatsalterturner, τ. I, Λιψία 1881, σ. 435.
54. Ψευδο-Ξενοφῶν, Ἀθηναίων Πολιτεία, I, 17· Michel, ο.π., ἀρ. 564 κ.ε.
55. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 43, 1.
56. Ξενοφῶν, Πόροι, III, 12-14· IV, 13 κ.ε.· Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι, 814 καί Σχόλια- Ψευδο-Ἀριστοτέλης, Οἰκονομικά, II, 2, 3 καί 36.
57. Ψευδό-Δημοσθένης, Πρός Μακάρτατον, 54.
58. Βασική μαρτυρία: Πολυδεύκης, VIII, 130. Πρβ. Lecrivain, λ. «Eisphora», στό Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, ο.π.· P. Guiraud, Etudes economiques sur L' Antiquite, Παρίσι 1905, σ. 77 κ.ε Η. Francotte, Les finances..., σ. 25 κ.ε.
59. Πολύβιος, II, 62, 7· Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 19, 30· Φιλόχορος, ἀπ. 151 (= Miiller, .π., τ. I, σ. 409).
60. Πρβ. Michel, .π., ἀρ. 1354, στ. 24 κ.ε.· 1351, στ. 7 κ.ε.· 1355, στ. 25 κ.ε.
61. Δημοσθένης, Κατά Ἀφόβου, I, 7.
62. Δημοσθένης, Κάτ Ἀνδροτίωνος, 49 κ.ε.
63. Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 25.
64. Λυσίας, Κατά Διογείτονος, 24· Ἰσοκράτης, Πρός Καλλίμαχον, 60.
65. Λυσίας, ὅ.π., 26· Δημοσθένης, Πρός Πολυκλέα, 39, 68.
66. Δημοσθένης, Κατά Μειδίου, 161· Περί τοῦ στεφάνου, 99· Michel, ο.π., ἀρ. 601, στ. 27.
67. Δημοσθένης, Κατά Ἀφόβου, II, 17.
68. Δημοσθένης, Κατά Μειδίου, 80, 155.
69. Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Εὐέργου, 21 κ.ε., 44, 78- Δημοσθένης, Περί τοῦ στεφάνου, 103· Inscriptiones Graecae, τ. II, ἀρ. 793b, 795f, 803c, e, f, 804b.
70. Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 16.
71. Θουκυδίδης, II, 39, 40.
72. Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, 965, 1002 κ.ε.· πρβ. Βάτραχοι, 1088.
73. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, III, 1-6.
74. Πλάτων, Νόμοι, VII, σ. 804c-d.
75. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, V (VIII), 1, 1-3: «Καθώς ἡ πόλη δέν ἔχει παρά ἕνα σκοπό, ἡ ἀγωγή πρέπει νά εἶναι ἴδια γιά ὅλους· καί πρέπει νά εἶναι ὑπόθεση τοῦ κράτους καί ὄχι τῶν ἰδιωτῶν»· VIII (V), 7, 20: «Κεφαλαιῶδες στοιχεῖο γιά τή σταθερότητα τοῦ κράτους, ἄν καΐ ἐντελῶς παραμελημένο στίς μέρες μας, εἶναι νά συμμορφώνεται ἡ ἀγωγή μέ τό πολίτευμα».
a. 357-365J
76. Πλάτων, ὅ.π., σ. 794c, 804c- Πολιτεία, σ. 429e, 537b- Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VIII (V), 3, 3.
77. Πλάτων, Νόμοι, I, σ. 641e.
78. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, V (VIII), 1, 4-3, 2.
79. Ἰσοκράτης, Ἀρεοπαγιτικός, 44.
80. Ξενοφῶν, ὅ.π., III, 5, 15· Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, 2.
81. Ξενοφῶν, ὅ.π., 7, 7· Ἱέρων, IV, 6. Πρβ. Norman Gardiner, Greek athletic sports and festivals, σ. 130 κ.ε.
82. Ἡρόδοτος, VI, 12· Θουκυδίδης, I, 124· V, 9' Ἱ, 77' VIII, 25· Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, III, 2, 17.
83. Ξενοφῶν, ὅ.π., V, 2, 21.
84. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, III, 5, 15 καί 19.
85. Αἰσχινης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 167.
86. Ἰσοκράτης, Περί εἰρήνης, 43-48· Ξενοφῶν, Πόροι, II, 3-4· Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 15· Κατά Φιλίππου Δ, 46· Α΄ Ὀλυνθιακός, 20· Γ΄ Ὀλυνθιακός, 11, 19.
87. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 42, 2-5. Ἡ πρώτη χρονολογικά ἀπό τίς ἐφηβικές ἐπιγραφές (Michel, ὅ.π., ἀρ. 603) εἶναι τοϋ 334 /3.