Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Ένας πιο λειτουρικός τρόπος επικοινωνίας με το παιδί

Ένα παιδί μεγαλώνει νιώθοντας ασφάλεια με τους γονείς του όταν εκείνοι του μιλούν με τρυφερότητα. Πολλές φορές οι γονείς μπαίνουν στη διαδικασία να κατηγορούν ή να διατάζουν το παιδί τους, χωρίς συχνά να το αντιλαμβάνονται και κυρίως χωρίς να συνειδητοποιούν οι ίδιοι τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται με αυτόν τον τρόπο στο παιδί, όπως άγχος, φόβο ή ενοχές.

Τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να μην είναι λειτουργικές για την ψυχική υγεία του παιδιού, ωστόσο δεν ευθύνονται και οι ίδιοι οι γονείς καθώς βγαίνουν αυτόματα. Ο κάθε άνθρωπος έχει μάθει μέσα απο το περιβάλλον και τα βιώματα του, κυρίως από την παιδική του ηλικία, να επικοινωνεί με συγκεκριμένους τρόπους με τους άλλους.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι όταν διατάζουμε ή κατηγορούμε το παιδί δε βοηθάμε την επικοινωνία μας μαζί του, άλλα ούτε και το αίσθημα ασφάλειας που θέλουμε να λαμβάνει εκείνο από εμάς. Συγκεκριμένα, όταν του δίνουμε διαταγές όπως για παράδειγμα ''Διάβασε!'' ή ''Άλλαξε τα ρούχα σου!'' χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε σε συνειδητό επίπεδο, αγχώνουμε το παιδί, το οποίο προσπαθεί να μας ικανοποιήσει. Το αποτέλεσμα είναι, όταν εκείνο δεν εκτελεί τις διαταγές μας να αισθάνεται ότι είναι ανίκανο να μας ικανοποιήσει.

Όμως, αν προβληματιστούμε περισσότερο, θα κατανοήσουμε πως οι διαταγές δεν χρειάζονται, καθώς το παιδί γνωρίζει καλά τι πρέπει να κάνει. Γνωρίζει ότι πρέπει να διαβάσει ή να μαζέψει τα παιχνίδια του. Το ίδιο μπορεί να αισθάνεται και στις περιπτώσεις όπου το κατηγορούμε. Όταν για παράδειγμα του λέμε ''είσαι τεμπέλης και δεν διαβάζεις'', ή ''είδες ο Γιωργάκης που έγραψε καλύτερα από σένα στο διαγώνισμα''; αυτομάτως το παιδί νιώθει ενοχές και άγχος. Είναι σημαντικό, βέβαια, να τονιστεί ότι ενώ η πρόθεση του γονέα ειναι θετική σε αυτές τις περιπτώσεις μιας και θεωρούμε αυτονόητο πως έχει έγνοια για το παιδί του και επιδιώκει το καλύτερο γι΄αυτό. Ωστόσο ο τρόπος δεν βοηθά την επικοινωνία μαζί του με αποτέλεσμα το παιδί να εκπαιδεύεται σε συμπεριφορές που θα εγκαταστήσει αργότερα και εκείνο στη ζωή του.

Ένα σημαντικό στοιχείο που βοηθάει στην εκπαίδευση του παιδιού είναι οι γονείς να έχουν ορίσει σαφή όρια. Να τονίσουμε όμως πως τα όρια δεν τα βαζουμε στο παιδί αλλά σε εμάς. Πιο συγκεκριμένα, δε λέω στο παιδί μου ''κλείσε τον υπολογιστή'', αλλά όταν για παράδειγμα το έχουμε ενημερώσει για την ώρα που πρέπει να τον κλείσει και εκείνο δεν τηρεί τον κανόνα, πηγαίνουμε και κλείνουμε εμείς τον υπολογιστή. Αυτό γίνεται όμως με απόλυτη τρυφερότητα και όχι με παρατηρήσεις, ώστε το παιδί να μπορέσει να λάβει το μήνυμα, να το κατανοήσει και να εκπαιδευτεί. Έτσι του λέμε για παράδειγμα, ''αν δεν είναι κλειστός ο υπολογιστής σε 5 λεπτά, τότε θα έρθω εγώ να τον κλείσω'. Ακόμη κι αν το παιδί δεν κρατήσει τα επιθυμητά όρια, εμείς θα το εκπαιδεύσουμε σε αυτό, με τη συμπεριφορά μας!

Και αν εκείνο συνεχίζει να φωνάζει και να γκρινιάζει του δίνουμε δίκιο! Είναι τόσο φυσικό το παιδί να επιδιώκει να συνεχίσει μια συμπεριφορά που του δίνει χαρά και ευχαρίστηση!

Δεν αθετούμε όμως σε καμια περίπτωση και τα όρια που εμείς έχουμε ορίσει. Έτσι, όταν εκείνο συνεχίζει και γκρινιάζει εμείς μπορούμε να του πούμε:
''έχεις δίκιο να φωνάζεις μάτια μου. Και γω τα ίδιο θα έκανα στη θέση σου''.

Με αυτόν τον τρόπο το παιδί νιώθει οτι δεν κατηγορείται, δεν αυτο-ενοχοποιείται για τα συναισθήματα του, μαθαίνει σιγά-σιγά πως δεν αποκομίζει κάποιο όφελος από την γκρίνια του και νιώθει ασφάλεια και αποδοχή από τους γονείς του.

Με διαφορετικά λόγια, θέτοντας ο ίδιος ο γονιός όρια και τηρώντας τα με τρυφερό τρόπο βοηθάει στην καλύτερη εκπαίδευση και στην εξασφάλιση ενός περιβάλλοντος ασφάλειας και ψυχικής ηρεμίας για το παιδί.

Τα παιδιά έχουν ανάγκη να εκπαιδευτούν από τους γονείς τους με ενθάρρυνση. Φράσεις όπως ''Μπράβο, υπέροχο αυτό που έκανες'' ενδυναμώνουν την αυτοπεποίθηση του παιδιού. Επίσης, όταν ο γονιός αναφέρει πόσο περήφανος είναι για εκείνο, βελτιώνει την αυτοεικόνα του παιδιού και έτσι αισθάνεται ότι οι γονείς του, που είναι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή του, το αποδέχονται, αρκεί βέβαια να είμαστε και ειλικρινείς! ώστε να μην δίνουμε διπλά μηνύματα!

Πολλές φορές όμως ο τρόπος που έχουμε μάθει να επικοινωνούμε, προκύπτει αυτόματα από τα δικά μας βιώματα ή από δικές μας καθημερινές εντάσεις και προβλήματα, με συνέπεια να απευθυνόμαστε στο παιδί με φωνές ή κατηγόριες. Η ενοχή για τους γονείς, δεν είναι καλός σύμβουλος σε αυτές τις περιπτώσεις. Πάντοτε υπάρχει χώρος για διορθωτικές συμπεριφορές!

Όταν το παιδί μας μιλάει άσχημα ή γίνεται επιθετικό με λόγια ή με άσχημες χειρονομίες ο γονιός δεν πρέπει να απαντάει σε αυτά που λέει το παιδί. Αντιδρώντας στις άσχημες συμπεριφορές του παιδιού είναι σα να μπαίνουμε σε μία διαδικασία να συγκρουστούμε μαζί του. Αρκετές φορές οι γονείς απορούν πως γίνεται ενώ οι ίδιοι για παράδειγμα, ποτέ δεν έκαναν άσχημες χειρονομίες, το παιδί να κάνει όταν θυμώνει. Είναι αλήθεια, πως οι γονείς είναι τα κύρια πρότυπα των παιδιών, όμως τα παιδιά έχουν επιρροές και απο αλλού, όπως για παράδειγμα από το διαδίκτυο ή τους συμμαθητές τους. Τα παιδιά κάποιες φορές έχουν την αναγκη να υιθετήσουν μια μη-επιθυμητή συμπεριφορά για να εναντιωθούν στους γονείς τους. Αυτό συμβαίνει καθώς, εκτός από την ανάγκη τους να είναι αποδεκτά, έχουν και μια εσώτερη ανάγκη που αφορά τη διαφοροποίηση τους από τους γονείς και την εξέλιξη τους. Σε τέτοιες αρνητικές συμπεριφορές, όταν δίνουμε βαρύτητα και προσοχή, το παιδί αντιλαμβάνεται το όφελος της συμπεριφοράς του και επαναλαμβάνει την συμπεριφορά. Είναι βοηθητικό, να μην απαντούμε σε τέτοιες περιπτώσεις και να αποφεύγουμε να μπούμε σε διαμάχη μαζί του.

Συνοψίζοντας λοιπόν, τα παιδιά έχουν ανάγκη από ένα είδος επικοινωνίας που θα διασφαλίζει το αίσθημα της ασφάλειας και της αποδοχής μέσα από την ενθάρρυνση και την απόλυτη τρυφερότητα.