Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Ο Ξενοφώντας και η διπλωματία του πολέμου

Η ανατολική ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων. 525 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο ΔελφώνΈχουμε φτάσει πια στο 371 π. Χ., όταν οι Αθηναίοι πήραν την οριστική απόφαση να τερματίσουν τον πόλεμο με τη Σπάρτη. Είναι αλήθεια ότι και πιο μπροστά είχαν κάνει ειρηνευτικές προσπάθειες κατανοώντας το ανώφελο αυτής της σύγκρουσης.

Εξάλλου, η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων δεν τους άφηνε καθόλου ευχαριστημένους: «… οι Αθηναίοι έβλεπαν τους Πλαταιείς, που ήταν φίλοι τους, να ‘χουν καταφύγει κοντά τους διωγμένοι από τη Βοιωτία, ενώ παράλληλα οι Θεσπιείς τους ικέτευαν να μην τους αφήσουν στην τύχη τους τώρα που είχαν μείνει χωρίς πατρίδα· έπαψαν λοιπόν οι Αθηναίοι να επαινούν τους Θηβαίους». (6,3,1).

Επί της ουσίας, είχαν αναμειχθεί σε έναν ασύμφορο πόλεμο, που εν τέλει στρεφόταν εναντίον των παραδοσιακών τους συμμάχων. Η Θήβα επέβαλε ακριβώς τους όρους που ήθελε προωθώντας δυναμικά τα συμφέροντά της στη Βοιωτία – κι όχι μόνο – μετατρέποντας την Αθήνα σε έρμαιο, καθώς από ένα σημείο και μετά θα έλεγε κανείς ότι λειτουργούσε σε βάρος των συμφερόντων της.

Οι Αθηναίοι, όπως ήρθαν τα πράγματα, θα ήταν πιο λογικό να πολεμούν τους Θηβαίους παρά να εξυπηρετούν τον επεκτατισμό τους: «Ντρέπονταν, είν’ αλήθεια, να τους πολεμήσουν – λογάριαζαν άλλωστε ότι θα τους ήταν ασύμφορο – αλλά δεν ήθελαν και να συμμετέχουν πια στις επιχειρήσεις τους, βλέποντάς τους να εκστρατεύουν εναντίον των Φωκέων – που ήταν παλιοί φίλοι της Αθήνας – και ν’ αφανίζουν πόλεις που τους είχαν δείξει και φιλία και πίστη τον καιρό του πολέμου κατά των βαρβάρων». (6,3,1).

Από την αρχή αυτή η συμμαχία με τους Θηβαίους ήταν προβληματική για την Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτό τον πόλεμο δεν ήθελαν να εμπλακούν και χρειάστηκε η προβοκάτσια του Σφοδρία και η αδικαιολόγητη (προκλητική) αθώωσή του από το σπαρτιατικό δικαστήριο. Τώρα όμως πραγματικά δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσουν. Η συνέλευση του λαού ψήφισε πανηγυρικά την ειρήνη κι αποφασίστηκε να στείλουν αμέσως πρέσβεις στη Σπάρτη για να τη διαπραγματευτούν.

Το ζήτημα της ειρήνης πήρε μεγάλες διαστάσεις, αφού, τελικά, στη Σπάρτη δεν πήγαν μόνο οι πρέσβεις των Αθηναίων, αλλά υπήρχαν πρέσβεις από όλες τις συμμαχικές πόλεις και από τη Θήβα. Για λογαριασμό της Αθήνας μίλησαν ο Καλλίας, ο Αυτοκλής και ο Καλλίστρατος.

Ο Καλλίας ακολούθησε τη ρητορική της οικειότητας επισημαίνοντας ότι ήταν πρόξενος της Σπάρτης, όπως και ο πατέρας του και ο παππούς του, οι οποίοι επίσης ήταν πρόξενοι από τους δικούς τους προγόνους, κι ότι είναι η τρίτη φορά που έρχεται στη Σπάρτη να διαπραγματευτεί ειρήνη, γεγονός ιδιαιτέρως ευνοϊκό, αφού τις δύο προηγούμενες πέτυχε το σκοπό του. Σχετικά με την κατάσταση του διαμορφούμενου συμμαχικού χάρτη είπε ελάχιστα: «Διαπιστώνω, στ’ αλήθεια, ότι εσείς κι εμείς δεν βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα: κι εσείς αγανακτείτε όσο κι εμείς για την καταστροφή της Πλάταιας και των Θεσπιών. Μια κι έχουμε λοιπόν την ίδια γνώμη, πιο λογικό δεν είναι να ‘μαστε φίλοι παρά εχθροί;» (6,3,5).

Από κει και πέρα επικαλείται την κοινή ιστορική – μυθολογική παράδοση των δύο πόλεων, που η αναφορά της οπωσδήποτε θα λειτουργούσε ενωτικά: «Σωστό θα ‘ταν βέβαια να μην είχαμε σηκώσει όπλα ο ένας εναντίον του άλλου, αφού, όπως λένε, οι πρώτοι ξένοι που διδάχτηκαν από τον Τριπτόλεμο, τον πρόγονό μας, τα ιερά μυστήρια της Δήμητρας και της Κόρης ήταν ο γενάρχης σας Ηρακλής κι οι συμπολίτες σας Διόσκουροι, και στην Πελοπόννησο είναι που εκείνος πρωτοχάρισε τον σπόρο του καρπού της Δήμητρας. Είναι λοιπόν ποτέ σωστό είτε να ‘ρχεστε εσείς να λεηλατείτε τον καρπό εκείνων που σας έδωσαν τον σπόρο, είτε πάλι εμείς, που σας τον δώσαμε, να μη θέλουμε να ‘χετε όσο γίνεται πιο άφθονη την τροφή;» (6,3,6).

Το ότι τόσα χρόνια συνέβαινε ακριβώς αυτό, χωρίς να αισθάνεται κανείς την ελάχιστη επιρροή ούτε από τον Ηρακλή ούτε από τους Διόσκουρους δεν είναι ανάγκη να συζητηθεί. Ο Καλλίας επιχειρεί περισσότερο μια συναισθηματική προσέγγιση. Η ειρήνη προϋποθέτει τη φιλία και η αρχή μιας φιλίας – γιατί περί αυτού μιλάει ο Καλλίας – χρειάζεται θετικά συναισθήματα.

Κι αν ο Καλλίας προλειαίνει το έδαφος διαμορφώνοντας το κατάλληλο κλίμα για μια ειρηνευτική διαπραγμάτευση, ο Αυτοκλής προχωρά ακόμα πιο πέρα οικοδομώντας την εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό και ξεκαθαρίζει τα πράγματα από την αρχή: «Το ξέρω, Λακεδαιμόνιοι, ότι δεν θα σας είναι ευχάριστα αυτά που πρόκειται να πω». (6,3,7).

Η προετοιμασία του κοινού για τα δυσάρεστα που θα ακολουθήσουν είναι τα εκ των προτέρων διαπιστευτήρια της ειλικρίνειας του ομιλητή, αφού κανείς δε θέλει να δυσαρεστήσει, όταν στοχεύει να αιτηθεί κάτι, πολύ περισσότερο τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται το αίτημα. Το ζήτημα όμως που διακυβεύεται είναι τόσο σπουδαίο, που τα συνήθη ρητορικά τεχνάσματα δεν έχουν καμία θέση. Ο Αυτοκλής δεν ήρθε ούτε για να κολακέψει ούτε για να διεκπεραιώσει απλά μια υπόθεση της πόλης. Ήρθε για να επιτύχει τις σταθερές βάσεις των νέων σχέσεων που φιλοδοξεί να εδραιώσει. Κι αυτό δε γίνεται με ψεύτικα εγκώμια: «Εσείς πάντα λέτε ”οι πόλεις πρέπει να ‘ναι ανεξάρτητες”, κι όμως εσείς οι ίδιοι αποτελείτε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανεξαρτησία τους». (6,3,7).

Κι αυτό είναι αλήθεια. Και μόνο τα γεγονότα στη Θήβα το καταδεικνύουν: «Εξάλλου, όταν ο Βασιλεύς πρόσταξε να είναι οι πόλεις ανεξάρτητες, φαινόσασταν απόλυτα βέβαιοι ότι η πολιτική των Θηβαίων δεν θα ήταν σύμφωνη με τις γραπτές εντολές του Βασιλέως αν δεν άφηναν κάθε πόλη να διοικείται μονάχη της, μ’ όποιο πολίτευμα ήθελε· μολοντούτο, ευθύς ως καταλάβατε την Καδμεία, δεν αφήσατε ανεξάρτητους ούτε τους ίδιους τους Θηβαίους». (6,3,9).

Και δεν είναι μόνο αυτό: «Ο πρώτος όρος που βάζετε στις συμφωνίες με τις συμμαχικές σας πόλεις είναι να σας ακολουθούν σ’ όλες σας τις εκστρατείες. Πώς συμβιβάζεται όμως τούτο με την ανεξαρτησία; Από την άλλη πλευρά δημιουργείτε αντιπάλους δίχως συνεννόηση με τους συμμάχους σας, που κατόπιν οδηγείτε σε πόλεμο εναντίον τους, με αποτέλεσμα ν’ αναγκάζονται συχνά αυτοί, οι τάχα ανεξάρτητοι, να εκστρατεύουν εναντίον των καλύτερών τους φίλων». (6,3,7-8).

Ο Αυτοκλής καταδεικνύει σωστά την κατ’ επίφαση ανεξαρτησία που έδιναν οι Σπαρτιάτες στους συμμάχους τους, χωρίς όμως να κάνει την ελάχιστη αναφορά και στη νοοτροπία των άλλων πόλεων. Μήπως η Αθήνα έκανε κάτι διαφορετικό; Ή μήπως η Θήβα άφησε ποτέ σε ησυχία τις άλλες πόλεις της Βοιωτίας, τις οποίες ένιωθε ότι μπορεί να κατέχει;

Στην ουσία ποτέ καμία διαπραγμάτευση δεν αφορούσε την ανεξαρτησία. Και οι Αθηναίοι, όταν ασκούσαν κατάφωρη ηγεμονία καταπιέζοντας τους συμμάχους, επικαλούνταν την ανεξαρτησία τους, που υπονόμευαν οι Πέρσες και που προστάτευαν αυτοί. Όμως, οι συνθήκες αυτές δε θα μπορούσαν ποτέ να ευνοήσουν την ειρήνη. Ο πόλεμος ήταν η μοιραία κατάληξη των διαπραγματεύσεων του παρελθόντος κι αυτό ακριβώς έρχεται τώρα να καταδικάσει ο Αυτοκλής – υποδεικνύοντας βέβαια μονάχα την ευθύνη της Σπάρτης.

Ο ισχυρισμός της ανεξαρτησίας ως μόνιμο άλλοθι για το ξεδίπλωμα της ισχύος είναι η πεμπτουσία της διπλωματίας του πολέμου. Κι από τη στιγμή που αυτή ήταν η μοναδική συνθήκη διαπραγματεύσεων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ως εκείνη τη στιγμή, δε θα ήταν υπερβολή, αν έλεγε κανείς ότι επί της ουσίας δεν υπήρξε ποτέ καμία πραγματική ειρηνευτική διπλωματία.

Ενδεχομένως ο Νικίας – όπως περιγράφεται στο Θουκυδίδη – να ήταν ο μοναδικός που είχε τέτοιες διαθέσεις. Από κει και πέρα κάθε προσπάθεια ειρήνης δημιουργούσε τις προϋποθέσεις του επόμενου πολέμου, αφού όλοι προσδοκούσαν τα νέα κέρδη της επόμενης μοιρασιάς. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να μιλάει για εμπιστοσύνη υπό αυτούς τους όρους. Κι αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος της διαρκούς επεκτατικής πολιτικής όλων των πόλεων που αποκτούσαν δύναμη.

Μετά τους περσικούς πολέμους ουδέποτε οι Αθηναίοι εμπιστεύτηκαν τη Σπάρτη – όπως και οι Σπαρτιάτες δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ την Αθήνα. Η ειρήνη που ακολούθησε βασιζόταν περισσότερο στην ισορροπία των δυνάμεων, που δεν έδινε σε κανένα τη σιγουριά της νίκης, παρά στην αξιοπιστία των σχέσεων. Η Αθήνα έκανε μεγάλο αγώνα για να υπερισχύσει κι όταν το πέτυχε ήταν πρόθυμη να ξεκινήσει ο πελοποννησιακός πόλεμος.

Η Σπάρτη έχοντας περάσει διά πυρός και σιδήρου από τον πελοποννησιακό δε θα άφηνε ποτέ κανέναν άλλο να αποκτήσει το πάνω χέρι, ώστε να αποτελέσει απειλή. Στην ουσία, όλοι ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι κανείς δε θα είναι σε θέση να τους βλάψει. Γι’ αυτό έπρεπε να είναι ισχυροί. Κι ο ισχυρός δεν μπορεί να έχει τους συμμάχους ανεξάρτητους, αφού, αν το κάνει, δε θα είναι ισχυρός.

Οι Σπαρτιάτες, μετά την ειρήνη του Ανταλκίδα, κατέλαβαν τη Θήβα, στην οποία δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη. Ανέβηκαν στη Χαλκιδική και διέλυσαν την Όλυνθο, από φόβο μη δυναμώσει υπερβολικά και συμμαχήσει με τους Αθηναίους. Είχαν πάγια τακτική να υποχρεώνουν τους συμμάχους να τους ακολουθούν στις εκστρατείες, προκειμένου να έχουν εξασφαλισμένο στρατό. Όλα αυτά είναι περισσότερο μηχανισμοί άμυνας, αφού πρωτίστως ήθελαν να διαφυλάξουν τα νώτα τους.

Όμως, δεν υπάρχει καλύτερη άμυνα από την επίθεση. Ακόμα και ο ξεκάθαρος επεκτατισμός του Αγησιλάου στην Ασία δεν μπορεί να οριστεί μέσα στα συνηθισμένα καλούπια, αφού ο επεκτατισμός που δεν αποφέρει πλούτη στερείται νοήματος κι εκείνος όχι μόνο δε διεκδίκησε το παραμικρό για τον εαυτό του, αλλά ούτε προσπάθησε να μεταφέρει οτιδήποτε πολύτιμο στην πόλη του.

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη λιτή σπαρτιατική νοοτροπία, που πράγματι ίσχυε. Γίνεται λόγος για τα βαθύτερα αίτια του σπαρτιατικού επεκτατισμού, που δεν είχε ως απώτερο στόχο τη συγκέντρωση του πλούτου, αλλά την αδιαπραγμάτευτη στρατιωτική υπεροχή, δηλαδή την επιθυμία της εδραίωσης του ανίκητου, που θα ξεκαθάριζε ολοκληρωτικά το χάρτη. Η Σπάρτη είναι η πιο καθαρή περίπτωση επεκτατισμού που καταδεικνύει ότι το συμφέρον δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τα πλούτη. Γιατί δε διεκδίκησε τίποτε για τον εαυτό της – τουλάχιστον η Αθήνα έχτισε κι έναν Παρθενώνα.

Το σπαρτιατικό σύστημα ήταν καθαρά στρατοκρατούμενο. Δεν είναι, όμως, τυχαίο που επιλέχθηκε αυτή η ζωή. Αν ο κόσμος χωρίζεται σε ισχυρούς και ανίσχυρους, καλύτερα να είσαι με τους ισχυρούς. Και ισχυρός είναι αυτός που υπερτερεί στρατιωτικά. Μ’ αυτό το υπόβαθρο οποιαδήποτε ειρηνευτική διαπραγμάτευση εκμηδενίζεται. Το μόνο που μένει είναι η διπλωματία του πολέμου.

Η ανεξαρτησία είναι το ωραιότερο πρόσχημα για να επέμβει κανείς στα εσωτερικά των άλλων. Αυτός ήταν και ο λόγος, που όλοι έσπευδαν να ελευθερώσουν τις υποταγμένες πόλεις. Είναι καλό να φέρνει κανείς την ελευθερία σ’ αυτούς που καταπιέζει ο αντίπαλος.

Και γι’ αυτό έπρεπε να ελέγχουν και την πολιτική κατάσταση των «ανεξάρτητων» συμμάχων, αφού, αν δεν ελέγχει κανείς την πολιτική σκηνή, δεν ελέγχει τίποτε: «Έπειτα, πράγμα ολότελα αντίθετο με κάθε έννοια ανεξαρτησίας, εγκαθιδρύετε καθεστώτα αλλού με δέκα, αλλού με τριάντα άρχοντες· και δεν σας ενδιαφέρει να κυβερνούν τούτοι οι άρχοντες σύμφωνα με τους νόμους, παρά να μπορούν να εξουσιάζουν τις πόλεις με τη βία, έτσι ώστε μοιάζει να σας αρέσουν τα τυραννικά καθεστώτα περισσότερο από τα συνταγματικά». (6,3,8). Το πώς έλεγχαν οι Αθηναίοι την πολιτική σκηνή σε Θάσο και Μυτιλήνη (κι όχι μόνο) δεν αναφέρεται από τον Αυτοκλή.

Ο τρίτος πρέσβης της Αθήνας, ο Καλλίστρατος, αφού αναφέρει τις ευθύνες των Λακεδαιμονίων σχετικά με την εμπλοκή τους στα τεκταινόμενα της Θήβας και την κατάλυση της ειρήνης του Ανταλκίδα εξαιτίας αυτού (αλλά σε πιο συμφιλιωτικό κλίμα) συμπεραίνει: «Τώρα λοιπόν που το μάθαμε ότι οι πλεονέκτες δεν βγαίνουν κερδισμένοι, θα είμαστε και πάλι, ελπίζω, καλοί φίλοι μεταξύ μας». (6,3,11). Αμέσως μετά δίνει έμφαση στην καθαρότητα των αθηναϊκών διαθέσεων για ειρήνη τονίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία υστεροβουλία, καθώς σε κάθε περίπτωση η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε: «Όσο για τις συκοφαντίες ορισμένων που θέλουν να εμποδίσουν την ειρήνη – ότι τάχα δεν ήρθαμε επειδή θέλουμε τη φιλία σας, αλλά επειδή φοβόμαστε μη φτάσει ο Ανταλκίδας με χρήματα από το Βασιλέα –, σκεφτείτε πόσο ανόητες είναι: είναι γνωστό ότι ο Βασιλεύς έγραψε να γίνουν ανεξάρτητες όλες οι πόλεις στην Ελλάδα. Εφόσον λοιπόν εμείς λέμε και κάνουμε τα ίδια με τον Βασιλέα, τι να ‘χουμε να φοβηθούμε από κείνον;» (6,3,12).

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μια ενδεχόμενη συμμαχία Αθήνας και Σπάρτης θα τους έκανε αυτομάτως πανίσχυρους: «Αλλ’ ας έρθω και στα συμφέροντά μας: είναι γνωστό πως από το σύνολο των πόλεων άλλες είναι με το μέρος σας κι άλλες με το μέρος μας, κι ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν οπαδοί δικοί σας και δικοί μας. Αν λοιπόν γίνουμε εμείς φίλοι, από ποια μεριά θα μπορούσαμε, λογικά, να προσμένουμε να μας βρει κακό; Ποιος, την ώρα που θα είστε φίλοι μας, θα ήταν ικανός να μας βλάψει στη στεριά; Και ποιος, την ώρα που θα είμαστε με το μέρος σας, θα μπορούσε να σας πειράξει στη θάλασσα;» (6,3,14).

Ο Καλλίστρατος φαίνεται να γνωρίζει καλά τι σημαίνει διαπραγμάτευση. Το πρώτο που ξεκαθαρίζει είναι ότι η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε, αφού τηρεί στο ακέραιο τη συμφωνία με τον Πέρση βασιλιά. Το ότι δε φοβάται καθιστά σαφές ότι βρίσκεται σε θέση ισχύος και η ισχύς είναι το πιο δυνατό χαρτί κάθε διαπραγμάτευσης.

Από την άλλη, οι Λακεδαιμόνιοι, αν θέλουν να γίνουν αδιαμφισβήτητα ισχυροί, δεν έχουν παρά να συμμαχήσουν με την Αθήνα. Ποιος θα τολμούσε να πειράξει μια τέτοια συμμαχία σε στεριά και θάλασσα; Εξάλλου, όλες οι πόλεις – που, βέβαια, θα είναι ανεξάρτητες – έχουν κυρίως ανθρώπους που πρόσκεινται είτε στη μια είτε στην άλλη πόλη, οπότε σε περίπτωση οποιασδήποτε απειλής είναι φανερό ότι θα σπεύσουν να βοηθήσουν. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ο μόνος που θα μπορούσε να φανεί απειλητικός είναι η Θήβα.

Ο Καλλίστρατος μιλάει ακριβώς τη γλώσσα του πολέμου. Ζητάει ειρήνη ξεκαθαρίζοντας ότι οι πόλεις θα είναι ψευδώς ανεξάρτητες, αφού ανά πάσα στιγμή θα είναι προς χρήση, υποδεικνύοντας εκ νέου την ισχύ που θα διαμορφωθεί και φωτογραφίζοντας τους εχθρούς, που θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι Θηβαίοι θα υποχρεωθούν να αφήσουν ήσυχες και τις πόλεις της Βοιωτίας, που η Αθήνα θέλει να προστατεύσει.

Εξάλλου, ένας παίχτης του πολέμου πρέπει να παίζει με σωφροσύνη: «Εγώ τουλάχιστον δεν επιδοκιμάζω εκείνους που παίζουν ζάρια κι όταν κερδίσουν ένα ποσό ριψοκινδυνεύουν ξανά το διπλάσιο – γιατί διαπιστώνω ότι περισσότεροι απ’ αυτούς καταστρέφονται ολότελα». (6,3,16). Με άλλα λόγια, ο τζόγος δεν αρμόζει στους συνετούς πράγμα που σημαίνει ότι η ισχύς χτίζεται με σίγουρα βήματα.

Τώρα πια οι Σπαρτιάτες ακούν τη γλώσσα που καταλαβαίνουν. Θα συμμαχήσουν με την Αθήνα και οι πόλεις θα μείνουν ανεξάρτητες. Τόσο ανεξάρτητες που «πάνω σ’ αυτά ορκίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι για λογαριασμό δικό τους και των συμμάχων τους». (6,3,19).

Κι όλως τυχαίως οι μόνοι που δυσαρεστήθηκαν ήταν οι Θηβαίοι, οι οποίοι ζήτησαν να υπογράψουν όχι ως Θηβαίοι, αλλά ως Βοιωτοί, για να κατοχυρώσουν την κυριαρχία στη Βοιωτία. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει δεκτό, αφού οι πόλεις ήταν ανεξάρτητες. Οι Αθηναίοι ήλπιζαν μάλιστα ότι οι Θηβαίοι θα πλήρωναν και το φόρο της δεκάτης – παλιό πρόστιμο που επιβλήθηκε σε όλες τις πόλεις που δεν έφεραν αντίσταση στους Πέρσες κατά τους Μηδικούς πολέμους και που μόνο η Θήβα δεν είχε καταβάλει. Οι συγκρούσεις είναι προ των πυλών.
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο έκτο