Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (75-81)

[75] Πλείστων μὲν οὖν ἀγαθῶν αἰτίους καὶ μεγίστων ἐπαίνων ἀξίους ἡγοῦμαι γεγενῆσθαι τοὺς τοῖς σώμασιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος προκινδυνεύσαντας· οὐ μὴν οὐδὲ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου τούτου γενομένων καὶ δυναστευσάντων ἐν ἑκατέρᾳ τοῖν πολέοιν δίκαιον ἀμνημονεῖν· ἐκεῖνοι γὰρ ἦσαν οἱ προασκήσαντες τοὺς ἐπιγιγνομένους καὶ τὰ πλήθη προτρέψαντες ἐπ᾽ ἀρετὴν καὶ χαλεποὺς ἀνταγωνιστὰς τοῖς βαρβάροις ποιήσαντες.

[76] οὐ γὰρ ὠλιγώρουν τῶν κοινῶν, οὐδ᾽ ἀπέλαυον μὲν ὡς ἰδίων, ἠμέλουν δ᾽ ὡς ἀλλοτρίων, ἀλλ᾽ ἐκήδοντο μὲν ὡς οἰκείων, ἀπείχοντο δ᾽ ὥσπερ χρὴ τῶν μηδὲν προσηκόντων· οὐδὲ πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν ἔκρινον, ἀλλ᾽ οὗτος ἐδόκει πλοῦτον ἀσφαλέστατον κεκτῆσθαι καὶ κάλλιστον, ὅστις τοιαῦτα τυγχάνοι πράττων ἐξ ὧν αὐτός τε μέλλοι μάλιστ᾽ εὐδοκιμήσειν καὶ τοῖς παισὶν μεγίστην δόξαν καταλείψειν.

[77] οὐδὲ τὰς θρασύτητας τὰς ἀλλήλων ἐζήλουν, οὐδὲ τὰς τόλμας τὰς αὑτῶν ἤσκουν, ἀλλὰ δεινότερον μὲν ἐνόμιζον εἶναι κακῶς ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἀκούειν ἢ καλῶς ὑπὲρ τῆς πόλεως ἀποθνῄσκειν, μᾶλλον δ᾽ ᾐσχύνοντ᾽ ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἁμαρτήμασιν ἢ νῦν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις τοῖς σφετέροις αὐτῶν.

[78] τούτων δ᾽ ἦν αἴτιον, ὅτι τοὺς νόμους ἐσκόπουν ὅπως ἀκριβῶς καὶ καλῶς ἕξουσιν, οὐχ οὕτω τοὺς περὶ τῶν ἰδίων συμβολαίων ὡς τοὺς περὶ τῶν καθ᾽ ἑκάστην τὴν ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων· ἠπίσταντο γὰρ ὅτι τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν δεήσει πολλῶν γραμμάτων, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὀλίγων συνθημάτων ῥᾳδίως καὶ περὶ τῶν ἰδίων καὶ περὶ τῶν κοινῶν ὁμονοήσουσιν.

[79] οὕτω δὲ πολιτικῶς εἶχον ὥστε καὶ τὰς στάσεις ἐποιοῦντο πρὸς ἀλλήλους, οὐχ ὁπότεροι τοὺς ἑτέρους ἀπολέσαντες τῶν λοιπῶν ἄρξουσιν, ἀλλ᾽ ὁπότεροι φθήσονται τὴν πόλιν ἀγαθόν τι ποιήσαντες· καὶ τὰς ἑταιρείας συνῆγον οὐχ ὑπὲρ τῶν ἰδίᾳ συμφερόντων, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ τοῦ πλήθους ὠφελείᾳ.

[80] τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὰ τῶν ἄλλων διῴκουν, θεραπεύοντες, ἀλλ᾽ οὐχ ὑβρίζοντες τοὺς Ἕλληνας, καὶ στρατηγεῖν οἰόμενοι δεῖν, ἀλλὰ μὴ τυραννεῖν αὐτῶν, καὶ μᾶλλον ἐπιθυμοῦντες ἡγεμόνες ἢ δεσπόται προσαγορεύεσθαι καὶ σωτῆρες, ἀλλὰ μὴ λυμεῶνες ἀποκαλεῖσθαι, τῷ ποιεῖν εὖ προσαγόμενοι τὰς πόλεις, ἀλλ᾽ οὐ βίᾳ καταστρεφόμενοι,

[81] πιστοτέροις μὲν τοῖς λόγοις ἢ νῦν τοῖς ὅρκοις χρώμενοι, ταῖς δὲ συνθήκαις ὥσπερ ἀνάγκαις ἐμμένειν ἀξιοῦντες, οὐχ οὕτως ἐπὶ ταῖς δυναστείαις μέγα φρονοῦντες ὡς ἐπὶ τῷ σωφρόνως ζῆν φιλοτιμούμενοι, τὴν αὐτὴν ἀξιοῦντες γνώμην ἔχειν πρὸς τοὺς ἥττους ἥνπερ τοὺς κρείττους πρὸς σφᾶς αὐτούς, ἴδια μὲν ἄστη τὰς αὑτῶν πόλεις ἡγούμενοι, κοινὴν δὲ πατρίδα τὴν Ἑλλάδα νομίζοντες εἶναι.

***
Έπαινος των προγόνων, που διαμόρφωσαν τη γενιά των Μηδικών.
[75] Βέβαια πρόσφεραν, νομίζω, παρά πολλές ευεργεσίες και αξίζουν χωρίς άλλο τον πιο μεγάλο έπαινο αυτοί που πρόταξαν τα στήθη τους για την ελευθερία των Ελλήνων. Όμως σωστό δεν είναι να ξεχνούμε και εκείνους που έζησαν πριν από αυτόν τον πόλεμο και είχαν στα χέρια τους την τύχη τόσο της μιας όσο και της άλλης πολιτείας: Εκείνοι είναι που άσκησαν τους μεταγενέστερους, έδειξαν στο λαό το δρόμο για την αρετή και τον έκαναν να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των βαρβάρων.

[76] Και αυτό γιατί δεν έδειχναν αδιαφορία για τα δημόσια πράγματα, δεν τα εκμεταλλεύονταν σαν να ήταν προσωπικό τους βιος αδιαφορώντας σύγκαιρα γι᾽ αυτά, σαν να ήταν ξένα. Αντίθετα τα νοιάζονταν με την καρδιά τους, σα να ήταν δικό τους χτήμα, μα απομάκρυναν κάθε προσωπικό συμφέρον από αυτά, όπως είναι σωστό να γίνεται πάντα για πράγματα που δε μας ανήκουν. Ούτε και μετρούσαν την ευτυχία με βάση τη χρηματική περιουσία του καθενός· πλούτη σπουδαία και άξια πίστευαν πως έχει αυτός μονάχα που κάνει όσα είναι για να του εξασφαλίσουν το πιο έντιμο όνομα και για να αφήσει στα παιδιά του κληρονομιά την πιο μεγάλη δόξα.

[77] Δε ζήλευαν επίσης την επίδειξη παράτολμης παλικαριάς — γι᾽ αυτό και δεν έπαιρναν μέτρα για να ασκηθεί η τόλμη τους. Παρ᾽ όλα αυτά τους ήταν πιο οδυνηρό να τους κακολογούν οι συμπολίτες τους, παρά να δώσουν τη ζωή τους τιμημένα υπερασπίζοντας την πόλη· και περισσότερη ντροπή τούς έφερνε το σφάλμα που είχε αντίχτυπο στο κοινό συμφέρον από όση νιώθουμε σήμερα εμείς για τα προσωπικά μας λάθη.

[78] Αυτό οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι αγρυπνούσαν πάντα για τη δικαιοσύνη και τη σωστή εφαρμογή των νόμων — όχι τόσο γι᾽ αυτούς που αναφέρονταν σε ιδιωτικές συναλλαγές, όσο γι᾽ αυτούς που ρύθμιζαν τις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις των πολιτών. Ήξεραν δα ότι οι τίμιοι άνθρωποι δε χρειάζονταν πολλές γραπτές διατυπώσεις· μια απλή έντιμη συμφωνία εύκολα θα μπορούσε να στηρίξει και τις προσωπικές και τις δημόσιες συναλλαγές τους.

[79] Και είχαν τέτοια πολιτική συνείδηση, ώστε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κόμματα είχε σκοπό όχι βέβαια ποιό θα εξοντώσει το άλλο, για να αναλάβει ύστερα την εξουσία, αλλά ποιό θα πρωτοπροσφέρει τις αγαθές υπηρεσίες του στην πόλη. Και τα πολιτικά τους κόμματα δεν απόβλεπαν σε κομματικά οφέλη, αλλά εξυπηρετούσαν μόνο του συνόλου τα συμφέροντα.

[80] Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ρύθμιζαν και τις σχέσεις τους με τις άλλες πόλεις, τις συμμαχικές: Προστάτευαν τους Έλληνες και δεν τους καταπίεζαν· θεωρούσαν χρέος τους να είναι οι στρατηγοί τους και όχι οι τύραννοί τους· προτιμούσαν να τους αποκαλούν ηγέτες και όχι αφεντικά, σωτήρες και όχι εξολοθρευτές.

[81] Έπαιρναν με το μέρος τους τις πόλεις με τις ευεργεσίες τους και δεν τους ανάγκαζαν με τη βία, και ήταν ο λόγος τους πιο αξιόπιστος από ό,τι είναι σήμερα οι όρκοι. Είχαν την αξίωση οι συμφωνίες και οι συνθήκες να είναι απαραβίαστες σαν την ανάγκη· όχι πως είχαν καμιά έπαρση, που ήταν οι αρχηγοί, αλλά καμάρωναν πραγματικά για τη ζωή τους, που ήταν μετρημένη και άψογη. Ένιωθαν ακόμα χρέος τους στους κατώτερους να φέρονται όπως θα ήθελαν οι ίδιοι να φέρονται οι ανώτεροι σ᾽ αυτούς. Τέλος ο καθένας έβλεπε την πόλη του σαν ιδιαίτερα δικό του τόπο, μα ένιωθε για κοινή πατρίδα όλων την Ελλάδα.