Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Ἐρατοσθένους (26-34)

[26] Εἶτ᾽ ὦ σχετλιώτατε πάντων, ἀντέλεγες μὲν ἵνα σώσειας, συνελάμβανες δὲ ἵνα ἀποκτείνῃς; καὶ ὅτε μὲν τὸ πλῆθος ἦν ὑμῶν κύριον τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας, ἀντιλέγειν φῂς τοῖς βουλομένοις ἡμᾶς ἀπολέσαι, ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ σοὶ μόνῳ ἐγένετο καὶ σῶσαι Πολέμαρχον καὶ μή, εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπήγαγες; εἶθ᾽ ὅτι μέν, ὡς φῄς, ἀντειπὼν οὐδὲν ὠφέλησας, ἀξιοῖς χρηστὸς νομίζεσθαι, ὅτι δὲ συλλαβὼν ἀπέκτεινας, οὐκ οἴει ἐμοὶ καὶ τουτοισὶ ‹δεῖν› δοῦναι δίκην;

[27] Καὶ μὴν οὐδὲ τοῦτο εἰκὸς αὐτῷ πιστεύειν, εἴπερ ἀληθῆ λέγει φάσκων ἀντειπεῖν, ὡς αὐτῷ προσετάχθη. οὐ γὰρ δήπου ἐν τοῖς μετοίκοις πίστιν παρ᾽ αὐτοῦ ἐλάμβανον. ἔπειτα τῷ ἧττον εἰκὸς ἦν προσταχθῆναι ἢ ὅστις ἀντειπών γε ἐτύγχανε καὶ γνώμην ἀποδεδειγμένος; τίνα γὰρ εἰκὸς ἦν ἧττον ταῦτα ὑπηρετῆσαι ἢ τὸν ἀντειπόντα οἷς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο πραχθῆναι;

[28] Ἔτι δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις Ἀθηναίοις ἱκανή μοι δοκεῖ πρόφασις εἶναι τῶν γεγενημένων εἰς τοὺς τριάκοντα ἀναφέρειν τὴν αἰτίαν· αὐτοὺς δὲ τοὺς τριάκοντα, ἐὰν εἰς σφᾶς αὐτοὺς ἀναφέρωσι, πῶς ὑμᾶς εἰκὸς ἀποδέχεσθαι;

[29] εἰ μὲν γάρ τις ἦν ἐν τῇ πόλει ἀρχὴ ἰσχυροτέρα [αὐτῆς], ὑφ᾽ ἧς αὐτῷ προσετάττετο παρὰ τὸ δίκαιον ἀνθρώπους ἀπολλύναι, ἴσως ἂν εἰκότως αὐτῷ συγγνώμην εἴχετε· νῦν δὲ παρὰ τοῦ ποτε καὶ λήψεσθε δίκην, εἴπερ ἐξέσται τοῖς τριάκοντα λέγειν ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν τριάκοντα προσταχθέντα ἐποίουν;

[30] Καὶ μὲν δὴ οὐκ ἐν τῇ οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τῇ ὁδῷ, σῴζειν τε αὐτὸν καὶ τὰ τούτοις ἐψηφισμένα παρόν, συλλαβὼν ἀπήγαγεν. ὑμεῖς δὲ πᾶσιν ὀργίζεσθε, ὅσοι εἰς τὰς οἰκίας ἦλθον τὰς ὑμετέρας ζήτησιν ποιούμενοι ἢ ὑμῶν ἢ τῶν ὑμετέρων τινός.

[31] καίτοι εἰ χρὴ τοῖς διὰ τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν ἑτέρους ἀπολέσασι συγγνώμην ἔχειν, ἐκείνοις ἂν δικαιότερον ἔχοιτε· κίνδυνος γὰρ ἦν πεμφθεῖσι μὴ ἐλθεῖν καὶ καταλαβοῦσιν ἐξάρνοις γενέσθαι. τῷ δὲ Ἐρατοσθένει ἐξῆν εἰπεῖν ὅτι οὐκ ἀπήντησεν, ἔπειτα ὅτι οὐκ εἶδεν· ταῦτα γὰρ οὔτ᾽ ἔλεγχον οὔτε βάσανον εἶχεν, ὥστε μηδ᾽ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν βουλομένων οἷόν τ᾽ εἶναι ἐξελεγχθῆναι.

[32] χρῆν δέ σε, ὦ Ἐρατόσθενες, εἴπερ ἦσθα χρηστός, πολὺ μᾶλλον τοῖς μέλλουσιν ἀδίκως ἀποθανεῖσθαι μηνυτὴν γενέσθαι ἢ τοὺς ἀδίκως ἀπολουμένους συλλαμβάνειν. νῦν δέ σου τὰ ἔργα φανερὰ γεγένηται οὐχ ὡς ἀνιωμένου ἀλλ᾽ ὡς ἡδομένου τοῖς γιγνομένοις·

[33] ὥστε τούσδε ἐκ τῶν ἔργων χρὴ μᾶλλον ἢ ἐκ τῶν λόγων τὴν ψῆφον φέρειν, ἃ ἴσασι γεγενημένα τῶν τότε λεγομένων τεκμήρια λαμβάνοντας, ἐπειδὴ μάρτυρας περὶ αὐτῶν οὐχ οἷόν τε παρασχέσθαι. οὐ γὰρ μόνον ἡμῖν παρεῖναι οὐκ ἐξῆν, ἀλλ᾽ οὐδὲ παρ᾽ αὑτοῖς εἶναι, ὥστ᾽ ἐπὶ τούτοις ἐστὶ πάντα τὰ κακὰ εἰργασμένοις τὴν πόλιν πάντα τἀγαθὰ περὶ αὑτῶν λέγειν.

[34] τοῦτο μέντοι οὐ φεύγω, ἀλλ᾽ ὁμολογῶ σοι, εἰ βούλει, ἀντειπεῖν. θαυμάζω δὲ τί ἄν ποτ᾽ ἐποίησας συνειπών, ὁπότε ἀντειπεῖν φάσκων ἀπέκτεινας Πολέμαρχον.

***
Επιχειρηματολογία: α. Ο Ερατοσθένης και οι μέτοικοι
[26] Και από τη μια μεριά, πανάθλιε άνθρωπε, πρόβαλλες αντιρρήσεις για να μας σώσεις, ενώ από την άλλη μας φυλάκιζες, για να μας θανατώσεις; Και όταν η πλειοψηφία σας είχε στη διάθεσή της τη σωτηρία μας, λες ότι πρόβαλες αντιρρήσεις σ᾽ αυτούς που ήθελαν να μας εξοντώσουν, ενώ, αντίθετα, όταν ήταν στο δικό σου χέρι και μόνο να σώσεις ή όχι τον Πολέμαρχο, τότε τον οδήγησες στη φυλακή; Και ενώ έχεις την αξίωση να σε θεωρήσουμε τίμιο άνθρωπο, επειδή, όπως λες, παρ᾽ όλες τις αντιδράσεις σου, δεν έφερες καμιά ωφέλεια, για το ότι συνέλαβες και θανάτωσες τον αδελφό μου, δεν πρέπει να δώσεις κάποια ικανοποίηση και σ᾽ εμένα και σ᾽ αυτούς εδώ;

[27] Εξάλλου, ακόμα και αν πραγματικά λέγει την αλήθεια σχετικά με τις αντιδράσεις του, δεν είναι λογικό να δώσουμε πίστη στον ισχυρισμό του ότι εκτελούσε εντολές. Γιατί, απλούστατα, στην περίπτωση των μετοίκων δε ζητούσαν καμιά διαβεβαίωση. Άλλωστε, σε ποιόν ήταν λιγότερο πιθανό να δοθεί μια τέτοια εντολή, παρά σ᾽ εκείνον που έτυχε να έχει αντιρρήσεις και μάλιστα να εκφράσει κιόλας τη γνώμη του; Ποιός ήταν λιγότερο πιθανό να εκτελέσει τις εντολές παρά εκείνος που πρόβαλε αντιρρήσεις σε όσα οι Τριάντα σχεδίαζαν να κάνουν;

[28] Ακόμα, οι υπόλοιποι Αθηναίοι, έχουν, μου φαίνεται, και κάποιους λόγους να ρίχνουν στους Τριάντα τις ευθύνες για όσα έγιναν. Όταν όμως οι ίδιοι οι Τριάντα ρίχνουν τις ευθύνες στον εαυτό τους, με ποιά λογική θα δεχτείτε το επιχείρημά τους;

[29] Γιατί, αν στην πόλη λειτουργούσε κάποια εξουσία ισχυρότερη, που να του έδινε εντολή να θανατώνει ανθρώπους καταπατώντας το δίκαιο, δικαιολογημένα ίσως να τον συγχωρούσατε. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ποιόν επιτέλους θα τιμωρήσετε, αν θα έχουν το δικαίωμα οι Τριάντα να ισχυρίζονται ότι εκτελούσαν αυτά που τους είχαν προστάξει οι Τριάντα;

[30] Πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι δε συνέλαβε τον Πολέμαρχο στο σπίτι του, αλλά στο δρόμο, όπου είχε τη δυνατότητα και εκείνον να σώσει και με την απόφασή τους να είναι εντάξει. Εσείς οργίζεστε με όλους όσοι ήρθαν στα σπίτια σας ερευνώντας για σας ή για κάποιον από τους δικούς σας.

[31] Και φυσικά, αν είναι αναγκαίο να συγχωρήσετε όσους εξόντωσαν άλλους, για να σώσουν τον εαυτό τους, ίσως σε τέτοιες περιπτώσεις θα είχατε κάποια δικαιολογία, αφού ήταν γι᾽ αυτούς επικίνδυνο να τους έστελναν κάπου οι Τριάντα και να μην πήγαιναν ή να έβρισκαν τους καταζητούμενους και να έλεγαν ότι δεν τους βρήκαν. Ο Ερατοσθένης όμως είχε τη δυνατότητα να πει ότι δε συνάντησε τον Πολέμαρχο, ή ακόμα ότι δεν τον είδε. Αυτό δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί ούτε με έρευνα ούτε με ανάκριση· έτσι, ούτε οι εχθροί του, και να ήθελαν ακόμα, δεν μπορούσαν να τον ελέγξουν.

[32] Και είχες χρέος, Ερατοσθένη, αν πραγματικά ήσουν ακέραιος άνθρωπος, να γίνεις πληροφοριοδότης για χάρη αυτών που ήταν να θανατωθούν άδικα και όχι να συλλαμβάνεις αυτούς που θα εξοντώνονταν άδικα. Οι πράξεις σου όμως αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που δε στεναχωριόταν, αλλά αντίθετα χαιρόταν με όσα γίνονταν.

[33] Επομένως, οι δικαστές πρέπει να στηρίξουν την ψήφο τους στα έργα και όχι στα λόγια σου· να χρησιμοποιήσουν ως αποδείξεις για τα όσα τότε έλεγες τα όσα ξέρουν ότι έκανες, αφού δεν είναι δυνατό να παρουσιαστούν μάρτυρες για κείνα. Γιατί εμείς δεν είχαμε δικαίωμα όχι μόνο να είμαστε παρόντες στις συζητήσεις σας, αλλά ούτε καν να βρισκόμαστε στο σπίτι μας. Έτσι, εσείς έχετε τη δυνατότητα, μολονότι έχετε διαπράξει κάθε κακό εναντίον της πόλης, να διεκδικήσετε για τον εαυτό σας κάθε καλό.

[34] Παρ᾽ όλα αυτά, δεν επιμένω στην άρνησή μου· δέχομαι, αν θέλεις, ότι πρόβαλες αντιρρήσεις. Απορώ, πάντως, τί αλήθεια θα έκανες, αν συμφωνούσες μαζί τους, αφού τώρα που έχεις αντιδράσει, όπως λες, οδήγησες τον Πολέμαρχο στο θάνατο.