Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΣΚΟΥΦΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (1779 - 1818)

Ο ΣΚΟΥΦΑΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΚΟΥΦΑ

Είναι συχνά, στην πορεία της Ιστορίας, δύσκολο να διακρίνει κανείς με σαφήνεια τη συμβολή που έχουν στην πορεία και τη διαμόρφωση των γεγονότων οι μάζες, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε συχνά, «λαός» και οι προσωπικότητες, οι φωτισμένοι, δηλαδή, ηγέτες ή οι εμπνευσμένοι πνευματικοί ταγοί ή οι αποφασιστικοί και αποφασισμένοι στρατηγοί ή οι παθιασμένοι πολιτικοί ιδεολόγοι. Σχετικά με το θέμα αυτό έχουν υπάρξει διαφωνίες επί διαφωνιών μεταξύ των επιστημόνων, έχουν διαμορφωθεί διαφορετικές ιστορικές σχολές και έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες αναλύσεων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ένα σημείο στο οποίο όλοι συμφωνούν είναι ότι όλες οι προσωπικότητες που έπαιξαν κάποιον ξεχωριστό ρόλο στην Ιστορία, είχαν την ιδιαιτερότητα να ξεχωρίζουν από τον απλό λαό, τον οποίο είτε καθοδηγούσαν είτε ενέπνεαν. Μόνο μια περίπτωση υπάρχει στα παγκόσμια ιστορικά χρονικά, όπου μια προσωπικότητα, αδιαχώριστα συνυφασμένη με το λαό από τον οποίο προερχόταν και με τον οποίο ταυτιζόταν, χωρίς να διεκδικεί δάφνες ή ηγετικές θέσεις, μπόρεσε να δημιουργήσει μια πραγματικότητα τέτοια που να αλλάξει τη ροή της Ιστορίας με τρόπο κοσμοϊστορικά μοναδικό...

Πρόκειται για το Νικόλαο Σκουφά, τη Φιλική Εταιρεία και την Ελληνική επανάσταση. Υποστηρικτής της αντίληψης που ήθελε τους Έλληνες να αποτινάσσουν τον Τουρκικό ζυγό κινούμενοι μυστικά αλλά και γρήγορα, συγκροτώντας μια επαναστατική οργάνωση, βασισμένοι στις δικές τους δυνάμεις ώστε να εξαναγκάσουν τα δυνατά κράτη της εποχής να προστρέξουν σε βοήθεια, ο Νικόλαος Σκουφάς δεν δίστασε να ακολουθήσει τη φωνή της συνείδησής του, όταν αισθάνθηκε πως είχε έρθει η ώρα της δράσης.

ΓΕΝΝΗΣΗ - ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννημένος στον ιστορικό τόπο, στο Κομπότι από φτωχούς γονείς το 1779, ο Σκουφάς φαίνεται ότι αρχικά είχε το επώνυμο «Ράφτης». Ο Νικόλαος Κουμπάρος ή Σκουφάς γεννήθηκε, από οικογένεια μεσαίας οικονομικής επιφάνειας. Τα πρώτα γράμματα ο Νικόλαος τα διδάχθηκε από τον ασκητή Θεοχάρη Ντούια, στην Άρτα, στην ερειπωμένη εκκλησία της Κασσοπετριάς. Στη συνέχεια μαθήτευσε δίπλα στο Δενδραμή (ή Βεντραμή) Μεσολογγίτη. Ο Αναστάσιος Γούδας, όμως, αναφέρει ότι το όνομα του πατέρα του ήταν «Κουμπάρος». Πατέρας του ήταν ο Αποστόλης, τεχνίτης από τη μεσαία τάξη, ο οποίος, όμως είχε καλή σχέση με τα γράμματα και διατηρούσε κατάστημα και οικία και στην πόλη της Άρτας.

Ο Αποστόλης φρόντισε για την όσο το δυνατό καλύτερη μόρφωση του γιου του, ο οποίος μαθήτευσε κοντά στο Γεροστάθη αρχικά, κι αργότερα στο σχολείο της Κασσοπίτρας (από τον ομώνυμο ναό της Παναγιάς της Κασσοπίτρας όπου στεγαζόταν), κοντά στους φημισμένους για την εποχή και τον τόπο δασκάλους Ντούγια και Δενδραμή. Όταν ο Μουχτάρ, ο γιος του Αλή Πασά, πήρε το κτήμα του για τσιφλίκι και μονοπώλησε το είδος του εμπορίου που ασχολούνταν, ο Σκουφάς κατέφυγε στην Άρτα. Εκεί μετά την ενηλικίωσή του, ασχολήθηκε με τη ραφή σκούφων, ενώ παράλληλα διατηρούσε ένα μικρό εμπορικό κατάστημα, αργότερα ακολούθησε το επάγγελμα του εμπόρου, εργαζόμενος σε εμπορικό κατάστημα της Άρτας για αρκετά χρόνια.

Στην πορεία του αυτή, η δεξιοτεχνία του στην κατασκευή σκούφων του προσέδωσε το προσωνύμιο το οποίο έμελλε να γίνει και το επώνυμό του: «Σκουφάς». Στη συνέχεια, μετά από προστριβές με Τούρκους της περιοχής (λέγεται ότι χαστούκισε κάποιον Τούρκο ζαπτιέ, δηλαδή χωροφύλακα), ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, μετανάστευσε στη Ρωσία και συνέχισε την εμπορική του δραστηριότητα στην Οδησσό, όπου υπήρχε ακμάζουσα Ελληνική παροικία.

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΦΑ ΩΣ ΦΙΛΙΚΟΥ

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία - Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης.

Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα Ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. Το 1813 μεταναστεύει στη Ρωσία, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και ασχολήθηκε με το εμπόριο, στη νεοσύστατη αυτή πόλη - λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας.

Στη Ρωσία ο Σκουφάς, όχι μόνο συνεχίζει τη συνωμοτική δράση που είχε ήδη αρχίσει από τα χρόνια της διαμονής του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά έρχεται σε επαφή με όλα εκείνα τα ιδεολογικά κινήματα και ρεύματα του 18ου αιώνα που πρέσβευαν την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα απολυταρχικά καθεστώτα. Από τους βιογράφους του χαρακτηρίζεται άνθρωπος πολύπειρος, με τίμιο χαρακτήρα, σώφρων, αποφασιστικός και ψύχραιμος. Καθώς ο ίδιος φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει στην «Ανάσταση του Γένους», όπως ονόμαζε την ανασύσταση της Ελληνοκεντρικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν άργησε να έρθει σε επαφή με τους συμπατριώτες του που διακατέχονταν από τις ίδιες αντιλήψεις.

Στην Οδησσό ο Νικόλαος Σκουφάς συνδέθηκε με άλλους ομογενείς εμπόρους, μεταξύ των οποίων και τους μελλοντικούς συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιο Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθο, καθώς και με τον Κωνσταντίνο Ράδο. Ο Κωνσταντίνος Ράδος, που αργότερα θα λάβει ενεργό μέρος στην Επανάσταση, είχε σπουδάσει στην Πίζα της Ιταλίας, όπου συνδέθηκε με το κίνημα των Καρμπονάρων. Εξαιτίας της φιλικής σχέσης με τον Ράδο μυήθηκε ενδεχομένως ο Σκουφάς στο πνεύμα των μυστικών εταιρειών. Αποφάσισαν λοιπόν,στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη δημιουργία του συνωμοτικού μηχανισμού της Φιλικής Εταιρείας.


Που, με διάφορες διαδικασίες και μυστικότητα, απέβλεπε στο να μυήσει τους Έλληνες στον κοινό σκοπό και να τους προετοιμάσει για την απελευθέρωση της πατρίδας. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Εμμανουήλ Ξάνθου, «εν μία των φιλικών τους συναστροφών, κατά το 1814, οι τρείς ούτοι φίλοι συνομιλούντες περί της αθλίας καταστάσεως και τυραννίας εις ην οι ομογενείς υπέκειντο», αποφάσισαν να συστήσουν Εταιρεία «σκοπόν έχουσαν την απελευθέρωσιν της Πατρίδος». Ο Σκουφάς διέθετε επαναστατική προπαιδεία: ήταν προκατηχημένος στις ιδέες που θα προέβαλε στην Εταιρεία, από τον Κωνσταντίνο Ράδο, έμπορο στη Ρωσία, γεννημένο στο Τσεπέλοβο των Ιωαννίνων, με σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πίζας.

Ο Σκουφάς ανέλαβε τη διάδοση και την κατήχηση μελών από το πλήθος των ομογενών της Ρωσίας. Μερικά από τα μέλη που μύησε ήταν ο Γεώργιος Σέκερης, ο Αντώνιος Κομιζόπουλος, ο Νικόλαος Γαλάτης, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κ.ά. Στην Οδησσό συνεργάζεται με τον Άνθιμο Γαζή, αναθέτοντάς του τη μύηση κλεφτών και αρματολών της Στερεάς Ελλάδας. Ο ίδιος ανέλαβε να διαδώσει την ιδέα της Φιλικής Εταιρείας στην Πελοπόννησο, περνώντας γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό από την Κωνσταντινούπολη. Προσωπικές και επαγγελματικές υποθέσεις θα αναγκάσουν το Σκουφά και τον Τσακάλωφ να μεταβούν στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1814, όπου θα τελειοποιήσουν τον Κανονισμό της Εταιρείας.

Ενώ ο ίδιος θα αναχωρήσει λίγο αργότερα για την Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1814). Η μετάβαση του Σκουφά στη Μόσχα σχετίζεται με τη χρεοκοπία των επιχειρήσεών του. Η χρεοκοπία αυτή αποτελεί πλήγμα για το Σκουφά, αλλά και για τη νεοσύστατη εταιρεία, καθώς πιθανότατα προκάλεσε δυσμενέστατη εντύπωση στους κύκλους των Ελλήνων εμπόρων της Ρωσίας, από τους οποίους φιλοδοξούσε να στρατολογήσει μέλη. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Νικόλαος Σκουφάς, πέτυχε να κατηχήσει το Γεώργιο Σέκερη, ο οποίος είχε έλθει στη Μόσχα για να συναντήσει τον αδελφό του, έμπορο Αθανάσιο Σέκερη.

Καθώς επίσης και τον μεγαλέμπορο Αντώνιο Κομιζόπουλο από τη Φιλιππούπολη, που ήταν γνωστός στη Ρωσία ως Αντώνιος Παύλοβιτς, τον οποίο έκανε μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α.Ε. Με τη μύηση του Γεωργίου Σέκερη (13 Δεκεμβρίου 1814), που κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί το πρώτο προσήλυτο μέλος, ο Σκουφάς ήθελε να μεταδώσει το μήνυμα της Εταιρείας σε σημαντικούς Έλληνες της Διασποράς. Επίσης μύησε το Νικόλαο Ουζουνίδη, έμπορο της Οδησσού, καταγόμενο από τη Θεσσαλονίκη (7 Σεπτεμβρίου 1815).

Ο Άνθιμος Γαζής, σημαντική προσωπικότητα του παροικιακού Ελληνισμού, είχε αναπτύξει πλούσια πνευματική δράση στους κόλπους της ανθηρής Ελληνικής παροικίας της Βιέννης, ως μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας και ως εκδότης του φιλολογικού περιοδικού «Λόγιος Ερμής». Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του ο Άνθιμος Γαζής δέχθηκε να μυηθεί στην Εταιρεία τον Ιούνιο του 1816 και στη συνέχεια έγινε μέλος της Ανώτατης Αρχής με στοιχεία Α.Ζ. Ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει την αρχηγία της. Από τις αρχές του 1816 ο Σκουφάς βρίσκεται στη Οδησσό και κατοικεί στο σπίτι του Αθανασίου Σέκερη, στον οποίο εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος.

Την ίδια εποχή με τον Άνθιμο Γαζή μυήθηκε στην Εταιρεία και ο Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την Ιθάκη και μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Η μύηση του Νικολάου Γαλάτη στην Εταιρεία αποτέλεσε προσωπική επιλογή του Σκουφά, ο οποίος στο πρόσωπο του νεαρού Ιθακήσιου αναγνώρισε την ιδανική ευκαιρία προσέγγισης του Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς ο ίδιος διατεινόταν ότι ήταν ανιψιός του τελευταίου. Ο Γαλάτης έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α.Δ., τα οποία χρησιμοποιούσε ο Ξάνθος. Εφοδιασμένος με γράμματα, μετέβη στη Μόσχα, προκειμένου να συναντήσει τον Καποδίστρια.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την Πετρούπολη, όπου συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια και του μετέφερε πρόταση του Σκουφά και των άλλων μελών της Αρχής να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Όπως αναφέρει ο Καποδίστριας στην Αυτοβιογραφία του, ταράχθηκε τόσο απ’ όσα άκουσε από το Γαλάτη, που τον έδιωξε αμέσως και έσπευσε να αναφέρει τα σχετικά στον Αυτοκράτορα. Αργότερα ο Γαλάτης θα συλληφθεί από τη Ρωσική αστυνομία και θα κλειστεί στη φυλακή. Με τη μεσολάβηση όμως του Καποδίστρια αποφυλακίζεται και αποστέλλεται με συνοδεία στις ηγεμονίες, το 1816, υπό την επίβλεψη του Ρώσου προξένου Αλεξάνδρου Πίνη.

Στο Ιάσιο ο Γαλάτης, με το ψευδώνυμο Κωνσταντίνος Αλεξιανός θα αναπτύξει πλούσια δράση υπέρ της Εταιρείας, με την υποστήριξη του Γεωργίου Λεβέντη, που ήταν γραμματέας στο Ρωσικό προξενείο. Η δράση του Νικόλαου Γαλάτη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και η προσπάθεια προσέγγισης του Καποδίστρια από μέρους του, σε συνδυασμό με τη δολοφονία του Σέρβου ηγέτη Καραγεώργη Πέτροβιτς, οδήγησαν το Νικόλαο Σκουφά στην απόφαση να μεταφέρει την έδρα της Εταιρείας στη Μάνη. Η απόφαση αυτή του Σκουφά συνδυάζεται και με το γεγονός της μύησης στην Εταιρεία των τριών οπλαρχηγών από την Πελοπόνησσο Αναγνώστη Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταρά, Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου (ή Δημητρακόπουλου).

Αναμένοντας την επιστροφή των οπλαρχηγών από τη Μόσχα, σκόπευε να κατέλθει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Πελοπόννησο για την προετοιμασία της Επανάστασης. Ο φόβος όμως ότι ενδεχομένως είχε εμπλακεί το όνομά του στις ανακρίσεις της Ρωσικής αστυνομίας τον ανάγκασε να επισπεύσει την αναχώρησή του για την Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από τους Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και Χριστόδουλο Λουριώτη, ενώ στην Οδησσό παρέμεινε ο Αθανάσιος Σέκερης, ο οποίος την εποχή εκείνη έγινε μέλος της αρχής με τα αρχικά Α.Η.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝ/ΠΟΛΗ

Ο Σκουφάς άνθρωπος με πολλή ευαισθησία και πατριωτισμό, κατά τον χαρακτηρισμό του Ιωάννη Φιλήμονα, συνέχισε με ενθουσιασμό το έργο του. Όταν ο Τσακάλωφ, ιδιαίτερα απογοητευμένος από την βραδύτητα τής εξάπλωσης τής Εταιρείας, πρότεινε στον Σκουφά να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους, ο Σκουφάς θεώρησε σκοπιμότερο να μεταφερθεί η έδρα τής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο μεγάλος αριθμός των Ελλήνων, αλλά και η εξέχουσα θέση πολλών ομογενών, αποτελούσαν, κατά την άποψή του, ευνοϊκό παράγοντα για την προετοιμασία τού Αγώνα.


Το 1818 με προτροπή του Σκουφά, η έδρα της Φιλικής Εταιρείας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο Σκουφάς μύησε τον Παναγιώτη Σέκερη ο οποίος θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην χρηματοδότηση του έργου της Φιλικής Εταιρείας. Οι τρεις άνδρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Μαρτίου του 1818 και στην αρχή κατοικούσαν στο πλοίο που τους μετέφερε. Το Μεγάλο Σάββατο ο Σκουφάς συνάντησε στην εκκλησία του Αρναούτκιοϊ τον Εμμανουήλ Ξάνθο, στο σπίτι του οποίου φιλοξενήθηκε το επόμενο διάστημα.Από την εποχή εκείνη η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο δράσης της Εταιρείας.

Ο Σκουφάς είχε καταρτίσει κατάλογο Δώδεκα Αποστόλων, τους οποίους προόριζε για να δράσουν στην περιοχή τόσου του Ελλαδικού χώρου, όσο και των Βαλκανίων. Συγκεκριμένα προόριζε το Γεωργάκη Ολύμπιο για τη Σερβία, το Δημήτρη Βατικιώτη για τη Βουλγαρία, τον Κ. Πεντεδέκα για τη Μολδαβία, το Λουριώτη για την Ιταλία, το Δ. Ύπατρο για την Αίγυπτο και το Γαβριήλ Κατακάζη για τη Ρωσία. Επίσης είχε αποφασίσει να αποστείλει τον Ασημάκη Κροκίδα στην Αυλή του Αλή Πασά, για να κατηχήσει τους ετοιμοπόλεμους άνδρες - αρματολούς της φρουράς του. Ο Σκουφάς ισχυριζόταν ότι η έδρα της Εταιρείας έπρεπε να μεταφερθεί στην Πελοπόννησο παρά τις αντιρρήσεις των άλλων δύο συνιδρυτών.

Έβλεπε από τότε το τέκνο αυτό του Κομποτίου με τον διορατικό πολιτικό νου το ρόλο που θα έπαιζε η συγκεκριμένη περιοχή στον αγώνα. Ίσως ακριβώς επειδή ήταν ένας από τους απλούς ανθρώπους της εποχής του, να καταλάβαινε τις προνομιακές περιστάσεις που επικρατούσαν τότε στην Πελοπόννησο, όσον αφορά τη δράση και τη συγκρότηση κλέφτικων σωμάτων τα οποία επρόκειτο να συνθέσουν τον πρώτο στρατό της επανάστασης. Μπορούσε όμως να καταλάβει και ότι οι απλοί αυτοί άνθρωποι δεν θα δέχονταν εύκολα να μπουν σε τέτοιον αγώνα χωρίς την ιδέα μιας ισχυρής ηγεσίας, όπως ήταν αποδεκτό από τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής. Γι' αυτό και φρόντισε να δημιουργήσει το μύθο της κρυφής εξέχουσας ηγετικής προσωπικότητας.

Οι φιλικοί αναφέρονταν σε κάποια «Αόρατη Αρχή» της οποίας τη συγκρότηση σκόπιμα απέφευγαν να κατονομάσουν κι άφηναν να εννοηθεί ότι ισχυρά πρόσωπα κατευθύνουν την Εταιρεία κι ότι κάποια μεγάλη δύναμη την προστατεύει. Καθιέρωσαν μυσταγωγική διαδικασία για τη μύηση νέων μελών που καλούνταν να ορκιστούν τυφλή αφοσίωση και απόλυτη εχεμύθεια. Παραβίαση του όρκου επέσυρε το θάνατο, ενώ και η γενικότερη επικοινωνία των μελών της Εταιρείας ακολούθησε όλους τους κανόνες μυστικότητας (ψευδώνυμα, μυστικό κρυπτογραφικό αλφάβητο, συνθηματικές λέξεις αμοιβαίας αναγνώρισης κ.α.), ο ίδιος δε ο Σκουφάς είχε, μέσα στην Εταιρεία, τα συνθηματικά αρχικά Α. Γ.

Ο Σκουφάς είναι επίσης αυτός που θα έχει μια ακόμα ιδέα που θα οδηγήσει στην ενίσχυση της Φιλικής Εταιρείας. Πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ειδικών απεσταλμένων (ονομάστηκαν αργότερα «Απόστολοι») οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να περιοδεύουν στους Ελληνικούς τόπους όπου θα συνέλεγαν πληροφορίες, θα πραγματοποιούσαν επιτόπου μυήσεις και θα ενημέρωναν την Υπέρτατη Αρχή. Αυτή η ενέργεια θα συντελέσει στη δημιουργία μιας έντονης επαναστατικής διάθεσης και ενός κλίματος που εξήψε το πνεύμα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας και οδήγησε στην απόφαση για προετοιμασία της επανάστασης των Ελλήνων. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της Φιλικής Εταιρείας τόσο σε οικονομικό, όσο και σε στελεχιακό επίπεδο.

Ο ιστορικός Φιλήμων καταγράφει 514 μέλη Φιλικών, πέρα από αυτούς που δεν ήθελαν να γίνουν γνωστοί για λόγους ασφάλειας. Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί για τη Φιλική Εταιρεία είναι η ιδιαιτερότητα που εμφανίζει σε σχέση με άλλες ανάλογες μυστικές εταιρείες της εποχής της. Είναι γεγονός ότι την περίοδο εκείνη δραστηριοποιούνταν στον Ευρωπαϊκό χώρο διάφορες μυστικές εταιρείες, όμιλοι, ενώσεις, άλλες με περισσότερο κι άλλες με λιγότερο επαναστατικά χαρακτηριστικά.

Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, έχοντας μόλις ξεπεράσει το σοκ της Γαλλικής επανάστασης και των ακόλουθων Ναπολεόντειων πολέμων που απείλησαν την ίδια την υπόσταση των Ευρωπαϊκών μοναρχιών, βρίσκονταν σε φάση ανασυγκρότησης, διαμορφώνοντας με την «Ιερά Συμμαχία» τους ένα καθεστώς σκοταδισμού και ανελευθερίας στην γηραιά ήπειρο. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι που ασφυκτιούσαν υπό τις καταπιεστικές αυτές δυνάμεις, φρόντιζαν να συστήνουν μυστικές οργανώσεις. Όλες σχεδόν, όμως, οι οργανώσεις αυτές αποτελούνται από άτομα της διανόησης ή από ανθρώπους που παρακινούνται από κάποιους εμπνευσμένους ιδεολόγους.

Μόνον η Φιλική Εταιρεία υπήρξε οργάνωση που δημιουργήθηκε από άτομα που προέρχονταν άμεσα από το λαό, που έδρασε μέσα στο λαό με στόχο μια λαϊκή εξέγερση ενάντια στον ξένο κατακτητή. Η ιδιαιτερότητα αυτή δεν έχει επισημανθεί επαρκώς από την ελληνική και ξένη ιστοριογραφία και είναι πραγματικά άξιον απορίας γιατί. Κεφαλαιώδη και σημαντική συμβολή στην ίδρυση, στελέχωση κι εξάπλωση της Εταιρείας έχουν οι Ηπειρώτες. Από τους καταγεγραμμένους Φιλικούς, περίπου 200 κατάγονται από την Ήπειρο και καταγράφουν εξαιρετική παρουσία και δράση.

Το όραμα του Νικολάου Σκουφά, μέσα από την παρακίνηση και την αρχική καθοδήγησή του, ξεκίνησε να παίρνει σάρκα και οστά, καθώς οι Έλληνες, έστω και παρασυρμένοι από την ψευδαίσθηση της Ρωσικής βοήθειας, απέκτησαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους κι επαναστάτησαν ξεκινώντας από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες το 1820 και συνεχίζοντας στην Πελοπόννησο το 1821, με τα γνωστά αποτελέσματα. Όλα αυτά όμως ο Σκουφάς δεν μπόρεσε να τα δει να πραγματοποιούνται, καθώς είχε ήδη πεθάνει το 1818 στην Κωνσταντινούπολη, από σοβαρό καρδιακό νόσημα.

Είχε όμως την ικανοποίηση ότι έθεσε τις βάσεις πάνω στις οποίες χτίστηκε η ελευθερία του ελληνικού Λαού, αφήνοντας στη γενέτειρά του, το Κομπότι, αλλά και σε όλους τους Αρτινούς, περήφανη και συνάμα βαριά κληρονομιά.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Ν. ΣΚΟΥΦΑ

Ο Σκουφάς ήταν ακαταπόνητος. Παρά τις απογοητεύσεις, ακόμη και από στενούς συνεργάτες, εργαζόταν νυχθημερόν. Όμως, η υγεία του κλονίστηκε και σύντομα υπέστη την πρώτη καρδιακή προσβολή. Μα και από το κρεβάτι ακόμη εργαζόταν. Δημιούργησε το νέο οργανωτικό συνωμοτικό σχήμα της Φιλικής και τους συνωμοτικούς κανόνες, που την καθιστούσαν σχεδόν απρόσβλητη από αυτούς που ήθελαν να μάθουν τα μυστικά της. Από τον Απρίλιο τού 1818, όταν και οι τρεις ιδρυτές τής Φιλικής Εταιρείας βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, ως τις 31 Ιουλίου του 1819, οπότε, ύστερα από βραχύχρονη ασθένεια ο Σκουφάς πέθανε, η δράση του υπήρξε καθοριστική για την πορεία της Εταιρείας.  


Το χτύπημα ήταν μεγάλο για την Εταιρεία. Αλλά ο Σκουφάς είχε προνοήσει, ώστε η οργάνωση να μη βασίζεται σε ένα πρόσωπο. Σύντομα το δημιούργημα του γιγαντώθηκε και εξελίχθηκε σε μια από τις πλέον ισχυρές συνωμοτικές απελευθερωτικές οργανώσεις της παγκόσμιας ιστορίας, η οποία πυροδότησε την Επανάσταση του 1821. Δύσκολα μπορεί κάποιος να βρει παρόμοιο ιστορικό παράδειγμα. Ο Τσακάλωφ είχε φύγει για την Σμύρνη, όπου επίσης το Ελληνικό στοιχείο ήταν ακμαίο, και στην ηγετική ομάδα της Φιλικής προστέθηκε ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, από την Ανδρίτσαινα, με απόφαση του Σκουφά και του Ξάνθου. 

Η τοποθέτηση του Αναγνωστόπουλου στην ηγετική αυτή θέση και η συνεργασία με άλλους Πελοποννήσιους που είχαν ως τότε μυηθεί δημιουργούσε νέες προοπτικές. Ο Σκουφάς υποστήριξε την άποψη ότι η Πελοπόννησος ήταν η καταλληλότερη περιοχή και για την ανάπτυξη της Εταιρείας, αλλά και για την έναρξη του Αγώνα και παρά τις επιφυλάξεις των δύο άλλων συνιδρυτών, του Τσακάλωφ και του Ξάνθου, προγραμμάτισε ταξίδι στην Μάνη για τον συντονισμό και την προετοιμασία της Επανάστασης. Ο θάνατος ήλθε νωρίς για το Νικόλαο Σκουφά. Μετά από καρδιακό νόσημα που τον ταλαιπώρησε για μήνες και παρά τις φροντίδες των γιατρών Μόσχου και Ισαυρίδη. 

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 31 Ιουλίου 1818 και ετάφη στην εκκλησία του Αρναούτκιοϊ. Η περιγραφή της ιδιοσυγκρασίας του από το Φιλήμονα είναι χαρακτηριστική για τον άνθρωπο που υπήρξε η ψυχή της Φιλικής Εταιρείας: «Ήταν άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, ενεργητικός και με μέγαν πατριωτισμόν». Ο Σκουφάς είναι ο μόνος από τα μέλη της ιδρυτικής ομάδας της Φιλικής Εταιρείας που πέθανε πριν από την κήρυξη της Επανάστασης. Ο θάνατος του υπήρξε βαρύ πλήγμα για την Εταιρεία, για την επιτυχία τής οποίας o Ηπειρώτης Φιλικός είχε αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις.

Το έργο του είχε εκτιμηθεί και από τους σύγχρονους του και από τους μεταγενέστερους ιστορικούς του Αγώνα. Κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, τον Ιούλιο τού 1819 η Φιλική Εταιρεία υπέστη το δυστύχημα της αποβίωσης του Σκουφά και στο επίγραμμα που συνέταξε αμέσως μετά τον θάνατο του ο λόγιος κληρικός Ζαχαρίας Αινιάν τον συγκρίνει με τον αρχαίο Καλλικράτη.

Ο ΣΚΟΥΦΑΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Εταιρισμός

Η δημιουργία μυστικών (παράνομων) οργανώσεων που αυτοαποκαλούνταν «Εταιρείες» και βαθμιαία έθεταν ως στόχο την έκρηξη εθνικών επαναστατικών κινημάτων είναι φαινόμενο που παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα. Το φαινόμενο αυτό θα βρει πρόσφορο έδαφος και μεγάλη απήχηση στους λαούς που ζούσαν υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Εταιρισμός προήλθε από τη Γαλλική Επανάσταση και είχε ως πρότυπο την οργάνωση των λεσχών των Ιακωβίνων και κυρίως των μασονικών στοών. Στον Ελληνικό χώρο η πρώτη τεκτονική στοά ιδρύθηκε το 1782 στην Κέρκυρα με την ονομασία «Αγαθοεργία».

Θα συνενωθεί αργότερα με τη στοά «Φιλογένεια» και έτσι θα προκύψει η «Γαληνοτάτη Μεγάλη Ανατολή» της Κέρκυρας, η οποία απλώθηκε σε όλα τα Επτάνησα. Παρακλάδι της Στοάς αυτής αποτελεί η Στοά «Ένωσις της Αγίας Μαύρας» (Λευκάδας), στην οποία ανήκε ο Παναγιώτης Καραγιάννης που το 1813 θα μυήσει στον Τεκτονισμό τον Εμμανουήλ Ξάνθο. Το εταιρικό κίνημα αναπτύχθηκε και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, λόγω της χαλαρής εξάρτησής τους από την Οθωμανική διοίκηση, καθώς και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης όπου υπήρχε οικονομική ανάπτυξη του Ελληνικού στοιχείου (ιδιαίτερα στις Ελληνικές παροικίες της Αυστροουγγρικής Μοναρχίας).

Οι εταιρείες αυτές εξέφραζαν τις πνευματικές αναζητήσεις των μελών τους, σε πολλές περιπτώσεις όμως απέκρυπταν συνωμοτική δράση και εθνικούς σκοπούς. Μεταξύ των σημαντικότερων εταιριστικών κινήσεων στις περιοχές που προαναφέραμε περιλαμβάνεται η Ελληνική λέσχη «Αλέξανδρος», που ιδρύθηκε από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρο Μουρούζη το 1777, η «Εταιρεία των Φίλων», που ιδρύθηκε το 1780 στο Βουκουρέστι (μέλος της οποίας υπήρξε ενδεχομένως και ο Ρήγας Φερραίος), η «Ελληνοδακική Φιλολογική Εταιρεία», που ιδρύθηκε το 1780 στο Βουκουρέστι και ανέπτυξε πλούσια δράση, καθώς και η εταιρεία «Φοίνιξ», την οποία ίδρυσε ο ηγεμόνας της Βλαχίας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο αποκαλούμενος Φιραρής (δηλ. φυγάς), το 1787, και είχε μασονική δομή.

Ο Βούλγαρος ιστορικός Νικολάι Τοντόρωφ επισημαίνει ότι η επαναστατική οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας δεν είναι άμεσος διάδοχος ούτε συνεχιστής κανενός από τα προηγούμενα σχήματα, καθώς οι εταιρείες αυτές δεν έφτασαν ποτέ στο επίπεδο μιας επαναστατικής εθνικής οργάνωσης. Στο Παρίσι στις αρχές του 18ου αιώνα αναπτύσσεται σημαντική εταιριστική - φιλελληνική δράση, ιδιαιτέρως στους κύκλους της Κύπριας λογίας Ελισσάβετ Λουμάκη - Chenier. Το έτος 1809 ιδρύεται η «Ελληνική Εταιρία»των Παρισίων και το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον, μέλος του οποίου θα αποτελέσει ο ένας από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ.

Το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο ήταν μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1809 από Έλληνες της διασποράς. Ο επίσημος σκοπός της ήταν η μελέτη του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, στην πραγματικότητα όμως αποτελούσε το προκάλυμμα έντονης εταιριστικής συνωμοτικής δράσης. Πρόεδρος ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Choiseul Gouffier, ενώ στην οργανωτική ομάδα συμμετείχε και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, κατοπινός πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας. Στον Ελλαδικό χώρο ιδρύθηκε το 1813 η «Φιλόμουσος Εταιρεία» των Αθηνών με εκπαιδευτικούς κυρίως σκοπούς, η οποία έδωσε το 1814 την έμπνευση σε επιφανείς Έλληνες της παροικίας της Βιέννης και του Μονάχου να οργανώσουν τη «Φιλόμουσον Εταιρείαν της Βιέννης».

Της οποίας το έργο ήταν πολύ σημαντικό, ενώ στους κόλπους της δραστηριοποιήθηκαν πολλές σημαντικές προσωπικότητες του παροικιακού Ελληνισμού, μεταξύ των οποίων και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στην Ιταλία το καρμποναρικό κίνημα αποτελεί την Ιταλική μορφή του εταιρισμού. Στη Ρωσία το κίνημα των Δεκεμβριστών συγκροτήθηκε σε λέσχες, μέλη των οποίων ανήκαν σε στοές ελευθεροτεκτόνων, και στη συνέχεια μετασχηματίσθηκε σε πατριωτικές επαναστατικές οργανώσεις, όπως η «Ένωσις Σωτηρίας» (1816), ο«Σύνδεσμος Ευημερίας» (1818), ο «Βόρειος Σύνδεσμος» (1821) και ο «Νότιος Σύνδεσμος» (1821).

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ουαιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».


Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του Ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους Ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η Ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος - Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron). Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων Ροσω-Τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768 - 1774 και 1781 - 1791.

Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών. Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύεται το 1814 στην Οδησσό. Στόχος της είναι η προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Η Φιλική εταιρεία οργανώνεται με μεγάλη μυστικότητα. Οι φιλικοί μυούνται στην Εταιρεία με μυστικό όρκο και επικοινωνούν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Ο ιδρυτικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας δεν προήλθε από τους κύκλους των επιφανών Ελλήνων της Διασποράς, παρά το γεγονός ότι η ιδεολογική προετοιμασία της επανάστασης συντελέστηκε μέσα στους κύκλους των λογίων, των αστών, των διανοουμένων και των εμπνευσμένων από τον φιλελευθερισμό Φαναριωτών της Διασποράς.

Οι ιδρυτές ήταν τρεις απλοί έμποροι, μικρής οικονομικής και κοινωνικής εμβέλειας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του 1813 στην Οδησσό και συνδέθηκαν με στενή φιλία. Θέμα των συναντήσεών τους για πολλούς μήνες ήταν η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη μετά την ήττα του Ναπολέοντα και η διάψευση των προσδοκιών των Ελλήνων για την εθνική τους αποκατάσταση.

Για τις συναντήσεις των τριών φίλων στην Οδησσό, οι οποίες γίνονταν κατά πάσα πιθανότητα στην οδό Κράσνη στο σπίτι του Γρηγορίου Μαρασλή, δεν έχουμε περισσότερα στοιχεία, καθώς ο συνωμοτικός χαρακτήρας του όλου εγχειρήματος και ο φόβος να περιέλθουν στα χέρια των αρχών ενοχοποιητικά στοιχεία οδήγησαν στη μη διάσωση ή καταστροφή πολλών ιστορικών ντοκουμέντων που αφορούσαν εν γένει τη δράση της Φιλικής Εταιρείας. Ως προς τη χρονολογία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα απομνημονεύματά του αναφέρει ως χρονική στιγμή ίδρυσης της Εταιρείας τον Σεπτέμβριο του 1814.

Η αναφορά αυτή του χρόνου ίδρυσης έγινε προσπάθεια να επιβεβαιωθεί και με σχετικό χειρόγραφο της Μονής της Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, το οποίο δημοσιεύθηκε από τον Αχ. Διαμαντάρα, όπου αναφέρεται: «η ύψωσις του Τιμίου Σταυρού είναι η πρώτη ημέρα της συστάσεως της Μεγάλης Αδελφότητος». Η ιδρυτική ομάδα θα αποκληθεί «Αρχή» από τα μέλη της. Οι συμμετέχοντες, αντί να υπογράφουν με τα αληθινά τους ονόματα, χρησιμοποιούσαν αρχικά από στοιχεία του ελληνικού αλφαβήτου, προτάσσοντας το Α από τη λέξη ΑΡΧΗ.

Η ίδρυση της Εταιρείας συμπίπτει με την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου της Βιέννης (1 Οκτωβρίου 1814), την εποχή δηλαδή ακριβώς που οι Μεγάλες Δυνάμεις λάμβαναν αποφάσεις εις βάρος των υπόδουλων λαών ανά την Ευρώπη που είχαν καλλιεργήσει ελπίδες και οράματα για την εθνική τους αυτοδιάθεση μετά το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης και την προέλαση του Ναπολέοντα. Ωστόσο, η ταυτότητα των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας αλλά και η ίδια η πράξη ίδρυσής της έχουν αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης και διαφωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα που άφησαν τις προσωπικές τους μαρτυρίες - εκδοχές σχετικά με τα γεγονότα, αλλά και στους ιστορικούς που επιχείρησαν να τα καταγράψουν τα επόμενα χρόνια.

Η πρώτη σχετική σύγκρουση σημειώνεται ανάμεσα στον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Εμμανουήλ Ξάνθο, οι οποίοι ερίζουν για τη θέση του τρίτου ιδρυτή της Εταιρείας, μετά τους Σκουφά και Τσακάλωφ. Ο μεν Αναγνωστόπουλος περνά τη δική του θέση μέσα από το έργο του Φιλήμονος, υποστηρίζοντας ότι οι τρεις εμπνευστές του αρχικού σχεδίου στην Οδησσό ήταν ο Τσακάλωφ, ο Σκουφάς και ο ίδιος, ενώ για τον Ξάνθο σημειώνεται ότι κατηχήθηκε το 1817 από τον Σκουφά. Ο Ξάνθος απαντά με ανώνυμη επιστολή, γνωστή ως «απολογία Ξάνθου», την 1η Οκτωβρίου 1837, σε αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση στις 15 Δεκεμβρίου 1843 και στα Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας που δημοσίευσε το 1845.

Η θέση του συνίσταται στο ότι ο ίδιος αποτελούσε τον τρίτο πόλο της αρχικής τριάδας και πως στη συνέχεια προστέθηκε σε αυτήν ο Αναγνωστόπουλος. Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος σε άρθρο του αμφισβητεί μια σειρά από βασικά στοιχεία της τρέχουσας αντίληψης περί ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό το 1814, καθώς πρώτα απ’ όλα δεν υπήρξε ή έστω δεν έχει εντοπιστεί συγκεκριμένη πράξη ίδρυσής της. Στο ίδιο πλαίσιο τίθεται και η αμφισβήτηση της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημερομηνίας ίδρυσης της Εταιρείας.Επιπλέον, τα πρόσωπα που πρωτοστάτησαν στην ίδρυση της Εταιρείας αποτελούν άλλο ένα σημείο τριβής.


Ο Σβολόπουλος θεωρεί ότι η πρωτοβουλία στην πρώτη επεξεργασία της ιδέας σύστασής της ανήκει στους Τσακάλωφ και Σκουφά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο αρχικός εμπνευστής. Κατά την παραμονή τους στην Οδησσό -υποστηρίζει ο Σβολόπουλος- διασταύρωσαν τις σκέψεις τους με τις σκέψεις δύο ακόμα Ελλήνων πατριωτών από τον επαγγελματικό τους κύκλο, του Αναγνωστόπουλου και του Ξάνθου. Δεν είναι καν αναγκαίο -πάντα κατά τον Σβολόπουλο- να συναντήθηκαν από κοινού και οι τέσσερις. Όταν οι δύο πρώτοι ολοκλήρωσαν στη Μόσχα την επεξεργασία της αρχικής ιδέας και καθόρισαν επακριβώς τους όρους δράσης της Εταιρείας, αποφάσισαν να δράσουν.

Διδασκαλία - Κατήχηση - Ιεραρχία

Η διδασκαλία της Εταιρείας, που σώθηκε σε πολλά αντίγραφα, αποτελείται από πέντε μέρη. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνεται η διδασκαλία της μυήσεως στο μυστικό της Εταιρείας. Στο μέρος αυτό υπάγεται ο «πρώτος όρκος», η «εξομολόγησις» και η αποκάλυψη του σκοπού. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνεται η διαδικασία του Μεγάλου Όρκου, η οποία αποτελεί το πιο εντυπωσιακό μέρος της Διδασκαλίας όπως την καταγράφει ο Ιωάννης Φιλήμων. Στο τρίτο μέρος περιλαμβάνεται η ερμηνεία και οι οδηγίες περί συντάξεως του αφιερωτικού γράμματος, με τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεως.

Μετά την κατήχησή του ο νεοκατηχούμενος, εφόσον είχε τις προϋποθέσεις να προχωρήσει στην επόμενη βαθμίδα (κυρίως όσον αφορά τη γνώση ανάγνωσης και γραφής), έδινε τον μεγάλο όρκο και καθιερωνόταν ως «ιερέας». Στη συνέχεια όφειλε να αποστείλει μια επιστολή προς ένα οποιοδήποτε άτομο σε άλλη πόλη.12 Το τελετουργικό της μύησης (το οποίο επίσης περιγράφει αναλυτικά ο Φιλήμων) απλουστεύθηκε με την πάροδο των χρόνων, ιδιαιτέρως από το 1820 και μετά, οπότε γίνονταν αθρόες μυήσεις στην Εταιρεία. Στην ιεραρχία της Εταιρείας καθιερώθηκαν αρχικώς τέσσερις βαθμοί, ενώ αργότερα οι βαθμοί έγιναν επτά:
  • Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες
  • Συστημένοι
  • Ιερείς
  • Ποιμένες
  • Αρχιποιμένες
  • Αφιερωμένοι 
  • Αρχηγοί Αφιερωμένων
Οι δύο πρώτοι βαθμοί στην Εταιρεία ήταν οι κατώτεροι και αφορούσαν τα μέλη, ενώ από τον τρίτο βαθμό και μετά ήταν τα στελέχη. Στον πρώτο βαθμό κατατάσσονταν τα αγράμματα μέλη. Οι κατηχούντες ρωτούσαν πριν απ’ όλα τους κατηχουμένους αν μπορούσαν να αντέξουν το μυστικό με κίνδυνο της ζωής τους, «καθόσον αυτά που επρόκειτο να μάθη αφορούν την τύχην του ίδιου του έθνους». Για τη φύλαξη του μυστικού της Εταιρείας οι φιλικοί -κυρίως από το βαθμό των ιερέων και πάνω- χρησιμοποιούσαν ειδικό κρυπτογραφικό αλφάβητο, το οποίο αποτελούνταν από 22 στοιχεία. Επίσης, στην αλληλογραφία τους χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένο μετωνυμικό λεξικό.

Έτσι, ο εχθρός αναφερόταν ως «αγκάθι», τα μέλη της εταιρείας ως «σύννεφα», οι Άγγλοι ως «σιδηροί», οι Φαναριώτες ως «οινοπόται» κ.λπ. Αντίστοιχα, στη θέση διαφόρων τοπωνυμίων χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικούς αριθμούς.

Εξάπλωση της Εταιρείας

Τρία χρόνια μετά την ίδρυσή της η Φιλική Εταιρεία μετρούσε ελάχιστα μέλη στις τάξεις της. Με τη μεταφορά της έδρας της όμως στην Κωνσταντινούπολη εγκαινιάζεται μια περίοδος έντονης δραστηριοποίησης. Ήδη «από τις αρχές του 1817», όπως αναφέρει ο Βούλγαρος ιστορικός Νικολάι Τοντόρωφ, «στους στόχους της Εταιρείας αρχίζει να παίρνει βαρύνουσα σημασία η δημιουργία ευρύτερης συνεργασίας μεταξύ Σέρβων, Ελλήνων και Βουλγάρων, μέχρι του σημείου μάλιστα να γίνονται σχέδια για μια ταυτόχρονη εξέγερση στη Σερβία, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία». Η Φιλική Εταιρεία επιδιώκει τη συνεργασία με τους υπόλοιπους Βαλκανικούς λαούς με στόχο μια συντονισμένη εξέγερση εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας, και πρώτα απ’ όλους με τους Σέρβους.

Ο αρχηγός των Σέρβων επαναστατών Καραγεώργης Πέτροβιτς διέφυγε από την πατρίδα του μετά την ήττα του κινήματος το 1813 και εγκαταστάθηκε στη Βεσσαραβία. Την άνοιξη του 1817 ο Καραγεώργης πέρασε κρυφά, με τη βοήθεια της Φιλικής, στο σερβικό έδαφος με σκοπό να καταλάβει την εξουσία στη χώρα του και, σε περίπτωση που η Υψηλή Πύλη δεν τον αναγνώριζε, να αναλάβει την ηγεσία του επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπούσε στην περιοχή σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής για μια συντονισμένη εξέγερση στα Βαλκάνια. Στη Σερβία φιλοξενήθηκε στο σπίτι του φίλου του Βόιτζα Βουλίτσεβιτς, που ήταν «κνιέζ» (προύχοντας) της επαρχίας Σεμενδρίας.

Ο Βόιτζα όμως πρόδωσε τον Καραγεώργη, ο οποίος δολοφονήθηκε τη νύχτα της 12ης Ιουνίου 1817 στο σπίτι του Βουλίτσεβιτς από τους ανθρώπους του αντιπάλου του Μίλος Οβρένοβιτς, και το κεφάλι του εστάλη στην Πύλη. Με το θάνατο του Καραγεώργη ναυαγεί η προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ της Φιλικής Εταιρείας και των Σέρβων για ταυτόχρονη κινητοποίηση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Εταιρεία προσπάθησε να προσεγγίσει τον Μίλος Οβρένοβιτς για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αλλά δεν υπήρξε αποτέλεσμα λόγω των δισταγμών του τελευταίου. Μετά την ανάληψη της αρχηγίας από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, οι προσπάθειες επικοινωνίας με τους Σέρβους γίνονται ακόμα πιο συστηματικές, ο Οβρένοβιτς όμως και πάλι τις αποκρούει.

Η Φιλική Εταιρεία έπρεπε πλέον να αναθεωρήσει τους στόχους της και να επαναπροσδιορίσει τις συμμαχίες της. Έτσι, αποφασίστηκε ο προσεταιρισμός οπλαρχηγών από τον ελλαδικό χώρο που είχαν συμμετάσχει σε διάφορες εξεγέρσεις και διέθεταν σχετική πείρα. Για τους τελευταίους μάλιστα καθιερώθηκαν και οι δύο τελευταίοι βαθμοί στην ιεραρχία: «αφιερωμένοι» και «αρχηγοί αφιερωμένων», ενώ χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά οι «απόστολοι», πληρεξούσιοι της Εταιρείας με σκοπό την προσέλκυση στους κόλπους της μελών σε απομακρυσμένες περιοχές.


Μείζονος σημασίας για την Εταιρεία, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, ήταν οι μυήσεις των τριών οπλαρχηγών από την Πελοπόννησο Παναγιώτη Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταρά, Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου το 1817 στην Οδησσό. Οι τρεις αυτοί οπλαρχηγοί, καθώς και ο Ιωάννης Χατζή-Φαρμάκης, οπλαρχηγός από τη Μακεδονία, είναι οι πρώτοι στρατιωτικοί από την κυρίως Ελλάδα που θα ενταχθούν στη Φιλική και θα προκαλέσουν στροφή της Εταιρείας προς τον ετοιμοπόλεμο επαναστατικό κορμό του Ελλαδικού χώρου. Την ίδια περίοδο οι απόστολοι της Φιλικής επεκτείνουν το συνωμοτικό δίκτυο τόσο στον Ελληνικό χώρο όσο και στα Βαλκάνια, καθώς ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε η ιδέα μιας Βαλκανικής εξέγερσης.

Απόστολος για τη Σερβία ορίστηκε ο Γεωργάκης Ολύμπιος και για τη Βουλγαρία ο Δημήτρης Βατικιώτης, αξιωματικός του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1806 - 1812). Ο Βατικιώτης διοικούσε εθελοντικά τμήματα των Βουλγάρων που δρούσαν στον Δούναβη μαζί με τα ρωσικά στρατεύματα και μύησε στη Φιλική Εταιρεία τους αρχηγούς των Βουλγαρικών αυτών σωμάτων. Ο πρόωρος θάνατός του όμως το 1819 δημιούργησε μεγάλες δυσκολίες στη συνεργασία των Βουλγάρων με τη Φιλική Εταιρεία.

Τον επόμενο χρόνο ο οπλαρχηγός Σάββας Καμηνάρης, ο οποίος διατηρούσε μόνιμες επαφές με τους Βούλγαρους, υπέβαλε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε επαναστατικές κινητοποιήσεις στη Σερβία και τη Βουλγαρία αλλά και των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη. Το σχέδιο του Καμηνάρη και ο προσεταιρισμός των Βουλγάρων ποτέ δεν εφαρμόστηκαν στην πράξη, καθώς οι Φιλικοί ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την εξέγερση των Σέρβων, απουσίαζε συντονισμός στις ενέργειές τους, ενώ σημαντική υπήρξε και η απόφαση στη γενική συνέλευση των επιφανέστερων μελών της Φιλικής Εταιρείας τον Οκτώβριο του 1820 στο Ισμαήλιο να καθοριστεί ως κέντρο της επανάστασης η Πελοπόννησος.

Το Ισμαήλιο ήταν πόλη της Ουκρανίας κοντά στα σύνορα με τη Ρουμανία, 80 χλμ. ανατολικά της Βραΐλας. Βρίσκεται στην ανατολική ακτή του παραποτάμου του Δούναβη Κίλια, κοντά στο δέλτα του μεγάλου ποταμού. Οι πηγές αναφέρουν συχνά το Ισμαήλ ως παραδουνάβιο. Όντας συνοριακή πόλη, βρέθηκε ανά διαστήματα υπό τον έλεγχο Οθωμανών, Ρώσων, Ρουμάνων και Σοβιετικών. Είχε πάντοτε πολυεθνικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Στο μεταξύ, από το 1818 η έδρα της Φιλικής Εταιρείας έχει μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου στους κόλπους της εισέρχεται ο μεγαλέμπορος Παναγιώτης Σέκερης, προσφέροντας σημαντική οικονομική ενίσχυση και λύνοντας προς στιγμήν ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της Εταιρείας, δηλαδή την εξεύρεση πόρων.

Ιδιαιτέρως σημαντική ήταν και η μύηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 2 Αυγούστου 1818 στη Μάνη από τον έμπορο Κυριάκο Καμαρινό, καθώς και η δράση του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου, ο οποίος αναγνωρίσθηκε από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο μέλος της Αρχής με τα αρχικά στοιχεία Α.Μ. Η Φιλική Εταιρεία είχε πολύ μεγαλύτερο βαθμό διείσδυσης στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Ιονίου, όπου μύησε μεγάλο αριθμό τοπικών προυχόντων, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχαν ιδιαίτερα ισχυρές κοινοτικές δομές, σχετικά ομοιογενείς εθνοτικά πληθυσμοί και μικρή παρουσία Μουσουλμάνων.

Όπως αναφέρει ο G. Frangos στην ιστορική και κοινωνιολογική μελέτη του για τη Φιλική Εταιρεία, οι προεστοί της Πελοποννήσου και οι αριστοκράτες των Ιόνιων Νήσων ήταν σε θέση να επωφεληθούν από μια οργάνωση η οποία, όπως πίστευαν, θα τους βοηθούσε να επεκτείνουν ή να ανακτήσουν την παραδοσιακή εξουσία και τα προνόμιά τους. Όσον αφορά την επαγγελματική σύνθεση των μελών της Εταιρείας , ο G. Frangos, στηριζόμενος σε στοιχεία που προέρχονται από την αλληλογραφία των Φιλικών, αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί 23 κατηγορίες και υποκατηγορίες επαγγελμάτων. Η πλέον πολυπληθής κατηγορία ήταν των εμπόρων, η οποία αντιστοιχούσε στο 53,7% των μελών της Εταιρείας.

Στη δεύτερη επαγγελματική κατηγορία εντάσσονταν εκείνοι των οποίων τα επαγγέλματα απαιτούσαν εκπαίδευση ανώτερη του μέσου όρου (γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, φοιτητές αλλά και Φαναριώτες). Η τρίτη επαγγελματική κατηγορία, που αποτελούσε το 11,7% της σύνθεσης των Φιλικών, ήταν προεστοί, κυρίως από την Πελοπόννησο. Κληρικοί όλων των βαθμίδων αποτελούσαν το 9,5% των εταιρικών. Επίσης, οι στρατιωτικοί -κυρίως πρώην αρματολοί και κλέφτες- που είχαν υπηρετήσει ή υπηρετούσαν ακόμη σε ξένους στρατούς αποτελούσαν την πέμπτη κατηγορία και αντιστοιχούσαν στο 8,7%. Τέλος, οι αγρότες, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των ελληνόφωνων περιοχών, αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,6% των μελών της Εταιρείας.

Οι Έλληνες αγρότες, όπως γενικότερα και οι Βαλκάνιοι, προσκολλημένοι στην παραδοσιακή κοινωνία, έμεναν ακόμη μακριά από τις διαδικασίες εθνικής συγκρότησης, που επηρέασαν περισσότερο τις αστικές κοινότητες και τις κοινότητες της Διασποράς.

Διασπορά και Φιλική Εταιρεία

Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο της Εταιρείας εκτός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι ότι οι δραστηριότητές της περιορίζονταν στις κοινότητες της Ελληνικής Διασποράς των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και της νοτιοδυτικής Ρωσίας. Οι περιοχές αυτές είχαν προσελκύσει το τελευταίο κύμα μεταναστεύσεων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το 1821. Στη διάρκεια της περιόδου από το 1797 ως το 1815 ελάχιστοι Έλληνες μετανάστευσαν στις εγκατεστημένες από χρόνια κοινότητες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης.

Οι ηγέτες της Εταιρείας απέτυχαν να μυήσουν μέλη από το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μασσαλία ή το Άμστερνταμ, πόλεις με ακμάζουσες εμπορικές κοινότητες. Στη Ρουμανία και τη Ρωσία μυήθηκαν πρόσφατοι μετανάστες που αντιπροσώπευαν σχεδόν κάθε περιοχή του Ελλαδικού χώρου.

Αναζήτηση Αρχηγού

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1819 τα μέλη της Αρχής της Εταιρείας υπέγραψαν κοινή συμφωνία με την οποία καθοριζόταν η μελλοντική πορεία και τα καθήκοντα της ηγετικής ομάδας, καθώς ήταν πλέον εμφανής η ανάγκη για την ύπαρξη μιας κεντρικής διοίκησης που θα εκπονούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσης, ιδίως μετά το θάνατο του Σκουφά. Στην τελευταία παράγραφο του συμφωνητικού αυτού παρεχόταν η εξουσιοδότηση στον Εμμανουήλ Ξάνθο να φανερώσει την «Αρχή» στον Ιωάννη Καποδίστρια και να του προτείνει την ανάληψη της αρχηγίας της Εταιρείας. Παρά την εγκάρδια υποδοχή την οποία επιφύλαξε ο Καποδίστριας στον Ξάνθο, αρνήθηκε την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας.


Μετά την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Ξάνθος αυτοβούλως επισκέφθηκε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, γόνο της μεγάλης φαναριώτικης οικογένειας, και του πρότεινε να γίνει αρχηγός της Εταιρείας. Ο Υψηλάντης δέχθηκε χωρίς δισταγμό την αρχηγία και στις 12 Απριλίου 1820 συνυπέγραψε με τον Ιωάννη Μάνο και τον Ξάνθο έγγραφο με το οποίο οριζόταν Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Με την υπογραφή του εγγράφου αυτού άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Φιλικής Εταιρείας, η οποία υπό την ηγεσία του νέου αρχηγού της βάδιζε προς την τελική επιδίωξη του σκοπού της, που ήταν η έκρηξη εθνικής επανάστασης και η συγκρότηση εθνικού κράτους.

Εταιρεία στην Επανάσταση

Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την Επανάσταση στη Μολδαβία με την περίφημη προκήρυξή του «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Οι προκηρύξεις της Φιλικής Εταιρείας, που συντάχθηκαν από λογίους του υψηλαντικού περιβάλλοντος, συνεισέφεραν σημαντικά στην αποκρυστάλλωση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, καθώς σε αυτές γίνεται συνεχής αναφορά σε όρους και έννοιες που αποτέλεσαν στοιχεία συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Χρονικά η επανάσταση συνέπεσε με το κίνημα του Βλάχου οπλαρχηγού Θεόδωρου Βλαδιμηρέσκου, το οποίο είχε ξεσπάσει την ίδια εποχή στη Βλαχία.

Ο Υψηλάντης συνεργάσθηκε με τον Βλαδιμηρέσκου, στην πορεία όμως, και ενώ η επανάσταση έπαιρνε δραματική τροπή, ο Βλαδιμηρέσκου κατηγορήθηκε από τους Έλληνες ότι είχε αρχίσει τις συνεννοήσεις με τους Οθωμανούς και εκτελέστηκε από τους ανθρώπους του Υψηλάντη. Μετά την αποτυχία της επανάστασης στη Μολδοβλαχία η Φιλική Εταιρεία δυσφημήθηκε και το έργο της σε μεγάλο βαθμό απαξιώθηκε. Ο παραγκωνισμός του ηγετικού κύκλου της Φιλικής Εταιρείας από τους μηχανισμούς εξουσίας που συγκροτήθηκαν μετά την κήρυξη της Επανάστασης εντάσσεται στο πεδίο της έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των στρατιωτικών -Πελοποννήσιων προκρίτων και πολιτικών-Υδραίων, η οποία οδήγησε στην εμφύλια σύγκρουση του 1824.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέθανε μόνος και λησμονημένος σχεδόν απ’ όλους, λίγες ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, ύστερα από χρόνια κράτηση στις φυλακές του Μούνκατς και του Τερέζιενστατ.

Εσωτερικές Διενέξεις

Μελανές σελίδες στην ιστορία της Φιλικής Εταιρείας αποτελούν η εκτέλεση του Νικολάου Γαλάτη και του Δημητρίου Κούτμα, του εμπόρου Κυριάκου Καμαρινού, ο οποίος ρίχτηκε στον Δούναβη από τους Φιλικούς το 1820 για να μην παραδώσει στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια με την οποία γινόταν φανερό ότι ο τελευταίος δεν είχε σχέση με την Εταιρεία (γεγονός που θα δημιουργούσε μείωση του κύρους της Εταιρείας και αποχώρηση του Πετρόμπεη και άλλων οπλαρχηγών από αυτήν), καθώς και η απόπειρα αυτοκτονίας του Νικολάου Σπηλιάδη, ο οποίος, φοβούμενος ότι θα έχει την τύχη του Γαλάτη, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στις 29 Ιανουαρίου 1821 αλλά σώθηκε ως εκ θαύματος.

Δεν έλειπαν επίσης και οι εσωτερικές διενέξεις, οι οποίες αποτέλεσαν παρακαταθήκη για τις πολιτικές εξελίξεις μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Πιο συγκεκριμένα, ένα χρόνο πριν από την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας από τον Υψηλάντη, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, συνοδεύοντας τον θείο του Ιωάννη Καρατζά, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια από τον Σουλτάνο, έφτασε στην πόλη Πίζα της Ιταλίας. Εκεί φιλοξενήθηκε στο σπίτι του μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου. Τα περί κατηχήσεως του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Καρατζά αναφέρονται σε επιστολή του Θεοδώρου Νέγρη από το Ιάσιο προς την Αρχή στις 12 Απριλίου 1819:

«Ο ποστέλνικος Μαυροκορδάτος και ο πρίγκηψ Κωνσταντίνος Καρατζάς κατηχηθέντες έλαβον τα εφοδιαστικά». Παρά τη μύησή του στην Εταιρεία, τόσο ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όσο και ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος ήταν αντίθετοι στο χρόνο έναρξης της επανάστασης και άσκησαν κριτική στην προσωπικότητα και τη δράση του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Η ομάδα Μαυροκορδάτου, Ιγνατίου, Θεοδώρου Νέγρη, που αποκλήθηκε «Κύκλος της Πίζας», αποτέλεσε καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα το αντίπαλο δέος της Υψηλαντικής παράταξης.

Αποτίμηση του Έργου της Φιλικής Εταιρείας

Η Φιλική Εταιρεία κατόρθωσε να ανοίξει το δρόμο για την Επανάσταση και την ίδρυση του ελληνικού εθνικού κράτους. Μέσα στη συγκυρία της εταιριστικής δράσης που απλωνόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη, και της διάδοσης των επαναστατικών ιδεών, η Εταιρεία οργανώθηκε και εξάπλωσε το δίκτυό της στην Οθωμανική επικράτεια και εκτός αυτής. Υπήρξε Ελληνική οργάνωση με Βαλκανικές προεκτάσεις που ανδρώθηκε στο έδαφος της Ρωσίας, στη βοήθεια της οποίας πάντοτε προσέβλεπε. Χωρίς δική της πολεμική μηχανή, πέρασε στην ιστορία ως η μεγάλη συνωμοτική οργάνωση που προετοίμασε την Ελληνική Επανάσταση.

Αρχειακές Έρευνες στη Ρωσία

Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνομία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες. Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814.

Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας.Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας.

Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά - Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας. Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών». Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων).


Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όλοι οι Έλληνες, είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξουμε την πνευματική και πολιτική παράδοση στην οποία στηρίχθηκε η επανάσταση του 1821, που δεν εξετάζεται μόνο σαν Στρατιωτικό γεγονός Πανευρωπαϊκής ακτινοβολίας αλλά και σαν πνευματικός αγώνας ενός λαού που πιστεύει στην αξία της ιδέας της εθνικής ανεξαρτησίας και υπηρετεί σε όλες τις εποχές, τις ακατάλυτες αρχές της ελευθερίας και της Αρετής. Κι αυτό γιατί τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκρηξη και την εξάπλωση της επανάστασης τείνουμε να τα ξεχάσουμε στις μέρες μας, καθώς αναλωνόμαστε συνήθως σε διαφωνίες σχετικά με τον ένα ή τον άλλο ρόλο που έπαιξε ο ένας ή ο άλλος παράγοντας της επαναστατικής δράσης.

Πολλοί μάλιστα τείνουν να αμφισβητήσουν ακόμα και την αναγκαιότητα της έκρηξης της επανάστασης στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ξεχνώντας ότι οι επαναστάσεις ξεσπούν όταν έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες εκείνες που θα τις συντηρήσουν και θα τις οδηγήσουν σε επιτυχία. Μ' άλλα λόγια η επανάσταση δεν θα μπορούσε να σταθεί, ακόμα κι αν ξεκινούσε, εφόσον οι κοινωνικές συνθήκες και η λαϊκή συμπαράσταση δεν το επέτρεπαν. Η επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας και του Νικολάου Σκουφά ήταν ότι έδωσαν το όραμα και την οργάνωση που χρειαζόταν ώστε να τεθεί σε κίνηση ένας μηχανισμός, ο οποίος, στη συνέχεια, ξεπέρασε και τους ίδιους τους εμπνευστές του.

Ειδικότερα το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» υπήρξε η μεγαλύτερη έμπνευση και η ουσιαστική παράμετρος επιτυχίας των επαναστατών. Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό ότι δεν δίσταζαν να θυσιάσουν το πιο πολύτιμο γι' αυτούς αγαθό, την ίδια τους τη ζωή, δηλαδή, οι επαναστάτες του 1821 αφαιρούσαν από τους αντιπάλους τους τη δυνατότητα να τους δελεάσουν με οτιδήποτε θα μπορούσε να τους σταματήσει από την απόφασή τους. Σήμερα ζούμε σε ένα καθεστώς διαφορετικής «σκλαβιάς», μιας δηλαδή οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης που οδηγεί το λαό μας σε απελπισία. Αυτό που μπορεί να αποτελέσει το φάρο ο οποίος θα μας οδηγήσει έξω από τα αδιέξοδα είναι το παράδειγμα του Σκουφά και των Φιλικών.

Η ομαδική προσπάθεια, η πίστη στις δικές μας δυνάμεις και όχι σε ξενόφερτες βοήθειες, η κινητοποίηση του καλύτερου και πιο ενθουσιώδους ανθρώπινου δυναμικού, η συγκέντρωση πόρων από το εσωτερικό και το εξωτερικό για την κοινή προσπάθεια, το «πάντρεμα» των έμπειρων, παραδοσιακών ηγετών με τους ενθουσιώδεις αλλά πιο άπειρους νέους και κυρίως η συλλογική δράση, η κοινή αντίληψη και η εμπιστοσύνη στην ευόδωση της τελικής προσπάθειας αποτελούν ελάχιστες προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας προσπάθειας να ανακάμψει η χώρα μας, όπως αποτέλεσαν τη βάση για την επιτυχία της προσπάθειας που έκαναν ο Σκουφάς και οι Φιλικοί να ξεκινήσει ο εθνικός Αγώνας που κατέληξε στην εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Δεν θα πρέπει να μας σταθούν εμπόδιο τα όποια κηρύγματα μισαλλοδοξίας, οι όποιες απαισιόδοξες προβλέψεις, οι ξένες επιβουλές ή οι εντόπιοι δισταγμοί. Κι εδώ μπορούμε να παραδειγματιστούμε από τον ιδρυτή της Φιλικής Εταιρείας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Φιλήμονα, ο Σκουφάς θεωρούσε την Ελλάδα ως το πιο γλυκό αντικείμενο των στοχασμών του. Τιμούσε την αρετή και τον ενάρετο άνθρωπο, για τον οποίο πίστευε ότι δεν ήταν ανάγκη τόσο να έχει μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση χωρίς όμως διάθεση προσφοράς στην πατρίδα, όσο να έχει έστω μέτρια μόρφωση με μυαλό που θα το έθετε στην υπηρεσία του έθνους. Ομαδικότητα, συνεργασία, ενθουσιασμός, πατριωτισμός και πίστη.

Μπροστά στα «όπλα» αυτά, κανείς δεν μπορεί να μη λυγίσει. Αν τελικά μας διδάσκει κάτι η όλη ιστορία του Νικολάου Σκουφά και των Φιλικών (αλλά και κάθε επαναστατική κίνηση) είναι ότι ο όποιος αγώνας κρίνεται από αυτό που καταθέτει ο καθένας μας ως διακύβευμα, αυτό δηλαδή που είναι διατεθειμένος να χάσει προκειμένου να επιτύχει στον αγώνα του.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)