Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Ἐρατοσθένους (34-40)

Φέρε δή, τί ἂν εἰ καὶ ἀδελφοὶ ὄντες ἐτύχετε αὐτοῦ ἢ καὶ ὑεῖς; ἀποψηφίσαισθε; δεῖ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί, Ἐρατοσθένην δυοῖν θάτερον ἀποδεῖξαι, ἢ ὡς οὐκ ἀπήγαγεν αὐτόν, ἢ ὡς δικαίως τοῦτ᾽ ἔπραξεν. οὗτος δὲ ὡμολόγηκεν ἀδίκως συλλαβεῖν, ὥστε ῥᾳδίαν ὑμῖν τὴν διαψήφισιν περὶ αὑτοῦ πεποίηκε.

[35] Καὶ μὲν δὴ πολλοὶ καὶ τῶν ἀστῶν καὶ τῶν ξένων ἥκουσιν εἰσόμενοι τίνα γνώμην περὶ τούτων ἕξετε. ὧν οἱ μὲν ὑμέτεροι ὄντες πολῖται μαθόντες ἀπίασιν ὅτι ἢ δίκην δώσουσιν ὧν ἂν ἐξαμάρτωσιν, ἢ πράξαντες μὲν ὧν ἐφίενται τύραννοι τῆς πόλεως ἔσονται, δυστυχήσαντες δὲ τὸ ἴσον ὑμῖν ἕξουσιν· ὅσοι δὲ ξένοι ἐπιδημοῦσιν, εἴσονται πότερον ἀδίκως τοὺς τριάκοντα ἐκκηρύττουσιν ἐκ τῶν πόλεων ἢ δικαίως. εἰ γὰρ δὴ αὐτοὶ οἱ κακῶς πεπονθότες λαβόντες ἀφήσουσιν, ἦ που σφᾶς ‹γ᾽› αὐτοὺς ἡγήσονται περιέργους ὑπὲρ ὑμῶν τηρουμένους.

[36] οὐκ οὖν δεινὸν εἰ τοὺς μὲν στρατηγούς, οἳ ἐνίκων ναυμαχοῦντες, ὅτε διὰ χειμῶνα οὐχ οἷοί τ᾽ ἔφασαν εἶναι τοὺς ἐκ τῆς θαλάττης ἀνελέσθαι, θανάτῳ ἐζημιώσατε, ἡγούμενοι χρῆναι τῇ τῶν τεθνεώτων ἀρετῇ παρ᾽ ἐκείνων δίκην λαβεῖν, τούτους δέ, οἳ ἰδιῶται μὲν ὄντες καθ᾽ ὅσον ἐδύναντο ἐποίησαν ἡττηθῆναι ναυμαχοῦντας, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν κατέστησαν, ὁμολογοῦσιν ἑκόντες πολλοὺς τῶν πολιτῶν ἀκρίτους ἀποκτιννύναι, οὐκ ἄρα χρὴ αὐτοὺς καὶ τοὺς παῖδας ὑφ᾽ ὑμῶν ταῖς ἐσχάταις ζημίαις κολάζεσθαι;

[37] Ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἠξίουν ἱκανὰ εἶναι τὰ κατηγορημένα· μέχρι γὰρ τούτου νομίζω χρῆναι κατηγορεῖν, ἕως ἂν θανάτου δόξῃ τῷ φεύγοντι ἄξια εἰργάσθαι. ταύτην γὰρ ἐσχάτην δίκην δυνάμεθα παρ᾽ αὐτῶν λαβεῖν. ὥστ᾽ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ πολλὰ κατηγορεῖν τοιούτων ἀνδρῶν, οἳ οὐδ᾽ ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πεπραγμένων δὶς ἀποθανόντες δίκην δοῦναι δύναιντ᾽ ἂν ‹ἀξίαν›.

[38] οὐ γὰρ δὴ οὐδὲ τοῦτο αὐτῷ προσήκει ποιῆσαι, ὅπερ ἐν τῇδε τῇ πόλει εἰθισμένον ἐστί, πρὸς μὲν τὰ κατηγορημένα μηδὲν ἀπολογεῖσθαι, περὶ δὲ σφῶν αὐτῶν ἕτερα λέγοντες ἐνίοτε ἐξαπατῶσιν, ὑμῖν ἀποδεικνύντες ὡς στρατιῶται ἀγαθοί εἰσιν, ἢ ὡς πολλὰς τῶν πολεμίων ναῦς ἔλαβον τριηραρχήσαντες, ‹ἢ› πόλεις πολεμίας οὔσας φίλας ἐποίησαν·

[39] ἐπεὶ κελεύετε αὐτὸν ἀποδεῖξαι ὅπου τοσούτους τῶν πολεμίων ἀπέκτειναν ὅσους τῶν πολιτῶν, ἢ ναῦς ὅπου τοσαύτας ἔλαβον ὅσας αὐτοὶ παρέδοσαν, ἢ πόλιν ἥντινα τοιαύτην προσεκτήσαντο οἵαν τὴν ὑμετέραν κατεδουλώσαντο.

[40] ἀλλὰ γὰρ ὅπλα τῶν πολεμίων ἐσκύλευσαν ‹τοσαῦτα› ὅσα περ ὑμῶν ἀφείλοντο, ἀλλὰ τείχη τοιαῦτα εἷλον οἷα τῆς ἑαυτῶν πατρίδος κατέσκαψαν· οἵτινες καὶ τὰ περὶ τὴν Ἀττικὴν φρούρια καθεῖλον, καὶ ὑμῖν ἐδήλωσαν ὅτι οὐδὲ τὸν Πειραιᾶ Λακεδαιμονίων προσταττόντων περιεῖλον, ἀλλ᾽ ὅτι ἑαυτοῖς τὴν ἀρχὴν οὕτω βεβαιοτέραν ἐνόμιζον εἶναι.

***
Επιχειρηματολογία: β. Ποινή άξια των έργων των Τριάντα
Αλήθεια, πώς θα τον αντιμετωπίζατε, αν τύχαινε να είστε αδέλφια του ή και γιοι του; Θα τον αθωώνατε; Ο Ερατοσθένης όμως, δικαστές, πρέπει ν᾽ αποδείξει ένα από τα δύο: ή ότι δε συνέλαβε τον Πολέμαρχο ή ότι η πράξη του ήταν δίκαιη. Αυτός όμως ομολόγησε ότι η σύλληψη του αδελφού μου ήταν άδικη, και επομένως έχει διευκολύνει την απόφασή σας.

[35] Εξάλλου, όπως ξέρετε, πολλοί και από τους πολίτες και από τους ξένους ήρθαν εδώ, για να διαπιστώσουν ποιά θα είναι η γνώμη σας γι᾽ αυτούς τους ανθρώπους. Από αυτούς, όσοι είναι συμπολίτες σας, θα φύγουν έχοντας μάθει ή ότι θα τιμωρηθούν για οποιεσδήποτε παρανομίες τους ή ότι, αν επιτύχουν στις επιδιώξεις τους, μπορούν να γίνουν τύραννοι, ενώ, αν αποτύχουν, θα βρεθούν στην ίδια μοίρα με σας. Όσοι πάλι ξένοι βρίσκονται εδώ, θα διαπιστώσουν αν άδικα απελαύνουν τους Τριάντα από τις πόλεις τους ή δίκαια. Γιατί αν εσείς, που είστε τα θύματά τους, τους αθωώσετε, μολονότι τους έχετε συλλάβει, οπωσδήποτε οι ξένοι θα θεωρήσουν τους εαυτούς τους υπερβολικούς να παίρνουν μέτρα για δικό σας λογαριασμό.

[36] Τους στρατηγούς, που είχαν νικήσει στη ναυμαχία, όταν είπαν στην απολογία τους ότι αιτία ήταν η θαλασσοταραχή που δεν μπόρεσαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς, τους καταδικάσατε σε θάνατο, επειδή πιστεύατε ότι είχατε χρέος, για χάρη της ανδρείας των νεκρών, να τιμωρήσετε τους υπεύθυνους. Ύστερα από αυτά, δεν είναι φοβερό αυτούς, που, όταν ήταν απλοί πολίτες, όσο περνούσε από το χέρι τους, έγιναν αιτία να ηττηθείτε σε ναυμαχία, και όταν πήραν την εξουσία, ομολογούν, ότι αυτόβουλα θανάτωσαν πολλούς πολίτες χωρίς δίκη ― αυτούς δεν πρέπει αλήθεια να τους τιμωρήσετε και τους ίδιους και τα παιδιά τους με τις βαρύτερες ποινές;

[37] Προσωπικά, δικαστές, υπολόγιζα ότι η κατηγορία που έχω διατυπώσει είναι αρκετή. Γιατί νομίζω ότι πρέπει κανείς με τις κατηγορίες του να φτάσει ώς το σημείο όπου θα σχηματιστεί η γνώμη ότι οι πράξεις ενός κατηγορουμένου αξίζουν την ποινή του θανάτου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που μπορούμε να τους επιβάλουμε. Δεν καταλαβαίνω, επομένως, γιατί πρέπει να διατυπώσω πολλές κατηγορίες εναντίον τέτοιων ανθρώπων, που, και αν ακόμα θανατώνονταν δυο φορές για κάθε ένα από τα εγκλήματά τους, δε θα μπορούσαν να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει.

[38] Εξάλλου, αυτός δεν έχει δικαίωμα να καταφύγει στο μέσο που είναι συνηθισμένο σ᾽ αυτή την πόλη: να μην απολογούνται δηλαδή οι κατηγορούμενοι για όσα έχουν κατηγορηθεί, αλλά, αναφέροντας για τον εαυτό τους διάφορα άσχετα πράματα, μερικές φορές σας εξαπατούν, αποδείχνοντάς σας τάχα ότι είναι γενναίοι στρατιώτες ή ότι κάποτε, όταν υπηρετούσαν ως τριήραρχοι, έπιασαν πολλά εχθρικά πλοία ή ότι έφεραν στη συμμαχία σας πολλές πόλεις που ήταν εχθρικές.

[39] Ζητήστε αλήθεια από αυτόν να σας αποδείξει σε ποιά περίπτωση σκότωσαν τόσους εχθρούς, όσους πολίτες, ή σε ποιά περίπτωση έπιασαν τόσα πλοία, όσα οι ίδιοι παράδωσαν, ή ποιά πόλη πρόσθεσαν στη συμμαχία σας τόσο μεγάλη, όσο η δική σας που υποδούλωσαν.

[40] Και μήπως μάζεψαν ποτέ σε μάχη τόσα όπλα από τους εχθρούς, όσα πήραν από σας, ή μήπως κυρίεψαν τέτοια τείχη, σαν τα τείχη της πατρίδας τους που κατεδάφισαν; Αυτοί ακόμα και τα οχυρά, που ήταν σε διάφορα σημεία της Αττικής, τα γκρέμισαν και μετά σας ανακοίνωσαν ότι και το γύρω από τον Πειραιά τείχος δεν το κατεδάφισαν με εντολή των Λακεδαιμονίων, αλλά επειδή πίστευαν ότι μ᾽ αυτόν τον τρόπο γινόταν ασφαλέστερη η εξουσία τους.