Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για πεισίστρατος τύραννοςΤὸ πι­ὸ χτυ­πη­τὸ γνώ­ρι­σμα τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δας, ἡ βα­θυ­τέ­ρη αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν ἐ­πι­τευγ­μά­των της καὶ ὅ­λων τῶν ἀ­δυ­να­μι­ῶν της βρί­σκε­ται στό δι­α­με­λι­σμὸ της σὲ ἄ­πει­ρες πό­λεις πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἰ­σά­ριθ­μα κρά­τη. Ὅ­λες οἱ ἀν­τι­λή­ψεις οἱ συ­να­φεῖς μὲ ἕ­ναν τέ­τοι­ον κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ ἦ­ταν τό­σο βα­θι­ὰ ρι­ζω­μέ­νες στήν ἑλ­λη­νι­κὴ συ­νεί­δη­ση, πού τὸν 4ο αἰ­ῶ­να τὰ πι­ὸ πε­ρί­σκε­πτα πνεύ­μα­τα θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς πό­λης φυ­σι­κὸ φαι­νό­με­νο. Δέν μπο­ροῦ­σαν νὰ φαν­τα­στοῦν ἄλ­λον τρό­πο ὁ­μα­δι­κοῦ βί­ου ἀν­θρώ­πων ἀ­λη­θι­νὰ ἄ­ξι­ων νὰ λέ­γον­ται ἄν­θρω­ποι. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὁ ἴ­δι­ος φτά­νει νὰ θε­ω­ρή­σει τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αἰ­τί­α, καὶ νὰ ὁ­ρί­σει ὄ­χι τὸν Ἕλ­λη­να, ἀλ­λὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὡς πο­λι­τι­κὸν ζῷ­ον. Κα­τὰ τη γνώ­μη του, ὑ­πάρ­χουν δύ­ο εἴ­δη ἀν­θρώ­πων: ἐ­κεῖ­νοι πού λι­μνά­ζουν σὲ ἄ­μορ­φες καὶ ἀ­πο­λί­τι­στες ἀν­θρώ­πι­νες ὁ­μά­δες ἡ σχη­μα­τί­ζουν τε­ρά­στι­α κο­πά­δι­α μέ­σα σὲ μο­ναρ­χί­ες μὲ τε­ρα­τώ­δεις δι­α­στά­σεις, καὶ ἐ­κεῖ­νοι πού συ­νε­ται­ρί­ζον­ται ἁρ­μο­νι­κὰ σχη­μα­τί­ζον­τας πό­λεις· οἱ πρῶ­τοί ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ σκλά­βοι, γι­ὰ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψουν στοὺς δευ­τέ­ρους νὰ πε­τύ­χουν μί­αν ἀ­νώ­τε­ρη ὀρ­γά­νω­ση.

Οἱ γε­ω­γρα­φι­κὲς συν­θῆ­κες τς Ἑλ­λά­δας συ­νέ­βα­λαν πραγ­μα­τι­κὰ στή μόρ­φω­ση τς ἱ­στο­ρι­κῆς φυ­σι­ο­γνω­μί­ας της. Κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη ἀ­πὸ τή συ­νε­χή συ­νάν­τη­ση τς θά­λασ­σας κα το βου­νοῦ, πα­ρου­σι­ά­ζει παν­τοῦ στε­νὲς κοι­λά­δες πλαι­σι­ω­μέ­νες μ ὑ­ψώ­μα­τα πού μό­νη εὔ­κο­λη δι­έ­ξο­δο τους ἔ­χουν τς ἀ­κτές. Σχη­μα­τί­ζον­ται ἔτ­σι ἀ­να­ρίθ­μη­τες μι­κρὲς πε­ρι­ο­χές, πού ἡ κα­θε­μι­ὰ τους γί­νε­ται τ φυ­σι­κὸ πλαί­σι­ο μι­ᾶς μι­κρῆς κοι­νω­νί­ας. Ὁ φυ­σι­κὸς κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸς κα­θο­ρί­ζει του­λά­χι­στον εὐ­κο­λύ­νει τν πο­λι­τι­κὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμό. Κά­θε δι­α­μέ­ρι­σμα κα ξε­χω­ρι­στὸ κρά­τος. ν φαν­τα­στεῖ κα­νείς, μέ­σα σ μι­ὰ κλει­στὴ κοι­λά­δα, λι­βά­δι­α κον­τὰ σ ρυ­ά­κι­α, δά­ση στις πλα­γι­ές, ἀ­κό­μη ἀ­γρούς, ἀμ­πέ­λι­α κα λι­ό­φυ­τα ἀρ­κε­τὰ γι­ὰ ν ζή­σουν με­ρι­κὲς δε­κά­δες χι­λι­ά­δες κά­τοι­κοι, σπά­νι­α πά­νω ἀ­πὸ τς ἑ­κα­τό, τέ­λος ἕ­να ὕ­ψω­μα πού ν μπο­ρεῖ ν χρη­σι­μεύ­σει γι­ὰ κα­τα­φύ­γι­ο σ πε­ρί­πτω­ση ἐ­πί­θε­σης, κα ἕ­να λι­μά­νι γι­ά τις ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐ­πα­φές, θ σχη­μα­τί­σει τν εἰ­κό­να αὐ­τοῦ πού γι­ὰ ἔ­ναν Ἕλ­λη­να ἦ­ταν ἕ­να αὐ­τό­νο­μο κα κυ­ρί­αρ­χο κρά­τος.
 
Δν μπο­ροῦ­με ν πού­με ὡ­στό­σο ὅ­τι μό­νη αἰ­τί­α γι­ὰ τή δη­μι­ουρ­γί­α τς πό­λης ἦ­ταν ἕ­να ἀ­να­πό­φευ­κτο πε­πρω­μέ­νο, ἡ πα­νί­σχυ­ρη ἐ­πί­δρα­ση τς γς στόν ἄν­θρω­πο. Ἀ­πό­δει­ξη εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δν τ σκέφ­τε­ται κάν, ὅ­ταν θε­ω­ρεῖ τν ἀν­θρω­πο ὂν «πο­λι­τι­κό». Ἐ­ξάλ­λου στή Μ. Ἀ­σί­α κα στν Ἰ­τα­λί­α οἱ γε­ω­γρα­φι­κὲς συν­θῆ­κες ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­πὸ τς συν­θῆ­κες πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σαν στν κυ­ρί­ως Ἑλ­λά­δα: τ βου­νὰ ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο χα­ώ­δη κα πι­ὸ χα­μη­λά, οἱ πε­δι­ά­δες πι­ὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νες, οἱ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ες πι­ὸ εὔ­κο­λες· κι ὅ­μως οἱ Ἕλ­λη­νες ἐ­πα­νέ­λα­βαν μ ἀ­κά­μα­τη ἀ­κρί­βει­α τν τύ­πο το πο­λι­τεύ­μα­τος πού εἶ­χαν δι­α­μορ­φώ­σει στ μέ­τρα χω­ρῶν πε­ρισ­σό­τε­ρο τε­μα­χι­σμέ­νων κα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων. Πρέ­πει λοι­πὸν ν πα­ρα­δεχ­τοῦ­με ὅ­τι, κα­τὰ τή δι­α­μόρ­φω­ση τς πό­λης, μ τν ἐ­πί­δρα­ση το πε­ρι­βάλ­λον­τος συν­δυ­ά­στη­καν κα οἱ ἱ­στο­ρι­κὲς πε­ρι­στά­σεις.
 
Αὐ­τές μό­νο ἔ­λα­βαν ὑ­πό­ψη τους κα­τὰ τν ἀρ­χαι­ό­τη­τα Ἀ­ρι­στο­τέ­λης κα κα­τὰ τος νε­ω­τέ­ρους χρό­νους ὁ Fustel de Coulanges.
 
Σύμ­φω­να μ τ συγ­γρα­φέ­α τν Πο­λι­τι­κῶν, οἱ Ἕλ­λη­νες πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τρί­α στά­δι­α. Ἡ πρώ­τη κοι­νό­τη­τα, πού δι­α­τη­ρεῖ­ται σ ὅ­λες τς ἐ­πο­χὲς μ τ ν εἶ­ναι φυ­σι­κή, ἔ­χει βά­ση τ συ­νε­ται­ρι­σμὸ το ἄν­τρα κα τς γυ­ναί­κας, το κυ­ρί­ου κα το δού­λου, κα πε­ρι­λαμ­βά­νει ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού τρῶ­νε στ ἴ­δι­ο τρα­πέ­ζι κα ἀ­να­πνέ­ουν τν κα­πνὸ το ἰ­δί­ου βω­μοῦ: εἶ­ναι ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α (οἰ­κί­α). Ἀ­πὸ τν οἰ­κο­γέ­νει­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε τ χω­ρι­ὸ (ἡ κώ­μη): αὐ­τοὶ πού τ κα­τοι­κοῦν, παι­δι­ὰ κα ἐγ­γό­νι­α τς ἀρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας, ὑ­πα­κού­ουν σ’ ἕ­να βα­σι­λέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­σκεῖ μέ­σα στή με­γα­λω­μέ­νη οἰ­κο­γέ­νει­α ὅ­λες τς ἐ­ξου­σι­ες πού ἀ­νή­κουν στν πι­ὸ ἠ­λι­κι­ω­μέ­νο τς πρω­τό­γο­νης οἰ­κο­γέ­νει­ας. Τέ­λος μ τ συ­νε­ται­ρι­σμὸ ἀρ­κε­τῶν χω­ρι­ῶν σχη­μα­τί­ζε­ται τ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο κρά­τος, ἡ τέ­λει­α κοι­νω­νί­α, ἡ πό­λη. Γεν­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τν ἀ­νάγ­κη τν ἀν­θρώ­πων ν ζή­σουν καί, ἐ­πι­βι­ώ­νον­τας, ἀ­πὸ τν ἀ­νάγ­κη τους ν ζή­σουν κα­λά, πό­λη ὑ­πάρ­χει κα δι­α­τη­ρεῖ­ται μό­νο ὅ­ταν εἶ­ναι αὐ­τάρ­κης. Ἡ πό­λη εἶ­ναι λοι­πὸν ἕ­να φυ­σι­κὸ γε­γο­νός, ὅ­πως κα οἱ προ­γε­νέ­στε­ροι συ­νε­ται­ρι­σμοὶ τν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι κα­τα­λή­ξη. Ν λοι­πὸν γι­α­τὶ ἄν­θρω­πος, ὁ­ποῖ­ος μό­νο μέ­σα στν οἰ­κο­γέ­νει­α μπο­ρεῖ ν ἀρ-χί­σει ν ἀ­να­πτύσ­σε­ται, δν μπο­ρεῖ ν φτά­σει στν ὁ­λο­κλη­ρω­σή του πα­ρὰ μό­νο μέ­σα στν πό­λη, κα ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι «ν πο­λι­τι­κό».
 
Σ ἀ­νά­λο­γα συμ­πε­ρά­σμα­τα, ἐ­κτός ἀ­πὸ με­ρι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἔφ­τα­σε στίς μέ­ρες μας συγ­γρα­φέ­ας τς Cite antique κά­νον­τας πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη χρή­ση τς συγ­κρι­τι­κῆς με­θό­δου. Αὐ­τὸς ἀ­να­ζή­τη­σε τν ἐ­ξή­γη­ση τν θε­σμῶν στίς πρω­τό­γο­νες πί­στεις, στή λα­τρεί­α τν νε­κρῶν κα στν ἱ­ε­ρὴ φω­τι­ά, κον­το­λο­γὶς στν οἰ­κο­γε­νει­α­κὴ λα­τρεί­α. Αὐ­τή ἦ­ταν ἀρ­χή πά­νω στν ὁ­ποί­α συγ­κρο­τή­θη­κε οἰ­κο­γέ­νει­α μ τν εὐ­ρύ­τε­ρή της ἔν­νοι­α, δη­λα­δὴ τ ἑλ­λη­νι­κο γέ­νος κα ρω­μα­ϊ­κὴ gens. ὑ­πο­χρέ­ω­ση πού αἰ­σθά­νον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι ν τι­μοῦν τν κοι­νὸ πρό­γο­νο τος κά­νει ν ἐ­πι­δι­ώ­κουν τή συ­νέ­χει­α τς οἰ­κο­γέ­νει­ας· ἀ­πὸ αὐ­τὴν πη­γά­ζει οὐ­σί­α τν κα­νό­νων τοῦ γά­μου, τοῦ δι­καί­ου τς ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας, τοῦ κλη­ρο­νο­μι­κοὺ δι­καί­ου τς δι­α­δο­χῆς, κα ἀ­πορ­ρέ­ει ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ξου­σί­α τοῦ οἰ­κο­γε­νει­άρ­χη, πού εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τος πλη­σι­ε­στέ­ρους κα­τευ­θεί­αν ἀ­πο­γό­νους τοῦ θε­ϊ­κοΰ προ­γό­νου· σ αὐ­τὴν βα­σί­ζε­ται ἠ­θι­κή. Ἀ­νάγ­κες οἰ­κο­νο­μι­κὲς κα στρα­τι­ω­τι­κὲς ὑ­πο­χρέ­ω­σαν δι­α­δο­χι­κά τις οἰ­κο­γέ­νει­ες ν ἐ­νω­θοῦν σ φρα­τρί­ες, κα οἱ φρα­τρί­ες σ φυ­λές, τέ­λος οἱ φυ­λὲς σ πό­λη. Ἡ θρη­σκεί­α ἀ­κο­λου­θεῖ κα­τ’ ἀ­νάγ­κην τν ἀ­νά­πτυ­ξη τς ἀν­θρω­πί­νης κοι­νω­νί­ας· οἱ θέ­οι πού βγή­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τ πλαί­σι­ο τς οἰ­κο­γέ­νει­ας δν δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ τος οἰ­κο­γε­νει­α­κοὺς θε­οὺς πα­ρὰ μό­νο κα­τὰ τή δι­ά­δο­ση τς λα­τρεί­ας τους. Ὑ­πῆρ­ξε μι­ὰ δη­μό­σι­α ἑ­στί­α. Ὑ­πῆρ­ξε μί­α θρη­σκεί­α τς πό­λης, πού δι­α­πό­τι­σε ὅ­λους τος θε­σμούς. Ὁ βα­σι­λέ­ας ἦ­ταν πρν ἀ­π’ ὅ­λα ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, κα οἱ ἀρ­χές πού δι­α­δέχ­τη­καν τή βα­σι­λεί­α ἦ­ταν στν οὐ­σί­α τους ἱ­ε­ρο­σύ­νες: πο­λι­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α πη­γά­ζει ἀ­πὸ ἕ­να ἱ­ε­ρὸ λει­τούρ­γη­μα. Τ εἶ­ναι νό­μος; Μι­ὰ θεί­α ἐν­το­λή. Τί εἶ­ναι πα­τρι­ω­τι­σμός; Εὐ­σέ­βει­α ὅ­λων τν με­λῶν μι­ᾶς κοι­νό­τη­τας. Τί εἶ­ναι ἐ­ξο­ρί­α; Χω­ρι­σμὸς ἀ­πὸ τή θρη­σκευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα. Ἡ θε­ϊ­κὴ ἐ­ξου­σί­α δη­μι­ουρ­γεῖ τν παν­το­δυ­να­μί­α τοῦ κρά­τους, κα κά­θε δι­εκ­δί­κη­ση γι­ὰ ἀ­το­μι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α δν μπο­ρεῖ ν νο­η­θεῖ πα­ρὰ σν ἐ­πα­νά­στα­ση κα­τὰ τν θε­ῶν. Μέ­σα στις πό­λεις πού ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νες μ’ αὐ­τὸν τν τρό­πο, οἱ ἀρ­χη­γοὶ τν γε­νῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­νο­μι­οῦ­χο τά­ξη· ἦ­ταν σ θέ­ση ν ἀν­τι­στα­θοῦν στος βα­σι­λεῖς, κα ἐ­ξου­σί­α­ζαν τος ἀν­θρώ­πους τοῦ λα­οΰ πού εἶ­χαν συγ­κρο­τη­θεῖ γύ­ρω τους ς πε­λά­τες, κα κυ­ρί­ως τν ὄ­χλο τν πλη­βεί­ων, πού ἦ­ταν ἀ­πό­γο­νοι ξέ­νων. Μι­ὰ τό­σο ἰ­σχυ­ρὴ δύ­να­μη ἐ­πέ­φε­ρε σει­ρὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κῶν με­τα­βο­λῶν. Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ με­τα­βο­λὴ πού ἀ­φαι­ρε­σε ἀ­πὸ τ βα­σι­λέ­α τν πο­λι­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α, ἀ­φή­νον­τάς του τή θρη­σκευ­τι­κη. Ἀλ­λὰ οἱ ἀρ­χη­γοὶ τς ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας ἦ­ταν κα ἐ­κεῖ­νοι ἀ­λη­θι­νοὶ μο­νάρ­χες, κα­θέ­νας στ γέ­νος του. Μί­α δεύ­τε­ρη ἐ­πα­νά­στα­ση ἄλ­λα­ξε τή σύ­στα­ση τς οἰ­κο­γέ­νει­ας, κα­τάρ­γη­σε τ προ­νό­μι­ο τς πρω­το­το­κί­ας, ἑ­ξα­φά­νι­σε τν πε­λα­τεί­α. Μι­ὰ τρί­τη εἰ­σή­γα­γε τν ὄ­χλο στν πό­λη, ἄλ­λα­ξε τίς ἀρ­χές τοῦ ἰ­δι­ω­τι­κοΰ δι­καί­ου, ἔ­κα­με ὥ­στε ν ὑ­πε­ρι­σχύ­σει τ δη­μό­σι­ο συμ­φέ­ρον. Πρς στιγ­μὴν τ προ­νό­μι­ο τς πε­ρι­ου­σί­ας πῆ­γε ν ὑ­πο­κα­τα­στή­σει τ προ­νό­μι­ο τς κα­τα­γω­γῆς· χρει­ά­στη­κε μι­ὰ τέ­ταρ­τη ἐ­πα­νά­στα­ση γι­ὰ ν ἐ­πι­βά­λει τος νό­μους τς δη­μο­κρα­τι­κῆς δι­α­κυ­βέρ­νη­σης. Ἡ πό­λη δν μπο­ροῦ­σε ν ἀ­να­πτυ-χθεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο· οἱ ἀ­γῶ­νες ἀ­νά­με­σα σ πλου­σί­ους κα φτω­χοὺς τν ὁ­δή­γη­σαν στν κα­τα­στρο­φή. Ἡ κρι­τι­κὴ τν φι­λο­σό­φων ἄρ­χι­σε ν δεί­χνει πό­σο στε­νὸ ἦ­ταν αὐ­τό τ πο­λί­τευ­μα· ρω­μα­ϊ­κὴ κα­τά­κτη­ση ἀ­φαί­ρε­σε κά­θε πο­λι­τι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα ἀ­πὸ τν πό­λη· τέ­λος χρι­στι­α­νι­σμὸς συ­νέ­βα­λε στ θρί­αμ­βο μι­ᾶς κα­θο­λι­κῆς σύλ­λη­ψης τοῦ κό­σμου κα με­τέ­βα­λε γι­ὰ πάν­τα κα αὐ­τοὺς τος ὅ­ρους κά­θε δι­α­κυ­βέρ­νη­σης.
 
Δν μπο­ρεῖ κα­νεὶς πα­ρὰ ν θαυ­μά­σει τή με­γα­λει­ώ­δη σύλ­λη­ψη τοῦ Fustel de Coulanges. Στν εὐ­ρύ­τη­τα τς σκέ­ψης του ἀν­τι­στοι­χοῦν ἡ ἀ­κρί­βει­α τν λε­πτο­με­ρει­ῶν κα κα­θα­ρό­τη­τα τς μορ­φῆς. Σή­με­ρα ὡ­στό­σο εἶ­ναι ἀ­δυ­να­το ν προ­συ­πο­γρά­ψει κα­νεὶς ὅ­λα του τ συμ­πε­ρά­σμα­τα. Δν θ τν κα­τη­γο­ρή­σου­με ἐ­δῶ γι­ὰ τή δι­στα­κτι­κό­τη­τα μ τν ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τή συγ­κρι­τι­κή μέ­θο­δο, ὄ­χι μό­νο γι­α­τὶ μοι­ραί­α κι ἐ­μεῖς κα­τα­φεύ­γου­με σ’ αὐ­τήν, ἀλ­λὰ κα γι­α­τί, πράγ­μα­τι, κα­νέ­νας με­τὰ τν Montesquieu δν χει­ρί­στη­κε αὐ­τὴ τή μέ­θο­δο μ τό­ση δε­ξι­ό­τη­τα ὅ­ση συγ­γρα­φέ­ας τς Cite antique. Σ ἄλ­λα ση­μεῖ­α πρέ­πει κα­νεὶς ν φυ­λαχ­τεῖ γι­ὰ ν μν ὑ­πο­κύ­ψει στή γο­η­τεί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τος. Κα­θὼς περ­νά­ει ἀ­πὸ τν οἰ­κο­γέ­νει­α στή φρα­τρί­α κα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στή φυ­λὴ κα στν πό­λη, ἱ­στο­ρι­κὸς δν κά­νει τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ τς ἀν­τί­θε­τες δι­α­βε­βαι­ώ­σεις του, ἀ­πὸ τ ν με­τα­φέ­ρει μέ­σα σ ὁ­μά­δες, ὅ­λο κα πι­ὸ με­γά­λες, τς δο­ξα­σί­ες κα τς συ­νή­θει­ες πού πα­ρα­τή­ρη­σε στν ἀρ­χι­κὴ ὁ­μά­δα: αὐ­τές μέ­νουν ἀ­ναλ­λοί­ω­τες μέ­σα σ εὐ­ρύ­τε­ρο χῶ­ρο. Μ ἀ­κλό­νη­τη λο­γι­κὴ περ­νᾶ ἀ­πὸ τ ὅ­μοι­ο στ ὅ­μοι­ο κα το­πο­θε­τεῖ τν οἰ­κο­γέ­νει­α στ κέν­τρο μι­ᾶς σει­ρᾶς ὁ­μό­κεν­τρων κύ­κλων. Ἀλ­λὰ οἱ ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες δν ἐ­ξε­λίσ­σον­ται μ’ αὐ­τὸν τν τρό­πο· δν πρό­κει­ται γι­ὰ μορ­φὲς γε­ω­με­τρι­κές, ἀλ­λὰ γι­ὰ ζων­τα­νὰ ὄν­τα πού ἐ­πι­ζοῦν κα δι­α­τη­ροῦν τν ταυ­τό­τη­τα τους χα­ρη στ ὅ­τι με­τα­βάλ­λον­ται βα­θύ­τα­τα. Στν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἑλ­λη­νι­κὴ πό­λη, μό­λο πού δι­α­τη­ρεῖ τ θε­σμὸ τς οἰ­κο­γέ­νει­ας, δν μπό­ρε­σε ν με­γα­λώ­σει πα­ρὰ ες βά­ρος της· ἀ­ναγ­κά­στη­κε ν κά­νει ἔκ­κλη­ση στις ἀ­το­μι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες πού συ­νέ­θλι­βε. Ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε ν δι­ε­ξα­γά­γει μα­κροὺς ἀ­γῶ­νες ἐ­ναν­τί­ον τοῦ γέ­νους, κα κά­θε νί­κη της ἔ­γι­νε δυ­να­τὴ μ τν κα­τά­λυ­ση ἑ­νὸς πα­τρι­αρ­χι­κοὺ δε­σμοῦ. Ἔτ­σι ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τ με­γά­λο λά­θος τοῦ Fustel de Coulanges. Σύμ­φω­να μ τή θε­ω­ρί­α πού κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στή φι­λε­λεύ­θε­ρη σχο­λή τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, δι­έ­κρι­νε μί­αν ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τι­νο­μί­α ἀ­νά­με­σα στν παν­το­δυ­να­μί­α τς πό­λης κα στν ἀ­το­μι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­νῶ, στν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δύ­να­μη τοῦ κρά­τους κα  ἀ­το­μι­κι­σμός προ­χώ­ρη­σαν μ τ ἴ­δι­ο βῆ­μα, προ­σφέ­ρον­τας ἀ­μοι­βαί­α ὑ­πο­στή­ρι­ξη.
 
Δν θ συ­ναν­τή­σου­με λοι­πὸν δύ­ο δυ­νά­μεις, τν οἰ­κο­γέ­νει­α κα τν πό­λη, ἀλ­λὰ τρες: τν οἰ­κο­γέ­νει­α, τν πό­λη κα τ ἄ­το­μο. Κα­θε­μι­ὰ ὑ­πε­ρί­σχυ­σε μ τή σει­ρά της. Ἔτ­σι, ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τν ἑλ­λη­νι­κῶν θε­σμῶν συ­νο­ψί­ζε­ται σ τρες πε­ρι­ό­δους:
 
- στν πρώ­τη, πό­λη ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νει­ες πού ζη­λό­τυ­πα φυ­λά­γουν τ ἀρ­χε­γο­να δι­και­ώ­μα­τά τους κα ὑ­πο­τάσ­σουν ὅ­λα τ μέ­λη τους στ συλ­λο­γι­κὸ τους συμ­φέ­ρον
 
- στή δεύ­τε­ρη, πό­λη ὑ­πο­τάσ­σει τς οἰ­κο­γέ­νει­ες μ τή βο­ή­θει­α τν ἀ­τό­μων πού ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­θη­καν
 
- στν τρί­τη, οἱ ὑ­περ­βο­λὲς τοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοΰ κα­τα­στρέ­φουν τν πό­λη, σ ση­μεῖ­ο πού κά­νουν ἀ­πα­ραί­τη­τη τν ἵ­δρυ­ση κρα­τῶν πι­ὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νων.