Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Πρωταγόρας: Πάνσοφος Αηδόνα των Μουσών

Η Αθήνα έγινε κοιτίδα της φιλοσοφίας για τέσσερις ή πέντε γενιές, όχι εξαιτίας κάποιας φυσικής κλίσης των πολιτών της, αλλά εξαιτίας του κυριαρχικού και κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, που την έκανε αρκετά δεκτική ή ανεκτική στις νέες ιδέες και σαφώς πιο φιλομαθή από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Μέχρι την εποχή του Σωκράτη, τη φιλοσοφία την έφερναν στην Αθήνα οι μετανάστες και έπειτα από τον Σωκράτη, άρχισε να χαρακτηρίζεται και από κάποιους αυτόχθονες.

Η Αθήνα κατά τη διάρκεια εκείνων των «χρυσών» χρόνων δέχτηκε τους φιλόσοφους στην αγορά και στα σαλόνια της, υποδέχθηκε τη φιλοσοφία με ενθουσιασμό και περιέργεια (ενώ η Σπάρτη την απαγόρευε), έθρεψε αρκετούς φιλόσοφους και μερικούς τους τίμησε με την ανώτατη τιμητική διάκριση: τους πρόσφερε την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη με την οποία ήταν εξαιρετικά φειδωλή. Για τους φιλόσοφους αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό, αλλά προείδαν ότι η Αθήνα θα τους επέτρεπε να επιβιώσουν στη μνήμη των μεταγενέστερων, που στο όνομα της Αθήνας, τελικά είδαν να συνοψίζεται η ανθολογία του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδας.

Οι Αθηναίοι, δεν ήταν διατεθειμένοι να παραμερίσουν τις δοξασίες τους για χάρη της φιλοσοφίας κι έτσι την άφηναν να ακροβατεί μεταξύ «πολυμάθειας» και «ασεβείας», αλλά μόλις εμφανιζόταν η ελάχιστη υποψία ότι περνούσε το όριο, την καταδίκαζαν, την εξόριζαν ή τη δολοφονούσαν.

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΚΑΙ Ο ΦΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΣΟΦΟΥ ΑΗΔΟΝΑΣ

Η «φιλοσοφική επιδημία» -όπως τη χαρακτήριζαν οι ιερείς στην Αθήνα ξεκίνησε με τους Σοφιστές, μια λέξη που οι θεοκρατικοί επικριτές τους και αρνητές της φιλοσοφίας της απέδωσαν κακή σημασία, ενώ αρχικά σήμαινε «δάσκαλοι της σοφίας». Τη «Σοφιστεία» την καθιέρωσε ο φιλόσοφος Πρωταγόρας (485-415 π.κ.ε.) όταν ήρθε από την πατρίδα του τα Άβδηρα (πατρίδα επίσης του Δημόκριτου) στην Αθήνα για να ιδρύσει την πρώτη σχολή, που σύντομα το να συμμετέχει κανείς σε αυτήν έγινε πολύ της μόδας στην Αθήνα.

Αργότερα, λέγεται πως οι νέοι, για να γίνουν δεκτοί στη σχολή των Σοφιστών, έπρεπε να πληρώσουν για «δίδακτρα» δέκα χιλιάδες δραχμές, ένα τεράστιο ποσό για εκείνη την εποχή, εκτός αν ήταν φτωχοί, οπότε γινόντουσαν δεκτοί δωρεάν. Ο Πλάτωνας, που πρόλαβε να γνωρίσει τον Πρωταγόρα και κατέγραψε κάποιους διαλόγους του με τον Σωκράτη, αναφέρει ότι μεταξύ των δύο σοφών ο Πρωταγόρας ήταν εκείνος που μιλούσε με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και μέτρο, ενώ ο Σωκράτης συχνά κατέφευγε σε σοφίσματα και ο Διογένης Λαέρτιος επισημαίνει πως παραδόξως ο Πρωταγόρας ήταν εκείνος που ανακάλυψε την περιβόητη «σωκρατική μέθοδο».

Έτσι, οφείλουμε στον Πρωταγόρα τη φιλοσοφία πάνω στο πρόβλημα της γνώσης. Μέχρι τότε, όλοι ασχολούνταν με το πρόβλημα της Αρχής, της προέλευσης των όντων και με το θρυλικό «Περί φύσεως» ζήτημα, δηλαδή με την αναζήτηση του πώς ήταν φτιαγμένος ο κόσμος και ποιοι νόμοι τον κυβερνούσαν. Ο Πρωταγόρας, αντίθετα, πρότεινε να ερευνηθεί με ποιον τρόπο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και μέχρι σε ποιο σημείο μπορεί να τη γνωρίσει. Έφτασε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να περιμένει πολλά από τις πέντε αισθήσεις, που ήταν ανεπαρκή και απατηλά μέσα για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Μέχρι τότε, οι σοφοί και οι ιερείς της εποχής, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μιλούσαν για τις «αιώνιες αλήθειες», προφανώς έγκυρες για κάθε στιγμή και σε κάθε περίσταση. Τώρα, ο Πρωταγόρας ανάγκαζε τον επίδοξο στοχαστή να αρκεστεί στην αλήθεια που ίσχυε γι’ αυτόν τον ίδιο, εκείνη τη στιγμή, και σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίσταση, αλλά και να παραδεχθεί πως η δική του αλήθεια μπορούσε να μην ισχύει για κάποιον άλλον, αλλά ακόμη και για τον ίδιο σε κάποια άλλη στιγμή ή περίσταση.

Αυτές οι διδαχές (πρωτοποριακές, παραδόξως, ακόμη και σήμερα) ενώ πυροδότησαν ενθουσιασμό στους κύκλους κάποιων διανοούμενων της Αθήνας, δημιούργησαν μεγάλο σκάνδαλο και προβληματισμό στους δειλούς ανθρώπους που ήταν έρμαια των εθίμων και των αξιών, αλλά και στις ιεραρχίες του κατεστημένου. Έφεραν σεισμό στις κλίκες των αριστοκρατών στις οποίες στηριζόταν η κοινωνία της Αθήνας, και προκάλεσαν συζητήσεις με ανεπιθύμητα συμπεράσματα.

Αυτή ήταν η επίμαχη ερώτηση: Το καλό και το κακό, η αρετή και η αμαρτία, οι θεοί οι ίδιοι, άραγε δεν ήταν παρά αλήθειες σχετικές και υποκειμενικές, το ίδιο και οι κοινωνικές αξίες και όλα τα άλλα, στις οποίες σχετικές και υποκειμενικές αλήθειες μπορούσε ο καθένας αυτόβουλα να αντιτάξει τις εντελώς αντίθετες δικές του;

Και σε μια δημόσια συζήτηση, (στην οποία ήταν παρών και ο νεαρός Ευριπίδης, που δεν θα την ξεχνούσε ποτέ), ο Πρωταγόρας απάντησε γενναία στην ερώτηση, καταφατικά: ΝΑΙ. Αμέσως κατηγορήθηκε για άθεος και έγινε εναντίον του καταγγελία «επί ασεβεία». Επίσης, ο Πρωταγόρας είπε τότε ότι η ύπαρξη των θεών είναι αμφίβολη και σχετική, ένα άλυτο πρόβλημα, διφορούμενο και θεωρητικό: «Από οποιοδήποτε ζήτημα ο σοφός μπορεί να δημιουργήσει έναν αγώνα διπλών λόγων, αν έχει ασκηθεί στην τέχνη του λόγου. Περί των θεών, δεν δύνομαι να γνωρίζω ούτε που υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν, διότι υπάρχουν πολλά που εμποδίζουν την ακριβή γνώση, η έλλειψη σαφών ενδείξεων και η μικρά διάρκεια της ανθρώπινης ζωής»

Επισημάνσεις σωστές, λογικές, αξιόλογες επιστημονικές, έντιμες και αξιοπρεπείς κι όμως σχεδόν κανείς από τους λογικούς και πολιτισμένους Αθηναίους δεν τις δέχτηκε ως τέτοιες, αντιθέτως μάλιστα. Τόσο παράλογοι, παρωπιδικοί και θρησκομανείς ήταν (όπως σήμερα). Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που σκότωσαν τον Σωκράτη. Η κυβέρνηση τον έδιωξε, κατάσχεσε όλα τα βιβλία του και τα έκαψε, γι’ αυτό και έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα του.

Έπειτα άρχισαν να τον κυνηγούν για να τον συλλάβουν και να τον καταδικάσουν σε θάνατο, όπως το ήθελαν οι ιερείς και οι αριστοκράτες. Για να ξεφύγει, ο δάσκαλος μπάρκαρε -για που αλλού- για τη Σικελία, με ένα μικρό πλοιάριο προσπαθώντας να διαφύγει την επιτήρηση των αθηναϊκών πολεμικών πλοίων που τον καταζητούσαν. Δένε ότι τελικά, στην προσπάθεια του αυτή, ναυάγησε σε άγνωστα νερά και βρήκε τον θάνατο στη θάλασσα, αλλά το πιθανότερο είναι ότι τον εντόπισαν και βύθισαν το πλοίο του αφήνοντάς τον να πνιγεί.

Ο μεγάλος Ευριπίδης, που ήταν μαθητής του, όπως ήταν και ο Περικλής και ο Γοργίας, στην τραγωδία του “Παλαμήδης” θρηνεί για τη δολοφονία του Πρωταγόρα κραυγάζοντας: «Εφονεύσατε, εφονεύσατε, ω Δαναοί, την πάνσοφον αηδόνα των μουσών, η οποία ουδένα ελυπησε!»

Ο Πρωταγόρας, το πάνσοφο αηδόνι των μουσών, ο αοιδός της σοφίας, δεν λύπησε ποτέ κανέναν, παρά μονάχα έφερνε τη χαρά του ατομικού στοχασμού στους ελεύθερους ανθρώπους, φέρνοντάς τους το μήνυμα ότι η πραγματικότητα είναι αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως πραγματικότητα, άρα η μία μοναδική και πάγια πραγματικότητα είναι σόφισμα που τους έχει επιβληθεί και άρα μπορούν να την καταρρίψουν αν πάψουν να τη βλέπουν ως τέτοια.

Το αηδόνι χάθηκε, αλλά το μήνυμα ταξιδεύει ακόμη.
Κι αυτές συνεχίζουν να είναι επικίνδυνες σκέψεις, από τότε μέχρι σήμερα.