Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Η εφεύρεση της ουτοπίας και η αυτοαναίρεσή της

Thomas More (1478-1535), portrait by Hans Holbein the Younger, 1527 (photo)
Η παρουσίαση μιας ρεαλιστικής απεικόνισης ενός ιδεατού κόσμου από τον Τόμας Μορ, δημιούργησε ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, την «ουτοπία». Αντλώντας ιδανικά από την Πολιτεία του Πλάτωνα αλλά και από τον Χριστιανισμό, φαντάστηκε, το 1516, ένα ιδανικό πολίτευμα, σε μια μακρινή, ανεξερεύνητη χώρα, την Ουτοπία, μια χώρα/νησί που δεν υπάρχει (ου-τόπος). Περιγράφει αυτήν την πολιτεία μέσα από τα λόγια κάποιου (ανύπαρκτου) Υθλόδαιου (κάτοικος της Ουτοπίας και ταξιδευτής), τις μαρτυρίες του οποίου παραθέτει σε μορφή διαλόγου μεταξύ αυτού και του Μόρους, που είναι μάλλον το alter ego του συγγραφέα. Οι θέσεις του Υθλόδαιου είναι έτσι διατυπωμένες ώστε να έρχονται σε άμεση αντιπαράθεση με τη σύγχρονη αγγλική κοινωνία του 16ου αιώνα.

Στο κείμενο περιγράφεται μια σειρά από δραστηριότητες και αντιλήψεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας, με πρώτη-πρώτη την αντιμετώπιση του εγκλήματος και κατά συνέπεια το πρόβλημα της απόδοσης δικαιοσύνης. Ο Υθλόδαιος λέει πως η καταδίκη σε θάνατο για κλέφτες είναι ενάντια στη δικαιοσύνη, γιατί είναι πολύ σκληρή σαν τιμωρία σε σχέση με το αδίκημα, και δεν λειτουργεί αποτρεπτικά για μελλοντικά αδικήματα. Αντιθέτως, αποτελεί κίνητρο για χειρότερα εγκλήματα, αφού κάποιος που έχει κλέψει, έχει συμφέρον να προχωρήσει στη δολοφονία του θύματός του, ώστε να μην υπάρξουν μάρτυρες της κλοπής. Η τιμωρία θα είναι η ίδια έτσι κι αλλιώς. Η καταδίκη σε θάνατο φαίνεται να εξυπηρετεί μόνο το αίσθημα εκδίκησης των αδικημένων, χωρίς να προβλέπεται το συνολικό καλό. Είναι σαν τους δασκάλους που χτυπάνε τους μαθητές τους με περισσότερο ζήλο από ό,τι τους διδάσκουν.

Περαιτέρω, εφόσον η κλοπή δεν συνοδεύεται από βία, οι κλέφτες δεν πρέπει καν να φυλακίζονται, αλλά να εξαναγκάζονται σε εργασία δημόσιων έργων και κατά τα άλλα να ζουν ελεύθεροι. Και αφού το έργο τους θα ωφελεί την κοινωνία θα φροντίζεται να τρέφονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει τόσο μεγάλη έκπληξη, αφού η εργασία ούτως ή άλλως είναι μια μορφή δουλείας έτσι όπως θεσμοθετείται στις υπόλοιπες χώρες, και η εργασία στην οποία θα εξαναγκάζονταν οι κλέφτες θα ήταν σκληρή. Η μόνη ουσιαστική τιμωρία σε τέτοιου είδους αδικήματα στην Ουτοπία φαίνεται να είναι το αίσθημα ντροπής που τους επιβάλλεται από τους υπόλοιπους, καθώς δεν συγχωρείται το να έχει μεγαλώσει κάποιος σε μια ιδανική χώρα με όλες τις ανέσεις και τις ευκαιρίες που θα μπορούσε να ζητήσει και να καταλήγει σε τέτοιες ανήθικες πράξεις.

Οι δικηγόροι είναι περιττοί στην Ουτοπία (ο Μορ ο ίδιος ήταν δικηγόρος), αφού οι νόμοι είναι ελάχιστοι και γραμμένοι απλά για να τους καταλαβαίνουν όλοι και να μπορούν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους σε μια δίκη, όπου καλούνται να εξηγήσουν την υπόθεσή τους στον δικαστή, όπως θα την εξηγούσαν στον δικηγόρο τους. Γιατί να υπάρχει ένας ενδιάμεσος που συχνά σκοπό έχει να θολώνει την υπόθεση και να χρησιμοποιεί παραθυράκια του νόμου προς το συμφέρον του εκάστοτε πελάτη; Οι πιο πολλοί νόμοι εξάλλου είναι γραμμένοι από πλούσιους, για να προστατευθεί η δικιά τους περιουσία και όχι τα συμφέροντα του κοινού (μπορούμε να προσθέσουμε εδώ ότι οι νόμοι γράφονται και από δικηγόρους που επίτηδες τους κάνουν πολύπλοκους και δυσνόητους για να είναι η εργασία τους ακόμα πιο αναγκαία). Οι σύγχρονες κοινωνίες, λέει ο Υθλόδαιος, είναι συνομωσίες των πλουσίων ενάντια στους φτωχούς.

Στην Ουτοπία η εργασία διαρκεί 6 ώρες την ημέρα, 3 το πρωί και 3 το απόγευμα. Οι υπόλοιπες ώρες χρησιμεύουν για την αύξηση των γνώσεων και παρακολούθηση δημόσιων διαλέξεων. Αυτές οι ώρες είναι αρκετές για να παράγονται σε αφθονία όσα αγαθά χρειάζεται κάποιος για μια καλή ζωή, δεδομένου ότι στην Ουτοπία εργάζεται όποιος μπορεί να εργαστεί, και δεν υπάρχουν τεμπέληδες. Αυτό θα το καταλάβουμε αν παρατηρήσουμε πόσοι άνεργοι υπάρχουν συνήθως σε μια κοινωνία. Οι γυναίκες δε δούλευαν την εποχή του Μορ (άρα το 50% του πληθυσμού δε δούλευε), και αν υπολογίσουμε τους πλούσιους, που δεν εργάζονται, και τους υπηρέτες τους, αλλά και τους παπάδες και αυτούς που παριστάνοντας τους ανήμπορους ζητιανεύουν (σε αντίθεση με τους πραγματικά ανήμπορους) θα διαπιστώσουμε ότι στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό μέρος του πληθυσμού εργάζεται σκληρά και οι υπόλοιποι καρπώνονται τα αγαθά των κόπων τους.

Τα πολύχρωμα ρούχα και τα αστραφτερά κοσμήματα δεν χαίρουν εκτίμησης από τους Ουτοπιανούς. Γιατί να εντυπωσιαστούν από τη λάμψη μιας πέτρας, όταν είναι σε θέση να κοιτάξουν τα αστέρια του ουρανού; Γιατί να παρασυρθούν στην ανόητη σκέψη ότι είναι καλύτεροι από κάποιον που φοράει ρούχα κατώτερης ποιότητας; Μόνο τα παιδιά φορούν κοσμήματα, αλλά μόλις μεγαλώσουν τα παρατάνε με τον ίδιο τρόπο που παρατάνε τα παιχνίδια τους, σαν κάτι άχρηστο, σαν μια ανώριμη ενασχόληση.

«Σταματήστε», συνεχίζει ο Υθλόδαιος, «τους πλούσιους από το να μπλοκάρουν τις αγορές και να ιδρύουν μονοπώλια. Περιορίστε την ανεργία, αναζωογονήστε τη γεωργία για να υπάρχουν δουλειές.» Μέχρι να γίνουν αυτά δεν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε για απονομή δικαιοσύνης και να τιμωρούμε τους κλέφτες, αφού οι συνθήκες τους εξαναγκάζουν να κλέψουν. Δεν μπορούμε να τιμωρούμε κάποιον που από μικρό παιδί ήταν προορισμένος να εγκληματήσει εξαιτίας της δικιάς μας ανικανότητας να οργανώσουμε μια δίκαιη κοινωνία. Δημιουργούμε τους κλέφτες και μετά τους τιμωρούμε επειδή κλέβουν!

Αντί ένας βασιλιάς να προσπαθεί να επεκτείνει την κυριαρχία του σε μεγαλύτερες περιοχές, καλύτερα να προσπαθεί να φροντίσει τους υπηκόους που ήδη ανήκουν στην επικράτειά του. Μεγαλύτερες περιοχές σημαίνει περισσότερους υπηκόους και μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ήδη υπάρχουν και θα αυξηθούν λόγω της εδαφικής επέκτασης. Δεν υπάρχει μεγαλειότητα στο να κυβερνάς πολλούς ζητιάνους – η αληθινή μεγαλειότητα συνίσταται στο να κυβερνάς πλούσιους. «Να προτιμάς να κυβερνάς τους πλούσιους, παρά να είσαι πλούσιος». Η Ουτοπία δεν έχει επεκτατικές βλέψεις, η γη δεν θεωρείται σαν περιουσία, αλλά σαν πόρος, σαν το έδαφος που υπάρχει διαθέσιμο για καλλιέργεια.

Ο Υθλόδαιος υποστηρίζει ότι δεν θα υπάρξει πραγματική δικαιοσύνη και ευημερία όσο ισχύει η ατομική ιδιοκτησία και κάθε τι το κρίνουμε με μέτρο το χρήμα. Στην Ουτοπία δεν κυκλοφορεί χρήμα, αφού αυτό είναι το αίτιο διαφθοράς, κλοπής, δωροδοκίας και φτώχειας. Όσο υπάρχει ιδιοκτησία και χρήμα, η συντριπτική πλειοψηφία θα ζει κάτω από το βάρος της φτώχειας, της τυραννίας και της μιζέριας. Μπορούν να υπάρξουν ελαφρύνσεις, όπως επιβολή ανώτατου ορίου στον πλούτο των πολιτών, αλλά δεν υπάρχει ελπίδα θεραπείας του προβλήματος της φτώχειας και της καταπίεσης για όσο χρονικό διάστημα θα εξακολουθεί να υφίσταται ατομική ιδιοκτησία.

Τα αγαθά είναι υπεραρκετά και διανέμονται δωρεάν σε όσους υπακούν στους νόμους και τους ηθικούς κανόνες της χώρας. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ζητήσει από την πολιτεία οποιοδήποτε αγαθό θεωρεί ο ίδιος ότι χρειάζεται, και η πολιτεία θα του το δώσει χωρίς αντάλλαγμα, χρηματικό ή σε είδος. Δεν υπάρχει ανάγκη πληρωμής αφού όλα τα αγαθά είναι σε αφθονία, και δεν υπάρχει κίνδυνος ο καθένας να επιχειρήσει συγκέντρωση αγαθών ή πλούτου αφού ξέρει πως ό,τι και να χρειαστεί, αρκεί να το ζητήσει και θα το έχει. Ακόμα και για φαγητό, όλοι πηγαίνουν και τρώνε σε κοινοτικά μαγειρεία και κανένας δεν χρειάζεται να μαγειρεύει σπίτι του αφού και άχρηστο έξοδο είναι και χρονοβόρο. Η εκπαίδευση είναι διαθέσιμη δωρεάν σε όλους, και τα νοσοκομεία είναι τεράστια «σαν πόλεις».

Ο Τόμας Μορ μας δείχνει στο κείμενό του μια κοινωνία ιδανική, ή μάλλον εξιδανικευμένη. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την Ουτοπία σαν μια ρεαλιστική περιγραφή χώρας, ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη μας τον Υθλόδαιο στην αφήγησή του για τον ιδρυτή της, «Ούτοπο», τον βασιλιά που ίδρυσε τη χώρα με απέραντη σοφία, για τον οποίο φυσικά δεν δίνονται περαιτέρω πληροφορίες. Μερικές πτυχές της υποδομής της χώρας φαντάζουν λες και εμφανίστηκαν ουρανοκατέβατες, και το κείμενο, μετά βίας 150 σελίδες, δεν προσφέρει απαντήσεις. Δωρεάν εκπαίδευση, δωρεάν φαγητό, τέσσερα τεράστια νοσοκομεία σε κάθε πόλη, απουσία γραφειοκρατίας, σοφοί πολίτες, ελάχιστη εγκληματικότητα, μηδενική φτώχεια και άφθονα αγαθά για όλους; Πώς πρέπει να υποθέσουμε ότι κατακτήθηκαν όλα αυτά τα προνόμια;

Σκόρπια στο κείμενο ο Υθλόδαιος αναφέρει την ύπαρξη δούλων («αυτοί κάνουν όλες τις δύσκολες και βρώμικες δουλειές»), αλλά ακόμα κι αυτοί δεν είναι όπως τους ξέρουμε στις δυτικές κοινωνίες. Οι δούλοι τους δεν είναι ούτε αιχμάλωτοι πολέμου ούτε δούλοι εκ γενετής ούτε αγορασμένοι από δουλεμπόρους άλλων χωρών. Είναι κατάδικοι Ουτοπιανοί (ή άλλων χωρών που τους αγοράζουν φθηνά), οι οποίοι εργάζονται σε σκληρές εργασίες. Είναι επίσης ξένοι εργάτες που εθελοντικά μετακομίζουν στην Ουτοπία για να γίνουν δούλοι. Αυτοί είναι ελεύθεροι να φύγουν όποτε το θελήσουνε, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το κάνουν, αφού η δουλεία στην Ουτοπία είναι καλύτερη από τις σκληρές συνθήκες ανέχειας που βρέθηκαν στις χώρες προορισμού τους και τους ανάγκασαν να φύγουν. Το κείμενο μοιάζει μάλλον ηθικολογικό, καθώς ο συγγραφέας ψάχνει να βρει χριστιανικές αξίες ακόμα και σε μια κοινωνία που δεν κυριαρχεί ο Χριστιανισμός, και ο Μόρους του κειμένου επαινεί την Ουτοπία στον βαθμό που του θυμίζει τα χριστιανικά ήθη της Αγγλίας. Δεν αργεί όμως να δείξει τον κρυμμένο απολυταρχισμό και την αυταρέσκεια που κρύβει το όραμά του. Ας δούμε πώς το αίσθημα δικαίου και ηθικής ανωτερότητας διαστρεβλώνει τον φιλειρηνισμό και την φιλήσυχη φύση της Ουτοπίας:

Οι Ουτοπιανοί θεωρούν τις συνθήκες φιλίας μεταξύ των χωρών άχρηστες, αφού το γεγονός και μόνο ότι οι χώρες απαρτίζονται από ανθρώπους αρκεί για να θεωρεί η μία την άλλη σύμμαχο. Η ύπαρξη οποιασδήποτε συνθήκης κάνει τους πολίτες να βλέπουν τον αλλοδαπό σαν εξ ορισμού εχθρό, που μόνο η συνθήκη τον κάνει φίλο, και οποιαδήποτε ανέντιμη πράξη δεν καλύπτεται ρητά από τη συνθήκη μπορεί να τελεστεί χωρίς ενοχές. Αν όμως βρουν έναν λαό που θεωρούν ανήθικο, όπου οι πολίτες εύκολα κάνουν «ακολασίες του πιο βρωμερού είδους», οι Ουτοπιανοί τους εκμεταλλεύονται για το συμφέρον τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Τους υπόσχονται μεγάλα ανταλλάγματα και τους απασχολούν σαν μισθοφόρους ή «τους στέλνουν σε απεγνωσμένες επιχειρήσεις από τις οποίες λίγοι επιστρέφουν ζωντανοί για να ζητήσουν τις απολαβές». Όποιοι επιστρέψουν βέβαια ανταμείβονται σύμφωνα με τις υποσχέσεις τους, ώστε να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται στα καλέσματα των Ουτοπιανών. Οι Ουτοπιανοί λένε πως «αν μπορούσαν να εξαλείψουν τελείως τα βρωμερά καθάρματα από το πρόσωπο της γης, θα προσέφερναν μια καλή υπηρεσία στο ανθρώπινο γένος».

Είδαμε παραπάνω ότι η Ουτοπία δεν έχει επεκτατικές διαθέσεις γιατί θεωρεί το έδαφος όχι σαν περιουσία, αλλά σαν πόρο αγαθών. Από την άλλη όμως ο πόλεμος θεωρείται απολύτως δικαιολογημένος στην περίπτωση που μια χώρα αρνείται το φυσικό δικαίωμα στην Ουτοπία να εκμεταλλευτεί έδαφος που η ίδια δεν χρησιμοποιεί, αλλά το θεωρεί μέρος της περιουσίας της, και το κρατάει χωρίς όφελος. Έτσι, σε μία παράγραφο, ο Μορ (ή τουλάχιστον ο Υθλόδαιος) καταφέρνει να δικαιολογήσει και να συγχωρήσει τον θάνατο και την καταστροφή, αλλά και την επεκτατική πολιτική μιας χώρας που μάλλον είναι πολύ σίγουρη για τον εαυτό της και την πολιτιστική της ανωτερότητα.

Είδαμε επίσης ότι οι κλέφτες αντιμετωπίζονται με λογικές, δίκαιες τιμωρίες, χωρίς την προσφυγή στην βαρβαρότητα της Αγγλίας. Όμως η καταδίκη για οποιοδήποτε βαρύ αδίκημα είναι η δουλεία, και αν οι κατάδικοι δεν συμμορφώνονται σε αυτήν την τιμωρία, τους σφάζουν «σαν άγρια θηρία».

Όσο για τη θρησκεία; Στο νησί πιστεύουν σε διάφορες θρησκείες, όλες ισότιμες και με ελευθερία έκφρασης. Οι περισσότεροι κάτοικοι βέβαια, μετά από επαφές με τη δύση, αρχίζουν και ενστερνίζονται τον Χριστιανισμό, αφού αυτή είναι «η πιο λογική θρησκεία» και ο μονοθεϊσμός η πιο λογική θέαση του κόσμου. Ο Ούτοπος απαγόρευσε τον προσηλυτισμό πέρα από τη συζήτηση με λογικά επιχειρήματα και σε ήπιους τόνους, και έδωσε την ελευθερία στον καθένα να πιστεύει ό,τι θέλει. Εκτός του ότι απαγόρευσε στους πολίτες να θεωρούν ότι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα ή ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, όπου είτε τιμωρούμαστε για τις αμαρτίες μας είτε ανταμειβόμαστε για τις αγαθοεργίες μας. Ο άθεος λοιπόν δεν φαίνεται να έχει θέση στην Ουτοπία, αφού δεν μπορούν να τον αναγνωρίσουν καν σαν Ουτοπιανό πολίτη, ούτε «τον θεωρούν άξιο να λέγεται ανθρώπινο ων». Οι Ουτοπιανοί, φυσικά, μπορούν να είναι όσο σοφοί όσο μπορεί να φανταστεί ο συγγραφέας του βιβλίου, και δείχνουν αυτούς τους περιορισμούς τους με το γεγονός πως πιστεύουν ότι αν κάποιος δεν περιμένει θεϊκή τιμωρία για τα αδικήματά του δεν θα έχει κανένα πρόβλημα με το να παραβεί τους νόμους της κοινότητας για χάρη κάποιου προσωπικού συμφέροντος, αν θεωρεί πως δεν θα τιμωρηθεί από τις αρχές. Πρέπει να θυμόμαστε πως ο More ήταν ένας ευλαβής Χριστιανός που έφτασε στο σημείο να αποδώσει σωματική τιμωρία σε ένα παιδί, που μαστιγώθηκε μπροστά στην οικογένειά του για αιρετική συμπεριφορά, και σε έναν «μικρόνου», ο οποίος μαστιγώθηκε επειδή διέκοψε τις προσευχές πιστών (όπως γράφει στο Apology, 1533) –οπότε δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη μια τόσο αστόχαστη αποκήρυξη των άπιστων. Παρότρυνε όντως τον διάλογο με άθεους, εισάγοντάς τον στην Ουτοπιανή κοινωνία του, μόνο όμως στο βαθμό που περίμενε πως οι άθεοι θα άλλαζαν γνώμη αναγνωρίζοντας «τη δύναμη των ανώτερων επιχειρημάτων», και αρκεί να αποφεύγουν οι άθεοι να μιλάνε σε παιδιά για ζητήματα πίστης.

Τέλος, η ίδια η εξιδανίκευση της εργασίας και της αίσθησης κοινωνικής ευθύνης, αλλά και η απόλυτη καταδίκη κάθε έκφρασης τεμπελιάς, καταλήγει στην καταπάτηση βασικών ανθρώπινων ελευθεριών, όπως αυτή της ελεύθερης μετακίνησης. Στην Ουτοπία, αν βρεθείς έξω από την περιοχή σου χωρίς διαβατήριο τιμωρείσαι σαν λιποτάκτης, και αν επαναλάβεις το ίδιο παράπτωμα η τιμωρία είναι η δουλεία. Αν θέλεις όμως να περιπλανηθείς στην κοντινή ύπαιθρο είσαι ελεύθερος να το κάνεις, αρκεί να έχεις ζητήσει την άδεια του πατέρα σου και της γυναίκας σου. Μπορείς επίσης ελεύθερα να επισκεφτείς μια άλλη πόλη, με την σχετική άδεια, αλλά και εκεί δεν σου επιτρέπεται να τεμπελιάζεις, αφού οφείλεις να εργάζεσαι στο επάγγελμά σου κατά την παραμονή σου εκεί, όπου οι συνάδελφοι θα σε υποδεχτούν εγκάρδια.

Το φαινομενικά ονειρικό τοπίο που ζωγραφίζει ο Μορ καταρρέει πολύ γρήγορα, πολλές φορές στην ίδια σελίδα. Η κοινωνική ευθύνη οδηγεί στη δουλεία, η απαγόρευση κάθε είδους σπατάλης στον επεκτατισμό και η απέχθεια για την τεμπελιά σε έναν βαθμό ελέγχου της προσωπικής ζωής που φαντάζει τουλάχιστον επικίνδυνος. Ο πολίτης είναι μόνο ένα μέλος του κράτος, ολοκληρωτικά υπόλογος σε αυτό -υπάρχει περιορισμένος μόνο χώρος για ατομικότητα, και ο πολίτης θεωρείται μονάχα ως μέρος του όλου.

Ακόμα και στα καλύτερά του όμως, τι προσφέρει ο Μορ πέρα από μια φαντασίωση; Ο καθένας μπορεί εύκολα να φανταστεί έναν κόσμο χωρίς ανηθικότητα, αλλά κανείς δεν μπορεί να περιγράψει πώς θα μετατραπεί μια υπάρχουσα κοινωνία σε έναν τέτοιο κόσμο. Αυτό είναι και το παράδοξο της ουτοπίας, και η μόνη ένδειξη απάντησης στην «Ουτοπία» του Τόμας Μορ είναι ο σοφός ιδρυτής της, ο Ούτοπος. Ένας από μηχανής θεός στον οποίο αρκεί να αφεθούμε για να μας φροντίσει νομοθετώντας σοφά, για τον οποίο θα παραιτηθούμε από τις ελευθερίες μας, με αντάλλαγμα να μας λύσει τα προβλήματα που δηλώνουμε αδυναμία να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας. Η φαντασίωση του σοφού ηγέτη ή του καλού δικτάτορα είναι μέχρι και σήμερα επίμονη.

Η ίδια η ιδέα της ουτοπίας –κάθε ουτοπίας- είναι μάλλον προβληματική. Υποδηλώνει μια αίσθηση αδιεξόδου, ανημποριάς και παραίτησης – μια τάση φυγής σε φαντασιακά τοπία. Τρία χρόνια πριν ο Μορ εκδώσει το βιβλίο του, το 1513, ο Μακιαβέλι είχε εκδώσει τον Ηγεμόνα, όπου αντιμετώπιζε κατά μέτωπο την απαισιοδοξία που φαίνεται να μοιράζονται οι δύο συγγραφείς για τα πολιτικά πράγματα. Ο Μακιαβέλι όμως δεν έχει τάσεις φυγής, αλλά ερμηνεύει στο εδώ και τώρα τους νόμους της πολιτικής φύσης, δίνοντας κυνικές συμβουλές (ή ειρωνικές, ανάλογα με τον αναγνώστη) σε έναν ηγεμόνα για το πώς να ελιχθεί στον πραγματικό κόσμο και να παίξει με τις δυνάμεις εξουσίας. Ο Μακιαβέλι μας προσφέρει μια ερμηνεία της πολιτείας, ο Μορ ένα άπιαστο όνειρο.

Ίσως όμως να κάνουμε λάθος να κρίνουμε τόσο αυστηρά τον Τόμας Μορ. Οι προθέσεις του εξάλλου είναι αμφίβολες. Η αφήγηση των επιτευγμάτων της Ουτοπίας γίνεται μόνο από τον Υθλόδαιο, ένα όνομα που σημαίνει Μωρολόγος (ύθλος=ανοησία, δαίω=κατανέμω). Πολλοί αναγνώστες του κειμένου δεν αποτυγχάνουν να διακρίνουν μια ελαφρότητα διάχυτη στις υπεραισιόδοξες αφηγήσεις του πρωταγωνιστή, και είναι αυτή η ελαφρότητα που απέτρεψε μαρξιστές σχολιαστές να ασχοληθούν με αυτό το γοητευτικό βιβλίο. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η Ουτοπία του Υθλόδαιου μας επιδεικνύεται σαν ένας ρεαλιστικός στόχος που πρέπει να έχει κάποιος λαός ή αν απλά αποτελεί μια επίδειξη της ανουσιότητας της ουτοπικής σκέψης.