Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ή ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ (1788 - 1825)

ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ''Ο ΤΡΕΛΟΠΑΠΑΣ'' (1788 - 1825)

Τα Πρώτα Χρόνια

Ο Παπαφλέσσας είναι, αναμφισβήτητα, μία από τις πιο καταπληκτικές, ηρωικές και δραματικές μορφές του Εικοσιένα. Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές , ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στα 1788 στην Πολιανή της Μεσσηνίας, ένα χωριό τριάντα χιλιόμετρα έξω από την Καλαμάτα. Τον πατέρα του τον έλεγαν Δημήτριο Δικαίο και τη μητέρα του Κωνσταντίνα, η οποία καταγόταν από την οικογένεια των Ανδροναίων. Ο Γρηγόριος, του οποίου το βαπτιστικό όνομα ήταν Γεώργιος, ήταν το τελευταίο από τα 28 παιδιά του Δημητρίου Δικαίου και το δέκατο της Κωνσταντίνας που ήταν η δεύτερη γυναίκα του. Το γιατί δόθηκε στους Δικαίους το προσωνύμιο «Φλεσσαίοι» που μ’ αυτό απαθανατίστηκε ο Γρηγόριος, δεν είναι σαφές.

Ίσως από παραφθορά της λέξεως «Εφεσίους», της ομώνυμης επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς τους Εφεσίους, που στην εκκλησία του χωριού του διαβάζονταν Εφλεσίους. Από μικρός έδειξε ζωηράδα και φιλομάθεια. Η τόλμη, το πείσμα και η ανυπακοή του δεν είχαν όρια. Αεικίνητος, γκρινιάρης και ανικανοποίητος πάντα, δεν έβρισκε ησυχία πουθενά. Έκανε όποια αποκοτιά του ερχόταν στο μυαλό, χωρίς να λογαριάζει τίποτε και κανέναν. Ο πρώτος του δάσκαλος στα γράμματα ήταν κάποιος ταπεινός καλόγερος του χωριού του. Το τι τράβηξε αυτός ο άνθρωπος από το μαθητή του, δεν περιγράφεται...

Διέβλεψε όμως ότι θα γίνει μεγάλος και «θα βάζει δέκα γραμματιζούμενους μπροστά και θα τους πηγαίνει σαν πρόβατα όπου θέλει». Αργότερα, σε ηλικία 20 ετών, ένας εξάδελφος του πατέρα του με το όνομα Παναγιώτης που ήταν πρόκριτος της επαρχίας, τον έστειλε μαζί με τα δικά του παιδιά και μαθήτευσαν στο καλύτερο τότε διδακτήριο, του Μοριά, στη Δημητσάνα. Την ονομαστή αυτή σχολή ο νεαρός Δικαίος δεν την τελείωσε ποτέ. Όμως, έστω και ανόρεχτα, έμαθε πολλά. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι, το αυστηρό σύστημα, μα περισσότερο η έμφυτη εξυπνάδα του, τον βοήθησαν να πάρει μια ικανοποιητική μόρφωση. 

Φεύγοντας από τη σχολή γύρισε στην Πολιανή και αποφάσισε να γίνει καλόγερος. Κατά τον ιστορικό Δημήτριο Φωτιάδη «διάλεξε τον πιο αντίθετο στο χαρακτήρα του δρόμο». Όμως κατά το βιογράφο του Φωτάκο έγινε μοναχός «ίνα βοηθήσει εις στην ελευθερίαν της πατρίδος του» και επειδή είχε «κλίσιν και έρωτα πολύν για το μοναχικόν σχήμα». Ό,τι τελικά κι αν ήταν αυτό που έσπρωξε το νεαρό Δικαίο στη μοναχική ζωή, το γεγονός είναι ότι ντύθηκε στα ράσα. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1816, σε ηλικία 29 ετών, στο μοναστήρι «Παναγίτσα της Βελανιδιάς» κοντά στην Καλαμάτα. 

Από τότε, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, ονομάστηκε Γρηγόριος Δικαίος - Φλέσσας. Ο λαός όμως τον αποκαλούσε μονολεκτικά Παπαφλέσσα και μ’ αυτό το όνομα πέρασε στην ιστορία. Μπορεί να έγινε μοναχός ο Παπαφλέσσας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έγινε και ιδανικός καλόγερος. Γρήγορα ήρθε σε φιλονικία με τον Επίσκοπο της Μονεμβασιάς και γι’ αυτό κατέφυγε στο μοναστήρι της Ρεκίτσας, στα σύνορα των επαρχιών Μυστρά και Λεονταρίου. Μα ούτε εκεί μπόρεσε να σταθεί πολύ. 

Το 1817 με τέχνασμά του οι Τούρκοι Κατήδες των δύο επαρχιών επιδικάσαν υπέρ του μοναστηριού της Ρεκίτσας, όχι μόνο τα κτήματα που είχε αρπάξει απ’ αυτό με τη βία ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, αλλά και κτήματα του ίδιου του Αγά. Ο Τούρκος αυτός πλέον περίμενε την ευκαιρία να εκδικηθεί τον Παπαφλέσσα. Την ευκαιρία αυτή του την έδωσε ο ίδιος, με την ακατάστατη ζωή του και την απρόσεκτη συμπεριφορά του. Μαθεύτηκε ότι ένα προξενιό χάλασε, επειδή η κοπέλα ξελογιάστηκε από τον Παπαφλέσσα. Τώρα η κατακραυγή ενάντια στον παράξενο αυτό ρασοφόρο ξεσηκώνεται απ’ όλες τις μεριές. 

Οι Τούρκοι Αγάδες και οι Έλληνες Προεστοί συμφωνούν να ζητήσουν από τον Πασά της Τριπολιτσάς να τον τιμωρήσει. Ο Πασάς διατάζει δώδεκα στρατιώτες του να συλλάβουν τον Παπαφλέσσα. Εκείνος όμως μυρίζεται τον κίνδυνο και ειδοποιεί τ’ αδέλφια του να έρθουν για βοήθεια. Έρχονται και ταμπουρώνονται σ’ ένα ασβεστοκάμινο ανάμεσα Αγριλίου και Γαρδικίου. Με τουφεκιές κρατούν μακριά τους Τούρκους στρατιώτες που φτάνουν και ο Παπαφλέσσας βρίσκει την ευκαιρία να φύγει και ν’ ανεβεί στην κορυφή ενός λόφου, απ’ όπου ακούγεται η βροντερή φωνή του: 

«Βρε κερατάδες Τούρκοι να πάτε πίσω στον αφέντη σας τον κερατά να του ειπείτε, ότι εγώ φεύγω για τη Πόλη, και δεν θα γυρίσω πίσω απλός καλόγερος. Ή Δεσπότης θα έρθω ή Πασάς! ».

Μετέβη στην Ζάκυνθο, και αργότερα πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄και έλαβε το εκκλησιαστικό οφίκιο του «Δικαίου», που σημαίνει αντιπρόσωπος του Πατριάρχη. Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. 

Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση. Ο Παπαφλέσσας δεν ήταν ο διακριτικός και αθόρυβος συνωμότης. Κυνηγούσε τις γυναίκες μανιωδώς, έπινε, μεθούσε και γλεντούσε αδιάκοπα. Κέντρο των ακόλαστων διασκεδάσεων ήταν το πολυτελές σπίτι που νοίκιαζε με χρήματα της Φιλικής Εταιρείας. Η Τούρκικη αστυνομία τον συνέλαβε πολλάκις για «την άτοπον και ανοίκειον διαγωγή του, δίδοντος παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού». 

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως, πως ο ιδιωτικός βίος του Παπαφλέσσα, κάθε άλλο παρά συμβάδιζε με το σχήμα της ιεροσύνης, το οποίο τον περιέλαβε. Κατηγορούνταν -και μάλλον όχι αβάσιμα- ως «έκδοτος στις ηδονές, με μανιώδη ροπή προς τον έκλυτο βίο», άσωτος, ασύδοτος, αλαζών, μέθυσος κι ότι γλεντοκοπούσε και ξόδευε στα φανερά με τις ερωμένες του προκαλώντας την κοινή γνώμη. Αργότερα, ο αγωνιστής Κανέλλος Δεληγιάννης, θα έλεγε χαρακτηριστικά:

«Ο Παπαφλέσσας, ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον και εσύναξεν όλους τους ασώτους και μπιριμπάντας και έπραττεν εις τους δυστυχείς κατοίκους τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα».


Στη Ζάκυνθο

Ο Γρηγόριος δεν πήγε, όμως κατ’ ευθείαν για την Κωνσταντινούπολη, αλλά τράβηξε για τη Ζάκυνθο, τη Φραγκιά, καθώς ονόμαζαν οι Μωραΐτες τα Επτάνησα. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη. Απογοητεύτηκε όμως όταν είδε ένα συνηθισμένο μεσόκοπο άνδρα και αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν αυτός ο ήσυχος οικογενειάρχης να είχε ξεσηκώσει τόσους θρύλους γύρω από το όνομά του. Στη Ζάκυνθο, στο Φιόρο του Λεβάντε, τον έπιασε μια αλλόκοτη μανία να μάθει.

Και τι δεν άκουγε. Για τη Γαλλική Επανάσταση, για διακηρύξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για ελευθερία λαών, για πολιτική, για ιστορία και για ένα σωρό πρωτόγνωρα και θαυμαστά γι’ αυτόν πράγματα. Εκείνο όμως που τον έκανε να ανατριχιάζει σύγκορμος, ήταν κάτι που έπιανε πότε πότε το αυτί του να λέγεται χαμηλόφωνα. Κάτι για ξεσηκωμό, για διώξιμο των Τούρκων, για ελευθερία. Πήγαινε να του σαλέψει ο νους. Στη Ζάκυνθο η ζωή του Παπαφλέσσα σημαδεύτηκε από αιώνιες διδασκαλίες για την αξία της ζωής και την τιμή της ελευθερίας του ανθρώπου.

Στην Κωνσταντινούπολη και στις Ηγεμονίες

Από τη Ζάκυνθο ο Παπαφλέσσας, περνώντας από διάφορους τόπους, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 1817. Παρουσιάστηκε στο Πατριαρχείο, αλλά δεν τον άφησαν να δει τον Πατριάρχη. Κατάφερε όμως να δει το συμπατριώτη του Μητροπολίτη Δέρκων, άνθρωπο σπουδαίο, με κύρος και μεγάλη επιρροή στον Πατριάρχη. Αυτός τον παρουσίασε στον αρχηγό της Ορθοδοξίας. Ο Πατριάρχης ενθουσιάστηκε και τον βοήθησε να αναδειχθεί. Σε λίγες ημέρες τον κάλεσε και τον χειροτόνησε Αρχιμανδρίτη.

Από εκείνη την ημέρα ο Παπαφλέσσας μπαινόβγαινε στο Πατριαρχείο σα να ήταν στο σπίτι του. Είχε πια ανεβεί στο πρώτο σκαλί της εξουσίας που αποζητούσε. Στο δεύτερο, που θα τον οδηγούσε στο Δεσποτικό θρόνο, ήταν βέβαιο ότι θ’ ανέβαινε πολύ σύντομα. Ήταν καθαρά θέμα χρόνου. Ο Θεός και η ιστορία τον προόριζαν όμως για άλλα πράγματα. Αντί Δεσπότης, γίνεται ο μπουρλοτιέρης του Μοριά. Γνωρίζεται με τον Αναγνωσταρά, σημαντικό Φιλικό και κλεφταρματολό και τον κατηχεί στη Φιλική Εταιρεία σε ηλικία 32 ετών, στις 21 Ιουνίου 1818.

Από τότε αφήνει τα κληρικά και παραδίνεται ψυχή και σώμα στον ιερό Αγώνα της Φιλικής Εταιρείας. Χύνεται σίφουνας στον προπαρασκευαστικό, για τον ξεσηκωμό, Αγώνα. Οι Φιλικοί, επειδή ήταν έξυπνος και ενεργητικός, τον στέλνουν αμέσως στις Ηγεμονίες, όπου δείχνει ιδιαίτερες ικανότητες κατηχητή και οργανωτή και λαμβάνει φήμη ικανού αδελφού και δραστήριου αποστόλου. Πηγαίνει στο Ισμαήλ, στο Γαλάτσι, στο Ιάσιο, στο Βουκουρέστι. Με το Ευαγγέλιο διπλωμένο σ’ ένα πετραχήλι και με τον αέρα του πατριαρχικού έξαρχου, τρέχει σαν δαιμονισμένος.

Χρησιμοποιεί τα συστατικά γράμματα, έρχεται σε επαφή με εξέχοντα πρόσωπα, πιάνει φιλίες και λέει φανερά το σκοπό του. Κατηχεί, δημιουργεί πυρήνες, αναθέτει καθήκοντα και οργανώνει συγκεντρώσεις σε σπίτια, όπου μιλάει για την Επανάσταση. Εντυπωσιάζει, ενθαρρύνει, πείθει, ξεσηκώνει. Μπροστά στα μάτια των Τούρκων γυρίζει ασταμάτητος, από σπίτι σε σπίτι, μυώντας νέα πρόσωπα στη Φιλική Εταιρεία και μαζεύει χρήματα για τον Αγώνα. Για τις δραστηριότητές του στις Ηγεμονίες φυλακίζεται από τους Τούρκους, αλλά με τη μεσολάβηση Φιλικών αποφυλακίζεται και γεμάτος δόξα και φήμη επιστρέφει στην Πόλη.

Η Μύηση στην Φιλική Εταιρεία

Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες Ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων.

Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους.

Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και Ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Παπαφλέσσας γνωρίστηκε με τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ανήκε στους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας. Είχε και την έγκριση των άλλων να πλησιάσει τον «Τρελοπαπά». Ο Παπαφλέσσας ήταν πανάξιος της φήμης που τον ακολουθούσε. Ο φλογερός πατριωτισμός του δεν κρυβόταν. Οι Φιλικοί τον ήθελαν αλλά και φοβόντουσαν μήπως με κάποια από τις συνηθισμένες αποκοτιές του τα τίναζε όλα στον αέρα. Στα 1818, αποφάσισαν να τον ψαρέψουν. Το δύσκολο έργο ανέλαβε ο Αναγνωστόπουλος.


Για μέρες, ο Παπαφλέσσας έκανε τον χαζό. Όταν ο Φιλικός κατάλαβε πως αντί να ψαρέψει τον παπά, τον ψάρευε εκείνος, ήταν πολύ αργά. Μόλις ο Αρχιμανδρίτης πείστηκε ότι υπήρχε επαναστατική οργάνωση, έπιασε τον Φιλικό απ´ τον λαιμό. Τον ανάγκασε να του τα πει όλα. Κι έπειτα, τον έβαλε να τον οδηγήσει στην Ανώτατη Αρχή. Έκπληκτοι οι Εμμανουήλ Ξάνθος και Αθανάσιος Τσακάλωφ τον είδαν μπροστά τους. Υπέκυψαν στις απαιτήσεις του.

Εκεί έδωσε το όνομα Γρηγόριος Δικαίος από Κόρινθο, για να μην αναγνωριστεί από τους Τούρκους που τον είχαν στον κατάλογο των θανατοποινιτών και στις 21 Ιανουαρίου 1818 έλαβε την κωδική ονομασία «Αρμόδιος». Με το «έτσι θέλω», ο Παπαφλέσσας εγκαταστάθηκε στην Ανώτατη Αρχή της Φιλικής Εταιρείας, περίπου στη θέση του Νικόλαου Σκουφά που είχε πεθάνει τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς.

Επειδή ήταν επικίνδυνο να παραμείνει στην Πόλη, στάλθηκε απ’ τους Φιλικούς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες (Μολδαβία και Βλαχία), για να προπαρασκευάσει την Επανάσταση και στην συνέχεια, όταν ο Υψηλάντης αποφάσισε να ξεκινήσει ένοπλο αγώνα από τη Μολδοβλαχία. Η Φιλική Εταιρία τον Ιανουάριο του 1821 έστειλε τον Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο για να ξεσηκώσει κι εκεί τον λαό.
Τολμηρός και φιλόδοξος καθώς είναι, αναγκάζει τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, πρωτεργάτη και οργανωτή της Φιλικής Εταιρείας να του αποκαλύψει την Αρχή και να τον δεχθεί και τον ίδιο, ισότιμο σ’ αυτή. Γράφει ο Φωτάκος:

«Εφύλαξε τον καιρόν και εύρετον ειρημένον Π. Αναγνωστόπουλον εις την οικίαν του μοναχόν. Μπαίνει μέσα, αρπάζει το κλειδί και κλειδώνει την πόρτα. Ο Αναγνωστόπουλος τα χάνει.

- Κάτσε, αδελφέ και συναπόστολε, να εξηγηθούμε για τα μυστήρια της Εταιρείας. Ο Αναγνωστόπουλος θέλοντας μη θέλοντας κάθησε.
- Είμαι σίγουρος πώς εσύ γνωρίζεις την Αρχή. Ο Αναγνωστόπουλος γυρεύει ν’ αρνηθεί.

- Δε με ξεγελάς εμένα, σε βλέπω να φέρνεσαι σα να είσαι Αρχή. Επιθυμώ λοιπόν κι εγώ να τη μάθω και να γίνω Αρχή. Θέλω να ’μαι όχι ο τελευταίος, μ’ από τους πρώτους καθώς εσύ! Αν δε μου μολογήσεις ποια είναι η Αρχή, σε σφάζω! Κι έπειτα ξέρεις τι κάνω; Πηγαίνω στο Σουλτάνο και του τα λέω όλα. Έτσι όχι μονάχα χάνεις τη ζωή σου, μα γίνεσαι κι εσύ προδότης, μια και θα σταθείς αιτία του κακού, όπως δε στέργεις να με κάνεις κι εμένα Αρχή».

Κάτω απ´ αυτές τις συνθήκες ο Αναγνωστόπουλος του τα φανέρωσε όλα. Έτσι ο Παπαφλέσσας στάθηκε ο μόνος που μπήκε στην Αρχή με το «έτσι θέλω» και έγινε μέλος της με τα σημεία Α.Μ. και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στο Ισμαήλ

Το Σεπτέμβριο του 1820 η αρχηγία της Επανάστασης δόθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, έναν άνθρωπο που εκτιμά και συμπαθεί ιδιαιτέρως ο Παπαφλέσσας. Ο Υψηλάντης τον προσκαλεί στο Ισμαήλ της Βεσσαραβίας, στα Ρωσοτουρκικά σύνορα, να συναντηθούν και η πρόσκληση αυτή του δίνει απερίγραπτη χαρά και ταραχή. Διαισθάνεται πως ήρθε η μεγάλη ώρα να παίξει το μεγάλο του χαρτί. Να πείσει δηλαδή τον αρχηγό να κηρύξει την επανάσταση στο Μοριά.

Τον Οκτώβριο του 1820 φτάνει στο Ισμαήλ. Η αρχή είναι καλή. Ο Υψηλάντης τον βλέπει με καλό μάτι. Το καταλαβαίνει και παίρνει κουράγιο για τον αγώνα που θα δώσει στα συμβούλια που θα γίνουν. Και θα γίνουν πολλά, μεταξύ 5 και 7 Οκτωβρίου, στο «Λοιμοκαθαρτήριο» της πόλης.

Στα συμβούλια του «λοιμοκαθαρτηρίου» πήραν μέρος, εκτός από τον Υψηλάντη και το γραμματέα του Φιλικό και θεατρικό συγγραφέα Γεώργιο Λασσάνη, οι Ξάνθος και Περραιβός από το Βουκουρέστι, ο Παπαφλέσσας από την Κωνσταντινούπολη, ο απόστολος της Φιλικής Εταιρείας Δημήτριος Ύπατρος, ο διοικητής του μικρού Ρωσικού στολίσκου του Δούναβη, Παπαδόπουλος Κορφινός, ο Δημήτριος Θέμελης μελλοντικός απόστολος της Εταιρείας στα νησιά του Αιγαίου, ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος, ο Πέτρος Μαρκέζης και πολλοί άλλοι.


Τα συμβούλια του «Λοιμοκαθαρτηρίου» δεν ήταν συνέδριο της Φιλικής Εταιρείας, αλλά συγκεντρώσεις στελεχών για να συζητήσουν με το Γενικό Επίτροπο την περαιτέρω πορεία και δράση. Δύο ήταν τα κύρια θέματα που τους έκαιγαν:

1. Αν ο Υψηλάντης θα κατέβαινε στη Μάνη ή αν θα άρχιζε την Επανάσταση ο ίδιος από τη Μολδοβλαχία.

2. Αν η Επανάσταση έπρεπε να κηρυχτεί πιο γρήγορα ή αργότερα.

Στο πρώτο ζήτημα συμφώνησαν, πως ο Υψηλάντης έπρεπε να κατεβεί στη Μάνη για ν’ αρχίσει από το Μοριά την Επανάσταση. Στο δεύτερο, για το χρόνο της έναρξής της, οι γνώμες διχάστηκαν. Τις δύο αντίθετες αυτές θέσεις τις υποστήριξαν ξεχωριστά ο

Παπαφλέσσας και ο Περραιβός

Ο Παπαφλέσσας παρουσίασε αναφορά με πολλές υπογραφές Πελοποννησίων που παρουσίαζε πολύ ρόδινα τα πράγματα στο Μοριά. Ότι όλα ήταν έτοιμα, στρατός, όπλα, πολεμοφόδια και τροφές και δεν έλειπε παρά η παρουσία του Υψηλάντη ή σχετική διαταγή του για να κινηθούν. Ο Περραιβός αντέκρουσε τα όσα υποστήριξε ο Παπαφλέσσας, ως υπερβολικά και φανταστικά. Τελικά επικράτησε η γνώμη πως η Επανάσταση έπρεπε να αρχίσει, όσο πιο γρήγορα γινόταν από το Μοριά, γιατί αυτό προτιμούσε και ο Υψηλάντης, επειδή δεν ήθελε να εκθέσει τη Ρωσία, αρχίζοντας την Επανάσταση από γειτονικές της περιοχές.

Δυστυχώς όμως η απόφαση εκείνη δεν εφαρμόστηκε, όταν ήρθε η ώρα, γιατί άλλες σκέψεις παρασύρουν του Υψηλάντη να αρχίσει από τις Ηγεμονίες. Ανάμεσα στις αποφάσεις που πήραν ήταν και αυτή: Να κατέβει ο Παπαφλέσσας στο Μοριά για να κηρύξει την Επανάσταση, αφού πρώτα θα πέρναγε από την Ύδρα και τις Σπέτσες.

Στο Μωριά

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1820, ο Παπαφλέσσας εφοδιασμένος με επιστολή του Υψηλάντη προς τους Μωραΐτες που τον ορίζει εκπρόσωπό του και με 90.000 γρόσια για έξοδα του Αγώνα φεύγει για το Μοριά, σαν έξαρχος τάχα του Πατριάρχη, μα στην πραγματικότητα πρόδρομος του Υψηλάντη. Φτάνει στη Μυτιλήνη και ύστερα συνεχίζει και πιάνει απέναντι στο Αϊβαλί. Συναντιέται με τους εκεί Φιλικούς, τους μιλά για την αποστολή του και τους ζητάει να τον εφοδιάσουν με πολεμοφόδια.

Μάλιστα τους συγκίνησε τόσο πολύ με τα φλογερά κηρύγματά του, ώστε μαζεύτηκαν χρήματα και φορτώθηκε ολόκληρο καράβι με μπαρουτόβολα για τον Αγώνα. Από το Αϊβαλί φτάνει στις 20 Δεκεμβρίου του 1820 στο ονομαστό λιμάνι της Ύδρας και στη συνέχεια στις Σπέτσες. Εκεί ήρθε σ´ επαφή με τους Προεστούς και Φιλικούς των νησιών, αλλά συνάντησε τους δισταγμούς και την άρνησή τους να λάβουν μέρος στον αγώνα.

Οι Προεστοί και Δεσποτάδες του Μοριά, όταν έμαθαν ότι έφτασε ο Παπαφλέσσας στα νησιά θορυβήθηκαν και με απεσταλμένο τους του διεμήνυσαν να μη βγει στο Μοριά και μυριστούν οι Τούρκοι τον ερχομό του και τους σκοπούς του, οπότε θα κινδύνευαν όλα. Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες σχετικά με τις ετοιμασίες των ραγιάδων για ξεσηκωμούς. Με ανοικτά μάτια και αυτιά παρακολουθούσαν κάθε ύποπτη κίνηση, έτοιμοι να επέμβουν. Αλλά και οι Μωραΐτες από τη μεριά τους γνωρίζοντας ότι οι Τούρκοι ήταν υποψιασμένοι, είχαν κι αυτοί πάρει τα μέτρα τους και γίνονταν όλο και πιο προσεκτικοί.

Έτσι, η ησυχία που φαινόταν να επικρατεί, ήταν εντελώς απατηλή, αφού από στιγμή σε στιγμή κινδύνευε να τιναχτεί στον αέρα, ακόμη κι από ένα ασήμαντο γεγονός. Και να που ξαφνικά, πέφτει σαν μπόμπα το νέο ότι ο Παπαφλέσσας κατεβαίνει να κηρύξει την επανάσταση. Την ψεύτικη ησυχία που με πολύ κόπο αγωνίζονταν να κρατήσουν και που κρεμόταν κυριολεκτικά από μια κλωστή, ερχόταν τώρα αυτός ο κοσμοχαλαστής να την ταράξει βίαια και να ανάψει φωτιές.

«Πρέπει να φονευθεί αυτός ο άνθρωπος, διότι ανακάτωσε την Πελοπόννησον, και ότι γράφουν Τούρκοι και Χριστιανοί δι’ αυτόν, ότι θα χαθώμεν εξ αιτίας του εδώ που μας εφορτώθη».

Να λοιπόν ποια είναι η κατάσταση που θα αντιμετωπίσει στο Μοριά ο Παπαφλέσσας. Έχει να πολεμήσει όχι μόνο τους Τούρκους, αλλά και τους Προεστούς που φοβούνταν μήπως χάσουν την ησυχία και τα προνόμιά τους. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1821 αψηφώντας τις απειλές των Προεστών, αποβιβάζεται στο Ναύπλιο και με τη συνοδεία του αδελφού του Νικήτα και μερικών πιστών οπλοφόρων καταφεύγει στη Μητρόπολη του Άργους, ως έξαρχος του Πατριαρχείου.

Από το Άργος, εν μέσω πολλών περιπετειών και επεισοδίων, αρματωμένος και φρουρούμενος, από τον αδελφό του και τους φίλους του, φτάνει στη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο, όπου με γράμμα του ήταν μαζεμένοι σε σύσκεψη μερικοί Προύχοντες και Δεσποτάδες για να τον ακούσουν και να του θέσουν τα δικά τους ερωτήματα. Η συνάντηση ορίστηκε να γίνει στο αρχοντικό του Ανδρέα Λόντου στις 26 Ιανουαρίου 1821.


Η Οργάνωση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο

Επιθυμούσε διακαώς την έναρξη της επανάστασης και χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να το επιτύχει. Στην Κωνσταντινούπολη, υποστήριξε ότι η Πελοπόννησος ήταν έτοιμη για δράση και για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, παρουσίασε πλαστά έγγραφα. Τον διέψευσε ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος Κορφινός, λέγοντας ότι είχε βρεθεί στην Πελοπόννησο πριν 7 μήνες και η κατάσταση που επικρατούσε δεν είχε καμία σχέση με την περιγραφή του Παπαφλέσσα.

Τον Ιανουάριο του 1821, συναντήθηκε με την ηγεσία του Μοριά στη Βοστίτσα και ακολούθησε ακριβώς την ίδια στρατηγική, για να τους πείσει να συμμετέχουν στην επανάσταση. Υποστήριξε ότι ο Υψηλάντης ήταν έτοιμος να εκστρατεύσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης, με το Ρωσικό στόλο και την «ευλογία» του Τσάρου. Κανείς δεν πίστεψε τους υπερβολικούς ισχυρισμούς του, του οποίους ο Ανδρέα Ζαΐμης χαρακτήρισε «άστατους, απελπισμένους, στασιαστικούς, ιδιοτελείς και σχεδόν μπερμπάντικους».

Διέσχισε το Μοριά περνώντας και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η Καλαμάτα ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου. Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς.

Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο Τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του Τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Ο Παπαφλέσσας, αφού έγραψε του Κολοκοτρώνη να πάει στη Μάνη, εξασφάλισε για τον εαυτό του χαρτιά που τον βάφτιζαν «Πατριαρχικό Έξαρχο», πέρασε από το Αϊβαλί, φόρτωσε ένα καράβι μπαρούτι και όπλα, το έστειλε κι αυτό στη Μάνη και διέσχισε το Αιγαίο. Μέσα Δεκεμβρίου του 1820, βρισκόταν κι αυτός στη Μάνη. Βρήκε τους Τούρκους του Μοριά ενημερωμένους για την άφιξή του και πρόθυμους να τον διευκολύνουν στις μετακινήσεις του.

Χωρίς να ξέρουν για ποιο λόγο ήρθε, οι πρόκριτοι κι ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός τον δέχτηκαν εχθρικά (χαρακτηριστικά, το αποκαλούσε «Άνθρωπο απατεώνα και εξωλέστατο» που φρόντιζε «να ερεθίση την ταραχήν του έθνους»). Στις 6 Ιανουαρίου του 1821, έφτασε στη Μάνη κι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο «Πατριαρχικός Έξαρχος» ανέβηκε στην Αχαΐα και διαπίστωσε πως υπήρχαν σοβαρές κτηματικές διαφορές ανάμεσα στα μοναστήρια της Αγίας Λαύρας και των Ταξιαρχών.

Οργανώθηκε σύσκεψη στη Βοστίτσα τον Ιανουάριο του 1821, όπου ο Παπαφλέσσας γνωστοποίησε ότι είχε οριστεί κήρυξη της Επανάστασης για τις 25 Μαρτίου 1821, ενώ προσπάθησε με φλογερά λόγια να πείσει τους συντηρητικούς, που δεν πίστευαν στην Επανάσταση. Αυτό δεν άρεσε σε πολλούς συντηρητικούς πρόκριτους και στρατιωτικούς και ειδικά στον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που τον κατηγόρησε γι’ αυτό. Αυτοί αποφάσισαν να τον περιορίσουν στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου.

Αλλά ο φλογερός κληρικός δεν υποχώρησε. Έφυγε για τη Μάνη, αφού πρώτα έβαλε κάποιους Φιλικούς να οργανώσουν επεισόδια που θα εξέθεταν τους πρόκριτους στα μάτια των Τούρκων. Έτσι, θα τους είχε δεμένους. Στις τάξεις των κοτζαμπάσηδων επικρατούσε εκνευρισμός. Κάποιοι πρότειναν να καταδώσουν τον «Τρελόπαπα» στις Τουρκικές αρχές. Κάποιοι άλλοι προτίμησαν να τον δολοφονήσουν, ώστε να είναι σίγουροι. Ούτε το ένα ήταν εύκολο ούτε το άλλο. Ο Παπαφλέσσας ποτέ δεν κυκλοφορούσε μόνος, ενώ τα στημένα επεισόδια είχαν κάνει τους Τούρκους ν´ αγριέψουν.

Η Σύσκεψη της Βοστίτσας

Στη σύσκεψη της Βοστίτσας ο Παπαφλέσσας, μόνος του, λέγοντας αλήθειες και ψέματα, αντιμετώπισε τους Ασημάκη Ζαΐμη, Ανδρέα Ζαΐμη, Σωτήρη Χαραλάμπη, Ασημάκη Φωτήλα, Πανάγο Δεληγιάννη, Ανδρέα Λόντο, Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Κερνίκης Προκόπιο, τον Χριστιανουπόλεως Γερμανό και τον Πρωτοσύγκελλο Φραντζή, τρανούς Προεστούς και Δεσποτάδες που δεν ήθελαν την Επανάσταση ή ζητούσαν αναβολές.

Στη σύσκεψη αυτή ο Παπαφλέσσας έκανε γνωστό στους Προεστούς και στους κληρικούς το σκοπό που τον έφερε στην Πελοπόννησοκα για να τον πιστέψουν τους έδειξε τα επίσημα χαρτιά που είχε μαζί του με υπογραφές του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι άλλοι Προεστοί τάχθηκαν εναντίον της Επανάστασης και στα γεμάτα πάθος λόγια του Παπαφλέσσα για την ελευθερία της πατρίδας απάντησαν με ειρωνείες και βρισιές.


Ο Παπαφλέσσας για να εξουδετερώσει τους φόβους τους αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει παραπειστικά, ακόμη και εκβιαστικά μέσα, παρουσιάζοντας στους συνομιλητές του την επανάσταση σαν ένα καλά προετοιμασμένο και αναπόφευκτο γεγονός. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός με υψωμένη φωνή επέμενε να ρωτάει τον Παπαφλέσσα: «Ποιός θ’ αρχηγέψει στο Μοριά; Και τα παθήματα του ’97; Ξέρει ο Ρωμιός να πιάσει ντουφέκι; Οι ξένες δυνάμεις συμφωνάνε;».

Ο Παπαφλέσσας δεν μπορούσε ν’ απαντήσει ανοιχτά στον Παλαιών Πατρών Γερμανό και στους Προεστούς, γιατί η ίδια η Φιλική Εταιρία δεν τους είχε απόλυτα εμπιστοσύνη. Ωστόσο, απαντώντας στις ερωτήσεις αυτές ανάμεσα σε άλλα είπε:

«Ώστε θα μάθουμε να κολυμπάμε πριν μπούμε στο νερό; Αν δεν πιάσουμε τ’ άρματα στα χέρια μας, πώς θα τα μάθουμε; Αν δεν πολεμήσουμε κάμποσες φορές, πού θα μάθουμε να πολεμάμε: Στο σχολειό; Καπεταναίους και στρατηγούς μονάχα οι μάχες γεννάνε. Ποιοί, εξόν από μάς, θα φτιάξουνε το στρατό μας; Πέστε λοιπόν καθαρά πώς δεν την θέλετε την Επανάσταση».

Παρ’ όλα αυτά οι συνομιλητές του Παπαφλέσσα δεν έπαψαν να ειρωνεύονται και να μιλούν για επικείμενες καταστροφές του έθνους, αν άναβαν τη Επανάσταση. «Αγαπητοί μου, λέει σε μια στιγμή ο Ζαΐμης, όσα αράδιασε ο Αρχιμανδρίτης Δικαίος, είναι άστατα και απελπισμένα. Αν βασιστούμε στα λόγια του, παίρνουμε το Έθνος στο λαιμό μας. Είναι κανένας που να μην κατάλαβε τα ψέματά του, τις μύγες και τα φούμαρα που ήρθε να μας γιομίσει;».

Ο Παπαφλέσσας συγκρατώντας γι’ άλλη μια φορά το θυμό του, προσπαθεί με σοβαρά επιχειρήματα να πείσει τους συνομιλητές του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, όμως, τον διακόπτει λέγοντας:

«Άφησε στην άκρη τα λόγια τα παχιά. Είσαι διεφθαρμένος, ληστής και απατεώνας».

Η γροθιά του Παπαφλέσσα βροντάει τώρα δυνατά πάνω στο τραπέζι που βρίσκεται μπροστά του, τα γέλια των συνομιλητών του σταματούν απότομα κι εκείνος φωνάζει:

«Θ’ αφήσω στην άκρη τις βρισιές σας. Χτύπησαν πάνω στους τοίχους του πλούσιου οντά και γυρίσανε πάλι σε σας, είναι δικές σας. Μη σας περάσει όμως απ’ το νου πώς δεν καταλαβαίνω πούθε ξεκινάνε τα φερσίματά σας. Τρέμετε γα τα τομάρια σας, και για την καλοπέρασή σας, όχι για το Έθνος.

Φοβόσαστε μη χάσετε το χουζούρι σας, τις Τούρκικες πλάτες. Αν λογαριάσει το Έθνος τα κουτοπόνηρα ρωτήματα που αραδιάσατε αιώνια ραγιάδες θα ’ναι. Κατάρα στα κεφάλια σας. Ο κοσμάκης θα μάθει τούτα τα φερσίματά σας, αφήνω που σας ξέρει απ’ την καλή, γιατί του ’χετε του λόγου σας αργάσει το τομάρι του, πιο πολύ κι από τους Τούρκους. Τσιμπούρια και βδέλλες!».

Ο Παπαφλέσσας, θυμωμένος πάντα, τους είπε ακόμα πως δεν είναι παρά φοβητσιάρηδες, πως δεν βλέπουν πόσο γενναίος είναι ο απλός λαός, πως τα θέλουν όλα δικά τους, αλλά πως φοβούνται ν’ αναλάβουν αυτές τις ευθύνες, γιατί τρέμουν για τα τομάρια τους και τελείωσε φωνάζοντάς τους δυνατά:

«Όσο για μένα, οι εντολές που πήρα είναι ιερές! Θα κάμω αυτό που μου ορίσανε, το θέλετε ή δεν το θέλετε. Χιλιάδες είναι μπασμένοι στη Φιλική Εταιρία, φτάνουν. Με μιας αρματώνω χίλια παλικάρια και το βροντάω κι όποιονε βρουν οι Τούρκοι ξαρμάτωτο, ας κόψει το σβέρκο του». 

Σε μια από τις συσκέψεις αυτές ο Προεστός Σωτήρης Χαραλάμπης, χωρίς να καταλάβει, φανέρωσε τις βαθύτερες ανησυχίες και σκέψεις των Προεστών, λέγοντας πως αν κάνουν τελικά την Επανάσταση και πετύχουν το σκοπό τους, δηλαδή την απελευθέρωση της πατρίδας, τότε αυτοί οι Έλληνες, αφού σκοτώσουν τους Τούρκους ποιόν θα έχουν μετά αρχηγό; Πρόσθεσε ότι οι οπλισμένοι ραγιάδες, δε θ´ ακούνε τους Προεστούς, ούτε θα τους σέβονται, και δείχνοντας τον αδελφό του Παπαφλέσσα που κάθονταν πιο εκεί, ολοκλήρωσε λέγοντας πως τότε θα πέσουν σε χέρια ανθρώπου σαν τον Νικήτα, που μέχρι χθες δεν ήξεραν να πιάσουν ούτε το πιρούνι για να φάνε.

Ο Παπαφλέσσας, όμως, αδιαφορώντας για τις ειρωνείες που άκουγε, ψύχραιμος και ατάραχος τους δήλωσε πως, είτε το θέλουν, είτε δεν το θέλουν εκείνοι, αυτός θα κάνει το χρέος του, δηλαδή θα κηρύξει την Επανάσταση για την απελευθέρωση της πατρίδας από τον τούρκικο ζυγό. Πράγμα που έγινε λίγες μέρες αργότερα.


Στα Λαγκάδια με τον Κανέλλο Δεληγιάννη

Έτσι φεύγει από τη Βοστίτσα για τη Νότια Πελοπόννησο. Στο δρόμο ξεσήκωνε τους πάντες με τα φλογερά του λόγια. Στα Καλάβρυτα, ανάμεσα στους Φιλικούς του τόπου, γνώρισε το Νικόλαο Σολιώτη, ένθερμο οπαδό των απόψεών του, που πρώτος, στην κυρίως Ελλάδα στις 16 Μαρτίου 1821, στη θέση Πόρτες, κοντά στο χωριό Αγρίδι χτύπησε τους Τούρκους. Φτάνει στα Λαγκάδια της Αρκαδίας και συναντά τους Δεληγιανναίους με την κρυφή ελπίδα να τους πείσει ν’ αρχίσουν την Επανάσταση. Μα και εκεί τον καρτερά η ίδια η απογοήτευση.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης γράφει χαρακτηριστικά γι´ αυτή τη συνάντηση «Είπομεν στον Παπαφλέσσα ότι ημείς με τους εδικούς σου λόγους και με του Υψηλάντη τα ονειροπολήματα, και με τας ξηράς και ανυπάρκτους υποσχέσεις δεν είμεθα ανόητοι, μήτε απελπισμένοι να καταστρέψωμεν την πατρίδα μας… και αν αποφασίσωμεν να κάμωμεν την Επανάστασιν θα σκεφθώμεν σοβαρώς και θα την κάμωμεν ημείς, χωρίς τας εδικάς σας ανύπαρκτους υποσχέσεις, και σε συμβουλεύομεν να υπάγεις εις έν απόκεντρο μοναστήρι να ησυχάσεις κρυμμένος δια να μη σε μάθουν οι Τούρκοι και σε συλλάβουν…

Αλλά μήτε πάλιν περιμένομεν από εσάς, όπου δεν έχετε έν δένδρον να σας κρεμάσουν, να μας οδηγήσετε, επειδή και ημείς έχομεν πολυμελείς οικογενείας, πλούτη, μεγάλας ιδιοκτησίας και πάσαν ευδαιμονίαν και δεν αποφασίζομεν να κρεμάσωμεν την τύχην της πατρίδος, των οικογενειών και συγγενών μας με απερισκεψίαν εις τας εδικάς σας παραφοράς και ανοησίας». Τέλος περνώντας από τη Δημητσάνα κατέβηκε στον κάμπο της Καρύταινας και πήγε στην Πολιανή, την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου παρουσιάστηκε, σαν έξαρχος του Πατριαρχείου.

Για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Τούρκων προφασίστηκε ότι θα κτίσει σχολείο. Από την Πολιανή, όμως αλληλογραφούσε με διάφορους Φιλικούς και ενεργούσε για την Επανάσταση. Αφήνοντας τους κτίστες να κτίζουν το σχολείο στην Πολιανή, φεύγει για το Αγρίδι, όπου είχε κρυφτεί πριν από χρόνια, όταν τον πρωτοκυνήγησαν, το Μάρτιο του 1821.

Η Επανάσταση Ξεκινά

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο.

Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500.

Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του. Εν το μεταξύ, το πλοίο με τα πολεμοφόδια από το Αϊβαλί έφτασε στη Μάνη μέσα του Μάρτη. Με τέχνασμα, ο Παπαφλέσσας έπεισε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να το εκτελωνίσει. Χώρισε τα πολεμοφόδια κι ανέθεσε τη μεταφορά τους σε δυο ομάδες την πρώτη με αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο (τον μετέπειτα Νικηταρά Τουρκοφάγο) και τη δεύτερη με τον Χρήστο Αναγνωσταρά.

Ο διοικητής της Καλαμάτας Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου έμαθε πως κάποιοι ένοπλοι μετέφεραν κάποια φορτία. Τον καθησύχασαν πως ήταν χωρικοί που κουβαλούσαν λάδι. Τα όπλα, τα είχαν, «επειδή ακούστηκε πως κυκλοφορούσαν ληστές». Ο αγάς πείσθηκε και ζήτησε από τον Πετρόμπεη να στείλει τον γιο του Ηλία, να ενισχύσει τη φρουρά της πόλης! Στις 17 Μαρτίου του 1821, όλα ήταν έτοιμα. Οι αγωνιστές μαζεύτηκαν στο ναό των Ταξιαρχών, στην Αρεόπολη της Μάνης, όπου έγινε δοξολογία κι ευλογήθηκαν τα λάβαρα του Αγώνα. Στις 20 Μαρτίου, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μπήκε με 150 άνδρες στην Καλαμάτα «να ενισχύσει τη φρουρά».

Είπε στον Αρναούτογλου πως οι πληροφορίες μιλούσαν για πολλούς ληστές και καλά θα ήταν να έρθουν κι άλλοι για τη φρουρά. Ο διοικητής δέχτηκε. Στις 22 Μαρτίου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τους Μούρτζινους και 2.000 άντρες έπιασε τους λόφους προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσσας με τον Αναγνωσταρά και τον Σταματελόπουλο έπιασαν την άλλη πλευρά. Ο Αρναούτογλου κάτι κατάλαβε, αλλά ήταν αργά να αντιδράσει. Στις 23 Μαρτίου, οι επαναστάτες μπήκαν στην πόλη. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Την ίδια μέρα, έπεφτε κι η Βοστίτσα. Στις 26 Μαρτίου, παραδίδονταν οι Τούρκοι στα Καλάβρυτα. Η Επανάσταση είχε ξεκινήσει.

Ο Παπαφλέσσας δεν έμεινε αργός. Πότε ως επικεφαλής στρατιωτικών αποσπασμάτων, πότε στο πλάι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πότε με τον Δημήτριο Υψηλάντη, πολεμούσε παράτολμα όπου υπήρχε μάχη. Βρίσκεται παντού, εμψυχώνει, διεγείρει τις ψυχές, μαζεύει στρατό κι είναι ο ίδιος αρχηγός δικού του σώματος. Διακρίνεται για την ανδρεία του σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αρκαδία, έχοντας ως ορμητήριο τη μονή της Ρεκίτσας κοντά στο Διρράχι. Κι από δω αρχίζει τη δράση του με φοβερή ταχύτητα.


Η Απελευθέρωση της Καλαμάτας

Την περίοδο που ο Παπαφλέσσας βρισκόταν στο Αγρίδι φτάνει στον Αρμυρό της Μάνης και το πλοίο με τα μπαρουτόβολα, που έστελναν οι Αΐβαλιώτες για τον Αγώνα. Αμέσως από το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Καλαμάτας, όπου ήταν με τον Αναγνωσταρά και τον αδελφό του Νικήτα, στέλνει ανθρώπους του να παραλάβουν το φορτίο. Αυτοί φόρτωσαν τα βαρέλια με το πολύτιμο φορτίο σε μουλάρια και το μετέφεραν στα βουνά, λέγοντας στους Τούρκους ότι είναι αλάτι για αλάτισμα των ελαιών.

Μάλιστα συνέβη και το εξής περιστατικό. Καθώς περνούσε η συνοδεία με τα πολεμοφόδια έξω από την Καλαμάτα για να πάει στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στάθηκε σε κάποιο πηγάδι να ποτίσουν τα φορτωμένα ζωντανά. Ξεφεύγει απ’ αυτά ένα βαρελάκι και πέφτοντας σπάζει και χύνεται το μπαρούτι. Σε λίγο φτάνει στο πηγάδι ο ιπποκόμος του Σουλεϊμάν Αγά, Βοεβόδα της Καλαμάτας, να ποτίσει το άλογο του αφεντικού του. Βλέπει το μπαρούτι, τρέχει στον Αγά και του φανερώνει τί είδε.

Ο Βοεβόδας βγαίνει στο παράθυρο και αντικρίζει το καραβάνι να σκαρφαλώνει το βουνό, κατά το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Ρωτάει τους Προεστούς να του πουν τί είναι αυτά πού βλέπει. Αυτοί του απαντούν ότι είναι χωριάτες που κουβαλάνε λάδι και είναι αρματωμένοι, γιατί φοβούνται τους κλέφτες. Το γεγονός αυτό έβαλε σε «πονηρές» σκέψεις τον Αγά που διέταξε να συλλάβουν πολλούς Προεστούς και να τους κλείσουν στη φυλακή. Αυτό ερέθισε τους συλληφθέντες και ιδιαιτέρως το λαό. Πολλοί οπλίστηκαν αμέσως και συγκεντρώθηκαν σε διάφορες θέσεις.

Φοβισμένος ο Βοεβόδας για τη δική του ασφάλεια και της πόλης κάλεσε στις 19 Μαρτίου σε βοήθεια τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ως δύναμη του Σουλτάνου που έστειλε αμέσως στη Καλαμάτα 150 Μανιάτες, με το γιο του Ηλία. Αυτός, ως πιστός δήθεν προστάτης, κατέλαβε αμέσως τις πιο επίκαιρες θέσεις της πόλης. Ο Αγάς βλέποντας από στιγμή σε στιγμή να αυξάνει ο αριθμός του οπλισμένου λαού και μη θεωρώντας ικανή και αρκετή την δύναμη των 150 ανδρών Μανιατών παρακαλεί να έρθει αμέσως ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με περισσότερους άντρες.

Την επόμενη, πράγματι, μπήκε στην Καλαμάτα και αυτός με δύο χιλιάδες. Τότε έπεσε το προσωπείο. Ο Πετρόμπεης είπε ότι οι οπλισθέντες δεν είναι ληστές, αλλά Έλληνες που διεκδικούν τα απαράγραπτα δικαιώματά τους και πρότεινε στο Βοεβόδα να παραδοθούν, προς αποφυγή αιματοχυσίας, ο Διοικητής και οι υπόλοιποι Τούρκοι βλέποντας ότι δε μπορούν να αντισταθούν παραδόθηκαν. Στις 23 Μαρτίου 1821 η Καλαμάτα ελευθερώθηκε.

Στις 5 Απριλίου 1821 εψάλη η πρώτη δοξολογία για την επιτυχία των ελληνικών όπλων από 24 αρχιερείς, στην Καλαμάτα. Εκεί παραβρέθηκαν 5000 οπλισμένοι Χριστιανοί. Στη συνέχεια, οι προεστοί της Μάνης έκαναν συμβούλιο για να ορίσουν την περαιτέρω πορεία του Αγώνα. Τις αποφάσεις γνωστοποίησαν και στους οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά και Νικηταρά.

«Ο δε Δικαίος, λέγει ο Πουκεβίλ, υπενθυμίζων εις τους Έλληνας τι οφείλουσιν εις τον Θεόν και την πατρίδα, εξόρκιζεν αυτούς να νικήσωσιν ή να αποθάνωσιν υπό την σημαίαν του Χριστού. Μόλις αποπερατώσας τους εξορκισμούς τούτους και ευλογήσας τους Χριστιανούς ετέθη επί κεφαλής αυτών κι εβάδιζε κατά των εχθρών, ψάλλων το «δεύτε παίδες των Ελλήνων».

Ο Πολιτικός

Από την Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, ντυμένος με φουστανέλα και περικεφαλαία, έχοντας για σημαιοφόρο του τον Παπατούρτα, βάδισε μαζί με τον Κολοκοτρώνη για την Αρκαδία. Για τον Παπαφλέσσα αρχίζει ένα καινούργιο στάδιο, το πολεμικό. Σ’ αυτό δε χρειαζόταν μονάχα παλικαριά μα και τέχνη, στρατιωτικές γνώσεις και πείρα. Ο Παπαφλέσσας δεν τα είχε αυτά, γιατί δεν ήταν στρατιωτικός. Ανακατευόταν όμως σ´ όλα με τόλμη. Θεωρώντας τον εαυτό του αντιπρόσωπο του Υψηλάντη, μοίραζε πόστα και διπλώματα.

Με προτροπές του ο Γ. Χελιώτης έκαψε το παλάτι του Κιαμήλμπεη στην Κόρινθο για να εκθέσει τον πληθυσμό της επαρχίας και ν’ αποκλείσει κάθε σκέψη για υποχώρηση και συμβιβασμό με τους Τούρκους. Μαζί με τον Αναγνωσταρά υποκίνησαν τη στάση του λαού και στρατού στα Βέρβενα. Ο Παπαφλέσσας ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και πήρε μέρος στην αντιμετώπιση του Δράμαλη, στα Δερβενάκια στο πλάι του Κολοκοτρώνη. Μα η παρουσία και το ανέβασμα των μπαρουτοκαπνισμένων καπεταναίων και ιδιαίτερα του Κολοκοτρώνη, του αφαιρούσαν το προβάδισμα.

Φιλόδοξος και τετραπέρατος καθώς ήταν, είδε πως έπρεπε να ακολουθήσει το πολιτικό στάδιο για ν’ αναρριχηθεί. Η ευκαιρία του δόθηκε κατά την Β´ Εθνοσυνέλευση του Άστρους το 1823. Παράτησε τους μέχρι τότε στρατιωτικούς συντρόφους του και ανέλαβε το αξίωμα του υπουργού εσωτερικών στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε τότε. Η προσχώρηση εκείνη του Παπαφλέσσα, καθώς και του Αναγνωσταρά στους πολιτικάντηδες αποτέλεσε το πρώτο σοβαρό ρήγμα στην παράταξη του λαού και των καπεταναίων.


Το μεγάλωμα δε του ρήγματος εκείνου που ακολούθησε, έφερε σε δύσκολη θέση και τον Κολοκοτρώνη που αναγκάστηκε να δεχθεί αργότερα και τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού για να μην οδηγηθούν τα πράγματα σ’ εμφύλιο πόλεμο. Ο Παπαφλέσσας και ως υπουργός δεν έμεινε σταθερός. Όταν είδε ότι με το δάνειο που ενεργούσε ο Μαυροκορδάτος, οι Κουντουριώτηδες θα επικρατούσαν, άρχισε να έχει ανταπόκριση με αυτούς και δεν άργησε να γίνει ο κρυφός πράκτοράς τους μέσα στο Εκτελεστικό Σώμα.

Όταν σχηματίστηκε το νέο, δεύτερο αυτό, Εκτελεστικό Σώμα, του Κουντουριώτη που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο, ο Παπαφλέσσας έμενε ακόμα στο Ναύπλιο και στην Τριπολιτσά, ως υπουργός του παλαιού και νόμιμου Εκτελεστικού Σώματος για να μεταδίδει κρυφά πληροφορίες στον Κουντουριώτη και να υπονομεύει το παλαιό Εκτελεστικό, του οποίου ο ίδιος ήταν υπουργός.

«Το ισχυρόν ένστικτον, με το οποίον ήτο προικισμένος ο δαιμόνιος αυτός άνθρωπος, τον έκαμε να διαισθανθεί εγκαίρως προς ποίαν πλευράν θα έκλινε η πολιτική νίκη και διψών πάντοτε την επιτυχίαν και σπεύδων προς αυτήν δια παντός μέσου και χωρίς κανένα δισταγμόν, γνωρίζων να ελίσσεται αλλά και να ριψοκινδυνεύει, αντί να φύγη εκ του Ναυπλίου δια το Κρανίδι και ν’ αναμένη μετά άλλων την βραδείαν εξασθένησιν και πτώσιν του παλαιού εκτελεστικού, ηκολούθησεν, όπως είπομεν, τούτο εις την Τριπολιτσάν δια να συντελέσει εις την ταχυτέραν διάλυσίν του».

Παίζοντας διπλό ρόλο κινδύνεψε στην Τριπολιτσά και τότε μόνο έφυγε νύχτα για το Κρανίδι, όπου έφτασε στις 30 Ιανουαρίου του 1824. Εκεί ήταν η έδρα του νέου Εκτελεστικού που αμέσως διόρισε τον Παπαφλέσσα υπουργό των εσωτερικών και της αστυνομίας. Όταν οι κάτοικοι της Κυπαρισσίας που δεν αναγνώριζαν την κυβέρνηση Κουντουριώτη αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους σ’ αυτήν, ο Παπαφλέσσας ανέλαβε να τους υποτάξει, αλλά εκείνοι ζήτησαν ενίσχυση από τους Κολοκοτρωναίους και ο Παπαφλέσσας σώθηκε δια φυγής.

Ο Παπαφλέσσας έδειξε αδιαλλαξία, ως υπουργός απέναντι των ανταρτών και όταν ξαρμάτωσαν τον Κολοκοτρώνη, αυτός κράτησε τ’ άρματά του. Ο εμφύλιος πόλεμος και η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και λοιπών αρχηγών, έδωσε την δυνατότητα στον Ιμπραήμ να ξεμπαρκάρει στο Μοριά. Η ευθύνη του Παπαφλέσσα στέκεται μεγάλη γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Το Εκτελεστικό Σώμα μπροστά στις απανωτές αποτυχίες του και στην απελπισία του, δέχτηκε την πρόταση του Παπαφλέσσα και του ανέθεσε την αρχηγεία μίας εκστρατείας κατά του Ιμπραήμ.

Εμπρός στη νέα συμφορά που χτύπαγε την επανάσταση, από τον βούρκο των πολιτικών δολοπλοκιών και των εμφύλιων σπαραγμών, ξαναβρήκε τον καλύτερο εαυτό του -τον Παπαφλέσσα της συνέλευσης της Βοστίτσας- και τότε όχι μόνο διακήρυξε πως χρειαζόταν να δοθεί αμνηστία, μα και αποφάσισε πως τα λόγια δεν έφταναν. Χρειαζόταν η άμεση, ενάντια στον Ιμπραήμ, δράση. Παράτησε το μικρόψυχο και κολασμένο από τις ενέργειες της ανάξιας κυβέρνησης Ναύπλιο και έφυγε στα τέλη Απριλίου να ξεσηκώσει τον Μοριά ενάντια στον Ιμπραήμ.

Ο Παπαφλέσσας φεύγοντας από το Ναύπλιο τράβηξε για την Τριπολιτσά πασχίζοντας να στρατολογήσει, όσο μπορούσε περισσότερους Έλληνες για την εκστρατεία του. Έπειτα μαθαίνει πως η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει αμνηστία στους φυλακισμένους. Κάθεται λοιπόν, στις 14 Μαρτίου και γράφει, συστήνοντας να τους βγάλει, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση και ξέχωρα τον Κολοκοτρώνη που έπρεπε να του δοθεί αμέσως η αρχιστρατηγία.

Η Πολιτική Δράση του Παπαφλέσσα και η Εκστρατεία του Ιμπραήμ

Ο Παπαφλέσσας όμως, εκτός από στρατιωτικός ήταν και πολιτικός. Πήρε μέρος στη συγκέντρωση των Καλτετζών και συμφώνησε να συσταθεί η Πελοποννησιακή Γερουσία. Ήταν πληρεξούσιος στην Α’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου και στη Β’ του Άστρους. Κατά την διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου υποστήριξε αυτούς που καταδίωξαν τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους πολεμιστές και διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας από την κυβέρνηση Κουντουριώτη το 1823.

Όταν το 1825, ο Αλβανικής καταγωγής Αιγύπτιος πολέμαρχος Ιμπραήμ καταλάμβανε ακάθεκτος την Πελοπόννησο (ως σύμμαχος των Τούρκων, με αντάλλαγμα την διοίκηση της Κρήτης, της Κύπρου και της Πελοποννήσου) κι απειλούσε με καταστροφή τον Ελληνικό αγώνα, το περιβόητο Εκτελεστικό, με πρόεδρο το Γ. Κουντουριώτη και γραμματέα τον Μαυροκορδάτο.

Άρχισε να συζητά πως ο μόνος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί ο Ιμπραήμ ήταν να σχηματιστεί, με τα χρήματα του δεύτερου δανείου των δυο εκατομμυρίων λιρών, μισθωτός στρατός στην Αμερική που θα ερχόταν να πολεμήσει στην Ελλάδα! Λες και ο Ιμπραήμ θα περίμενε να φτιαχτεί πριν ο στρατός, να μεταφερθεί, με ιστιοφόρο τότε, από τα πέρατα του κόσμου στον τόπο μας κι έπειτα να μας πολεμήσει. Η εξωφρενική αυτή πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη δω την κριτική του Κόκκινου:


«Το πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δεν αντελαμβάνοντο την φοβερά πραγματικότητα οι αποκλείοντες την ληψιν σοβαρών στρατιωτικών μέτρων εντός αυτής της Πελοποννήσου δια της χρησιμοποιήσεως των εις την φυλακην ή υπό καταδίωξιν Πελοποννησίων αρχηγών, διότι αυτοί ήσαν οι συζητουντες την μετάκλησιν ξένου στρατού, ανυπάρκτου ακόμη, προς αντιμετώπισιν του Ιμβραήμ». Ο Παπαφλέσσας, ως υπουργός Εσωτερικών, πρότεινε να δοθεί αμνηστία, να απελευθερωθούν όλοι οι κρατούμενοι οι στρατιωτικοί ηγέτες που ήταν αντίθετοι με την κυβέρνηση Κουντουριώτη και ενωμένος ο λαός να αντιμετωπίσει τον εισβολέα.

Οι καρέκλες, όμως, μετρούσαν περισσότερο από τον κίνδυνο. Η πρότασή του απορρίφθηκε. Μάνιασε. Ανέβηκε στο βήμα της Βουλής κι ανήγγειλε ότι θα μαζέψει 10.000 οπλοφόρους, θα αφήσει το Ναύπλιο και θα κατευθυνθεί προς την Τριπολιτσά και εν συνεχεία προς τη Μεσσηνία με σκοπό να αναμετρηθεί με τη στρατιά του Ιμπραήμ, η οποία ήταν εκπαιδευμένη από Γάλλους αξιωματικούς που είχαν πλούσια στρατιωτική εμπειρία από τους Ναπολεόντειους πολέμους. Κι όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, ή θα πεθάνει ή θα νικήσει. 

Αν όμως, τα κατάφερνε, υποσχέθηκε να γυρίσει με τον στρατό του και να απελευθερώσει ο ίδιος τους φυλακισμένους. Ο Παπαφλέσσας έδειξε όλο του το μεγαλείο κι εγκαταλείποντας τα αξιώματα, ανέλαβε ο ίδιος ν’ ανακόψει την προέλαση του Ιμπραήμ, μεταβαίνοντας στο Μανιάκι, στις 16 Μαΐου 1825. Η πράξη του αυτή ήρθε σαν επιστέγασμα της όλης μεγάλης προσφοράς του στον Αγώνα. Πίσω απ’ αυτή την πράξη του όμως, υπήρχε και πολιτικό κίνητρο.

Ήλπιζε πως με μια ενδεχόμενη νίκη, θα αποκτούσε πολιτική δύναμη, τέτοια έτσι ώστε να ανατρέψει την κυβέρνηση Κουντουριώτη και να σχηματίσει μια κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας.

Στο Μανιάκι 

Το περιβόητο Εκτελεστικό, με πρόεδρο το Γ. Κουντουριώτη και γραμματέα τον Μαυροκορδάτο, άρχισε να συζητά πως ο μόνος τρόπος για ν' αντιμετωπιστεί ο Ιμπραήμ ήταν να σχηματιστεί, με τα χρήματα του δεύτερου δανείου των δυο εκατομμυρίων λιρών, μισθωτός στρατός στην Αμερική που θα ερχόταν να πολεμήσει στην Ελλάδα. Ωσάν ο Ιμπραήμ θα καρτέραγε να φτιαχτεί πριν ο στρατός, να μεταφερθεί, με Ιστιοφόρο τότε, από τα πέρατα του κόσμου στον τόπο μας κι έπειτα να μας πολεμήσει.

Ή εξωφρενική αυτή πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη δω την κριτική του Κόκκινου: «Το πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δεν αντελαμβάνοντο την φοβερά πραγματικότητα οι αποκλείοντες την ληψιν σοβαρών στρατιωτικών μέτρων εντός αυτής της Πελοποννήσου δια της χρησιμοποιήσεως των εις την φυλακην ή υπό καταδίωξιν Πελοποννησίων αρχηγών, διότι αυτοί ήσαν οι συζητουντες την μετάκλησιν ξένου στρατού, ανυπάρκτου ακόμη, προς αντιμετώπισιν του Ίμβραήμ».

Aν όμως οι ανώτατοι τότε άρχοντες, το Εκτελεστικό, δεν ήθελε να καταλάβει ο,τι καταλάβαιναν και οι πιο απλοί άνθρωποι, πως μπροστά στον τρομερό κίνδυνο έπρεπε να ξεχαστούν τα πολιτικά πάθη και οι Έλληνες, ενωμένοι, ν' αντιβγούν στο νέο και τόσο επίφοβο εχθρό, ευτυχώς βρέθηκαν, μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, άλλοι που συνειδητοποίησαν το χρέος τους προς την πατρίδα. Ανάμεσα σ' αυτούς, πρώτος και πιο δυναμικός, ξεχώρισε ο Παπαφλέσσας που ήταν τότε υπουργός των Εσωτερικών, ο οποίος είχε βυθιστεί στις πολιτικές δολοπλοκίες και στους εμφύλιους σπαραγμούς ως το λαιμό.

Είχε κατεβεί και το τελευταίο σκαλοπάτι της σκάλας του κακού. Μα μπρος στη νέα συμφορά που χτύπαγε την επανάσταση, ξαναβρήκε τον καλύτερο εαυτό του – τον Παπαφλέσσα της συνέλευσης της Βοστίτσας. Και τότε όχι μονάχα διακήρυξε πως χρειαζόταν να δοθεί αμνηστία στους φυγάδες - Ζαΐμη, Λόντο, Νικηταρά - και στους φυλακισμένους, μα κι αποφάσισε πως τα λόγια δεν έφταναν. Χρειαζόταν ή άμεση ενάντια στον Ιμπραήμ δράση. Και την πήρε πάνω του. Παράτησε το μικρόψυχο και κολασμένο από τις ενέργειες της ανάξιας κυβέρνησης Ανάπλι κι έφυγε, στα τέλη του Απρίλη, να ξεσηκώσει το Μοριά ενάντια στον 'Ιμπραήμ.

Εκείνες τις μέρες είχε φτάσει στ' Ανάπλι ο Γάλλος στρατηγός Ρός, σταλμένος από το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού. Του είχε ανατεθεί ή μυστική πολιτική αποστολή να πείσει τους Έλληνες. Όταν θα αποχτούσαν την ανεξαρτησία τους, να γυρέψουν για βασιλιά το δούκα του Νεμούρ. Ο Παπαφλέσσας φεύγοντας από τ' Ανάπλι πήρε μαζί του τον υπασπιστή του Γάλλου στρατηγού, αν και ήτανε αντίθετος στις προσπάθειες που γίνονταν ν' αποχτήσει ή Ελλάδα ξένο βασιλιά. Σύμφωνα με τον Σπηλιάδη έλεγε:

«Και τι θα σημαίνω εγώ πλέον εις την Ελλάδα εάν έλθει βασιλεύς; Και δεν θα πνίξει ο βασιλεύς τον σπόρον της ελευθερίας, δια την οποίαν απολλύμεθα οι Έλληνες; Και θα δυνηθωσι πλέον ούτοι ν' αποσείσωσι τον ζυγόν βασιλέως πεπολιτισμένου, και να μη διατρέξωσι κινδύνους φοβερωτέρους ή τους σημερινούς;» 

Κι ο Σπηλιάδης προσθέτει: «Και ίσως είχε δίκαιον». Ο Παπαφλέσσας από τ' Ανάπλι τράβηξε για την Τριπολιτσα και μέσα στις τρεις μονάχα μέρες που έμεινε σ' αυτή σχημάτισε τον πυρήνα του εκστρατευτικού του σώματος. Στις εκκλήσεις που έκανε πρόστρεξαν καπεταναίοι κι αγωνιστές από την Αργολίδα, το Λεβίδι, τις Κερασιές κι από τον κάμπο της Τριπολιτσας.

Hταν ίσαμε εφτακόσιοι.από την Τριπολιτσα πήγε στο Λεοντάρι, όπου έσμιξαν μαζί του ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας, μ' εκατόν πενήντα παλικάρια, ο Α. Κουμουνδούρος, ο Παν. Μπούρας, ο Αδαμάκης Αποστολόπουλος ο Αν. Κουλοχέρας με τους νταϊφάδες τους. 'Ύστερα από δύο μέρες έφτασε στους Λάκκους. 'Εκεί δυνάμωσαν το στράτευμά του ο Γιώργης Μπουτος από το Μελιγαλα κι ο Καρακίτσος από το Κατσαρο. Κίνησε για τη Φρουτζάλα. Σ' αυτή συναντήθηκε με τους άοπλους αγωνιστές του Νιόκαστρου και με τον Μανιάτη Μούρτζινο.


Ο τελευταίος, αν και φίλος του, αρνήθηκε να τον βοηθήσει όπως μια ανεψιά του Παπαφλέσσα, ή κόρη του Νικήτα, είχε παντρευτεί έναν από τους θανάσιμους τοπικούς εχθρούς του, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στο χωριό Κουφάρι της Μεσσηνίας, κατάκοιτος από ποδάγρα. Σαν έμαθε πως έρχεται με στράτευμα ο Παπαφλέσσας του έγραψε θερμό γράμμα, όπου σ' αυτό του έλεγε πως ο Ιμπραήμ «είναι άλλος Ναπολέων ή Πύρρος της Ηπείρου, και τέλος, ότι είναι ανάγκη να δυνηθεί κατά πρώτον να τον πολεμήσει, εί δε μή τετέλεσται, το έθνος χάνεται».

Μαθαίνει πως ή κυβέρνηση αποφάσισε ν' αμνηστέψει τους φυλακισμένους. Κάθεται λοιπόν, στις 14 του Μάη, και γράφει συστήνοντας να τους βγάλουν χωρίς το παραμικρό χασομέρι, και ξέχωρα τον Κολοκοτρώνη, που έπρεπε να του δοθεί αμέσως η αρχιστρατηγία. Από τη Φρουτζάλα τραβά στη Δραϊνα, ίσαμε εφτά ώρες δρόμο. Εκεί παίρνει γράμμα από τον αδερφό του Νικήτα όπου σ' αυτό του έλεγε πως δεν έπρεπε, πριν συγκεντρώσει όσες πιότερες δυνάμεις μπορούσε, να περάσει τα Κοντοβούνια, μα να κράταγε τις ορεινές θέσεις στα βουνά της Καλαμάτας για να 'χει έτσι πίσω του ανοιχτό δρόμο προς τη Μάνη. Ο Παπαφλέσσας του αποκρίνεται:

Νικήτα,

Έλαβα την έπιστολήν σου και εις απάντησιν σου λέγω ότι δεν είμαι σαν και σε και σαν τον κουμπάρο σου τον Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σε ράχη στους Αηλιάδες. Εγώ άπαξ ώρκίσθην vα χύσω το αίμα μου εις την ανάγκην της πατρίδoς, και αυτή είναι ή ώρα. Εύχομαι δε εις τον Θεον πρώτη μπάλα τou Ίμβραημ να με πάρει εις το κεφάλι, διότι σας γράφω να ταχύνετε τον έρχομόν σας και σεις μου γράφετε κoυρoυφέξαλα. Νικήτα, πρώτη και τελευταία επιστολή μου είναι αύτή. Βάστα την να την διαβάζεις καμία φορά να με θυμάσαι και να κλαις.

Παπαφλέσσας

Είναι φανερό, από το γράμμα αυτό, πως ο Παπαφλέσσας είχε συνείδηση πως τράβαγε στο χαμό του.
Ο στρατός του ανέβαινε τώρα σε 1500 άντρες. Δύναμη βέβαια ολότελα ασήμαντη για ν' αντιβγεί στ' ασκέρι του Ιμπραήμ. Μα να, παίρνει ευχάριστες ειδήσεις: από τον Δημήτρη Πλαπούτα από τον Αετό πως έρχεται να τον συντρέξει με 1600 νοματαίους από τους καπεταναίους της Αρκαδίας, από το χωριό Μάλι, εφτά ώρες δρόμο από τη Δραϊνα, πως βρίσκονταν εκεί με 2000 αγωνιστές από τον αδερφό του Νικήτα πως έφτασε στη Φρουτζάλα κι ερχόταν με 700 νοματαίους κι από τον Ηλία Κατσάκο από την Καλαμάτα πως είχε κάτω από τις προσταγές του 1000 πολεμιστές.

Oλoι μαζί ίσαμε πέντε χιλιάδες. Oσo κι αν τους αριθμούς αυτούς τους λογαριάσουμε παραφουσκωμένους, στεκόταν σημαντική επικουρία, όπως τα στρατεύματα κι εμπειροπόλεμα ήταν και είχαν και άξιους αρχηγούς. Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Παπαφλέσσας; O,τι θα έκανε κι όποιος άλλος πολεμάρχης να καρτερέψει στα ορεινά τις δυνάμεις αυτές που ερχόταν σε βοήθειά του. Κι όμως έπραξε τ' αντίθετο.

Μόλις έμαθε πως ξεκίνησε από το Ναβαρίνο ο Ιμπραήμ, ρωτά «τους εντοπίους ποίος τόπος, βουνόν ή χωρίον είναι ύψηλόν ώστε να βλέπει το Νεόκαστρον και όλοι του είπαν, ότι είναι Παιδεμένου και Μανιάκι». Δίχως να χάσει στιγμή φεύγει στις 18 του Μάη από τη Δραϊνα και φτάνει, δύο ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα, στο Μανιάκι.

Η «Λεωνίδειος Μάχη»

Τη στιγμή που ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να φύγει από τη Δραίνα φτάνουν σε βοήθειά του ο Ηλίας Κέρμαςμε 120 Κοντοβουνίσιους, ο Θανασούλας Καπετανάκης με 80, ο Π. Κεφάλας με 20, ο Πιέρος Βοϊδής κι οΤσαλαφατίνος με 120 Μανιάτες, ο Στ. Καπετανάκης με 20, ο Λίβας, ο Μπιτσιάνης κι ο αδερφός του Γιώργης Δικαίος με 80. Eτσι όταν έφτασε στο Μανιάκι ο Παπαφλέσσας είχε μαζί του ίσαμε δύο χιλιάδες άντρες. Την άλλη μέρα το πρωί έταξε καραούλια στο βουνό Μαμλαβά, πάνω από το χωριό Βλαχόπουλο, απ’ όπου βλέπανε όλο τον κάμπο και προς το Ναβαρίνο.

Έπειτα κοίταξε με τους άλλους καπεταναίους τις θέσεις, λίγο πιο ψηλά από το χωριό Μανιάκι, όπου λογάριαζε να ταμπουρωθούν για ν' αντικρούσουν τον εχθρό. Κατά το δειλινό τα καραούλια κάνανε σημεία πώς ο στρατός του Ιμπραήμ φάνηκε και τράβαγε για τα Χίλια Χωριά. Ο Παπαφλέσσας τότε πρόσταξε ν' ανάψουν όσες μπορούσαν πιότερες φωτιές για να νομίσει ο εχθρός πώς δυνατό και πολυάριθμο ήταν το στρατόπεδό μας. Πραγματικά ο Ιμπραήμ σταμάτησε και πέρασε τη νύχτα στα Χίλια Χωριά.

Την άλλη μέρα το πρωί, 20 του Μάη, οι δικοί μας άρχισαν να φτιάνουν τρία ταμπούρια. το πρώτο, το πιο βορινό, θα το έπιανε ο Παπαφλέσσας, το δεύτερο ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας και το τρίτο, το πιο νότιο, ο Πιέρος Βοϊδής με τους Μανιάτες. «Ο τόπος όπου έγιναν τα οχυρώματα ταύτα ήσαν πλάγια, και όχι ράχες, ούτε κορυφή, δια να εμποδίσουν τον έχθρον νά μη συγκεντρούται εκ των όπισθεν», Και ήταν ακόμα πιο δυσκολουπεράσπιστα όπως ή απόσταση ανάμεσα στα ταμπούρια και στα μέρη που μπορούσε να προστατευτεί ο εχθρός στεκόταν μικρή κι έτσι οι δικοί μας «δεν είχον ουδέ τον άπαιτούμενον χρόνον νά γεμίζουν δις και τρις τα όπλα των».

Έπειτα από δυο ώρες που βγήκε ο ήλιος τ' ασκέρι του Ιμπραήμ έφτασε στο βουνό πάνω από το χωριό Σκάρμιγκα, μισή ώρα δρόμο από τα ταμπούρια μας. «Αφού οι Έλληνες είδαν το πολυπληθές στράτευμα των Τούρκων, το οποίον έσκέπασεν όλον τον τόπον, όσον βλέπει το μάτι του ανθρώπου, ενταύθα άρχισαν νά μουρμουρίζουν και κάποιος είπεν ότι:

-Έχετε άλoγoν καβαλάτε ύστερον και φεύγετε !...


Τ' ακούει ο Παπαφλέσσας κι αμέσως φωνάζει τον γραμματικό του Τισαμενό και τον προστάζει να πάρει τ' άλογά του κι όλους τους ψυχογιούς του εξόν από τον Μιχάλη Σταϊκόπουλο και να πάει στην αντικρινή ράχη. Μα να, κάμποσοι στρατιώτες, λογαριάζοντας πώς ήταν χαμένοι αν έμεναν στα πόστα που κράταγαν, πέφτουν στο Κρυόρεμα κι αρχίζουν να λακάνε. Το σκάζει τότε, μ' όλους τους δικούς του, κι ο Σταυριανός Καπετανάκης. «Τούτον δε βλέποντες και άλλοι φεύγοντα παρεκινήθησαν και αυτοί και εδόθησαν εις φυγήν δια του αυτού ρεύματος. Έφυγαν δε υπέρ τους χιλίους».

Μόλις πρόλαβαν να ξεφύγουν και κινήθηκε ή καβαλαρία του Ιμπραήμ. Μπήκε, από τα δεξιά, στο ρέμα και προχώρησε πέρα από το ταμπούρι πού κράταγε ο Παπαφλέσσας. Από τ' αριστερά χωρίστηκε σε δύο κολόνες. Εκείνη πού τράβηξε πιο δυτικά είχε σκοπό να εμποδίσει τυχόν επικουρίες πού θάφταναν. Οι δικοί μας βρίσκονταν πια κυκλωμένοι. Ο Παπαφλέσσας όμως «νόμισε τούτο μεγάλον ευτύχημα, δια να συνέλθουν όλοι ομού οι Eλληνες και να πολεμούν καλλίτερα και αποφασιστικότερα, και να μη λιποτακτούv».

Διατάζει να μετρήσουν πόσοι είχαν απομείνει και βρίσκονται λιγότεροι από χίλιοι. Καθώς ήταν συναγμένοι τούς βγάζει φλογερό λόγο θυμίζοντάς τους τις νίκες στο Βαλτέτσι, στο Λεβίδι, στη Γράνα, στα Βέρβενα και την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη.

- Oπoυ νάναι φτάνουν, τούς λέει, δεκαπέντε χιλιάδες πατριώτες σε βοήθειά μας ο Πλαπούτας κι όλοι οι Αρκαδινοί, ο αδερφός μου Νικήτας, ο Κατσάκος κι άλλοι Μανιάτες. Σε μια ώρα θάναι εδώ. Θα τριγυρίσουν τ' ασκέρι του Ιμπραήμ και θα το χτυπάνε από τις πλάτες. Αδέρφια! ή πατρίδα καρτεράει από μας να δοξαστεί ξανά από τη νίκη μας!

Μα πριν καλά-καλά τελειώσει την ομιλία του, μερικοί από τούς καπεταναίους «ίδόντες τον προφανή κίνδυνον» παρακινούσαν τον ανεψιό του Δημήτρη να του πει να κάνουνε γιουρούσι και διασπώντας τις γραμμές της εχθρικής καβαλαρίας να γλιτώσουν όσοι τούς ευνοήσει ή τύχη. «Κανείς», όμως, «δεν έτόλμα να του εκστόμιση τοιούτον τι κατά πρόσωπον». τον σιμώνουν τέλος ο Κεφάλας κι ο Παπα Γιώργης, γνωστοί και οι δύο για την παλικαριά τους, και του λένε, από μέρος όλων των καπεταναίων, πως αυτή στεκόταν ή τελευταία τους ευκαιρία να σωθούν. Τότε ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται στον Κεφάλα:

- Έχασα τις ελπίδες που στήριζα πάνω σου. Και μαζί μ' αυτές και την υπόληψη που είχα για σένα.
Έπειτα γυρνά, πιάνει τον Παπαγιώργη από τα γένια και τραβώντας τα του λέει:

- Μου τα ντρόπιασες, Παπαγιώργη!

Σταματά μια στιγμή και ύστερα του ξαναλέγει:

- Που να πάμε να φύγουμε; Έχουμε τακτικό στράτευμα όπου, όταν θα βγει από τα ταμπούρια, θ' αποτραβηχτεί με τάξη πολεμώντας; Δεν ξέρεις τάχα πως οι άτακτοι άμα βγουν από τα ταμπούρια σκορπίζουν κι ο καθένας παίρνει δικό του δρόμο; Τότε πέντε καβαλαραίοι του Ιμπραήμ θα μας σφάξουν όλους. Και θ' ακολουθήσει μεγάλο κακό για το έθνος όπως θα ψυχωθούν οι εχθροί και θα δειλιάσουν οι δικοί μας.

Τι φοβάσαι, Παπαγιώργη; Εσύ ξέρεις τα γράμματα που έγραψα και πήρα. Σε ρωτώ, έχεις αμφιβολίες πως μέσα σε δύο ώρες πέντε χιλιάδες δικοί μας δε θα χτυπάνε απέξω τον Ιμπραήμ; Ακόμα κι άλλοι να μην έρθουν ο Πλαπούτας δε θα λείψει. Είμαι βέβαιος πως θα νικήσουμε. Aν όμως, ο μη γένοιτο, νικηθούμε, θ' αδυνατίσουμε τη δύναμη του εχθρού και ή ιστορία θα ονομάσει τούτον τον πόλεμο Λεωνίδειον μάχην, Παπαγιώργη !

Ίσως ή τελευταία αυτή φράση να κρύβει όλο το μυστικό της υποσυνείδητης παρόρμησής του ν' αντιμετωπίσει, κάτω από τόσο απελπιστικές συνθήκες, τον εχθρό. Έταξε στον εαυτό του να νικήσει ή να πεθάνει. Ή Ρούμελη είχε το «νέο Λεωνίδα της», τον Αθανάσιο Διάκο, που κάτω από παρόμοιες συνθήκες δεν πισωδρόμησε στην Αλαμάνα. Τώρα, στο πρόσωπο τούτον Παπαφλέσσα, θ' αποχτούσε στο Μανιάκι κι ο Μοριάς τον Λεωνίδα του.

Όταν έπαψε να μιλάει ο Παπαφλέσσας, ο Μανιάτης Βοϊδής είπε τα αξιομνημόνευτα τούτα λόγια:

«Πάμε στα ταμπούρια μας κι όποιος θα μείνει γιαμά, ας ακούει των γυναικών τα μοιρολόγια!...»

Και τράβηξαν στα ταμπούρια τους ξέροντας πως το μόνο που τους απόμενε ήταν να θυσιαστούν. Μόλις πρόλαβαν να φτάσουν σ' αυτά κι οΙμπραήμ ξαπολά την επίθεσή του. Τα τάγματα τούτον τακτικού στρατού του προχωρούσαν χωρίς να λογαριάζουν το θάνατο που σκόρπιζαν τα καριοφίλια των Ελλήνων.


Ο Παπαφλέσσας, καθώς είπαμε, κράταγε το βορινό ταμπούρι «το μάλλον αδύνατον και επικίνδυνον». Φορώντας την περικεφαλαία του στεκόταν όρθιος πάνω σε μια πέτρα πιο ψηλή από τις άλλες, που «είχε προσέτι και μίαν μικράν αχράδα (γκορτζούλα), από εκεί διεύθυνε τον αγώνα, δίνοντας με το παράδειγμά του θάρρος στους δικούς μας. Δίπλα του στεκόταν ο νεαρός Γάλλος εθελοντής πού, είχε κατέβει πριν από λίγο καιρό στην Ελλάδα μαζί με τον στρατηγό Ρός.

Καμία βέβαια ευγνωμοσύνη δεν τρέφει ή πατρίδα μας για το στρατηγό Ρός. Αντίθετα όμως με σεβασμό μνημονεύει τον ανώνυμο νεαρό Γάλλο, που πολεμώντας παλικαρίσια βρήκε το θάνατο κείνη τη μέρα δίπλα στον Παπαφλέσσα. Το μεσημέρι κάλεσαν οι σάλπιγγες του εχθρού τον Αιγυπτιακό στρατό να πάψει την επίθεσή του και ν' αποσυρθεί για να κολατσίσει. Όσο που «οι νεροκουβαλητάδες επήγαινον και ηρχοντο δίδοντες νερόν εις τους διψώντας στρατιώτας», οι καπεταναίοι μας τρέξάνε να βρούνε τον Παπαφλέσσα.

- Καλό είναι, του λένε, να φύγουμε τώρα που οιΤτούρκοι ξαποσταίνουν και τρώνε ψωμί. Να τραβήξουμε κατά την Αγιά, γιατί, καθώς θα 'χουμε βοηθό το βουνό, οι καβαλαραίoι τους λίγους θα σκοτώσουνε. το πολύ θα φάνε πενήντα ως εκατό από μας; μα οι άλλοι θα σωθούνε και θα σώσουμε κι εσένα για να φανείς, σ' άλλη περίστάση, χρήσιμος στην πατρίδα. Ο Παπαφλέσσας τους αποκρίθηκε:

-Εγώ σας είπα και πρώτα και τώρα σας το λέγω τη φευγάλα να μην τη βάζετε διόλου στο νου σας, γιατί εμείς χανόμαστε άδικα αν πέσουμε πάνω στη φωτιά του εχθρού. Όχι, δε θα παραδώσω τους Έλληνες μόνος μου στ' αδιάκοπο ντουφέκι του τακτικού! Έπειτα εμείς καρτεράμε τη βοήθεια πού, καθώς γνωρίζετε, θα φτάσει ώρα την ώρα. Παγαίνετε τώρα στα πόστα σας !..

Γύρισαν στα ταμπούρια τους και σε λίγο εξαπολύθηκε το γενικό γιουρούσι του εχθρού. Δυο φορές έφτασαν ίσαμε τις θέσεις που κράταγαν οι Έλληνες, μ' αναγκάστηκαν να πισωδρομήσουν. Κι ενώ ετοιμάζονταν να ξεχυθούν σε τρίτο γιουρούσι, ακούστηκε βορινά μια μπαταρία. Ήταν ο Πλαπούτας που έφτανε με χίλια πεντακόσια παλικάρια. Ο Ιμπραήμ τότε, γυρεύοντας να προλάβει τη βοήθεια που ερχόταν, ρίχνει όλες του τις δυνάμεις πάνω στους δικούς μας. Οι εχθροί πάτησαν πρώτο το ταμπούρι του Παπαφλέσσα.

Ο ανεψιός του Δημήτρης παρατάει το πόστο του και τρέχει να βοηθήσει το θείο του. τον βλέπει ο Παπαφλέσσας και τον προστάζει να γυρίσει πίσω και να υπερασπιστεί τη δική του θέση. Μα όταν έφτασε σ' αυτή βρήκε να την έχουν πατήσει οι εχθροί. «Εκεί κτυπών και κτυπούμενος υπό πολλών Τούρκων εχάθη και αυτός και οι στρατιώται του». Στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα ανακατώθηκαν Τούρκοι κι Έλληνες και γίνηκαν όλοι ένα. Όπως οι εχθροί φόραγαν κόκκινες στολές, «ο τόπος όλος έκοκκίνισεν από αυτές κι από τα αίματα».

Ο σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τη Χίο, για να μην πέσει ή σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθί στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει. «Ή παλικαριά του είναι αμίμητος», γράφει ο Φωτάκος. Τελευταίο έπεσε το ταμπούρι του Πιέρου Βοϊδη, που κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν το πιο δυνατό απ' όλα. Oσoι από τους δικούς μας απόμεναν ακόμα ζωντανοί ρίχνονται μέσα στο ρέμα και κάνουνε να φύγουν κατά την Ανδρούσα.

Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν πια «από τα λιανίσματα των σπαθιών και των γιαταγανιών». Στην έξοδο της ρεματιάς ένα τάγμα του εχθρού καρτέραγε τους εκατόν πενήντα δικούς μας που ήταν ακόμα ζωντανοί. Δεν τους απόμενε παρά ν' ανοίξουν δρόμο με το σπαθί στο χέρι. το κατόρθωσαν μα οι πιότεροι απόμειναν για πάντα εκεί. Σιγά σιγά σκόρπαγε ο καπνός της μάχης. Οι νικητές τότε βάλθηκαν να σκυλεύουν τους σκοτωμένους. Ύστερα άρχισαν να κόβουν τ' αυτιά τους, να τα πάνε στον Ιμπραήμ να πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξύ των ποίος από αυτούς να έχει περισσότερα».

Κατέβηκε τέλος κι ο Ιμπραήμ στο ταμπούρι τούτον Παπαφλέσσα. Αφού έκανε ντουάδες στον Αλλάχ για τη νίκη, πρόσταξε το στρατό του να ρίξει τρεις νικητήριες μπαταριές. Μετά παράγγειλε να τούτον φέρουν το κουφάρι τούτον Παπαφλέσσα. Βρήκαν το ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρός ο νεαρός Γάλλος κι ολόγυρα πλήθος τα κουφάρια των έχθρων. Λίγο πιο πέρα πέτυχαν και το κεφάλι τούτον ήρωα. Το έφεραν στον Ιμπραήμ τους είπε να χώσουν στη γη ένα ψηλό παλούκι και να στήσουν όρθιο τον σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ' αυτό.

Ύστερα στερέωσαν στο κορμί και το κεφάλι, αφού πριν πλύνανε τα αίματα από τα γένια του. Τότε «ο νεκρός έφαίνετο ως να ήτο ζωντανός» Ό Ιμπραήμ, αφού «ακίνητος κι άφωνος τον παρετήρησεν ολίγον», γυρνά και λέει στους αξιωματικούς του:

- Πραγματικά, στάθηκε ένας Ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατί πολύ θα μας χρησίμευε.


«Ή Λεωνίδειος μάχη» είχε τελειώσει. Το Μανιάκι πήρε τη θέση του, στις σελίδες της Ιστορίας μας, δίπλα στις Θερμοπύλες και στην Αλαμάνα. Τώρα, ανατολικά από το χωριό Μανιάκι, στο ξωκλήσι «Aγια Ανάσταση», βρίσκονται τα κόκαλα εκείνων που πέσανε σε τούτη τη μάχη, θυμίζοντας, σ' εμάς τους μεταγεγέστερους, πως ή λευτεριά μας, καθώς λέει στον εθνικό μας ύμνο ο Σολωμός, είναι άπ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα Ιερά.

Πάνω από πεντακόσιοι Έλληνες σκοτώθηκαν. Από τους Τουρκαραπάδες σκοτώθηκαν κάπου χίλιοι διακόσιοι και ξεχωριστά οι τραυματίες «που ύστερον απέθανον εις τα νοσοκομεία των φρουρίων». Το τέλος του Παπαφλέσσα ήταν ένας θάνατος ηρωικός. Στο Μανιάκι έδωσε ένα ακόμη παράδειγμα ατομικής και ομαδικής θυσίας για την πατρίδα. Στη δράση του βρίσκουμε και θετικά και αρνητικά στοιχεία. Δίκαια τον είπαν μπουρλοτιέρη, πυρπολητή των ψυχών. Χωρίς αυτόν ίσως να μην άναβε τότε η επαναστατική φλόγα.

Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, παράσερνε τους δισταχτικούς και πολεμούσε τους εναντίους. Παρουσίαζε με τέτοια πειστικότητα φανταστικά πράγματα γι’ αληθινά, που με τη συχνή κι επίμονη επανάληψη έφτανε να τα πιστεύει και ο ίδιος. Στις παραμονές του Αγώνα ήταν στο στοιχείο του. Ήταν αυτό που χρειαζόταν για την επανάσταση. Ήταν σαν να κρατούσε ένα δαυλί αναμμένο και να έβαζε φωτιά όπου στεκόταν.

Είναι επίσης αλήθεια ότι η συμπεριφορά του παρέκκλινε από το γενικώς αποδεκτό. Μα όλες οι παλινωδίες του, οι εμμονές του και οι εγωιστικές εκδηλώσεις του που ζημίωσαν τον αγώνα δεν μπορούν να σβήσουν τη μεγάλη και ανυπολόγιστη προσφορά του στο άναμμα της φωτιάς. Μπορεί δε να ειπωθεί ότι πρόσφερε περισσότερα στην πατρίδα με το άναμμα της επαναστατικής φλόγας, απ’ ό,τι πρόσφερε με τον ηρωικό του θάνατο στο Μανιάκι.

Το ταμπούρι του Παπαφλέσσα σώζεται ακόμα: ένας σωρός από σκληρές, μαυρισμένες πέτρες. Τους χειμώνες, ο βοριάς περνώντας ανάμεσα τους, θρηνεί το χαμό του παλικαριού και είκοσι Μαρτίου η άνοιξη πλέκει γύρω ένα στεφάνι με τ’ αγριολούλουδα που φυτρώνουν στο χώμα, το φουσκωμένο με το αίμα του. Τον ηρωικό θάνατο του Παπαφλέσσα ο λαός τον έκανε τραγούδι:

«Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στην Πολιανή στη ράχι
τα Κοντοβούνια γνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:
«Πουλάκια μ’ αηδονάκια μου, πούρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό το Φλέσσα αρχιμανδρίτη;»
 
Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους,
τα μάζωξε, τα σύναξε, τάκαμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνευε σαν μάνα σαν πατέρας».
 
-Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τους στραβαραπάδες,
κι αν δεν σας ντύσω μάλαμα Φλέσσα να μη με πούνε».
 
Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει
«Του Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν φερμένη».
 
«Σώπα Κεφάλα μην το λές, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ορδιά, μεντάτι δεν έλθουνε,
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης».
 
ΤΑΙΝΙΑ:


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)