Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (24-29)

Αποτέλεσμα εικόνας για αρχαιος πολιτης[24] Ὃ δὲ πάντων δεινότατον, ὦ ‹ἄνδρες› δικασταί· οὗτος γὰρ συντριηραρχῶν Ἀλέξιδι τῷ Ἀριστοδίκου, φάσκων δυοῖν δεούσας πεντήκοντα μνᾶς ἐκείνῳ συμβαλέσθαι, τὸ ἥμισυ τούτοις ὀρφανοῖς οὖσι λελόγισται, οὓς ἡ πόλις οὐ μόνον παῖδας ὄντας ἀτελεῖς ἐποίησεν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὰν δοκιμασθῶσιν ἐνιαυτὸν ἀφῆκεν ἁπασῶν τῶν λῃτουργιῶν. οὗτος δὲ πάππος ὢν παρὰ τοὺς νόμους τῆς ἑαυτοῦ τριηραρχίας παρὰ τῶν θυγατριδῶν τὸ ἥμισυ πράττεται.

[25] καὶ ἀποπέμψας εἰς τὸν Ἀδρίαν ὁλκάδα δυοῖν ταλάντοιν, ὅτε μὲν ἀπέστελλεν, ἔλεγε πρὸς τὴν μητέρα αὐτῶν ὅτι τῶν παίδων ὁ κίνδυνος εἴη, ἐπειδὴ δὲ ἐσώθη καὶ ἐδιπλασίασεν, αὑτοῦ τὴν ἐμπορίαν ἔφασκεν εἶναι. καίτοι εἰ μὲν τὰς ζημίας τούτων ἀποδείξει, τὰ δὲ σωθέντα τῶν χρημάτων αὐτὸς ἕξει, ὅποι μὲν ἀνήλωται τὰ χρήματα, οὐ χαλεπῶς εἰς τὸν λόγον ἐγγράψει, ῥᾳδίως δὲ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων αὐτὸς πλουτήσει.

[26] καθ᾽ ἕκαστον μὲν οὖν, ὦ ‹ἄνδρες› δικασταί, πολὺ ἂν ἔργον εἴη πρὸς ὑμᾶς λογίζεσθαι· ἐπειδὴ δὲ μόλις παρ᾽ αὐτοῦ παρέλαβον τὰ γράμματα, μάρτυρας ἔχων ἠρώτων Ἀριστόδικον τὸν ἀδελφὸν τὸν Ἀλέξιδος (αὐτὸς γὰρ ἐτύγχανε τετελευτηκώς), εἰ ὁ λόγος αὐτῷ εἴη ‹ὁ› τῆς τριηραρχίας· ὁ δὲ ἔφασκεν εἶναι, καὶ ἐλθόντες οἴκαδε ηὕρομεν Διογείτονα τέτταρας καὶ εἴκοσι μνᾶς ἐκείνῳ συμβεβλημένον εἰς τὴν τριηραρχίαν.

[27] οὗτος δὲ ἀπέδειξε δυοῖν δεούσας πεντήκοντα μνᾶς ἀνηλωκέναι, ὥστε τούτοις λελογίσθαι ὅσονπερ ὅλον τὸ ἀνάλωμα αὐτῷ γεγένηται. καίτοι τί αὐτὸν οἴεσθε πεποιηκέναι περὶ ὧν οὐδεὶς αὐτῷ σύνοιδεν ἀλλ᾽ αὐτὸς μόνος διεχείριζεν, ὃς ἃ δι᾽ ἑτέρων ἐπράχθη καὶ οὐ χαλεπὸν ἦν περὶ τούτων πυθέσθαι, ἐτόλμησε ψευσάμενος τέτταρσι καὶ εἴκοσι μναῖς τοὺς αὑτοῦ θυγατριδοῦς ζημιῶσαι; Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες.

[28] Τῶν μὲν μαρτύρων ἀκηκόατε, ὦ ‹ἄνδρες› δικασταί· ἐγὼ δ᾽ ὅσα τελευτῶν ὡμολόγησεν ἔχειν αὐτὸς χρήματα, ἑπτὰ τάλαντα καὶ τετταράκοντα μνᾶς, ἐκ τούτων αὐτῷ λογιοῦμαι, πρόσοδον μὲν οὐδεμίαν ἀποφαίνων, ἀπὸ δὲ τῶν ὑπαρχόντων ἀναλίσκων, καὶ θήσω ὅσον οὐδεὶς πώποτ᾽ ἐν τῇ πόλει, εἰς δύο παῖδας καὶ ἀδελφὴν καὶ παιδαγωγὸν καὶ θεράπαιναν χιλίας δραχμὰς ἑκάστου ἐνιαυτοῦ, μικρῷ ἔλαττον ἢ τρεῖς δραχμὰς τῆς ἡμέρας·

[29] ἐν ὀκτὼ αὗται ἔτεσι γίγνονται ὀκτακισχίλιαι δραχμαί … ἓξ τάλαντα περιόντα τῶν ἑπτὰ ταλάντων καὶ εἴκοσι μναῖ ‹τῶν τετταράκοντα μνῶν›. οὐ γὰρ ἂν δύναιτο ἀποδεῖξαι οὔθ᾽ ὑπὸ λῃστῶν ἀπολωλεκὼς οὔτε ζημίαν εἰληφὼς οὔτε χρήσταις ἀποδεδωκώς…

***
[24] Και το πιο φοβερό απ᾽ όλα, άνδρες δικαστές: Αυτός, όταν είχε αναλάβει τριήραρχος από κοινού με τον Άλεξη, τον γιο του Αριστόδικου, ισχυριζόμενος ότι είχε συνεισφέρει σαράντα οκτώ μνες, χρέωσε τα μισά στα αγόρια, που είναι ορφανά και στα οποία η πόλη όχι μόνο όταν είναι παιδιά εξασφαλίζει απαλλαγή, αλλά και μετά την ενηλικίωσή τους, επί ένα έτος, τα απαλλάσσει από οποιαδήποτε λειτουργία. Αυτός όμως, ενώ είναι παππούς τους, εισπράττει παράνομα από τα παιδιά της κόρης του τα μισά από τα χρήματα που δαπάνησε για τη δική του τριηραρχία.

[25] Όταν πάλι απέστειλε στην Αδριατική θάλασσα φορτηγό πλοίο με δυο τάλαντα φορτίο, τον καιρό που το έδιωχνε, έλεγε ότι το ρίσκο είναι των παιδιών, όταν όμως εσώθηκε και διπλασιάστηκε η αξία, έλεγε ότι ήταν δική του η αποστολή. Αν τώρα τη ζημιά την καταλογίσει στα παιδιά, και κρατήσει ίδιος ό,τι εσώθη από τον ναύλο, το πού ξοδεύτηκαν τα χρήματα δεν θα δυσκολευτεί να το εγγράψει στον απολογισμό, και την ίδια στιγμή ο ίδιος θα πλουτίσει με τα χρήματα των άλλων.

[26] Θα πήγαινε μακριά, άνδρες δικαστές, αν έπρεπε να αναφερθούν ένα ένα. Όταν τελικά πήρα με τα πολλά απ᾽ αυτόν την καταγραφή, ρώτησα παρουσία μαρτύρων τον Αριστόδικο, τον αδερφό του Άλεξη —ο ίδιος είχε ενδιαμέσως πεθάνει— αν είχε τον λογαριασμό της τριηραρχίας. Μου είπε ότι τον είχε, και αφού πήγαμε στο σπίτι, διαπιστώσαμε ότι ο Διογείτων είχε συνεισφέρει εικοσιτέσσερις μνες για την τριηραρχία.

[27] Και αυτός εμφάνιζε ότι είχε ξοδέψει σαράντα οκτώ μνες, ώστε να χρεωθεί στα αγόρια το συνολικό ποσό που είχε δαπανήσει. Αλήθεια, τί νομίζετε ότι έχει κάνει για ζητήματα που δεν γνώριζε κανένας άλλος και τα χειριζόταν μόνος του, όταν γι᾽ αυτά που έγιναν με τη συνεργασία άλλων και δεν ήταν δύσκολο να ενημερωθεί κανείς σχετικά, ετόλμησε να πει ψέματα και να ζημιώσει εικοσιτέσσερις μνες τα αγόρια της κόρης του; Περάστε, παρακαλώ, οι μάρτυρες γι᾽ αυτά.

[28] Ακούσατε ήδη τους μάρτυρες, άνδρες δικαστές. Εγώ τώρα με βάση τα χρήματα που ο ίδιος τελικά παραδέχτηκε ότι είχε, τα επτά τάλαντα και τις σαράντα μνες, με βάση αυτά θα κάνω τον λογαριασμό, χωρίς να συνυπολογίσω καμία προσαύξηση, αλλά αφαιρώντας τη δαπάνη από το αρχικό κεφάλαιο, και θα βάλω όσο ποτέ κανείς έως τώρα στη πόλη, για τα δυο αγόρια και την αδελφή τους και τον παιδαγωγό και την υπηρέτρια χίλιες δραχμές τον χρόνο, κάτι λιγότερο από τρεις δραχμές την ημέρα.

[29] Στα οκτώ χρόνια αυτά μας κάνουν οκτώ χιλιάδες δραχμές, και προκύπτει υπόλοιπο έξι ταλάντων από τα επτά τάλαντα και είκοσι μνων (από τις σαράντα μνες). Γιατί δεν θα μπορούσε να αποδείξει ούτε ότι τα έχασε από ληστές ούτε ότι υπέστη κάποια ζημιά ούτε ότι τα επέστρεψε σε δανειστές…