Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Πώς ακουγόταν στην αρχαιότητα οι απαγγελίες των Ομηρικών επών;

Τα Ομηρικά έπη γράφτηκαν πιθανών στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. και καταγράφτηκαν με εντολή του Πεισίστρατου τον 6ο. Κατά την προφορική παράδοση, οι ποιητές τα απάγγειλαν στο κοινό σε γιορτές και στις αυλές επιφανών αρχόντων.

Ο Georg Danek του Πανεπιστημίου της Βιέννης και ο Stefan Hagel της Αυστριακής Ακαδημίας των Επιστημών παρουσιάζουν μια εκδοχή του πώς ακούγονταν τα ποιήματα αυτά όταν τα τραγουδούσαν στα αρχαία Ελληνικά.

Το παρακάτω απόσπασμα αποτελείται από τους στίχους 267-299 της 8ης Ραψωδίας της Οδύσσειας, όπου ο Δημόδοκος τραγουδάει για τον έρωτα του Άρη για την Αφροδίτη.

Η μελωδία που θα ακούσετε δεν είναι φυσικά ακριβής, αλλά χρησιμοποιήθηκαν μουσικολογικές θεωρίες για την κατά προσέγγιση αναπαραγωγή της, έχοντας και ως δεδομένο πως οι ποιητές έπαιζαν μουσικά όργανα όπως η φόρμιγξ, μία λύρα τεσσάρων χορδών, στην οποία αυτοσχεδίαζαν όπως αυτοσχεδίαζαν και στους στίχους.


 
Το απόσπασμα από τη Ραψωδία Θπου ακούγεται:
 
ἀμφἌρεος φιλότητος ἐϋστεφάνου τἈφροδίτης,
ὡς τὰ πρῶτἐμίγησαν ἐν Ἡφαίστοιο δόμοισι
λάθρῃ· πολλὰ δὲ δῶκε, λέχος δᾔσχυνε καὶ εὐνὴν
Ἡφαίστοιο ἄνακτος. ἄφαρ δέ οἱ ἄγγελος ἦλθεν
Ἥλιος, ὅ σφἐνόησε μιγαζομένους φιλότητι.
Ἥφαιστος δὡς οὖν θυμαλγέα μῦθον ἄκουσε,
βῆ ῥἴμεν ἐς χαλκεῶνα, κακὰ φρεσὶ βυσσοδομεύων·
ἐν δἔθετἀκμοθέτῳ μέγαν ἄκμονα, κόπτε δὲ δεσμοὺς
ἀῤῥήκτους ἀλύτους, ὄφρἔμπεδον αὖθι μένοιεν.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τεῦξε δόλον κεχολωμένος Ἄρει,
βῆ ῥἴμεν ἐς θάλαμον, ὅθι οἱ φίλα δέμνια κεῖτο·
ἀμφὶ δἄρἑρμῖσιν χέε δέσματα κύκλῳ ἁπάντῃ,
πολλὰ δὲ καὶ καθύπερθε μελαθρόφιν ἐξεκέχυντο,
ἠΰτἀράχνια λεπτά· τά γοὔ κέ τις οὐδὲ ἴδοιτο,
οὐδὲ θεῶν μακάρων· περὶ γὰρ δολόεντα τέτυκτο.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πάντα δόλον περὶ δέμνια χεῦεν,
εἴσατἴμεν ἐς Λῆμνον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
ἥ οἱ γαιάων πολὺ φιλτάτη ἐστὶν ἁπασέων.
οὐδἀλαὸς σκοπιὴν εἶχε χρυσήνιος Ἄρης,
ὡς ἴδεν Ἥφαιστον κλυτοτέχνην νόσφι κιόντα·
βῆ δἴμεναι πρὸς δῶμα περικλυτοῦ Ἡφαίστοιο,
ἰχανόων φιλότητος ἐϋστεφάνου Κυθερείης.
ἡ δὲ νέον παρὰ πατρὸς ἐρισθενέος Κρονίωνος
ἐρχομένη κατἄρἕζεθ· ὁ δεἴσω δώματος ᾔει
ἔν τἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τἔφατἔκ τὀνόμαζε·
«δεῦρο, φίλη, λέκτρονδε, τραπείομεν εὐνηθέντε·
οὐ γὰρ ἔθἭφαιστος μεταδήμιος, ἀλλά που ἤδη
οἴχεται ἐς Λῆμνον μετὰ Σίντιας ἀγριοφώνους.»
ὣς φάτο, τῇ δἀσπαστὸν ἐείσατο κοιμηθῆναι.
τὼ δἐς δέμνια βάντε κατέδραθον· ἀμφὶ δὲ δεσμοὶ
τεχνήεντες ἔχυντο πολύφρονος Ἡφαίστοιο,
οὐδέ τι κινῆσαι μελέων ἦν οὐδἀναεῖραι.
καὶ τότε δὴ γίνωσκον, ὅ τοὐκέτι φυκτὰ πέλοντο.