Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Το δηλητήριο που σκότωσε τον Πάρη της Τροίας

Αποτέλεσμα εικόνας για Το δηλητήριο που σκότωσε τον Πάρη της ΤροίαςΗ ιστορία μας αρχίζει με την Οινώνη, την όμορφη θεά του βουνού Ίδη, κάτω από το οποίο έστεκε η Τροία. Οι Τρώες δεν τολμούσαν να ανεβούν το βουνό για να μην την εξαγριώσουν. Κι αυτή, ντροπαλή καθώς ήταν, δεν κατέβαινε ποτέ –έτσι, η Οινώνη ζούσε στη μοναξιά.

Κάτω στην Τροία, ένας τρομερός οιωνός -ένα όνειρο που είδε η βασίλισσα- ερμηνεύτηκε από τους ιερείς ως προειδοποίηση πως το παιδί του βασιλιά που τώρα αυτή εγκυμονούσε θα έφερνε την καταστροφή της πόλης. Το αγόρι που γεννήθηκε, λοιπόν, το έδωσαν σε έναν βοσκό για να το παρατήσει στο βουνό.

Η Τροία μεγάλωνε και πλούτιζε με τα χρόνια. Έφτασε μια μέρα που η Οινώνη αντίκρισε έναν νεαρό δίπλα σε μια πηγή, ωραιότερο απ’ τους θεούς. Οι άνθρωποι συνήθως την φοβούνταν, αλλά αυτός την κοιτούσε ήρεμα και της είπε πως τον έλεγαν Πάρη. Τα δέντρα των φύλλων της ψιθύρισαν «Πρόσεχε, πρόσεχε». Η Οινώνη απομακρύνθηκε, αλλά ο Πάρης επέστρεψε την επόμενη μέρα με ένα πληγωμένο πρόβατο, καθώς ήξερε πως η θεά μπορούσε να γιατρέψει τα πάντα. Όντως, η Οινώνη γιάτρεψε το πρόβατο από το δηλητήριο φιδιού που το είχε δαγκώσει, και ο Πάρης την ευχαρίστησε, χωρίς όμως να γονατίσει μπροστά της όπως έπρεπε να κάνει ένας θνητός μπροστά σε μία θεά. Αυτή τη φορά οι προειδοποιήσεις των φύλλων δεν έπεισαν την Οινώνη να απομακρυνθεί από τον Πάρη. «Πρόσεχε.»

Οι δυο τους έμειναν μαζί στο δάσος για καιρό. Μια μέρα, όταν η Οινώνη πήγε να τον βρει στην πηγή που πρωτοσυναντήθηκαν, συνειδητοποίησε την άφιξη ενός άλλου θεού εκεί κοντά. Ήταν ο Ερμής. Τον έστειλε ο Δίας για να δώσει στον Πάρη ένα χρυσαφένιο μήλο που έγραφε επάνω «Για την ομορφότερη». Ο Πάρης έπρεπε να διαλέξει ποια είναι ομορφότερη μεταξύ των δύο κορασίδων του Δία και της γυναίκας του. Δεν ήθελε να διαλέξει ο ίδιος για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσει την οργή των άλλων δύο. Ούτε ο Πάρης ήθελε, αλλά αν αρνούνταν την αποστολή του, ο Δίας θα τον σκότωνε.

Πρώτη εμφανίστηκε η Ήρα με πορφυρό φόρεμα και χρυσαφιά σανδάλια και του υποσχέθηκε να τον κάνει Βασιλιά του Κόσμου και πως θα απολάμβανε μεγάλες νίκες αν της έδινε το μήλο της Έριδος. Ξαφνικά χάθηκε από μπροστά του, και στη θέση της εμφανίστηκε η Αθηνά, με κράνος στο κεφάλι, δόρυ στο χέρι και μία κουκουβάγια στον ώμο. Του υποσχέθηκε τη σοφία της. Ο Πάρης θα αποκτούσε γνώση όλων των μυστικών του σύμπαντος αν έδινε σε αυτήν το μήλο. Τη θέση της μετά πήρε η Αφροδίτη, η ομορφιά της οποίας έκανε ακόμα και την Οινώνη να χαμηλώσει το βλέμμα. Όπου πατούσε, άνθιζαν λουλούδια και το άρωμά της γέμιζε τον αέρα γύρω τους. Η Αφροδίτη τού υποσχέθηκε το δώρο της ομορφιάς, στο πρόσωπο της ωραιότερης γυναίκας του κόσμου, αν έδινε σε εκείνη το μήλο, και του μίλησε για την Ωραία Ελένη της Σπάρτης. «Την θέλω» είπε ο Πάρης και της έδωσε το μήλο, αγνοώντας τα παρακάλια της Οινώνης. «Εμένα αγαπάς», του φώναξε, «είσαι βοσκός, πώς νομίζεις ότι θα κερδίσεις την κόρη μιας βασίλισσας;». Η Αφροδίτη τότε αποκάλυψε πως ο Πάρης ήταν ο παρατημένος πρίγκιπας της Τροίας. Ο βοσκός αντί να τον παρατήσει, όπως είχε διαταχτεί, τον μεγάλωσε σαν δικό του γιο. Ο Πάρης έκανε την επιλογή του και έφυγε από το βουνό της Οινώνης, στο δρόμο για την Τροία.

Οι γονείς του τον αναγνώρισαν και του υποσχέθηκαν ό,τι ήθελε. Αυτός πήρε ένα πλοίο και πήγε στην Ελλάδα. Ο Μενέλαος, πατέρας της Ελένης, τον υποδέχτηκε και αυτός βρήκε την ευκαιρία μια νύχτα και έκλεψε την όμορφη πριγκίπισσα παίρνοντάς την στην Τροία. Η Οινώνη έμαθε τα νέα από έναν περιπλανώμενο βοσκό και η καρδιά της ράγισε. Πρώτη φορά έκλαψε και τα δάκρυά της πάγωσαν από το κρύο του χειμώνα. Ένας χρόνος πέρασε και έμαθε για τον πόλεμο που ξέσπασε όταν ο Μενέλαος έφτασε στις ανατολικές ακτές για να πάρει πίσω την κόρη του. Για δέκα χρόνια πολεμούσαν και τα τείχη της πόλης δεν έπεφταν, αλλά ούτε και οι Έλληνες έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής.

Μια μέρα, πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος, θνητοί ανέβηκαν το βουνό. Ήταν ο Πάρης με τη συνοδεία του. Ήταν χτυπημένος και ήρθε για να τον γιατρέψει η Οινώνη. Ο Πάρης ήξερε ότι μόνο αυτή μπορούσε να τον σώσει. Ένα βέλος με δηλητήριο τον είχε βρει στον μηρό. «Και γιατί να σε βοηθήσω;» τον ρώτησε. «Μόνο εσύ μπορείς» απάντησε ο Πάρης που αργοπέθαινε. Η θεά του βουνού αναγνώρισε το δηλητήριο και γνώριζε πώς έφτασε να περιλούσει το βέλος που τον χτύπησε. Και έτσι, ξεκίνησε να του λέει την ιστορία που κατέληξε με τον Πάρη στο βουνό, να ζητάει τη βοήθεια της θεάς που παράτησε για μια θνητή. «Πιστεύω πως σου απομένει αρκετός χρόνος για να την ακούσεις».

Στην αρχή του κόσμου, το μόνο ζωντανό πράγμα ήταν ο Ουρανός. Όλα τα υπόλοιπα ήταν Χάος. Τότε, κάτι σχηματίστηκε· η Μητέρα Γη. Ο παντοτινά μοναχικός Ουρανός τώρα είχε βρει μια άλλη οντότητα. Έπεσε πάνω στη Γη καλύπτοντάς την ολόκληρη. Το μόνο που ήθελε ήταν να συνευρεθεί μαζί της. Η Γη έμεινε έγκυος αλλά ο Ουρανός δεν σηκωνόταν από πάνω της και η κοιλιά της Γης γέμιζε με παιδιά που δεν μπορούσαν να βρουν διέξοδο. Η Γη κάλεσε τα παιδιά της να επιτεθούν στον πατέρα τους αφού, όσο αυτός δεν σταματούσε τον βιασμό της, αυτά θα έμεναν φυλακισμένα. Το μόνο παιδί που δεν φοβήθηκε τον πατέρα Ουρανό ήταν ο Κρόνος. Έφτιαξε ένα δρεπάνι και άνοιξε δρόμο από την κοιλιά της μητέρας του και έφτασε στους όρχεις του Ουρανού. Με μια απότομη κίνηση τους αποκόλλησε από τη θέση τους και ο πατέρας του απομακρύνθηκε ουρλιάζοντας από τον πόνο. Τα παιδιά της Γης βγήκαν επιτέλους από την κοιλιά της και έτσι ξεκίνησε η ζωή στη γη.

Ο Κρόνος έπεσε από τον Ουρανό στη Γη κρατώντας τους όρχεις του πατέρα του, και στο σημείο που προσγειώθηκε δημιουργήθηκε ένας βάλτος από αίμα και σπέρμα, που μετατράπηκε μέσα στους αιώνες σε έναν βόρβορο που κόχλαζε και κινούνταν. Βάλτοι απλώθηκαν γύρω του με δηλητηριώδες υγρό –κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει.

Μακριά, πέρα από τους βάλτους, ο Κρόνος έγινε Βασιλιάς των Θεών και παντρεύτηκε την αδελφή του. Φοβόταν όμως πως, όπως και ο πατέρας του, αν έκανε ποτέ παιδί θα εύρισκε θάνατο ίδιο με αυτόν που βρήκε τον Ουρανό. Όταν λοιπόν η αδελφή του γεννούσε αυτός κατάπινε το βρέφος, μέχρι που η αδελφή του τον κορόιδεψε και του έδωσε έναν βράχο να καταπιεί στη θέση του Δία και έκρυψε τον γιο της σε σπηλιά για να τον μεγαλώσει εκεί. Όταν μεγάλωσε, άλλαξε το κρασί που συνήθιζε να πίνει ο Κρόνος με ελιξίριο που τον έκανε να ξεράσει πρώτα τον βράχο και μετά τα αδέλφια του, με τη βοήθεια των οποίων εξόρισε τον Κρόνο στο βαθύ σκοτάδι. Τώρα Βασιλιάς έγινε ο Δίας, παντρεύτηκε την αδελφή του Ήρα, και μετέφερε το βασίλειο στον Όλυμπο.

Αιώνες περνούσαν ειρηνικά, και όποτε ήθελε ο Δίας επισκεπτόταν τη Γη για να ζευγαρώσει με όποια θνητή επιθυμούσε. Μία από αυτές ήταν η Αλκμήνη, που θα του χάριζε έναν γιο, τον πιο δυνατό θνητό, τον Ηρακλή. Η Ήρα όμως ζήλευε τον Δία και θέλησε να πάρει εκδίκηση στέλνοντας φίδια να σκοτώσουν τον Ηρακλή όταν ήταν ήδη βρέφος. Ο Ηρακλής διέλυσε τα φίδια με τα γυμνά του χέρια. Ολόκληρο το Άργος, η γενέτειρά του, θαύμαζε το θάρρος και τη δύναμή του που όλο και μεγάλωνε όσο μεγάλωνε κι αυτός, και τον έκανε βασιλιά. Η ζηλιάρα Ήρα τού έστειλε το πέπλο της τρέλας· χωρίς τότε να καταλαβαίνει τι έκανε, ο Ηρακλής σκότωσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Όταν συνειδητοποίησε την πράξη του θέλησε να πεθάνει και μόνο παρά λίγο οι φίλοι του κατάφεραν να τον σταματήσουν. Αυτός επισκέφτηκε ένα μαντείο για να μάθει πώς μπορεί να λυτρωθεί από την πράξη του. Η εξιλέωσή του απαιτούσε να παύσει να είναι ο βασιλιάς του Άργους και να περιφέρεται στον κόσμο σκοτώνοντας τέρατα. Υπάκουσε και έφυγε από την πόλη του παίρνοντας μόνο ένα σπαθί, ένα ρόπαλο και το τόξο με τα βέλη του.

Εν τω μεταξύ, κάτι σχηματιζόταν στους βάλτους μέσα από το σπέρμα και τα αίματα. Κάτι που επιθυμούσε να γευτεί ανθρώπινη σάρκα.

Αρχικά, άρχισαν να εξαφανίζονται πρόβατα και άλογα. Σύντομα, άνθρωποι έβρισκαν την ίδια μοίρα, μέχρι που ένας έμπορος, κατά την επιστροφή του στο χωριό του, το βρήκε ολόκληρο έρημο. Αντί για πτώματα βρήκε κηλίδες γλίτσας, ενώ τα ίχνη που το τέρας είχε αφήσει πίσω του περιβάλλονταν από νεκρά φυτά. Άρωμα δηλητήριου πλανιόταν από όπου είχε περάσει. Τα ίχνη κατέληγαν στον φοβερό βάλτο όπου κανένας δεν πλησίαζε.

Ακόμα ένα χωριό είχε την ίδια τύχη και οι κάτοικοι των περιχώρων του Άργους άρχισαν να μαζεύονται στην πόλη, που άρχισε να ασφυκτιά. Κανένας δεν τολμούσε να αντιμετωπίσει το τέρας, και ο Ηρακλής είχε φύγει να βρει τέρατα μακρινά, χωρίς να ξέρει ότι ένα απ’ αυτά τρομοκρατούσε την δικιά του πόλη. Ο νέος βασιλιάς έστειλε αγγελιοφόρους να τον βρουν και επιτέλους ήρθε.

Φορούσε το τομάρι ενός λιονταριού. Ήταν το έπαθλό του όταν σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας. Είχε πάει να το βρει στη σπηλιά του, μαθαίνοντας ότι κυνηγούσε ανθρώπους της περιοχής και τους έτρωγε. Όταν το γιγαντιαίο λιοντάρι τού επιτέθηκε, τα βέλη εξοστρακίζονταν και το σπαθί του έσπασε στο σκληρό δέρμα του ζώου. Όταν το χτύπησε με το ρόπαλο στο κεφάλι, το όπλο του θρυμματίστηκε ενώ το ζώο δεν λαβώθηκε καθόλου. Το έπιασε τότε από το λαιμό και το έσφιγγε για ώρα ενώ κατρακυλούσαν από το βουνό και το λιοντάρι τιναζόταν δεξιά και αριστερά. Άκαμπτος ο Ηρακλής και γραπωμένος πάνω του κατάφερε να σφίγγει το λαιμό του, μέχρι που το ζώο άφησε την τελευταία του πνοή.

Βλέποντας πως το τομάρι του θα έκανε την καλύτερη πανοπλία γι’ αυτόν, αποφάσισε να το πάρει. Κατάφερε να το αφαιρέσει από το ζώο μόνο όταν χρησιμοποίησε τα νύχια τού ίδιου του λιονταριού –τίποτα άλλο δεν μπορούσε να το λαβώσει. Οι κάτοικοι του Άργους ανακουφίστηκαν ακούγοντας την ιστορία του Ηρακλή, και τον παρακάλεσαν να ξεφορτωθεί το τέρας του βάλτου. Ο ήρωας ξεκίνησε, και μόνο ο Ιόλαος τον ακολούθησε.

Έφτασαν στον βάλτο και μπήκαν σε μια βάρκα. Τα νερά ήταν γεμάτα με πτώματα που έλιωναν μέσα τους, και πυκνή ομίχλη κάλυπτε τα πάντα γύρω τους. Έξαφνα, το τέρας σήκωσε από τα νερά το κεφάλι του, με κοφτερά δόντια και εφιαλτικά μάτια. Έφτυνε δηλητήριο που έκαιγε ό,τι ακουμπούσε, και ο Ιόλαος έκανε κουπί σαν μανιακός για να το αποφύγει. Ο Ηρακλής έριξε ένα βέλος κατευθείαν μέσα στο στόμα του τέρατος, κι αυτό έπεσε μέσα στο νερό σφυρίζοντας από τον πόνο. Ο Ιόλαος πανηγύρισε νομίζοντας πως η αποστολή τους είχε κιόλας τελειώσει, καινούργια κεφάλια όμως άρχισαν να ξεπηδούν στην επιφάνεια του βάλτου. «Μια Ύδρα. Μια Ύδρα με εκατό κεφάλια» αναφώνησε ο Ηρακλής.

Έριχνε βέλη σαν βροχή και ο Ιόλαος κωπηλατούσε μέχρι που άραξε τη βάρκα σε ένα κομμάτι χώμα μέσα στον βάλτο. Το τέρας τώρα φανερώθηκε ολόκληρο στα ρηχά νερά δίπλα στο νησάκι και ο Ηρακλής έβγαλε το σπαθί του. Τα κεφάλια έπεφταν γρήγορα και ο Ιόλαος πίστεψε ακόμα μια φορά πως η δοκιμασία τους θα τελείωνε σύντομα. Καθώς όμως μετρούσε πόσα κεφάλια είχαν απομείνει, συνειδητοποίησε ότι όλο και πλήθαιναν αντί να ελαττώνονται. Οι δυο τους βρήκαν μια ευκαιρία και πήδηξαν στη βάρκα και ξαναβγήκαν σε ξερή στεριά. Ο Ηρακλής έδωσε εντολή στον Ιόλαο να μαζέψει ξύλα και ν’ ανάψει φωτιά.

Όταν ξαναεπιτέθηκε η Ύδρα, ο Ηρακλής κρατούσε με το ένα χέρι το σπαθί και με το άλλο έναν κορμό δέντρου που μόνο αυτός θα μπορούσε να σηκώσει. Η μια άκρη του κορμού είχε γίνει κάρβουνο από τη φωτιά. Τώρα, κάθε φορά που έκοβε ένα κεφάλι, το καψάλιζε με τον κορμό και δεν ξανάβγαινε άλλο στη θέση του. Πρώτη φορά η Ύδρα ένιωσε φόβο, καθώς πρώτη φορά βρέθηκε κάποιος να την απειλήσει. Βάλθηκε να φύγει μακριά από τον Ηρακλή, αλλά αυτός την ακολούθησε μπαίνοντας ξανά μέσα στο βάλτο, μέχρι που της έκοψε όλα τα κεφάλια. Η καρδιά της όμως χτυπούσε ακόμα.

Ο Ιόλαος μάζεψε όλα τα βέλη που είχε ρίξει ο Ηρακλής. Αυτός, έσκισε την καρδιά του τέρατος με το σπαθί του και από εκεί βγήκε μαύρο αίμα. Έμπηξε μέσα του τα βέλη. «Ένα θανάσιμο όπλο» είπε ο Ιόλαος.

Έτσι τελείωσαν οι μέρες της Λερναίας Ύδρας, αλλά ο Ηρακλής δεν εξιλεώθηκε ακόμα. Έπρεπε να συνεχίσει να πολεμάει τέρατα μέχρι να μην υπάρχει ούτε ένα. Πάλεψε με τεράστια πουλιά που είχαν μπρούτζινα ράμφη και νύχια, με ταύρους που έριχναν φωτιά από το στόμα, με το τρικέφαλο σκυλί που φυλούσε τις πύλες του Άδη. Κάθε φορά που επέστρεφε στο Άργος τον φιλοξενούσε ο Ιόλαος. Ο Ηρακλής ερωτεύτηκε την μικρή αδερφή του φίλου του και την παντρεύτηκε. Τη λέγανε Δηιάνειρα.

Ένα χρόνο μετά, ο Ηρακλής έφυγε να πολεμήσει κάποιο ακόμα τέρας, κι έκανε άλλον έναν χρόνο να γυρίσει. Δεν ήταν η τελευταία φορά που έλειψε από το σπίτι του. Η Δηιάνειρα παραπονέθηκε που δεν έμενε περισσότερο ο Ηρακλής μαζί της, και αναγκάστηκε να της πει το λόγο. Της αφηγήθηκε πώς σκότωσε την προηγούμενη οικογένειά του και ποια ήταν η μόνη λύση ώστε να εξιλεωθεί για την τρομερή πράξη του. Η Δηιάνειρα κατάλαβε πως ποτέ δεν θα σταματήσει να φεύγει από κοντά της και αποφάσισε να τον ακολουθήσει στο επόμενο ταξίδι του. Αυτός αρνήθηκε και έφυγε για τη Θεσσαλία, μια άγρια χώρα γεμάτη παράξενα τέρατα. Τον ακολούθησε στα κρυφά. Ο Ηρακλής ήταν έξαλλος όταν βρέθηκαν, και σύντομα φανερώθηκε γιατί. Η περιοχή ήταν όντως επικίνδυνη. Ο κένταυρος με την ονομασία Νέσσος εμφανίστηκε και έκλεψε τη γυναίκα του Ηρακλή. Πάνω από το άλογό του τους ακολουθούσε μανιασμένος και έστειλε ένα βέλος που έριξε τον Νέσσο στο χώμα τραυματίζοντάς τον θανάσιμα. Δεν ήταν όμως ακόμα νεκρός κι ο Ηρακλής ήταν ακόμα μακριά. Λέγοντας πως θέλει να συγχωρεθεί για την απαγωγή της Δηιάνειρας, της πρόσφερε το αίμα του, που θα ήταν, της είπε, ερωτικό φίλτρο, για την περίπτωση που αυτή θα αισθανόταν ότι ο άντρας της τη βαρέθηκε. «Θα σε αγαπήσει ξανά», είπε και πέθανε. Η Δηιάνειρα έκοψε μια φλέβα του Νέσσου και γέμισε ένα μπουκαλάκι για νερό που είχε μαζί της. Δεν είπε τίποτα στον Ηρακλή όταν κατέφτασε και την κράτησε στην αγκαλιά του.

Οι δυο τους κάνανε πολλά παιδιά και ζούσανε μαζί, αλλά ο Ηρακλής συνέχισε να την αφήνει όταν μάθαινε για κάποιο τέρας που τρομοκρατούσε κατοίκους μακρινών πόλεων –μια φορά έλειψε για πέντε χρόνια. Η Δηιάνειρα έβλεπε πλέον στον καθρέφτη τα χρόνια που είχαν περάσει να της έχουν αφήσει γραμμές στο πρόσωπο. Έβγαλε λοιπόν το μπουκαλάκι με το αίμα του κενταύρου, και το έριξε σε ένα καινούργιο πανωφόρι του άντρα της –όπως της είχε πει ο Νέσσος να κάνει.

Όταν ο Ηρακλής το φόρεσε, άρχισε να ουρλιάζει. Του έκαιγε το δέρμα, και καθώς προσπαθούσε να το βγάλει από πάνω του, έβγαιναν κομμάτια από το δέρμα του και, μετά, τα σωθικά του. «Τι έκανες; Με σκότωσες» είπε στη γυναίκα του και άρχισε να τρέχει προς το χιονισμένο βουνό για να κυλιστεί στο χιόνι μήπως και ανακουφιστεί ο πόνος του δηλητήριου. Μάταια. Ήξερε όμως πως δεν ήταν απλός θνητός. Αν πέθαινε στις φλόγες, θα πήγαινε να ζήσει με τους θεούς στον Όλυμπο. Μέσα στη μανία του, μάζεψε ξύλα και ανέβηκε επάνω. Πολλοί μαζεύτηκαν και κοιτούσαν άπραγοι, ανήμποροι να βοηθήσουν τον ήρωά τους. Τους πρόσταξε να ανάψουν τη φωτιά, αλλά κανείς δεν τολμούσε. Περνούσε τότε ένα αγόρι που βοσκούσε γίδες και ο Ηρακλής του έκανε μια συμφωνία. Αν του άναβε τη φωτιά, θα του χάριζε το τόξο και τα δηλητηριώδη βέλη του. Το αγόρι δέχτηκε. Το όνομά του ήταν Φιλοκτήτης, και ήθελε να γίνει ήρωας. Οι φλόγες γέμισαν τον αέρα με καπνούς που σχημάτισαν ένα άρμα, που πήρε την ψυχή του Ηρακλή στον Όλυμπο.

Ο Φιλοκτήτης συνέχισε το έργο του Ηρακλή σκοτώνοντας τέρατα, και έφτασε να γίνει βασιλιάς. Τον επισκέφτηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης και του γνώρισε την κόρη του, την Ελένη. Ήταν πολύ όμορφη και δεν κατάφερνε να της μιλήσει –ήταν ντροπαλός. Ο βασιλιάς όμως είχε φέρει μαζί του και την ξαδέρφη της Ελένης, την Πηνελόπη, που ήταν πανέμορφη, αλλά όχι όσο η Ελένη. Με αυτήν μπορούσε να μιλήσει και την ερωτεύτηκε. Όταν γύρισε στην Σπάρτη, του έλειπε.

Μερικούς μήνες μετά, έμαθε πως πολλοί πρίγκιπες από όλη την Ελλάδα κατέφταναν στην Σπάρτη για το χέρι της Ελένης. Σκέφτηκε να πάει κι αυτός εκεί, αλλά για την ξαδέρφη της. Την ίδια ιδέα όμως είχε κι ο Οδυσσέας της Ιθάκης. Καθώς το βασίλειο εκείνο ήταν φτωχικό, ο Φιλοκτήτης δεν πίστευε πως ο Οδυσσέας αποτελούσε απειλή γι’ αυτόν. Ο Οδυσσέας όμως αποδείχτηκε άξιος ανταγωνιστής για το χέρι της Πηνελόπης.

Ο βασιλιάς της Σπάρτης βρέθηκε σε δύσκολη θέση με τόσους πολλούς μνηστήρες αφού, όποιον και να διάλεγε για σύζυγο της Ελένης, οι υπόλοιποι μπορεί να δημιουργούσαν μπελάδες για το βασίλειο. Ο Οδυσσέας πρότεινε μια λύση για το πρόβλημα με αντάλλαγμα το χέρι της Πηνελόπης. Η λύση του ήταν να αναγκάσει ο βασιλιάς της Σπάρτης τους μνηστήρες να ορκιστούν πως θα δεχτούν όποιον και να διαλέξει η Ελένη, και πως θα κάνουν πόλεμο σε όποιον τυχόν παραβεί τη συμφωνία και την κλέψει. Μια προσβολή κατά της Σπάρτης θα ήταν προσβολή για όλη την Ελλάδα. Μετά, θα έπρεπε να δέσει τα μάτια της Ελένης με μαντήλι ώστε να μην βλέπει, και απλώνοντας τα χέρια προς αυτούς, ο πρώτος που θα ακουμπήσει να γίνει και ο σύζυγός της. Έτσι, η επιλογή δεν θα είναι του βασιλιά, αλλά των θεών, και κανένας δεν θα έχει λόγο να παραπονεθεί. Τα πράγματα έγιναν όπως τα ήθελε ο Οδυσσέας, η Ελένη κατέληξε με τον Μενέλαο και η Πηνελόπη με αυτόν. Η καρδιά του Φιλοκτήτη γέμισε με δηλητήριο όπως αυτό που είχε λούσει τα βέλη του.

Ο Πάρης, ακούγοντας την ιστορία της Οινώνης μέχρι εδώ, κατάλαβε τώρα ότι ο ίδιος ήταν που έφερε τον Φιλοκτήτη στην Τροία όταν έκλεψε την Ελένη, και δημιούργησε έτσι τις συνθήκες που οδήγησαν στον τραυματισμό του.

Ξεκίνησαν, λοιπόν, τα πλοία προς την Τροία, και σταμάτησαν σε ένα νησί για να γεμίσουν τα βαρέλια τους με νερό, και κάποιοι ανέβηκαν στο βουνό του για να κυνηγήσουν. Καλύτερος κυνηγός από τον Φιλοκτήτη δεν υπήρχε, και σύντομα έφερε στο στρατόπεδο πολλά κυνήγια. Οι στρατιώτες του Οδυσσέα δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη μυρουδιά του φαγητού και κάθισαν να φάνε με τους άντρες του Φιλοκτήτη. Ο Οδυσσέας, έξαλλος όταν το έμαθε, ανέβηκε κι αυτός να κυνηγήσει για να μη φανεί πως υστερούσε του ανταγωνιστή του. Τώρα ήταν η σειρά του Φιλοκτήτη να προσβληθεί, και ξανανέβηκε στο βουνό. Ενώ κυνηγούσε όμως, τον δάγκωσε ένα φίδι. Η πληγή τον έκανε σχεδόν κουτσό και μύριζε άσχημα –τόσο που κανένας δεν ήθελε να τον πλησιάσει όταν έφτασε με το ζόρι στο στρατόπεδο. Ο Οδυσσέας πρότεινε στον Μενέλαο να τον αφήσουν πίσω όταν θα έφευγαν για την Τροία –εξάλλου, δεν θα μπορούσε να πολεμήσει και το νησί είχε νερό και ζώα για να μην πεθάνει της πείνας. Έτσι κι έγινε.

Ο Φιλοκτήτης έμεινε μόνος του για καιρό, και έβλεπε πλοία να περνούν αλλά ποτέ δε σταματούσαν γι’ αυτόν. Ζούσε σε μια σπηλιά κι έχασε την αίσθηση του χρόνου. Χρόνια μετά, είδε φωτιά στην παραλία και πλησίασε τους τρεις άντρες που κάθονταν γύρω της. Του πρότειναν ψωμί και κρασί. Το κρασί όμως τον κοίμισε, και όταν ξύπνησε ήταν δεμένος πισθάγκωνα. Όταν καθάρισε το βλέμμα του, είδε μπροστά του τον τελευταίο άνθρωπο που ήθελε να δει. Τον Οδυσσέα.

Ο Οδυσσέας του είπε, πιάνοντας στα χέρια του το τόξο του Ηρακλή, πως είχαν περάσει δέκα χρόνια και πως ήταν λάθος των Αχαιών που άφησαν πίσω τους τον Φιλοκτήτη. Αφού η μάχη των δύο στρατευμάτων δεν είχε αποτέλεσμα, είχε αποφασίσει ο ίδιος να ντυθεί ζητιάνος και να μπει μόνος του στην πόλη. Απήγαγε τον αρχιερέα και έμαθε απ’ αυτόν πως η Τροία δεν θα έπεφτε αν δεν έπεφτε ο Πάρης, και ο Φιλοκτήτης ήταν ο κατάλληλος για τη δουλειά χάρη στην ικανότητά του στην τοξοβολία. Ο Φιλοκτήτης γέλασε, «Και γιατί να σε βοηθήσω;»

«Γιατί ξέρω κάτι που δεν ξέρεις».

Ο Οδυσσέας ήξερε πώς να γιατρέψει την πληγή του Φιλοκτήτη, και του είπε πως δεν θα χρειαζόταν να σκοτώσει τον Πάρη για χάρη των Αχαιών μέχρι να γιατρευτεί. Συμφώνησε.

Η Οινώνη σταμάτησε λίγο την αφήγηση, για να καταλάβει ο Πάρης τι είχε συμβεί –είχε τώρα αρχίσει ο πυρετός και βογκούσε απ’ τους πόνους. Ο Φιλοκτήτης λοιπόν είχε δηλητηριάσει τον Πάρη με το αίμα της Ύδρας. Η Οινώνη ήταν, βεβαίως, αυτή που γιάτρεψε τον Φιλοκτήτη και μάλιστα γνωρίζοντας τους σκοπούς του. Ο Πάρης κατάλαβε –η Οινώνη θα τον άφηνε να πεθάνει.

«Εγώ είμαι που σε σκότωσα, Πάρη. Σαν να ήταν το δικό μου χέρι που έστειλε το βέλος από το τόξο του Ηρακλή.»

«Γιατί;»

«Γιατί; Επειδή εσύ με σκότωσες πρώτος, Πάρη.»

Ο Πάρης ούρλιαξε στους υπηρέτες τους να τον πάρουν από κει και η Οινώνη έμεινε μόνη. Σήκωσε τα χέρια της πανηγυρικά και γέλασε. Μετά, την περικύκλωσε η ησυχία. Αισθάνθηκε ότι η σιωπή θα την κατάπινε.

Ελπίζοντας να μην είναι αργά, έτρεξε να προλάβει τον Πάρη, αλλά ήταν ήδη νεκρός. Οι υπηρέτες είχαν κιόλας μαζέψει ξύλα για την ταφική πυρά. Η Οινώνη ανέβηκε δίπλα στο πτώμα του Πάρη, αλλά καμιά φωτιά δεν μπορούσε να την σκοτώσει. Όταν όλα τελείωσαν, σηκώθηκε από τις στάχτες και γύρισε στη μοναξιά του βουνού. Ποτέ δεν θ’ αγαπούσε ξανά έναν θνητό.