Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ο ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ

 Ο ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ δεν ήταν ποινή,[1] αλλά πολιτική πράξη. Αποφασιζόταν όχι από κάποιο δικαστήριο, αλλά από το Δήμο. Οι Πρυτάνεις υπέβαλλαν στην κυρία ἐκκλησία της έκτης πρυτανείας το ερώτημα αν ενέκρινε να εφαρμοσθεί εκείνη τη χρονιά το μέτρο του ὀστρακισμοῦ. Ο λαός αποφάσιζε αμέσως, χωρίς συζήτηση. Αν η απόφαση ήταν καταφατική, γινόταν δεύτερη συγκέντρωση του λαού, αυτή τη φορά στην Αγορά, με θέμα τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας με όστρακα. Μετά το τέλος της ψηφοφορίας, οι αρμόδιοι μετρούσαν τα όστρακα ως σύνολο. Αν ήσαν λιγότερα από 6.000, δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Αν ήσαν περισσότερα, γινόταν χωριστή καταμέτρηση των ονομάτων που βρίσκονταν γραμμένα στα όστρακα, για να βρεθεί ποιο όνομα πλειοψηφούσε και επομένως ποιος ηγέτης έπρεπε να απομακρυνθεί από την Αθήνα για δέκα χρόνια (βλ. σελ. 135, 166, 222).
 
Αυτό το μέτρο εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 487 π.Χ. εναντίον του Ιππάρχου, που ήταν τότε αρχηγός μερίδας Αθηναίων φιλικής προς τον Ιππία, η οποία θεωρήθηκε ύποπτη να βοηθήσει τους Πέρσες σε μία νέα εκστρατεία τους εναντίον των Αθηναίων.[2] Για όμοιους λόγους εξοστρακίσθηκαν δύο Αλκμεωνίδες, ο Μεγακλής, το 486 π.Χ., και ο Αλκιβιάδης ο Παλαιός, το 485 π.Χ.
 
Ακολούθησαν ο Ξάνθιππος το 484, ο Αριστείδης το 483 π.Χ. Το 472 ήλθε η σειρά του Θεμιστοκλή. Μετά ένδεκα χρόνια εξοστρακίσθηκε ο Κίμων. Αργότερα ο Δάμων, το 444, ο Θουκυδίδης ο Μελησίου, το 443. Τελευταίος ο Υπέρβολος, το 417 π.Χ. Βλέπουμε λοιπόν ότι αρχικά, το 487, το 486 και το 485 ο ὀστρακιομός εφαρμόσθηκε ως προληπτικό μέτρο εναντίον ηγετών, στους οποίους αποδόθηκε πρόθεση να επικρατήσουν πολιτικά στηριζόμενοι σε ξένη δύναμη. Αργότερα, το 484, το 483, το 472, το 461 και το 443 λειτούργησε κα­θαρά ως μέσο απομακρύνσεως του αρχηγού της αντιπολιτεύσεως από την πο­λιτική σκηνή. Η θετική ψήφος για ὀστρακισμό ενός πολιτικού ισοδυναμούσε με καταψήφισή του από την πλειοψηφία των πολιτών, και η καταψήφισή του είχε ως αποτέλεσμα την αχρήστευσή του ως πολιτικού για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια της απομακρύνσεώς του. Ο νέος χαρακτήρας του ὀστρακισμοῦ νοθεύθηκε δύο φορές. Πρώτη φορά, όταν οι αντίπαλοι του Περικλή δεν τόλμησαν να προτείνουν τον ὀστρακισμό του ίδιου και στη θέση του πρότειναν να οστρακισθεί ο Δάμων, που ήταν δάσκαλος του Περικλή και πρόσωπο που εξόργιζε τους αριστοκρατικούς, επειδή είχε εισηγηθεί στον Περικλή την ιδέα των μισϋών. Δεύτερη φορά, όταν ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης, πολιτικοί αντίπαλοι που αντιμετώπιζαν με ίσες πιθανότητες το ενδεχόμενο ὀστρακισμοῦ, συμφώνησαν να βάλουν τους οπαδούς τους να γράψουν το όνομα του Υπέρβολου. Αυτή η πράξη δυσφήμισε τον ὀστρακισμό σε βαθμό που περιήλθε σε αχρηστία.
  
ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΥ
 
Είδαμε πιο πάνω ότι οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονταν στη δημοκρατική Αθήνα μεταξύ ηγετών και με μέσα τον ὀστρακισμό και την πολιτική δίκη. Σ’ αυτά τα σημεία η αρχαία δημοκρατία διαφέρει από τη νέα, όπου οι πολιτικοί αγώνες γίνονται μεταξύ κομμάτων και με μέσο την κρίση του λαού για τα προγράμματα των κομμάτων, η οποία εκφράζεται ανά χρονικά διαστήματα διά βουλευτικών εκλογών. Το αρχαίο σύστημα προσφερόταν σ’ ολισθήματα για διάφορους λόγους. Κυρίως, επειδή έθετε συχνά μία πολιτική υπό τα πρόσωπα που την προωθούσαν: Οι αντίθετοι σε μία πολιτική επιδίωκαν να αχρηστεύσουν τον εμπνευστή της ή άλλον από τους υποστηρικτές της, χρησιμοποιώντας ως μέσα τον ὀστρακισμό και την πολιτική δίκη. Εξ άλλου και τα δύο τούτα μέσα νόθευαν την πολιτική διαμάχη με στοιχεία αλλότρια προς την πολιτική και έφθειραν τα πολιτικά ήθη.
 
Ο ὀστρακισμός (βλ. σελ. 135, 166, 222, 397-399) εφευρέθηκε και εφαρμόσθηκε ως μέσο απομακρύνσεως από την Αθήνα, το 487 π.Χ., του Ιππάρχου, που είχε συγγενικό δεσμό με τον έκπτωτο τύραννο Ιππία, ήταν αρχηγός ισχυρού ρεύματος υπέρ της παλινορθώσεώς του και ενέπνεε βάσιμες υποψίες ότι απεργαζόταν την υποταγή της πόλεως στον Μεγάλο Βασιλέα που ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδος. Τα δύο επόμενα χρόνια εφαρ­μόσθηκε επίσης εναντίον πολιτικών προσώπων υπόπτων συμπαθείας προς τον ίδιον εξωτερικό παράγοντα. Γρήγορα όμως παρεξέκλινε από τον αρχικό σκοπό του, για να λειτουργεί εναντίον του πιο σημαντικού από τους πολιτικούς αντιπάλους της πολιτικής που ενέκρινε η πλειοψηφία των πολιτών. Με αυτόν το χαρακτήρα, που επικράτησε το 484, το 483, το 472, το 461 και το 443 π.Χ., ο ὀστρακισμός, εκτός του ότι ζημίωνε προσωπικά τον οστρακιζόμενο και μάλιστα δεν διέφερε από μια ποινική κύρωση, τη φυγή (εξορία), εισήγε στοιχεία ανισότητας στους όρους της πολιτικής διαπάλης, αφού στερούσε από μια μερίδα των πολιτών τον αρχηγό της, εξασθενούσε την αντιπολιτευτική της δύναμη, και μείωνε την ικανότητά της να γίνει πλειοψηφία. Ο νεότερος χαρακτήρας του ὀστρακισμοῦ νοθεύθηκε, με τη σειρά του, το 444 και το 417 π.Χ. με συνέπεια να περιέλθει ο θεσμός σ’ αχρηστία.
----------------------------- 
[1] Ο ὀστρακισμός μοιάζει με την ποινή της φυγῆς (εξορίας), επειδή επέσυρε την υποχρεωτική απομάκρυνση του οστρακιζομένου από τη χώρα.
[2] Ο περσικός στρατός που απείλησε την Αθήνα το 490 π.Χ. έφερνε μαζί του τον έκπτωτο τύραννο Ιππία. Πριν από τη μάχη του Μαραθώνα, μια λάμψη ασπίδας που φάνηκε από το άστυ έδωσε λαβή σ’ ανησυχίες ότι είχε προέλθει από φίλους του Ιππία. Το 487 οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει να αναμένουν μια δεύτερη περσική εκστρατεία, που πράγματι έγινε το 480 π.Χ.
 
Ο Δήμος ήταν ανελέητος; (Οστρακισμός)
 
 Οι σταδιοδρομίες του Ιφικράτη, του Καλλίστρατου και του Τιμόθεου ίσως να φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τη ρητορική κοινοτοπία - τη σκληρή μεταχείριση των ηγετών από το Δήμο[1]. Ποια ήταν η πραγματικότητα κατά την περίοδο που εξετάζουμε; Ίσως μπορούμε να αρχίσουμε από τον οστρακισμό, που ήταν ένα από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα του αθηναϊκού δημόσιου βίου κατά τον 5ο αιώνα αν και, όπως είδαμε, περιέπεσε σε αχρηστία κατά τον 4ο αιώνα. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να φανεί ως ανελέητο όπλο. Ένας πολιτικός ηγέτης δεν είχε την ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του, γιατί η διαδικασία δεν επέτρεπε δημόσια συζήτηση. Κάθε χρόνο, σε μια τακτική συνέλευση της Εκκλησίας κατά την έκτη πρυτανεία, περίπου τον Ιανουάριο, ο Δήμος αποφάσιζε εάν θα γινόταν οστρακοφορία (ψηφοφορία για οστρακισμό). Εάν η ψηφοφορία ήταν θετική, η οστρακοφορία γινόταν κατά την όγδοη πρυτανεία. Ο πολίτης έγραφε σ’ ένα θραύσμα αγγείου (ό­στρακον) το όνομα του προσώπου που επιθυμούσε να απομακρύνει από την Αθήνα. Υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχε η απαρτία των 6.000, το άτομο που εναντίον του εστρέφετο μεγαλύτερος αριθμός οστράκων κατά, έπρεπε να εξοριστεί για δέκα χρόνια. Σε καμία συνέλευση δεν επιτρεπόταν συζήτηση. Το διάστημα που μεσολαβούσε, όμως, επέτρεπε συζητήσεις μεταξύ των ατόμων. Είναι συζητήσιμο κατά πόσον αυτές οι ιδιωτικές συζητήσεις μπορούσαν να οδηγήσουν σε λογικότερες αποφάσεις απ’ όσο η δημόσια συζήτηση σε μια μεγάλη συνέλευση. Η διαδικαστική απαίτηση των δύο συνελεύσεων σήμαινε ότι η απόφαση δεν ήταν βιαστική[2]. Αλλά το διάστημα που μεσολαβούσε έδινε και την ευκαιρία να οργανωθεί η ψηφοφορία. Ο οστρακισμός του Υπερβόλου είναι το γνωστότερο παράδειγμα, αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι το ενδιάμεσο διάστημα χρησιμοποιούνταν προ πολλού μ’ αυτό τον τρόπο. Πράγματι, επειδή δεν γινόταν συζήτηση επί του θέματος στη συνέλευση, ήταν απαραίτητο να ενθαρρυνθεί η παρουσία του λαού και να επιστρατευτούν ψήφοι για κάτι που ήταν αντιεκλογή. Στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα οι αντίπαλοι του Θεμιστοκλή σε μία περίπτωση κατασκεύαζαν συστηματικά όστρακα που έφεραν το όνομα του Θεμιστοκλή, όπως φαίνεται καθαρά από τις ανασκαφές στην Αγορά, που απέδωσαν 191 όστρακα γραμμένα με δεκατέσσερις διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες. Η πρόθεση αυτής της συντονισμένης προσπάθειας ήταν να μοιραστούν τα όστρακα την κατάλληλη στιγμή για να διευκολυνθεί η ψηφοφορία κατά του Θεμιστοκλή[3].
 
Η δεκαετής εξορία ήταν ένα βαρύ, αν και όχι πάντοτε θανατηφόρο, χτύπημα για έναν πολιτικό ηγέτη και τη δύναμή του. Όμως η έρευνα των παλαιότερων, αντί του οστρακισμού, εναλλακτικών λύσεων δείχνει ότι ήταν μια ηπιότερη εναλλακτική λύση. Επέτρεπε την απομάκρυνση ενός πολιτικού αντιπάλου ή ενός ηγέτη που φαινόταν να είναι πολύ ισχυρός ή προκαλούσε διάσταση απόψεων και γι’ αυτό αποτελούσε κίνδυνο για τη δημοκρατία και τη σταθερότητά της - χωρίς να καταφύγουν στη στάσι (δημόσια εξέγερση) ή το φόνο[4]. Στην Αθήνα κατά την αρχαϊκή περίοδο και σε άλλες ελληνικές πόλεις η ήττα σε μια στάση ήταν πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα την εκτέλεση των αντιπάλων ή την εξορία ολόκληρων οικογενειών, τη δήμευση περιουσιών και τη μόνιμη απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων. Ο οστρακισμός έδινε ένα θεσμοθετημένο μέσο αναχαίτισης των ακροτήτων στις πολιτικές διαμάχες και μπορεί να θεωρηθεί ότι άσκησε σταθεροποιητική επίδραση στην αθηναϊκή πολιτική ζωή κατά τον 5ο αιώνα. Ταυτόχρονα, ο οστρακισμός χρησιμοποιόταν ως όπλο στις πολιτικές συγκρούσεις. Παραδόξως, ένας θεσμός που εθεωρείτο μέσο απομάκρυνσης ενός ηγέτη, η δύναμη του οποίου δημιουργούσε φόβους τυραννίας ή η πολιτική του οποίου δεν ήταν δημοφιλής, μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τη θέση ενός άλλου. Φαίνεται ότι η θέση του Περικλή ενισχύθηκε σημαντικά μετά τον οστρακισμό του Θουκυδίδη, γιου του Μελησία, το 443. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος μπορεί να οδήγησε σ’ αυτό που φαίνεται αποφυγή χρήσης του οστρακισμού κατά τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια, ιδίως εάν η πρόταση οστρακοφορίας το 443 είχε υποστηριχθεί εν μέρει από τους αντιπάλους του Περικλή που φοβούνταν την αυξανόμενη επιρροή του. Η απόδειξη, το 417, όταν οι αντίπαλοι του Υπερβόλου σχεδίασαν τον οστρακισμό του, ότι ο θεσμός μπορούσε να υπονομευθεί, οδήγησαν στην εγκατάλειψη μιας τακτικής, ετήσιας ευκαιρίας για τη λήψη αποφάσεων εναντίον ατόμων η πολιτική των οποίων θα μπορούσε να διχάσει την πολιτεία και για την αντιμετώπιση των υπερβολικά φιλόδοξων και των ανθρώπων με ανατρεπτικές τάσεις.
  ---------------------
[1] Πλουτ. Αριστ. 26, Νικ. 6, Δημ. 26, Δημ. 4.47.
[2] ΑΠ 22.3-6 και 43.5 (και CAAP), D.S. 11.55.1-2, Πλουτ. Αριστ. 7,Φιλόχ. FGrll 328 απ. 30' Raubitschek (1952-3) 113-22, Hignett 159-66, ML 21, Vanderpool (1970).
[3] Humphreys (1978) 101· Broneer (1938) 228-43.
[4] ΑΠ 22.6, Πλουτ. Αριστ. 7.2-3, Θουκ. 8.73.3, Αριστ. Πολ. 1284a17-22, 1302b 15-21. 
 
Ὀστρακισμός: Ὁ φρουρὸς κι ὁ ἐφιάλτης τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας. 
 
Ι.
 
             Ο Αριστοτέλης στα “Πολιτικά” του γράφει ότι στην Αθήνα δε θεωρούσαν τον οστρακισμό ως ποινή, αλλά ως μέσο περιοριστικό της δύναμης ατόμων,κάθε φορά που υπήρχε ο φόβος ότι κάποιος από τους πολίτες είχε αποκτήσει τόση δύναμη,ώστε να θέσει σε κίνδυνο την ελευθερία του λαού, δηλαδή να καταλύσει το πολίτευμα και να επιβάλει τυραννία (δικτατορία).
 
            Το θεσμό αυτό της προστασίας της δημοκρατίας καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Αθήνα ο σπουδαίος πολιτικός και δημοκράτης Κλεισθένης συμπληρώνοντας την προοδευτική πολιτική, που είχε χαράξει ο μεγάλος νομοθέτης Σόλων. Η κίνηση αυτή του Κλεισθένη δικαιωματικά του χάρισε τον τίτλο του ιδρυτή της αθηναϊκής δημοκρατίας, η οποία έφτασε στην κορύφωσή της τον 5ο π.Χ. αιώνα.
 
            Μια φορά το χρόνο ο λαός της Αθήνας συγκεντρωνόταν στην Αγορά, ύστερα από απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου, και ψήφιζε εναντίον οποιουδήποτε ατόμου, το οποίο θεωρούσε επικίνδυνο για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
 
            Για να εξοριστεί ο επικίνδυνος πολίτης, έπρεπε να πάρει το ελάχιστο 6000 ψήφους. Η εξορία διαρκούσε δέκα χρόνια.
 
            Δυστυχώς η ασφαλιστική αυτή δικλείδα για την προστασία της δημοκρατίας με το πέρασμα του χρόνου εκφυλίστηκε και έκτοτε χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων, δημιουργώντας προβλήματα στη δημοκρατική διακυβέρνηση της Αθήνας. Μάλιστα για να είναι πιο σίγουροι οι πολιτικοί που ήθελαν να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, ε δίσταζαν να εξαγοράζουν ψηφοφόρους με ελαστική συνείδηση.
 
            Δεν έλειπαν βέβαια και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κινδυνεύοντες να οστρακισθούν προέβαιναν σε καλπονοθεία εξαγοράζοντας την εφορευτική επιτροπή, η οποία φρόντιζε να εξαφανίσει τόσες ψήφους, όσες χρειάζονταν, ώστε ο συνολικός αριθμός ψήφων να είναι λιγότερος από 6000.
 
            Μια τέτοια καλπονοθεία αποκαλύφθηκε στη δεκαετία του 1930,όταν η Αμερικανική αρχαιολογική σχολή διενεργούσε ανασκαφικές έρευνες στη αρχαία Αγορά των Αθηνών. Καλπονοθεία, που ήρθε στο φως ύστερα από 25 αιώνες περίπου.
 
            Τα αφαιρεθέντα από την κάλπη ψηφοδέλτια βρέθηκαν στον πυθμένα πηγαδιού ,όπου ρίχτηκαν για περισσότερη σιγουριά με σκοπό τη συγκάλυψη της καλπονοθείας.
 
              Λίγο πριν τη ψηφοφορία λειτουργούσαν έξω από το χώρο, όπου είχαν στηθεί οι κάλπες, καταστήματα, στα οποία ειδικοί χαράκτες χάρασσαν σ΄ ένα κομμάτι από σπασμένο αγγείο το όνομα του υποψηφίου προς οστρακισμό (Στη γλώσσα της αρχαιολογίας ονομάζονται όστρακα κομμάτια από αγγεία).
 
             Οι ανασκαφικές έρευνες που έγιναν τόσο στην αρχαία Αγορά της Αθήνας, όσο και στον Κεραμεικό, έφεραν στο φως όστρακα με ομοιόμορφο γραφικό χαρακτήρα, κάτι που ενισχύει την άποψη για ύπαρξη επαγγελματιών γραφέων ψηφοδελτίων.
 
            Το θεσμό αυτό εφάρμοσαν αργότερα στο Αργος, στα Μέγαρα και στη Μίλητο.
 
            Στις Συρακούσες, όπου εφαρμόστηκε ο θεσμός, αντί για όστρακα χρησιμοποιήθηκαν φύλλα ελιάς, πάνω στα οποία γραφόταν το όνομα του υποψηφίου για οστρακισμό, ο οποίος μετονομάσθηκε σε πεταλισμό και εκφυλλοφόρηση (από το ρήμα εκφυλλοφορεύω= εξορίζω ή καταδικάζω δια φύλλων. Τέτοιες ψήφοι δίνονταν στους βουλευτές της Αθηναϊκής Βουλής).
 
            Θύματα οστρακισμού στην αρχαία Αθήνα ήταν ο Ιππαρχος, γιος του τυράννου Πεισίστρατου, που εξορίστηκε το 487 π.Χ., ο Μεγακλής, που εξορίστηκε το 486 π.Χ., αρχηγός των Αλκμεωνιδών, τον οποίο κατηγόρησαν άδικα ότι στο Μαραθώνα είχε κάνει με την ασπίδα του προδοτικά φωτεινά σήματα στους Πέρσες (όστρακο με το όνομα Μεγακλής Ιπποκράτους Αλωπεκήθεν βρέθηκε κατά τις αρχαιολογικές ανασκαφές στον Κεραμεικό),ο Ξάνθιππος, πατέρας του Περικλή, που εξορίστηκε το 484 π.Χ.,ο δίκαιος Αριστείδης, που εξορίστηκε το 482 π.Χ.,ο Θεμιστοκλής, η μεγάλη μορφή των Μηδικών Πολέμων, που εξορίστηκε το 474 π.Χ.,επειδή τα στρατιωτικά του σχέδια θεωρήθηκαν παράτολμα από τους αντιπάλους του (κατά τις ανασκαφικές έρευνες στον Κεραμεικό βρέθηκαν όστρακα από τον οστρακισμό του με το όνομα Θεμιστοκλής Νεοκλέους Φρεάρριος).
 
            Δυστυχώς, ο μεγαλουργός του θριάμβου της ελευθερίας και δημοκρατίας εναντίον του δεσποτισμού και της ανελευθερίας των Μήδων, ο Σωτήρας της Αθήνας και της δημοκρατίας, δοκίμασε την αγνωμοσύνη του αθηναϊκού δήμου, ο οποίος αγόμενος από την τυφλή προπαγάνδα φαύλων πολιτικών και λαϊκιστών, αλλά και την ύπαρξη εξαγορασμένων συνειδήσεων, απαξιώθηκε στην εποχή του, καταξιώθηκε όμως στο διάβα της ιστορικής μνήμης.
 
 ΙΙ.
 
Η φροντίδα των Αθηναίων να ενισχύσουν και να διατηρήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα ήταν σημαντική. Ως μέτρα εναντίον των επίδοξων τυράννων καθιερώθηκαν το σύστημα του οστρακισμού και η γραφή παρανόμων. Οι βουλευτές έδιναν όρκο να καταγγέλουν οποιονδήποτε θα υπονόμευε τη δημοκρατία ή θα βοηθούσε μια απόπειρα για εγκατάσταση τυραννίας στην πόλη τους.
 
Ο οστρακισμός ήταν η δεκάχρονη απομάκρυνση από την Αθήνα των πολιτών που θεωρούνταν επικίνδυνοι για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην εισαγωγή του μέτρου αυτού εναντίον των επίδοξων τυράννων συνέτεινε ο φόβος των Αθηναίων για την εγκαθίδρυση τυραννίδας και για το λόγο αυτό αρκετές φορές εξορίστηκαν πολίτες που είχαν αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα και πολιτική δύναμη, τις οποίες θεωρήθηκε ότι θα τις χρησιμοποιούσαν κατά των συμφερόντων του δήμου. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Aθηναίων πολιτεία 22.4) ο νόμος καθιερώθηκε από τον Κλεισθένη το 508/7 π.Χ.
 
Η Εκκλησία του δήμου στην έκτη πρυτανεία συζητούσε, εάν έπρεπε το χρόνο εκείνο, να εφαρμοσθεί ή όχι οστρακισμός. Στην περίπτωση που ψήφιζε υπέρ, τότε στην όγδοη πρυτανεία κάθε πολίτης έγραφε σε ένα όστρακο, δηλαδή σε ένα θραύσμα αγγείου, το όνομα του Αθηναίου που ήθελε να τιμωρηθεί. Για να εφαρμοστεί ο οστρακισμός σύμφωνα με ορισμένους μελετητές έπρεπε η Εκκλησία να συγκεντρώσει έξι χιλιάδες πολίτες, οπότε εξοριζόταν εκείνος το όνομα του οποίου ήταν γραμμένο στα περισσότερα όστρακα ή σύμφωνα με άλλους έπρεπε να μαζευτούν έξι χιλιάδες όστρακα που θα καταδίκαζαν τον ίδιο Αθηναίο.
 
Ο πολίτης που καταδικαζόταν σε οστρακισμό έπρεπε να εγκαταλείψει την Αθήνα σε δέκα ημέρες και να παραμείνει εξόριστος για δέκα χρόνια. Μετά, μπορούσε να επιστρέψει στην Αθήνα. Στο διάστημα της εξορίας του δεν έχανε ούτε την ιδιότητα του πολίτη ούτε την περιουσία του. Από τους γνωστότερους Αθηναίους που εξορίστηκαν με τον τρόπο αυτό ήταν ο Αριστείδης (482 π.Χ.), ο Θεμιστοκλής (472/471 π.Χ.), ο Κίμων (462/461 π.Χ.) και ο Θουκυδίδης (443/442 π.Χ.).