Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (110-114)

[110] Τοιούτων τοίνυν ἡμῶν γεγενημένων καὶ τοσαύτην πίστιν δεδωκότων ὑπὲρ τοῦ μὴ τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμεῖν τολμῶσι κατηγορεῖν οἱ τῶν δεκαρχιῶν κοινωνήσαντες καὶ τὰς αὑτῶν πατρίδας διαλυμηνάμενοι καὶ μικρὰς μὲν ποιήσαντες δοκεῖν εἶναι τὰς τῶν προγεγενημένων ἀδικίας, οὐδεμίαν δὲ λιπόντες ὑπερβολὴν τοῖς αὖθις βουλομένοις γενέσθαι πονηροῖς, ἀλλὰ φάσκοντες μὲν λακωνίζειν, τἀναντία δ᾽ ἐκείνοις ἐπιτηδεύοντες, καὶ τὰς μὲν Μηλίων ὀδυρόμενοι συμφοράς, περὶ δὲ τοὺς αὑτῶν πολίτας ἀνήκεστα τολμήσαντες ἐξαμαρτεῖν.

[111] ποῖον γὰρ αὐτοὺς ἀδίκημα διέφυγεν; ἢ τί τῶν αἰσχρῶν ἢ δεινῶν οὐ διεξῆλθον; οἳ τοὺς μὲν ἀνομωτάτους πιστοτάτους ἐνόμιζον, τοὺς δὲ προδότας ὥσπερ εὐεργέτας ἐθεράπευον, ᾑροῦντο δὲ τῶν Εἱλώτων ἑνὶ δουλεύειν ὥστ᾽ εἰς τὰς αὑτῶν πατρίδας ὑβρίζειν, μᾶλλον δ᾽ ἐτίμων τοὺς αὐτόχειρας καὶ φονέας τῶν πολιτῶν ἢ τοὺς γονέας τοὺς αὑτῶν,

[112] εἰς τοῦτο δ᾽ ὠμότητος ἅπαντας ἡμᾶς κατέστησαν ὥστε πρὸ τοῦ μὲν διὰ τὴν παροῦσαν εὐδαιμονίαν καὶ ταῖς μικραῖς ἀτυχίαις πολλοὺς ἕκαστον ἡμῶν ἔχειν τοὺς συμπενθήσοντας, ἐπὶ δὲ τῆς τούτων ἀρχῆς διὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκείων κακῶν ἐπαυσάμεθ᾽ ἀλλήλους ἐλεοῦντες· οὐδενὶ γὰρ τοσαύτην σχολὴν παρέλιπον ὥσθ᾽ ἑτέρῳ συναχθεσθῆναι.

[113] τίνος γὰρ οὐκ ἐφίκοντο; ἢ τίς οὕτω πόρρω τῶν πολιτικῶν ἦν πραγμάτων, ὅστις οὐκ ἐγγὺς ἠναγκάσθη γενέσθαι τῶν συμφορῶν, εἰς ἃς αἱ τοιαῦται φύσεις ἡμᾶς κατέστησαν; εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνονται τὰς αὑτῶν πόλεις οὕτως ἀνόμως διαθέντες καὶ τῆς ἡμετέρας ἀδίκως κατηγοροῦντες, ἀλλὰ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ περὶ τῶν δικῶν καὶ τῶν γραφῶν τῶν ποτε παρ᾽ ἡμῖν γενομένων λέγειν τολμῶσιν, αὐτοὶ πλείους ἐν τρισὶ μησὶν ἀκρίτους ἀποκτείναντες ὧν ἡ πόλις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἁπάσης ἔκρινεν.

[114] φυγὰς δὲ καὶ στάσεις καὶ νόμων συγχύσεις καὶ πολιτειῶν μεταβολάς, ἔτι δὲ παίδων ὕβρεις καὶ γυναικῶν αἰσχύνας καὶ χρημάτων ἁρπαγὰς τίς ἂν δύναιτο διεξελθεῖν; πλὴν τοσοῦτον εἰπεῖν ἔχω καθ᾽ ἁπάντων, ὅτι τὰ μὲν ἐφ᾽ ἡμῶν δεινὰ ῥᾳδίως ἄν τις ἑνὶ ψηφίσματι διέλυσεν, τὰς δὲ σφαγὰς καὶ τὰς ἀνομίας τὰς ἐπὶ τούτων γενομένας οὐδεὶς ἂν ἰάσασθαι δύναιτο.

***
Οι συμφορές που προκάλεσε η Σπαρτιατική ηγεμονία.
[110] Παρ᾽ όλα αυτά και ενώ τέτοια διαγωγή δείξαμε στους συμμάχους και τόσο φανερά αποδείξαμε πως δεν επιθυμούσαμε τα ξένα αγαθά, τολμούν να μας κατηγορούνε ποιοί; Αυτοί που πήρανε μέρος στις δεκαρχίες, ρήμαξαν τις πατρίδες τους, έκαναν ένα τίποτα τις αδικίες τις παλιές μπρός στις δικές τους, δεν άφησαν κανένα περιθώριο για να τους ξεπεράσουν άλλοι που τυχόν θα ήθελαν κατόπιν να φερθούν αισχρά· αυτοί που ισχυρίζονται ότι λατρεύουν καθετί λακωνικό, όμως οι πράξεις τους είναι πέρα για πέρα αντίθετες από τις συνήθειες των Σπαρτιατών, και ενώ θρηνολογούν δήθεν για τη συμφορά που βρήκε τους Μηλίους, τόλμησαν ωστόσο να διαπράξουν εγκλήματα αθεράπευτα στους συμπολίτες τους τους ίδιους.

[111] Και ποιό κακό δεν έκαμαν; Ποιά πράξη αισχρή ή φρικιαστική άφησαν να τους διαφύγει; Τους μεγαλύτερους εχθρούς του νόμου και της τάξης τούς θεωρούσαν πιστούς· χαϊδολογούσαν τους προδότες, σαν να ήταν ευεργέτες της πατρίδας· προτιμούσαν να είναι δούλοι σε έναν είλωτα, αρκεί να εξευτελίσουν την πατρίδα τους· τιμούσαν τους φονιάδες και τους δολοφόνους των συμπολιτών τους ακόμα περισσότερο και από τους δικούς τους τους γονείς.

[112] Οδήγησαν τον κόσμο σε τέτοιο σημείο ωμότητας, ώστε πρωτύτερα, στα χρόνια της ευτυχίας, και στις μικρές ακόμα ατυχίες έβρισκε ο καθένας μας πολλούς να του παρασταθούν, ενώ τότε, τον καιρό της δικιάς τους κυριαρχίας, με το πλήθος τις συμφορές που έπεσαν στον καθένα, πάψαμε να λυπούμαστε τους άλλους· δεν άφησαν σε κανέναν περιθώρια να συγκινηθεί με τους καημούς των άλλων.

[113] Πραγματικά, σε ποιόν δεν έδειξαν την εγκληματική διάθεσή τους; Ή ποιός στάθηκε τόσο μακριά από τη δημόσια ζωή, ώστε δεν αναγκάστηκε να μπει βαθιά μέσα στις συμφορές, όπου μας βούτηξαν αυτοί οι ελεεινοί; Έπειτα δεν ντρέπονται που κατακρίνουν εμάς, ενάντια σε κάθε έννοια δικαιοσύνης, τη στιγμή που τις πόλεις τις δικές τους τις έριξαν σε τέτοια παρανομία; Και πάνω από όλα έχουν το θράσος να κάνουν λόγο για ιδιωτικές και για δημόσιες δίκες, που έγιναν άλλοτε σ᾽ εμάς, τη στιγμή που αυτοί, μέσα σε τρείς μήνες μονάχα, σκότωσαν χωρίς δίκη ακόμα περισσότερους από όσους δίκασε η πόλη μας μέσα σε όλο το μακρύ διάστημα που κράτησε η ηγεμονία της.

[114] Όσο για τις εξορίες, τις εσωτερικές αναστατώσεις, τη σύγχυση και την παρανομία, τις αυθαίρετες πολιτειακές μεταβολές, και ακόμα για τα εγκλήματα προς τα παιδιά, το ατίμασμα των γυναικών, την αρπαγή των περιουσιών, ποιός θα μπορούσε να τα απαριθμήσει όλα αυτά; Ένα μονάχα έχω να πω και τίποτα άλλο: Οι αδικίες που έγιναν στα χρόνια της δικιάς μας κυριαρχίας με ένα μονάχα ψήφισμα θα ήταν δυνατό να διαλυθούν· όμως τις σφαγές και τις παρανομίες που έγιναν στα χρόνια τους κανείς δεν είναι δυνατό να τις γιατρέψει.