Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Τρυφερότητα, ερωτισμός, σεξ: Γιατί δεν είναι αναγκαστικά αγάπη!

Αποτέλεσμα εικόνας για Τρυφερότητα, ερωτισμός, σεξ: Γιατί δεν είναι αναγκαστικά αγάπη!Τι είναι η αγάπη; Αναρωτιέται και ρωτάει κι εμάς. Η απάντηση μοιάζει να είναι εύκολη: Φυσικά, η αγάπη είναι συναίσθημα. Την αγάπη την αισθανόμαστε. Και θα τον ενθαρρύνουμε ν' αφεθεί στα συναισθήματα του και να μιλήσει για την αγάπη που "αισθάνεται". Την αισθανόμαστε την αγάπη; Είναι η αγάπη συναίσθημα;
 
Το φιλοσοφικό μου λεξικό πάντως με προειδοποιεί να μην παίρνω αυτήν τη γνώμη τόσο απόλυτα. Η αγάπη, διαβάζω, παρασταίνεται σαν συναίσθημα, δηλαδή ψυχολογικοποιείται, πρώτα στην αυγή των νεοτέρων χρόνων, στον Ντεκάρτ και τον Locke, και έτσι ανοίγεται η δυνατότητα για την ανάληψη της από την επερχόμενη ψυχολογία. Ανήκει στο ιδιαίτερο πνεύμα μιας ορισμένης ιστορικής εποχής η αγάπη να παρασταίνεται σαν συναίσθημα. Δεν ήταν από πάντα έτσι και επομένως δεν θα είναι έτσι για πάντα, Όμως κι εδώ δεν θέλω να παρασυρθώ σε μια φιλοσοφική συζήτηση περί αγάπης.
 
Θα παραμείνω στον χώρο, αυτόν της θεραπευτικής συνομιλίας, και από κει θα εξετάσω τι συμβαίνει όταν η αγάπη παρασταίνεται σαν συναίσθημα. π.χ. ο πελάτης μου λοιπόν, από μόνος του, ή καθοδηγούμενος από μένα, έχει εγκαταλείψει την έννοια της αγάπης και τώρα λέει, π.χ., "Αισθάνομαι αγάπη για σας". Είμαι τώρα, ως ο θεραπευτής του, ήσυχος; Εφόσον η αγάπη είναι συναίσθημα κι αυτός λέει ό,τι αισθάνεται, δεν είναι όλα εντάξει; Όχι, δεν είναι όλα εντάξει. Η τέχνη μας, μας πηγαίνει αλλού. Στις λέξεις "αισθάνομαι αγάπη για σας" διακρίνουμε και πάλι μια απόσταση και μια συστολή, όπως συμβαίνει και με τις παρεμφερείς εκφράσεις "αισθάνομαι θυμό", "αισθάνομαι ενοχή" κτλ. Και πάλι θα του το επισημάνουμε, διότι άλλο είναι να πεις "αισθάνομαι αγάπη για σένα" και άλλο να πεις "σ' αγαπώ".
 
Τώρα τι λέει η επισήμανση μας; Λέει πως άλλο είναι το αίσθημα της αγάπης και άλλο η αγάπη. Λέει πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά...; Τι είναι η αγάπη; Κατά πού μας κατευθύνει η πράξη της ψυχανάλυσης; Μας αναγκάζει να ομολογήσουμε πως εδώ, σ' αυτήν τη συνομιλία που είναι υποχρεωμένη στην αλήθεια, δεν επιτρέπεται στην αγάπη ν' αρκεστεί στην παράσταση της σαν έννοια και σαν συναίσθημα. Η αγάπη δεν είναι αυτό, δεν είναι το άλλο, τι είναι η αγάπη; Ρωτάει ρητά ή άρρητα ο πελάτης μας. Κι εμείς άρρητα, μέσα από τις επισημάνσεις μας, ίσως χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει, ενθαρρύνοντας τον να εγκαταλείψει τις έννοιες και τα "αισθάνομαι" και να μείνει στο απλό "σ' αγαπώ" του λέμε: Η αγάπη δεν είναι έννοια, δεν είναι συναίσθημα, η αγάπη είναι αγάπη. Η αγάπη είναι αγάπη. Τι είναι πάλι τούτο; Πώς μας προέκυψε αυτή η ανόητη ταυτολογία; Πριν βιαστούμε να πάρουμε θέση, ας θυμηθούμε ότι μιλούμε από τον τόπο της θεραπευτικής συνομιλίας κι ας επιστρέψουμε στον πελάτη μας. Κι ας υποθέσουμε πως έχει αφήσει πίσω του τις συστολές που τον έκαναν να μιλά για την έννοια της αγάπης και για το συναίσθημα της αγάπης και πως έχει φτάσει στο σημείο να λέει καθαρά και ξάστερα: "Σ' αγαπώ". Είναι τώρα ο θεραπευτής επιτέλους ικανοποιημένος και ήσυχος; Όχι. Διότι εύκολα θα φανερωθεί ότι ο πελάτης του μιλά μεν για αγάπη, όμως μ' αυτήν τη λέξη εννοεί κάτι άλλο, π.χ., τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, αυταπάρνηση, ερωτισμό κ.ο.κ. Λέει "αγάπη", όμως δεν το εννοεί.
 
Η "αγάπη" του είναι απλά κέλυφος για μια άλλη λέξη. Δεν είναι ακόμα αγάπη. Ίσως λοιπόν η ταυτολογία "η αγάπη είναι αγάπη" δεν είναι ανόητη και κενή αλλά δείχνει άτεγκτα κι επίμονα προς την κατεύθυνση στην οποία ο πελάτης μας θ' αφήσει τις παρανοήσεις της αγάπης στις οποίες οδηγήθηκε μέσα από τη μοίρα και την ιστορία του και θα μπορέσει να πει τη λέξη "αγάπη" αληθινά. Να την πει και να την εννοήσει. Η αγάπη είναι αγάπη. Η παράξενη φράση, που άρρητα κατευθύνει τη θεραπευτική συνομιλία για την αγάπη, αρχίζει να γίνεται όλο και μεγαλύτερη απορία. Το μόνο που γνωρίζουμε γι' αυτήν και το νόημα της είναι πως όσο αποφασιστικότερα αφηνόμαστε στην καθοδήγηση της τόσο καθαρότερα αποκτά έναν σχεδόν δαιμονικό χαρακτήρα, γίνεται κάτι σαν μαύρη τρύπα στην άβυσσο της οποίας χάνεται κάθε προσπάθεια να συλλάβουμε την αγάπη - σαν έννοια και συναίσθημα, αλλά και σαν τρυφερότητα και φροντίδα και τα συναφή. Ακόμα κι ένα από τα τελευταία μας οχυρά, το ότι η αγάπη είναι μια σχέση που προκύπτει μέσα από οικείους στην ψυχαναλυτική θεωρία μηχανισμούς και διαδικασίες, ακόμα κι αυτό εμπρός στη λέξη της κλονίζεται και σωριάζεται. Η αγάπη δεν είναι σχέση: η αγάπη είναι αγάπη. Ο τίτλος του συμποσίου είναι, ήταν "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης".
 
Πού μας οδήγησε η συζήτηση του; Στο ότι η ψυχαναλυτική θεωρία, μπροστά στην επιταγή της ψυχαναλυτικής πρακτικής να λέγονται τα πράγματα και να εννοούνται, στην επιταγή που επιτάσσει η αγάπη να είναι αγάπη, σηκώνει τα χέρια. Και κάθε θεωρία, κάθε ψυχολογικός ή άλλος επιστημονικός λόγος, καθότι μιλά σε όρους εννοιών και συναισθημάτων, με μοντέλα στα οποία ανάγει τα πάντα και με τις αναγωγές του δεν αφήνει τίποτα να ησυχάσει στον τόπο του, δεν αφήνει την αγάπη να είναι αγάπη, κάθε τέτοιος λόγος εξανεμίζεται μέσα στη μαύρη τρύπα της απλής μικρής φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη". Ο επιστημονικός λόγος δεν έχει την ευρυχωρία να αποδώσει τη συνάντηση που ονομάζεται "ψυχανάλυση" και που ακολουθεί άλλους νόμους. Αυτό ο θεραπευτής χρειάζεται να το αναγνωρίσει και να παραιτηθεί από μια τέτοια προσδοκία. Μόνο έτσι μπορεί να κατευθύνει τον πελάτη του να προσεγγίσει, π.χ., την αγάπη περνώντας μέσα από τις ποικίλες παρανοήσεις της και να φτάσει στο σημείο να την πει και να την εννοήσει, εφόσον έχει κληθεί να το κάνει. Όταν η καθοδήγηση του γίνει με τους κανόνες της τέχνης μας, και πάντα εφόσον το λέει η καρδιά του, η παραίτηση από έννοιες και συναισθήματα και σχέσεις έρχεται, ξεπερνώντας την απώλεια και το πένθος, σαν κάθαρση κι ελευθερία.
 
Το "ελεύθερο" και το "μετέωρο" στο οποίο ο Φρόυντ καλεί τους συνειρμούς του ομιλούντος και την προσοχή του ακούοντος πρέπει να εννοηθεί και να πραγματωθεί μέχρι αυτά τα άκρα. Η θεραπευτική συνομιλία της ψυχανάλυσης είναι ένας δρόμος σκληροτράχηλος, μα υποχρεωτικός προς μια τέτοια ελευθερία. Η αγάπη είναι αγάπη. Εάν η φράση συνιστά το αφανές καθοδηγητικό νήμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας για την αγάπη, ο θεραπευτής χρειάζεται να είναι προετοιμασμένος γι' αυτήν την πορεία, και τούτο σημαίνει ακόμα να είναι εξοικειωμένος με το λόγο της αγάπης ως αγάπης. Ποιος όμως μιλά για την αγάπη ως αγάπη; μιλώ για την αγάπη Η φράση έχει λεχθεί. Είναι από ένα στίχο. Βρίσκεται στο ποίημα που λέγεται "Κίχλη" και που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης. Για τον κοινό νου η τροπή προς την ποίηση αγγίζει τα όρια του σκανδάλου - αν σκανδαλίζεται καν από τίποτα ο κοινός νους. Σκανδάλου, διότι εδώ αναζητούμε την αγάπη όχι μεταξύ τυρού και αχλαδιού αλλά ως θεραπευτές, δηλαδή ως υπεύθυνοι για μια υπόθεση που κάποτε γίνεται ακόμα και υπόθεση ζωής και θανάτου. Επιτρέπεται λοιπόν να επαφιέμεθα σ' έναν ποιητή, που μπορεί μεν να λέει όμορφα λόγια που τα απαγγέλλουμε και τα τραγουδάμε στον ελεύθερο χρόνο μας, που όμως κάπου τους αναγνωρίζουμε το ακαταλόγιστο, τα ανεχόμαστε ποιητική αδεία; Για απάντηση ας αρκέσει ένας λόγος του ίδιου του Σεφέρη από μια ομιλία του. Εκεί λέει για τον ποιητή:
 
"μοιάζει καταδικασμένος στην αλήθεια, την αλήθεια του, επί ποινή θανάτου, ολοένα παραμερίζει τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα του". Τούτο δεν έχει ειπωθεί ποιητική αδεία. Αφορά κάθε μεγάλον της τέχνης. Επάνω στο ίδιο θέμα ο Σεφέρης μνημονεύει τα λόγια ενός νεαρού ζωγράφου για τον Θεόφιλο: "Μα αυτός μας γυρεύει πάρα πολλά• γυρεύει να λέμε όλη την αλήθεια".
 
Αλλού γράφει: "Η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν' ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκουνται με την ψυχή μου και με το σώμα μου και να τα εκφράζω". Αυτή η φράση θα μπορούσε ν' αποδώσει το νόημα του βασικού κανόνα της ψυχανάλυσης πιστότερα από πολλές αναφορές της σχετικής βιβλιογραφίας. Αναζητώντας την αγάπη στη θεραπευτική συνομιλία βρεθήκαμε στα ίχνη μιας πορείας παράλληλης μ' εκείνη του ποιητή, μιας πορείας όπου παραμερίζονται "τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα μας", μιας πορείας η οποία με τον τρόπο της "γυρεύει" κι αυτή "να λέμε όλη την αλήθεια". Και ποιο είναι "το αληθινό που υπάρχει μέσα μας"; Ποια είναι "όλη η αλήθεια"; Το ότι η αγάπη είναι αγάπη.
 
Και κάποιοι στη θεραπευτική συνομιλία εξαναγκασμένοι από την ανάγκη να ειπωθεί ό,τι έχει να ειπωθεί αφήνονται στη μαύρη τρύπα που κόβει τη ζωή τους στα δυο και γυρεύουν την αλήθεια τους, μερικές φορές και "επί ποινή θανάτου". Ήδη απ' αυτά τα λίγα υποψιαζόμαστε ότι ποίηση και ψυχανάλυση κατοικούν έναν κόσμο κοινό. Όμως αυτό μπορούν και το κάνουν, που θα πει μπορούν και συνομιλούν μεταξύ τους, στο βαθμό που η ποίηση δεν περιορίζεται στην αισθητική και η ψυχανάλυση δεν καθηλώνεται στον ψυχολογισμό. O κοινός κόσμος για τον οποίο τώρα γίνεται λόγος κοσμείται από τη γλώσσα, εφόσον βέβαια αυτή με τη σειρά της δεν καταντά κώδικας σημαινόντων. O Σεφέρης χαρακτηρίζει το έργο του ποιητή αγώνα:  για να βρει εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντας τα. Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πει "γενηθήτω φως " και να γίνει φως". Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις ευτυχείς στιγμές της θεραπευτικής συνομιλίας - στην ερμηνεία, εκεί που ο λόγος της "γράφει", όπως λέμε, κι ο κόσμος φωτίζεται και ποτέ πια δεν είναι αυτός που ήταν.
 
Τώρα διακρίνουμε καλύτερα το ζητούμενο νόημα της φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη". Η φράση είναι το κάλεσμα της αγάπης, να ονομαστεί και ονομαζόμενη να αληθεύσει. Η αγάπη δεν είναι έννοια και συναίσθημα και σχέση, δεν είναι αυταπάρνηση και φροντίδα και σεξ. Η αγάπη είναι αγάπη. Τούτο θα πει τώρα: Η αγάπη είναι στο όνομα της. Εάν μια τέτοια εμπειρία μάς είναι ανοίκεια, τούτο οφείλεται στο ότι η αγάπη, ως αγάπη, είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι νομίζουμε και οφείλεται ακόμα στο ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τα ονόματα, δηλαδή δεν έχουμε μάθει να τα κατοικούμε. Η δυσκολία να κατοικήσουμε τα ονόματα έγκειται προπάντων στην τάση μας να μένουμε στο άμεσα αντιληπτό. Αυτό, στα πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο, είναι η συμπεριφορά. Θεωρούμε άκριτα πως κι η αγάπη δεν μπορεί παρά να είναι μια συμπεριφορά. Όμως δεν είναι. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν ορίζεται από μια στάση ή από πράξεις, δεν αποδεικνύεται και δεν ακυρώνεται από κάτι που κανείς λέει και κάνει. Δεν είναι η συμπεριφορά αυτό στο οποίο ο άνθρωπος θυσιάζεται. Ο άνθρωπος θυσιάζεται στο λόγο. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ευγένεια της ψυχαναλυτικής συνομιλίας: Οι όροι της, η ύπτια θέση, η λεγόμενη "αρχή της αποχής", η ελευθερία στην οποία καλούνται οι "συνειρμοί" του λέγοντος και η "προσοχή" του ακούοντος, η απαγόρευση της προσφυγής σε κάποια συμπεριφορά, καθώς μια συμπεριφορά ως "εκδραμάτιση" έχει εδώ χαρακτήρα φυγής, όλ' αυτά τείνουν στον περιορισμό, που θα πει συνάμα στο άνοιγμα στο λόγο - όλ' αυτά εφόσον βεβαίως πάρουμε το έργο της ψυχανάλυσης στα σοβαρά, σοβαρότερα ακόμα κι απ' όσο την έπαιρνε ο ίδιος ο Φρόυντ που τη θεωρούσε πρόβα για την υποτίθεται "πραγματική ζωή". Μόνο όταν πάρουμε την ψυχανάλυση στα σοβαρά θα την ανακαλύψουμε, όπως την ποίηση, ως κάλεσμα για κατοίκηση στα ονόματα.
 
Ο κοινός κόσμος που πραγματώνεται κάθε φορά όταν συμβαίνει μια πράξη ονομασίας, είτε στη μορφή ενός έργου τέχνης είτε στην έκλαμψη μιας ερμηνείας στο δρόμο της θεραπευτικής συνομιλίας είτε σε ανύποπτες στιγμές στον καθένα μας, είναι το συμβάν της αλήθειας. Θεσπίζει, όπως γράφει ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης, "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού". Η πραγματικότητα δεν είναι ο κόσμος του ρεαλιστή που καταλαβαίνει τον εαυτό του μέσα από τη διαχείριση των υποθέσεων του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην Καταιγίδα του Σαίξπηρ διαβάζουμε: "Είμαστε από υλικό σαν απ' αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα κι η μικρή μας ζωή κυκλώνεται από έναν ύπνο". Ούτε αυτά γράφηκαν ποιητική αδεία. Ο τίτλος της ομιλίας μου είναι: "Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη". Και γιατί ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να μάθει από τον ποιητή; Διότι η ψυχανάλυση δεν είναι δογματική θεωρία και θεραπευτική μέθοδος. Είναι η ίδια, ως προς τον εαυτό της, ένα ζητούμενο. Η ψυχανάλυση αναζητεί τον εαυτό της. Τούτο θα πει: αναζητεί, σ' έναν αφασικό κόσμο, τη δυνατότητα μιας συνάντησης, ενός ακούσματος και μιας ομιλίας. Προς τούτο είναι ανάγκη να στραφεί σ' εκείνους τους λόγους, σ' εκείνα τα έργα που, καθώς γράφει ο Ρεμπώ σε μια επιστολή, βρίσκονται "en avant", προηγούνται. Γι' αυτό ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή την αγάπη. Έτσι φτάνουμε στον Γιώργο Σεφέρη. Τα ποιήματα του Σεφέρη αναφέρουν την αγάπη συχνά. Μερικά μάλιστα κορυφώνονται σ' αυτήν τη λέξη. Στην προετοιμασία, καλύτερα, στην προδιάθεση η οποία μας καθιστά διατεθειμένους να ακούσουμε το λόγο της αγάπης όχι μόνο με τ' αυτιά αλλά με το νου και με την καρδιά μας χρειάζεται κάτι ακόμα.
 
Το λέει ο ίδιος ο Σεφέρης στο ποίημα με τον τίτλο "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο": "Παρακαλώ τον θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη ". Ο λόγος για την αγάπη είναι δυνατός "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Το δυνητικό άκουσμα του από εμάς υπακούει στον ίδιο νόμο. Αφορά εμένα που σας μιλώ, αφορά εσάς που μ' ακούτε. Τόσο ευαίσθητα κι ευπαθή είναι αυτά τα πράγματα, τόσο επαφήμένα στην ώρα που τα φέρνει ή που τα αποκλείει. Το ίδιο ισχύει για την ψυχαναλυτική συνομιλία. Μόνο που το γνωστό μας "timing" υποβάλλει την πλάνη πως εμείς διαχειριζόμαστε το χρόνο. Και ένα από τα σημαντικότερα που μαθαίνει όποιος περάσει από την ψυχανάλυση είναι ακριβώς να αρμόζεται στα μέτρα του χρόνου, στο τώρα και στο όχι πια και στο όχι ακόμα, στο ήδη από πάντα και στο ποτέ. Όμως εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε περισσότερο. Ας αρκεστούμε στην αναγνώριση πως το μέλημα μου και το άκουσμα σας, δηλαδή η ανταπόκριση μας στον ποιητικό λόγο της αγάπης, κρίνεται από πράγματα που μας ξεπερνούν, που, καθώς γράφει κάπου ο Ελύτης, "έρχονται απ' αλλού". Στην περίληψη της ομιλίας μου χρησιμοποιώ για τα ποιήματα του Σεφέρη την έκφραση "ποιητικός λόγος της αγάπης". Εδώ η γενική "της αγάπης" δεν είναι γενική αντικειμενική, η αγάπη δεν συνιστά θέμα και αντικείμενο των ποιημάτων. Πρέπει ν' ακουστεί περισσότερο ως γενική υποκειμενική: τα ποιήματα αυτά είναι λόγια της αγάπης, είναι η αγάπη που μιλά μέσα από τον εαυτό της για τον εαυτό της. Σ' αυτό το μίλημα συντελείται η ονομασία της. Θυσιάζεται. Βέβαια και αυτό τείνουμε να μην το πάρουμε στα σοβαρά. Αφού ο άνθρωπος είναι που μιλά. Η αγάπη ανήκει στον άνθρωπο.
 
Αυτά λέμε εμείς. Ας δούμε τώρα τι λέει ο Σεφέρης, πού ανήκει η αγάπη. Στο ποίημα "Μνήμη α'" διαβάζουμε για την αγάπη " που ανήκει και στις Σεμνές / καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι / και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει". Η αγάπη δεν ανήκει λοιπόν στον άνθρωπο μόνο. Ανήκει "και στις Σεμνές", έτσι ονομάζονται στον Αισχύλο οι Ερινύες, που έχουν επιφορτιστεί την τιμωρία και την εκδίκηση, ό,τι δηλαδή εμείς θεωρούμε ως το αντίθετο της αγάπης. Σ' αυτό θα επανέλθουμε. Εδώ ας αρκέσει πως ο λόγος της αγάπης έχει μια καταγωγή κι ένα εύρος που δεν το υποψιαζόμαστε: Η αγάπη ανήκει πρώτα στις Σεμνές, κατόπιν στον άνθρωπο, κι ανήκει ακόμα στην πέτρα, στο νερό, στο χορτάρι, στο ζώο που κοιτάει το θάνατο που έρχεται να το πάρει κατάματα.
 
Αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πώς μπορούν και λέγονται οι στίχοι από το ποίημα "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο" που μιλούν για μια αγάπη: "με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και, σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς". Υποψιαζόμαστε πώς μπορεί και λέγεται ο στίχος από το "O Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους": "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη". Εκείνος ο δαιμονικός χαρακτήρας που διαφάνηκε στη φράση "η αγάπη είναι αγάπη", εκείνη η μαύρη τρύπα που στην πορεία της ψυχαναλυτικής συνομιλίας αφαιρεί κάθε κράτημα της αγάπης σε μια έννοια, σ' ένα συναίσθημα κτλ. μας αγγίζει και πάλι, αυτήν τη φορά στο λόγο της ποίησης. Όμως εδώ λέγεται και κάτι ακόμα: Το δαιμονικό της αγάπης που φανερώνεται στον ποιητή "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας" έγκειται στο ότι η αγάπη δεν είναι του ανθρώπου. Εδώ, στα βάθη του λόγου της αγάπης, αναγνωρίζουμε εκείνο που κάνει την ψυχαναλυτική συνομιλία, την επίσης υποχρεωμένη στην αλήθεια, να μην σταματά στον άνθρωπο, στις έννοιες και στα συναισθήματα του, στις σχέσεις και στη συμπεριφορά του. Εάν η αγάπη δεν είναι υπόθεση, για να το πω φιλοσοφικά, της ανθρωπολογίας, εάν δεν έχει την αρχή και το τέλος της στον άνθρωπο, τότε με ποιον τρόπο τον αφορά; Κάποτε ο Σεφέρης μετέφρασε μια ρήση του Κινέζου σοφού Μεγκ Τσου. Η ρήση λέει: "Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου". Εδώ δεν χρειάζεται να καταπιαστούμε με μεταφραστικά ζητήματα, π.χ., από ποια γλώσσα μετέφρασε ο Σεφέρης τη ρήση, ποια κινεζική λέξη φτάνει στα ελληνικά ως αγάπη κτλ. Σημασία έχει πως ο Σεφέρης σ' αυτήν τη μετάφραση αναλαμβάνει τη ρήση ο ίδιος μ' αυτές τις λέξεις. Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου. Θα τονίσω και πάλι την ανάγκη να ακουστεί η φράση κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν δεν την παρακολουθούμε και μας ξεπερνά.
 
Ο άνθρωπος κατοικεί την αγάπη. Πώς μπορούμε να συλλάβουμε αυτήν την κατοίκηση; "Μιλώ για την αγάπη" γράφει ο Σεφέρης. Αυτό θα πει τώρα: ο ποιητής μιλά για το σπίτι του ανθρώπου, για εκείνο το σπίτι που ανοίγει και τον δέχεται "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Ας ακούσουμε αυτό το μίλημα για να γνωρίσουμε, όσο μας επιτρέπουν τα όρια του βλέμματος και της καρδιάς μας, αυτό το σπίτι, τον κόσμο αυτής της κατοίκησης. Στο ίδιο ποίημα διαβάζουμε: "όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, / στο φως". Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο "το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου" είναι το φως. "Το φως" είναι ο τίτλος του κομματιού από την "Κίχλη" όπου βρίσκονται οι παραπάνω στίχοι. Ακούμε ένα απόσπασμα του απαγγελμένο από τον Γιώργο Σεφέρη: ΤΟ ΦΩΣ Αγγελικό και μαύρο, φως, γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σε βλέπει ο γέροντας ικέτης πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στο αίμα του που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Αγγελική και μαύρη μέρα· η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες. Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε... δεν σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη· στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου, σκοτεινή κοπέλα· η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει, κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης· όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, στο φως·