Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ Ο ΤΕΠΕΛΕΝΛΗΣ 1744 - 1822 (ΜΕΡΟΣ Β')

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

ΣΟΒΑΡΑ ΚΑΙ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ

Όλη του η ζωή ήταν μια αντίφαση. Σούβλιζε ανθρώπους και, συγχρόνως, προσκυνούσε τα λείψανα του Πατρο-Κοσμά. Κατέστρεφε ολόκληρα χωριά και παράλληλα έχτιζε Χριστιανικές εκκλησίες. Αψηφούσε τους ισχυρούς της γης, ενώ υποτασσόταν, στον κάθε ρυπαρό δερβίση. Είχε την εκδίκηση μέσα του, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε τους ευεργέτες του, όσα χρόνια και αν περνούσαν. Αγαπούσε την πρώτη γυναίκα του, την Εμινέ, όμως προξένησε το θάνατό της. Ντυνόταν με τις πολυτελέστερες φορεσιές, αλλά μπορούσες να τον δεις και με ρούχα ζητιάνου. Ήταν αμόρφωτος και όμως υποστήριζε την Ελληνική παιδεία. Ήταν ατρόμητος στη μάχη, αλλά έτρεμε τις βροντές και τις αστραπές. Λοιδορούσε -δημοσίως- τους γιους του, ενώ συγχρόνως τους έχτιζε λαμπερά παλάτια. ταν, με δυο λόγια, μια αντιφατική και απρόβλεπτη προσωπικότητα. Έζησε μέσα στην πολυτέλεια, στα πολλά και μεγαλοπρεπή παλάτια του, που δημιουργούσαν δέος ακόμη και στους πιο επίσημους ξένους επισκέπτες του...

Ο Leake γράφει ότι παρίστανε, ο ίδιος, τον αρχιτέκτονα και διάλεγε προσωπικά την διακόσμηση και την επίπλωσή τους. Καθημερινώς, σχεδόν, εξερχόταν από το σεράι του και περιδιάβαινε στην πόλη των Ιωαννίνων έφιππος, με έναν μόνο σωματοφύλακα, και επέτρεπε σε οποιονδήποτε να τον πλησιάσει -ανεξάρτητα αν ήταν οπλισμένος ή όχι- θέλοντας έτσι να δείξει την εμπιστοσύνη που έτρεφε προς τους υπηκόους του. Όμως, από φόβο κρυφό, ουδείς γνώριζε το ακριβές δρομολόγιό του. Αν και φιλάργυρος στο έπακρο, εν τούτοις η αυλή του σε τίποτε δεν υστερούσε ακόμη και εκείνης του σουλτάνου. Οι Χριστιανοί αυλικοί του καθώς και οι Ευρωπαίοι επισκέπτες του, τον προσαγόρευαν «Υψηλότατον» και «Αφέντην Βεζύρη».

Κατά τις επίσημες ακροάσεις καθόταν στο μεγαλοπρεπές ντιβάνι του και όλοι οι άλλοι ήταν όρθιοι, εκτός από τους πρόξενους, τους ξένους καλεσμένους του και το Θανάση Βάγια. Ακόμη και οι γιοι του ή οι εγγονοί του στέκονταν -επίσης- όρθιοι, σε ένδειξη σεβασμού. Κανείς από τους παριστάμενους δεν επιτρεπόταν να καπνίζει, μπροστά του, εκτός από τους ξένους και ορισμένους αυλικούς ευνοούμενούς του. Πολλές φορές, και για ολόκληρες ώρες, συνήθιζε να μένει σε ένα μικρό δωμάτιο, στην είσοδο του παλαιού σεραγιού του, το οποίο ήταν χαμηλοτάβανο και φωτιζόταν -μόνον- από ένα παράθυρο που διέθετε πυκνό δικτυωτό, ώστε να παρακολουθεί την αυλή χωρίς να τον βλέπουν.

Η παραμονή του εκεί προκαλούσε τρόμο, γιατί όλοι ήξεραν ότι θα ακολουθήσει τυραννική εκτέλεση, την οποία θα απολαύσει από τον κρυψώνα του αθέατος. Εάν έπαιρνε και κάποιον άλλο μαζί του, αυτό ήταν μεγάλη τιμή. Απαγόρευε σε οιονδήποτε -εκτός των δύο γιων του και του χαρεμιού του- να επιβαίνει σε άμαξα. Ο ίδιος είχε αγοράσει τρεις, σε ακριβές τιμές, από την Ευρώπη. Την μία μάλιστα επήρε γιατί του είπαν ότι την χρησιμοποιούσε στις τελετές ο Joackim Murat (1767 - 1815), ο Γάλλος στρατηγός και γαμπρός του Ναπολέοντα, όταν ήταν ο βασιλιάς της Νάπολης. Και όμως δεν ήταν παρά μια συνηθισμένη και μεταχειρισμένη άμαξα. Η μεγαλομανία του δεν είχε όρια.

Μεγάλη του απόλαυση ήταν να παρακολουθεί, από το μπαλκόνι του σεραγιού του, τον πετροπόλεμο που έπαιζαν ομάδες αγοριών από διαφορετικές συνοικίες. ταν πραγματική μάχη στην οποία συμμετείχε με κραυγές υποστήριξης πλήθος Γιαννιωτών. Επειδή όμως «πολλαί κεφαλαί τεθλασμέναι, ενίοτε δε η απώλεια οφθαλμού ή και οδόντων ήταν τα αποτελέσματα του πρωτοτύπου αυτού πολέμου», κάποια στιγμή ο Αλής έβγαλε διαταγή και απαγόρευσε τους αγώνες αυτούς. Όμως δεν έκανε το ίδιο -γράφει ο Smart Hughes- με τις κονταρομαχίες των έφιππων αξιωματικών του, που γίνονταν στον περίβολο των παλατιών του. Τη νύφη επλήρωναν τα άλογα, αναφέρει και πάλι ο Hughes:

«Τα κακόμοιρα τα ζώα, απαγόμενα εκ του πεδίου της μάχης, μετά το πέρας του αγώνος, άφριζαν αίμα εκ της φοβεράς πιέσεως των χαλινών τους». Στην αλληλογραφία του με τους Ευρωπαίους χρησιμοποιούσε τον τίτλο « Le capitain Général, di tutta La Rumelia». Σύμφωνα με τον Leake στις επιστολές προς τον Άγγλο βασιλιά υπέγραφε σαν «Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων και Τρικάλων». Κατά τον Κωλέττη στις συνομιλίες του χρησιμοποιούσε τα επίθετα «αγαπητέ... αδερφέ... τέκνον...». Ο αυλικός Αθανάσιος Λιδωρίκης περιγράφει στα απομνημονεύματά του την καθημερινή ζωή του Αλή:

«Ο Βεζύρης σηκωνόταν, κατά τον μεν χειμώνα νύχτα, το δε καλοκαίρι χαράματα. Έπινε δυο φλιτζάνια καφέ, χωρίς ζάχαρη, και κάπνιζε το ναργιλέ του μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Στην συνέχεια, ρύθμιζε τις κρατικές υποθέσεις, δεχόταν τους ξένους επισκέπτες και δίκαζε τους υπηκόους του. Το μεσημέρι έτρωγε, κατά κόρον, μόνος πάντα, καθισμένος σταυροπόδι, σε χαμηλό ασημένιο τραπέζι. Πρώτα του έφερναν τη σούπα από την οποία έπαιρνε δύο με τρεις κουταλιές. Έπειτα ερχόταν το ψητό, πάντοτε ένα ολόκληρο αρνί, το οποίο και τιμούσε με λαιμαργία. Ακολουθούσε ψητή όρνιθα. Τελευταίο πιάτο του ήταν το πιλάφι. Τα γλυκίσματα δεν τα αγαπούσε.

Σαν επιδόρπιο προτιμούσε κομπόστα από μήλα ή καρύδια, ενώ του άρεσαν οι πίτες και τα μπουρεκάκια, αποστρεφόμενος τους χαλβάδες και τους μπακλαβάδες. Το μεσημέρι πάντα ξάπλωνε για μια ώρα και το απόγευμα συνέχιζε να εργάζεται μέχρι τις επτά. Στη συνέχεια -χωρίς να φάει οτιδήποτε- αποσυρόταν. Στο χαρέμι του ουδέποτε έμπαινε τη νύχτα, γιατί κοιμόταν μόνος». Το έτος 1812 για να γεμίσει το θησαυροφυλάκιό του επωφελήθηκε από την άσχημη σοδειά, και εγκατέστησε μονοπώλιο απαγορεύοντας την εισαγωγή σιτηρών από τους γειτονικούς κάμπους της Θεσσαλίας, ώστε να πουλήσει το δικό του σιτάρι που είχε στις αποθήκες.

Ο πεινασμένος λαός αγρίεψε και ξεσηκώθηκε. Στις 23 Ιουλίου, αφού συγκεντρώθηκε μπροστά στο σεράι της Λιθαρίτσας, άρχισε να φωνάζει «ψωμί ή θάνατος». Ένας Αρβανίτης τράβηξε την πιστόλα του και έριξε επάνω στο πλήθος. Ολόκληρη η φρουρά ετοιμάστηκε για μακελειό. Εκείνη την στιγμή πρόβαλε ο Πασάς αναστατωμένος και φοβισμένος για τις συνέπειες αυτού του ξεσηκωμού, απαγόρευσε τη χρήση των όπλων και πρόσταξε να κρεμάσουν επί τόπου, μπροστά στο λαό, τον στρατιώτη που πυροβόλησε. Ύστερα, είπε στο πλήθος να διαλυθεί και υποσχέθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά του. Πράγματι, σε λίγο, έβγαλε από τις αποθήκες και πούλησε σε πολύ χαμηλή τιμή δυο χιλιάδες φορτώματα στάρια.


Στη συνέχεια μείωσε την τιμή του δεσμευμένου σταριού και άφησε ελεύθερες τις εισαγωγές του από τη γειτονική Θεσσαλία. Η αντιφατικότητα και το αλλοπρόσαλλο του χαρακτήρα του παρουσιάζονται σε πολλά περιστατικά της ζωής του, όπως και το ακόλουθο: Κάποτε -προς το τέλος του βίου του- απήγαγε την Δέσπω Λιακατά (κόρη του οπλαρχηγού του Ξηρόμερου), και την έκλεισε στο χαρέμι του, αυτή όμως πέθανε μετά από 15 μέρες, «από θλίψη και φιλοτιμία» - όπως τουλάχιστον λέγεται. Ο Αλής ένιωσε τύψεις και θέλησε να εξευμενίσει την οικογένειά της. Διχοτόμησε λοιπόν το αρματολίκι του Κλείνοβου στον Ασπροπόταμο (Αχελώο) και διόρισε διοικητή του μισού τον αδερφό της Δέσπως, Γρηγόρη Λιακατά (1799 - 1826).

Συγχρόνως τον πάντρεψε με τη Βαγγελή, κόρη του μέχρι τότε αρματολού του ενιαίου Κλείνοβου, Νικόλαου Στουρνάρη -του γνωστού οπλαρχηγού του '21- που και αυτός ήταν στην υπηρεσία του Βεζύρη. Όλοι -φυσικά- δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα τις αποφάσεις του. Ο Γρηγόρης, μετά την άλωση των Ιωαννίνων από το Χουρσίτ, αναδείχτηκε σε σπουδαίο πολέμαρχο του Αγώνα και έπεσε ηρωικά στο Μεσολόγγι, λίγο πριν από την αιματηρή Έξοδο. Γέμισε την επικράτειά του με χάνια και οδικούς σταθμούς και όμως ο ίδιος στα ταξίδια του απέφευγε κατά κανόνα την ανάπαυση και την διανυκτέρευσή του σε αυτά τα δημόσιας χρήσης κτίρια με τις στοιχειώδεις προσφερόμενες υπηρεσίες, γιατί δεν μπορούσαν να καλύψουν τις πολυτελείς ανάγκες του.

Έτσι προτιμούσε να καταλύει στα ιδιόκτητα σεράγια που είχε οικοδομήσει στα διάφορα σημεία των κυριότερων δρόμων του κράτους του, σε μοναστήρια, ή, τέλος, σε σπίτια τοπικών αξιωματούχων, τα οποία μπορούσαν να του προσφέρουν μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια. Αν και ο ίδιος έζησε μέσα στη λαγνεία και την ακολασία, προς τα έξω εμφανιζόταν σαν μέγας και αμείλικτος προστάτης των δημοσίων ηθών. Για τους Μουσουλμάνους η μοιχεία εθεωρείτο το φοβερότερο κακούργημα και ο σατράπης αξίωνε στις περιπτώσεις αυτές την σχολαστική εφαρμογή των Οθωμανικών νόμων, oι οποίοι προέβλεπαν τρομακτικές ποινές.

Ο φονιάς, ο κλέφτης, ο ληστής ίσως έβρισκαν κάποιους υπερασπιστές και προστάτες, ενώ η σοδομία ήταν ελεύθερη, τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Αρβανίτες, (ο ίδιος είχε και αντρικό χαρέμι,) όμως ακόμη και υποψία κρυφού ερωτικού δεσμού μεταξύ ετερόφυλων προσώπων μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε φρικαλέο θάνατο. Αν οι ένοχοι ήταν ανύπαντροι έπρεπε να τιμωρηθούν με 90 ραβδισμούς (στις πατούσες για τον άντρα και στα οπίσθια για τη γυναίκα). Αν ο ένας ήταν παντρεμένος, τότε καταδικάζονταν και οι δυο τους σε λιθοβολισμό, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και εθνικότητας. Για την θανατική καταδίκη τους αρκούσε, η μαρτυρία δύο ''διακεκριμένων πολιτών'', που θα βεβαίωναν με όρκο ότι τους συνέλαβαν «επ' αυτοφώρω».

Όμως ο οξυδερκής τύραννος διέβλεπε πολλές φορές και τη σκοπιμότητα των καταγγελιών και τιμωρούσε τους... μάρτυρες σκληρά. Ο Νικολός, ο γιος του μεγαλέμπορου Αργύρη Α. Βρεττού, φιλάνθρωπου και ευεργέτη, ντύθηκε γυναίκα και μπήκε στο χαρέμι για να γνωρίσει αυτόν τον άγνωστο κόσμο, όμως συνελήφθη από τους ευνούχους. Η ποινή, σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο, ήταν ο θάνατος. Όμως ο επιπόλαιος νεαρός διασώθηκε, γιατί η πλούσια οικογένειά του έστειλε στον Βεζύρη κοσμήματα, επάργυρα σκεύη και τιμαλφή μεγάλης αξίας και έτσι η υπόθεση ''έκλεισε''.

Την περίοδο του καρναβαλιού πήγαινε στο μέγαρο του Δημητρίου Μακρή (στη γωνία των οδών Παπάζογλου και Αραβαντινού, όπου σήμερα βρίσκεται το διατηρητέο ''Αρχοντικό Βασίλειου Πυρσινέλλα''), για να το παρακολουθήσει. Το αρχοντόσπιτο πάνω από την εξώθυρά του είχε έναν μικρό κλειστό εξώστη, στον οποίον καθόταν προκειμένου να δει το ''γαϊτανάκι'', το οποίο χόρευαν οι μασκαρεμένοι, προς τους οποίους έριχνε, ως δώρα, μικρά φλουράκια, τα ονομαζόμενα ''ρουπιέδες''.

ΤΑ ΧΑΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ

Ο Αλής διατηρούσε τέσσερα -τουλάχιστον- χαρέμια, στα Γιάννενα με 300 γυναίκες (τον αριθμό δίνει ο Hobhouse), στο Τεπελένι με 60, και δύο μικρότερα, στην Πρέβεζα και στην Κόνιτσα. Τα αποτελούσαν οδαλίσκες κάθε προέλευσης, Ελληνίδες, Τουρκάλες, Ρωσίδες, Τσιγγάνες, Γεωργιανές (ήταν οι πιο περιζήτητες), Αρβανιτοπούλες, ακόμη και Ευρωπαίες. Ο Τεπελενλής είχε προσωπική σχέση με τις χανούμισσές του. Γνώριζε τα ονόματα όλων, συζητούσε μαζί τους ελεύθερα και ουδέποτε τους ζητούσε να αλλαξοπιστήσουν. Φορούσαν φερετζέ μόνον αν ήθελαν και μπορούσαν να βγαίνουν στην πόλη.

Η χλιδή κυριαρχούσε στα δωμάτιά τους, ενώ έπαιρναν και χρηματική αμοιβή, σχεδόν όσο ο μισθός ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου. Τις αποκαλούσε με καμάρι «οι τσούπρες μου», ή «οι βαγιοπούλες μου». Οι κοπέλες των χαρεμιών της Ανατολής ήταν συνήθως λεία επιδρομών, οι οποίες στη συνέχεια πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα. Έπρεπε να είναι κάτω από 10 ετών, και κόστιζαν λιγότερο από ένα άλογο. Οι πιο ακριβές ήταν οι γυναίκες από τον Καύκασο, την Κιρκασία και την Αμπχαζία, επειδή θεωρούνταν οι πιο όμορφες. Ο Τεπελενλής σπανιότατα ξόδευε χρήματα για τον σκοπό αυτό.

Οι πανταχού παρόντες πράκτορές του όταν εντόπιζαν ένα όμορφο κοριτσόπουλο -ή αγόρι- τον ενημέρωναν και αυτός πάντοτε εύρισκε τον τρόπο να το αποκτήσει. Τα όργανά του πλησίαζαν τον πατέρα ή τον αδερφό, οι οποίοι είτε από ιδιοτέλεια, είτε από φόβο, οδηγούσαν τα νέα παιδιά στο χαρέμι. Ορισμένοι μάλιστα γονείς, κυρίως λόγω της φτώχειας τους, πήγαιναν μόνοι τους και παρακαλούσαν τους ευνούχους να τα πάρουν. Αλλά όπου η πειθώ αποτύγχανε έμπαιναν σε ενέργεια η βία και ο δόλος. Η συνήθης μέθοδος ήταν η αρπαγή. Οι μόνες που δεν κινδύνευαν ήταν οι εβραιοπούλες, γιατί ο Πασάς, όπως έλεγε, «απεχθανόταν το γένος αυτό».

Ουδέποτε απήγαγε παιδιά πλούσιων και επιφανών οικογενειών. Ο Leake παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό: « Ένοπλοι πράκτορές του άρπαξαν την παραμονή του γάμου της μια όμορφη κοπέλα από τους Καλαρρύτες. Το χωριό ξεσηκώθηκε και ακολούθησε συμπλοκή. Όταν ο Αλής πληροφορήθηκε ότι οι μελλόνυμφοι ήταν γόνοι των αρχοντικών οικογενειών Τουρτούρη και Πρινάρη, χαρακτήρισε ληστές τους μπράβους του και τους εκτέλεσε, ενώ ο ίδιος παρέστη στο γάμο και ευχήθηκε θερμά το ζευγάρι ».


ΤΑ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ

Η παιδεραστία στον Μωαμεθανικό κόσμο ήταν κάτι το συνηθισμένο. Δίπλα από κάθε γυναικείο χαρέμι υπήρχε και ένα αντρικό. Τα τραγικά αγόρια λέγονταν ''γιουσουφάκια'', ενώ οι μορφωμένοι Έλληνες τα αποκαλούσαν ''γανυμήδες''. (Ο Γανυμήδης ήταν ένας Θεοποιημένος μυθικός νέος, περίφημος για την ομορφιά του, τον οποίο ο Δίας βίασε -μεταμορφωμένος σε πουλί- και τον πήρε μαζί τους στον Όλυμπο, όπου και τον έκανε αθάνατο). Τα γιουσουφάκια λοιπόν, εκτός από την ικανοποίηση των ορέξεων των αφεντάδων τους, έκαναν και πολλά άλλα πράγματα.

Χόρευαν τα βράδια στους οντάδες παθητικούς χορούς, μόνα τους ή με τις οδαλίσκες, προς τέρψη των Πασάδων, έφτιαχναν και σέρβιραν τους καφέδες και τα σερμπέτια, έκαναν αέρα με μεγάλα φτερά το καλοκαίρι κ.λπ. Ο Αλής στον εμπλουτισμό του αντρικού χαρεμιού του έβρισκε πολλές δυσκολίες. Δεν ήταν όπως με τις γυναίκες. Οι περισσότεροι γονείς, κυρίως φυσικά οι εύποροι, φυγάδευαν τα αγόρια τους στο εξωτερικό, για να αποφύγουν την αρπαγή τους, από τους πράκτορες του τυράννου. Το ίδιο έκανε και ο πρόκριτος των Ιωαννίνων Δημήτριος Αθανασίου (1780 - 1829) ο οποίος αγνόησε τις απειλές του Πασά και έστειλε το γιο του κρυφά στην Ιταλία.

Όταν μάλιστα τον ζήτησε ο Αλής του είπε: «Μπορείς να πάρεις ό,τι έχω και τη ζωή μου ακόμη, το γιο μου να σου δώσω με τα ίδια μου τα χέρια, ποτέ». Ο Αθανασίου πλήρωσε ακριβά την στάση του αυτή. Ο Βεζύρης τον κατέστρεψε οικονομικά και τον καταδίκασε σε πολυετή εξορία στη Βιέννη. Ένας άλλος πατέρας, από την Πρέβεζα, μόλις πληροφορήθηκε τις προθέσεις του Τεπελενλή, παραμόρφωσε ο ίδιος -με ξυράφι- το όμορφο πρόσωπο του μικρού γιου του, ώστε να πάψει να προξενεί το ενδιαφέρον των υποτακτικών του Αλή. Το 1817 ο Κερκυραίος Κακούρης, ένας από τους πράκτορές του, απήγαγε το δεκατετράχρονο «ευειδή» Νικόλαο, γιο του Πατρινού βετεράνου αξιωματικού του Ρωσικού στρατού Σάββα Ποντίκη και τον έφερε στην Πρέβεζα.

Η αρπαγή έγινε με πειρατικό τρόπο από το πλοίο που μετέφερε το νεαρό στην Οδησσό, όπου θα σπούδαζε με υποτροφία του τσάρου Αλέξανδρου Α'. Ο Πασάς στην αρχή ενθουσιάστηκε, όταν όμως έφτασε στην Πρέβεζα ο υποπρόξενος της Ρωσίας, φιλικός και προσωπικός του φίλος Ι. Παπαρρηγόπουλος και τον προειδοποίησε για τα επακόλουθα, αυτός όχι μόνον απελευθέρωσε το νεανία, αλλά κρέμασε τον Κακούρη και τους συνεργούς του «προς ικανοποίησιν της μεγάλης φίλης Ρωσίας».

ΨΩΝΙΖΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΕΝΝΗ 

Η ροπή του Αλή Πασά προς την πολυτέλεια και τη χλιδή έχουν αναφερθεί και σε άλλα σημεία του παρόντος. Ρώμη, Τεργέστη, Βενετία, Παρίσι και Λιβόρνο, ήταν μερικά από τα Ευρωπαϊκά κέντρα, από τα οποία ο Τεπελενλής προμηθευόταν πανάκριβα υφάσματα, περίτεχνους καθρέπτες, πορσελάνινα οικιακά σκεύη, πολύτιμους λίθους και κάθε είδους κοσμήματα. Ένας από τους σημαντικότερους τόπους αγορών του ήταν η Βιέννη. Αυτό οφείλεται κυρίως, στο γεγονός ότι οικονομικός διαχειριστής του (υπουργός οικονομικών), ήταν ο Σταύρος Ιωάννου.

Ο προεστός (περίπου δήμαρχος) των Ιωαννίνων, στην πρωτεύουσα της Αυστροoυγγαρίας διατηρούσε τραπεζικό κατάστημα, του οποίου διευθυντής ήταν ο γιος του, ο μετέπειτα εθνικός ευεργέτης Γεώργιος Σταύρου, ο οποίος φρόντιζε για την εκτέλεση όλων των παραγγελιών που έστελνε ο πατέρας του.Έτσι τον Απρίλιο του 1814 αγόρασε από τον κοσμηματοπώλη της Βιέννης Νάιλιγκ «μίαν πέτραν δακτυλίδι μπριλάντι καράτια 17», το μισό της αγοράς του οποίου κατέβαλε ο Αλής σε μετρητά και το άλλο μισό από το φόρο τομαριών. Από τον αυτό Βιεννέζο έμπορο προμηθεύεται ο Σταύρος και άλλους πολύτιμους λίθους, πολυτελή υφάσματα και υαλικά προοριζόμενα για τον Αλή, καθώς και ένα χαλί από το οποίο ζημιώθηκε -όπως γράφει- 60 γρόσια.

Τον Αύγουστο του 1817 του αγοράζει ιατρικά και μουσική. Τον επόμενο χρόνο αναθέτει στον γιατρό Λουκά Βάγια να φέρει από τη Βιέννη γκιούλεσι (ροδέλαιο), μολύβι, κεντητό χρυσό και διάφορες άλλες πραμάτειες, που εξοφλήθηκαν με το γεωργικό φόρο (ελτιζάμι) της Ζίτσας. Οι παραγγελίες και αγορές δεν αφορούσαν μόνο τον Αλή, αλλά και τους γιους του. Για λογαριασμό του Μουχτάρ παράγγειλε στις 27 Αυγούστου 1803 «μια δαμπακέρα με κολλημένον καπάκι μαλαματένιο, με σμάλτον και επάνω διαμάντια, να κοστάρη έως γρόσια δύο χιλιάδες», και για λογαριασμό του Αλή «μίαν χασάν (κάλυμμα ράχης αλόγου) ωσάν του κατή (δικαστή), να είναι πλουσιωτέρα κατά πάντα και να έχει κλόσια.

«Να φροντίσω να του εύρω και ένα τηλέγραφον», γράφει ο Σταύρος Ιωάννου στα κατάστιχα του εμπορικού του οίκου.

ΟΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

MIA ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΙΜΑ

Ο Τεπελενλής, βαρύνεται -ασφαλώς- με μια ατελείωτη σειρά από αποτρόπαιες και φρικτές πράξεις, όπως δολοφονίες, γενοκτονίες, εξανδραποδισμούς, βασανιστήρια, λεηλασίες και καταστροφές. Ο Γαλλικής καταγωγής δημοσιογράφος Georges Hoffman έγραψε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα στη γαλλική εφημερίδα ''Le Journal des Dépats'': «Ο Αλής είναι το ρομαντικότερο τέρας που γνώρισε η Ιστορία και μια από τις ωραιότερες φρικαλεότητες που γέννησε η φύση». Όμως η επίσημη Ιστορία γράφεται με σκοπιμότητες και -κυρίως- από τους νικητές, αλλά ο Αλής δεν ήταν ένας από αυτούς.

Αν όμως ανατρέξει κάποιος στην ''άλλη Ιστορία την ανεπίσημη'' τότε θα διαπιστώσει ότι ο ηγεμόνας των Ιωαννίνων δεν έκανε τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από ότι έκαναν εκείνοι στους οποίους έχει αποδοθεί ο τίτλος ''Μέγας''. Για τις βαρβαρότητες και τις αγριότητες του Αλή, ο συνοδοιπόρος του Μπάυρον, Hobhouse γράφει: «Είμαι βέβαιος ότι, μονάχα ένας σκληρόψυχος αιμμοπότης θα μπορούσε να δαμάσει το λαό που βρισκόταν υπό την εξουσία του. Οι αποκεφαλισμοί, τα παλουκώματα, και το ψήσιμο στη φωτιά είναι απαραίτητα για να εμπνεύσει τον τρόμο και να αποκαταστήσει την ησυχία και την ευνομία στην απέραντη επικράτειά του».

Λεηλάτησε -λοιπόν- ο Τεπελενλής και κατέκαψε την Πρέβεζα, το 1798, σφαγιάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Εξόντωσε, πράγματι, ο Τεπελενλής με δολοφονίες και δολοπλοκίες, δηλητηριάσεις και αποκεφαλισμούς όλους τους συγγενείς, φίλους και συμμάχους του, από τον φόβο της απώλειας της εξουσίας του: τους δυο ετεροθαλείς αδερφούς του, τον πεθερό και ευεργέτη του Καπλάν Πασά, την θεία του Κιάρκα και το γιο της, τον ανεψιό του Ελμάζ Πασά, τον Πασά του Δέλβινου Μουσταφά, το φίλο του Σελήμ Πασά, το γαμπρό του, τον αδερφό του γαμπρού του, αλλά και τον αδερφικό του φίλο Γιουσούφ Μπέη, στέλνοντάς του μια παγιδευμένη βόμβα μέσα σε τηλεσκόπιο.


Βαρύνεται -ασφαλώς- ο Πασάς με το τεράστιο ομαδικό έγκλημα της φοβερής γενοκτονίας του Γαρδικιού στην Αλβανία (το έτος 1812), για εκδίκηση της ατίμωσης της μάνας του Χάμκως και της αδερφής του Χαϊνίτσας, πριν 40 χρόνια. Είναι αλήθεια ότι ο Αλής έριχνε μέσα στο κλουβί της περίφημης λεοπάρδαλης -που διατηρούσε στα Γιάννενα- εκείνους που δίκαζε και τους καταδίκαζε, ενώ ο ίδιος παρακολουθούσε το φριχτό θέαμα. Θανάτωσε -σίγουρα- με τα πιο φριχτά βασανιστήρια τους αρματολούς Ευθύμιο Βλαχάβα και Κατσαντώνη, τον αλχημιστή Σέργιο, τον ιερομόναχο Δημήτριο και τόσους άλλους.

Βαρύνεται, επίσης, ο Αλή Πασάς με την άνανδρη σφαγή των κατοίκων της ηρωικής Χειμάρρας και μάλιστα ανήμερα του Πάσχα του 1805, μέσα στις εκκλησίες. Είναι πράγματι οι φρικαλεότητες του Αλή αμέτρητες -πραγματικές ή φανταστικές. Έλεγαν ότι είχε ένα κομπολόι από αποξηραμένες θηλές μαστών που τις είχε αποκόψει από τις γυναίκες της επικράτειάς του, οι οποίες αρνούνταν να του στείλουν τα κορίτσια τους για το χαρέμι. Ο περιηγητής Thomas Smart Hughes γράφει ότι άκουσε στη Λευκάδα να παρομοιάζoυν τον Αλή με τον μυθικό τύραννο της Ηπείρου, τoν Έχετο, ο οποίος συνήθιζε να κόβει την μύτη και τα αυτιά των αντιπάλων του, και να τα ρίχνει τροφή στους σκύλους του.

Άλλοι πάλι τον συνέκριναν με τον Φάλαρι, τον λαομίσητο ''τύραννο'' του Ακράγαντα, που ήταν διαβόητος για τις επινοήσεις φρικαλέων βασανισμών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους σουλιώτες, γράφει ο J. C. Hobhouse, 20 έως 30 άτομα, αποκεφαλίζονταν κάθε τόσο, στους δρόμους των Ιωαννίνων. «Μερικές αγριότητες προσβάλλουν τα ανθρώπινα αισθήματά μας», συνεχίζει ο Άγγλος περιηγητής, «δεν πιστεύω όμως ότι όλες οι φοβερές ιστορίες που διηγούνται οι Έλληνες για τον Αλή και οι ισχυρισμοί τους πως πρόκειται για το πιο βάρβαρο θηρίο που ατίμασε ποτέ την ανθρωπότητα δεν είναι αλήθεια».

Ο Hughes γράφει στο οδοιπορικό του ότι ανάμεσα στο παζάρι των Ιωαννίνων και το Kάστρο υπήρχε ένας δρομάκος όπου γίνονταν οι πιο θηριώδεις εκτελέσεις προς παραδειγματισμό: «Έκαιγαν ανθρώπους σε σιγανή φωτιά, τους παλούκωναν ή τους έγδερναν ζωντανούς. Έκοβαν χέρια και πόδια και άφηναν το θύμα σε αυτή την κατάσταση μέχρι να ξεψυχήσει». Ο Πρόξενος της Αγγλίας στα Γιάννενα, George Foresti (Γεώργιος Φορέστης), γυρίζοντας κάποια μέρα από το σεράι της Λιθαρίτσας είδε έναν Έλληνα παπά, «αρχηγό ληστοσυμμορίας», καρφωμένο ζωντανό στον εξωτερικό τοίχο του παλατιού, «μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου» (πιθανόν να ήταν ο Δημήτριος ο Μοναχός).

Το 1814 δυο Ευρωπαίοι έμποροι διαμαντιών ήρθανε στα Γιάννενα, για να του πουλήσουν την πραμάτεια τους, γνωρίζοντας ήδη την λατρεία του Αλή για τα ακριβά χρυσαφικά. Νύχτα τους έφεραν δέσμιους στο σεράι του, τους σκότωσαν και τους εξαφάνισαν, ενώ τα πολύτιμα εμπορεύματά τους κατέληξαν στο θησαυροφυλάκιο του Τεπελενλή. Τον πρόκριτο της Πωγωνιανής Νούλη Πολυζώη δολοφόνησε βάζοντας τον κουρέα του, να τον ξυρίσει με λεπίδι εμποτισμένο με δηλητήριο. Δολοφόνησε τον οπλαρχηγό Αθανάσιο Τσανάκα από την Γότιστα, γιατί είχε υποστηρίξει τους Σουλιώτες. Τον κάλεσε στα Γιάννενα για να του αναθέσει -δήθεν- μια εμπιστευτική αποστολή και τον δέχτηκε στον μεγάλο οντά.

Εκεί πάτησε ένα μοχλό και άνοιξε μια καταπακτή στο δάπεδο κάτω από τα πόδια του προσκεκλημένου του. Ο δυστυχής ηπειρώτης έπεσε μέσα σε ένα μπουντρούμι, όπου περίμεναν οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Πασά να τον αποτελειώσουν. Ο Ibrahim Manzour, ο οποίος βρισκόταν στη υπηρεσία του Αλή, γράφει ότι παρακολούθησε τον λιθοβολισμό μιας Μουσουλμάνας στα Γιάννενα που είχε σχέσεις με έναν Ιταλό, ενώ είδε επάνω από σαράντα περιπτώσεις αντρών που κρεμάστηκαν, αποκεφαλίστηκαν, ενώ ακόμη και παλουκώθηκαν, γιατί είχαν καταδικαστεί από τον Αλή για μοιχεία. Μια Γιαννιώτισσα - Μωαμεθανή κατηγορήθηκε ότι είχε συνάψει παράνομο ερωτικό δεσμό με έναν ξένο.

Σύμφωνα με μαρτυρία περιηγητή, ο Πασάς πρόσταξε να την θάψουν ζωντανή ως τον λαιμό. Έπειτα, άλειψαν το κεφάλι της με μέλι και την άφησαν εκεί, στο έλεος των εντόμων. Ύστερα από 48 ώρες κάλεσε τις Γιαννιώτισσες να την αποτελειώσουν με ανελέητο λιθοβολισμό. Πληροφορίες για αγριότητες του Αλή έχουμε από το χρονικό ενός Γάλλου αξιωματικού, του Barthélemy Bacheville, όπου παραθέτει ορισμένα περιστατικά που αναφέρουν και άλλοι περιηγητές. «Μια ημέρα», όπως γράφει, «έφεραν στον Αλή δυο κλέφτες. Αυτός έβαλε το ''μπόγια'' να τους κόψει, με μεγάλα ψαλίδια, την άκρη της μύτης τους, τα αυτιά και τα δάχτυλά τους. Έριξαν τα ματωμένα ξεφτίδια σε ένα δοχείο, πρόσθεσαν αλάτι και ξύδι και ανάγκασαν τους μελλοθάνατους να τα φάνε.

Άλλη φορά, έβαλε δυο κατάδικους σε καζάνι με βραστό λάδι. Το λάδι και τα ξύλα έφεραν οι συγγενείς των θυμάτων». Ο κατάλογος των αγριοτήτων και δολοφονιών του Αλή, δεν έχει ούτε αρχή αλλά ούτε και τέλος. Κατέσφαξε θηριωδώς τους πρόκριτους του Χόρμοβου και κατέστρεψε εντελώς το χωριό τους. Θανάτωσε -με ασιτία- το Μουσταφά Πασά του Δέλβινου, παρά την ένορκη συμφωνία τους. Δολοφόνησε το φίλο του Γιουσούφ Μπέη και τον Αργυροκαστρίτη Μαλίκοβο, ο οποίος είχε σώσει τη μητέρα του και την αδερφή του από τα χέρια των Γαρδικιωτών. Κατέστρεψε τα χωριά Νίβιτσα και Άγιο Βασίλειο στη Χειμάρρα και κατέσφαξε τους περισσότερους από τους κατοίκους τους.

Αποπειράθηκε αμέτρητες φορές να δολοφονήσει τον, άλλοτε, φίλο του Ισμαήλ - Πασόμπεη. Στα 1792, έστησε ενέδρα στην Αμφιλοχία και σκότωσε τον γιο του προκατόχου του διοικητή των Ιωαννίνων, Αληζότ Πασά, το Χουσεΐν Μπέη, γιατί τον θεωρούσε επικίνδυνο εχθρό. Προσπάθησε να δολοφονήσει, δύο φορές, τον, άλλοτε, συνεργάτη του μητροπολίτη Άρτας, Ιγνάτιο. Το 1816 κάλεσε στο σεράι τους ισχυρούς μπέηδες της Κλεισούρας Βελή και Χουσεΐν, τους αφόπλισε και τους αποκεφάλισε. Γράφει ο Αθανάσιος Ψαλίδας στο χειρόγραφό του:

''Η πολιορκία των Ιωαννίνων'': «εφόνευσεν τον Ισούφμπεη Διμπράλη, ως εχθρόν του με ένα γράμμα γεμάτο σκόνην χημικήν, το οποίον ανοίγοντάς το εβρόντησε και τον εσκότωσε, από το οποίον επήραν οι εχθροί του τόσον φόβον, οπού όχι γράμματα του Αλή Πασά δεν έπιαναν, αλλ’ ουδέ και από τους ξένους έπιαναν».


ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΕΣΑ ΤΟΥ

Ο ακριβολόγος Sir Henry Holland, που έμεινε πολύ δίπλα στον Αλή, γράφει στο έργο του ''Travels in Ionian Islands, Epirus and Albania, 1812 - 1813'': «Είναι ένα μεγάλο παθητικό στη ζωή αυτού του άνδρα η σκληρότητά του, και οι αποδείξεις του θηριώδους και εκδικητικού χαρακτήρα του απλώνονται σε κάθε σελίδα της ιστορίας του. Η εκδίκησή του δεν είναι στιγμιαίο αίσθημα, που χορταίνει με την καταστροφή του εχθρού του, αλλά διαρκεί και μετά την πάροδο ετών και απαιτεί για την ικανοποίησή του ακόμη και τη θυσία των παιδιών και όλης της γενιάς του αντιπάλου.

Θα έχω στη συνέχεια την ευκαιρία να αναφέρω το τρομερό θέαμα, που είδα κοντά στο Αργυρόκαστρο, τα πτώματα περισσότερων από 600 ανθρώπων, που σφαγιάστηκαν μπροστά του (εννοεί το Γαρδίκι) για μια προσβολή που έγινε στην οικογένειά του πριν από 40 χρόνια. Κατά την, πρώτη μου, επίσκεψη στα Ιωάννινα συνέβη ένα γεγονός του ίδιου γενικώς χαρακτήρα. Κάποιος αλβανός πριν χρόνια είχε σφάξει ένα ξάδερφο του Βεζύρη και είχε διαπράξει πολλά εγκλήματα εναντίον του. Τον συνέλαβαν πολύ αργότερα και κυριολεκτικά τον έκαψαν ζωντανό και σκότωσαν τα παιδιά του.

Ένας αδερφός αυτού του ανθρώπου, που είχε προς στιγμή διαφύγει, έπεσε στα χέρια του στο διάστημα που ήμασταν στα Γιάννενα, δελεασμένος καθώς λέγανε, από υποσχέσεις λήθης του εγκλήματος της οικογένειας. Τον έκοψαν σε κομματάκια και τα πέταξαν στον δημόσιο δρόμο στην περιοχή του σεραγιού. Δεν έμαθα -τότε- την αιτία αυτής της φρικτής εκτέλεσης, αλλά αργότερα άκουσα τον λόγο από έναν από τους αλβανούς φρουρούς μου, ο οποίος έτυχε να παρευρίσκεται στη θανάτωση του άλλου αδερφού και των παιδιών του».

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Δίπλα και κάτω από το Ασλάν - Τζαμί (Δημοτικό Μουσείο) στη βόρεια ακρόπολη του κάστρου των Ιωαννίνων, διασώζεται υπόγειο συγκρότημα, η χρήση του οποίου δεν έχει ταυτοποιηθεί. Έτσι είναι γνωστό σαν ''η φυλακή του Αλή Πασά'', ''το θησαυροφυλάκειο'', ''οι κατακόμβες'', και ''οι αποθήκες των πυρομαχικών του Αλή Πασά''. Πρόκειται για ένα φυσικό σπήλαιο -με σταλακτίτες και μικρή λίμνη- που διαμορφώθηκε από τον Τεπελενλή σε χρηστικό χώρο, ο οποίος σήμερα είναι επισκέψιμος. Αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με απότομες κλίμακες, σκαλισμένες πάνω στο ασβεστολιθικό πέτρωμα.

Η επικρατούσα άποψη είναι ότι εκεί φυλακίστηκαν ο Κατσαντώνης, ο Βλαχάβας και οι άλλοι «αντίπαλοι» του Αλή. Το συγκρότημα περιλαμβάνει μια μεγάλη αίθουσα διαμονής των στρατιωτών, στον τοίχο της οποίας διασώζονται ίχνη τζακιών. Οι υπόλοιποι χώροι είναι μικρότεροι και χωρίς θέρμανση. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στις υπόγειες στοές φυλάσσονταν οι περιβόητοι θησαυροί του Αλή, ενώ άλλοι ότι εκεί ήταν η αποθήκη των πυρομαχικών του Τεπελενλή. Ίσως να συνυπήρχαν όλα αυτά μαζί.

Ο ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΤΣΙΓΚΕΛΙΑ

Έτσι θανατώθηκε -από τον Αλή Πασά- το 1808 ο Παπαθύμιος - Βλαχάβας, αρχηγός του προεπαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία. Το σώμα του μελλοθάνατου, υψωνόταν με μια τροχαλία και αφηνόταν να πέσει πάνω σε τσιγκέλια (cengel), δηλ. γάντζους, που ήταν στερεωμένα σε μόνιμο ικρίωμα, σε τοίχο ή σε ειδική βάση. Σε περίπτωση που τα τραύματα δεν ήταν καίρια έμενε καρφωμένος για πολλές ημέρες και πέθαινε - από την αγωνία και την κακοπάθεια. Τον 16ο αιώνα αναφέρεται περίπτωση Έλληνα που είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με σύζυγο Μουσουλμάνου έμπορου, ο οποίος και ρίχτηκε στους γάντζους όπου επέζησε τρεις μέρες.

Οπότε κάποιος περαστικός τον λυπήθηκε, και τον πυροβόλησε στο κεφάλι για να τον λυτρώσει. Ένας από τους λόγους που η μορφή του Αλή Πασά απέκτησε διαστάσεις θρύλου, ήταν και η ταύτιση του με, κάθε είδους, βασανιστήρια. Όμως ήταν επόμενο σε ένα δεσποτικό κράτος, όπως το Οθωμανικό, οι βασανισμοί να καταλαμβάνουν πολύ σημαντική θέση στο σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών, που διέθετε η οθωμανική εξουσία. Αλλά, παρεμφερείς βασανιστικές εκτελέσεις, και η παρουσίαση των ανθρώπινων σπαραγμάτων σε δημόσιο χώρο για παραδειγματισμό εχθρών και αντιπάλων, απαντάται -πολύ συχνότερα- στη Μεσαιωνική Δύση, από ότι στους Οθωμανούς.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι εκτελέσεις γίνονταν με την παρουσία πλήθους ντόπιων κατοίκων και είχαν χαρακτήρα επίσημης και πανηγυρικής τελετής. Τα κεφάλια των ληστών, στασιαστών, γενικότερα των εχθρών του κράτους, αλλά και επαρχιακών παραγόντων, όπως π.χ. τοπαρχών και άλλων αξιωματούχων, που θανατώνονταν με σουλτανική εντολή, αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εκτίθενταν στο χώρο μπροστά από την κύρια είσοδο των ανακτόρων. Συχνά τα κεφάλια αυτά συγκροτούσαν μια μακάβρια πυραμίδα από την οποία και αναδυόταν απαίσια οσμή. Αναφέρεται πως καθημερινά υπήρχαν εκτεθειμένα 10 - 15 κομμένα κεφάλια.

Περί τα μέσα του 17ου αιώνα υπήρξε περίοδος που ο αριθμός αυτός ανερχόταν σε 500 κεφάλια καρφωμένα στην άκρη λόγχης, ή στοιβαγμένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν ένα μικρό λοφίσκο. Τα κομμένα στην επαρχία κεφάλια αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη για έκθεση μέσα σε τρίχινο τορβά (torba), δηλαδή ταγάρι, γεμάτο μέλι για να αποφευχθεί η σήψη, συνήθεια από την οποία προέρχεται και η έκφραση στη Νεοελληνική «έβαλε το κεφάλι του στον τουρβά». Στα Γιάννενα του Αλή υπήρχε και ''συνοικία των τσιγκελιών'' (στη συμβολή των σημερινών οδών Ι. Βηλαρά - Κομνηνών), όπου ζούσαν ''οι Τουρκοαθίγγανοι'', που είχαν ειδικότητα στο φρικώδες αυτό βασανιστήριο.

Σύμφωνα με τους βιογράφους του Τεπελενλή, «εκεί ερρίπτοντο ζώντες επί σιδηρών αιχμηροτάτων αρπαγών (τζεγκελίων), εφ’ ων, εμπηγνομένων επί του σώματος των, έμενον αιωρούμενοι και αφήνονταν επί ημέρας εκεί, μέχρις ού εξέπνεον, ασπαίροντες υπό φρικώδεις πόνους και άσβεστον δίψαν».

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΤΕΝΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

Η ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το τι έχει γραφτεί για την τραγική Γιαννιώτισσα και το άτυχο τέλος της δεν περιγράφεται. Από όπερες μέχρι θεατρικά έργα, από ιστορικά μυθιστορήματα μέχρι λαϊκά αναγνώσματα, από ποιήματα μέχρι δημοτικά άσματα, από κινηματογραφικές ταινίες μέχρι και τηλεοπτικές σειρές. Και σήμερα ακόμη η σκιά της πλανάται επάνω από την Παμβώτιδα. Αν και οι πληροφορίες για το πασίγνωστο γεγονός είναι πλούσιες, εν τούτοις σε πολλά σημεία αντιφάσκουν μεταξύ τους, ακόμη και εκείνες των ξένων περιηγητών οι οποίοι την περίοδο εκείνη ήταν παρόντες στα Γιάννενα. Πατέρας της Φροσύνης ήταν ο εύπορος Γιαννιώτης έμπορος Χατζή - Αργύρης και μητέρα της η αδερφή του μητροπολίτη Γρεβενών και -μετέπειτα- Λάρισας και Ιωαννίνων - Άρτας, Γαβριήλ Γκάγκα.


Γεννήθηκε το 1773 και μικρή παντρεύτηκε -με απόφαση των γονιών της- τον Γιαννιώτη πλούσιο μεγαλέμπορο Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος, τον περισσότερο καιρό έλειπε στις επιχειρήσεις του στην Βενετία. Μαζί του απέκτησε δυο παιδιά, ενώ -κατά τον Αραβαντινό- είχε και έναν αδερφό τον Αλέξιο, «που υπήρξε λίαν πεπαιδευμένος, ως ιατρός και φιλόλογος και φιλόσοφος, αλλά μεμολυσμένος από το της αθρησκείας μόλυσμα». Μόνη, λοιπόν, στην ευημερούσα -τότε- πολιτεία, έκανε μια εντελώς ελεύθερη ζωή που σκανδάλιζε. Άλλωστε τα Γιάννενα εκείνη την εποχή είχαν κοσμοπολίτικο Ευρωπαϊκό άρωμα.

Το διώροφο σπίτι της βρισκόταν στην πιο αριστοκρατική συνοικία των Ιωαννίνων, στο Σεράι Μαχαλά (μεταξύ των ιδιοκτησιών Καλαμανάκη, Μηνά και Κουτσαλέξη). Είχε μια πόρτα που έβγαινε στην αγορά, και μια δεύτερη, σε έναν στενό δρόμο στο πίσω μέρος, από την οποία έβαζε τους εραστές της, που δεν ήταν και ολίγοι. Η αρχοντική καταγωγή της, οι ισχυροί προστάτες της και ο πλούτος του συζύγου της, της επέτρεπαν να ζει όπως της άρεσε. Οι βεγγέρες ήταν συχνές στο μέγαρό της, ενώ και οι ξένοι επισκέπτες, οι οποίοι έρχονταν στα Γιάννενα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να την επισκεφτούν. Ολόκληρη η Γιαννιώτικη ''χρυσή νεολαία'' της εποχής εκείνης ήταν πραγματικά ξετρελαμένη με την πανέμορφη Φροσύνη.

Ένας από τους εραστές της Φροσύνης υπήρξε και ο γιατρός Κυρίτσης Καραγιάννης, (ή Νικόλαος Χατζη - Πολύζος), ένας νέος, όμορφος και κοσμοπολίτης, σπουδαγμένος στην Ευρώπη και πολύ πλούσιος, αφού ήταν γόνος της ιστορικής οικογένειας των Καραγιάννηδων, οι οποίοι είχαν τεράστιες εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις σε Βενετία, σε Λιβόρνο, σε Τεργέστη και σε Βιέννη. Οι κατακτήσεις του ήταν αρκετές, και είχε την συνήθεια να κρατάει τα ραβασάκια και τα γράμματα που του έστελναν οι φιλενάδες του, σε ένα κομοδίνο. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιο γράμμα της Φροσύνης, που στη συνέχεια αποδείχτηκε μοιραίο.

Ο Καραγιάννης ήταν φίλος και γιατρός του Αλή -έμπαινε όποτε ήθελε στο σεράι- ντυνόταν ευρωπαϊκά και οι αθεϊστικές ιδέες του τον έφερναν συχνά σε διένεξη με τον θείο και νονό της Ευφροσύνης, τον δεσπότη Ιωαννίνων και Γρεβενών Γαβριήλ. Ο Κυρίτσης Καραγιάννης, ο Αλή Πασάς και ο δεσπότης Γαβριήλ είχαν βγει για τη συνηθισμένη τους ιππασία στην εξοχή. Ξαφνικά μια κουρούνα πετάχτηκε μπροστά τους, το άλογο του γιατρού τρόμαξε και έριξε τον αναβάτη του σε ένα γκρεμό. Ο Καραγιάννης χτύπησε στο κεφάλι, και μέχρι να τον πάνε στην οικία του ξεψύχησε. Οι αστυνομικοί του Αλή έκαναν το αρχοντικό του φύλλο και φτερό ψάχνοντας για πολύτιμα αντικείμενα.

Στο κομοδίνο του βρήκαν τα ερωτικά γράμματα της Φροσύνης προς τον γιατρό, τα οποία παρέδωσαν στο Βεζύρη. Αυτός έβαλε τον έμπιστό του Σταύρο Τσαπαλάμο (πατέρα του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Σταύρου) να του τα διαβάσει. Περιείχαν φράσεις γεμάτες μίσος και κοροϊδίες όπως «βδελυρός, τύραννος, ακόλαστος». Διέταξε τότε τον αρχιαστυνόμο του, Ταχήρ Αμπάζη, να μαζέψει όλες τις γυναίκες, επιστολές των οποίων ευρέθησαν στο σπίτι του Καραγιάννη, ενώ ο ίδιος πήγε βράδυ στο σπίτι της Φροσύνης και την συνέλαβε. Αφού τις φυλάκισε, για δεκαπέντε μέρες, στην συνέχεια τις έπνιξε.

Τα ανωτέρω καταθέτει ο γείτονας της Φροσύνης Αλέξιος Κουτσαλέξης, όπως του τα διηγήθηκε η μητέρα του (ο Κουτσαλέξης γεννήθηκε 8 χρόνια μετά τον πνιγμό). Η εκδοχή όμως αυτή δεν φαίνεται πιθανή, αφού ο αφηγητής δεν αναφέρει καν το δεσμό της Φροσύνης με τον Μουχτάρ. Ο Κουτσαλέξης τα έγραψε όλα αυτά -στα απομνημονευματά του- μετά από 80 χρόνια και πιθανόν να μην θυμόταν καλά. Ο γιος του Αλή, ο Μουχτάρ, μπήκε στη ζωή της Φροσύνης στα τέλη του 1798. Λέγεται ότι τον προκάλεσε η ίδια όταν αυτός περνώντας έφιππος κάτω από το μπαλκόνι της του πέταξε ένα λουλούδι και το μαντήλι της.

Κατά την δεύτερη εκδοχή αυτός ήταν που της πρόσφερε ένα λουλούδι, ενώ υπάρχει και τρίτη, που υποστηρίζει ότι σε μια γιορτή, η Ευφροσύνη προφασίστηκε λιποθυμία και έπεσε στην αγκαλιά του Μουχτάρ. Ο δεσμός που ακολούθησε ήταν θυελλώδης. Ο νεαρός Πασσάς -ήταν τότε 30 χρόνων και η Φροσύνη 24- λάτρευε τέσσερα πράγματα, τα χρήματα, τον πόλεμο, το κρασί και τις γυναίκες. Από μόρφωση ελάχιστη είχε και αυτή Ελληνική. Η Ευφροσύνη τον ερωτεύτηκε παράφορα. Για πρώτη φορά ήθελε να μάθουν τα Γιάννενα ποιος ερχόταν τα βράδια στο κρεβάτι της. Πέραν των άλλων ήταν πολύ φιλόδοξη και απέραντα ματαιόδοξη. Βρήκε λοιπόν τον τρόπο να το κάνει, ένα τρόπο όμως που της στοίχισε -στο τέλος- τη ζωή.

Ανάμεσα στα δώρα που της έκανε ο Μουχτάρ Πασάς ήταν και ένα δαχτυλίδι, με ένα μεγάλο ρουμπίνι, με μαργαριτάρια γύρω-γύρω, γαμήλιο δώρο της επίσημης γυναίκας του Πάσως, κόρης του Ιμπραήμ, του πανίσχυρου Πασά του Βερατίου. Ο πρωτότοκος γιος του Τεπελενλή το φορούσε στο μικρό του δάχτυλο. Η Φροσύνη λοιπόν το έδειχνε -με καμάρι- και έλεγε επιδεικτικά στις άσπονδες φιλενάδες της - που τη ζήλευαν και τη μισούσαν: «Μου το χάρισε ο αγαπημένος μου Μουχτάρ». Αυτές, φρόντισαν να φτάσουν τα ''νέα'' στα αυτιά της απατημένης συζύγου, η οποία του έκανε παράπονα, αλλά αυτός της ορκιζόταν ότι το έχασε.

Σε λίγο καιρό ο Αλής έστειλε τον Μουχτάρ -για να πολεμήσει- στην Αδριανούπολη, θέλοντας συγχρόνως να τον ξεκόψει από την γυναίκα που τον εξουσίαζε. Ο εραστής της Φροσύνης αρχικά αρνήθηκε, τελικά όμως πειθάρχησε και έφυγε για τους μακρινούς κάμπους της Θράκης. Ίσως τα πράγματα να σταματούσαν ως εδώ, αν δεν γινόταν κάτι που άλλαξε την τύχη της Ευφροσύνης και των λοιπών 17 γυναικών, που την ακολούθησαν στον περιβόητο πνιγμό της. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την αναχώρηση του Μουχτάρ και στο σεράι γιόρταζαν κάποιο γάμο, με όλη τη βεζυρική επισημότητα.

Κατά τη συνήθειά του ο Πασάς είχε προσκαλέσει όλους τους προύχοντες των Ιωαννίνων, άντρες και γυναίκες, Έλληνες και Τούρκους. Ανάμεσά τους και την Φροσύνη. Αυτή είχε την απερισκεψία να φορά το δαχτυλίδι που της είχε χαρίσει ο Μουχτάρ. Μια υπηρέτρια, που σερβίριζε γλυκά και ποτά, το γνώρισε και έτρεξε αμέσως στην γυναίκα του Μουχτάρ, την Πάσω, για να το μαρτυρήσει. Αυτή ζύγωσε τη Φροσύνη, κοίταξε το δαχτυλίδι, έριξε μια άγρια ματιά στην αντίζηλό της και παίρνοντας από το χέρι την αδερφή της Ζεϊμπεντέ, βγήκε ξαφνικά από την αίθουσα της γιορτής. Το σούσουρο που ακολούθησε ήταν μεγάλο. Αυτές τα είπαν όλα στον πεθερό τους με αποτέλεσμα, τα τραγικά επακόλουθα.


Αυτή την ιστορία υιοθετεί ο Αραβαντινός. Άλλη όμως εκδοχή λέει ότι η Φροσύνη πούλησε το δαχτυλίδι σε ένα γιαννιώτη χρυσοχόο. Αυτός λόγω της μεγάλης αξίας του πανάκριβου κοσμήματος, ήξερε οτι μόνο στο παλάτι θα μπορούσε να πουληθεί και έτσι επισκέφτηκε το χαρέμι όπου το έδειξε στην γυναίκα του Μουχτάρ, με την προσδοκία ότι θα το αγοράσει. Αυτή το αναγνώρισε. Μετά από πολλές πιέσεις ο αργυροχόος αναγκάστηκε να της αποκαλύψει την προέλευσή του. Την άλλη μέρα οι δυο αδερφές Πάσω και Ζεϊμπεντέ (η δεύτερη ήταν ερωμένη του Αλή, αλλά και γυναίκα του γιου του Βελή), παρουσιάστηκαν έξαλλες στον πεθερό τους και ζητούσαν την τιμωρία της Φροσύνης, διαφορετικά τον απείλησαν ότι θα γυρίσουν στο Βεράτι, στον πανίσχυρο πατέρα τους.

Αυτό περισσότερο από όλα βάρυνε στην κρίση του Αλή, γιατί δεν ήθελε να χάσει τη συμμαχία του, τώρα μάλιστα που είχε ανοίξει νέο μέτωπο με τους Σουλιώτες. Έτσι, λοιπόν, διέταξε τον αρχιαστυνόμο του Ταχήρ Αμπάζη να τη συλλάβει, μαζί με άλλες 16 Γιαννιώτισσες -Χριστιανές και Μουσουλμάνες- που είχαν παράνομους ερωτικούς δεσμούς, θέλοντας έτσι να στείλει μήνυμα ηθικής στην κοινωνία των Ιωαννίνων. Ο αρχιαστυνόμος εκτέλεσε τη διαταγή, όχι όμως για τη Φροσύνη, φοβούμενος την οργή του Μουχτάρ. Έτσι αναγκάστηκε να την συλλάβει ο ίδιος ο Αλής, πηγαίνοντας μεσάνυχτα στο σπίτι της.

Η Μουσουλμανική ποινή για τις μοιχαλίδες ήταν ο πνιγμός. Συνήθως τις τοποθετούσαν σε σάκους με μια πέτρα, και έβαζαν μέσα και μια γάτα ώστε να μεγιστοποιηθεί το μαρτύριό τους. Μετέφεραν τις 18 μοιχαλίδες -μαζί τους ήταν και η Χρυσή, η πιστή παραμάνα της Φροσύνης που δεν θέλησε να την αποχωριστεί- στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, που ήταν κοντά στη λίμνη. Αφού αυτές μετάλαβαν των αχράντων μυστηρίων, τις έβαλαν στις βάρκες. Ο Ταχήρ είπε στην Χρυσή να φύγει, αλλά αυτή δεν δέχτηκε. Ήθελε να ακολουθήσει τη Φροσύνη στον υγρό τάφο της. Τους έδεσαν πέτρες στο λαιμό και τις πέταξαν στα παγωμένα νερά. Λέγεται ότι η Φροσύνη και η βάγια της έπεσαν αγκαλιασμένες.

Όταν, μετά από τρεις μέρες, η λίμνη ξέβρασε τα 18 πτώματά τους κανείς δεν πλησίαζε για να τα περιμαζέψει. Έτσι ο Αλής αναγκάστηκε να βγάλει μια διαταγή (μπουγιουρντί) που επέτρεπε την ταφή τους. Η κηδεία ήταν ''παλλαϊκή'' και η Φροσύνη τάφηκε στο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, στους πρόποδες του Μιτσικελιού. Ο Βεζύρης, όπως γράφει ο Βρετανός περιηγητής William M. Leake, κλείστηκε για πολλές μέρες στο σεράι. Ήταν τόσο αγριεμένος, που κανένας, ακόμη και οι στενοί του φίλοι, δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν.

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΝΤΑΞΗ

Ο Αλής είχε αμέτρητες παλακίδες, πλήθος από ευνοούμενες ή οδαλίσκες και δύο επίσημες συζύγους. Όποια επιθυμούσε από την απέραντη επικράτειά του μπορούσε και να την έχει, είτε με την βία, είτε με τη θέλησή της. Εκατοντάδες γυναίκες είχε στον κύριο γυναικωνίτη του μεγάλου σεραγιού στα Γιάννενα, και στα άλλα παλάτια του. Από όλες όμως αυτές καμιά δεν είχε πλησιάσει το σκοτεινό, φοβερό και άπαρτο κάστρο της καρδιάς του. Από τις επίσημες γυναίκες του για μια μονάχα είχε δείξει κάποιον σεβασμό -όχι όμως και αγάπη- για την καλοκάγαθη Εμινέ, επειδή -ίσως- του είχε δώσει δυο γιους. Από τις σκλάβες του τιμούσε κάπως, για τον ίδιο λόγο, μια όμορφη γεωργιανή, που είχε εγκαταστήσει στο σεράι του Τεπελενίου.

Τη δεύτερη γυναίκα του, την αρχόντισσα των Ιωαννίνων Ζουλέιχα, την είχε παντρευτεί για πολιτικούς λόγους, κάνοντας μαζί της ένα ''λευκό γάμο''. Από τις συζύγους του, τις ερωμένες του και τις ''τσιούπρες'' του, καμιά δεν τον είχε ποτέ εξουσιάσει. Και αυτή ακόμη η άνομη και κολασμένη σχέση του με τη νύφη του Ζεϊμπεντέ δεν είχε κάποια ξεχωριστή σημασία για αυτόν. Ποτέ δεν την ένιωσε. ταν απλώς μόνον ένα όργανο ηδονής. Ούτε μια λοιπόν από όλες αυτές δεν αξιώθηκε να τον έχει πλάι της για μιάν ολόκληρη νύχτα. Ολομόναχος, τις απέραντες ουτοπικές φιλοδοξίες του και τις νοσηρές του σκέψεις. Αυστηρά κλεισμένος στον εαυτό του, σκληρός, απόμακρος, έχοντας σύντροφο μόνον τα αχόρταγα όνειρά του για στυγνή και απόλυτη εξουσία και δύναμη.

Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που γνώρισε μια κοπελίτσα από την Θεσπρωτία, τη Βασιλική Κίτσου (ή Κίτζου) Κονταξή, την περιώνυμη Κυρά-Βασιλική. H γνωριμία δεν έχει οτιδήποτε το ρομαντικό. Ο Βεζύρης των Ιωαννίνων είναι πια 65 χρόνων. Τίποτε δεν θυμίζει το λιοντάρι των βουνών της Αλβανίας. Τα μαλλιά και τα γένια του κάτασπρα, το κορμί του παραμορφωμένο και υπέρβαρο, η άλλοτε σπινθηροβόλα λάμψη των ματιών του θολή και ξεθυμασμένη. Από το παλαιό του αντρίκειο μεγαλείο δεν απομένει παρά μόνον το αργό, στέρεο και επιβλητικό περπάτημα, που είναι -για την ηλικία του- «πραγματικά ηγεμονικό», καθώς το χαρακτηρίζει ο Άγγλος γιατρός και περιηγητής Ηenry Holland, που τον γνώρισε από κοντά.

Ο κουρασμένος Βεζύρης σε αυτή την δύσκολη περίοδο της ζωής του αναζητά αναζωογόνηση και δύναμη στις τρυφερές ηλικίες. Οι ''προξενητάδες του'' είχαν βαλθεί να τρυγάνε άγουρα βλαστάρια. Έτσι βρέθηκε στο χαρέμι του και η Βασιλική. ταν δεν ήταν 15 χρονών. Για το πώς, οι πληροφορίες είναι αντιφατικές, -όπως άλλωστε για ολόκληρη τη ζωή της- αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η σχέση του μαζί της δεν είχε κανενός είδους πρωτοτυπία. Πρόκειται για μια ιστορία ρουτίνας, κοινή και βρώμικη. ταν η μικρότερη οδαλίσκη που υπήρχε στο χαρέμι του. Λίγο-λίγο του έγινε απαραίτητη. Δεν είχε μαζί του, όπως οι άλλες παλακίδες του, ούτε υποκρισίες, ούτε τεμενάδες, ούτε ραδιουργίες, ούτε αγώνες για την εύνοιά του.

Με την σχεδόν παιδική της διαίσθησή κατάλαβε γρήγορα ότι αυτός -ο παντοδύναμος άρχοντας- που έπαιρνε το κεφάλι οιουδήποτε, με ένα μόνο νεύμα του, ήταν απελπιστικά μοναχικός, θλιμμένος και δυστυχής. Λένε ότι ο Αλής την έκρυβε, ως ''κόρη οφθαλμού'', από τα μάτια τρίτων, ενώ άλλοι ότι την είχε πάντοτε δίπλα του όχι μόνον στις επίσημες εμφανίσεις του, αλλά ακόμη και στις εκστρατείες του. Ο σφραγιδοφύλακάς του Αλή, Αθανάσιος Λιδωρίκης, έλεγε ότι ουδέποτε την είδε, αν και έζησε πολλά χρόνια δίπλα στο Βεζύρη. Το ίδιο και ο περιηγητής Holland, ο οποίος έφυγε από τα Γιάννενα με το παράπονο ότι δεν αντίκρισε «την πανέμορφη εκείνη ευνοούμενη του Αλή, για την οποία τόσα λέγονται».


Αντίθετα ο βιογράφος της Βασιλικής, Μιχαήλ Χανούσης αναφέρει ότι ακόμη και στην ''ιστορική συνάντηση'' του Μπάυρον με τον Πασά στο Τεπελένι, η Βασιλική ήταν παρούσα. Αλλά και οι Γάλλοι, de Moligneu και de la Lance, γράφουν στα χρονικά τους ότι την είδαν δίπλα στον Πασά, ξεσκέπαστη και μαυροφορούσα, κατά την διάρκεια της ανακομιδής των λειψάνων του Πατροκοσμά του Αιτωλού στα Γιάννενα. Όταν ο Sir Herny Holland βρέθηκε στα Γιάννενα, το 1812, η Βασιλική βρισκόταν ήδη στο χαρέμι, όμως δεν είχε γίνει ακόμη η επίσημη Πασίνα. Γράφει λοιπόν ο Άγγλος γιατρός στο οδοιπορικό του:

« Η ''ευνοούμενη'' του Αλή Πασά, το διάστημα που ήμουν στα Ιωάνιννα ήταν κάποια Αλβανίδα, νεαρή και πολύ όμορφη. Η υπεροχή της στο χαρέμι διακρινόταν από ένα πολυτελές φόρεμα, αλλά έπρεπε πάντοτε να προσκυνά τις γυναίκες του Μουχτάρ και του Βελή, όταν αυτές οι δύο Πασίνες επισκέπτονταν το χαρέμι του πεθερού τους». Η αδυναμία που της έδειξε ήταν εντελώς πρωτόγνωρη για τον τραχύ σατράπη. Της προσέφερε τα πάντα. Ακριβά κοσμήματα, μεταξωτά ρούχα, πολυτελέστατα διαμερίσματα, σκλάβες άπειρες και θρησκευτική ελευθερία απόλυτη. Δεν κοιμότανε τα βράδια, χωρίς να έχει αυτήν δίπλα του. Δεν της χαλούσε ποτέ και το πιο παράξενο χατίρι.

Η επιθυμία της ήταν γι’ αυτόν μια ''διαταγή''. Αλλά και η ίδια του στάθηκε πέρα για πέρα, ως το τέλος, μέχρι τον αποκεφαλισμό του, 6 χρόνια μετά το γάμο τους. Του επέδειξε τρυφερότητα, στοργή και αγάπη. Έγραψαν ορισμένοι ότι η σχέση τους ήταν «Πλατωνική». Ανοησίες. Ο Αλής ποθούσε να κάνει ένα γιο μαζί της, όμως η Βασιλική ήταν στείρα, πράγμα που άργησε να μάθει. Άλλωστε ο Βεζύρης είναι γνωστό ότι ήταν ιδιαίτερα επιρεπής στη λαγνεία και την ακολασία. Μετά τα γεγονότα των ετών 1820 - 1822 και την καρατόμηση του τυράννου από τους σουλτανικούς, η Κυρά-Βασιλική οδηγήθηκε, αιχμάλωτη, στην Κωνσταντινούπολη.

Εκεί διέμενε δυο χρόνια με έξοδα του Πατριαρχείου, τα οποία και επιστρέφει, όταν πήρε πίσω μέρος της τεράστιας περιουσίας της. Το 1827 εξορίζεται στην Προύσα όπου μένει 18 μήνες. Με ενέργειες του Πατριάρχη ελευθερώνεται και έρχεται στα Τρίκαλα, στο τσιφλίκι που της είχε δωρίσει ο Πασάς. Στην συνέχεια μεταβαίνει στο Ναύπλιο όπου συναντά τον Καποδίστρια και καταλήγει στο χωριό Κατοχή της Αιτωλίας, κοντά στον αδερφό της Γιώργη, που ήταν τώρα αξιωματικός του Ελληνικού στρατού. Η βασίλισσα των Ιωαννίνων πέθανε στο Αιτωλικό, στα 1834, σε ηλικία 45 ετών. Τάφηκε δίπλα από το ναό των Αγίων Ταξιαρχών. Η ζωή της έγινε παραμύθι και θρύλος.

Η λαϊκή μούσα την ύμνησε, οι ποιητές την δόξασαν, οι ζωγράφοι την αποθέωσαν. Η Βασιλική Κίτσου Κονταξή πέρασε στην Ιστορία. Όμως η Ελληνική Ιστορία, σε πολλές περιπτώσεις, ταυτίζεται με την ''εθνική μυθοπλασία''. Παρουσιάζει τα γεγονότα όχι όπως πραγματικά έγιναν, αλλά όπως συμφέρει, παραποιώντας ή υπερβάλλοντας τα αληθινά στοιχεία. Έτσι συμβαίνει και με τη Βασιλική, την οποία οι μεταγενέστεροι αναγόρευσαν περίπου σε εθνομάρτυρα. Είναι όμως έτσι; Όχι. Η κοπελίτσα από την Πλεσιβίτσα είχε -ασφαλώς- άπειρα προσόντα. Ήταν και πανέμορφη και πανέξυπνη. Αξιοποίησε αυτά τα χαρίσματά της με τον καλύτερο τρόπο, για το δικό της όμως -και μόνον- συμφέρον.

Ήταν επί πλέον και απέραντα φιλόδοξη. Είναι αλήθεια ότι κατάφερε να εξουσιάσει απόλυτα το φοβερό σατράπη των Ιωαννίνων και να τον κάνει όργανό της. Όνειρο και επιδίωξή της ήταν να γίνει από ευνοούμενη παλακίδα του, η μοναδική επίσημη σύζυγός του και αυτό το κατάφερε. Ο επόμενος στόχος της ήταν να γίνει σουλτάνα στην Κωνσταντινούπολη -στο πλευρό του Αλή- αυτό όμως δεν το πέτυχε. Ήταν και άπληστη και ματαιόδοξη. Εκμεταλλευόμενη την αδυναμία που της είχε ο γηραιός ηγεμόνας, έγινε μια από τις πλουσιότερες γυναίκες της εποχής της, και -ίσως- η πλουσιότερη της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Είχε στην κατοχή της τον μισό Θεσσαλικό κάμπο, αμύθητα πλούτη, χρήματα, πολύτιμους λίθους, πάμπολλα διαμερίσματα, δεκάδες σκλάβες και υπηρέτριες. Ακόμη και την τελευταία στιγμή διαπραγματεύτηκε την σωτηρία της, προδίνοντας στους Τούρκους το ''μυστικό'' του Βεζύρη για την ανατίναξη των Ιωαννίνων -στην περίπτωση που ο σουλτάνος δεν θα του χορηγούσε αμνηστία. Αυτή ήταν που υπέκλεψε το περίφημο ''κομπολόι'' του και το έδωσε στο Χουρσίτ, ώστε ο τελευταίος να καταλάβει αναίμακτα την πυριτιδαποθήκη του Βεζύρη. Οι υμνητές της υποστηρίζουν ότι, το έκανε για να διασώσει από την καταστροφή την αγαπημένη της πόλη, τα Γιάννενα. Όχι βέβαια.

Τον εαυτό της ήθελε να σώσει, και κανέναν άλλο, και το πέτυχε. Ο έγκυρος -υποτίθεται- βιογράφος του Αλή, Σπύρος Αραβαντινός γράφει στο κλασικό του έργο ότι «εγίγνωσκε να ποιήται και σκόπιμον της ισχύος αυτής χρήσιν, δεξιώτατα δε εκματαλλευόμενη δια της συνέσεως αυτής τας αδυναμίας του Αλή, κατόρθωσε πολλούς να διασώζη εκ της σπάθης, ή εκ του βρόγχου του δημίου». Επιπλέον η περιώνυμη Βασιλική ήταν ηθικώς ανάλγητη. Εγκατέλειψε τον τραγικό πατέρα της στο χωριό της, δημιούργησε ερωτικό δεσμό κάτω από την μύτη του Αλή, και -το απίστευτο -ήρθε πρόθυμα σε πολλές «σαρκικές συνάφειες» με τον εγγονό του, τον Μεχμέτ, επιδιώκοντας να αποκτήσει τέκνο, κάτι που τόσο επιθυμούσε ο Λέοντας των Ιωαννίνων.

Η μεγαλύτερη όμως υπερβολή είναι η αποδιδόμενη στη Βασιλική -από όλους τους υμνητές της- συνεισφορά στην εθνική υπόθεση. Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της είχε δημιουργηθεί στα Γιάννενα ο σκληρός πυρήνας της ''Φιλικής Εταιρείας'', από τους Τουρτούρη, Ψαλίδα, Οικονόμου, Κωλέττη, Κολοβό, Ανδρούτσο, Δούκα, αδερφούς Μαρίνογλου, Καραϊσκάκη, Νούτσο κ.ά. Είναι επίσης γεγονός ότι η Βασιλική ερχόταν σε καθημερινή επαφή μαζί τους, γιατί είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Γράφτηκε λοιπόν ότι, σε συνεννόηση με αυτούς, υπέθαλψε την αντιπαλότητα του Αλή με το σουλτάνο, προκειμένου να βοηθηθεί θετικά η εξέλιξη της Ελληνικής επανάστασης.

Και επίσης, ότι και η ίδια ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ συγχρόνως πίεζε το σατράπη να προσχωρήσει και αυτός. Όλα αυτά είναι μάλλον υπερβολές και ανακρίβειες. Πράγματι ειπώθηκαν, αλλά έγκυρες γραπτές μαρτυρίες δεν εμφανίστηκαν. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τη Βασιλική Κίτσου Κονταξή στη σφαίρα του μύθου της και της λαϊκής παράδοσης και ας μην της αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν την εκφράζουν. Πάντως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στην κόρη από την Πλεσιβίτσα (σημερινό Πλαίσιο των Φιλιατών και μια αναμφισβήτητη αρετή, την ευσπλαχνία. Όταν γύρισε πίσω στην Ελλάδα από την εξορία της στην Τουρκία, έφερε μαζί της τέσσερα ορφανά κοριτσάκια από την Προύσα.


Τα φρόντισε σαν μάνα, μέχρι το τέλος της πολυτάραχης ζωής της. Μιας μάλιστα διασώθηκε και το όνομά της, Χαρίκλεια την έλεγαν και ήταν από το Δεμίρ - Ισάρ. Η Βασιλική την πάντρεψε, αυτή έζησε 93 χρόνια και πέθανε το έτος 1909.

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Μουχτάρ ο Πρωτότοκος 

Ο Μουχτάρ γεννήθηκε το έτος 1768 και μητέρα του ήταν η Εμινέ. Ήταν γενναίος στη μάχη, αλλά δεν είχε τις στρατηγικές ικανότητες του πατέρα του. Ήταν θρασύς, φιλοχρήματος, ωμός και θηριώδης. Ο σύγχρονός του Γιαννιώτης Γεώργιος Οικονόμου τον σκιαγραφεί με τα χειρότερα λόγια: «Για το Μουχτάρ Πασά μόνον αηδία μπορεί να νιώσει κανείς, γιατί η φύση τον δημιούργησε μόνο για να θησαυρίζει, να ασελγεί και να ζει εις άκρα χαμέρπεια, αξύριστος ολόκληρους μήνες, με μυριάδες Αλβανικές ψείρες στα γένια του». Ο Holland, που τον γνώρισε από κοντά, γράφει: «Ο Μουχτάρ Πασάς δε μοιάζει στα χαρακτηριστικά με τον πατέρα του ή τον αδερφό του και η όψη του είναι λιγότερο εντυπωσιακή από των δυο.

Η έκφρασή του είναι γενικά χονδροειδής με κάποια ίχνη καλού χιούμορ, οι τρόποι του εντελώς χωρίς λεπτότητα, αλλά και χωρίς τραχύτητα. Ο ίδιος είναι ψηλός, αρρενωπός και δυνατός. Είναι λιγότερο πολιτικός από το Βελή Πασά, όμως πιο άφοβος πολεμιστής και είναι ίσως ο πιο δημοφιλής στους Αλβανούς, που αποτελούν το βασικό στήριγμα της δύναμης της οικογένειας. Η βασική του διασκέδαση είναι το κυνήγι, στο οποίο συνήθως συνοδεύεται από μια υπέροχη ακολουθία έφιππων αντρών. Μου έκανε αρκετές ερωτήσεις περί αστρονομίας, που έδειχναν περισσότερο περιέργεια παρά γνώσεις. Ρόλο διερμηνέα στη συζήτησή μας είχε ο γιατρός του Κωλέττης».

Με θαυμασμό σχολιάζει το Μουχτάρ ο Αμερικανός πολιτικός Theodore Lyman, που τον επισκέφτηκε στο ανάκτορό του στα Γιάννενα, το έτος 1819: «Με ευχαριστεί αληθινά να ομιλώ για την εξυπνάδα, την αξιοπρέπεια καθώς και την κομψότητα των τρόπων αυτού του πρίγκιπα. Σπάνια βλέπει κανείς έκφραση και παράστημα γεμάτα με τόση ευγένεια και χάρη, που ούτε στις αυλές της Ευρώπης δεν συναντάς. Θα θυμάμαι πάντοτε με ευγνωμοσύνη την προστασία και την υπέροχη φιλοξενία που ο πρίγκιπας μας πρόσφερε».

Βελής ο Δευτερότοκος 

Ο Βελής ήταν πέντε χρόνια μικρότερος του Μουχτάρ. Πάλι ο Γ. Οικονόμου, τον περιγράφει: «Η ασέλγεια του υπερέβαινε εκατό φορές εκείνη του πατέρα του. ταν άπιστος, ψεύτης, κόλακας, δόλιος και ύπουλος, δειλός, φιλήδονος, φθονερός, πλεονέκτης και μνησίκακος». Και ο Pouqueville: «Του άρεσε να αναμιγνύει την αγριότητα με την ηδονή, δαγκώνοντας τα χείλη των καλλονών τις οποίες μαγάριζεν, (πρόκειται για την Αικατερίνη Ανέστη) και έβαζεν να του μεταφράζουν τα αισχρότερα των ξένων πορνογραφικών βιβλίων». Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη, αυτή του κοτζαμπάση του Μοριά, Αθανασίου Γρηγοριάδη: «Ήταν 30 χρονών, ωραιότατος, υψηλός το ανάστημα, είχεν οφθαλμούς γλαυκούς και γλυκείς.

Κόμην και μύστακαν και γεννειάδαν ξανθόχρουν, βάδισμα δε ηγεμονικόν. Πάντοτε εφόρει ενδυμασίαν ερυθροειδήν, βελούδινον και κατάχρυσον. Ήταν οξύνους, χαρίεις, φιλόφρων και φιλόδοξος, ηγάπα υπερβολικώς τας γυναίκας, την θήραν και τας διασκεδάσεις». Αλλά και ο γνωστός Βρετανός μυθιστοριογράφος John Galt (1779 - 1839), που συνάντησε το Βελή το 1809 - 1810, στη Σόφια και την Τριπολιτσά γράφει: «Είναι θαυμαστής των Ευρωπαϊκών συνηθειών και μιλάει πολλές γλώσσες. Έδωσε εντολή να μεταφραστεί ο Παυσανίας στα νέα ελληνικά. Πήγε στην Αθήνα για να δει, όπως είπε, τα μνημεία που προσελκύουν τόσους ξένους. Είναι φιλελεύθερος και μετριοπαθής».

Ο Βελής έφερε το πρώτο πιάνο στην Ελλάδα. Στις 6 Ιουνίου 1809 έγραφε στον Hunter, εμπορικό πράκτορά του στη Μάλτα: «σας μένω πολύ ευχάριστος δια την επιμέλειαν όπου έλαβε δια να μου στείλει το πγιάν-φορτ το οποίον πολλά γουστάρω διότι μου άρεσεν, την αγοράν του λοιπόν ας την περάσης εις την παρτίδα». Για να αξιοποιήσει το όργανο είχε φέρει μια Ιταλίδα τραγουδίστρια. Πριν αρχίσει το ρεπερτόριό της ''η σινιόρα'' φιλούσε το χέρι του, αν και συχνά του έκανε παράπονα γιατί της ξεκούρδιζαν το πιάνο.

Σαλήχ ο Τριτότοκος 

Τρίτος γιος του Αλή ήταν ο Σαλήχ, που είχε από τον Βελή διαφορά πάνω από 20 χρόνια. Το νεαρό πασά συνάντησε ο Holland στο Τεπελένι και είχε μακρά συνομιλία μαζί του. Τον βρήκε ώριμο για την ηλικία του. Ο περιηγητής διαπίστωσε ότι ο Σαλήχ, εκτός του ότι εκπαιδευόταν στις σκληρές αντρικές ασκήσεις, διδασκόταν τα Ρωμέικα, Τούρκικα και Αρβανίτικα, τις τρεις γλώσσες που μιλούσαν οι υπήκοοι του πατέρα του. Ο Αλής του είχε αδυναμία και είπε στο Holland ότι ήθελε να τον στείλει για 4 ή 5 χρόνια, πρώτα στο Μαρόκο, μετά στην Αγγλία και από κει στη Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία και τέλος στην Κωνσταντινούπολη.

O διπλωμάτης J.S. Bartholdy περιγράφει το πώς γεννήθηκε ο Σαλήχ, όπως του διηγήθηκε το 1803 στα Γιάννενα ο τότε μητροπολίτης Ιγνάτιος: «Η σύζυγος του Αλή Πασά, η μητέρα του Μουχτάρ και του Βελή, πικαρισμένη, που έβλεπε να την παραμελεί ο άντρας της, έφτιαξε έναν κόμπο ο οποίος, χρόνια ολόκληρα, τον έκανε ανίκανο να γευθεί τις απολαύσεις του έρωτα. Τα γιατροσόφια δεν μπόρεσαν τίποτα να επιτύχουν, μια και κανείς δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει την αιτία του κακού. Τελικά, όταν πέθανε εκείνη η γυναίκα βρήκαν μέσα σε ένα ντουλάπι το κουβάρι και το πέταξαν στην λίμνη Αχερουσία (ο Bartholdy την συγχέει με την Παμβώτιδα).

Ένας από τους δερβίσηδες υποψιάστηκε ότι υπήρχε εδώ κάποιο μυστήριο και δόθηκε αμέσως διαταγή σε όλους τους ψαράδες των Ιωαννίνων να αρχίσουν έρευνες στο μέρος της λίμνης που βρίσκεται κάτω από τα παράθυρα της Εμινέ. Μετά από πολλές προσπάθειες βρήκαν το κουβάρι. Ο δερβίσης το έλυσε και συμβούλευσε τον Αλή να πλαγιάσει με την πρώτη χανούμισσα που θα συναντούσε. Η μοίρα οδήγησε στο δρόμο του μια σκλάβα, προς την οποία ποτέ δεν είχε διανοηθεί να σηκώσει τα μάτια του. Ύστερα από εννιά μήνες εκείνη του χάρισε ένα γιο που του μοιάζει σε όλα. Πρόκειται για το Σαλήχ. Τη μητέρα του εγκατέστησε ως επικαφαλής στο χαρέμι του Τεπελενίου».


ΛΟΔΡΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ ΚΑΙ ΑΛΗ ΠΑΣΑΣ

Ο George Gordon 6th Lord Byron (1788 - 1824) είναι ο σημαντικότερος από τους δεκάδες ξένους που επισκέφτηκαν τον Αλή, κατά την διάρκεια της μακρόχρονης ηγεμονίας του. Η συνάντησή τους στο Τεπελένι, το φθινόπωρο του 1809, προσέλαβε διαστάσεις μύθου και χαρακτηρίστηκε ως ''ιστορική''. Στη Βρετανία του 18ου και του 19ου αιώνα ήταν απαραίτητο οι γόνοι της Αγγλικής αριστοκρατίας μετά την αποφοίτησή τους από τα φημισμένα πανεπιστήμια, του Cambridge, της Oxford και του Eaton, να πραγματοποιούν ένα πολύμηνο ταξίδι στις χώρες της Ανατολής, ώστε να γνωρίσουν από κοντά την κλασική αρχαιότητα - που είχαν διδαχτεί στα κολέγιά τους. ταν ο λεγόμενος ''Grand Tour, δηλαδή, Ο Μεγάλος Γύρος''.

Επιστρέφοντας στην -κοσμοκράτειρα- πατρίδα τους ήταν έτοιμοι να καταλάβουν τις κληρονομικές θέσεις, που τους είχαν προετοιμάσει οι γονείς τους. Έτσι και ο Μπάυρον, στις 22 Ιουλίου του 1809, ξεκίνησε την πρώτη Ευρωπαϊκή του περιπέτεια, σε ηλικία 20 ετών. Είχε μαζί του το φίλο του από το πανεπιστήμιο John Cam Hobhouse, κατοπινό λόρδο Brougthon, και τον υπηρέτη του William Fletcher. Προορισμός τους η Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Πρώτος σταθμός τους η Πορτογαλία. Αφού διασχίσουν την σπαρασσόμενη, από τους ναπολεόντειους πολέμους, Ισπανία θα επιβιβαστούν σε αγγλικό πολεμικό που είχε ως προορισμό την Πρέβεζα. 

Αυτό βόλεψε ιδιαίτερα τον εκκεντρικό, αλλά και απρόβλεπτο ευγενή Άγγλο αριστοκράτη, που θα τον έφερνε στη μυστηριώδη Ήπειρο και θα του έδινε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Βεζύρη της Ηπείρου, του οποίου το όνομα είχε ήδη καταστεί θρύλος στην Ευρώπη. Το ταξίδι ήταν δύσκολο, αυτό όμως άφηνε αδιάφορο το νεαρό Μπάυρον, ο οποίος αναζητούσε διαφορετικές συγκινήσεις και εμπειρίες, που πίστευε -όχι άδικα- ότι θα έβρισκε στην άγνωστη, μυστηριώδη και εξωτική χώρα του Τεπελενλή. Αφού διέσχισαν τη Μεσόγειο έφτασαν στην Πάτρα, όπου έμειναν δυο μέρες, και στις 29 Σεπτεμβρίου 1809 -δυο μήνες μετά την αναχώρησή τους από το Plymouth- αποβιβάζονται στην Πρέβεζα. 

Ο νεαρός ποιητής, πλέει σε πελάγη ευτυχίας, γιατί βρίσκεται πια στη χώρα στην οποία κυριαρχεί το ίνδαλμά του, ''Ο Λέων της Ηπείρου'', όπως τον αποκαλούσαν ήδη στην Ευρώπη. Ο Μπάυρον δεν κρατούσε ημερολόγιο στις μετακινήσεις του αλλά ούτε όμως και κατέγραφε συστηματικά τις εντυπώσεις του. Τις διάφορες ''εικόνες'' του ταξιδιού τις παρακολουθούμε μέσα από το χρονικό του συνοδοιπόρου του J. C. Hobhouse, αυτού του τυπικού και σχολαστικού -αλλά και ψυχρού- περιηγητή. Όμως, τα συχνά γράμματά του προς τη μητέρα του και τους φίλους του στο Λονδίνο, είναι -ίσως- οι καλύτερες πηγές για να συνθέσουμε το οδοιπορικό. 

Άλλωστε η εκπληκτική του μνήμη ήταν η ιδανική κιβωτός καταχώρησης των εντυπώσεών του και τις οποίες αξιοποίησε αργότερα στα έργα του. Η Πρέβεζα απογοήτευσε και τους δυο φίλους, φυσικό βεβαίως, αφού η πόλη δεν είχε συνέλθει ακόμη από την καταστροφή της του 1798 από τον Αλή, αν και ήδη είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε. Δεν έδωσαν όμως ιδιαίτερη σημασία, γιατί προορισμός τους ήταν τα Γιάννενα, η πρωτεύουσα του Αλή. Αφού λοιπόν επισκέπτονται τα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης, ξεκινούν προς την Άρτα, όπου διανυκτερεύουν, συνεχίζουν με κοπιαστική πορεία μέχρι το Χάνι του Αγίου Δημητρίου -όπου επίσης έμειναν μια βραδιά- και, επί τέλους, στις εννέα το πρωί της άλλης μέρας. 

Μέσα από την ομίχλη και την βροχή κατηφορίζουν προς τις πλαγιές και ξαφνικά αντικρίζουν τα Γιάννενα, την πρωτεύουσα του Αλή. Ο Μπάυρον γοητευμένος και ενθουσιασμένος από το θέαμα συνθέτει αμέσως ένα χαρακτηριστικό ποίημα. Το ημερολόγιο έγραφε 9η Οκτωβρίου του έτους 1809. Φτάνοντας στα Γιάννενα, οι ξένοι ταξιδιώτες πληροφορήθηκαν ότι ο Αλής βρισκόταν ήδη στο Τεπελένι, γιατί είχε ανοίξει πόλεμο με τον συμπέθερό του, Ιμπραήμ Πασά του Βερατίου. Αλλά ο Βεζύρης είχε πληροφορηθεί την άφιξή τους και είχε δώσει εντολή στον έμπιστό του Σπύρο Κολοβό και στο δεσπότη να τους φιλοξενήσουν με κάθε τιμή και στη συνέχεια να τους συνοδεύσουν στο Τεπελένι. 

Αφού διανυκτέρευσαν στην Ζίτσα, πορεύτηκαν βόρεια, ακολουθώντας την κοιλάδα του Καλαμά, τον οποίο ο Κολοβός έλεγε Αχέροντα, και έτσι έφτασαν στον επόμενο σταθμό τους, το Δελβινάκι. Στη συνέχεια πέρασαν από το Λιμπόχοβο -όπου ζούσε η αδερφή του Αλή, η Χαϊνίτσα- και κατέληξαν στην γενέτειρα του σατράπη, το Τεπελένι. Εκεί έμειναν μερικές μέρες και είχαν τρεις συναντήσεις με τον Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος και τους προσέφερε εξαιρετική φιλοξενία, όπως συνήθιζε πάντοτε για τους ξένους του. Έφυγαν από το Τεπελένι, ο μεν Μπάυρον ενθουσιασμένος, ο δε Hobhouse επιφυλακτικός. Μαζί τους πήρανε από τον Αλή μια συστατική επιστολή για το γιό του Βελή, Πασά του Μοριά, καθώς και δυο φρουρούς. 

Ξαναγύρισαν στα Γιάννενα από τον ίδιο δρόμο και αφού παρέμειναν στην Ηπειρωτική πρωτεύουσα για μια εβδομάδα, συνέχισαν το ταξίδι με τελικό προορισμό την Αθήνα. Η Ηπειρωτική περιήγηση γοήτευσε το νεαρό βάρδο και έμεινε, για πάντα, χαραγμένη στην μνήμη του. Οι εντυπώσεις του καταγράφονται σε πολλά από τα διάσημα έργα του, ενώ την γνωριμία του με τον Αλή την θεωρούσε πάντοτε ως μια από τις πιο σημαντικές της ζωής του. Ο σατράπης των Ιωαννίνων φάνηκε στα μάτια του ονειροπόλου αριστοκράτη σαν η ''αυθεντική προσωποποίηση'' της εξωτικής και μυστηριώδους Ανατολής. Η πρώτη αυτή γνωριμία με τους Έλληνες σφράγισε την κατοπινή του πνευματική πορεία και την ανθρώπινη μοίρα του. 

Η παραμονή του στην Ελλάδα θα διαρκέσει σχεδόν 2 χρόνια. Την διετία αυτή ήταν ένας νεαρός και εύθυμος περιηγητής ο οποίος περιδιάβαινε ανέμελα τις Ελληνικές στεριές και θάλασσες. Θα ξαναγυρίσει, 15 χρόνια αργότερα, ώριμος και ολοκληρωμένος πλέον, για να αφήσει -στο Μεσολόγγι- την τελευταία του πνοή, αγωνιζόμενος για τη χώρα των νεανικών του χρόνων. Ο George Gordon Noël, 6th Lord Byron και Βαρώνος του Rochdale πέρασε στην Ελληνική Ιστορία ως ''o Λαμπρότερος των Φιλελλήνων''. Η πορεία του Λόρδου Μπάυρον προς τη δόξα ξεκίνησε με το Childe Harold's Pilgrimage (Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ), προϊόν του πρώτου ταξιδιού του στην Ελλάδα το 1809 - 1811, το οποίο άρχισε να γράφει στα Γιάννενα. 
 
Αμέσως έγινε το πρόσωπο της ημέρας. Ο ''Βυρωνικός πυρετός'' είχε γεννηθεί. Κατά τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας του, το ''Childe'' επανεκδόθηκε 15 φορές μόνο στο Λονδίνο. Στην έβδομη έκδοσή του περιλαμβάνει και «το περίφημο Ελληνικό εμβατήριο», όπως το αποκαλεί ο ποιητής, το οποίο δεν είναι άλλο από το «Δεύτε παίδες Ελλήνων», το ''εθνεγερτήριο σάλπισμα'' του Ρήγα Φεραίου. Το δεύτερο άσμα του έργου αποτελεί μια σύνθεση πικρής νοσταλγίας για την αρχαία Ελλάδα και άγριας οργής για την αδιαφορία και αδυναμία των Ελλήνων να συντρίψουν τις αλυσίδες τους. Ο Μπάυρον δεν αποδέχτηκε αμοιβή για το έργο του, γιατί θεωρούσε ότι «αυτό δεν αρμόζει σε ποιητή».


Ο αριθμός των έργων του είναι πολύ μεγάλος. Ασχολήθηκε με όλα τα λογοτεχνικά είδη και στο σύντομο διάστημα της ζωής του έγραψε τα πάντα, λυρική ποίηση, σάτιρα και δράμα, μπαλάντες, έπος, μυθιστορίες και θέατρο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός - ποιητής Benjamin Is. Disraeli (1804 - 1881) έλεγε κάποτε : «Απορώ, πως ο άνθρωπος αυτός που πέθανε σε ηλικία 36 χρόνων και πέρασε μια ζωή ακόλαστη και ασυγκράτητη -όπως λένε- απορώ λοιπόν πότε κατόρθωσε να βρει τον καιρό να γράψει όλα αυτά τα αριστουργηματικά ποιήματα». Την πρώτη θέση ανάμεσα στα αφηγηματικά έργα του Μπάυρον κατέχει ο ''Don Juan'' (έχει το ίδιο θέμα με το ομώνυμο δράμα του Μολιέρου), για την πλοκή και το μεγαλείο του, για την έκταση και το βάθος του. 

Θεωρείται το αριστούργημά του, έστω και αν δεν ολοκληρώθηκε, γιατί τον πρόλαβε ο ξαφνικός θάνατός του στο Μεσολόγγι. Σε αυτό, όπως και στα πολλά άλλα έργα του, υπάρχει άρωμα Ελλάδας. Τα έργα του πιο μεγάλου Άγγλου ρομαντικού εκδόθηκαν αμέτρητες φορές και κατέκλυσαν την Ευρώπη και την Αμερική. Αμέσως μετά την πρώτη έκδοσή τους μεταφράζονταν όλα σε πλήθος γλωσσών. Η ''Νύφη της Αβύδου'' μεταφράστηκε σε δέκα γλώσσες και ο ''Κάιν'' σε εννιά. 

Για τον ''Μάνφρεντ'' αναφέρονται μια μετάφραση στη Βοημική γλώσσα, δύο στη Δανική, δύο στην Ολλανδική, δύο στη Γαλλική, εννιά στη Γερμανική, τρεις στη Σουηδική και την Πολωνική, τέσσερις στην Ιταλική, τέσσερις στη Ρωσική, μια στη Ρουμανική, τρεις στην Ισπανική και δύο στην Ελληνική γλώσσα. Το σύνολον των αντιτύπων των έργων του Λόρδου Μπάυρον που έχουν πουληθεί, μέχρι σήμερα, ξεπερνά τα 5.000.000, χωρίς να προσμετρούνται σε αυτά και οι βιογραφίες του, οι οποίες είναι δεκάδες.
 
Στην Πρωτεύουσα του Αλή 

Ο Αλής γνώριζε για την άφιξη των δύο ξένων και είχε φροντίσει για όλα. Μόλις είχαν ξεπεζέψει όταν έφτασε ο γραμματικός Σπύρος Κολοβός, που μιλούσε άπταιστα Γαλλικά, και ο δεσπότης, που υποκλινόταν διαρκώς μπροστά τους. Και οι δυο τους φορούσαν τεράστια καπέλα, που έκαναν εντύπωση στον Μπάυρον και τη συνοδεία του. Κατέλυσαν στο περιώνυμο αρχοντικό του Νικολού Αργύρη Βρεττού, το οποίο χρησιμοποιούσε ο Βεζύρης για τη φιλοξενία των εκάστοτε υψηλών επισκεπτών του. Επισκέφτηκαν -όπως γράφει ο ποιητής σε επιστολή του- όλα τα αξιοθέατα των Ιωαννίνων, καβαλικεύοντας το ίδιο το άλογο του Αλή, το Δερβίση, που είχε θέσει στη διάθεσή τους με ρητή εντολή του.

Συνάντησαν τους ''επίσημους'' και τον Αθανάσιο Ψαλίδα. Ο δάσκαλος ήταν ενημερωμένος για τη λεηλασία των γλυπτών του Παρθενώνα από τον Εlgin, που μόλις τότε ολοκληρωνόταν, και έκανε σφοδρή επίθεση στο Hobhouse λέγοντας: «φυλάξτε πολύ καλά αυτά που μας κλέβετε, γιατί κάποια στιγμή, θα τα επιστρέψετε στον τόπο τους». Ο Hobhouse, που δεν είχε σχέση με αρχαιοκαπηλείες, ενοχλήθηκε, ενώ ο Μπάυρον παρακολουθούσε αμίλητος. Ο ποιητής έγραψε στη μητέρα του: «Η Αθήνα είναι πιθανόν η πιο πολιτισμένη πόλη της Ελλάδας, όχι όμως και του Ελληνικού έθνους, γιατί τα Γιάννενα υπερτερούν στον πλούτο, την ανάπτυξη, την παιδεία και την καθαρότητα της γλώσσας».
 
Η Πρώτη Συνάντηση 

Την επόμενη μέρα μετά την άφιξή τους ο Μπάυρον και ο Hobhouse ειδοποιήθηκαν από έναν αξιωματούχο της αυλής, που κρατούσε άσπρη ράβδο, πως ο Βεζύρης τους περιμένει. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ο Άγγλος λοχαγός William Martin Leake, ο Κεφαλλονίτης γιατρός του Αλή, Ιωάννης Μεταξάς ή Στραβόλαιμος -ο οποίος στη συνέχεια ανέλαβε την ξενάγηση των δύο Άγγλων-, ο διαβόητος Γιουσούφ Αράπης, χανζνατάραγκας (ταμίας) του Αλή και επόπτης των οδικών αρτηριών από τη Δαλματία μέχρι τον Ισθμό, καθώς και ο γραμματικός του Βεζύρη, Σπύρος Κολοβός. Ο Αλής παράγγειλε στους επισκέπτες του τα καλωσορίσματα, εκφράζοντας τη λύπη του γιατί εξαιτίας του ραμαζανιού δε θα μπορούσε να δειπνήσει μαζί τους. 

Χρέη διερμηνέα έκανε ο Κοζανίτης στην καταγωγή, προσωπικός γιατρός του Βελή, Γεώργιος Σακελλάριος (1767 - 1838) -ο Μπάυρον τον αναφέρει «Seculario»- σπουδαγμένος στη Βιέννη, σπουδαίος λόγιος, ιστορικός, φιλόσοφος, λογοτέχνης και κάτοχος των Γερμανικών, των Γαλλικών, των Λατινικών, των Τουρκικών και των Αλβανικών. Σύμφωνα με τον βιογράφο της Βασιλικής, Μιχαήλ Χανούση, τον Βεζύρη περιτριγύριζε ολόκληρη συνοδεία από αξιωματούχους, ενώ δίπλα του είχε την Βασιλική, η οποία καθόταν σε ένα σκαμνί. Όμως ούτε ο Μπάυρον, ο Leake και ο Hobhouse -οι οποίοι ήταν παρόντες στη συνάντηση- αναφέρουν κάτι σχετικό. 

Η υποδοχή που τους έγινε στην αίθουσα των ακροάσεων στο σεράι τους εντυπωσίασε «η πλούσια διακόσμηση με ζωγραφική και χρυσώματα, τα λαμπρά ρούχα των αξιωματούχων και τα όμορφα πορσελάνινα φλιτζάνια, που ήταν τοποθετημένα μέσα σε άλλα ασημένια».

Το Δώρο του Μπάυρον στον Αλή 

Όταν ο Λόρδος Μπάυρον επισκέφτηκε τον Αλή στο Τεπελένι, το 1809, ο Βεζύρης του ζήτησε να του στείλει για δώρο ένα Αγγλικό ντουφέκι μεγάλης αξίας, για να το προσθέσει στη συλλογή του. Ο Άγγλος ποιητής πράγματι όταν γύρισε στο Λονδίνο του απέστειλε ένα εξαιρετικό όπλο, που φέρει την υπογραφή «Joseph Μanton patent, 1804», που ήταν ο μεγαλύτερος Άγγλος οπλουργός του 19ου αιώνα. Το κοντάκι αντικαταστάθηκε και καλύφτηκε με ασήμι και χρυσό στα Γιάννενα. Η κομμένη κάννη φέρει επιγραφή στα Περσικά: «Το όπλο αυτό ο Κράλης της Αγγλίας δώρισε στον ξακουστό Βεζύρη, την Εξοχότητά του τον Αλή Πασά, το έτος 1812». 

«Kral» είναι Σερβική λέξη, την οποία χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν ένα Χριστιανό βασιλιά ή πρίγκιπα (στην Αγγλία τότε βασίλευε ο Γεώργιος Γ'.) Στο μηχανισμό της σκανδάλης, δίπλα από την υπογραφή του Manton, υπάρχει μια μικρή ένθετη κορόνα. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα η πόλη των Ιωαννίνων είχε μεγάλη φήμη για τα όπλα της. Σε αντίθεση με ότι πίστευαν οι υπόλοιποι Έλληνες, ο βασικός ρόλος των Γιαννιωτών ήταν η διακόσμηση των όπλων και όχι η κατασκευή τους. Τα αρχεία των εμπορικών συντεχνιών των Ιωαννίνων δίνουν στοιχεία μόλις για επτά οπλουργούς (ντουφεξήδες). 
 
Τα όπλα λοιπόν έρχονταν από άλλες περιοχές (Μαυροβούνιο, Σερβία, Βοσνία, Ιταλία κ.ά.) και τα διακοσμούσαν οι περίφημοι Γιαννιώτες αργυροχόοι, οι οποίοι πολλαπλασίαζαν έτσι την αξία τους και στη συνέχεια οι έμποροι τα πουλούσαν όχι μόνο στη Βαλκανική αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μάλιστα ο Αλής είχε προτείνει στο Δήμαρχο της Βοστώνης Theodore Lyman, που τον επισκέφτηκε στα Γιάννενα το 1819, να στείλει στην Αμερική ένα καράβι με περίτεχνα όπλα, κεντημένα ενδύματα, ξηρά σύκα, ελιές τουρσί κ.α., και να τα ανταλλάξει με άλογα και γυναίκες.


Το Δώρο του Αλή στο Μπάυρον

Μαχαιρίδιο μήκους 31 εκ. το οποίο εικάζεται ότι δώρισε o Αλής στο Λόρδο Μπάυρον κατά τη συνάντησή τους στο Τεπελένι, το φθινόπωρο του 1809. Η επίχρυση ασημένια λαβή, καθώς και η με σφαιρική απόληξη θήκη, διακοσμούνται με σαράντα μικρά ρουμπίνια και πυκνό έκτυπο και σκαλιστό, λεπτότατης επεξεργασίας, φυτικό διάκοσμο, που τονίζεται με την τεχνική σαβάτι. Περίτεχνος φυτικός διάκοσμος από ένθετο χρυσό κοσμεί και τη λεπίδα. Αποτελεί θαυμαστό δείγμα της Νεοελληνικής αργυροχρυσοχοΐας και παραπέμπει σε υψηλής ποιότητας εργαστήριο πιθανόν -κατά το συλλέκτη- της οικογένειας Τσιμούρη, από τους Καλαρρύτες της Ηπείρου.

ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ

ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ

Μετά την άλωση της Πρέβεζας, το 1798, ο Αλής έβαλε στο στόχαστρό του την Πάργα, τη μοναδική Ελληνική περιοχή που ουδέποτε, μέχρι τότε, είχε γνωρίσει την Τουρκική κυριαρχία. Επί δεκαετίες η Ηπειρωτική αυτή πόλη αποτελούσε τον μεγάλο καημό του Βεζύρη: «Θέλω την Πάργα, ορέ μπίρο’μ Ποκοβίλο», έλεγε με πείσμα -σαν νέος Κικέρων- στον Γάλλο Πρόξενο των Ιωαννίνων. Βενετική κτήση -για πολλά χρόνια- η Πάργα, στην συνέχεια πέρασε στα χέρια των δημοκρατικών Γάλλων του Ναπολέοντα, με την συνθήκη του Καμπο-Φόρμιο το 1797. Μετά από τον χαλασμό της Πρέβεζας και τη σφαγή των κατοίκων της, το 1798, ο Αλής κάλεσε με επανειλημμένες επιστολές του τους Παργινούς να εκδιώξουν τους Γάλλους.

Πιστεύοντας ότι αυτοί θα ήταν τρομοκρατημένοι από τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα. Όμως εκείνοι μεν, του απάντησαν περήφανα και αρνητικά, αλλά οι Γάλλοι -φοβισμένοι- αποσύρθηκαν στην Κέρκυρα, και έτσι την προστασία της Πάργας ανέλαβαν οι Ρώσοι, μετά από αίτημα των Παργινών. Στα 1800 με την συνθήκη Ρωσίας - Τουρκίας τα Επτάνησα κηρύσσονται πλέον ανεξάρτητα και η Πάργα ''ελεύθερη πολιτεία'', υπό την Ρωσική προστασία. Τη συνθήκη αναγνώρισε, στα 1802, και η Αγγλία. Όμως, με την συμφωνία του Τιλσίτ, το 1806 οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα Επτάνησα και την Πάργα στα χέρια των Γάλλων.

Αμέσως ο Αλής ζητά από το Γάλλο διοικητή της Κέρκυρας στρατηγό Berthier να του παραδοθεί η Πάργα, όμως ο Ναπολέοντας -με γραπτή απάντησή του- αρνείται κατηγορηματικά. Έτσι η Πάργα συνέχισε να είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη, γλυτώνοντας -προς το παρόν τουλάχιστον - από τη βουλιμία του Τεπελενλή. Όμως η κατάρρευση του Ναπολέοντα το 1814 ξαναζωντάνεψε την φιλοδοξία του Αλή να καταλάβει την Πάργα. Έτσι τη νύχτα της 20ης προς 21η Φεβρουαρίου του έτους 1814 κινητοποίησε ξαφνικά τα στρατεύματά του. Στόχος του η Πάργα. Ο ίδιος έφυγε από τα Γιάννενα πάνω στην παλιά Γερμανική άμαξά του. Ο οξύνους σατράπης διέβλεπε ότι μετά τον εκμηδενισμό της δύναμης του Βοναπάρτη.

Οι Άγγλοι, αργά ή γρήγορα, με τα όπλα, ή με συμφωνία, θα έπαιρναν ό,τι είχε απομείνει στο Ιόνιο στα Γαλλικά χέρια. Ήθελε λοιπόν να καταλάβει αιφνιδιαστικά την Πάργα «αυτό τον έρημο βράχο, το μόνον σημείο της επικράτειάς του, όπου έλαμπαν ακόμη οι αχτίδες της ελευθερίας - επιδιώκοντας να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα», όπως γράφει ο Άγγλος περιηγητής Thomas Smart Hughes που βρισκόταν τότε στην Ήπειρο. Και όλα αυτά χωρίς εξουσιοδότηση από την Υψηλή Πύλη. Ενεργοποίησε λοιπόν τις δυνάμεις του και συγχρόνως έδωσε εντολή στον πολεμικό του στολίσκο, να φύγει από την Πρέβεζα και να αποκλείσει την Πάργα.

Όμως το σχέδιό του ματαιώθηκε γιατί μερικά Αγγλικά καταδρομικά πλοία παρεμπόδισαν τα καράβια του να πλησιάσουν στις Ηπειρωτικές ακτές. Έτσι η επίθεση έγινε μόνον από την ξηρά. Επικεφαλής της δύναμης, που ανερχόταν σε 6.000 άντρες, ήταν ο Μουχτάρ και ο Ομέρ Βρυώνης. Πρώτα πολιόρκησαν την Αγιά, που την κατέλαβαν, την κατέστρεψαν και έχτισαν το φρούριο της Ανθούσας, για να το έχουν σαν ορμητήριο, εναντίον της Πάργας. Η Γαλλική φρουρά αποσύρθηκε έντρομη στο κάστρο της Πάργας, αλλά οι κάτοικοί της βγήκαν έξω από την πόλη τους και απέκρουσαν τις δυνάμεις του Αλή, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή αφήνοντας πολλούς νεκρούς και τραυματίες αλλά και άφθονα λάφυρα και εφόδια.

Ότι όμως δεν κατάφερε η δύναμη των όπλων, το επέτυχαν ο δόλος και η διπλωματική αναλγησία. Τον ίδιο χρόνο 1814, όταν έγινε σαφές ότι στην περιοχή τους θα επικρατούσαν οι Βρετανοί, οι Παργινοί αφόπλισαν αναίμακτα την ολιγάριθμη Γαλλική φρουρά, που ευρισκόταν στο κάστρο, και ύψωσαν την Αγγλική σημαία, ζητώντας έτσι την προστασία των Άγγλων, που ήδη κατείχαν την Κέρκυρα. Αυτοί ανταποκρίθηκαν και αποβίβασαν στην πόλη ισχυρές δυνάμεις. Τρία χρόνια έμεινε η Πάργα υπό την αιγίδα της ''γηραιάς Αλβιόνος''.Ήταν μια περίοδος ανάπτυξης, ευημερίας και αύξησης του πληθυσμού της, που ξεπέρασε τις 4.000. Αλλά ο Βεζύρης δεν είχε εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες του, μετά την αποτυχία της πρώτης εκστρατείας του.

Κατηγορεί τότε την Πάργα στον σουλτάνο και τους Άγγλους, ότι είναι φωλιά κατασκόπων. Τους ισχυρισμούς του αυτούς επιβεβαιώνει και ο Βρετανός ύπατος αρμοστής της Κέρκυρας Thomas Maitland. Έτσι στέλνοντας φορτία χρυσάφι στην Κωνσταντινούπολη πέτυχε το 1815 να συναφθεί ''μυστική συμφωνία'' μεταξύ Βρετανίας και Υψηλής Πύλης και να ''εκχωρηθεί" η Πάργα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, που επίσης θα κατέβαλε ο Βεζύρης -αυτοπροσώπως- στον Άγγλο αρμοστή των Επτανήσων Maitland, στην Πρέβεζα. Κατά τις διαπραγματεύσεις για την πώληση της Πάργας ο Αλής έστειλε δυο φορές στο Λονδίνο, διπλωματικό του εκπρόσωπο, το δερβίση Σεΐχ Αχμέτ Εφέντη.

Η συμφωνία περιείχε και τον επαίσχυντο όρο -απαίτηση πάλι του Αλή- ότι οι κάτοικοι της Πάργας θα εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, και θα εκπατρίζονταν όλοι. Το τελικό έγγραφο υπογράφτηκε στα Γιάννενα στις 17 Μαΐου 1817 ανάμεσα στον Βρετανό αντιπρόσωπο John Cartwright και τον Τούρκο βεζύρη Χαμίτ - Μπέη. Οι Παργινοί, υποτίθεται ότι θα έπαιρναν αποζημιώσεις για τις περιουσίες τους. Ούτε και αυτό όμως έγινε γιατί ο Maitland πήρε τις χιλιάδες λίρες, που του έδωσε ο Πασάς για τον σκοπό αυτό και τις φυγάδευσε στην Κέρκυρα. Τελικώς ύστερα από πολλές αναβολές και -παρά την σφοδρή αντίδραση των Παργινών- η εκκένωση της Πάργας έγινε στις 10 Μαΐου του έτους 1819, ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής.

Η μεταφορά των κατοίκων στην Κέρκυρα πραγματοποιήθηκε με την Βρετανική φρεγάτα ''Γλασκώβη''. Όταν, την άλλη ημέρα, τα στρατεύματα του Αλή μπήκαν στην Πάργα την βρήκαν έρημη. Καμιά κίνηση, πραγματική νέκρα. Τα σπίτια αδειανά, ούτε ψυχή. Τίποτα δεν έδειχνε ότι εκεί ζούσαν πριν άνθρωποι. Η αυλαία του δράματος είχε πέσει. Η φριχτή ιστορία της Πάργας προκάλεσε βαθύτατη συγκίνηση σε ολόκληρη την Ευρώπη - αλλά και πολιτικό σάλο στην Βρετανία. Θυελλώδης συζήτηση έγινε στις 15 Ιουνίου του 1819 στη Βουλή των Κοινοτήτων, στο Λονδίνο, όπου ακούστηκε ένα ''σκληρό'' κατηγορητήριο. Η εφημερίδα New Times έγραψε την επόμενη:


«Η βρετανική κυβέρνηση καταχράστηκεν της εμπιστοσύνης των παργινών που ζήτησαν το 1814 την συμπαράσταση της Μεγάλης Βρετανίας, γιατί πίστεψαν πως θα τους προστάτευε από τον ''αιμοβόρο τύραννο''. Και ενώ τους κάλυψε μερικά χρόνια παρέδωσε τελικά τον τόπο τους στον φοβερότερο εχθρό τους. Τους έταξαν γη στα Επτάνησα και τους έδωσαν βράχους. Όπου όμως και να πάνε οι Παργινοί θα ζουν με την γλυκιά νοσταλγία της πατρίδας τους και την πίκρα ότι δεν βρέθηκε μια Χριστιανική δύναμη να ενδιαφερθεί για την τύχη τους και να τους κρατήσει στη γη, που τόσον γενναία υπερασπίστηκαν εναντίον των εχθρών της πίστεως».

O στρατηγός Richard Church, ο μετέπειτα αρχιστράτηγος των Ελλήνων, αναφέρει: «Κάναμε μέγα έγκλημα που πουλήσαμε τους Παργινούς στους Τούρκους». Την στάση των Άγγλων στηλιτεύει στις 10 Αυγούστου του 1819 και η Γαλλική εφημερίδα Courier François: «Δεν ήθελαν οι Άγγλοι να δυσαρεστήσουν τους Οθωμανούς, ώστε να μην σημειωθεί διαταραχή στο κερδοφόρο τους εμπόριο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία». Ο Γάλλος λόγιος Villemain, χαρακτήρισε την πράξη των Βρετανών ως «μια από τις πιο αξιοθρήνητες της σύγχρονης πολιτικής», ενώ και ο μεγάλος Ιταλός ποιητής Monti την στιγμάτισε με ένα σονέτο - που έκανε το γύρο της Ευρώπης.

Ο πρώτος του στίχος: «Μην σε φωτίσει ο ήλιος και η γη σου μην ανθίσει» αναφέρεται στη Βρετανία. Τον Μάρτιο του 1819, πριν ακόμη συντελεστεί η τραγωδία της Πάργας ο Άγγλος περιηγητής αιδεσιμότατος Thomas Smart Hughes, που είχε επισκεφτεί την Ήπειρο μερικά χρόνια πριν, έστειλε στους ''Times'' μια επιστολή με την υπογραφή «ένας Ελληνικός ταξιδιώτης», όπου, αφού ιστορεί τα πραγματικά περιστατικά, καλεί την Βρετανική κυβέρνηση, να αποφύγει την εκτέλεση της επαίσχυντης συμφωνίας με την Πύλη, γιατί -όπως γράφει- «είναι καιρός ακόμη να σωθεί η χώρα μας από το ανεξίτηλο στίγμα και την ατίμωση».

Λίγο αργότερα ο ίδιος έγραψε στο ''οδοιπορικό'' που εξέδωσε, με θέμα τις εντυπώσεις του από την περιήγησή του στην Ελλάδα, το 1813 - 1814: «Το μεγαλύτερο μέρος των δύστυχων εξόριστων βρίσκεται -σήμερα- στην Κέρκυρα και τους Παξούς. Δεν αποτελούν πια έθνος, δεν τους ενώνει ο δημόσιος ή ιδιωτικός δεσμός. Πλάνητες και ανέστιοι, άλλοι περιμένουν την διανομή του άθλιου ποσού που χαρακτηρίστηκε αποζημίωση για την απώλεια των περιουσιών τους, και της πατρίδας τους, ενώ άλλοι αποζούν από τις οικονομίες τους, που με μόχθο χρόνια είχαν μαζέψει. Και αυτές όμως εξαντλούνται - από τις έκτακτες δαπάνες που δημιούργησε ο ξεριζωμός των κατοίκων της άτυχης Πάργας».

Όσο για τον Αλή η αγορά της Πάργας υπήρξε μια πολύ -επικερδής - εμπορική επιχείρηση. Η Αγγλοτουρκική συμφωνία προϋπέθετε την ''αποζημίωση'' των περιουσιών των Παργανιωτών, με ποσό που συμφωνήθηκε αποκλειστικά από τους Άγγλους και τον Βεζύρη, που ήταν ασήμαντο, μπροστά στην πραγματική αξία των ιδιοκτησιών τους και το οποίο θα κατέβαλε -υποτίθεται- εξ ολοκλήρου ο Αλής. Ο πανούργος Πασάς υπολόγισε ότι έπρεπε να πληρώσει στους Παργινούς 3.000.000 τάληρα. Τελικώς τους έδωσε μόνο 471.000. Ο Αλής εισήλθε στην έρημη πια Πάργα μερικές μέρες μετά την αναχώρηση των Παργινών, ώστε να απολαύσει -επίτέλους- την πραγματοποίηση του ονείρου του.

Άρχισε, αμέσως, να βελτιώνει τις οχυρώσεις του Κάστρου, στην κορυφή του οποίου κατασκεύασε χαμάμ, σεράι -για το χαρέμι του- και ένα παλάτι για τον εαυτό του, σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορεί να αγναντεύει, με τηλεσκόπιο, την Κέρκυρα, που ήταν ο επόμενος στόχος του. Συγχρόνως μετέφερε έποικους από τα κοντινά χωριά και τους εγκατέστησε στην άτυχη πόλη. Όμως δεν χάρηκε για πολύ το θρίαμβό του, αφού μόλις σε ένα χρόνο, το 1820, άρχισε η πολιορκία των Ιωαννίνων από τα στρατεύματα του Σουλτάνου - που επέφερε το 1822 το τραγικό τέλος του.

Για τον Αλή, η κατάληψη της Πάργας ήταν το κύκνειο άσμα του, για τους κατοίκους της όμως ήταν απαρχή δεινών, αφού ο εκπατρισμός τους κράτησε περισσότερο από 100 χρόνια. Στα 1831 γύρισαν πίσω περί τις 100 οικογένειες, χωρίς όμως κανένα δικαίωμα στην γη και τα σπίτια τους. Τελικά η μαρτυρική πόλη απελευθερώθηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, του 1913, μαζί με την υπόλοιπη Ήπειρο. Μέχρι σήμερα πολλοί από τους απόγονους των Παργινών εξόριστων του 1819, εξακολουθούν να ζουν στην Κέρκυρα.

Ο ΣΤΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗ

 Οι σκοποί του Αλή, που ήταν να υποτάξει τις κατεχόμενες από τους Ενετούς παράλιες πόλεις της Ηπείρου, αλλά και αυτή την Κέρκυρα, τον εξώθησαν -αμέσως μετά την εγκατάστασή του στα Γιάννενα- στη δημιουργία ναυτικής δύναμης, που ναυλοχούσε στην Πρέβεζα και την Αυλώνα. Στην αρχή οι Γάλλοι του δάνεισαν ένα μικρό πολεμικό πλοίο, το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του κατοπινού στόλου του.

Το 1817 σύμφωνα με επιτόπια καταγραφή διέθετε: ένα πολεμικό καταδιωκτικό ιστιοφόρο, ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο, δεκαοχτώ μεγάλες ακάτους, δέκα εξοπλισμένα μεταφορικά σκάφη, ένα κότερο, ένα μπρίκι, τρεις φρεγάτες, ικανό αριθμό μεγάλων λέμβων -οπλισμένες όπως οι πειρατικές - έντεκα κανονιοφόρους, μια κορβέτα και άλλα μικρότερα πλοία. Η ναυαρχίδα του λεγόταν Kirlanaguitch, που στα Τουρκικά σημαίνει ''χελιδόνι''. Όλα -σχεδόν- τα πλοία του ναυπηγήθηκαν στη Σαλαώρα της Άρτας. Αξιωματικοί του στόλου μνημονεύονται ο ναύαρχος και λιμενάρχης της Πρέβεζας Ζεκιριάμ Μπέης, ο Κορσικανός πλοίαρχος Vincenzo Marcelesse, ο Ιταλός τυχοδιώκτης Fortunato Passano.

Όπως και αρκετοί ναυτικοί από τις Σπέτσες, το Μεσολόγγι και το ακμάζον τότε Γαλαξίδι, μεταξύ των οποίων και ο καπετάνιος Αθανάσιος Μακρής, που σκοτώθηκε σε μια ναυτική επιχείρηση του Αλή στην Πάργα το 1817. Ο πλούτος και η ακμή του Γαλαξιδιού οφείλονταν στην προστασία και τα προνόμια που του χορήγησε ο Βεζύρης. Ο Αλής διατηρούσε και ένα μικρό στολίσκο στη λίμνη των Ιωαννίνων. Ανάμεσα στα πλοιάριά του δέσποζε μεγάλο τρικάταρτο ιστιοφόρο, το οποίο είναι άγνωστο πως μεταφέρθηκε στην Παμβώτιδα. Ο στολίσκος της λίμνης στελεχωνόταν μόνο με ναύτες, που οι περισσότεροι ήταν Παργινοί και Κερκυραίοι (όλοι οι τελευταίοι από τη συνοικία Μαντούκι της Κέρκυρας).


ΟΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΛΗ

Όταν ο Αλής κατέλαβε την έρημη Πάργα φρόντισε αφενός μεν να την εποικίσει με ξένους πληθυσμούς, αφετέρου δε, να καταστήσει απόρθητο το Βενετικό κάστρο. Ήταν ένα φρούριο ισχυρό -ιδίως- μετά τα έργα που έκαναν οι Βενετοί στα 1792. Ο Αλής το ενίσχυσε περισσότερο, αναμορφώνοντας ριζικά τους χώρους του, ενώ, συγχρόνως, εγκατέστησε στην κορυφή του το σεράι του, το χαμάμ και το χαρέμι του. Στην τοξωτή πύλη της εισόδου διακρίνονται και σήμερα τα εμβλήματα του Αλή Πασά, ο φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, το Βενετικό όνομα ''ΑΝTONIO BERVASS 1764'', το επίγραμμα ''ΕΤΩΝ 1820 ΒΙΥΖΙΡΙ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΜΙΝ ΜΑΙΩΣ'', δικέφαλοι αετοί κ.ά.

Θολωτοί διάδρομοι και αίθουσες πυροβολείων, στοές εφόδου, ισχυροί προμαχώνες -με θυρίδες 20 κανονιών και ελαφρών όπλων-, κρυφή δίοδος προς τη θάλασσα, στρατώνες, φυλακές, αποθήκες και δυο οχυρά στην τελευταία γραμμή άμυνας, που μαζί με τη φυσική του οχύρωση καθιστούσαν το φρούριο ανίκητο. Επί πλέον το κάστρο της Πάργας είχε πλήρη επάρκεια νερού, από τη βρύση ''κρέμασμα'' που τροφοδοτούσε τις δυο τεράστιες δεξαμενές του. Εκτός όμως από το -κεντρικό- φρούριο της Πάργας, ο Πασάς έχτισε και άλλα στις γύρω περιοχές. Η επέμβασή του είναι εμφανής στα κάστρα Ανθούσας, κοντά στην Πάργα, Μαργαριτίου, Παραμυθιάς, Ηγουμενίτσας, Ελευθεροχωρίου κ.ά.

Σκοπός του ήταν να ελέγχει όλα τα περάσματα της περιοχής και να διαθέτει κέντρα εφοδιασμού για τις δυνάμεις του. Ο Αλής έκτισε επίσης στην περιοχή πολλούς πύργους, τους επονομαζόμενους ''οι κούλιες''. Οι πύργοι αυτοί χρησίμευαν μάλλον ως παρατηρητήρια και σταθμοί είσπραξης διοδίων και φόρων. Βέβαια ήταν άριστα εξοπλισμένοι και στελεχωμένοι. Από αυτά τα κτίσματα κανένα δεν διασώθηκε, και είναι γνωστά από τις αφηγήσεις των περιηγητών, κυρίως του Leake.

ΣΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ 

Η δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα (1810 - 1820) αποτελεί την ''χρυσή περίοδο'' του Αλή Πασά. Είναι η περίοδος που τον καθιέρωσε ανάμεσα στις ηγετικές Ευρωπαϊκές προσωπικότητες - και τον κατέστησε ισότιμο με τους ξένους ηγεμόνες της εποχής. Στα 1812 το κράτος του είναι εκτεταμένο, και περιλαμβάνει ολόκληρη -περίπου- την Ελλάδα και την Αλβανία. Κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του ευρίσκονται η Ήπειρος, το μεγαλύτερο κομμάτι της Αλβανίας, η Μακεδονία μέχρι την Θεσσαλονίκη, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα και το βόρειο τμήμα της Εύβοιας. Επίσης ελέγχει τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο (εκτός της Μάνης) μέσω των γιων του Μουχτάρ και Βελή, διοικητών των περιοχών αυτών.

Έξω από τα σύνορα της αχανούς επικράτειάς του, ευρίσκονται μόνον η Αττική -την οποίαν ουδέποτε επιδίωξε να προσαρτήσει- και η Πάργα. Ο πληθυσμός του κράτους του πλησιάζει το 1.500.000, όταν η Ελλάδα που θα προκύψει από την Επανάσταση δεν θα ξεπερνά τους 500.000 κατοίκους. Εσωτερικά η εξουσία του έχει εδραιωθεί απολύτως. Με τα απόλυτα και αδυσώπητα μέτρα που έλαβε, η ασφάλεια και η τάξη βασιλεύουν από άκρη σε άκρη. Αφήνοντας πίσω του τις συμπεριφορές και νοοτροπίες του ανατολίτη διοικητή, προσεγγίζει έναν καινούργιο ρόλο που δεν έχει καμιά σχέση με τα οθωμανικά αποστεωμένα, και απαρχαιωμένα, πρότυπα διακυβέρνησης.

Επιβάλλει στους υπηκόους του απόλυτη ισοπολιτεία και έτσι Έλληνες, Αλβανοί, Τούρκοι, Αρμένιοι και Εβραίοι ζουν αρμονικά κάτω από την στιβαρή του εξουσία. Ελευθερώνει εντελώς το εμπόριο, και τα περιώνυμα δημόσια έργα του δημιουργούν σταθερό υπόβαθρο για γεωργική εκμετάλευση. Η οικονομία βελτιώνεται συνεχώς και σαν επακόλουθο έρχεται η πνευματική και η πολιτιστική ανάπτυξη. Ανεξίθρησκος ο ίδιος επιτρέπει στους λαούς του να ασκούν ελεύθερα τα λατρευτικά τους ''καθήκοντα''. Οι Χριστιανικές εκκλησίες, τα Μουσουλμανικά τζαμιά και οι Εβραϊκές συναγωγές, συνυπάρχουν χωρίς οποιαδήποτε διάκριση. Οι σχέσεις του με την σουλτανική διοίκηση της αυτοκρατορίας -επίσης- δεν έχουν πρόβλημα.

Αν και, ουσιαστικώς, έχει αυτονομηθεί, η Υψηλή Πύλη δεν αντιδρά. Αλλά και ο ίδιος όμως -επιφανειακά- εμφανίζεται νομοταγής προς το Διβάνι, φροντίζοντας -πάντοτε- να πληρώνει κανονικότατα τους φόρους που του αναλογούν. Άλλωστε δεν παραλείπει να χρησιμοποιεί και την τέχνη που τόσο καλά κατείχε -την δωροδοκία- εξαγοράζοντας, με μεγάλα ποσά, τους εκάστοτε ανώτατους Οθωμανούς αξιωματούχους της Πόλης. Ακόμη και ο ίδιος ο σουλτάνος Μαχμούτ έμεινε έκπληκτος -ευχάριστα βέβαια- όταν πήρε ''δώρο'' 2.000.000 πουγκιά, ποσό ιλιγγιώδες για την εποχή.

Και κάτι άλλο σημαντικό. Ενώ μέχρι τότε συμμετείχε πειθαρχημένα σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (είχε πολεμήσει ακόμη και στην Σόφια και το Δούναβη), μετά το 1812 ο στρατός του δεν ξαναβγήκε από τα σύνορα του κράτους του, κάτι που ούτε ο επίσης ανεξάρτητος ηγεμόνας Μωχάμετ Άλυ της Αιγύπτου, κατόρθωσε. Την απαλλαγή του αυτή από τους εξωτερικούς και εσωτερικούς πολέμους με τους Οθωμανούς επιτύγχανε πάλι με τα ατελείωτα πλούτη του. Για παράδειγμα στα 1815 κατέβαλε στην Υψηλή Πύλη 6,5 εκατομμύρια κορώνες για τη μη συμμετοχή στην εκστρατεία, του Σουλτάνου εναντίον των Σέρβων.

Την οικονομική του αυτή απώλεια αναπλήρωσε γρήγορα, επιβάλλοντας έκτακτο φόρο σε όλους τους υπηκόους του. Στην εξωτερική του πολιτική την περίοδο της παντοδυναμίας του λειτούργησε ως αυτοκέφαλος μονάρχης, μακριά από την επίσημη πολιτική της Πύλης. Ενεπλάκη στον πολυετή ανταγωνισμό Αγγλίας και Γαλλίας, τον οποίον εκμεταλλεύτηκε για ίδιο όφελος, ενώ, δευτερευόντως είχε -κατά κανόνα- καλές σχέσεις με τη Ρωσία, γιατί πίστευε ότι αυτές θα τον βοηθούσαν σε ενδεχόμενη σύγκρουσή του με την Πύλη. Έτσι έγινε το ''μήλο της έριδος'' μεταξύ των ''μεγάλων δυνάμεων'', οι οποίες πάντοτε προσπαθούσαν να τον προσεταιριστούν, η κάθε μια βέβαια για λογαριασμό της.

Ο Βοναπάρτης και ο βασιλιάς της Βρετανίας του έστελναν ως δώρα ακριβά όπλα (ήξεραν αυτή την αδυναμία του), ενώ, επί πλέον, οι μεν Γάλλοι του χάρισαν ένα πολεμικό ιστιοφόρο, οι δε Άγγλοι τον προμήθευαν αφειδώς με πυρομαχικά. Ακόμη του απέστειλαν αμφότεροι, ως στρατιωτικούς συμβούλους, εξαιρετικές προσωπικότητες (οι Βρετανοί τον Leake, και οι Γάλλοι τον Vaudoncourt), πιστεύοντας ότι θα τον κάνουν όργανό τους, οι δε Ρώσοι στέλνουν στο νησί Κάλαμο, στις ακτές της Ακαρνανίας, τον ναύαρχο Τamara, για να τον συναντήσει και να του ζητήσει να επιστρατεύσει τους ''οπλαρχηγούς'' του κατά των Γάλλων των Επτανήσων.


Οι διπλωματικές παρουσίες του Τεπελενλή -κατά τα χρόνια της ακμής του- στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ευρώπης ήταν έντονη. Είναι χαρακτηριστικό ότι είχε εκπρόσωπό του τόσο στην συνάντηση του Τιλσίτ, το 1807, μεταξύ του Ναπολέοντα, του Ρώσου Τσάρου Αλέξανδρου Α', και του Αυτοκράτορα της Πρωσίας Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ', όσο και στο -περιβόητο- Συνέδριο της Βιέννης, του 1815. Παράλληλα εγκατέστησε αντιπροσώπους του στις μεγάλες πρωτεύουσες, ενώ και οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις έκαναν το ίδιο ιδρύοντας στα Γιάννενα προξενεία. Ο στόχος της εργώδους αυτής διπλωματικής του κινητικότητας, ήταν και η προσάρτηση της Κέρκυρας, της Λευκάδας και των λοιπών νησιών του Ιονίου.

Κάτι που δεν μπόρεσε να το πετύχει, κατάφερε όμως τελικά να προσαρτήσει -έστω και στο τέλος της ηγεμονίας του- την Πάργα. Κατά την περίοδο της παντοδυναμίας του εξελίχτηκε και σε ένα ισχυρό οικονομικό παράγοντα. Δεδομένης και της έμφυτης φιλοχρηματίας του, κατάφερε να γίνει ο μεγαλύτερος ''τσιφλικάς'' και γαιοκτήμονας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο πρώτος κτηνοτρόφος της σατραπείας του. Διοργάνωσε δικό του εμπορικό δίκτυο, και τα καράβια του μετέφεραν προϊόντα μέχρι και την Τυνησία. Έτσι συσσώρευσε αμύθητα πλούτη, για τα οποία τόσα πολλά έχουν γραφτεί.

Σημαντικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων του έπαιξε το πράγματι άριστο επιτελείο των Ελλήνων συμβούλων του, οι οποίοι είχαν πολύ μεγάλη πείρα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ισχυρές ''διασυνδέσεις'' στην Ευρώπη, όπως επίσης και το πυκνό δίκτυο πληροφοριών και προπαγάνδας το οποίο είχε μεθοδικά δημιουργήσει. Στα 1815 ο Τεπελενλής διάγει πλέον το 75ο έτος της ηλικίας του, λίγο επάνω - λίγο κάτω. Και, όμως, λειτουργεί, οραματίζεται και εργάζεται σαν πολύ νεώτερος. Κάνει σχέδια για το μέλλον και προγραμματίζει πολύχρονες δράσεις - με σφρίγος και ζωντάνια αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία του. Είναι ένα πραγματικό ''φαινόμενο''.

Οι ιστορικοί και βιογράφοι του δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να δώσουν πειστική απάντηση στο ερώτημα της βιολογικής αντοχής του Bεζύρη των Ιωαννίνων. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι αυτή οφειλόταν στην αγαθοποιό και ευεργετική παρουσία δίπλα του της Κυρά Βασιλικής, η οποία του μετέδωσε την δική της νεανική αισιοδοξία και ενεργετικότητα. Στα 1812 ο σατράπης των Ιωαννίνων έχει φτάσει στο απόγειο της δύναμής του. Από τα Γιάννενα εξαρτιόταν μεγάλο μέρος των δυτικών Βαλκανικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας. Κατόρθωσε να έχει στην περιοχή τέτοια επιρροή και εξουσία, όση δεν είχε στον καιρό του, ούτε ο Μαχμούτ Μπουσατλής της Σκόδρας.

Αυτή η πολιτική επιτυχία ήταν πράγματι πρωτοφανής, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αλής, σε αντίθεση από τον ονομαστό Πασά της Σκόδρας, ξεκίνησε από το μηδέν. Οι σύγχρονοί του και οι βιογράφοι του αποδίδουν τις διοικητικές του επιτυχίες στα προσωπικά του προσόντα: σκληρότητα, ασυνειδησία και πολιτική επιδεξιότητα. Αναμφίβολα είχε όλα τούτα τα γνωρίσματα, αλλά δεν ήταν, μόνον, αυτά που τον χαρακτήριζαν. Ο Γάλλος απεσταλμένος του Ναπολέοντα Julien Bessieres, που δεν ήταν ευνοϊκά διατιθέμενος απέναντί του, γράφει:

«Αν και στερούνταν μορφώσεως, ήταν προικισμένος με μια έξοχη λογική, εφευρετικό μυαλό, σπάνια σοφία, καταπληκτική μνήμη, και γενναιότητα στο πεδίο της μάχης, επιμονή στις απόψεις του, ενεργητικότητα, και σωφροσύνη στην πραγματοποίηση των σχεδίων του». Ωστόσο -από μόνες τους- οι προσωπικές ικανότητές του δεν αρκούσαν για την δημιουργία, ίσως, του πιο σημαντικού από τα πασαλίκια της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, το οποίο επέζησε για πολλές δεκαετίες. Χρειάστηκε και η ιδιόμορφη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς και η επίδραση των οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων στην Αλβανία και Ήπειρο, τους οποίους ο Αλή Πασάς κατάφερνε να χρησιμοποιήσει, για να αναρριχηθεί.

Όπως όμως, ήδη, ειπώθηκε, ήξερε -πάρα πολύ καλά- να χρησιμοποιεί τις οξείες αντιθέσεις της εποχής του και ιδιαίτερα τον Γαλλοαγγλικό ανταγωνισμό, πάντοτε όμως για τα προσωπικά του συμφέροντα. Ο Ι. Καποδίστριας έγραφε: «Κανένας από τους ξένους αντιπροσώπους -που τον περιστοιχίζουν- δεν μπορεί να τον αποπροσανατολίσει από το στόχο του. Αντιθέτως μάλιστα, με πονηριά χρησιμοποιεί, προς όφελός του, τις βλέψεις τις οποίες το Διβάνιο και τα Ευρωπαϊκά κράτη θα μπορούσαν να έχουν για αυτόν τον ίδιο και για την επιρροή του».

Κάπου εκεί -στα μέσα στης δεκαετίας του 1810- ένιωσε τόσο ισχυρός, ώστε άρχισε να οραματίζεται και την ίδρυση ενός κληρονομικού Ελληνοαλβανικού κράτους - με βασιλιά τον ίδιο και διαδόχους τους απογόνους του. Το όραμά του αυτό το ήξεραν οι Έλληνες πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί της προεπαναστατικής περιόδου και του ενίσχυσαν την ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, επιδιώκοντας να τον ωθήσουν σε αποστασία και σύγκρουση με την Πύλη, αποβλέποντας στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την επικείμενη έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα.

Το εξωπραγματικό αυτό όνειρο του Αλή Πασά, ούτε πραγματοποιήθηκε, αλλά και δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις -τότε- συνθήκες. Ο ίδιος όμως πίστευε μέχρι το τέλος ότι όχι μόνο θα το επιτύχει, αλλά και θα συμπεριλάβει στα όρια του νέου κράτους του και αυτή την... Κωνσταντινούπολη. Το πίστευε μάλιστα τόσο πολύ ώστε όταν άρχισε η σύγκρουσή του με το σουλτάνο Μαχμούτ Β' είπε: «Σύντομα θα δει τον στρατό μου μπροστά στα τείχη της πρωτεύουσάς του». Στην αυλή του συνωστίζονταν γαλαζοαίματοι και τυχοδιώκτες, διπλωμάτες και απατεώνες, πολιτικοί και μυστικοί πράκτορες.

Σπουδαίοι επιστήμονες και αλχημιστές, Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι, ιερωμένοι και εξωμότες, με δύο λόγια, κάθε καρυδιάς καρύδι. Ο κάθε ένας είχε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο στα Γιάννενα, όλοι τους -όμως- θέλγονταν από την ιδέα και μόνον ότι θα γνωρίσουν από κοντά το ''Λέοντα της Ηπείρου''. Λίγα πρόσωπα της εποχής εκείνης διέθεταν τέτοια αίγλη όση ο Αλής. Αυτή η δημοσιότητα άρεσε πολύ και στον ίδιο, και φρόντιζε με κάθε τρόπο να καλλιεργεί το μύθο του ''παράξενου και μυστηριώδη Πασσά'' της ρομαντικής και άγνωστης Ανατολής.


ΛΥΚΟΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ

Η σχέση μεταξύ Βεζύρη και Ναπολέοντα ήταν αντιφατική. Ο μεν Αλής αποσκοπούσε στην απόκτηση της Κέρκυρας και των Ηπειρωτικών κτήσεων της Γαλλίας, ο δε Γάλλος Αυτοκράτορας ήθελε έναν ισχυρό σύμμαχο στη Βαλκανική. Μεταξύ τους αντάλλασσαν και δώρα. Ο Ναπολέων χάρισε στο Βεζύρη ένα όπλο και μία ταμπακιέρα, αυτός δε του έστειλε 120 αμφορείς από τον Παρθενώνα. Στις 11 Ιουνίου 1798 ο Αλής γράφει στο Ναπολέοντα: «Οι ηρωικές σας πράξεις, τις οποίες θαυμάζω μαζί με όλη την οικουμένη, με προτρέπουν να επιθυμώ την ιδιαίτερη φιλία σας και να συσφίξω, με τους ήρωες της Γαλλίας, τα δεσμά της αδελφοσύνης.

Τα αισθήματα αυτά στρατηγέ μου, με ενθαρρύνουν να ζητήσω ως χάρη την αποστολή για ένα ή δύο χρόνια, δύο ευδόκιμων εκπαιδευτών και δύο βομβαρδιστών». Ο Βοναπάρτης, τότε, του απέστειλε τους λοχαγούς Claude - Ponseton (1768 - 1844) και Νικόλαο Παπάζογλου - Τσεσμελή (1758 - 1819), δύο τηλεβόλα, πυρομαχικά και πυροβολητές. Συγχρόνως διαμηνύει στο διοικητή της Κέρκυρας στρατηγό Gentili: «Αυτός ο Πασάς που επικρατεί όλων των αντιπάλων του δρα προς όφελος της Γαλλικής Δημοκρατίας και επομένως μπορεί να γίνει ένας άξιος πρίγκιπας στην υπηρεσία της». Στις 17 Ιουνίου 1798 ο Ναπολέων γράφει στον Αλή από την Μάλτα:

«Υπερσεβαστέ μου φίλε, σου εύχομαι ευημερία και υγεία και σε πληροφορώ ότι από πολύ καιρό μου είναι γνωστή η αγάπη σου προς τη Γαλλική Δημοκρατία, αγάπη η οποία μου προξενεί την επιθυμία να βρω τρόπους για να δείξω και εγώ δείγματα υπολήψεως προς το πρόσωπό σας. Σας υποβάλλω στη συνέχεια τις προτάσεις μου και παρακαλώ τάχιστα να μου απαντήσετε ιδιοχείρως στα τουρκικά, χωρίς να γνωρίζει άλλος το περιεχόμενο της επιστολής σας». Βέβαια οι φιλοφρονήσεις και η φιλική αλληλογραφία δεν εμπόδισαν τον Αλή, τέσσερις μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1798, να καταλάβει την υπό γαλλική κατοχή Πρέβεζα και να κατασφάξει τους γρεναδιέρους Γάλλους υπερασπιστές της.

Ο ΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΛΣΙΤ

Ο Αλής ήταν ικανότατος διπλωμάτης. Η διαίσθησή του υποκαθιστούσε επιτυχώς την έλλειψη παιδείας, ενώ στην υπηρεσία του υπήρχαν εξαιρετικοί σύμβουλοι. Έτσι πληροφορήθηκε από τον Γάλλο πρεσβευτή στην Πόλη Horace Sébastiani (1771 - 1851) ότι ο Ναπολέων και ο Τσάρος Αλέξανδρος Α' θα συναντηθούν, τον Ιούλιο του 1807, στο Τιλσίτ για να αποφασίσουν για το μέλλον της Τουρκίας και επί πλέον για την τύχη των Επτανήσων. Αποφάσισε λοιπόν να στείλει αντιπρόσωπο. Στην αρχή σκέφτηκε τον Ψαλίδα, αλλά άλλαξε γνώμη λόγω των φιλορωσικών απόψεών του, γιατί ο ιδιοφυής σατράπης διέβλεπε ότι ο νέος κυρίαρχος της Ευρώπης θα ήταν ο Ναπολέων.

Έτσι ανέθεσε την αποστολή στον τέως αξιωματικό του Βοναπάρτη κατά την εκστρατεία του στην Αίγυπτο, εξομώτη Marco Guerini, που υπηρετούσε στην αυλή του, με το όνομα Μεχμέτ Εφέντης. Ο Guerini έφτασε πράγματι στο Τιλσίτ και ζήτησε από τον Γάλλο Αυτοκράτορα να δοθεί στον Αλή η Κέρκυρα. Δεν υπήρχε όμως πιο ακατάλληλη στιγμή για ένα τέτοιο αίτημα, αφού ο Ναπολέων εποφθαλμιούσε για λογαριασμό του τα Επτάνησα. Έτσι απάντησε διπλωματικά στο Μεχμέτ Εφέντη «πώς να του δώσω την Κέρκυρα, αφού δεν είναι δικιά μου»; Φεύγοντας άπραγος ο απεσταλμένος του Τεπελενλή πήρε μαζί του δυο επιστολές με ημερομηνία 9 Ιουλίου 1807.

Η μία ήταν του υπουργού εξωτερικών του Βοναπάρτη Charles Maurice de Talleyrand (1754 - 1838), ο οποίος προσφωνούσε τον Αλή «πολύ μεγάλε, πολύ εξαιρετικέ και λαμπρέ άρχοντα», και η δεύτερη, προερχόταν από τον ίδιο το Ναπολέοντα, και ήταν ψυχρή, χωρίς να απαντά στο αίτημα του Αλή. Έτσι τα σχέδιά του απέτυχαν και τα Επτάνησα τέθηκαν υπό Γαλλική ''προστασία''.

Ο ΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα και τον εκτοπισμό του στην Έλβα, συνήλθε από το Νοέμβριο του 1814 μέχρι τον Ιούνιο του 1815 στην Βιέννη, το περίφημο ομώνυμο Συνέδριο, προκειμένου να καθορίσει τις τύχες της Ευρώπης. Συμμετείχαν οι νικήτριες δυνάμεις Βρετανία, Αυστρία, Ρωσία, Πρωσία και η μεταβοναπαρτική Γαλλία, καθώς και αντιπρόσωποι από όλη την Ευρώπη. Των εργασιών του προήδρευσε ο Αυστριακός υπουργός εξωτερικών Klemens W. von Metternich. Το συνέδριο παρακολούθησαν 450 σύνεδροι.

Ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες, όπως ο Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος, ο Άνθιμος Γαζής, ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Ιωάννης Καποδίστριας (ως διπλωματικός σύμβουλος του Τσάρου) κ.ά. Με την έναρξή του ο ηπειρώτης εθνικός ευεργέτης βαρώνος Γεώργιος Σίνας (1783 - 1856) παρέθεσε στους Έλληνες και ξένους συνέδρους δεξίωση. Ο Βεζύρης δεν μπορούσε να είναι απών από μια τέτοια συνάθροιση που θα καθόριζε το μέλλον της Ευρώπης. Έτσι έστειλε ως διπλωματικό απεσταλμένο τον Γεώργιο Τουρτούρη.

Αυτός επέδωσε μια προσωπική επιστολή του Αλή στο Βρετανό πρόξενο των Ιωαννίνων Σ. Φορέστη που ήταν στη Βιέννη την εποχή εκείνη και μία άλλη στον έμπιστό του τραπεζίτη της Αυστριακής πρωτεύουσας Σταύρο Ιωάννου, με την οποία του έδινε εντολές πώς να χειριστεί το θέμα της Επτανήσου. Προφανώς πόνταρε στο γεγονός ότι ο Ιωάννου ήταν ταυτόχρονα δικός του σύμβουλος, αλλά και διαχειριστής του κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, και θέλησε έτσι -μέσω αυτού- να πιστοποιήσει τη φιλία του στον τσάρο, αφού σκέφτηκε το ενδεχόμενο να περιέλθουν τα Επτάνησα στη Ρωσία. Τελικά ο Αλής πάλι απογοητεύτηκε, αφού τα νησιά του Ιονίου πέρασαν τελικά στην επικυριαρχία της Αγγλίας.


ΟΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΕΠΙ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Ο θεσμός της συντεχνίας έχει τις ρίζες του στη Βυζαντινή περίοδο. Διατηρήθηκε και στηρίχτηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και απέβη ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης των πόλεών της. Όταν ο Αλής κατέλαβε την εξουσία οι Γιαννιώτες έμποροι, βιοτέχνες και επαγγελματίες ήταν ήδη οργανωμένοι σε συντεχνίες. Καθ' όλη τη διάρκεια της ηγεμονίας του ο αριθμός τους μεγάλωνε και το 1818 έφταναν τις 33, με 728 μέλη. Η ισχυρότερη οικονομικά και αριθμητικά συντεχνία των Ιωαννίνων ήταν εκείνη των γουναράδων (66 μέλη), με δραστηριότητα όχι μόνο παραγωγική, αλλά και εμπορική, η οποία κάλυπτε ολόκληρη, σχεδόν, την Ευρώπη.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι εθνικοί ευεργέτες Ζώης Καπλάνης, Παναγιώτης Χατζηνίκος και Μιχαήλ Τοσίτσας ξεκίνησαν την καριέρα τους ως γουναράδες. Σημαντική συντεχνία είχαν και οι ταμπάκηδες (βυρσοδέψες), που ήταν από τις πιο πλούσιες της Ηπείρου. Επίσης αντίστοιχες είχαν δημιουργήσει οι τζαρτζήδες (υφασματέμποροι), εξαιρετικά εύποροι, που διατηρούσαν υποκαταστήματα σε μεγάλες Ευρωπαϊκές πόλεις και οι μπακάληδες, που ήταν από τις πιο πολυάριθμες συντεχνίες, με εβδομήντα περίπου μέλη.

Συντεχνίες -επίσης- είχαν, οι σιμιτζήδες (αρτοποιοί), οι μποσταντζήδες (κηπουροί), οι ψαράδες, με 4 μόνο μέλη (όλοι τους νησιώτες), οι τακιαντζήδες, που κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν φέσια, οι καποτάδες, από τις πιο παλιές, που έφτιαχναν κάπες, και οι τερζήδες (ή συρμακέσηδες), από τις πιο αξιόλογες, τα μέλη των οποίων έραβαν στολές, που ξεχώριζαν σε όλη την Βαλκανική, για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα και τη μεγαλοπρέπεια. Όλες οι παραπάνω συντεχνίες καθώς και οι υπόλοιπες απαρτίζονταν από Έλληνες. Μόνο μία αποτελούσε εξαίρεση, εκείνη των μπαρμπέρηδων -από τα 37 κουρεία των Ιωαννίνων μόνο τα 5 ήταν ''ρομέγικα''- και αυτό γιατί ήταν από τα λίγα επαγγέλματα με τα οποία ασχολούνταν οι Οθωμανοί.

Ο Αλή Πασάς είχε θεσπίσει ποικιλόμορφες χρηματικές επιβαρύνσεις στις συντεχνίες των Ιωαννίνων. Το 1819 τους επέβαλε έκτακτη φορολογία για την ανοικοδόμηση του σεραγιού του στο Τεπελένι. Για πέντε χρόνια, υποχρέωσε τους ταμπάκους, τους σαράτσηδες (είδη ιπποσκευής) και τους χοντροπαπουτσήδες να πληρώνουν ένα γρόσι για κάθε τομάρι που αγόραζαν, ώστε να εξοφλήσει ένα δάνειο που είχε πάρει από τον ταμία του Σταύρο Ιωάννου - Τσαπαλάμο.

H AΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ 

Στις αρχές του έτους 1820 το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε βαρύ για τον Ηγεμόνα των Ιωαννίνων. Όλοι οι Οθωμανοί αξιωματούχοι είχαν πια συνασπιστεί εναντίον του -ίσως γιατί σταμάτησε να τους στέλνει ''μπαξίσια''- και πίεζαν το σουλτάνο να λάβει μέτρα περιορισμού της εξουσίας του. Παράλληλα η Υψηλή Πύλη κατακλυζόταν από επιστολές -κατευθυνόμενες από τους αντιπάλους του- που τον παρουσίαζαν σαν τον μεγαλύτερο εχθρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αντάρτη. Ο Σουλτάνος αναθέτει στον Μεγάλο Βεζύρη Χαλέντ - Εφέντη, μέχρι πρότινος προστάτη του Πασά των Ιωαννίνων, να του υποβάλλει λεπτομερή αναφορά για τη συμπεριφορά του.

Η ''έκθεση'' είναι καταπέλτης σε βάρος του Τεπελενλή. Η αφορμή δόθηκε όταν, την 1η Μαρτίου 1820, δύο πληρωμένοι δολοφόνοι του Τεπελενλή επροσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να σκοτώσουν τον Ισμαήλ Πασόμπεη στο σπίτι του, δίπλα στην Αγία Σοφία. Ο Ισμαήλ ήταν ο Τουρκογιαννιώτης που αποκάλυψε στον φίλο του Βελή, την ανίερη ερωτική σχέση του πατέρα του με την σύζυγό του Ζεϊμπεντέ. Ο Αλής τον κυνηγούσε επί χρόνια σε στεριές και θάλασσες για να τον εκδικηθεί. Έτσι προσπάθησε να τον πετύχει ακόμη και στην Πόλη όπου τον έθεσε υπό την προστασία του ο Χαλέντ. Ο Σουλτάνος έγινε έξαλλος με την απόπειρα και πήρε την τελική απόφαση για την εξόντωσή του.

Ένας ακόμη λόγος -μάλλον ισχυρότερος- ήταν το ότι ήθελε τους περιβόητους θησαυρούς του Αλή, για να ενισχύσει το χειμαζόμενο Αυτοκρατορικό ταμείο. Ο Βεζύρης εξαγριωμένος για την αποτυχία της δολοφονίας του Ισμαήλ σκοτώνει τη γυναίκα του, την μητέρα του και τον γιο του, ενώ την δωδεκάχρονη κόρη του, που ήταν μνηστευμένη με τον γιο του Βελή, την φυλάκισε στο Τεπελένι, όπου και πέθανε. Τα πρώτα μέτρα εναντίον του Αλή ήταν η παύση του, από αρχηγός των σωμάτων που είχαν σαν σκοπό την ασφάλεια των οδικών αρτηριών της Ελλάδας, η καθαίρεσή του από το ''Πασαλίκι'' των Ιωαννίνων.

Η αφαίρεση της διοίκησης της Θεσσαλίας και της Αιτωλοακαρνανίας, ενώ διατάχτηκε να πάει ο ίδιος στο Τεπελένι, και να αναμείνει το φιρμάνι. Η γριά αλεπού κατάλαβε γρήγορα την σοβαρότητα της κατάστασης και στράφηκε αμέσως για βοήθεια και μεσολάβηση των ''φίλων'' του -όπως τουλάχιστον νόμιζε- Άγγλων, στέλνοντας στην Κέρκυρα τον έμπιστό του Μάνθο Οικονόμου. Ο Αρμοστής των Επτανήσων και παλαιός του γνώριμος Sir Τhomas Maitland του δήλωσε ευθέως ότι δεν θα μπορούσε να αποσπάσει την επιείκεια της Υψηλής Πύλης, ήταν όμως πρόθυμος να του δώσει πολιτικό άσυλο.

Η προσφορά ήταν απατηλή, γιατί υπήρχαν συνεννοήσεις Άγγλων και Πύλης να ξεγελαστεί ο Αλής και να καταφύγει στα Επτάνησα, οπότε οι Άγγλοι θα τον παρέδιδαν στο σουλτάνο Αυτός κατάλαβε αμέσως την καλοστημένη παγίδα και ούτε καν απάντησε στον ύπατο αρμοστή των Ιονίων Νήσων. Αφού έχασε τις ελπίδες του για Αγγλική βοήθεια, για να κερδίσει χρόνο, στέλνει επιστολή στο Διβάνι με την οποία αποκαλύπτει στους Οθωμανούς την ύπαρξη της ''Φιλικής Εταιρείας'' και την προετοιμασία της μεγάλης Ελληνικής επανάστασης, τονίζοντας ότι η πτώση και η εξόντωσή του θα συντελούσαν στην επιτυχία της, γιατί αυτή χωρίς τη συμβολή του δεν θα ήταν δυνατόν να καταπνιγεί.

Για τα περί Φιλικής Εταιρείας τον είχε πληροφορήσει ο Ζακυνθινός κρεοπώλης Διόγος (ο Σκοπιώτης), που ήταν μέλος της, ο οποίος εκτελέστηκε στο τέλος του 1819, στο Αρχιμανδρειό των Ιωαννίνων, από τον ηγούμενο του ναού -επίσης Ζακύνθιο- Διονύσιο Κοδοράση, που ήταν και ο ίδιος φιλικός. Όμως, και αυτός, ο ελιγμός έπεσε στο κενό. Αμέσως μόλις έφτασε το γράμμα στην Πόλη, ο σουλτάνος θεώρησε την πληροφορία απατηλή, και συγκαλεί το ανώτατο όργανο της Αυτοκρατορίας, το Μεγάλο Διβάνι, που εκδίδει διάταγμα, με το οποίο ο Τεπελενλής κηρυσσόταν, αποστάτης, εάν σε διάστημα 40 ημερών δεν πήγαινε να απολογηθεί. Ο Αλής ούτε το σκέφτηκε να παρουσιαστεί στο σουλτάνο, γιατί ήξερε καλά ότι δεν θα ξαναγύριζε ζωντανός.


Άλλωστε είχε καταλάβει πολύ πιο πριν ότι η σύγκρουση ήταν πλέον αναπόφευκτη και ετοιμαζόταν ήδη -από πολύ καιρό- για πόλεμο. Όπως γράφει ο πλέον έγκυρος αφηγητής, ο Αθανάσιος Ψαλίδας, στο χειρόγραφο έργο του ''Ιστορία της πολιορκίας των Ιωαννίνων, 1820 - 1822'', «εδιόρθωσεν και εδυνάμωσε το κάστρο των Ιωαννίνων και με ακρόπολιν δυνατήν, έκτισεν νέον κάστρον μικρό στα Λιθαρίτζια, και ανάμεσα σε Λιθαρίτζια και κάστρο, έκτισε πέρυσι μίαν κούλιαν (οχυρός πύργος) πολεμικήν, δυνατήν και υψηλήν, οπού βλέπει όλην την πόλιν, και την εστόλισεν με τα τόπια, και εις τα τρία πατώματα. Περίζωσε και τα προάστεια με χαντάκι και πολλές μπαταριές με τόπια. Εδυνάμωσεν και το Νησί της Λίμνης με πολλές μπαταριές και τόπια».

Προμηθεύεται επίσης, μέσω Πρέβεζας, τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, ενώ αποθηκεύει στα υπόγεια του κάστρου τρόφιμα και εφόδια τα οποία επαρκούν για πολιορκία, τουλάχιστον, δύο χρόνων. Και το κυριότερο, καταλαβαίνοντας -αν και αργά- ότι η μεγάλη δύναμή του είναι οι θησαυροί του, ανοίγει επιτέλους το ταμείο του και αρχίζει να σκορπά χρήμα προς κάθε κατεύθυνση, εξαγοράζοντας πρόσωπα, υπηρεσίες και καταστάσεις. Η εκστρατεία εναντίον του Αλή άρχισε πριν καν λήξει η προθεσμία των 40 ημερών που είχε θέσει ο σουλτάνος για να παρουσιαστεί στην Πόλη. Κηρύχτηκε πραγματική ''Τουρκική πανστρατιά''.

Αρχιστράτηγος, ο ορκισμένος εχθρός του Ισμαήλ Πασόμπεης και υπαρχηγός ο περιβόητος Πασάς της Δράμας, ο Δράμαλης. Φάλαγγες Αυτοκρατορικών στρατευμάτων από τις Πρέσπες και τη Μακεδονία, την Ναύπακτο, την Πελοπόννησο και τη Θεσσαλία, συγκλίνουν προς την Ήπειρο, ενώ ο σουλτανικός στόλος του ναύαρχου Αλή-Μπέη αποκλείει τα Ηπειρωτικά παράλια και καταλαμβάνει όλες τις παράκτιες πόλεις που ήταν πιστές στον Αλή. Σύντομα τα Γιάννενα πολιορκούνται στενά από 45.000 πεζούς και 10.000 ιππείς. Τον Μάιο του έτους 1820 ο Αλής συγκαλεί στα Γιάννενα ''Μέγα Πολεμικόν Συμβούλιον'', στο οποίο συμμετέχουν όλοι οι εξέχοντες Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι οπλαρχηγοί και οι πρόκριτοι.

Τους βγάζει πύρινο λόγο: «Μου κάνουν πόλεμο για να πάρουν τους θησαυρούς μου, αλλά σε λίγους μήνες θα τραντάξω την αυτοκρατορία και εκείνοι που τώρα μου επιτίθενται δεν θα είναι ασφαλείς ούτε στην Κωνσταντινούπολη». Συγχρόνως τάζει τα πάντα, πλούτο, αξιώματα, ακόμη και ''Σύνταγμα''. Οι Αρβανίτες δεν κατάλαβαν τι είναι αυτό και νόμισαν ότι πρόκειται για αύξηση του μισθού τους, ενώ μερικοί το εξέλαβαν ως νέα θρησκεία. Πολλά ειπώθηκαν σε αυτό το πολεμικό συμβούλιο. Ανάμεσα στα άλλα, ο Ανδρούτσος και ο Νούτσος του πρότειναν να βαφτιστεί Χριστιανός με το όνομα Αλέξανδρος, ώστε να έχει περισσότερο κύρος ανάμεσα στους ορθόδοξους υπηκόους του.

Ο Αλής άφησε ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο, ενώ τους ζήτησε την συνδρομή της Φιλικής Εταιρείας (όλοι σχεδόν οι Έλληνες παριστάμενοι ήταν φιλικοί), λέγοντας ότι ήταν από καιρό σε επαφή μαζί της με το ψευδώνυμο ''πενθερός'' (ο Καποδίστριας είχε το προσωνύμιο ''ευεργετικός'', ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ''κάλιστος'', ο πατριάρχης ''παλαιότερος'', και ο Τσάρος ''φιλάνθρωπος''). Και για να τους το αποδείξει έκανε μπροστά στους έκπληκτους οπλαρχηγούς, το ''αναγνωριστικό'' των φιλικών, που γινόταν με συνδυασμό και πλέξη των δαχτύλων των δυο χεριών. Στη συνέχεια αναθέτει σε όλους διακριτούς και συγκεκριμένους ρόλους.

Έτσι, την μεν άμυνα των Ιωαννίνων αναλαμβάνει ο ίδιος, του Βερατίου οι γιοί του Μουχτάρ και Σαλήχ, του Τεπελενίου ο εγγονός του Μεχμέτ, του Αργυροκάστρου ο Μετζομπόνος, της Άρτας ο Νταλήπ Πρεμέτης κλπ. Από τους Έλληνες ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναλαμβάνει να υπερασπιστεί την Λειβαδιά, ο Καρατάσσος τις Θερμοπύλες, ο Νικόλαος Στουρνάρης τον Ασπροπόταμο, ο Ανδρέας Ίσκος τα Άγραφα, οι Μπλαχαβαίοι τα Χάσια, ο Ιωάννης Βαρνακιώτης το Ξηρόμερο, ο Γιώργης Ζιώγας τον Όλυμπο κλπ. Παράλληλα κινείται και διπλωματικά. Στέλνει τον Σπύρο Κολοβό στην Κέρκυρα, προκειμένου να έρθει σε επαφή με την Φιλική Εταιρεία και να την ενισχύσει με σημαντικό χρηματικό ποσό.

Απευθύνεται -επίσης-και στη Ρωσία. Συναντιέται στην Πρέβεζα τον Απρίλιο του 1820 με το φίλο του διερμηνέα του Ρωσικού υποπροξενείου Πατρών, Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, και τον στέλνει στην Αγία Πετρούπολη για να ζητήσει τη βοήθεια του Τσάρου. Όμως στις κρίσιμες αυτές ώρες ο Αλής απέκτησε έναν εντελώς απροσδόκητο σύμμαχο, τους Σουλιώτες, τους ''προαιώνιους εχθρούς'' του. Οι διασκορπισμένοι -από τον ίδιο- απείθαρχοι και σκληροτράχηλοι πολεμιστές, μόλις ξέσπασε ο πόλεμος γύρισαν στην Ήπειρο προσβλέποντας στην επάνοδο στις πατρογονικές τους εστίες.

Στην αρχή προσέγγισαν τους Τούρκους οι οποίοι και τους έταξαν την επιστροφή στο Σούλι, όμως στην συνέχεια ο σερασκέρης Ισμαήλ Πασόμπεης, αθέτησε αυτή του την υπόσχεση και τους φέρθηκε σκαιότατα. Έτσι χίλιοι περίπου Σουλιώτες έφτασαν στην περιοχή των Ιωαννίνων και στρατοπέδευσαν στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων, διατηρώντας όμως ουδετερότητα. Στο τέλος του Νοεμβρίου του 1820 οι Σουλιώτες παρατήρησαν ότι ούτε μια από τις βόμβες που έριχνε εναντίον τους ο Πασάς από το κάστρο έσκαγε. Από περιέργεια, εξέτασαν μία και είδαν κατάπληκτοι ότι περιείχε έγγραφη πρόσκληση του Αλή για μυστική συνάντηση στο φρούριο.

Την ίδια νύχτα ο Νότης Μπότσαρης και άλλοι δύο Σουλιώτες διέσχισαν με βάρκα τη λίμνη και συνάντησαν τον άλλοτε θανάσιμο αντίπαλό τους. Ο Πασάς τους πρότεινε να πολεμήσουν μαζί του τους Τούρκους, με αντάλλαγμα την άμεση επιστροφή τους στα πάτρια εδάφη, την καταβολή από μέρους του ενός χρηματικού ποσού και τον εφοδιασμό τους με όπλα και πολεμοφόδια. Οι Σουλιώτες δέχτηκαν και υπέγραψαν, στις 20 Δεκεμβρίου 1820, γραπτή συμφωνία, για την τήρηση της οποίας ανταλλάχτηκαν ως όμηροι, ο εγγονός του Αλή, Χουσεΐν Πασάς (γιος του Μουχτάρ) και η σύζυγος του Μάρκου Μπότσαρη, με τα δυο παιδιά της, ο αδερφός του και η αδερφή του οπλαρχηγού Δράκου.

Οι μήνες της πολιορκίας των Ιωαννίνων περνούν χωρίς όμως αποτέλεσμα για τους Τούρκους. Αντίθετα ο Αλής ξαναγίνεται ο πολεμιστής της νιότης του και ηγείται ο ίδιος των επιθέσεων, παρά την αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρεί. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, με το σώμα του, και ο Μάρκος Μπότσαρης, με τους Σουλιώτες του, κάνουν θραύση και κρατούν ανοιχτές όλες τις διόδους ανεφοδιασμού. Παράλληλα ο πανούργος Βεζύρης με δολοπλοκίες και δωροδοκίες διαλύει εντελώς την συνοχή και πειθαρχία των Τουρκικών τμημάτων. Έξη μήνες, μετά από την έναρξη της πολιορκίας, η πλάστιγγα είχε αρχίσει να γέρνει προς το μέρος του. Η ''Υψηλή Πύλη'' τρομοκρατημένη διαβλέπει τη διαγραφόμενη αποτυχία και αλλάζει ταχύτατα τακτική.


Αφαιρούν την αρχιστρατηγία από τον αποτυχημένο Πασόμπεη και τοποθετούν στη θέση του τον Χουρσίτ Πασά, διοικητή της Τρίπολης, Καυκάσιο γενίτσαρο και έναν από τους πλέον προικισμένους στρατηγούς του σουλτανικού στρατού. Αυτός αναχωρεί για τα Γιάννενα έχοντας μαζί του επίλεκτες δυνάμεις, αφού πείστηκε από τους Έλληνες προύχοντες της Πελοποννήσου ότι οι φήμες για μια επικείμενη εξέγερση στον Μοριά δεν ευσταθούσαν. Η Φιλική Εταιρεία είχε βάλει και εδώ το χέρι της. Το ημερολόγιο έγραφε 20 Ιανουαρίου 1821, όταν ο Τούρκος στρατάρχης εμφανίστηκε, μαζί με τα ασκέρια του, μπροστά στο κάστρο των Ιωαννίνων.

Η ΡΗΞΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΥΛΗ

Το 1820, ύστερα από την αποκάλυψη ότι δυο Αλβανοί, σταλμένοι από τον Αλή, αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Πασιόμπεη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β', ενοχλημένος από αυτό το γεγονός και θορυβημένος, διότι ο Αλή ήταν εμπόδιο στο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και κίνδυνος για τη συνοχή της Αυτοκρατορίας του, διέταξε την απομάκρυνσή του από το Πασαλίκι των Ιωαννίνων, με σκοπό να τον περιορίσει στο Τεπελένι. Ο Αλή προσπάθησε να εξευμενίσει το σουλτάνο, ζήτησε τη μεσολάβηση της Ρωσίας και της Αγγλίας, ενώ κατέδωσε ακόμα και τη Φιλική Εταιρεία της οποίας την ύπαρξη γνώριζε από το 1819.

Τελικώς το 1820, η Πύλη τον κήρυξε ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον κάλεσε να εμφανιστεί εντός 40 ημερών στην Κωνσταντινούπολη για να απολογηθεί. Εκείνος, φυσικά, αρνήθηκε, ερχόμενος σε σύγκρουση με τα στρατεύματα της Αυτοκρατορίας. Ο Αλή Πασάς, όσο ενίσχυε τη δύναμή του τόσο περισσότερο αποδέσμευε τις κινήσεις του από τις επιθυμίες της Πύλης. Είχε προχωρήσει σε πολλά πράγματα χωρίς την έγκριση της Κωνσταντινούπολης και συνέχιζε να δρα κατ» αυτόν τον τρόπο. Μια σειρά από ενέργειες επέφεραν τη ρήξη στις σχέσεις του Αλή Πασά με την Πύλη:

Ο σφαγιασμός των Σουλιωτών, η φυλάκιση του Ιμπραήμ Πασά και η κατάληψη του Μπερατίου και της Αυλώνας, η κήρυξη πολέμου σε περιοχές που εποφθαλμιούσε, οι προσωπικές επαφές με ξένες δυνάμεις και η συμφωνίες του με αυτές, ο παράνομος πλουτισμός, η συγκέντρωση τεράστιας περιουσίας, η υποστήριξη εχθρών του Οθωμανικού κράτους, η εκτέλεση των κεντρικών διαταγών «όποτε αυτός επιθυμούσε» και οι καταπιέσεις που υφίστατο ο λαός από τους γιους του.

Η σιωπηρή στάση της Κωνσταντινούπολης απέναντι στις αναρίθμητες παράνομες ενέργειες του Αλή συνδεόταν εν μέρει με τη συχνή εμπλοκή του κράτους σε πολέμους και επιχειρήσεις για την καταστολή εξεγέρσεων και είχε τη βάση της στην αποφυγή της σύγκρουσης με ένα δυνατό ηγεμόνα όπως ήταν αυτός. Ωστόσο, ήταν σημαντική και η διττή στάση του Αλή Πασά απέναντι στην Κωνσταντινούπολη. Με άλλα λόγια, φαινόταν πως ο Αλή υπάκουγε στην Πύλη, στην πραγματικότητα όμως έκανε αυτό που ήθελε και παρουσίαζε τελείως διαφορετικές τις πράξεις του στην Κωνσταντινούπολη.

Για παράδειγμα, μετά τη φυλάκιση του Ιμπραήμ Πασά και με φήμες γύρω από την εκτέλεση του να πλανώνται στην Κωνσταντινούπολη, εστάλη στα Γιάννενα αξιωματούχος με σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης, ο Αλή όρισε συνάντηση του αξιωματούχου και του Ιμπραήμ σε πολυτελές δωμάτιο και αφού του πρόσφερε δώρα και εξέφρασε ανοιχτά την υποταγή του στο Σουλτάνο, τον έστειλε πίσω. Παρά τις προσπάθειες να παρουσιάζει τις πράξεις του διαφορετικές, συνέχιζαν να είναι συχνές οι διαμαρτυρίες κατά του Αλή στην Πύλη. Ακόμα και κατά τη γνώμη του Σουλτάνου υποκινείτο ένα είδος αρνητικής προπαγάνδας εναντίον της Πύλης.

Ενώ και ο ανώτερος αξιωματούχος της Αυτοκρατορικής φρουράς Ισμαήλ Πάσο Μπέη, ένας από τους παλιούς εχθρούς του Αλή, φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε να στρέφει την κοινή γνώμη εναντίον του. Λίγο αργότερα ο Ισμαήλ Πάσο Μπέη θα ασκήσει σημαντική επιρροή στο Παλάτι , θα κερδίσει τη συμπάθεια του Χαλέτ Εφέντη και εκμεταλλευόμενος την αποδοχή του από το Σουλτάνο θα τον ενημερώνει σχετικά με τις κινήσεις του Αλή Πασά. Δίχως να παραμείνει απλός θεατής των γεγονότων ο Αλή έστειλε στην Κωνσταντινούπολη δυο ειδικά εκπαιδευμένους άντρες με σκοπό να σκοτώσουν τον Ισμαήλ Πάσο. Στις αρχές του 1820 έγινε η απόπειρα δολοφονίας του Ισμαήλ Μπέη αλλά απέτυχε.

Ο ένας από τους δράστες συνελήφθη και στην ανάκριση ομολόγησε ότι είχαν σταλεί από τον Αλή Πασά. Αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Έτσι, ο Σουλτάνος που σκεφτόταν από καιρό την τιμωρία του Αλή πέρασε στη δράση και αφού πρώτα τον απομάκρυνε από την εποπτεία των δερβενίων, διόρισε στη θέση του το διοικητή του σαντζακιού των Τρικάλων Σουλεϊμάν Πασά. Στο μεταξύ ανέθεσε τη διοίκηση των σαντζακιών της Οχρίδας και του Ελμπασάν στο διοικητή της Σκόδρας Μουσταφά Πασά και το σαντζάκι της Ναυπάκτου που μέχρι τότε ήλεγχε ο Βελή Πασάς στον Πεχλιβάν Πασά της Πρέβεζας.

Επίσης, με «επίσημη επιστολή» (tahrirat) από το κέντρο είχε ζητηθεί από τους κατά τόπους διοικητές να είναι προσεκτικοί απέναντι σε αναταραχές που ενδεχομένως να προκαλέσει ο Αλή Πασάς καθώς και να προσφέρουν αν χρειαστεί στρατιωτική βοήθεια για την περιφρούρηση των φυλακίων στο διορισμένο για την επιτήρησή τους Σουλεϊμάν Πασά. Πέρα από αυτό είχαν σταλεί κατάσκοποι για να βολιδοσκοπήσουν την κατάσταση στην περιοχή της Αλβανίας και των Τρικάλων. Ο Σουλτάνος επίσης, χωρίς να στείλει αμέσως στρατό κατά του Αλή, του ζήτησε να πάει μαζί με τους γιους του στο Τεπελένι και να εγκατασταθεί εκεί.

Κάνοντας σαφές ότι αποσπάται από αυτόν ο έλεγχος του σαντζακιού των Ιωαννίνων, κοινοποιήθηκε στον Αλή Πασά ότι δεν θα βλάπτονταν η ζωή και η περιουσία του σε περίπτωση που απομάκρυνε τους ανθρώπους του από τα φυλάκια και τις υπόλοιπες θέσεις της περιφέρειάς του. Η Πύλη δεν ήλπιζε και πολύ στην τήρηση των αποφάσεων αυτών από τον Αλή Πασά. Γι αυτό το λόγο είχαν ξεκινήσει διάφορες προετοιμασίες για μια πιθανή επίθεση εναντίον του. Αλλά και ο Αλή Πασάς είχε ξεκινήσει εκτεταμένες προσπάθειες για να προστατέψει τον εαυτό του. Καθώς ερχόταν σε διάσταση με τους γιους του, προέβη σε τριήμερες διαπραγματεύσεις και ακολούθως αποφασίστηκε η επίθεση του Μουχτάρ Πασά με πολυάριθμο στρατό στο Μπεράτι και του Βελή με 15.000 άντρες στην Πρέβεζα.


Στο μεταξύ ο Αλή Πασάς έχτισε τείχη και άνοιξε μεγάλες τάφρους στα προάστια των Ιωαννίνων. Επιπλέον είχε χτίσει πύργους στο υψίπεδο της Μόροβα. Ο Αλή Πασάς είχε συγκεντρώσει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στα βουνά των Τρικάλων, από την πλευρά των Αγράφων, της Λαμίας και της Λειβαδιάς καθώς επίσης και στο κάστρο της Ναυπάκτου. Εκτός αυτού, ο Τεπελενλής είχε επιδοθεί και σε μια έντονη προσπάθεια να εξασφαλίσει στήριξη από το εξωτερικό. Δεν μπόρεσε ωστόσο να εξασφαλίσει τη βοήθεια που επιθυμούσε. Η Ρωσία δεν ήταν διατεθειμένη να παραβεί τις αρχές που είχε ορίσει η διάσκεψη της Βιέννης στα 1818. Από την άλλη πλευρά η Αγγλία είχε προτείνει στον Αλή συνδιαλλαγή με το Σουλτάνο.

Έτσι ο Αλή επεδίωξε συνεργασία με τους Έλληνες που ήταν έτοιμοι για ξεσηκωμό. Ξεκίνησε να έχει συναντήσεις με μέλη της «Φιλικής Εταιρίας» που αντιπροσώπευε το επαναστατικό κίνημα των Ελλήνων και εξασφάλισε πολιτική και υλική στήριξη από την οργάνωση. Οι διακεκριμένοι αρχηγοί της Ελληνικής Επανάστασης είχαν υπάρξει στρατηγοί του Αλή, μεγάλη στήριξη στον ξεσηκωμό είχε προσφέρει και ο στόλος που βρισκόταν στο νησί του Αλή Πασά. Με αυτόν τον τρόπο ο Αλή Πασάς είχε σκοπό είτε να απομακρύνει την προσοχή του Σουλτάνου από το πρόσωπό του και να την στρέψει στην Ελληνική Επανάσταση είτε να σωθεί επωφελούμενος της επιτυχίας των Ελλήνων.

Την ίδια στιγμή οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να στηρίξουν τον Αλή. Μέχρι και το 1821 5.000 - 7.000 Έλληνες πολεμιστές είχαν ήδη περιέλθει στις τάξεις του Αλή Πασά. Αλλά η στήριξη των Ελλήνων στον Αλή δεν αποτελούσε φυσικά έκφραση αγάπης. πήγαζε από την επιθυμία να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας της επανάστασης εγκλωβίζοντας τόσο τις δυνάμεις του Αλή όσο και του Σουλτάνου στην Αλβανία και έτσι να αποτινάξουν την Οθωμανική κυριαρχία. Ο Αλή Πασάς προχωρώντας από τη μία πλευρά σε αυτού του είδους τις προετοιμασίες και από την άλλη πλευρά στέλνοντας επιστολές στην Πύλη δήλωνε ότι θα εκτελούσε τις επιβεβλημένες διαταγές και ζητούσε χάρη.

Με μια επιστολή του στην Πύλη δήλωνε ότι απέσυρε τους ανθρώπους του από τα σαντζάκια του Ελμπασάν, της Θεσσαλονίκης και της Εύβοιας όπως ήθελε ο Σουλτάνος, ότι δεν υπήρχε άνθρωπός του στα σαντζάκια της Οχρίδας και του Πασά και ότι πιο πριν είχε αποσύρει την πλειονότητα των ανθρώπων του από τα Τρίκαλα αναφέροντας εντούτοις ότι τον καθυστερούσε μια ομάδα αντρών από τα τσιφλίκια του Τιρνάβου και του Μπουγιούκιοϊ του καζά της Λάρισας που εργάζονταν κάθε χρόνο για τις ανάγκες των στρατιωτών που βρίσκονταν στον πύργο της Πρέβεζας.

Ο Αλή Πασάς ζητούσε να γίνει δεκτή η συγγνώμη του λέγοντας «από την άλλη μεριά, με τι τρόπο άραγε ενεργώ άμεσα προς επιχειρήσεις που θα με καταδικάσουν σε αυτόν και τον άλλο κόσμο όντας ανέκαθεν με την απαιτούμενη ευθύτητα και αφοσίωσή μου ένας από τους περήφανους και άσπιλους δούλους σου μεταξύ των ομοίως υπάκουων δούλων σου; Ας γίνει η απομάκρυνση των ανθρώπων μου από τα Τρίκαλα και αν ακόμα έρθει διαταγή να απομακρυνθούν και οι άνθρωποι του οίκου μου, από τις πρώτες μου σκέψεις είναι να πράξω αμέσως υπάκουα και χωρίς καθυστέρηση.

Και από την άλλη πλευρά, επειδή γνωρίζω ότι μόνο με την υψηλή μεσολάβηση του αφέντη μου θα επέλθει η σωτηρία της ταπεινότητάς μου, στο εξής δεν είναι δυνατό να επιχειρηθούν κακόβουλες κινήσεις των δούλων σου ενάντια στο καθεστώς της υποταγής τους, καθώς είναι φανερό ότι τα γεγονότα και παραπτώματα που ακούστηκαν από διάφορες πλευρές προκαλούν καχυποψία και αναταραχή, για όνομα του Θεού, λυπήσου τους δούλους σου, και για την απάλειψη της καχυποψίας που αντιμετωπίζω προσεύχομαι μέρα νύχτα προσδοκώντας απόλυτη ασφάλεια». Ο Αλή Πασάς την ίδια ώρα που ζητούσε με αυτόν τον τρόπο συγχώρεση, συνέχιζε τις αμυντικές του προετοιμασίες.

Αντίθετα με ό,τι υποστήριζε, οι άντρες του δεν είχαν εγκαταλείψει ακόμα τα φυλάκια. Όλα αυτά δήλωναν ανοιχτά την αποστασία του. Γι αυτόν το λόγο ο Σουλτάνος ανακάλεσε όλες τις αρμοδιότητες και όλους τους τίτλους του Αλή και απαίτησε από αυτόν να έρθει εντός σαράντα ημερών στην Κωνσταντινούπολη και να δώσει εξηγήσεις. Ο Αλή δεν υπάκουσε ούτε αυτή τη διαταγή. Έτσι, εκδόθηκε φετβάς για την εκτέλεση του Αλή Πασά και «η αιτία έκδοσης του Αυτοκρατορικού φετβά ήταν η εκτέλεση και ο αφανισμός με οποιοδήποτε τρόπο του προαναφερθέντος Πασά.

Η αποδοχή της απόφασης απ’ όλη του την οικογένεια χωρίς αναζήτηση αιτιών» και αποφασίστηκε «η άμεση και μετ’ επιμονής εκπλήρωση της Αυτοκρατορικής διαταγής και επιθυμίας με οποιοδήποτε μέσο» .

ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

Όταν το 1820 η σύγκρουση Αλή Πασά και σουλτάνου άρχισε να εκδηλώνεται, το Βατικανό έστρεψε την προσοχή του στις κινήσεις του Τεπελενλή. Του κράτους του Βατικανού προίστατο την εποχή εκείνη ο Πάπας Πίος Ζ' (1742 - 1824), ενώ Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο καρδινάλιος Ercole Consalvi (1757 - 1823). Και τους δύο κρατούσε ενήμερους ο παπικός γενικός πρόξενος της Κέρκυρας Carlo de Ribas (Ισπανικής καταγωγής), ο οποίος ενημερωνόταν συνεχώς για τα γεγονότα από τον Ιταλό υποπρόξενο της Αυστρίας στην Πρέβεζα Luigi Inchiostrο, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1810 εργάστηκε ως μηχανικός στην υπηρεσία του Αλή Πασά

Δέκα επτά συνολικά έγγραφα βρέθηκαν στο απόρρητο αρχείο του Βατικανού, που αφορούν τον Τεπελενλή, από το 1820 μέχρι τον θάνατό του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η από 5 / 10 / 1820 αναφορά του de Ribas προς το Βατικανό, στην οποία γράφει: «Η απότομη πτώση του τρομερού και διάσημου πασά πρέπει να αποδοθεί σε τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι δεν κατόρθωσε να κατανοήσει το πνεύμα των στρατιωτών του, νομίζοντας ότι ήταν ισχυρός μόνο και μόνο γιατί διέθετε πολυάριθμο στρατό. Ο δεύτερος ότι δεν μπόρεσε ούτε για μια στιγμή να υπερβεί την εγκληματική του φιλαργυρία, μη καταβάλλοντας τους μισθούς σε εκείνους που πολεμούν μόνο για το χρυσό.

Ο τρίτος τέλος λόγος είναι ότι επειδή ο στρατός του αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από Τούρκους και Έλληνες, έπρεπε να προβλέψει αφενός μεν τη βέβαιη λιποταξία των πρώτων οι οποίοι λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν μπορούν να στρέψουν τα όπλα τους εναντίον του σουλτάνου, και αφετέρου την απιστία και το μίσος των δεύτερων, οι οποίοι περίμεναν την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία για να εκδικηθούν τις απερίγραπτες ζημιές τις οποίες έχουν υποστεί εξ αιτίας του».


Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΑΜΠΗ

Όταν ο κλοιός των πολιορκητών άρχισε να σφίγγει ο Βεζύρης θυμήθηκε τον παλιό εαυτό του. Μέσα του ξαναζωντάνεψε ο εκπορθητής της Πρέβεζας, ο πολέμαρχος του Δούναβη και ο αετός των βουνών της Αλβανίας. Έτσι αποφασίζει αντεπίθεση εναντίον του σουλτανικού στρατού για να διαλύσει το στρατόπεδό του. Τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου 1820 σέλωσε το Αραβικό του άλογο, το Δερβίση, και ο αρχιοπλουργός του έφερε τα φημισμένα άρματά του, ενώ το μακρύκανο όπλο του με δαμασκηνί και μπλε χρώμα που είχε κατασκευαστεί στις Βερσαλλίες το έδωσε στο Θανάση Βάγια.

Ο ίδιος πήρε το όπλο που του είχε χαρίσει ο Ναπολέων και στην θήκη της σέλλας του τοποθέτησε το -επίσης δώρο- ντουφέκι του βασιλιά Καρόλου ΙΒ' της Σουηδίας. Το σύνθημα της επίθεσης ήταν «φλωρί και τσεκούρι». Πλησιάζοντας τους σουλτανικούς προκάλεσε το μισητό του Ισμαήλ σε μονομαχία, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο ογδοντάρης Αλής είχε τόσην ορμή ώστε οι αντίπαλοί του υποχώρησαν ραγδαία και άτακτα. Πυροβολεί αμέσως θανάσιμα τον επικεφαλής συνταγματάρχη του τουρκικού πυροβολικού, έναν μπέη -ανεπιτυχώς- και σκοτώνει έναν παλαιό του γνώριμο Πασά, με δύο σφαίρες στην καρδιά, καλώντας φωναχτά σε βοήθεια το πνεύμα της μάνας του Χάμκως «μάνα βοήθησέ με».

Η ριψοκίνδυνη αυτή έξοδος ήταν η τελευταία και σπουδαιότερη πολεμική πράξη του Αλή Πασά κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων. Ο Παπικός πρόξενος της Κέρκυρας Carlo de Ribas, που παρακολουθούσε στενά τα γεγονότα, έγραψε προς τον Υπουργό Εξωτερικών του Βατικανού: «Ακριβώς τώρα βεβαιώθηκα ότι ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων επιχείρησε έξοδο από το φρούριο της πόλης επί κεφαλής πολλών εμπίστων του και πέτυχε να σκοτώσει, ή να πληγώσει, εκατοντάδα Μουσουλμάνων και, χωρίς καμιά δική του απώλεια επέστρεψε, με πλήρη τάξη, στο κάστρο του. Οι επιχειρήσεις αυτές όμως από πολιτική άποψη είναι οι τελευταίες ζωτικές ενέργειές του γιατί ''αφεύκτως'' αναμένεται η καταστροφή του».

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Από την πρώτη κιόλας ημέρα της πολιορκίας των Ιωαννίνων ο Αλής βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σημαντικό πρόβλημα. Πολλοί από τους πιο έμπιστους οπλαρχηγούς και αυλικούς του πέρασαν στο πλευρό των αντιπάλων του, υποκύπτοντας στον πειρασμό της εξαγοράς, των υψηλών αξιωμάτων που τους πρόσφεραν οι Τούρκοι, αλλά και στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης. ταν ένα δυνατό χτύπημα στην καρδιά του γερασμένου ηγεμόνα.

Τον εγκατέλειψαν λοιπόν -έστω και πρόσκαιρα ορισμένοι- ο Αλέξιος Νούτσος, ο πρωθυπουργός του Μάνθος Οικονόμου, ο Καραϊσκάκης, οι Ομέρ Βρυώνης και Μετζομπόνος, ο Νταλήπ Πρεμέτης, ο τραπεζίτης του Σταύρος Ιωάννου που πήγε στην Άρτα, ο Ψαλίδας και ο Βηλαράς που κατέφυγαν στο Ζαγόρι, ο Κωλέττης που έφτασε στο Συρράκο ντυμένος σαν χωρικός και άλλοι. Πιστοί του έμειναν ο Ανδρούτσος, ο Θανασούλας Βαλτινός και φυσικά ο Αθανάσιος Βάγιας, σε αντίθεση με τον αδερφό του γιατρό Λουκά, ο οποίος έφυγε παίρνοντας και μέρος από τους θησαυρούς του προστάτη του.

Πιστός του παρέμεινε και ένας Εβραίος εξωμότης ονομαζόμενος Αβραάμ Σαράτσης, άλλοτε ''υπουργός ταχυδρομείων'', ο οποίος συνήθιζε να λέει: «Αν ήξερα κάποιον που να είναι περισσότερο αφοσιωμένος στον αφέντη μου από μένα, θα τον σκότωνα στη στιγμή». Την περίοδο ακριβώς αυτή ο ιστοριοδίφης Ιωάννης Λαμπρίδης στο έργο του ''Ηπειρωτικά Μελετήματα'' αναφέρει μία συνωμοσία κατά του Τεπελενλή, στην οποία συμμετείχαν ο γιος του Βελής, καθώς και ο εγγονός του Μαχμούτ - ο γιος του Μουχτάρ.

Αυτοί -πάντοτε κατά το Λαμπρίδη- «συνασπίστηκαν μετά του αρχιπροδότου Ομέρ Βρυώνη και του, φίλου του Αλή, Ντερβίς Χασάν και απεπειράθησαν περί τα τέλη Μαρτίου του 1820 να παραδώσωσι τον ευεργέτην αυτών εις τους τούρκους. Κάλεσαν λοιπόν το Βεζύρη σε σύσκεψη σε έναν τεκέ της συνοικίας ''Αϊδόνι'' (σημ. Κουραμπάς). Αυτός όμως έφτασε πρώτος στον τόπο της συνάντησης με την άμαξά του και πριν βγει από αυτή, τον πλησίασε κάποιος γνωστός του και του ψιθύρισε μερικές λέξεις. Τότε ο Αλης εγκατέλειψε την άμαξα, καβάλησε ένα άλογο και έφυγε ταχύτατα προς την πόλη.

Φτάνοντας όμως στο Κάστρο βρήκε την πύλη του κλειστή, σύμφωνα με τις εντολές του φρούραρχου Χάτ Σοκόλη, ο οποίος ήταν μυημένος στη συνωμοσία. Κατέφυγε τότε σε ένα παρακείμενο καφενείο, από όπου είδε περιφερόμενο, στις επάλξεις του Φρουρίου, τον πιστό του Μαχμούτ Μπέη από την Κρόια, τον οποίο κάλεσε να ανοίξει την πύλη και έτσι διασώθηκε από τον κίνδυνο. Ο Αλής δεν έδωσε συνέχεια στην υπόθεση, γιατί τους χρειαζόταν όλους ενόψει της επερχόμενης πολεμικής θύελλας».

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Ο Μαχμούτ Β' κινητοποίησε το καλοκαίρι του 1820 κατά του Αλή στράτευμα 80.000 ανδρών, με αρχηγό, στην αρχή, τον Ισμαήλ Πασιόμπεη και στη συνέχεια το Χουρσίτ Πασά. Ο Αλή βρέθηκε σε δεινή θέση, καθώς αντιμετώπισε σημαντική διαρροή οπλαρχηγών (ακόμη και οι γιοι του παραδόθηκαν, παρά το γεγονός ότι τους είχε δώσει εντολή να αμυνθούν μέχρις εσχάτων) και στρατευμάτων, ενώ φάνηκε, πως ο στρατός του δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένος για σύγκρουση με τα σουλτανικά στρατεύματα. Η πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων συνεχιζόταν λόγω της αντιγνωμίας που είχε ξεσπάσει μεταξύ των πολιορκητών (οφειλόταν στις δωροδοκίες των αξιωματικών από το διαβόητο πασά).

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Αλή πήρε με το μέρος του τους άλλοτε ορκισμένους εχθρούς του, τους Σουλιώτες, με την προϋπόθεση να τους άφηνε να επανεγκατασταθούν στο Σούλι. Αξιοσημείωτο είναι, πως την 25η Αυγούστου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, δε δίστασε να κάψει μέρος της πόλης για να έχει καλύτερο οπτικό πεδίο το πυροβολικό του. Η κατάσταση άλλαξε, όταν ο Πασιόμπεης αντικαταστάθηκε από το Χουρσίτ ο οποίος επανέφερε την τάξη στο στρατόπεδο των πολιορκητών, περιόρισε τις επιδρομές των Σουλιωτών και έσφιξε τον κλοιό γύρω από τον Αλή.


Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ανάγκασε το Χουρσίτ να αρχίσει διαπραγματεύσεις κατά τις οποίες όμως κατέλαβε τα ισχυρά οχυρά του κάστρου, περιορίζοντας τον Αλή στο παλάτι του, όπου είχε συγκεντρώσει τους θησαυρούς του, αλλά και πολλά βαρέλια πυρίτιδας, απειλώντας να δώσει εντολή για ανατίναξη, αν γινόταν έφοδος, πράγμα που δεν ευχαριστούσε το Χουρσίτ που εποφθαλμιούσε την περιουσία του εχθρού του. Κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1821, ολόκληρη σχεδόν η φρουρά του κάστρου είχε αυτομολήσει στο Χουρσίτ, αφήνοντας στον Αλή μόνο 500 άνδρες, από τους οποίους σε λίγο οι 430 προσχώρησαν στους Τούρκους.

ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Το καλοκαίρι του 1820 ο Τεπελενλής πήρε μια απόφαση η οποία έδωσε αφορμή να τον χαρακτηρίσουν σαν ''νέο Νέρωνα''. Αφού στις 13 Αυγούστου άφησε ελεύθερα τα χαρέμια του, στις 25 του ίδιου μήνα έκαψε τα Γιάννενα, προκειμένου να ελέγχει τις κινήσεις των πολιορκητών του. Γράφει ο αυτόπτης μάρτυρας Αθανάσιος Ψαλίδας: «Τες 25 όμως Αυγούστου έβαλαν οι γκέγκηδες φωτιά στου Μαρίνου Κωνσταντίνου το σπίτι και εις άλλες μεριές του παζαριού, και εκάηκαν και τα παλάτια του Βελή Πασά, και του Μουχτάρ Πασά και τα σεράγια στα Λιθαρίτζια, η μητρόπολις, ο άγιος Νικόλαος.

Τα δύο σχολεία με τις βιβλιοθήκες τους και τις φυσικές μηχανές, του Καπλάνη και του Ζωσιμά, όλος ο αρχοντομαχαλάς και καθεξής το άνθος της πολιτείας όλο. Και στις 27 δεύτερη φωτιά έγινε και εκάηκεν η Αγία Μαρίνα η θαυμαστή και ο Μεκχεμές με όλα εκείνα τα σπίτια, οπού ήταν ολόγυρα, Τούρκικα και Ρωμαίικα, και η τρίτη πυρκαγιά έκαψε μερικά σπίτια στην Καλούτζαμση, και έτζι έγινε η πόλις θέαμα ελεεινόν, αξιοθρήνητον, άθλιον και αποκρουστικόν - ελέησόν μας Κύριε». Ο Αραβαντινός δίνει τη δική του περιγραφή:

«Εντός ολίγων ωρών με την βοήθειαν και των εκ του φρουρίου εκσφενδιζομένων εμπρηστικών υλών, ουρανόμηκεις φλόγες εφαίνοντο εξερχόμεναι εκ των τεσσάρων της ατυχούς πόλεως σημείων, το δε πυρ εντός μικρού κατέστρεψε τας οικίας αυτής. Τότε ελαφυραγωγήθησαν και τα εν τη πόλει μέγαρα του Αλή και των υιών αυτού, εν οίς και το ωραίον μέγαρον του Βελή, όπερ και επυρπολήθη υπό του μετά ταύτα μεγάλου στρατάρχου Γεωργίου Καραϊσκάκη, διατελούντος τότε εις την υπηρεσίαν του Αλή και λιποτακτήσαντος». Η λεηλασία που ακολούθησε ήταν χωρίς προηγούμενο.

Οι αντίπαλοι ξεχνώντας τις μεταξύ τους διαφορές «επιπεσόντες ως αρπακτικά όρνεα διήρπασαν εν ριπή οφθαλμού πάν ότι εύρον εν ταις ερημωθείσαις οικίας, απήλθον δε συναποκομίζοντες τα λάφυρα άτινα λόγω του υπάρχοντος τότε εν τη πόλει πλούτου, ήσαν πλουσιώτατα». Τα Γιάννενα ερήμωσαν. Όλος σχεδόν ο πληθυσμός τους εγκατέλειψε τρομοκρατημένος την άλλοτε λαμπερή πρωτεύουσα και κατέφυγε στα γύρω μέρη, ιδίως στο Ζαγόρι.

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΛΗ

Όταν άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις των Τούρκων εναντίον του, ο Αλής προκειμένου να περισώσει την κατάσταση αποφάσισε να επιταχύνει την πραγματοποίηση εκείνων των πολιτικών μέτρων που -κατά την γνώμη του- θα συσπείρωναν τους πληθυσμούς του κράτους στο πλευρό του. «Υπό αυτές τις συνθήκες» έγραφε ο πρόξενος της Ρωσίας στην Κέρκυρα, Σπυρίδων Παπαδόπουλος, «σκαρφίστηκε εντέλει, ο ορμητικός αυτός Αλή Πασάς, με την μαγική όψη νέου συντάγματος σε όλο το εύρος της επικράτειάς του, να ενώσει εκ νέου τους υπηκόους του και στο εξής να τους διοικεί κατά το παράδειγμα του Ισπανικού, Ναπολιτάνικου ή άλλου λαού και σύμφωνα με τις συμβουλές των συνετών ανθρώπων της αυλής του».

Ο Παπαδόπουλος πληροφορεί ότι ο Αλής έστειλε στην Κέρκυρα, για να συντάξει σχέδιο συντάγματος, το γραμματέα του Σπυρίδωνα Κολοβό, που σύμφωνα με την γνώμη του ανήκε σε Μασονική οργάνωση. Στην Κέρκυρα ο Κολοβός συναντά κάποιον Πιέρρη, πρώην λοχαγό του πυροβολικού, επίσης μέλος μασονικής στοάς και του ανακοινώνει μυστικώς ότι «η κρυφή πρόθεση του κυρίου μου είναι, μέσω του νέου συντάγματος που θα δώσει στην παρούσα πολιτεία του, να γίνει ελεύθερος και ανεξάρτητος άρχοντας της Ηπείρου και όλης της Μακεδονίας». Για αυτό ζητά «ανυποχώρητα» από τον Πιέρρη - να προσπαθήσει να του βρει μεταξύ των Μασόνων «έναν ξακουστό συγγραφέα και επιδέξιο συνταγματολόγο».

Κάποια προσχεδιάσματα συντάγματος πήρε μαζί του ο Κολοβός. Ο Ρώσος πρόξενος κατάφερε να μάθει ότι το σύνταγμα προέβλεπε την δημιουργία ''Αλβανικής γερουσίας'', η οποία θα είχε 8 αντιπροσώπους του Ορθόδοξου πληθυσμού, 4 του Μουσουλμανικού και 1 του Εβραϊκού. Στη συνέχεια γυρνώντας στα Γιάννενα ο Κολοβός αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και πέθανε. Έτσι το σχέδιο δεν έφτασε στον Αλή.

ΣΤΟN METTERNICH ΓΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ο Αλής τις δύσκολες ώρες της πολιορκίας του από τους σουλτανικούς, δεν αναζήτησε ''Σύνταγμα'' μόνον στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο, αλλά απευθύνθηκε και στον καγκελάριο της Αυστρίας, τον περιβόητο Κlemens von Metternich (1773 - 1859), τον πλέον ακατάλληλο για το ζήτημα αυτό, αφού ήταν ο πιο δεσποτικός και αντιδημοκρατικός πολιτικός της Ευρώπης. Φαίνεται ότι ο Βεζύρης των Ιωαννίνων δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τη σημασία του, αλλά είναι προφανές ότι καταλάβαινε σίγουρα τις συμβολικές συνέπειες μιας τέτοιας πρωτοβουλίας.

Τον Ιανουάριο του έτους 1838 η Σκωτσέζικη εφημερίδα Edinburgh Magazine, δημοσίευσε το περιστατικό, όπως το διηγήθηκε ο ίδιος ο Metternich, στον φίλο του Albert Wolf:  «Όταν εκείνος ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων βρέθηκε πολιορκημένος στα Ιωάννινα από τα στρατεύματα του σουλτάνου, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει ένα από τα συνηθισμένα τεχνάσματά του για να παραπλανήσει τους υπηκόους του. Έτσι μου έστειλε μια επιστολή, με την οποία -μετά από πολλές φιλοφρονήσεις- με ικέτευε να του στείλω αμέσως τον ικανότερο Ευρωπαίο συνταγματολόγο για να του συντάξει ''το καλύτερο σύνταγμα''.


Δε νομίζω ότι ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που μου ζητούσε. Του απάντησα ότι δεν έχω ένα τέτοιο πρόσωπο στη διάθεσή μου και τον συμβούλευσα να έρθει το ταχύτερο δυνατόν σε συμβιβασμό με την Υψηλή Πύλη (o Metternich ήταν υπέρ της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Όταν ο ταχυδρόμος του Αλή επέστρεψε στα Ιωάννινα, την πόλη είχαν ήδη καταλάβει οι Τούρκοι και έτσι η επιστολή μου δεν είχε πλέον σημασία». Ο Metternich όταν άρχισε η Τουρκική επίθεση εναντίον του Αλή, ζητούσε συνεχώς πληροφορίες από τους ανά την Ευρώπη πράκτορές του. Στα Βιεννέζικα κρατικά αρχεία υπάρχουν αρκετές τέτοιες εμπιστευτικές εκθέσεις.

Στις 21 Μαρτίου 1821 από το Ιάσιο της Ρουμανίας ένας πράκτορας τον πληροφορεί: «Ο Αλή Πασάς καθώς λένε έδωκε το χέρι (στους Έλληνες), βαφτίστηκε και πήρε το όνομα Αλέξανδρος ή -κατ’ άλλους- Κωνσταντίνος. Η περιουσία του ανέρχεται -περίπου- στα 500 εκατομμύρια, αλλά δεν πρόκειται να ζήσει για πολύ. Το χρήμα του θα βγει, σύντομα, στην κυκλοφορία. Η επιχείρηση εναντίον του πρέπει να πάρει τέλος μέσα στην χρονιά, γιατί αλλιώς, άμα ξυπνήσει το λιοντάρι, μπορεί να έχουν άσχημο χορό.

Τότε πια αλίμονο σε εκείνον που θα πάρει η μπόρα, γιατί το να εξαφανίσει κανείς έτσι κεραυνοβόλα έναν τέτοιο κολοσσό, αυτό θα ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου, που θα επισκίαζε τόσο τα άλλα εφτά του αρχαίου κόσμου, που θα ήταν σα να μη υπήρξαν ποτέ». Στις 24 Μαρτίου 1821 εμπιστευτική αναφορά από το Βουκουρέστι τού αναφέρει: « Στις 14 Μαρτίου έμαθα από ασφαλή πηγή ότι ο Αλή Πασάς πρόσφερε 400 εκατομμύρια για την Ελληνική Επανάσταση». Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1821, ένας Έλληνας πληροφοριοδότης, από την Τεργέστη, συμπληρώνει: «Ακόμη και ο Αλή Πασάς είναι μέλος της ''Εταιρείας''. Γι’ αυτό πήγαν μαζί του οι Σουλιώτες και οι Αγραφιώτες».

ΙΚΕΤΗΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥ

Όταν, τον Απρίλιο του 1820, τα σύννεφα του πολέμου άρχισαν να πλησιάζουν τα Γιάννενα, ο Αλής προσπάθησε να επιτύχει την προστασία της Ρωσίας, του προαιώνιου εχθρού της Τουρκίας. Έτσι αποτάνθηκε στον παλιό και πιστό του φίλο Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, φιλικό και διερμηνέα του ρωσικού προξενείου των Πατρών. Συναντήθηκαν στην Πρέβεζα τον Απρίλιο του 1820, στο σπίτι του έμπιστου του Τεπελενλή, Ιωάννη Γενοβέλη, και ο Αλής ζήτησε από τον Παπαρρηγόπουλο, όπως έγραψε σε έκθεσή του ο Ρώσος υποπρέσβης της Κωνσταντινούπολης βαρώνος Grigory Stroganov (1770 - 1857), να μεταφέρει στον Τσάρο τα εξής:

«Ζητώ από την Αυτού Μεγαλειότητα, μεγαλόψυχο Αυτοκράτορα πασών των Ρωσιών, τον πιο μεγάλο και τον πιο φιλάνθρωπο από τους μονάρχες να με δεχτεί ευνοϊκά με οποιουσδήποτε όρους στις τάξεις των πιστών υπηκόων του, για να του παρέχω εμπράκτως σύμφωνα με τις διαταγές του, οποιαδήποτε στιγμή, αξιόλογες υπηρεσίες». Ο Παπαρρηγόπουλος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του αδερφικού του φίλου και τον Μάιο του 1820 ταξίδεψε στην Αγία Πετρούπολη, από όπου όμως γύρισε φέρνοντας μόνον διπλωματικές και αόριστες υποσχέσεις. Παρ’ όλα αυτά ο Πασάς των Ιωαννίνων συνέχισε τις προσπάθειές του να επιτύχει Ρωσική βοήθεια.

Έτσι τον Ιανουάριο του 1821 -όταν ήταν ήδη πολιορκημένος στο Κάστρο των Ιωαννίνων- έφτασε στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας ο απεσταλμένος του, πρόκριτος του Μετσόβου, Κωνσταντίνος Χατζηγεωργίου (Μουράτ - Μπέης), με εντολή να επαναλάβει στον τσάρο Αλέξανδρο Α', το αίτημά του για παροχή προστασίας. Ο Ρώσος Αυτοκράτορας έμαθε για την αποστολή του Χατζηγεωργίου στη Λουμπλιάνα της Σλοβενίας, στο συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας, και ανέθεσε στον υπουργό εξωτερικών της Ρωσίας -τον Ιωάννη Καποδίστρια- να χειριστεί το θέμα.

Όπως αναφέρεται σε έγγραφο του μετέπειτα Κυβερνήτη της Ελλάδας προς τον διοικητή της Βεσσαραβίας αντιστράτηγο Ιvan Iznof (1768 - 1845) «Ο Χατζηγεωργίου αποκαλεί τον εαυτό του απεσταλμένο του Βεζύρη Αλή Πασά, αλλά ο Αυτοκράτορας στηρίζοντας τις ειρηνικές του σχέσεις με την Οθωμανική Πύλη, δεν θέλει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με έναν διασαλευτή της τάξης στην Ανατολή». Συγχρόνως ο Ι. Καποδίστριας διέταξε τον Ιζνώφ να μην επιτρέψει στο Χατζηγεωργίου να πάει στη Ρωσική πρωτεύουσα, αλλά ό,τι έχει να προτείνει να το καταθέσει εγγράφως και αμέσως να επιστρέψει στα Γιάννενα, αφού του καταβληθούν όλα τα έξοδα του ταξιδιού του.

Πράγματι έτσι έγινε. Η κατάθεση του Χατζηγεωργίου -που βρίσκεται σήμερα στα Ρωσικά αρχεία- περιλάμβανε, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «Ξεκίνησα από τον Αλή Πασά για την Αγία Πετρούπολη, με πληρεξούσιό του, στις 20 Νοεμβρίου 1820, για να αναφέρω ότι ο Αλή Πασάς πέφτει στα πόδια της Αυτού Μεγαλειότητος και δωρίζει όλα τα κάστρα και τους τόπους, που αγόρασε ή κατέκτησε με τα όπλα, και παρακαλεί να γίνει δεκτός υπό την ύψιστη προστασία Της και να του ανακοινωθεί η πολυεύσπλαχνη επιθυμία Της, την οποία θα εκπληρώσει μέχρι της τελευταίας σταγόνας του αίματός του, θυσιάζοντας πρόθυμα τη ζωή του για τον Άνακτα Αυτοκράτορα.

Δεν είχα γραπτή εντολή, αλλά εφοδιάστηκα με λευκά φύλλα σφραγισμένα και υπογεγραμμένα από τον Αλή Πασά, με σκοπό να συμπληρώσω σε αυτά όλα, όσα θα διαταχτούν, σε περίπτωση που η Αυτού Αυτοκρατορική Μεγαλειότητα αποδεχτεί την προσφορά αυτή». Στη συνέχεια ο μεν Χατζηγεωργίου επέστρεψε άπρακτος στην Ήπειρο, η δε κατάθεσή του στάλθηκε στον Καποδίστρια, ο οποίος την έθεσε στο διπλωματικό αρχείο του.

Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΟΥ

Ο Αλή Πασάς ήταν ήδη επικηρυγμένος. Έπρεπε να γίνει καθετί δυνατό για την εξόντωσή του. Ο Σουλτάνος προκειμένου να λυθούν τα όποια προβλήματα αποφάσισε πρώτα απ’ όλα να στείλει στα Γιάννενα στρατό 20.000 αντρών με επικεφαλής τον Ισμαήλ Πασά. Ακόμα προετοίμασε για υποστήριξη και ένα στόλο. Ο Πασάς της Σκόδρας Μουσταφά Μπουσάτι διατάχτηκε να προσφέρει βοήθεια επίσης. Εκτός αυτού η Πύλη έπαιρνε μέτρα για την αποδυνάμωση όσων βρίσκονταν γύρω από τον Αλή. Το πιο σημαντικό από τα μέτρα αυτά η ήταν ένδειξη ανοχής και ελέους σε όσους από τη μεριά του Αλή προσχωρούσαν στο στρατόπεδο του Σουλτάνου, ενώ διαφορετικά θα επέρχετο ολική καταστροφή της περιουσίας τους.


Το μέτρο αυτό είχε παρθεί για να απομακρύνει ειδικά τους Τόσκηδες Αλβανούς από τον Αλή Πασά. Μάλιστα, είχε ζητηθεί η και η ανακοίνωση του μέτρου σε περιοχές όπου διέμεναν συγγενείς των Τόσκηδων. Εδώ πρέπει να γίνει σαφές ότι η εγγύηση εξασφάλισης της περιουσίας δεν ήταν το μοναδικό προνόμιο που παραχωρείτο «σε όσους κατέφευγαν στην Πύλη εγκαταλείποντας τον προαναφερθέντα προδότη». Παράλληλα παραχωρούνταν διάφορα αξιώματα ή τάζονταν ακόμα πιο καλά πόστα. Επίμαχο θέμα ήταν ακόμα και η προσφορά σημαντικών χρηματικών ποσών.

Θα ήταν παράληψη να μη θεωρήσουμε τον παράγοντα αυτόν (χρηματισμός, δωροδοκία) πολύ αποτελεσματικό για την άρση της υποστήριξης στο πρόσωπο του Αλή από πολλούς ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα του. Οι πρώτες αυτές δυνάμεις που στάλθηκαν εναντίον του Αλή πέτυχαν διάφορες νίκες. Ο Πεχλιβάν Πασάς πήρε υπό τον έλεγχό του τη Θεσσαλία, τη Ναύπακτο και τη Κόνιτσα και πολιόρκησε την Πρέβεζα που υπερασπιζόταν ο Βελή. Ο Ομέρ Βρυώνης που βρισκόταν μέχρι τότε στο πλευρό του Αλή Πασά πέρασε μαζί με το στρατό του στις τάξεις του Σουλτάνου και του αποδόθηκε ο τίτλος του αρχιστράτηγου.

Εν συνεχεία παραδόθηκαν και η Αυλώνα και η Πάργα. Ο Αλή βλέποντας ότι χάνει γρήγορα περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του αλλά και ισχυρούς συμμάχους, αφού έκαψε ένα μέρος των προαστίων της πόλης, ταμπουρώθηκε στο κάστρο των Ιωαννίνων με τρόφιμα, πολεμοφόδια και κανόνια και άρχισε την υπεράσπισή του εαυτού του. Έτσι εισήλθε σε μια μακριά περίοδο πολιορκίας στην καρδιά των Ιωαννίνων. Αν και ο στρατός του Ισμαήλ Πασά πολιορκούσε το κάστρο των Ιωαννίνων για αρκετό καιρό, δεν κατάφερε να το εκπορθήσει. Γι αυτό το λόγο επιχείρησε εναντίον του Βελή που βρισκόταν στην Πρέβεζα. Το φιρμάνι που είχε εκδώσει ο Σουλτάνος δεν περιλάμβανε τους γιους του Αλή.

Με τη δήλωση ότι θα τους παρείχετο χάρη σε περίπτωση που διέκοπταν τη στρατιωτική βοήθεια προς τον πατέρα τους, ο Βελή και οι γιοί του Μεχμέτ και Σελίμ παραδόθηκαν. Με τη σειρά τους οι πασάδες Μουχτάρ και Σαλίχ και λίγο αργότερα ο γιος του Μουχτάρ ο Μαχμούτ, συντάχτηκαν με το πλευρό του Σουλτάνου. Η κεντρική εξουσία κατόπιν κανόνισε την εγκατάσταση του Μουχτάρ, του Μαχμούτ και του Σαλίχ στην Άγκυρα καθώς και του Βελή στην Κιουτάχεια. Απαιτήθηκε επίσης να τους δοθούν οι περιουσίες και τα προσωπικά αντικείμενα που θα έπαιρναν μαζί τους κατόπιν αναλυτικής καταγραφής τους και να σταλούν τα έγγραφα της καταγραφής αυτής στην κεντρική διοίκηση.

Η κεντρική εξουσία έριχνε ιδιαίτερο βάρος στην προστασία του Βελή και του Μουχτάρ Πασά από ενδεχόμενους εξωτερικούς κινδύνους. Και αυτό γιατί την ίδια περίοδο λιποτακτούσαν από το στρατό των Ιωαννίνων υποστηρικτές του Αλή Πασά που είχαν περάσει στην πλευρά του κράτους και υπήρχε η σκέψη ότι το ίδιο θα συνέβαινε και με το Βελή και το Μουχτάρ. Γι αυτό το λόγο με επιστολές στο βαλή της Ανατολίας και τους διοικητές της Άγκυρας γινόταν σαφές ότι «η φυλή των Αλβανών είναι δόλια και ραδιούργα φυλή» και ότι έπρεπε να προστατευτούν οι Πασάδες «με τρόπο μεθοδικό που δεν επιτρέπει τη φιλική προσέγγιση και δεν προβλέπει τη βοήθεια προς αυτούς».

Παρά τα μέτρα αυτά, η κεντρική εξουσία λίγο καιρό μετά αποφάσισε την εκτέλεση των γιων του Αλή. Ενώ το αιτιολογικό ήταν ότι στέλνοντας μυστικές επιστολές στους Αλβανούς, προετοίμαζαν εξέγερση για να σώσουν τον πατέρα τους. Έτσι, εκτελέστηκαν στην Κιουτάχεια ο Βελή και ο γιος του Μαχμούτ και στην Άγκυρα ο Μουχτάρ και ο Σαλίχ, ενώ τα κεφάλια τους στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Στη συνέχεια διατάχθηκε η ανακοίνωση αυτών των εκτελέσεων μαζί με το αιτιολογικό τους στα Γιάννενα και τα περίχωρά τους.

Μετά την εκτελέσεις αποφασίστηκε να επιτραπεί στα άτομα που βρίσκονταν δίπλα στους Πασάδες να συνεχίσουν να μένουν στις μέχρι τότε οικίες τους ενώ ορίστηκε και η καταγραφή των περιουσιών και των προσωπικών τους αντικειμένων. Εντωμεταξύ δεν είχε καταστεί ακόμα δυνατή η επίτευξη οποιασδήποτε προόδου όσον αφορά το πρόβλημα των Ιωαννίνων. Άλλωστε ο Αλή Πασάς έκανε κατά περιόδους επιτυχείς εξόδους και αναθέτοντας καθήκοντα σε δικούς του ανθρώπους, προσπαθούσε να εξασφαλίσει μια εξέγερση στις γύρω περιοχές. Αλλά και ορισμένα άτομα που ήταν κάποτε στο πλευρό του Αλή και τώρα συντάσσονταν με το κράτος επεδίωκαν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Στο μεταξύ οι Σουλιώτες στο οχυρό του Κακοσουλίου είχαν κινήσει ήδη νέα εξέγερση. Και όταν αυτό ανακοινώθηκε στην Πύλη από εντεταλμένους αξιωματούχους, διατάχθηκε η αποστολή του διορισμένου στο στρατό των Ιωαννίνων σερασκέρη Χουρσίτ Πασά με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Η Πύλη από τη μία πλευρά, στέλνοντας επιστολές στους εντεταλμένους αξιωματούχους των σαντζακιών των Ιωαννίνων, του Δέλβινου, της Αυλώνας, της Οχρίδας και του Ελμπασάν, επιθυμούσε την καταστολή οποιασδήποτε επαναστατικής κίνησης και την κοινοποίηση της θέσης ότι «οι ανάξιοι ελέους επαναστάτες θα το μετανιώσουν».

Και από την άλλη έστελνε αυστηρές προειδοποιήσεις στους αξιωματούχους των Ιωαννίνων με αφορμή τις στρατιωτικές αποτυχίες και ζητούσε από αυτούς να δείξουν περισσότερο ζήλο. Και πράγματι η Πύλη δεν υπολόγιζε κανένα κόστος προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα και έπαιρνε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την κάλυψη των αναγκών του στρατού των Ιωαννίνων σε τρόφιμα και πυρομαχικά. Επιπλέον, όσο αυξάνονταν οι ανάγκες, χρησιμοποιούνταν στρατεύματα και από άλλες περιοχές.

Για παράδειγμα, στις δυνάμεις του διορισμένου σερασκέρη του στρατού των Ιωαννίνων Χουρσίτ Πασά που θα έφταναν στα Γιάννενα με σκοπό να καταλάβουν την πόλη, οι διοικητές του Ντουκακίν (σημερινή Μετόχιγια του Κοσόβου), του σαντζακιού των Σκοπίων, του Κρούσεβατς καθώς και ο Χουσεΐν Πασάς από τη Βράνια της Σερβίας καθοδηγούσαν από 1.000 στρατιώτες ο καθένας ενώ θα στέλνονταν 500 στρατιώτες από τον καζά της Γιάκοβα. Υπήρχαν ακόμα και διαπραγματεύσεις με διάφορα άτομα όπως το διοικητή του Πριζρέν στον οποίο θα δίνονταν ως αντάλλαγμα για τη στρατιωτική βοήθειά του 30.000 γρόσια και από 25.000 θα δίνονταν σε άλλους αξιωματούχους.


Επίσης, συγκροτήθηκαν στρατιωτικά σώματα από τα χωριά της Φιλιππούπολης (2.000 ανδρών), από το Παζαρτζίκ της Βουλγαρίας (500 ανδρών) και από το Παλαιό Ζαγόρι (500 ανδρών). Λίγο μετά (στα τέλη Μαΐου του 1821) ο Χουρσίτ Πασάς έφτασε στα Γιάννενα. Ο Χουρσίτ επιθεώρησε το στρατό του και εργάστηκε για την κάλυψη των όποιων ελλείψεων. Την ίδια περίοδο ο Αλή Πασάς ενθάρρυνε τους κατοίκους των γύρω περιοχών να ξεσηκωθούν. Τελικά οι Τόσκηδες Αλβανοί που ήλεγχαν το κάστρο στο Τεπελένι, επιτέθηκαν στα Γιάννενα σχεδιάζοντας να σώσουν τον Αλή. Γι αυτό το λόγο η Πύλη αποφάσισε την αποστολή ενισχύσεων.

Καθώς η φρουρά της Εύβοιας που είχε αναλάβει έως τότε στρατιωτικά καθήκοντα στην Πελοπόννησο κατευθυνόταν προς τα Γιάννενα, ζητήθηκε η συγκρότηση «μισθοφορικού στρατού» και στάλθηκαν 2.000 γρόσια. Ο Χουρσίτ Πασάς γράφοντας στην Πύλη ότι Αλβανοί και Έλληνες λιποτακτούν από τον πολυφυλετικό στρατό των Ιωαννίνων, είχε ζητήσει να συγκροτηθεί και να σταλεί ένας στρατός 8 - 10 χιλιάδων ανδρών αποτελούμενος αποκλειστικά από Τούρκους. Η Πύλη προσπαθούσε να πραγματοποιήσει αυτό το αίτημά του και είχε αναθέσει στο βαλή του Καραμάν με τη φρουρά της Εύβοιας να ενισχύσει τις στρατιωτικές δυνάμεις των Ιωαννίνων.

Στο μεταξύ στέλνονταν συνεχώς στον Χουρσίτ χρήματα. Στους άλλους αξιωματούχους με σκοπό να τους ενθαρρύνουν υπενθυμίζετο ότι « εκείνες οι ώρες σκληρής δουλειάς θα γίνονταν μέρες δόξας και φήμης». Παρά τις όποιες προσπάθειες ωστόσο η κρίση των Ιωαννίνων όσο πήγαινε και εντεινόταν. Εντούτοις, μόλις ο Χουρσίτ εφάρμοσε με τρόπο εντατικό μια μέθοδο που χρησιμοποιούσε ήδη και ο Αλή, ξεκίνησαν να γίνονται κάποια βήματα προς ένα αποτέλεσμα: Ο Χουρσίτ προσφέροντας μεγάλα χρηματικά ποσά, έπαιρνε με το μέρος του τους συμμάχους του Αλή. Πιθανόν κάπως έτσι παραδόθηκε και το κάστρο του Λετρίτς.

Μετά και την απομάκρυνση των ισχυρών του συμμάχων ο Αλή αποδυναμώθηκε αρκετά, του είχε απομείνει μόνο το κάστρο στην όχθη της λίμνης. Έτσι, ο Χουρσίτ του πρότεινε να παραδοθεί. Ο Αλή δήλωσε ότι θα παραδινόταν αν του παραχωρούνταν ένα φιρμάνι (επικυρωμένο από το Σουλτάνο) που θα του εξασφάλιζε αμνηστία. Ο Χουρσίτ του έδωσε εγγυήσεις και δήλωσε ότι θα ετοιμαστεί το φιρμάνι. Κατόπιν ο Αλή με μερικούς ανθρώπους του αποχώρησε σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στο νησί της λίμνης. Ο Χουρσίτ όμως ήταν αποφασισμένος να τον σκοτώσει. Συνέταξε από μόνος του ένα πλαστό φιρμάνι για την εκτέλεση του Αλή και με δόλιο τρόπο το κάστρο παραδόθηκε.

Λίγο μετά, το φιρμάνι παραδόθηκε και στον Αλή από τον Μεχμέτ Πασά και τους 30 περίπου στρατιώτες που έφερε μαζί του. Ο Τεπελενλής όταν έμαθε ότι δεν του δόθηκε χάρη επιχείρησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τους συντρόφους του. Σκοτώθηκε στη μάχη που ξέσπασε ενώ το κεφάλι του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε αντικείμενο διαπόμπευσης. Αργότερα, το κεφάλι του Αλί αγοράστηκε από τον παιδικό του φίλο δερβίση Σουλεϊμάν και θάφτηκε δίπλα στα κεφάλια των γιών του σ’ ένα μνήμα κοντά στο Σιλιβρίκαπι. Ο θάνατος του Αλή Πασά του Τεπελενλή χαροποίησε ιδιαίτερα την Κωνσταντινούπολη.

Και μάλιστα, σ’ αυτούς που ανακοίνωσαν την είδηση του θανάτου του, δηλαδή στον υπαξιωματικό του Χουρσίτ Πασά και τους τάταρους που βρίσκονταν μαζί του (περίπου 20 άτομα), δόθηκαν τίτλοι αξίας 1.000 γροσίων με 20 γρόσια τόκο και προθεσμία αποπληρωμής 9 χρόνων. Πέραν αυτού το κράτος εγγυήθηκε την ασφάλεια όλων όσοι πήραν το μέρος της Πύλης στην κρίση αυτή, σε τοπικούς προύχοντες που έπραξαν το καθήκον τους και σε άλλα άτομα δόθηκαν αξιώματα ή εξασφαλίστηκαν πηγές εισοδημάτων.

Για παράδειγμα, αποφασίστηκε να δοθεί σε έναν πασά το αξίωμα του αρχιστράτηγου και σε έναν άλλο το δικαίωμα εκμίσθωσης φόρων αξίας 10.000 - 15.000 γροσίων στον Μαχμούτ Πασά παραχωρήθηκε το σαντζάκι του Ελμπασάν, στον Αμπάς Μπέη το σαντζάκι της Οχρίδας και σ’ έναν άλλο πασά το ποσό των 15.000 γροσίων. Επιπλέον αποφασίστηκε η αποστολή μισθού 500 γροσίων από την περιουσία του Αλή Πασά για κάθε στρατιώτη που προσέφερε υπηρεσίες στο στρατό των Ιωαννίνων και 650 γροσίων για τους στρατιώτες του φρουρίου της Ναυπάκτου.

ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ

Ο Χουρσίτ Πασάς ξανάφερε την τάξη και την πειθαρχία στο Οθωμανικό στρατόπεδο, σκοτώνοντας, μέσα σε μια ημέρα -όλους- τους απείθαρχους και τους ταραξίες στρατιώτες, Μουσουλμάνους, ή και χριστιανούς χωρίς καμιάν διάκριση. Η πολιορκία του Αλή γινόταν πια ασφυκτική. Ο ίδιος εγκατέλειψε το όχυρό του στα Λιθαρίτσια και εγκαταστάθηκε στο Κάστρο, όπου ευρίσκονταν οι θησαυροί του και τα πυρομαχικά του. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται απελπιστική. Οι Γιαννιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά την ηπειρωτική πρωτεύουσα, με προορισμό -κυρίως- το Ζαγόρι. Το ίδιο έκαναν και πολλοί από τους πιστούς -μέχρι τότε- στον Αλή οπλαρχηγοί και αξιωματικοί.

Αλλά το μεγαλύτερο χτύπημα που δέχτηκε την κρίσιμη αυτή περίοδο ήταν η αποστασία του Ομέρ Βρυώνη, που τον είχε σαν παιδί του και τον είχε διορίσει στρατηγό. Ο Αλβανός Πασάς πρόδωσε τον Αλή και αποστάτησε προς το Χουρσίτ παίρνοντας μαζί του και 15.000 πολεμιστές. Σε λίγο, όμως, λιποτάκτησε και η φρουρά του Κάστρου ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες του και έτσι ο Βεζύρης αναγκάστηκε να περιοριστεί στην Ανατολική Ακρόπολη (Ιτς Καλέ) με μια ομάδα η οποία δεν ξεπερνούσε τα 100 άτομα. ταν απελπισμένος γιατί έβλεπε ότι η βοήθεια που περίμενε από την Ρωσία δεν ερχόταν.

Επί πλέον, κυκλοφόρησε και η φήμη ότι ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, με αποτέλεσμα τώρα να τον αμφισβητούν και οι Αρβανίτες του. Οι προμήθειες τροφίμων δυσκόλευαν, ενώ μια επιδημία αποδεκάτισε τα εκτός φρουρίου πιστά του στρατεύματα. Εν τω μεταξύ η Ελληνική επανάσταση είχε εκραγεί και η Πύλη πίεζε τον Χουρσίτ να τελειώνει με τον Αλή, ώστε να κατέβει στον ήδη εξεγερμένο Μοριά. Όμως οι μήνες περνούσαν και τα Γιάννενα δεν έπεφταν, αν και ήταν πολιορκημένα περισσότερο από ενάμισι χρόνο. Η ''γριά αλεπού'' είχε ανεξάντλητα αποθέματα υπομονής. Όμως, έκανε το μοιραίο λάθος.


Έστειλε μια επιστολή στο Χουρσίτ, που έλεγε ότι ήταν πάντα αφοσιωμένος και πιστός στο ντοβλέτι, πως είχε καταντήσει σε αυτή την θέση από διαβολές των εχθρών του και του ζητούσε να μεσολαβήσει στο σουλτάνο για να τον συγχωρέσει. Ο αρχηγός του Αυτοκρατορικού στρατού έπιασε την ανέλπιστη ευκαιρία από τα μαλλιά. Διέταξε αμέσως ανακωχή και απάντησε ότι όλα θα γίνουν όπως τα ζητά ο ηγεμόνας των Ιωαννίνων. Ο Αλής έκανε και δεύτερο σφάλμα. Πιστεύοντας τον Χουρσίτ διεμήνυσε στο Μάρκο Μπότσαρη, που μαζί με τους οπλαρχηγούς Γιώργο Μπακόλα, Γιαννάκη Ράγκο, Αντρέα Ίσκο και Γιαννάκη Κουτελίδα, ετοιμαζόταν να επιτεθεί στο Τουρκικό στρατόπεδο και να το διαλύσει, να ακυρώσει την επιχείρηση, αφού οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει.

Ο Αλής όμως διέθετε ένα ισχυρό όπλο, τους θησαυρούς του. Τους είχε μεταφέρει στο υπόγειο του σεραγιού στο Ιτς-Καλέ, στον ίδιο χώρο με τα πυρομαχικά. Κοντά στο βαρέλι με την μπαρούτη έβαλε τον πιστό και αφοσιωμένο υπηρέτη του Σελήμ Τσάμη, με έναν πυρσό που έκαιγε μέρα-νύχτα και τον κατήχησε να βάλει φωτιά όταν τον πρόσταζε. Η ποσότης των πυρομαχικών του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλα τα Γιάννενα. Και είπε ακόμη ο Αλής στον Σελήμ ότι θα έσβηνε το φυτίλι μόνον εάν κάποιος του έδειχνε το κομπολόι του (κατ’ άλλους το δαχτυλίδι του).

Όταν το έμαθε αυτό ο Χουρσίτ θορυβήθηκε - γιατί οι θησαυροί ήταν στο στόχαστρο όχι μόνον του σουλτάνου αλλά και αυτού του ίδιου (άλλωστε αυτοί τελικά του έφαγαν το κεφάλι). Έτσι αναγγέλλει ψευδώς στον Αλή ότι έστειλε ήδη γράμμα στην Πόλη, ζητώντας το φιρμάνι της αμνηστίας, και εγγυήθηκε -μάλιστα εγγράφως- για την ασφάλειά του. Συγχρόνως του πρότεινε να εγκαταλείψει το Ιτς-Καλέ και να πάει να μείνει στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων, κάτι που ο σουλτάνος -όπως του είπε- θα εκτιμήσει. Η βεβαίωση του Χουρσίτ δόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1821, και ο άλλοτε αδίστακτος ληστής τη δέχτηκε με παιδιάστικη χαρά, την φίλησε κλαίγοντας, βέβαιος ότι και η απάντηση του Σουλτάνου θα ήταν -επίσης- αθωωτική.

Το ''έγγραφο'' συνοδευόταν από ψητά αρνιά, γλυκίσματα και πολλά άλλα δώρα. Έτσι ο ταλαιπωρημένος και απογοητευμένος Ηγεμόνας της Ηπείρου περίμενε πλέον μοιρολατρικά την εξέλιξη των γεγονότων. Ο Τεπελενλής αδύναμος αλλά και κουρασμένος (ήταν πια ήδη 77 ετών, ενώ κατ’ άλλους 83), μετά από δισταγμούς τριών ημερών πέφτει και σε αυτή την παγίδα του Χουρσίτ Πασά και δέχεται να πάει στο νησί, αφού προηγουμένως παρέδωσε -άλλο μεγάλο σφάλμα- το ''περίφημο μαργαριταρένιο κομπολόι'' του στον απεσταλμένο του Οθωμανού αρχιστράτηγου (η ιστορία του ''κομπολογιού'' του Αλή Πασά διαχέεται στον μύθο και υπάρχουν πολλές εκδοχές για τα πραγματικά γεγονότα).

Έτσι στις 2 Ιανουαρίου 1822 -η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα έχει πλέον ξεκινήσει- ο άλλοτε πανίσχυρος ηγεμόνας κατεβαίνει από το πίσω μέρος του Ιτς-Καλέ και μπαίνει σε μια λέμβο, που θα τον οδηγήσει στο μοιραίο Νησί. Έχει μαζί του την Κυρά-Βασιλική, τον Κώστα Μπότσαρη (αδερφό του Μάρκου), τον Μανθάκη Λαδιά, τον φρουρό του Γεώργιο Ροντήρη, και μερικούς άλλους. Σε μια δεύτερη βάρκα επιβιβάστηκαν μερικοί έμπιστοι φρουροί του, ο Γιαννιώτης θαλαμηπόλος του Δρόσος Δεσποτόπουλος και ένας σκλάβος του, ο Αχμέτ, για να του ξεπλένει τις δίπλες της κοιλιάς.

Στο νησάκι ο Αλής και η μικρή συνοδεία του, εγκαταστάθηκαν στα ανατολικά κελιά του μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα και περίμεναν -με αγωνία- το περιπόθητο φιρμάνι της αμνηστίας. Όμως ο σουλτάνος Μαχμούτ ουδέποτε πήρε στα χέρια του την επιστολή του Χουρσίτ. Υπάρχουν δυο εκδοχές: Η μια λέει ότι ποτέ δεν την έστειλε και η άλλη ότι την έκρυψαν οι εχθροί του Αλή, με πρώτο τον Χαλέντ Εφέντη, γιατί γνώριζαν ότι ο Μαχμούτ ήθελε ζωντανό τον Πασά για να του αποκαλύψει την ''κρύπτη'' των θησαυρών του. Πάντως η αλήθεια παραμένει και σήμερα ένα μυστήριο.

Ο Χουρσίτ άφησε τον Αλή να ζει στην αγωνία του και -προκειμένου να τον αποκοιμίσει- του έστελνε συχνά τρόφιμα, δώρα και μουσικούς για να διασκεδάζουν τη θλίψη του. Αυτά κράτησαν για 20 μέρες. Στις 21 Ιανουαρίου του 1822 -δεκαεφτά μήνες μετά την έναρξη της πολιορκίας- ο Χουρσίτ καλεί τους αξιωματικούς του και τους διαβάζει ένα πλαστό φιρμάνι, σύμφωνα με το οποίο ο Αλή Πασάς κηρύσσεται ''φιρμανλής'', δηλαδή ένοχος εσχάτης προδοσίας και θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό. Διορίζει τον Κιοσέ-Μεχμέτ Πασά εκτελεστή της απόφασης και πληροφορεί τον Αλή ότι η δήθεν αμνηστία έφτασε.

Το απομεσήμερο της 5ης Φεβρουαρίου 1822 ο Κιοσέ συνοδευόμενος από πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη αποβιβάζεται στο νησί και πλησιάζει στο μοναστήρι, κρατώντας ανοιχτό στο στήθος του το πλαστό φιρμάνι. Ο Αλής με τους λίγους πιστούς σωματοφύλακές του στεκόταν στον εξώστη των κελιών. Βλέποντας όμως ότι οι απεσταλμένοι ήταν πάνοπλοι, υποψιάστηκε τον δόλο και πρόσταξε με τη βροντερή φωνή του: «Μη κουνηθεί κανένας, αν δεν δώ με τα ίδια μου τα μάτια τι γράφει το φιρμάνι». Το ''λιοντάρι'' των παλιών καλών ημερών είχε ξυπνήσει μέσα του. Ο Μεχμέτ και η συνοδεία του προχώρησε μερικά βήματα δείχνοντας το ''φιρμάνι'' στον Πασά και του ζητήσανε να υποταχθεί.

Αντί για άλλη απάντηση αυτός άδειασε το πιστόλι του επάνω τους, χωρίς όμως να πετύχει τον Μεχμέτ, ο οποίος ανταπέδωσε τα πυρά, πλήγωσε τον Βεζύρη στο αριστερό του χέρι, όρμησε επάνω του, τον έσφιξε, και φώναξε στον Καφτάν αγά να τον χτυπήσει με το χατζάρι του, αλλά ο σωματοφύλακας του Αλή, Φεΐμ Τσάμης, τον πυροβόλησε και τον άφησε στον τόπο. Συγχρόνως ο Κιοσέ Μεχμέτ κατέβηκε από τον εξώστη και γύρισε στην αυλή του μοναστηριού. Η μάχη γενικεύτηκε ενώ ο πληγωμένος Αλής αποσύρθηκε σε ένα από τα κελιά. Το αίμα του έτρεχε σαν βρύση από τον τραυματισμό του και ο ίδιος σωριάστηκε σε ένα στρώμα.

Δυο ένοπλοι Τούρκοι μπήκαν στο υπόγειο που ήταν κάτω από το κελί, είδαν -από τις χαραμάδες του ξύλινου πατώματος όπου ήταν ξαπλωμένος- τον πυροβόλησαν και τον εκτέλεσαν. Όλα τελείωσαν. Κάθε αντίσταση σταμάτησε. Ο Μεχμέτ έκοψε το κεφάλι του και το πήγε στον Χουρσίτ. Έτσι έσβησε μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του 19ο αιώνα. Αν πετύχαιναν τα σχέδιά του ίσως να ήταν διαφορετική και η ροή της Ιστορίας. Την κεφαλή του Αλή Πασά τοποθέτησαν επάνω σε πορφυρό δίσκο και την έφεραν στον αρχιστράτηγο των Τούρκων - τον Χουρσίτ.


Αυτός σηκώθηκε όρθιος όταν την είδε, υποκλίθηκε τρεις φορές μπροστά της και φίλησε -δακρυσμένος- την κατάλευκη γενειάδα του μεγάλου αντιπάλου του. Διέταξε να την επαλείψουν με τα πολυτιμότερα αρώματα και την παρέδωσε στους τζοχανταραίους του (σωματοφύλακες) «επί δίσκου αργυρού, καλυμμένη με πολύτιμον και χρυσοκέντητον ύφασμα», για να την περιφέρουν σε όλες τις Χριστιανικές και Μουσουλμανικές συνοικίες των Ιωαννίνων - προκειμένου να εισπράξουν το καθιερωμένο μπαξίσι. Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων είχε μεταφέρει την έδρα του στα κελιά του ναού του Αρχιμανδρειού - γιατί το μέγαρό του, στο κέντρο της πόλης, είχε καταστραφεί.

Ενώ λοιπόν ο δεσπότης δειπνούσε με τους Γιαννιώτες προύχοντες Δ. Αθανασίου και Α. Δρόσο, ξαφνικά μπήκε στην τραπεζαρία ένας Τούρκος αξιωματικός, συνοδευόμενος από μερικούς στρατιώτες και τοποθέτησε στο τραπέζι τους την αιματοβαμμένη κεφαλή του σατράπη. Οι παριστάμενοι έμειναν εμβρόντητοι, γιατί δεν είχαν ακόμη πληροφορηθεί την εκτέλεση του Αλή. Ο μητροπολίτης σηκώθηκε όρθιος -κατακίτρινος- και με χείλια που έτρεμαν πρόφερε: «Ανάπαυσον Κύριε την ψυχή του δούλου Σου», ενώ οι άλλοι δυο παριστάμενοι σταυροκοπήθηκαν με δέος. Οι τζοχανταραίοι ασυγκίνητοι, με γέλια και καγχασμούς φώναζαν δυνατά «μπαχτσίς! μπαχτσίς!».

Τότε ο μητροπολίτης έβγαλε από το ντουλάπι ένα πουγκί με χρυσά φλουριά και το έδωσε στον επικεφαλής. Αυτός ευχαριστημένος ξανασκέπασε το δίσκο με το χρυσό κέντημα και είπε στους δυο καλεσμένους: «θα έρθουμε και στα δικά σας σπίτια - για το μπαχτσίσι». Και έφυγε, χαιρετώντας στρατιωτικά. Το περιστατικό διηγήθηκε μια καλόγρια της εκκλησίας που ήταν παρούσα. Η Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη παρακολουθούσε -με έκδηλο ενδιαφέρον- την πορεία των γεγονότων, που εκτυλίσσονταν στα περικυκλομένα Γιάννενα. Χαρακτηριστική είναι και η ειδησεογραφία της -Γαλλόφωνης- εφημερίδας της Σμύρνης Spectateur Οriental:
  • 22α Ιανουαρίου 1822:  «Ο Βεζύρης των Ιωαννίνων κρύφτηκε μέσα στην ακρόπολη, που ευνοείται από τη διαμόρφωση του τόπου». 
  • 9η Φεβρουαρίου 1822: «Λένε ότι ο Αλή Πασάς έστειλε στους Μωραΐτες δύο εκατομμύρια πιάστρα και έχει συμφωνήσει με τους Έλληνες ότι, στην περίπτωση που δεν θα αντέξει στην πολιορκία των τριών στρατηγών, τα Ελληνικά στρατεύματα θα πάνε να τον πάρουν, μαζί με τους θησαυρούς του». 1η Μαρτίου 1822: «Το κεφάλι του Αλή Πασά έπεσε». 
  • 8η Μαρτίου 1822: «Σύμφωνα με ειδήσεις, από την Κωνσταντινούπολη, στις 26 Φεβρουαρίου, επικρατεί εκεί απόλυτη ησυχία. Το κεφάλι του Αλή μεταφέρθηκε στην Πόλη στις 23 του ίδιου μήνα. Έτσι η θεία δίκη -παρόλο που είναι όψιμη- κτύπησε, στο τέλος, τον ''Ηλιογάβαλο της Ηπείρου''». 
Παρά το γεγονός ότι προδόθηκε όχι μόνον από τους πιστούς στρατηγούς του, αλλά ακόμη και από αυτούς τους γιους του, παρέμεινε, μέχρι το τέλος, ατρόμητος και αξιοπρεπής στην συμπεριφορά του.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Τον Ιανουάριο του 1822, έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις, ο Αλή δέχτηκε να παραδοθεί, με τον όρο να του δινόταν αμνηστία και κατέφυγε στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Εκεί, στις 17 ή 25 του ίδιου μήνα, σκοτώθηκε, μετά από σύντομη συμπλοκή, από τον απεσταλμένο του Χουρσίτ, Κιοσέ Μεχμέτ (κατ’ άλλους ήταν ο Αλή Χασάν), που είχε έλθει δήθεν με το χαρτί της αμνηστίας. Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του στάλθηκε ταριχευμένο από το Χουρσίτ στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αργότερα, θάφτηκε σε μια περιοχή έξω από τα τείχη της πόλης.

Το ακέφαλο σώμα του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του σαραγιού, στο Ιτς Καλέ, κοντά στο Φετιγιέ Τζαμί. Ο τάφος αυτός (που περιβαλλόταν ως το 1944 με ωραίο ψηλό κιγκλίδωμα το οποίο αφαιρέθηκε, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, για να αντικατασταθεί, τα τελευταία χρόνια, από καινούργιο) φαίνεται, πως ήταν τόπος προσκυνήματος για τους Αλβανούς κυρίως, Μουσουλμάνους της Ηπείρου και της Αλβανίας, ακόμα και κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

ΗΓΕΜΟΝΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ

Ο Χουρσίτ έμεινε κατάπληκτος όταν διαπίστωσε ότι οι πρώην στρατιώτες του Αλή θρηνούσαν για το χαμό τού άλλοτε αφεντικού τους. Όπως γράφει ο Pouqueville «καθ’ όλην την μετά το θάνατο του Αλή νύχτα, οι Τόσκηδες και οι άλλες Αλβανικές φυλές, αγρύπνησαν στο άψυχο σώμα του, συνθέτοντας πρόχειρα μοιρολόγια, που εξυμνούσαν τις αρετές του». Φοβούμενος λοιπόν ο Χουρσίτ τις αντιδράσεις των άγριων πολεμιστών, έδωσε εντολή να ταφεί το ακέφαλο πτώμα του Αλή με βασιλικές τιμές. Έτσι την επόμενη μέρα, έπλυναν και στόλισαν το σώμα του. Στη συνέχεια το τοποθέτησαν σε φέρετρο «περικαλυφθέντος δια των πολυτιμοτέρων κασμηρίων των Ινδιών». Πάνω του έβαλαν το λοφίο που φορούσε στις επίσημες τελετές.

Έκοψαν την χαίτη του αλόγου του και την κάλυψαν με ύφασμα πορφύρας, από τις προεξοχές του οποίου κρέμασαν το σπαθί του και τα παράσημά του. Της πομπής προηγούνταν αξιωματούχοι, οι οποίοι έφεραν τις τρεις ιππουρίδες (ουρές αλόγων) που δήλωναν το βαθμό του. Την τελετουργική ευθύνη της κηδείας του είχε ''ο σελάμ-αγάς'' (αξιωματικός εντεταλμένος να αποδίδει τα πρέποντα στον υψηλό νεκρό), που οδηγούσε την νεκρική πομπή, η οποία περιβαλλόταν από δεκάδες ''μοιρολογήτριες'' «των οποίων οι κοπετοί και οι θρήνοι επλήρουν τα αντηχούντα ερείπια των Ιωαννίνων», όπως αναφέρει ο Pouqueville.

Ο Pouqueville δεν ήταν μεν παρών στα γεγονότα, όμως είχε πλήρη ενημέρωση για όλα, και τα κατέγραψε στα έργα που έξεδωσε μετά το θάνατο του Αλή Πασά. Η πομπή μπήκε στο Κάστρο από την κεντρική πύλη, αριστερά και δεξιά της οποίας ήταν παραταγμένη η φρουρά, για να αποδώσει στο νεκρό στρατιωτικές τιμές. Το φέρετρο καλύφτηκε με ''ψάθα'' και τοποθετήθηκε στον οικογενειακό τάφο του Βεζύρη, δίπλα από την σύζυγό του Εμινέ. Τότε προσήλθε, κατά την θρησκευτική δοξασία των Μωαμεθανών, ιμάμης, ο οποίος ανήγγειλε ότι «ο Αλής Τεπελενλής Βελή Ζαδές αναπαύεται εν ειρήνη». Τραγική φιγούρα στη νεκρώσιμη τελετή η Βασιλική.


Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΓΙΩΝ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Το 1822, την χρονιά της εκτέλεσης του Αλή, την ''εξ αίματος'' οικογένεια του Τεπελενλή αποτελούσαν οι εξείς (η αδερφή του Χαϊνίτσα είχε πεθάνει το 1821): Αλής (76 - 82 ετών), οι γιοί του, Μουχτάρ (54), Βελής (49) από την Εμινέ, και Σαλήχ (22), από την Κιρκάσια οδαλίσκη του. Οι εγγονοί του -γιοι του Μουχτάρ- Χουσεΐν (26), Μαχμούτ (11) και -οι γιοι του Βελή- Μεχμέτ (23), Σελήμ (19) και Ισμαήλ (15). Οι τρεις γιοι του δείλιασαν κατά την διάρκεια του πολέμου και παραδόθηκαν αμαχητί στους Τούρκους, οι οποίοι τους υποσχέθηκαν ότι θα τους κάνουν Πασάδες στη Μικρά Ασία. Πράγματι στην αρχή ζούσαν αμέριμνοι, μέσα στην χλιδή, με τα χαρέμια τους και τους αυλικούς τους.

Όταν όμως ο σουλτάνος έβλεπε ότι ο πατέρας τους δεν είχε καμιά διάθεση να παραδοθεί διέταξε τον αφανισμό τους και έδωσε εντολή τα κεφάλια τους να σταλούν στο σεράι του για τη συνηθισμένη έκθεσή τους. Έτσι ο Βελής -που είχε εγκατασταθεί στην Κιουτάχεια- «γενναίος όσον γυνή, ανατραφείσα εν τη μαλθακότητι του χαρεμίου», όπως γράφει ο Pouqueville, αποκεφαλίστηκε οδυρόμενος, αφού προηγουμένως είδε να έχουν την ίδια τύχη, ο ετεροθαλής αδερφός του Σαλήχ, και ο γιος του Μεχμέτ. Το χαρέμι του Βελή και η μια από τις γυναίκες του -η Κατερίνα- πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα, ενώ η επίσημη σύζυγός του, η περιβόητη Ζεϊμπεντέ (η ερωμένη του πατέρα του), θανατώθηκε με πνιγμό.

Ο Μουχτάρ, που είχε εγκατασταθεί στην Άγκυρα - βλέποντας το δήμιο να του δείχνει το σχοινί του απαγχονισμού του, φωνάζει «ο γιος του Τεπελενλή δεν πεθαίνει σαν ευνούχος», ορμά εναντίον των Τούρκων, σκοτώνει το δήμιο και διαλύει τους υπόλοιπους με το γιαταγάνι του. Στην συνέχεια οχυρώθηκε για να αμυνθεί. Τότε οι Τούρκοι έφεραν πυροβολικό και σκόρπισαν το θάνατο στους έγκλειστους. Όταν αυτός έμεινε μόνος έβαλε φωτιά στα πυρομαχικά του σεραγιού και τάφηκε στα ερείπια.

Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ

Οι Τούρκοι δεν πείραξαν τα υπόλοιπα εγγόνια του Αλή. Αντίθετα μάλιστα. Ο Χουσεΐν, γιος του Μουχτάρ, παραδόθηκε στους σουλτανικούς από τους Σουλιώτες (που τον είχαν όμηρο σαν εγγύηση της συμφωνίας τους με τον Αλή) και εξορίστηκε, αρχικά στην Αδριανούπολη και μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου πέθανε. Ο άλλος γιος του Μουχτάρ, ο Μαχμούτ -ο μικρός ήρωας του Τεπελενίου και η μεγάλη αδυναμία του παππού του- βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έτυχε αμνηστίας, και έγινε υψηλόβαθμος υπάλληλος του υπουργείου οικονομικών. ταν άνθρωπος των γραμμάτων, αλλά και ιδιόρυθμος.

Το μισθό που του επιδίκασε ο σουλτάνος, τον ξόδευε για να ελευθερώνει σκλάβους, τους οποίους στη συνέχεια πάντρευε. Ο ίδιος κυκλοφορούσε με ένα μανδύα από τον λαιμό μέχρι τα πόδια, χωρίς κανένα άλλο ρούχο, ενώ κοιμόταν στις πύλες των τζαμιών. Παρά τις παραξενιές του, ήταν εξαιρετικά σεβαστός στους κύκλους της Οθωμανικής πρωτεύουσας. Πέθανε στα 1863, σε ηλικία 53 ετών -μάλλον ψυχικά διαταραγμένος- και τάφηκε, με τιμές, στο Σκούταρι, στο ασιατικό τμήμα της Κωνσταντινούπολης. Όσον αφορά στους γιους του Βελή, ο Σελήμ, μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του και του αδερφού του στην Κιουτάχεια, έμεινε στην Κωνσταντινούπολη.

Στα 1847 διορίστηκε, με τον βαθμό του βεζύρη, διοικητής του Βελιγραδίου, όπου και πέθανε τον ίδιο χρόνο, σε ηλικία 44 ετών. Ήταν ποιητής και λόγιος. Τέλος, ο μικρότερος γιος του Βελή, ο Ισμαήλ, έκανε μεγάλη καριέρα. Μετά το φόνο του πατέρα του στάλθηκε από το Χουρσίτ, από τα Γιάννενα στην Κωνσταντινούπολη. Μπήκε στην υπηρεσία του Μεγάλου Βεζύρη και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον αφανισμό των γενίτσαρων, το 1825. Το 1828 του ανατέθηκε η εκστρατεία κατά της Ρωσίας, ενώ το 1847 πήρε τον βαθμό του βεζύρη και υπηρέτησε -ως διοικητής- σε Αδριανούπολη, Γιάννενα, Τραπεζούντα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη, Τρίκαλα, Χαλέπι κ.ά.

Ήταν εξαιρετικά μορφωμένος. Διατέλεσε μέλος του Τουρκικού Συμβουλίου Επικρατείας, πρόεδρος Ποινικής Δικονομίας, μέλος του Συμβουλίου Μεταρρυθμίσεων κ.λπ. Πέθανε το 1875 στην Κωνσνταντινούπολη, σε ηλικία 68 ετών και τάφηκε στην Ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, με μεγάλες τιμές.

ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Αμέσως μετά την καταδίκη του Αλή Πασά σε θάνατο στάλθηκε πολυάριθμος στρατός εναντίον των Ιωαννίνων και για ενισχύσεις στάλθηκε στην περιοχή και στρατός υπό τον έλεγχο τοπικών διοικητών της Ρούμελης. Μετά τις πρώτες μάχες ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε στα Γιάννενα. Η πολιορκία κράτησε αρκετό καιρό διότι οι δυνάμεις της Πύλης δεν ήταν αρκετά ισχυρές και καλά προετοιμασμένες. Οι άντρες του στρατού συμμετείχαν σε έναν όχλο τον οποίον συγκροτούσαν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής και συχνά παρατηρούνταν ανάμεσά τους στάσεις ή λιποταξίες. Επιπλέον, τα άτομα που διοικούσαν τους στρατιώτες δεν ήταν όσο ικανά θα έπρεπε.

Εξάλλου η Αυτοκρατορία την ίδια περίοδο ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει και άλλα προβλήματα στη Ρούμελη όπως την επανάσταση που ξέσπασε στην Πελοπόννησο τον Απρίλιο του 1821. Οι επαναστάσεις τοπικού χαρακτήρα είχαν οδηγήσει σε κατακερματισμό των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους. Αλλά και οι στρατιωτικές προετοιμασίες στις οποίες επιδόθηκε ο Αλή για να υπερασπίσει τον εαυτό του ήταν πολλές και είχαν γίνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής άμυνας για μακρά χρονική περίοδο. Όλα αυτά οδήγησαν στο να διαρκέσει η πολιορκία του περίπου ενάμιση χρόνο.

Η μακρά διάρκεια της πολιορκίας ήταν και η βασική αιτία του αυξανόμενου κόστους των επιχειρήσεων. Διότι εκτός από τους μισθούς των στρατιωτών, πρόβαλε για την αντιμετώπιση των αναγκών σε πυρομαχικά και τροφοδοσία και ένα αρκετά μεγάλο σύνολο εξόδων το ποσό του οποίου διογκωνόταν μέρα με τη μέρα. Το κράτος δεν δίστασε να προβεί σε κάθε είδους έξοδο υπολογίζοντας στην ιδιοποίηση των θησαυρών του Αλή ενώ ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα αιτήματα που κατά καιρούς απευθύνονταν στην Πύλη.

Μεταξύ των σημαντικότερων καταχωρίσεων για τα έξοδα μπορούμε να αναφέρουμε τους μισθούς των στρατιωτών, τις δαπάνες για την αγορά και μεταφορά πυρομαχικών και τροφίμων, την υλική ενίσχυση που δόθηκε στους διάφορους πασάδες, τα χρήματα που δόθηκαν στους Τάταρους που χρησιμοποιούνταν ως αγγελιοφόροι, τα ατομικά έξοδα του Σερασκέρη Πασά, τους μισθούς των διερμηνέων, γιατρών και μαγείρων και τα ποσά που δαπανήθηκαν για την εξαγορά των προσκείμενων στον Αλή ατόμων. Εδώ πρέπει να γίνει σαφές, ότι πέραν όλων αυτών υπήρχαν και πολλές άλλες σημαντικές καταχωρίσεις εξόδων. Γίνεται αντιληπτό ότι για ένα σημαντικό μέρος των εξόδων την ευθύνη είχε ο Σερασκέρης Πασάς.


Έτσι, το πρώτο έτος (1820 - 1821) των επιχειρήσεων που κράτησαν κοντά δυο χρόνια, δαπανήθηκαν 5.724.751 γρόσια, το δεύτερο 23.673.738 ενώ συνολικά δαπανήθηκαν 29.398.489 γρόσια. Το ύψος των εξόδων, άμεσα συνδεδεμένο με την πορεία των επιχειρήσεων, παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις από μήνα σε μήνα. Το υψηλότερο ποσό εξόδων που σημειώθηκε το μήνα Τζεμαζιγελέβελ του έτους 1821 - 1822 ( Ιανουάριος 1822) αντιστοιχούσε σε 9.110.704 γρόσια.

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Η πτώση του Αλή Πασά όπως ακριβώς δεν εμπόδισε την επιτυχή έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης δε σήμαινε και το τέλος του προβλήματος στην Αλβανία. Ο Σουλτάνος, μετά και την τελευταία εμπειρία της σύγκρουσης με τον Αλή, δεν μπορούσε να αποδεχτεί την διαρκώς αυξανόμενη δύναμη του Πασά της Σκόδρας που συνέχιζε να πλουτίζει. Έτσι, όταν το 1829 έφτασε στο τέλος του ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, ο Σουλτάνος αποφάσισε να εξολοθρεύσει τους Αλβανούς μπέηδες που δρούσαν υπό ημιανεξάρτητο καθεστώς και επιδίδονταν σε συνεχείς απειθαρχίες προς το κέντρο.

Και ενώ έφτασε κάποια στιγμή που οι Αλβανοί μπέηδες αποφάσισαν τη συνένωση των δυνάμεών τους, τον Αύγουστο του 1830 η Πύλη κάλεσε σε μια κωμόπολη κοντά στο Μοναστήρι όλους τους μπέηδες της Νότιας Αλβανίας ανακοινώνοντας την επιβράβευσή τους για την έκφραση της αφοσίωσής τους στο πρόσωπό του Σουλτάνου. Οι αναμενόμενες επιβραβεύσεις δεν έγιναν ποτέ και μετά την υποδοχή που τους περίμενε υπό τους ήχους της μπάντας οι Αλβανοί προύχοντες εκτελέστηκαν. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης αυτής την εκτέλεση της οποίας είχε αναλάβει ο διοικητής των δυνάμεων της Ρούμελης Μ. Ρεσίτ Πασάς, σκοτώθηκαν 500 Αλβανοί μπέηδες.

Στη συνέχεια ο Ρεσίτ Πασάς κατευθυνόμενος βόρεια στα 1831 κινήθηκε εναντίον του Πασά της Σκόδρας Μουσταφά Μπουσάτι και τον υποχρέωσε σε βαριά ήττα. Μετά κι από αυτό ο Μπουσάτι παραδόθηκε, αναγνώρισε την εξουσία του Σουλτάνου και έτσι το Πασαλίκι της Σκόδρας έφτασε και ντε φάκτο στο τέλος του. Αφού έδωσε ένα τέλος στα Πασαλίκια, ο Σουλτάνος συνέχισε τις προσπάθειες για την ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και πήρε μια σειρά από πολιτικά, διοικητικά και στρατιωτικά μέτρα για να εξασφαλίσει τον έλεγχο στην περιοχή της Αλβανίας.

Διαίρεσε τη χώρα (Αλβανία) αρχικά σε τρία και στη συνέχεια σε τέσσερα βιλαέτια (Σκόδρα, Μοναστήρι, Γιάννενα και Κόσοβο) τα οποία με τη σειρά τους τα χώρισε σε σαντζάκια και καζάδες. Με αυτόν τον τρόπο επετεύχθη ο διοικητικός κατακερματισμός των τμημάτων της Αλβανίας. Ακόμη, ο Σουλτάνος προσπάθησε να αναδιοργανώσει τα τσιφλίκια του είχε στην κατοχή του αντί να συγκροτήσει από την αρχή το φεουδαρχικό σύστημα στην περιοχή. Αλλά και στο φορολογικό σύστημα έγιναν αλλαγές, η συλλογή των φόρων ξεκίνησε να γίνεται όχι από Αλβανούς μπέηδες αλλά από υπαλλήλους του κράτους που μεταφέρονταν στην περιοχή. Οι στρατιωτική θητεία δε, ορίστηκε στα 7-10 χρόνια.

Τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε περαιτέρω ένταση μεταξύ κράτους και λαϊκών μαζών της Αλβανίας καθώς αυξάνονταν οι φορολογικές επιβαρύνσεις εντείνονταν και οι δωροδοκίες και καταχρήσεις των κρατικών υπαλλήλων που συγκέντρωναν τους φόρους. Ως επακόλουθο πρόβαλε η εμφάνιση ταυτόχρονων εξεγέρσεων σε όλη την Αλβανία, από το βορρά μέχρι το νότο, ενάντια στις μεταρρυθμίσεις. Οι εξεγέρσεις κατεστάλησαν αλλά αυτό επιτεύχθηκε με κόστος την έμπρακτη υποχώρηση της κρατικής εξουσίας από τις αγροτικές περιοχές. Και αυτό με τη σειρά του εξασφάλισε την όλο και λιγότερο συχνή εμφάνιση εξεγέρσεων.

Αλλά και μετά το Τανζιμάτ το Αλβανικό ζήτημα εξακολουθούσε να υφίσταται με όλη του τη βαρύτητα. Ο Σουλτάνος εφάρμοσε σταδιακά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ με σκοπό να εμποδίσει μια γενικευμένη εξέγερση. Οι μεταρρυθμίσεις τέθηκαν σε εφαρμογή στο Κόσοβο το 1843, στη Σκόδρα το 1844 και στα Γιάννενα το 1845. Ωστόσο, ήρθαν αντιμέτωπες με εξεγέρσεις και βρήκαν μεγάλη αντίσταση από διάφορες κοινωνικές ομάδες σε ολόκληρη τη χώρα. Μεταξύ των ετών 1840 - 1870 πολλοί από τους πρωταγωνιστές των συνεχιζόμενων εξεγέρσεων ήταν Μουσουλμάνοι αγρότες ορεινών περιοχών.

Ο Ραμαντάν Μαρμουλλάκου προχωρά στην παρακάτω εκτίμηση σχετικά με τις εξεγέρσεις: «Αν και οι εξεγέρσεις στόχευαν στη δημιουργία μιας τοπικής αυτονομίας φεουδαρχών και αγροτών κάτω από ένα πολύ παλαιότερο καθεστώς, είχαν παράλληλα ένα ευρύτερο στόχο σε εθνικό και Βαλκανικό επίπεδο. Διότι ήταν ενάντια σε ολόκληρο το διοικητικό σύστημα της Αυτοκρατορίας. Οι φόροι και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις, η στρατιωτική θητεία διάρκειας 7 - 10 χρόνων και άλλα παρόμοια μέτρα στην Αλβανία και σε διάφορες περιοχές που υπάγονταν διοικητικά στην Αυτοκρατορία, είχαν καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία.

Οι οικονομικές ανισότητες που δημιούργησε το σύστημα άνοιξαν το δρόμο στην εμφάνιση συγκρούσεων μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και ενδυνάμωσαν τις όποιες εθνοτικές ευαισθησίες απέναντι στους Οθωμανούς διοικητές. Η εξέγερση των Αλβανών αγροτών επομένως, ήταν μια δυναμική αντίδραση στο νέο συγκεντρωτικό σύστημα που βασιζόταν στην ενοποίηση των διοικούμενων από τους Τούρκους εδαφών». Εν ολίγης, η εξόντωση του Αλή Πασά δεν επέφερε σημαντικές ωφέλειες στις προσπάθειες του κράτους για την επίλυση του Αλβανικού ζητήματος και η Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε σε συνεχή αγώνα για την αντιμετώπιση του προβλήματος καθ» όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.


Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΤΟΥ ΤΕΠΕΛΕΝΛΗ

ΤΑ ΑΜΥΘΗΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

Ο Αλή Πασάς, που με την ωμότητα, την πονηριά και τη διπλωματική του ικανότητα έμεινε γνωστός ως το Λιοντάρι των Ιωαννίνων, κατάφερε να αποκτήσει όνομα αντάξιο της περιουσίας του. Ο Αλή που κληρονόμησε μόνο δυο τσιφλίκια από τον πατέρα του, απέκτησε με τον καιρό εκατοντάδες τσιφλίκια και χιλιάδες ακίνητα που του επέφεραν εισοδήματα. Σε μια χώρα όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία που συνεχώς πολεμούσε τις φεουδαρχικές τάσεις και στην οποία είχαν καθιερωθεί οι πρακτικές της δήμευσης για την καταπολέμηση του υπερβολικού πλουτισμού, η συγκέντρωση μιας τέτοιου μεγέθους περιουσίας από έναν τοπικό ηγεμόνα καθώς και η διατήρησή της μέχρι το θάνατό του αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα.

Ο Αλή Πασάς δε, απέκτησε σχεδόν ολόκληρη την περιουσία του χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα. Η Πύλη ήταν υποχρεωμένη να εθελοτυφλεί ή να ανέχεται τις πολλές παράνομες πράξεις του Αλή, λαμβάνοντας υπόψη τα χρήματα που έστελνε στην Κωνσταντινούπολη και μερικές από τις υπηρεσίες που προσέφερε στο όνομα του κράτους. Στην πραγματικότητα ο Αλή γνώριζε ότι η Αυτοκρατορία είχε ανάγκη τόσο αυτόν όσο και άλλους σαν αυτόν για τη διατήρηση της σταθερότητας στα διάφορα τμήματά της και χρησιμοποιούσε πάντα αυτήν ακριβώς την κατάσταση ως ατού απέναντι στην Πύλη για να πετύχει τους στόχους του.

Εκτός από την πίεση που ασκείτο από το κράτος, ένας δεύτερος παράγοντας που θα μπορούσε να εμποδίσει τη συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου ήταν η «σύγκρουση με το λαό». Ωστόσο, ο Αλή κατάφερε να εξουδετερώσει τον δεύτερο αυτόν παράγοντα με τα πολυάριθμα στρατεύματα που είχε υπό τις διαταγές του. Μελετώντας την περιουσία του Τεπελενλή, πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές σχέσεις που είχε τόσο με το κράτος όσο και με το λαό.

ΟΙ ΚΡΥΜΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ

Με την εκτέλεση του Αλή Πασά έκλεισε μεν το κεφάλαιο της ζωής και της δράσης του, άνοιξε όμως ένα καινούργιο, που συντηρείται μέχρι τις ημέρες μας, εκείνο των ''θησαυρών'' του. Υπήρξαν πράγματι αυτοί οι περιβόητοι θησαυροί; Ασφαλώς ναι - αυτό είναι αναμφισβήτητο. Τι όμως περιελάμβαναν και -το κυριότερο- τι απέγιναν; Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι εύκολο να απαντηθούν με βεβαιότητα, γιατί η αλήθεια συμπορεύεται με το μύθο, και τα γεγονότα με τις φαντασιώσεις. Η Ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, καθώς και η προφορική παράδοση, παραδίδουν πλήθος πληροφοριών και εκδοχών.

Όμως δεν υπάρχει καμιά εξειδικευμένη και τεκμηριωμένη προσέγγιση του θέματος, αν και αυτό είναι ανέφικτο, προς το παρόν τουλάχιστον, λόγω της αντιφατικότητας των υπαρχόντων ιστορικών και άλλων στοιχείων. Ίσως μόνον ένα τυχαίο γεγονός, όπως η ανεύρεση των ''κρυμμένων θησαυρών'' -αν υπάρχουν- μπορεί να φωτίσει το ομιχλώδες τοπίο. Ο Βεζύρης των Ιωαννίνων ήταν σίγουρα ο πλουσιότερος τοπικός ηγεμόνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και -κατ’ ορισμένους- , πιο πλούσιους ακόμη και από αυτούς τους σουλτάνους της εποχής του. Από τα πρώτα βήματα της ανοδικής του πορείας άρχισε να δημιουργεί τις βάσεις του μελλοντικού -τεράστιου- πλούτου του.

Αυτά τα πρώιμα αποκτήματά του ήταν, κατά βάση, τα προϊόντα των ληστρικών επιδόσεών του. Από τη στιγμή όμως που έγινε ''Πασάς'' στα Γιάννενα, εκσυγχρόνισε τις μεθόδους επαύξησης των οικονομικών του, χωρίς όμως να εγκαταλείψει και τις παραδοσιακές του μεθόδους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ''έμφυτη φιλοχρηματία του'', ήταν το μοναδικό του κίνητρο, όμως δεν ήταν μόνον αυτό. Σαν ιδιοφυής και οξύνους που ήταν, είχε επίγνωση ότι η πολιτική δύναμη δεν μπορεί να διατηρηθεί εάν δεν στηρίζεται σε ισχυρότατο οικονομικό υπόβαθρο. Σε μια στιγμή ειλικρίνειας είπε στον Pouqueville «τους ανθρώπους τους ξεχνούν, το χρυσό ποτέ».

Πως όμως δημιούργησε τα πλούτη του; Πρώτα απ’ όλα από την ακίνητη περιουσία του. Με τον ένα -ή τον άλλο- τρόπο είχε καταστεί ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της Τουρκίας, Ευρωπαϊκής και Ασιατικής. Τα εκατοντάδες τσιφλίκια του, του απέδιδαν ετησίως τεράστια έσοδα. Επιπλέον είχε οικειοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της κρατικής οικονομικής δραστηριότητας, όπως π.χ. τα τελωνεία τα οποία υπενοίκιαζε σε τρίτους και κρατούσε ο ίδιος τα ενοίκια. Επέβαλε και έναν ειδικό φόρο μεταβιβάσεων στα ακίνητα και τις κληρονομιές, υψηλούς δασμούς στα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα της επικράτειάς του -στα Ευρωπαϊκά διπλάσιους από ότι στα εγχώρια- και καθιέρωσε διόδια στις οδικές αρτηρίες του κράτους του.

Επιδόθηκε επίσης και σε καθαρά εμπορικές δραστηριότητες, κυρίως με τα δημητριακά, ενώ ο στόλος του πραγματοποιούσε μεταφορές σε διάφορα σημεία της ανατολικής Μεσογείου. Τα έσοδά του από όλα τα παραπάνω υπερέβαιναν κατά πολύ τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς την Υψηλή Πύλη, τις οποίες εκτελούσε κανονικότατα, κρατώντας όμως τη διαφορά για τον εαυτόν του. Ο Πασάς είχε αναγάγει σε πραγματική επιστήμη τους ανορθόδοξους τρόπους πλουτισμού. Με εκβιασμούς αποσπούσε μεγάλα ποσά από τους πλούσιους υπηκόους του, ενώ ακόμη και οι φτωχότεροι χωρικοί έπρεπε να του φέρνουν στο σεράι δώρα, έστω και σε είδος. Με πλαστά έγγραφα γινόταν κληρονόμος όλων εκείνων που πέθαιναν άτεκνοι.

Επέβαλε, συνεχώς, έκτακτες εισφορές σε όλους, ιδιαίτερα στις εύρωστες συντεχνίες των Ιωαννίνων, προκειμένου «να αντιμετωπίζει απρόβλεπτες περιστάσεις», όπως έλεγε. Πουλούσε όλες τις δημόσιες θέσεις, σε υψηλότατα τιμήματα, ακόμη και αυτές των δεσποτάδων. Με όλα αυτά -και άλλα- δημιούργησε τους περιβόητους θησαυρούς του. Το θησαυροφυλάκιό του περιλάμβανε ράβδους χρυσού, διάφορων προελεύσεων (Ουγγαρίας, Ισπανίας, Τζένοβας, Κωνσταντινούπολης κ.ά.), Ευρωπαϊκά νομίσματα (φλουριά, Ναπολεόνια, Αγγλικές λίρες και -φυσικά- Τουρκικά γρόσσια), ακόμη και άυλους τίτλους (ομόλογα, συναλλαγματικές κλπ).

Λέγεται ότι είχε και καταθέσεις στις τράπεζες της Κέρκυρας, και της Μάλτας, χωρίς όμως αυτό να έχει αποδειχτεί. Για όλα τα ανωτέρω γινόταν απογραφή δύο φορές τον χρόνο, είτε από Εβραίους σαράφηδες, είτε από τους πλέον έμπιστους Έλληνες αυλικούς του. Σύμφωνα με μια αξιοπερίεργη πληροφορία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ''Εστία'' των Αθηνών, στα 1877, κατά την μαρτυρία κάποιου ανώνυμου που -όπως ισχυριζόταν- χρημάτισε ταμίας του Αλή, τα μετρητά που βρίσκονταν στο θησαυροφυλάκιό του, πριν από την έναρξη της πολιορκίας των Ιωαννίνων το 1820 από τους σουλτανικούς.


Ανέρχονταν σε 76.640.000 γρόσια, και ήταν Ενετικά φλουριά, ντούπιες Ισπανίας, ρουπιέδες, Κωνσταντινοπολίτικα φλουριά, ματζάρικα, κολονάτα, τάλιρα Τεργέστης, αργυρά μεταλλίκια, τουνέζικα κ.ά. Όμως το πιο σημαντικό μέρος από τους θησαυρούς του Τεπελενλή δεν ήταν το ρευστό, αλλά τα παντός είδους τιμαλφή, οι πολύτιμοι λίθοι του και τα διαμάντια μεγάλης αξίας, τα χρυσά ρολόγια, τα χρυσοποίκιλτα όπλα, τα άκριβα κοσμήματα. Είναι χαρακτηριστική και η περιγραφή του Σπύρου Αραβαντινού:

«Σπάθη αδαμαντοκόλλητος φέρουσα πρότυπον της Θεομήτορος, καθώς και του Ιησού, εν μπριλάντι, όπερ ανήκεν εις τον βασιλέα της Σουηδίας, το οποίον σπουδαίος Εβραίος αδαμαντοκολλητής συνέδεσεν με -έτερα- δώδεκα μπριλάντια τα αγορασθέντα εις την Βενετίαδια του Joachim Murat, του στρατάρχη της Γαλλίας, βασιλέως της Νεαπόλεως και γαμβρού του Ναπολέοντος». Ο Vaudoncourt γράφει ότι είχε συλλογές χρυσών αγγείων, που φυλάσσονταν σε κρύπτες «όπου κανείς δεν έμπαινε». Και τώρα, το μεγάλο ερώτημα. Τι απέγινε αυτός ο θησαυρός; Είναι γεγονός ότι κατά τους 17 μήνες της πολιορκίας των Ιωαννίνων, ο Τεπελενλής εξόδεψε ένα μεγάλο μέρος του ρευστού του σε πολεμικές δαπάνες, μισθοδοσίες, αλλά και σε δωροδοκίες.

Επί πλέον ο εγκλεισμός του στα Γιάννενα του είχε στερήσει τη δυνατότητα να έχει πόρους από την περιφέρειά του. Όμως δεν ήταν δυνατόν να εκποιήσει τις δύσκολες αυτές στιγμές τα πανάκριβα αντικείμενά του, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων, οικειοποιήθηκαν ο Χουρσίτ και ο Πασόμπεης, με συνένοχο το Χαλέντ Εφέντη, τον Μεγάλο Βεζύρη της Πόλης. Έτσι στον Σουλτάνο στάλθηκε, μόνον, ένα μικρό μέρος από τους θησαυρούς που ο ίδιος υπολόγιζε, με αποτέλεσμα να επιβάλει τη θανατική ποινή στους τρεις -θεωρούμενους-καταχραστές. Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές για την τύχη μέρους -τουλάχιστον- των θησαυρών.

Ο αρχιθαλαμηπόλος Ρίζος Δεσποτόπουλος, που ακολούθησε τον Βεζύρη στη Νήσο, έλεγε ότι, ανάμεσα στα πλοιάρια που τους μετέφεραν ήταν και μια λέμβος γεμάτη από σιδερένια σφραγισμένα κιβώτια, τα οποία έριξαν στη μέση της λίμνης και στη συνέχεια σκότωσαν τους σκλάβους που τα συνόδευαν. Κάποιοι άλλοι όμως υποστήριξαν ότι ένα μεγάλο μέρος αφαίρεσε ο ''υπουργός των οικονομικών'' του Αλή, Σταύρος Ιωάννου, το οποίο έστειλε στο γιο του Γεώργιο Σταύρο στη Βιέννη, ο οποίος -πολύ αργότερα- το επένδυσε στις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας. Τα παραπάνω αφορούν μόνον στους φανερούς, όχι όμως στους κρυμμένους θησαυρούς του Πασά.

Όλοι πίστευαν ότι υπήρχαν ''μυστικές κρύπτες'' στις οποίες αυτός είχε συσσωρεύσει πλούτη πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που βρέθηκαν στο ''επίσημο'' θησαυροφυλάκιό του. Και έτσι αρχίζει το ''κυνήγι των κρυμμένων θησαυρών'', που συνεχίζεται και στον 21ο αιώνα. Πρώτοι προσπάθησαν να τους βρουν, το 1834, η Βασιλική με τον εραστή της Τσόγκα και ο Θανάσης Βάγιας με πολυπληθή ομάδα Ιταλών μηχανικών. Η Αθηναϊκή εφημερίδα ''Ακρόπολις'' γράφει, στις 15 / 3 / 1893 ότι «στα Γιάννενα γίνονται πολύ μεγάλες έρευνες για την ανακάλυψη του θησαυρού του Αλή Πασά». Στα τέλη του 19ου αιώνα, Κερκυραίοι χρυσοθήρες αναστάτωσαν την Παραμυθιά, στηριζόμενοι σε κάποιον χάρτη που κατείχαν.

Ύστερα από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, στα 1913, μια Ιταλική εταιρεία επί πέντε χρόνια κατέσκαπτε τα Γιάννενα, ψάχνοντας για τη μυστική κρύπτη. Τη δεκαετία του 1950 Γιαννιώτες ερευνητές ισοπέδωσαν ένα λοφίσκο, στο χωριό Αυγό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 2002 άγνωστοι άνοιξαν μια βαθιά τρύπα στο μαυσωλείο του Ασλάν Πασά, στο Κάστρο των Ιωαννίνων, ψάχνοντας προφανώς για τον κρυμμένο θησαυρό. Ακόμη, το 2010, ολόκληρη η Ελλάδα παρακολούθησε με ενδιαφέρον και περιέργεια τις γεωτρήσεις του Ελληνοαυστραλού επιχειρηματία Βαγγέλη Δήμα στη Βασιλική Καλαμπάκας, που είχαν ως αποτέλεσμα αντί θησαυρών να βρεθεί νερό.

Τέλος ο Γιαννιώτης, ιστοριοδίφης και πολιτικός μηχανικός, Γιάννης Κ. Παπαϊωάννου παρουσίασε μια περίεργη ιστορία, σύμφωνα με την οποία ο Πασάς είχε τοποθετήσει τους θησαυρούς σε μια υπόγεια κρύπτη στο χωριό Γεωργουτσάτες -στα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Το 1966 όταν οι εργάτες έσκαβαν για την υποθεμελίωση ενός οχυρωματικού έργου, εντόπισαν μια υπόγεια αίθουσα -που ήταν ασφαλισμένη με μια σιδερένια πόρτα- μέσα στην οποία ευρισκόταν ο περιβόητος ''θησαυρός'', που περιελάμβανε πολλά χρυσά σερβίτσια, φλουριά και νομίσματα κάθε προέλευσης, καθώς και μια ολόχρυση γουρούνα 2 τόνων, με δώδεκα γουρουνάκια χρυσά και αυτά.

Σύμφωνα με τις πηγές του Γιάννη Παπαϊωάννου, ήρθε επειγόντως επί τόπου ο Αλβανός δικτάτορας Ενβέρ Χότζα, παρέλαβε τα ευρήματα και τα μετέφερε, με άκρα μυστικότητα, στα Τίρανα. Κλείνοντας δεν πρέπει να αποκλειστεί και μια ακόμη πιθανότητα. Να βρέθηκαν από κάποιους οι χαμένοι θησαυροί και το γεγονός να κρατήθηκε μυστικό, για ευνόητους λόγους. Μήπως, όμως, οι θησαυροί του Αλή αποτελούν έναν τοπικό μύθο ή κάποια φαντασίωση του Ευρωπαϊκού οριενταλισμού; Ασφαλώς όχι, απαντά ο ιστορικός και βαθύς μελετητής των Αληπασάδικων θεμάτων Βασίλειος Παναγιωτόπουλος.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΑ ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ

Ο Τεπελενλής δεν συσσώρευε μόνο θησαυρούς και αντικείμενα αξίας. Φρόντιζε να μην χαθεί οτιδήποτε και από τη χειρότερη παλιατσαρία. Ο Pouqueville διηγόταν ότι τον έβλεπε συχνά, ανάμεσα σε σωρούς από παλιόρουχα και σκουριασμένα άρματα, τεντζερέδες και τηγάνια να παρακολουθεί την καταγραφή τους στα σχετικά κατάστιχα που συνέτασσαν οι σαράφηδές του. Για τη φιλαργυρία του Πασά γράφει και ο περιηγητής W. M. Leake:

«Δεν επιτρέπει να πετάξουν τα κατεστραμμένα έπιπλα, σκεύη και όπλα, αλλά τα αποθηκεύει σε χώρους που παρακολουθεί σχολαστικά και μπορεί να ανακαλύψει αν λείπει και το παραμικρό αντικείμενο. Στους βρώμικους διαδρόμους και στους προθαλάμους, που οδηγούν στα πλουσιότερα και τόσο δαπανηρά διαμερίσματα του παλατιού, βλέπει κανείς να κρέμονται μια ξεχαρβαλωμένη πιστόλα, ένα σκουριασμένο σπαθί ή θηκάρι, κουρελιασμένα ρούχα. Κανένας από τους πολυάριθμους υπηρέτες δεν τολμάει να τα μετακινήσει, γιατί ξέρει καλά πως θα το προσέξει ο Πασάς.


Αυτό το ανακάτωμα μεγαλοπρέπειας και ευτέλειας προβάλλει κραυγαλέα σε κάθε γωνιά του παλατιού. Η μεγάλη αίθουσα που είναι ολοσκέπαστη με ''γκομπλέν'' και ακριβά υφάσματα, μουσικά ρολόγια και καθρέφτες, έχει παράθυρα με σιδερένια κάγκελα, για να μην μπαίνουν οι υπηρέτες όταν είναι κλειδωμένη».

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

Η περιουσία του Αλή Πασά άρχισε να αυξάνει μετά την ανάληψη των βασικών καθηκόντων του στο όνομα του κράτους. Ο Αλή κάνοντας κατάχρηση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί από το κράτος, χρησιμοποίησε την θέση του αυτή ως μέσο για τη συγκέντρωση ολοένα μεγαλύτερων εξουσιών αλλά και πλούτου. Για παράδειγμα, όταν διορίστηκε στη βοηθητική υπηρεσία για την εποπτεία των δερβενίων της Ρούμελης, αντί να αποκρούει τη δράση των ληστών, ο ίδιος τους διευκόλυνε με αντάλλαγμα σημαντικά χρηματικά ποσά.

Ο Αλή προκειμένου να πλουτίσει, προχωρούσε με κάθε τρόπο σε κινήσεις που ωφελούσαν το προσωπικό του συμφέρον αδιαφορώντας αν είναι νόμιμες ή παράνομες. Δεν υπήρχε κάτι που δε θα μπορούσε κάνει, δεν υπήρχε μέθοδος που δε θα μπορούσε να ακολουθήσει προκειμένου να πλουτίσει. Και αυτές είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε συχνότερα γι αυτό το σκοπό:
  • Φορολογούσε με αναλογία 1/5 την ίδια ώρα που ο καθορισμένος από το κράτος φόρος ήταν 1/10 και ιδιοποιούνταν τη διαφορά.
  • Επιβάρυνε τα χωριά και τις κωμοπόλεις με παράνομους ή αυθαίρετους φόρους.
  • Οικειοποιούταν τις κληρονομιές όσων δεν είχαν αρσενικά παιδιά ή διεκδικούσε τις διαθήκες των πλουσίων και σφετεριζόταν τις περιουσίες τους.
  • Εισέπραττε φόρους από τις υποθέσεις που εκδικάζονταν στα ιεροδικεία επιπλέον συγκέντρωνε ως φόρο το 10% της αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου του οποίου η ιδιοκτησία επιδικαζόταν.
  • Εισέπραττε (αυθαίρετο) τελωνειακό φόρο εισαγωγών και εξαγωγών.
  • Πουλούσε υποχρεωτικά σε υψηλότερες τιμές αγαθά που είχε αγοράσει φτηνά.
  • Δωροδοκούταν από ανθρώπους του περιβάλλοντός του για συγκεκριμένους σκοπούς.
  • Κατά τη διάρκεια εκστρατειών στο όνομα του κράτους, συγκέντρωνε μεγάλα ποσά κεφαλικού φόρου από ληστές που συνελάμβανε και από το λαό.
  • Λεηλατούσε τις γειτονικές περιοχές με τις οποίες βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση.
Τα τσιφλίκια αποτελούσαν την πιο σημαντική πηγή πλούτου του Αλή Πασά. Ο ίδιος μαζί με τους γιούς του απέκτησε εκατοντάδες τσιφλίκια. Σχεδόν όλα τα τσιφλίκια αυτά ωστόσο, αποκτήθηκαν με παράνομα μέσα και κάποιες φορές με εκφοβισμό ή αρπαγές. Ο Άγγλος Γουίλιαμ Λικ που συναντήθηκε με τον ίδιο τον Αλή δίνει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα σχετικά με το πώς περνούσαν τα εδάφη των χωρικών στα χέρια του Αλή:

«Μετά την τελευταία μου επίσκεψη εδώ, το Ματσούκι έγινε τσιφλίκι του Βεζίρη Αλή. Οι φτωχοί χωρικοί στα Γιάννενα και σε άλλες περιοχές που αδυνατούσαν να πληρώσουν τις οικονομικές επιβαρύνσεις, ήταν υποχρεωμένοι να δανείζονται με τόκο 20%. Με τον καιρό, αυτή τους η ανάγκη μεγάλωνε με αποτέλεσμα ένα μέρος του πληθυσμού να καταφύγει στα Άγραφα ενώ όσοι έμειναν πίσω δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την πρόταση του Αλή να αγοράσει τη γη τους αλλά και ολόκληρα χωριά. Ζήτησαν από τον Αλή δε 12 κεσέ (6.000 γρόσια) αλλά αυτός έδωσε μόνο 2 (1.000 γρόσια)».

Ο Αλή, εξασφαλίζοντας τη μετατροπή των εκτάσεων που είχε στην κατοχή του σε τσιφλίκια, δημιούργησε μια σημαντική πηγή εσόδων. Επιπλέον, θέτοντας υπό το καθεστώς τσιφλικιού πολλά χωριά, αποκτούσε από αυτά ένα συνεχές εισόδημα. Για παράδειγμα, μετατρέποντας σε τσιφλίκι ένα χωριό 300 νοικοκυριών στον Ελασσόνα, ο Αλή είχε ξεκινήσει να εισπράττει κάθε χρόνο από εκεί ποσό 21.500 γροσίων και να καρπώνεται το 1/3 της αγροτικής παραγωγής των χωρικών. Ο Αλή, πληρώνοντας το χρέος 35.000 γροσίων, μετέτρεψε σε τσιφλίκι και ένα άλλο χωριό στον ίδιο καζά που αδυνατούσε να εκπληρώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις που του αναλογούσαν ενώ μετέτρεψε σε τσιφλίκια και 15 χωριά στο σαντζάκι των Τρικάλων.

Οι εκτάσεις που βρίσκονταν στα χέρια των χωρικών πέρασαν με εκφοβισμό ή χρήση βίας στην κατοχή του Αλή Πασά ενώ δικό του ήταν και το 1/3 της σοδειάς που παραγόταν στα τσιφλίκια αυτά. Μια παρόμοια μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο Τεπελενλής προκειμένου να μετατρέψει σε τσιφλίκια εκτάσεις που ανήκαν σε άλλους, ήταν η πληρωμή ενός καθορισμένου ποσού ανάλογα με την μέγεθος της καλλιεργήσιμης γης (π.χ. 2 γρόσια το στρέμμα). Ο Αλή, που με αυτόν τον τρόπο ιδιοποιήθηκε τέσσερα τσιφλίκια στον Ελασσόνα, άρπαζε πολλές φορές τα εδάφη των χωρικών χωρίς να πληρώνει οποιοδήποτε αντίτιμο και στη συνέχεια τα μετέτρεπε σε τσιφλίκια.

Ο Αλή Πασάς απέκτησε μ» αυτόν τον τρόπο ένα τσιφλίκι 5 ζευγαριών στον καζά του Δομένικου, ένα τσιφλίκι 3 ζευγαριών ζώων στον Ελασσόνα, 5 τσιφλίκια στα Τρίκαλα και ένα τσιφλίκι 240 στρεμμάτων στα Φάρσαλα. Η αγορά των τσιφλικιών σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία ήταν ακόμη μία πρακτική στην οποία κατέφευγε ο Αλή. Φαίνεται πως υποχρέωσε μια γυναίκα με το όνομα Φατμά Χατούν στα Τρίκαλα να του πουλήσει αναγκαστικά στην τιμή των 20.000 γροσίων μια έπαυλή της, μια σειρά από καταστήματα και εκτάσεις με 22 ζευγάρια ζώων σε διάφορα τσιφλίκια.

Με τον ίδιο τρόπο, ο Αλή Πασάς απέκτησε εκτάσεις γης με 23,5 ζευγάρια ζώων σε τρία τσιφλίκια που ανήκαν σε άλλα άτομα στα Τρίκαλα έναντι 14.750 γροσίων, εκτάσεις γης με 27 ζευγάρια ζώων σε διάφορα τσιφλίκια ενός ιδιώτη με το όνομα Λουτφουλάχ Αγά έναντι 22.000 γροσίων και ένα τσιφλίκι με 4 ζευγάρια ζώων έναντι 1000 γροσίων. Φαίνεται ακόμη, ότι με τον καιρό ο Αλή απέκτησε με παράνομα μέσα και πολλά από τα εδάφη των τσιφλικιών που δεν είχε αγοράσει. Τέλος, είναι αλήθεια ότι ο Αλή οικειοποιήθηκε και κάποια τσιφλίκια που είχαν παραχωρηθεί σε βακούφια ή θρησκευτικά ιδρύματα.


Απ’ όσα προαναφέρθηκαν φαίνεται ότι η μεγάλη περιουσία του Αλή Πασά είχε ως βάση τη μετατροπή των εκτάσεων που κατείχαν οι χωρικοί σε αποδοτικά τσιφλίκια, εκτάσεις που αποσπώνταν με τη βία ή με πολύ χαμηλά αντίτιμα ή με χρήματα που συγκεντρώνονταν καταπιέζοντας το λαό. Με την ανάληψη διαφόρων κρατικών αξιωμάτων από τους γιους του, η δύναμη του Αλή Πασά μεγάλωσε. Και δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ πατέρα και γιων όσον αφορά τις καταπιέσεις σε βάρος του λαού. Είναι γνωστό ότι ο γιος του Αλή, Βελή Πασάς, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στην Πελοπόννησο, αποσπούσε χρήματα από το λαό με τρόπο κτηνώδη.

Οι παρακάτω δηλώσεις που συμπεριλήφθηκαν στη διαμαρτυρία ενός κρατικού αξιωματούχου της περιοχής φαίνεται πως επιβεβαιώνουν την άποψη για τα παράνομα έσοδα και τις καταπιέσεις του Βελή Πασά στα Τρίκαλα και τη Λάρισα: «Ο Βελή Πασάς, αρπάζοντας τσιφλίκια και μερίδια γης στη Λάρισα και τα περίχωρά της, απέκτησε εισόδημα 8.000 κισέδων, δεν πληρώνει τον σουλτανικό φόρο που απαιτείται για τα τσιφλίκια που έχει στην κατοχή του και επιβαρύνει υποχρεωτικά με αυτόν άλλους ραγιάδες ενώ εξαιτίας όλων αυτών ο καζάς της Λάρισας και άλλοι γειτονικοί καζάδες άρχισαν να ερημώνουν».

Ο ίδιος αξιωματούχος συνεχίζει: «οι μπολούκμπασηδες σας που έχουν αναλάβει τη φύλαξη των δερβενίων να σταματήσουν τις εχθρικές κινήσεις και καταπιέσεις προς τους ταξιδιώτες και υπηρέτες που περνούν από κάθε μέρος, η τόσο μεγάλη διευκόλυνση των γιων και του περιβάλλοντός σας ευχαριστεί το Θεό και το Σουλτάνο; Η εξοχότητά σας έκανε και τους γιους σας βεζίρηδες, όπως είστε εσείς, προήγαγε στο βαθμό του αρχιστράτηγου τους μπολουκμπασήδες σας και καθένας τους κυβερνά αυτόνομα μπορεί η υπό την κυριαρχία σας γη του Σουλτάνου και οι φτωχοί ραγιάδες να αντέξουν το βάρος τριών βεζίρηδων και είκοσι αρχιστράτηγων». Οι δηλώσεις αυτές φανερώνουν σε ποιο βαθμό είχαν προχωρήσει οι καταπιέσεις.

Ο ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

Μετά την κοινοποίηση της επικήρυξης του Αλή Πασά, αποφασίστηκε η από το κράτος κατάσχεση όλης της περιουσίας αυτού και των γιων του. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία όσων επέμεναν να βρίσκονται στο πλευρό του Αλή και των γιων του επρόκειτο να κατασχεθεί και να αναλάβει τη διαχείρισή της το Αυτοκρατορικό Νομισματοκοπείο. Αποφασίστηκε να σταλεί από ένας υπάλληλος με τον τίτλο «επόπτης Αυτοκρατορικού τσιφλικιού» με σκοπό την αναδόμηση και αναδιοργάνωση καθώς και την ορθή λειτουργία των τσιφλικιών σε κάθε σαντζάκι.

Επιπλέον, αποφασίστηκε η σύμφωνα με το νόμο και με τα ανάλογα ποσά μισθοδοσία των υπαλλήλων από το Αυτοκρατορικό Νομισματοκοπείο και η διεύθυνση των τσιφλικιών με τις έως τότε διοικητικές πρακτικές ή αν αυτό δεν καθίστατο δυνατό, η ένταξή τους στο σύστημα της εκμίσθωσης των φόρων. Έτσι στο τέλος της χρονιάς, θα υπολογιζόταν η ετήσια απόδοση όλων αυτών των τσιφλικιών και των υπόλοιπων εισοδηματικών πηγών και σύμφωνα μ» αυτόν θα γίνονταν οι επόμενες κινήσεις.

Ακόμα, αποφασίστηκε η διαμέσου των διορισμένων εποπτών πώληση με ανοιχτή δημοπρασία των κατασχεμένων πανδοχείων, καταστημάτων, καταλυμάτων και των υπόλοιπων ακινήτων του Τεπελενλή καθώς και η αποστολή των εισοδημάτων του στο Αυτοκρατορικό Νομισματοκοπείο.

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΥΠΟ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΝ - ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ

Τρεις ήταν οι βασικοί τομείς που συγκροτούσαν την περιουσία του Αλή Πασά και των γιων του. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν τα έσοδα από τις διάφορες εκμισθώσεις φόρων σε τσιφλίκια που ο Αλή άρχισε να σφετερίζεται όσο βρισκόταν εν ζωή ενώ οι άλλοι δύο αντιστοιχούν στους θησαυρούς που βρίσκονταν στο κάστρο των Ιωαννίνων μετά το θάνατό του και τα ποσά δανεισμού με τα οποία ήταν χρεωμένα διάφορα άτομα στην περιφέρεια του Πασαλικιού του. Σε αυτούς τους δύο τελευταίους τομείς, οι πιστώσεις από τους δανεισμούς φαίνονται και στην πράξη μέσα από δηλώσεις ατόμων που εκτελούσαν χρέη γραμματέων ή βρίσκονταν στο κοντινό περιβάλλον του Αλή και των γιων του καθώς και από αναλύσεις κατάστιχων που βρέθηκαν μετά το θάνατο του Πασά.

Γι αυτό και άτομα που περιλαμβάνονταν στα κατάστιχα αυτά απαλλάχτηκαν με το θάνατο του Αλή από τα καθήκοντά τους. Επειδή αναμενόταν να είναι πολύ μεγάλη η περιουσία που άφησε πίσω του ο Αλή Πασάς στα Γιάννενα, η καταγραφή της ανατέθηκε ειδικά στον ναζίρη της Σόφιας Χασάν Ταχσίν. Ωστόσο, οι θησαυροί του Αλή αποδείχτηκαν πολύ φτωχότεροι από το αναμενόμενο και η σημαντικότερη αιτία αυτού ήταν η παραχώρηση μεγάλων χρηματικών ποσών από τον Αλή ως βοήθεια στην επανάσταση των Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τον W. Palmer, η αξία των θησαυρών του Αλή άγγιζε τα 40 εκατομμύρια γρόσια.

Είναι αμφίβολο εντούτοις αν η πραγματική αξία των θησαυρών του Αλή έφτανε αυτό το ποσό διότι όπως φαίνεται η τρέχουσα αξία χρυσού που βρέθηκε στο κάστρο των Ιωαννίνων μετά το θάνατό του υπολογίζεται στα 23.275.288 γρόσια. Εκτός από το χρυσό υπολογίζεται ότι ο Αλή είχε στην κατοχή του 181.675 χρυσά νομίσματα «μπεσλί», 155.625 διαφόρων ειδών νομίσματα και ακόμη χρήματα που αντιστοιχούσαν σε 2.630.500 γρόσια. Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, μπορούμε να πούμε ότι ο θησαυρός του Αλή Πασά στο κάστρο των Ιωαννίνων έφτανε περίπου τα 27 εκατομμύρια γρόσια.

Ένα μέρος της περιουσίας των γιων του Αλή το οποίο βρισκόταν εκτός τσιφλικιών, καταγράφτηκε με την εγκατάστασή τους στην Ανατολία και τους παραδόθηκε ενώ μετά και το θάνατό τους κατασχέθηκε και αυτό. Μπορούμε να υποθέσουμε επίσης ότι τόσο ο Αλή όσο και οι γιοι του είχαν υπό την κατοχή τους εκτός απ’ όσα αναφέρθηκαν εδώ, κοσμήματα και παρόμοια αντικείμενα αξίας. Αναφέρεται ότι ο Μουχτάρ Πασάς έθαψε μέρος των κοσμημάτων που κατείχε, ενώ ο γραμματικός Δημήτρης ισχυρίζεται ότι παρέδωσε δύο σεντούκια (πιθανόν με κοσμήματα) για σύντομο χρονικό διάστημα στον πρόξενο της Αγγλίας William Meyer ο οποίος βρισκόταν στην Πρέβεζα πριν παραδοθεί ο Βελή Πασάς.

Όταν έγινε αντιληπτό όμως ότι ο πρόξενος το έσκασε κρυφά παίρνοντας μαζί του τα σεντούκια, η υπόθεση ερευνήθηκε και αποκαλύφτηκε ότι τα σεντούκια βρίσκονταν στο νησί της Λευκάδας. Έτσι, αν και ξεκίνησαν προσπάθειες για να μεταφερθούν τα σεντούκια στη Κωνσταντινούπολη όπως επιθυμούσε ο Άγγλος πρέσβης, δεν είναι βέβαιο αν υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα. Πέρα από αυτό, τρεις μήνες πριν οχυρωθεί στο κάστρο των Ιωαννίνων ο Αλή Πασάς επιχείρησε να στείλει στο νησί της Κέρκυρας ένα ποσό 10 εκατομμυρίων γροσίων αλλά ο γραμματικός του Βελή Δημήτρης δήλωνε ότι δεν γνώριζε αν τελικά στάλθηκαν τα χρήματα ή όχι.


Αλλά και οι πρόσοδοι από τα δάνεια του Αλή και των γιων του στους κατοίκους των βιλαετιών αποτελούσαν ένα σημαντικό ποσό. Το κράτος, για να μπορεί να εισπραχθεί αυτό το ποσό, έπρεπε να καθορίσει το ύψος των προσόδων καθώς και από ποιους και από πού θα εισπράττονταν. Με αυτό το σκοπό και μεταφράζοντας κατάστιχα γραμμένα στα Ελληνικά και άλλα έγγραφα που περνούσαν στα χέρια του κράτους, υπολογιζόταν το σύνολο των προσόδων. Οι οφειλές των ραγιάδων προς τον Αλή και τους γιους του γενικά αποτελούνταν από:
  • Τις οφειλές των κατοίκων των τσιφλικιών.
  • Τις οφειλές των χωρικών από τους φόρους, τα αντίτιμα των φόρων αβαρίζ και νουζούλ. 
  • Τις χρεώσεις για τα ακαλλιέργητα τιμάρια και τον κεφαλικό φόρο.
  • Τις οφειλές για το άρμεγμα των αιγοπροβάτων.
  • Την εκμίσθωση των χειμαδιών.
  • Το αντίτιμο της δεκάτης για τα χωριά.
  • Τα ποσά για το φόρο κατανάλωσης χοιρινού.
  • Το εισόδημα από την παραγωγή των τσιφλικιών.
  • Το ποσό για το φόρο λόγω εκστρατειών.
  • Τους λογαριασμούς για την ενοικίαση γης.
  • Τους τελωνειακούς φόρους.
  • Το εισόδημα της παραγωγής όσων ατόμων εκμεταλλεύονταν τα τσιφλίκια του Αλή.
  • Τους κρατικούς φόρους, τα αντίτιμα της εκμίσθωσης τσιφλικιών.
  • τους φόρους για την ιδιοκτησία αιγοπροβάτων κτλ. 
Το υψηλότερο ποσό συγκροτούσαν οι πρόσοδοι για τις οφειλές των κατοίκων των τσιφλικιών, για τους φόρους των χωρικών, την εκμίσθωση χειμαδιών, τον κεφαλικό φόρο και τα σιτηρά.

ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΦΟΡΩΝ 

Η βάση του πλούτου του Αλή Πασά βρισκόταν στα έσοδα από τα εκατοντάδες τσιφλίκια που είχε στην κατοχή του. Μετά την απόφαση για την κατάσχεση ολόκληρης της περιουσίας του Αλή, τα τσιφλίκια που βρίσκονταν σε διάφορους καζάδες επιθεωρήθηκαν ένα-ένα από εντεταλμένους υπαλλήλους του κράτους και καταγράφτηκαν στα κατάστιχα απαραίτητες πληροφορίες. Σύμφωνα με τα πρώτα κατάστιχα που σχηματίστηκαν για τα τσιφλίκια, ο Αλή είχε στην κατοχή του περίπου 450 τσιφλίκια. Σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα και τις σχετικές σημειώσεις, σε ένα σημαντικό μέρος των τσιφλικιών, ο Αλής, χωρίς να προσφέρει καμιά απολύτως στήριξη στους ραγιάδες, κρατούσε για τον εαυτό του το 1/3 της παραγωγής.

Ενίοτε, συγκέντρωνε σε είδος ή σε μορφή χρημάτων προκαθορισμένα ποσά. Έπαιρνε και ένα συγκεκριμένο ποσοστό της παραγωγής από τα τσιφλίκια στα οποία είχε μερίδιο. Αποσπώντας ακόμα ένα συγκεκριμένο ποσό αλλά και ενοίκιο κατοικίας από τους μη μόνιμους εργαζόμενους στα τσιφλίκια, εκμίσθωνε ή νοίκιαζε βοσκοτόπια, μύλους, καταλύματα, καταστήματα κτλ εντός της περιφέρειας του τσιφλικιού. Οι αμπελώνες, βασικό συστατικό της δομής των τσιφλικιών, ανήκαν ως επί το πλείστον στους κατοίκους των τσιφλικιών αλλά και από αυτούς ο Αλή Πασάς συγκέντρωνε ένα προκαθορισμένο αντίτιμο. Εισέπραττε ακόμη ξεχωριστά από τα τσιφλίκια και ένα αντίτιμο που λεγόταν «αγαλίκι» (ağalık varidatı).

Ο Αλή Πασάς εκτός από τα τσιφλίκια του, είχε στο Τεπελένι 315 στρέμματα περίπου με αμπέλια και κήπους. Από αυτά εξασφάλιζε κάθε χρόνο εισόδημα 31.582 γροσίων. Επιπλέον, ο Αλή είχε αγοράσει κομμάτια γης εκατοντάδων στρεμμάτων και σε διάφορα χωριά. Στο κάστρο του στο Τεπελένι είχε ένα μεγάλο αρχοντικό και στο κονάκι του αυτό πολυάριθμα αντικείμενα στην κατοχή του. Ακόμη στο κάστρο υπήρχαν 1.200 οκάδες ρύζι, 4.500 οκάδες σιτάρι, 2.100 οκάδες καλαμπόκι και 1.800 οκάδες άχυρο. Ο Αλή απέκτησε σημαντικά εισοδήματα και από άλλες περιοχές και διάφορους μουκατάδες (εκμισθώσεις φόρων) που συμπεριλαμβάνονταν σε μέρος των τσιφλικιών.

Το ετήσιο κέρδος του Αλή από τους διάφορους μουκατάδες, την ενοικίαση ακινήτων και το σταθερό ποσό που εισέπραττε από τους καζάδες, ήταν περίπου 1,5 εκατομμύριο γρόσια. Ο Πασάς εξασφάλιζε ετησίως περίπου 450 χιλιάδες γρόσια από την είσπραξη των φόρων του τελωνείου της Αυλώνας, άλλων ακινήτων και διαφόρων άλλων φόρων (φόρος διοδίων, ζυγαριάς, λαδιού, βοσκής κτλ). Ο Αλή κατείχε επίσης και 2.025 πρόβατα που ανήκαν σε διάφορα άτομα. Από ένα άλλο κατάστιχο του Οθωμανικού Πρωθυπουργικού Αρχείου που παρουσιάζει τις κατασχεμένες περιουσίες του Αλή και των γιων του γίνεται αντιληπτό ότι ο Πασάς και οι γιοί του είχαν στην κατοχή τους περισσότερα από 500 τσιφλίκια και πολλά διαφορετικά μούλκια.

Το εν λόγω κατάστιχο φαίνεται ότι συντάχτηκε με βάση τη μετάφραση κατάστιχων και εγγράφων που βρίσκονταν στο αρχοντικό του κάστρου των Ιωαννίνων, την εξέταση των ποσών από τις εκμισθώσεις των φόρων και των ετήσιων αποδόσεων των τσιφλικιών, και τις αναφορές ατόμων που γνώριζαν άλλες πηγές εισοδημάτων του Αλή. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που βρίσκονται στο κατάστιχο η εκμετάλλευση των τσιφλικιών γινόταν με διάφορους τρόπους. Ένας από τους πιο διαδεδομένους τρόπους εκμετάλλευσης ήταν να δίνονται τα 2/3 του εισοδήματος στους ραγιάδες και το 1/3 στον Πασά (αφού δινόταν πρώτα στους σπαχήδες η δεκάτη ή κάποιο άλλο σταθερό ποσό).


Ένας άλλος τρόπος ήταν να διαχωρίζεται εκ των προτέρων το ποσό που θα δινόταν στους σπαχήδες και στη συνέχεια να μοιράζεται το υπόλοιπο σε αναλογίες 2/3 και 1/3. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συνθήκες λοιπόν καθοριζόταν και το μερίδιο του καθενός από την παραγωγή. Ωστόσο, σε μερικά τσιφλίκια του Βελή Πασά, αφού γινόταν διαχωρισμός της δεκάτης της παραγωγής το υπόλοιπο μοιραζόταν εξίσου στον Πασά και τους ραγιάδες. Με την εξέταση του καταστίχου που αναφέρεται παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι ο Αλή Πασάς και οι γιοι του κατείχαν εκτός από τα τσιφλίκια και πολλά άλλα περιουσιακά στοιχεία που τους απέφεραν εισοδήματα.

Εκτός από αυτά βρέθηκαν στην κατοχή του Αλή και των γιων του πολλά οικόπεδα και οικίσματα, κονάκια, καταστήματα, μύλοι για την παραγωγή ελαιόλαδου και γάλατος, καταλύματα, ατομικά αντικείμενα, οικιακά σκεύη και εργαλεία. Επιπλέον ο Αλή είχε στο κάστρο της Πάργας αλλά και έξω από αυτό μεγάλο αριθμό κτημάτων, αμπελώνων, κήπων και παρόμοιων περιουσιών. Σύμφωνα με το κατάστιχο ο Πασάς είχε στην Πράγα 71.447 ελιές, 16.490 πεπονιές, 2.156 πορτοκαλιές, 1.621 λεμονιές, 1.071 συκιές, 2.584 αχλαδιές, 741 στρέμματα αμπέλια και 261 στρέμματα χωράφια, αμπέλια και μποστάνια.

ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ 

Μετά και την κατάσχεση των περιουσιών όσων επέμεναν να βρίσκονται στο πλευρό του Αλή και των γιων του, το κράτος ξεκίνησε προσπάθειες προκειμένου να μετατρέψει τις περιουσίες αυτές σε ακόμη πιο επικερδείς. Έτσι στόχος ήταν η διατήρηση του έως τότε καθεστώτος στην εκμίσθωση φόρων και στα τσιφλίκια που κατασχέθηκαν από τον Αλή, η αποφυγή ενός άλλου νέου τρόπου διοίκησης της εκμίσθωσης και των τσιφλικιών, αλλά και κυρίως η αύξηση της απόδοσης με τη βελτίωση των αρνητικών συνθηκών στο εσωτερικό των τσιφλικιών.

Με αυτόν τον σκοπό αποφασίστηκε η προσωρινή διοίκηση με την αποστολή ενός επόπτη σε κάθε τσιφλίκι από τον Αυτοκρατορικό Νομισματοκοπείο και σύμφωνα με τις αποδόσεις στο τέλος κάθε έτους, η εφαρμογή του συστήματος της εκμίσθωσης φόρων ή διαφορετικά άλλων μεθόδων εκμετάλλευσης. Στην πραγματικότητα η βασική σκέψη του κράτους πάνω στο θέμα αυτό ήταν να καθορίσει τις αποδόσεις μέσω των απεσταλμένων υπαλλήλων χωρίς να αλλάξει την έως τότε υπάρχουσα δομή των τσιφλικιών και στη συνέχεια να εντάξει γρήγορα τα τσιφλίκια αυτά στο σύστημα της εκμίσθωσης φόρων.

Και αυτό γιατί φαινόταν αναπόφευκτη η ένταξη των τσιφλικιών στο σύστημα της εκμίσθωσης όχι μόνο για τη βελτίωση των συνθηκών παραγωγής σε αυτά αλλά και για αύξηση των προσόδων και επομένως και των φόρων που θα έπαιρνε από αυτά. Εντούτοις, το κράτος δεν μπόρεσε να πετύχει το σκοπό του αυτό άμεσα. Αυτό συνέβη γιατί λόγω της Ελληνικής Επανάστασης πολλοί από τις αποδόσεις των τσιφλικιών δεν μπορούσαν να υπολογιστούν και επομένως ήταν αδύνατη η εφαρμογή του συστήματος της εκμίσθωσης φόρων. Γι αυτό το λόγο σε πολλά μέρη και μέχρι και το 1822 - 1823 συνεχίστηκε από τους επόπτες το σύστημα της προσωρινής διοίκησης των τσιφλικιών και άλλων κτημάτων που είχαν κατασχεθεί από τον Αλή και τους γιους του.

Οι επόπτες αυτοί που είχαν αναλάβει τα καθήκοντά τους από το 1819 - 1820, μέσα στο περιβάλλον αναρχίας που γέννησε η Ελληνική Επανάσταση, δεν μπορούσαν να υπολογίσουν όπως έπρεπε τις αποδόσεις των τσιφλικιών. Τελικά το 1821 - 1822 καθορίστηκαν σε κατάστιχο που δημιουργήθηκε οι εκτιμώμενες από τα τσιφλίκια αποδόσεις. Είναι φανερό ότι όσον αφορά το έτος αυτό λείπουν αρκετές εκτιμώμενες τιμές για τα επίπεδα των αποδόσεων. Οι προσπάθειες του κράτους για την αύξηση της παραγωγής των τσιφλικιών και επομένως και των φόρων στρέφονταν σε δυο κατευθύνσεις. Η πρώτη ήταν να μετατρέψει τα τσιφλίκια σε ακόμα πιο επικερδείς μονάδες προχωρώντας σε αλλαγές στο σύστημα λειτουργίας.

Τα έτη 1820 - 1821 και 1821 - 1822 τα τσιφλίκια διοικούνταν από κρατικούς υπαλλήλους. Τα τσιφλίκια και οι άλλες εκτάσεις των καζάδων Μοναστηρίου, Φλώρινας, Τζουμά Παζάρι - Τσαρσαμπά (Βελβενδός), Περλεπέ και Σερβίων είχαν δοθεί προσωρινά στη διοίκηση του γραμματικού της Πύλης Χουσεΐν Σακίρ Εφέντη· τα κτήματα των καζάδων Κορυτσάς, Μπεχλίστας, Χρούπιστας (Άργους Ορεστικού), Νεάπολης και Γκιολγκέστι στον Εμίνη των Μεταλλείων Μουσταφά Εφέντη. Ενώ τα κτήματα των περιοχών Οβά και Μπαγίρ στα Τρίκαλα είχαν δοθεί στη διοίκηση του καπουτζίμπαση, του επικεφαλής της φρουράς της Υψηλής Πύλης Μεσούτ Αγά.

Το 1821 - 1822 εξαιτίας του προχωρημένου της ηλικίας του, ο Χουσεΐν Σακίρ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και τα τσιφλίκια που είχε υπό τη διοίκησή του παραχωρήθηκαν στον Μουσταφά Εφέντη. Μετά τη μεταβίβαση αυτή, ζητήθηκε από τον Χουσεΐν Σακίρ να συντάξει ένα κατάστιχο για όλα τα έξοδα, τα έσοδα και άλλους λογαριασμούς που είχε κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του ως επόπτης και να το παραδώσει στον Μουσταφά Εφέντη και επιπλέον να προβεί σε μια αναφορά γι αυτό στην Κωνσταντινούπολη. Εντωμεταξύ, ο Μεσούτ Αγάς που είχε αναλάβει την εποπτεία των τσιφλικιών της Οβά και του Μπαγίρ στα Τρίκαλα απολύθηκε γιατί κρίθηκε αποτυχημένος και στη θέση του διορίστηκε ο Σαλίχ Εφέντης.

Ως δικαιολογία για την αποτυχία του φαίνεται πως ήταν το κατάστιχο που συνέταξε ο ίδιος για τις αποδόσεις των τσιφλικιών το 1820 - 1821, το οποίο δε θεωρήθηκε αξιόπιστο και η μη σύνταξη ανάλογου κατάστιχου για το έτος 1821 - 1822. Φαίνεται πως αυτή τη φορά σε εκτάσεις τσιφλικιών που δεν μπορούσαν να δοθούν για εκμίσθωση άρχισε να λειτουργεί ένα «σταθερό» σύστημα διοίκησης. Γενικά, οι συναντήσεις που γίνονταν στο Μοναστήρι μεταξύ κάποιων κοτζαμπάσηδων και του Εμίνη των Ναυπηγείων είχαν προετοιμάσει το έδαφος γι αυτό το σύστημα διοίκησης το οποίο ξεκίνησε να εφαρμόζεται σε περιοχές που η Ελληνική Επανάσταση είχε εξαπλωθεί.

Από το Μάρτιο του 1822 - 1823 και μετά, 13 τσιφλίκια της περιοχής Οβά στο σαντζάκι των Τρικάλων τα οποία βρίσκονταν υπό το καθεστώς προσωρινής διοίκησης, πέρασαν στη μέθοδο του «σταθερής» καταβολής αντιτίμου 120.500 γροσίων. Ομοίως, 25 τσιφλίκια και μετόχια στους καζάδες Μοναστηρίου, Φλώρινας, Αστάροβας, Κορυτσάς, Κολόνιας, Kasriye (Καστοριάς) και Νεάπολης πέρασαν στο σύστημα «σταθερής» καταβολής 196.000 γροσίων μετά από εξέταση των μέχρι τότε συνθηκών κάτω από τις οποίες λειτουργούσαν και των αποδόσεων που παρουσίαζαν.


Τα καθορισμένα σταθερά ποσά θα εισπράττονταν από τους κοτζαμπάσηδες και επόπτες των κτημάτων σε δύο ισόποσες δόσεις τους μήνες Μάιο και Σεπτέμβριο και θα αποστέλλονταν στο θησαυροφυλάκιο του Αυτοκρατορικού Νομισματοκοπείου. Το κράτος υπό τον όρο να «φυλάσσονται και να προστατεύονται οι ραγιάδες» στα τσιφλίκια που περνούσαν στο καθεστώς της «σταθερής» καταβολής, είχε αποφασίσει το διορισμό ενός ή δύο μόνιμα εγκατεστημένων ατόμων για την επίβλεψη των τσιφλικιών. Επίσης είχε αποφασιστεί η άμεση αλλαγή όσων εκ των ατόμων αυτών θα προέβαιναν σε παράνομες ενέργειες.

Και ακόμα η διαδικασία αλλαγής να γίνεται λαμβάνοντας υπόψιν όχι μόνο τη γνώμη των κοτζαμπάσηδων αλλά και τις επιθυμίες του συνόλου των ραγιάδων των τσιφλικιών. Επίσης, η Πύλη επιθυμούσε να σταθεί εμπόδιο στους λεγόμενους φοροεισπράκτορες και φύλακες που στέλνονταν από τους τοπικούς διοικητές των καζάδων στα προαναφερθέντα τσιφλίκια, να μην τους δώσει την ευκαιρία της συγκέντρωσης των φόρων, να εξασφαλίσει την είσπραξη «του μεριδίου από τους φόρους» που αντιστοιχούσαν στους κατοίκους των τσιφλικιών και μόνο αυτού, αλλά και να μην επιδείξει ανοχή στη συλλογή των φόρων αυτών.

Μεγάλος αριθμός από τα τσιφλίκια και τα άλλα μούλκια των Τρικάλων και των γύρω περιοχών που δέχτηκαν τη επιρροή της Ελληνικής Επανάστασης λειτουργούσαν υπό το καθεστώς της προσωρινής διοίκησης αν και είχαν περάσει στο σύστημα της «σταθερής» καταβολής φόρων το έτος 1822 - 1823. Έτσι, μαζί με περισσότερα από 50 τσιφλίκια του σαντζακιού των Τρικάλων, πολλά καταστήματα, κονάκια, οικόπεδα, διαμερίσματα, καταλύματα χάνια και μποστάνια θα διοικούνταν προσωρινά από κρατικούς επόπτες. Τα τσιφλίκια των Τρικάλων είχαν αρχίσει βαθμιαία από το 1823 - 1824 να περνούν στο σύστημα εκμίσθωσης των φόρων.

Για παράδειγμα, 13 τσιφλίκια που βρίσκονταν στην περιοχή Οβά του καζά της Λάρισας δόθηκαν το 1823 - 1824 προς εκμίσθωση αντί 145.000 γροσίων. Το ποσό της εκμίσθωσης αυξήθηκε το 1824 - 1825 σε 145.500 και το 1825 - 1826 σε 160.000 γρόσια. Ομοίως, το 1824 - 1825 δόθηκαν προς εκμίσθωση φόρων 48 τσιφλίκια στον καζά των Τρικάλων αντί 120.000 γροσίων και 35 τσιφλίκια στην περιοχή Μπαγίρ του καζά της Λάρισας αντί 105.000 γροσίων. Από το 1825 - 1826 και μετά δημοπρατήθηκαν 25 τσιφλίκια που βρίσκονταν στον καζά της Λάρισας και το ποσό που συγκεντρώθηκε από τις δημοπρασίες το έτος αυτό έφτασε τα 90.000 γρόσια.

Από το 1822 - 1823 και μετά είχαν αρχίσει να δημοπρατούνται τα τσιφλίκια και κτήματα του Αλή Πασά και των γιων του τα οποία βρίσκονταν σε περιοχές εκτός των Τρικάλων. Φαίνεται ότι ένα μέρος των τσιφλικιών δόθηκε στους διοικητές των σαντζακιών. Για παράδειγμα, την πλειονότητα των τσιφλικιών και άλλων κτημάτων του σαντζακιού των Ιωαννίνων έλαβε ο διοικητής του σαντζακιού αυτού Ομέρ Πασάς. Το 1822 - 1823 στα Γιάννενα δόθηκαν στον Ομέρ Πασά αντί 208.000 γροσίων 135 τσιφλίκια, 1 χάνι και δύο χειμαδιά ενώ την ίδια στιγμή του είχε παραχωρηθεί και το δικαίωμα είσπραξης 9 μουκατάδων (φορολογικών εισοδημάτων).

Οι μουκατάδες αυτοί τα έτη 1820 - 1821 και 1821 - 1822 βρίσκονταν υπό την εποπτεία των προσωρινών κρατικών υπαλλήλων, εντούτοις όταν καθορίστηκε επακριβώς η απόδοση κάθε τσιφλικιού αποφασίστηκε να δοθούν προς εκμίσθωση. Το αντίτιμο της εκμίσθωσης ήταν 378.750 γρόσια. Το 1822 - 1823 οι μουκατάδες δημοπρατήθηκαν μαζί με 233 τσιφλίκια της Αυλώνας και των Ιωαννίνων, το συνολικό ποσό από τις δημοπρασίες έφτασε τα 777.250 γρόσια. Το ποσό αυτό αυξήθηκε στα 935.261 γρόσια το έτος 1823 - 1824 ενώ το 1825 - 1826 παρέμεινε στα ίδια επίπεδα.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το κράτος προχώρησε σε διαφορετικό σύστημα διοίκησης των κατασχεμένων κτημάτων, όμως εργάστηκε και για τη δημιουργία των συνθηκών αυτών που ήταν απαραίτητες για το πέρασμα στο σύστημα της εκμίσθωσης των φόρων. Και αυτό διότι το σύστημα της εκμίσθωσης θεωρείτο η κατάλληλη μέθοδος για την αύξηση των εισοδημάτων από τη φορολογία στα τσιφλίκια και την καλυτέρευση της οικονομικής κατάστασης των ραγιάδων. Τελικά φαίνεται να καταγράφεται με τον καιρό μια αύξηση στα εισοδήματα των τσιφλικιών που πέρασαν στο σύστημα της εκμίσθωσης φόρων.

Για παράδειγμα, ενώ το 1822 - 1823, 233 τσιφλίκια και 9 μουκατάδες στα Γιάννενα, την Αυλώνα και γύρω περιοχές δημοπρατήθηκαν έναντι 777.250 γροσίων, το επόμενο έτος το ποσό αυτό είχε αυξηθεί σε 935.261 γρόσια. Στόχος των προσπαθειών του κράτους για την αναδιοργάνωση των τσιφλικιών ήταν πρώτα απ’ όλα η εξάλειψη των δυσάρεστων συνθηκών μέσα σε αυτά καθώς και η επιστροφή των κατοίκων που είχαν εγκαταλείψει τους τόπους τους μέσα στο περιβάλλον χάους και αναρχίας. Γι αυτό το σκοπό, την εποχή του Αλή Πασά είχε ζητηθεί η εξομάλυνση των συνθηκών βαριάς φορολογίας.

Διότι ο λαός μετά και την καταβολή των κανονικών φόρων (δεκάτη κτλ) ήταν υποχρεωμένος να παραχωρεί στον Αλή Πασά και το 1/3 της παραγωγής και αυτό βάραινε υπερβολικά τους αγρότες. Η δημιουργία των συνθηκών που θα διασφάλιζαν την επιστροφή των ραγιάδων στα τσιφλίκια που είχαν εγκαταλειφθεί, ήταν μια πολύ σημαντική δουλειά που έπρεπε να γίνει για το λαό των τσιφλικιών. Μ' αυτό το σκοπό, αρχικά χρειαζόταν να γίνει ανοικοδόμηση των σπιτιών και άλλων κτηρίων που είχαν καταστραφεί καθώς και εφοδιασμός τους με ζώα, επομένως χρειαζόταν να εξασφαλιστούν οι πόροι. Και επειδή το κράτος δεν μπορούσε να καλύψει τους πόρους αυτούς από το θησαυροφυλάκιό του, αποφασίστηκε να δημοπρατούνται τα κτήματα αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Χάρη σ’ αυτό, το κράτος θα πετύχαινε το σκοπό ανοικοδόμησης των τσιφλικιών χωρίς άμεσες δαπάνες. Το 1822 - 1823 με την ανάληψη από τον κρατικό φοροεισπράκτορα της Θεσσαλονίκης Μουσταφά Αγά 4 χωριών και 16 τσιφλικιών τα οποία είχαν κατασχεθεί από τον Αλή Πασά και τους γιους του, ο προαναφερθείς σκοπός επετεύχθη. Στις αρχές, το αντίτιμο της δημοπράτησης κινούταν σε χαμηλά επίπεδα γιατί θεωρείτο ότι το άτομο που θα αναλάμβανε τη διοίκηση, λαμβάνοντας υπόψη το πλεονέκτημά του αυτό, θα εργαζόταν για την ανοικοδόμηση του τσιφλικιού και έτσι θα αυξανόταν και η απόδοση τα επόμενα χρόνια.


Έτσι, τα αντίτιμα για την εκμίσθωση των φόρων στα τσιφλίκια του καζά της Βέροιας τα έτη 1822 - 1825 είχαν καθοριστεί με τη σειρά 50, 60, 70 και 100 χιλιάδες γρόσια. Το 1826 - 1827 όμως, σύμφωνα με τα δεδομένα που θα εμφανίζονταν, θα γινόταν νέος καθορισμός των αντιτίμων. Με αφορμή το παράδειγμα αυτό, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος αρκούνταν πιο πολύ στο να κάνει αλλαγές στο μηχανισμό διοίκησης από το να επιδιώκει ενεργά την καλυτέρευση της οικονομικής κατάστασης των κατόχων των τσιφλικιών.

Το κράτος, με σκοπό να εξασφαλίσει την αύξηση αποδόσεων φόρων και παραγωγής στα τσιφλίκια που κατασχέθηκαν από τον Αλή Πασά και τους γιους του, εργάστηκε για την επιβολή σαφών κανονισμών στη διοίκηση των περιοχών αυτών. Ειδικότερα, όποια μέθοδος και να εφαρμοζόταν στη διοίκηση έπρεπε να υιοθετηθεί, όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι έπρεπε να εργαστούν για την προστασία των ραγιάδων καθώς και τη μεταφορά και εγκατάσταση τους στη γη που έμεναν πριν, δεν έπρεπε να ζητηθεί τίποτα παραπάνω από το λαό των τσιφλικιών πέρα από τις καθορισμένες εισφορές και απαιτούνταν να δοθεί μεγάλη προσοχή στο θέμα της παρεμπόδισης όσων θα επιχειρούσαν να πράξουν ενάντια σε όλα τα παραπάνω.

Σ' αυτή τη βάση, όσοι αποκτούσαν τη διοίκηση των τσιφλικιών και των μουκατάδων καταβάλλοντας μεγαλύτερο αντίτιμο, επιφορτίζονταν και με τo απαραίτητο πιστοποιητικό του σαράφη, του αργυραμοιβού. Όσοι δε ενεργούσαν σύμφωνα με τους όρους αυτούς απομακρύνονταν από τα καθήκοντά τους. Για παράδειγμα, το 1822 - 1823 ο διοικητής των Ιωαννίνων Ομέρ Πασάς που εκμεταλλευόταν τις εκτάσεις των Ιωαννίνων και της Αυλώνας, δεν εισηγήθηκε αύξηση του αντιτίμου και επειδή δεν εξασφάλισε το πιστοποιητικό του αργυραμοιβού, στη θέση του διορίστηκε ο Αλή Τζεβάτ Πασάς που είχε καταβάλει 125 χιλιάδων γρόσια παραπάνω.

Ομοίως, τα τσιφλίκια των καζάδων Λάρισας, Φαρσάλων, Ερμιγέ και Βελεστίνου δόθηκαν στον Μεχμέτ Αγά που προσέφερε 100 χιλιάδες γρόσια παραπάνω για το ποσό της εκμίσθωσης. Με την αύξηση αυτή το αντίτιμο για την εκμίσθωση των φόρων στα τσιφλίκια αυτών των καζάδων έφτασε τα 841.500 γρόσια. Το κράτος στηριζόταν στην πεποίθηση ότι κάθε χρόνο θα αυξάνονταν τα αντίτιμα των εκμισθώσεων των φόρων για τις εκτάσεις και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία, ότι θα καλυτέρευαν με τον καιρό οι συνθήκες στα τσιφλίκια και σε συνάρτηση με αυτό ότι θα αυξανόταν η απόδοση. Η ετήσια περίοδος εκμίσθωσης φόρων στα τσιφλίκια άρχιζε το Μάρτιο κάθε έτους και διαρκούσε μέχρι τον Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου.

Επειδή η παροχή κεφαλαίου και σπόρων στους ραγιάδες γινόταν το Νοέμβριο, καταβαλλόταν μια προσπάθεια το όργωμα των τσιφλικιών να μην καθυστερεί τη διαδικασία της εκμίσθωσης των φόρων. Τα επόμενα χρόνια συνεχίστηκε η διοίκηση των κατασχεμένων από τον Αλή και τους γιους του τσιφλικιών με τις ίδιες μεθόδους.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ 

Από τις αρχές του 18ου αιώνα, παράλληλα με την αποδυνάμωση της Οθωμανικής κρατικής εξουσίας στα Βαλκάνια, η παρουσία των τοπικών ηγεμόνων άρχισε να αποκτά μια βαρύτητα και με τον καιρό οι ηγεμόνες αυτοί εξελίχθηκαν σε ισχυρούς διοικητές των περιφερειών τους. Οι ισχυροί αυτοί άνδρες, ιδιοποιούμενοι την περιορισμένη και από το κράτος προερχόμενη εξουσία τους, άρχισαν να μην εκτελούν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Σουλτάνο. Μια από τις περιοχές όπου ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν πασιφανές, ήταν η Αλβανία. Ήταν φανερό ότι οι Αλβανοί σπαχήδες και άλλοι διοικητές, μη εκτελώντας τις διαταγές της Πύλης, έκαναν κατάχρηση των καθηκόντων τους και έτσι ενίσχυαν την πολιτική και οικονομική τους δύναμη.

Το κράτος διαρκώς προσπαθούσε να καταπολεμά τέτοιου είδους τοπικούς ηγεμόνες εντούτοις υπήρχαν ζητήματα που περιόριζαν την καταπολέμηση αυτή. Ειδικότερα σε περιόδους πολέμων, το κράτος υποχρεωνόταν να ζητά τη βοήθεια αυτών των ηγεμόνων. Επιπλέον, το κράτος είχε ανάγκη τους δυνατούς τοπικούς άρχοντες για τη συγκέντρωση των φόρων και τη διασφάλιση της τάξης. Έτσι, σ’ ένα περιβάλλον σαν κι αυτό, δεν στάθηκε δυνατό να αποτραπεί η άνοδος ενός τοπικού άρχοντα, του Αλή Πασά που δρούσε ως διοικητής ενός ημιανεξάρτητου κράτους στην περιοχή του. Ο Αλή Πασάς, πρόσωπο άπληστο, μνησίκακο και αδίστακτο, επιχείρησε με κάθε μέσο να αυξήσει την επιρροή του στα όρια της περιφέρειάς του.

Εργάστηκε σκληρά για την επίτευξή των στόχων του χωρίς να φέρει σε ρήξη τις σχέσεις του με το Σουλτάνο. Χωρίς να διαλύσει τις μακροχρόνιες σχέσεις του με την κεντρική εξουσία, εξασφάλισε τη διάρκεια της δικής του εξουσίας μέσα στο χρόνο με ρουσφέτια και δώρα που συνεχώς στέλνονταν στην Κωνσταντινούπολη και συμμετοχή σε εκστρατείες στο όνομα του κράτους. Ακόμη, κάτω από τις συνθήκες αυτές, επιτιθέμενος κάθε φορά που έβρισκε την ευκαιρία σε γειτονικές του περιοχές, ο Αλή πέτυχε να γίνει σε μεγάλο βαθμό ο μόνος διοικητής μιας ευρείας γεωγραφικής περιφέρειας. Η δύναμή του δεν περιοριζόταν μόνο στο πολιτικό επίπεδο.

Ο Πασάς παράλληλα, απέκτησε εκατοντάδες τσιφλίκια και προσοδοφόρα κτήματα καθ» όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η ανάληψη σημαντικών θέσεων από τους γιους του αύξησε ακόμα πιο πολύ την εξουσία του. Ο Τεπελενλής χρησιμοποιούσε πάντα τη δύναμη και τη θέση του προς όφελός του, λεηλατούσε με κάθε ευκαιρία τις γύρω περιοχές υποκινούμενος από την αστείρευτη απληστία του, αποσπούσε εισοδήματα και δυσβάσταχτους φόρους από τους ραγιάδες που εργάζονταν στα τσιφλίκια, με παρόμοιες μεθόδους και οι γιοι του απέκτησαν περιουσία μεγάλης αξίας. Υπό την κάλυψη της πολιτικής και οικονομικής αυτής δύναμης, ο Αλή Πασάς είχε καταφέρει να αντιστρέψει σχεδόν τελείως ή να αποφύγει με διάφορες δικαιολογίες τις διαταγές της Κωνσταντινούπολης.

Ο Σουλτάνος που προβληματιζόταν έντονα για την ολοένα αυξανόμενη δύναμή του Αλή, με τη βοήθεια ορισμένων προσκείμενων προς αυτόν ατόμων, αποφάσισε την εξόντωσή του και σχεδίασε επιχειρήσεις εναντίον του. Μετά από αυτό, ο Αλή Πασάς, και ενώ έριξε στη μάχη όλους του τους στρατιώτες ο αριθμός των οποίων έφτανε τις 40.000, δεν μπόρεσε να επικρατήσει. Ο Αλή, σε σύντομο χρονικό διάστημα εγκαταλείφθηκε από την πλειονότητα όσων βρίσκονταν στο πλευρό του, ακόμα και από τους γιους του. Στην πραγματικότητα, η δύναμη του Αλή στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό από το Αλβανικό στοιχείο.


Το σύνολο των διοικητών ήταν Αλβανοί αλλά παρόλα αυτά, ο ίδιος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει σημαντική υποστήριξη από τους Αλβανούς και αφέθηκε μόνος. Διότι η δύναμή του στην λαϊκή βάση ήταν αρκετά μικρή. Όντας ιδιοκτήτης μεγάλων εκτάσεων, εκμεταλλεύτηκε απάνθρωπα και για χρόνια τους ραγιάδες που εργάζονταν στα τσιφλίκια και έτσι είχε επέλθει μεγάλο ρήγμα μεταξύ αυτού και του λαού. Και αυτός όπως όλοι οι μεγάλοι δικτάτορες, είχε πιστέψει πολύ περισσότερο στο χρήμα απ’ ότι στο λαό. Είχε πλουτίσει αλλά με κόστος την οικονομική επιδείνωση μεγάλου μέρους του λαού. Ο Αλή Πασάς που συσσώρευε ασταμάτητα μεγάλη περιουσία, δεν έδωσε καμία ευκαιρία στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του να αποκτήσουν πλούτο.

Οι άνθρωποι που δούλευαν δίπλα του ήταν απλώς υπηρέτες με κάποιο μισθό. Ακόμα και οι αξιωματούχοι και οι σύμβουλοί του δεν μπόρεσαν να βρουν την ευκαιρία να αποκτήσουν κτήματα. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν αρκετά δύσκολο να βρει υποστήριξη από μεγάλο μέρους του λαού. Μόνο οι Έλληνες που ετοιμάζονταν για επανάσταση υποστήριξαν τον Πασά. Τελικά, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον του Αλή, ξεκίνησε και η Ελληνική Επανάσταση. Ο Αλή έτρεφε την ελπίδα ότι θα πετύχει η Ελληνική Επανάσταση και ότι θα σωθεί και ο ίδιος από αυτό όμως αν και αντιστάθηκε για πολύ καιρό στην πολιορκία του κάστρου όπου είχε κλειστεί, δολοφονήθηκε στα 1822 και η περιουσία του κατασχέθηκε από το κράτος.

Στο σημείο αυτό, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι στην πραγματικότητα η έλλειψη σημαντικής υποστήριξης της φαινομενικά πανίσχυρης δύναμης του Αλή από το λαό, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αποτυχία αντίστασής του. Αν και ο Αλή Πασάς απέκτησε καθ» όλη τη διάρκεια της ζωής του πλούτο που αντιστοιχούσε σε τεράστιες εκτάσεις, στην πραγματικότητα δεν επιχείρησε ποτέ να εφαρμόσει σταθερές οικονομικές πολιτικές που θα ενίσχυαν την οικονομική ανάπτυξη των περιοχών που είχε στην κατοχή του. Ακόμη κι αν στην εποχή του ήταν ανεπτυγμένη η εμπορική δραστηριότητα στα Γιάννενα και τις γύρω περιοχές, ο Αλή έπρεπε να εξασφαλίζει σημαντικά εισοδήματα από τους εμπόρους που στήριζαν το εμπόριο.

Επίσης η στάση του Αλή γίνεται αντιληπτή και μέσα από την καταστροφή των γύρω περιοχών που έφεραν την όποια ανησυχία σχετικά με την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου στην περιφέρεια του ή μέσα από άλλες παράνομες ενέργειες. Ο Αλή αντί να λαμβάνει μέτρα που θα έστρεφαν όλες τις προσπάθειες του λαού στην παραγωγή και αντί να ηγείται της ανάπτυξης αγροτικών, εμπορικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων, μετατρέποντας σε τσιφλίκια πολλά χωριά και υποχρεώνοντας τους κατοίκους σε καθεστώς δουλοπαροικίας, προχώρησε στην εξασφάλιση για τον εαυτό του εισοδημάτων μεγαλύτερης αξίας από την αξία των παραγόμενων από τη γεωργία προϊόντων.

Και οι ευρείες ενέργειες ανοικοδόμησης που έκανε αποσκοπούσαν στη δημιουργία άνετου γι αυτόν περιβάλλοντος ή ακόμη περισσότερων εισοδημάτων. Γρήγορα, μαζί με την καταπιεστική προς το λαό στάση του, ο έλεγχος πολλών πηγών που εξασφάλιζαν εισοδήματα και η παράνομη ιδιοποίηση μεγάλου μέρους από το κέρδος που παραγόταν, αποτέλεσαν ένα σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη οικονομικά αποδοτικών δραστηριοτήτων στην περιοχή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΕΝΑΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΘΡΥΛΟΣ

Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων αποτέλεσε, από το 1800 και αργότερα, ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα στο Ευρωπαϊκό -κυρίως- στερέωμα. Στην ιστορία, την λογοτεχνία, την τέχνη και το θέατρο, η παρουσία του εξακολουθεί να είναι αισθητή, ακόμη και σήμερα. Ειδικότερα στην διάρκεια των τελευταίων χρόνων της ζωής του ήταν πασίγνωστος ανάμεσα στις -ανώτερες- Ευρωπαϊκές τάξεις, οι οποίες και διψούσαν για κάθε είδους θεάματα με ανατολίτικο περιεχόμενο, όπως του Πασά των Ιωαννίνων. Η πορεία του απέναντι τόσο στις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, όσο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτελούσε μια μόνιμη πηγή γοητείας.

Ενώ και ο διεθνής τύπος παρακολουθούσε, από πολύ κοντά, τις πολιτικές του φιλοδοξίες. H επίδραση του Τεπελενλή πάνω στη δυτική καλλιτεχνική φαντασία ήταν τέτοια που έργα τα οποία εμπνέονται από τη ζωή του συνέχισαν να παράγονται για περισσότερο από εκατό χρόνια, μέχρι σήμερα. Η εκτέλεση του Βεζύρη το Φεβρουάριο του 1822 αποτέλεσε μια από τις πρώτες ειδήσεις των ευρωπαϊκών εφημερίδων της εποχής. Εκτός από την Γαλλόφωνη Spectateur Oriental της Σμύρνης, -στην οποία έχει ήδη γίνει αναφορά-, η μεγάλη Παρισινή εφημερίδα Journal de Dépats δημοσίευσε μια ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη, με όλες τις λεπτομέρειες των δραματικών γεγονότων.

Το ίδιο έκαναν και τα φύλλα του Λονδίνου. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1822, η μεγάλη επιθεώρηση της Σκωτίας BlacNwoods Edinburgh Magazine δημοσίευσε ένα ειδικό αφιέρωμα στον Αλή, που περιελάμβανε εκτενή ανάλυση ενός ανώνυμου Βρετανού γιατρού, ο οποίος είχε επισκεφτεί τον Πασά στα Γιάννενα αρκετά χρόνια πριν. Επίσης η μεγάλη Αγγλική επιθεώρηση -ιδρυμένη το 1758- The Anual Register, στις 20 Μαϊου 1820, δημοσίευσε ανταπόκριση από την Κέρκυρα, με εκτενή αναφορά στα πρώτα πολεμικά γεγονότα των Ιωαννίνων.

Δυστυχώς, όμως, δεν διασώθηκαν τα φύλλα της περιόδου εκείνης της μοναδικής Ελληνικής εφημερίδας που κυκλοφορούσε τότε στην Ευρώπη, του φημισμένου ''Ελληνικού Τηλέγραφου'' της Βιέννης, που θα επέτρεπαν να γίνει γνωστός ο τρόπος που περιέγραψε η ελληνική πλευρά τα γεγονότα του θανάτου του Βεζύρη της Ηπείρου. «Είναι περίεργη», παρατηρεί ο πολιτικός και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Βυζάντιος (1841 - 1898) «η μαγεία την οποίαν εξήσκησεν ο θυελώδης του Αλή Πασά χαρακτήρας επί των συγχρόνων του και των μετά ταύτα πνευμάτων. Δεν υπάρχει ίσως ποιητής ή συγγραφεύς διάσημος οιασδήποτε χώρας, του οποίου τη φαντασίαν δεν προσέβαλεν ο σκληροτράχηλος γόνος της Χάμκως και του Βελή.

Όστις υπήρξεν ''μετέωρον μέγα'', μεγαλυνόμενον και υπό της αποστάσεως του χρόνου, όμως οτιδήποτε και αν υπήρξεν, είναι πλέον αναμφισβήτητον, ότι εγένετο μέγας ανήρ της εποχής». Ωστόσο η τεράστια σε όγκο λογοτεχνική παραγωγή των Ευρωπαίων, που συνεχίζεται και στις μέρες μας και αναφέρεται στον Αλή, εστιάζει περισσότερο την προσοχή της επάνω στο μίσος και την αποστροφή προς αυτόν. Υπάρχουν όμως και ορισμένες εξαιρέσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε την σχετικά πρόσφατη έκδοση, ''Αλή Πασάς, ο Μουσουλμάνος Βοναπάρτης'' της Αμερικανίδας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Κ.Ε. Fleming (κυκλοφόρησε και στα Ελληνικά το 2000).


Η οποία στο έργο της προσεγγίζει τον Τεπελενλή με τρόπο αμερόληπτο και ιστορικά τεκμηριωμένο, χωρίς προκαταλήψεις και μυθοπλασίες. Το συμπέρασμα είναι ότι και στο λυκαυγές του 21ου αιώνα ο Βεζύρης των Ιωαννίνων εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον όχι μόνον των Ελλήνων, αλλά -και αυτό είναι το σημαντικό- των ξένων ερευνητών. Ό,τι γράφτηκε για τον Πασά στηρίχτηκε κυρίως στα οδοιπορικά, στα χρονικά και στις εντυπώσεις επτά περιηγητών που τον έζησαν από κοντά, για λίγο ή πολύ, κατά τη διάρκεια της παντοδυναμίας του.

Αυτοί είναι ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάννενα François Pouqueville, ο Άγγλος γιατρός Sir Henry Holland, ο συνοδοιπόρος του Lord Byron (ο John Cam Hobhouse), ο Γερμανός εξωμότης διοικητής του πυροβολικού του Πασά, Ibrahim Manzour Effendi, ο συνταγματάρχης Guillaume de Vaudoncourt, ο Βρετανός παιδαγωγός και -μετέπειτα- ιερωμένος Thomas Smart Hughes και ο πολυτάλαντος συμπατριώτης του στρατιωτικός William Martin Leake. Όλοι οι μετέπειτα βιογράφοι του Τεπελενλή βασίστηκαν στις εντυπώσεις που δημοσίευσαν οι ανωτέρω, και -κυρίως- στα κείμενα του Pouqueville. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.

Ο Γάλλος πρόξενος έγραψε αρκετά έργα, στα οποία κεντρικό πρόσωπο είναι ο Αλή Πασάς, ακόμη και αν έχουν διαφορετικούς τίτλους. Στο ογκώδες βιβλίο του ''Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως'' περισσότερο απασχολείται με τον Τεπελενλή, παρά με αυτήν την ίδια την Επανάσταση. Όμως, η εμπάθειά του, το μίσος και η προκατάληψή του εναντίον του, ακυρώνουν κάθε ίχνος ιστορικής τεκμηρίωσης, και παρουσιάζουν ένα πρόσωπο που πολύ απέχει από την πραγματικότητα και πλάθουν μια αποκρουστική εικόνα του Βεζύρη των Ιωαννίνων.

Στο μεγαλύτερο μέρος των έργων του, ο Fr. Pouqueville βασίζεται σε διανθισμένες περιγραφές -αμφίβολης εγκυρότητας- επικεντρώνοντας κυρίως το ενδιαφέρον του στις θηριωδίες του, τις οποίες μεγαλοποιεί, υποβαθμίζοντας τις άλλες πλευρές της πολυτάραχης ζωής του. Και όμως, ο Fr. Pouqueville μετέδωσε τις απόψεις του σε πολλούς σοβαρούς συγγραφείς, οι οποίοι έγραψαν βιογραφίες ή μυθιστορίες σχετικά με τον Αλή. Έτσι λοιπόν επηρεάστηκε ο ζωγράφος Louis Dupré, οι λογοτέχνες Alexandre Dumas (père), Μόr JòNai, Eugène Sue και Alphonse de Lamartine, οι φιλέλληνες ιστορικοί Thomas Gordon, George Finlay και Sir James Emerson, και οι συγγραφείς Richard Alfred Davenport, Conrad Malte - Brun, Jean - Félicien - Mallefille κ.ά.

Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινήθηκαν και οι Έλληνες Παναγιώτης και Σπυρίδων Αραβαντινός, Ιωάννης Λαμπρίδης, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Γεώργιος Γαζής, και άλλοι, οι οποίοι υιοθέτησαν αβασάνιστα τον επικριτικό λόγο του Pouqueville. Δεκάδες θεατρικά έργα και όπερες, τραγωδίες και μελοδράματα, με κεντρικό ήρωα τον Τεπελενλή, παρουσιάστηκαν στις μεγαλύτερες σκηνές της Ευρώπης, όπως στη Σκάλα του Μιλάνου και στο Covent Garden του Λονδίνου. Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, η Ευρωπαϊκή λαϊκή δίψα για θρύλους που πλημμύριζαν από τις απάνθρωπες και μυστηριώδεις ιδιοτροπίες των Μουσουλάνων κυβερνητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της ιδίως μετά τον θάνατο του Αλή.

Οι θεατρικοί και οι λυρικοί συγγραφείς της εποχής εμπνεύστηκαν, κυρίως, από τις τελευταίες πιο δραματικές στιγμές του σατράπη, και τις οποίες παρουσίασαν με ρομαντική και συναισθηματική διάθεση. Και αυτοί όμως τελικά δεν μπόρεσαν -ή δεν επιδίωξαν- να απαλλαγούν, εντελώς, από την προκατάληψη του F. Pouqueville έναντι του άσπονδου εχθρού του (άλλωστε στα κείμενά του στηρίχτηκαν αβασάνιστα) και έτσι τον παρουσιάζουν σαν έναν συμβολικό αρχέγονο δεσπότη της μυστηριώδους, άγριας και καθυστερημένης Ανατολής. Ο Αλή Πασάς και ο Μάρκος Μπότσαρης, είναι οι δυο πιο ''ζωγραφισμένες'' Ελληνικού ενδιαφέροντος προσωπικότητες του 19ου αιώνα.

Τον Τεπελενλή απαθανάτισαν, είτε εκ του φυσικού, είτε κατά φαντασία, μερικοί από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους καλλιτέχνες του 19ου αιώνα, όπως ο διάσημος Γάλλος οριενταλιστής Alexandre - Marie Colin, ο περίφημος Louis Dupré, ο φιλέλληνας Horace Vernet, o Ιταλός ζωγράφος Giuseppe dellΓ Acqua, ο πολυτάλαντος Quinsac Monvoisin και άλλοι πολλοί. Τα πρωτότυπα έργα τους ακολούθησαν χαλκόγραφιες αναπαραγωγές, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων και να καταστήσουν το πρόσωπό του Πασά οικείο στο ευρύ Ευρωπαϊκό κοινό.

Ενδιαφέρουσες απεικονίσεις του ανήκουν σε Έλληνες καλλιτέχνες όπως οι λαϊκοί ζωγράφοι -και εικονογράφοι- Σωτήριος Χρηστίδης, Θεόφιλος (Χατζημιχάλης), Φώτης Κόντογλου, Μέντης Μποσταντζόγλου, ο πρωτοπόρος του ''μοντερνισμού'' στην Ελλάδα, Αλέκος Κοντόπουλος, o Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Σκιαδόπουλος κ.ά. Την μορφή του Βεζύρη των Ιωαννίνων συναντούμε σε πληθώρα αντικειμένων, όπως πιάτα πορσελάνης, ρολόγια, τραπουλόχαρτα και ταμπακιέρες, κεντήματα τοίχου, σε αλατιέρες, σε διακοσμητικά ξυλόγλυπτα, σε βάζα και τσαγιέρες, σε καρτ-ποστάλ, ακόμη και σε γραμματόσημα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν αμέτρητα λαϊκά αναγνώσματα.

Ιστορικά μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, έμμετρα και πεζά, ακόμη και εφημερίδα με το όνομά του, ως τίτλο. Επίσης εμφανίζεται συχνά στο ''θέατρο σκιών''. Διασώθηκαν αρκετά προσωπικά αντικείμενα του Αλή Πασά. Στο Μητροπολιτικό Μουσείο -της Νέας Υόρκης- βρίσκονται δέκα όπλα του. Στο Μουσείο Φώτη Ραπακούση στα Γιάννενα εκτίθεται η ''μεγαλοπρεπής πίπα'' του. Όπλα, ωρολόγια του κ.λ.π. βρίσκονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, στο Μουσείο Μπενάκη, στο Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης, στο Δημοτικό Μουσείο Ιωαννίνων και σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Στη Νήσο των Ιωαννίνων, στο μέρος όπου άφησε την τελευταία πνοή του, λειτουργεί και ένα μικρό Μουσείο, που φέρει το όνομά του.

Τέλος ένα μεγάλο μέρος από το προσωπικό του αρχείο φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη Αθηνών και σε πολλά δημόσια ή ιδιωτικά αρχεία. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων εξακολουθεί και σήμερα να θεωρείται μια δεσπόζουσα μορφή στο γενικότερο πλαίσιο τόσο του Οθωμανικού όσο και του Ελληνικού παρελθόντος, αλλά και του Βαλκανικού γενικότερα. Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι και στα επόμενα χρόνια ''Ο Μουσουλμάνος Βοναπάρτης'' - όπως τον προσονόμασε ο Μπάυρον- θα συνεχίσει να είναι ''παρών'', στην ιστοριογραφία, την τέχνη, το θέατρο, την ζωγραφική, την ποίηση και την λογοτεχνία, ιδίως την λαϊκή.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'