Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (100-109)

Αποτέλεσμα εικόνας για μουσείο ακρόπολησ εκθέματα[100] Μέχρι μὲν οὖν τούτων οἶδ᾽ ὅτι πάντες ἂν ὁμολογήσειαν πλείστων ἀγαθῶν τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν αἰτίαν γεγενῆσθαι καὶ δικαίως ἂν αὐτῆς τὴν ἡγεμονίαν εἶναι μετὰ δὲ ταῦτ᾽ ἤδη τινὲς ἡμῶν κατηγοροῦσιν ὡς, ἐπειδὴ τὴν ἀρχὴν τῆς θαλάττης παρελάβομεν, πολλῶν κακῶν αἴτιοι τοῖς Ἕλλησιν κατέστημεν, καὶ τόν τε Μηλίων ἀνδραποδισμὸν καὶ τὸν Σκιωναίων ὄλεθρον ἐν τούτοις τοῖς λόγοις ἡμῖν προφέρουσιν.

[101] ἐγὼ δ᾽ ἡγοῦμαι πρῶτον μὲν οὐδὲν εἶναι τοῦτο σημεῖον ὡς κακῶς ἤρχομεν, εἴ τινες τῶν πολεμησάντων ἡμῖν σφόδρα φαίνονται κολασθέντες, ἀλλὰ πολὺ τόδε μεῖζον τεκμήριον ὡς καλῶς διῳκοῦμεν τὰ τῶν συμμάχων, ὅτι τῶν πόλεων τῶν ὑφ᾽ ἡμῖν οὐσῶν οὐδεμία ταύταις ταῖς συμφοραῖς περιέπεσεν.

[102] ἔπειτ᾽ εἰ μὲν ἄλλοι τινὲς τῶν αὐτῶν πραγμάτων πραότερον ἐπεμελήθησαν, εἰκότως ἂν ἡμῖν ἐπιτιμῷεν· εἰ δὲ μήτε τοῦτο γέγονεν μήθ᾽ οἷόν τ᾽ ἐστὶν τοσούτων πόλεων τὸ πλῆθος κρατεῖν, ἢν μή τις κολάζῃ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας, πῶς οὐκ ἤδη δίκαιόν ἐστιν ἡμᾶς ἐπαινεῖν, οἵτινες ἐλαχίστοις χαλεπήναντες πλεῖστον χρόνον τὴν ἀρχὴν κατασχεῖν ἠδυνήθημεν;

[103] οἶμαι δὲ πᾶσιν δοκεῖν τούτους κρατίστους προστάτας γενήσεσθαι τῶν Ἑλλήνων, ἐφ᾽ ὧν οἱ πειθαρχήσαντες ἄριστα τυγχάνουσι πράξαντες. ἐπὶ τοίνυν τῆς ἡμετέρας ἡγεμονίας εὑρήσομεν καὶ τοὺς οἴκους τοὺς ἰδίους πρὸς εὐδαιμονίαν πλεῖστον ἐπιδόντας καὶ τὰς πόλεις μεγίστας γενομένας.

[104] οὐ γὰρ ἐφθονοῦμεν ταῖς αὐξανομέναις αὐτῶν, οὐδὲ ταραχὰς ἐνεποιοῦμεν πολιτείας ἐναντίας παρακαθιστάντες ἵν᾽ ἀλλήλοις μὲν στασιάζοιεν, ἡμᾶς δ᾽ ἀμφότεροι θεραπεύοιεν, ἀλλὰ τὴν τῶν συμμάχων ὁμόνοιαν κοινὴν ὠφέλειαν νομίζοντες τοῖς αὐτοῖς νόμοις ἁπάσας τὰς πόλεις διῳκοῦμεν, συμμαχικῶς, ἀλλ᾽ οὐ δεσποτικῶς βουλευόμενοι περὶ αὐτῶν, ὅλων μὲν τῶν πραγμάτων ἐπιστατοῦντες, ἰδίᾳ δ᾽ ἑκάστους ἐλευθέρους ἐῶντες εἶναι,

[105] καὶ τῷ μὲν πλήθει βοηθοῦντες, ταῖς δὲ δυναστείαις πολεμοῦντες, δεινὸν οἰόμενοι τοὺς πολλοὺς ὑπὸ τοῖς ὀλίγοις εἶναι καὶ τοὺς ταῖς οὐσίαις ἐνδεεστέρους, τὰ δ᾽ ἄλλα μηδὲν χείρους ὄντας, ἀπελαύνεσθαι τῶν ἀρχῶν, ἔτι δὲ κοινῆς τῆς πατρίδος οὔσης τοὺς μὲν τυραννεῖν, τοὺς δὲ μετοικεῖν καὶ φύσει πολίτας ὄντας νόμῳ τῆς πολιτείας ἀποστερεῖσθαι.

[106] τοιαῦτ᾽ ἔχοντες ταῖς ὀλιγαρχίαις ἐπιτιμᾶν καὶ πλείω τούτων τὴν αὐτὴν πολιτείαν ἥνπερ παρ᾽ ἡμῖν αὐτοῖς καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις κατεστήσαμεν, ἣν οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ διὰ μακροτέρων ἐπαινεῖν, ἄλλως τε καὶ συντόμως ἔχοντα δηλῶσαι περὶ αὐτῆς. μετὰ γὰρ ταύτης οἰκοῦντες ἑβδομήκοντ᾽ ἔτη διετελέσαμεν ἄπειροι μὲν τυραννίδων, ἐλεύθεροι δὲ πρὸς τοὺς βαρβάρους, ἀστασίαστοι δὲ πρὸς σφᾶς αὐτούς, εἰρήνην δ᾽ ἄγοντες πρὸς πάντας ἀνθρώπους.

[107] ὑπὲρ ὧν προσήκει τοὺς εὖ φρονοῦντας μεγάλην χάριν ἔχειν πολὺ μᾶλλον ἢ τὰς κληρουχίας ἡμῖν ὀνειδίζειν, ἃς ἡμεῖς εἰς τὰς ἐρημουμένας τῶν πόλεων φυλακῆς ἕνεκα τῶν χωρίων, ἀλλ᾽ οὐ διὰ πλεονεξίαν ἐξεπέμπομεν. σημεῖον δὲ τούτων· ἔχοντες γὰρ χώραν μὲν ὡς πρὸς τὸ πλῆθος τῶν πολιτῶν ἐλαχίστην, ἀρχὴν δὲ μεγίστην, καὶ κεκτημένοι τριήρεις διπλασίας μὲν ἢ σύμπαντες,

[108] δυναμένας δὲ πρὸς δὶς τοσαύτας κινδυνεύειν, ὑποκειμένης τῆς Εὐβοίας ὑπὸ τὴν Ἀττικὴν, ἣ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν τῆς θαλάττης εὐφυῶς εἶχεν καὶ τὴν ἄλλην ἀρετὴν ἁπασῶν τῶν νήσων διέφερεν, κρατοῦντες αὐτῆς μᾶλλον ἢ τῆς ἡμετέρας αὐτῶν, καὶ πρὸς τούτοις εἰδότες καὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν βαρβάρων τούτους μάλιστ᾽ εὐδοκιμοῦντας ὅσοι τοὺς ὁμόρους ἀναστάτους ποιήσαντες ἄφθονον καὶ ῥᾴθυμον αὑτοῖς κατεστήσαντο τὸν βίον, ὅμως οὐδὲν τούτων ἡμᾶς ἐπῆρεν περὶ τοὺς ἔχοντας τὴν νῆσον ἐξαμαρτεῖν,

[109] ἀλλὰ μόνοι δὴ τῶν μεγάλην δύναμιν λαβόντων περιείδομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπορωτέρως ζῶντας τῶν δουλεύειν αἰτίαν ἐχόντων. καίτοι βουλόμενοι πλεονεκτεῖν οὐκ ἂν δή που τῆς μὲν Σκιωναίων γῆς ἐπεθυμήσαμεν, ἣν Πλαταιέων τοῖς ὡς ἡμᾶς καταφυγοῦσι φαινόμεθα παραδόντες, τοσαύτην δὲ χώραν παρελίπομεν ἣ πάντας ἂν ἡμᾶς εὐπορωτέρους ἐποίησεν.

***
Δικαίωση της αθηναϊκής ηγεμονίας.
[100] Ώς τη στιγμή εκείνη, το ξέρω, όλοι θα παραδέχονταν ότι είχε προσφέρει η πόλη μας πάρα πολλές ευεργεσίες στην Ελλάδα και δικαιωματικά θα της ανήκε η ηγεμονία. Για την αμέσως κιόλας κατοπινή περίοδο μας κατακρίνουν μερικοί πως τάχα, αφότου παραλάβαμε την αρχηγία στη θάλασσα, άφθονες συμφορές προξενήσαμε στους Έλληνες. Με τα λόγια τους αυτά μας καταλογίζουν φυσικά την υποδούλωση των κατοίκων της Μήλου και τη σφαγή των Σκιωναίων.

[101] Προσωπικά όμως νομίζω ότι, αν μερικοί από όσους μας πολέμησαν αποδείχτηκε πως τιμωρήθηκαν σκληρά, αυτό δε μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη πως διοικήσαμε με τρόπο ανάρμοστο. Αντίθετα, πολύ πιο ισχυρή απόδειξη, πως ορθά διαχειριστήκαμε τις υποθέσεις των συμμάχων, αποτελεί το γεγονός ότι από τις πόλεις τις συμμαχικές, που έμειναν πιστές στη δικιά μας εξουσία, καμιά δεν έπεσε σ᾽ αυτές τις συμφορές.

[102] Έπειτα, αν υπάρχουν άνθρωποι που διαχειρίστηκαν τις ίδιες υποθέσεις με τρόπο μαλακότερο, δικαιολογημένα θα τα έβαζαν μαζί μας. Αφού όμως ούτε αυτό έχει συμβεί, ούτε και είναι δυνατό να επιβάλεις εξουσία σε τόσο πλήθος πόλεων χωρίς να τιμωρείς αυτούς που παρεκτρέπονται, πώς δεν αξίζουμε τον έπαινο εμείς, τη στιγμή που κατορθώσαμε να διατηρήσουμε τόσον καιρό την εξουσία, χωρίς να δυσαρεστήσουμε παρά ελάχιστους;

[103] Νομίζω μάλιστα πως όλοι συμφωνούν ότι άξιοι προστάτες των Ελλήνων θα σταθούν εκείνοι που στα δικά τους χρόνια, όσοι πειθάρχησαν, απόχτησαν μεγάλη ευτυχία. Στα χρόνια λοιπόν της ηγεμονίας της δικιάς μας θα βρούμε και των ιδιωτών τα σπίτια σε μεγάλη προκοπή και ευδαιμονία και όλες τις πόλεις σε μια ξεχωριστή ανάπτυξη και ευημερία.

[104] Είναι που δε ζηλεύαμε τις πόλεις που προόδευαν· δε δημιουργούσαμε αναταραχή επιβάλλοντας πολιτεύματα αντίθετα, έτσι που μεταξύ τους να φαγώνονται και εμάς να μας υπηρετούν δουλικά. Των συμμάχων την ομόνοια τη θεωρούσαμε κοινή ωφέλεια για όλους και κυβερνούσαμε όλες τις πολιτείες με τους ίδιους νόμους σαν σύμμαχοι πραγματικοί και όχι σαν αφέντες. Μόνο τη γενική πολιτική τους κατευθύναμε, χωρίς να επεμβαίνουμε σε θέματα προσωπικής ελευθερίας, που ήταν απαραβίαστη.

[105] Βοηθούσαμε το λαό και πολεμούσαμε την τυραννία, γιατί είχαμε τη γνώμη πως είναι απαράδεχτο οι λίγοι να καταδυναστεύουν τους πολλούς, να αποκλείονται από τα δημόσια αξιώματα οι άποροι, που ωστόσο σε τίποτα δεν υστερούσαν μπρος στους άλλους: Πιστεύαμε ότι δεν επιτρέπεται σε μια πατρίδα, που είναι κοινή για όλους, άλλοι να είναι τύραννοι και άλλοι μέτοικοι, και αυτοί που είναι από τη φύση πολίτες, να χάνουν τα πολιτικά τους δικαιώματα από το νόμο.

[106] Τέτοιες κατηγορίες έχοντας για τις ολιγαρχίες και ακόμα σοβαρότερες εφαρμόσαμε στις άλλες συμμαχικές πόλεις το ίδιο ακριβώς πολίτευμα που είχαμε και εμείς, και δεν ξέρω γιατί πρέπει να κάνω μακρολογώντας έπαινο γι᾽ αυτό, τη στιγμή μάλιστα που είναι δυνατό να είμαι και σύντομος.
Αρκεί να πω ότι με το πολίτευμα αυτό ζήσαμε ήσυχοι εβδομήντα χρόνια συνεχώς, χωρίς τυράννους, χωρίς σκλαβιά από τους βαρβάρους, μονιασμένοι και αδερφωμένοι μεταξύ μας, σε γαλήνη και ειρήνη με τον κόσμο όλο.

[107] Για όλα αυτά πρέπει οι άνθρωποι που λογικεύονται να μας χρωστούν ευγνωμοσύνη, και όχι να μας κακολογούν για τους κληρούχους, αφού τους στέλναμε στις πόλεις που ερημώνονταν όχι από πλεονεξία, μα για να τις φυλάν και να τις προστατεύουν. Θέλετε τώρα και απόδειξη γι᾽ αυτό; Είχαμε βέβαια χώρα πολύ μικρή, σε σύγκριση με το μεγάλο αριθμό των πολιτών, μα δύναμη μεγάλη· είχαμε πλοία δυο φορές τόσα όσα οι άλλοι Έλληνες μαζί, πλοία που ήταν σε θέση να αναμετρηθούν κάθε στιγμή με τα διπλάσια σε αριθμό·

[108] πλάι στην Αττική ήταν η Εύβοια, που είχε θέση εξαίρετη για την κυριαρχία μας στη θάλασσα και πολλά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τα άλλα νησιά, και αυτήν την είχαμε στο χέρι πιο σίγουρα και από τη δική μας πόλη· ξέραμε ακόμα ότι και από τους Έλληνες και από τους βαρβάρους ευημερούσαν περισσότερο όσοι ξεσπίτωναν και αναστάτωναν τους γείτονες, για να εξασφαλίσουν για λογαριασμό τους πλούσια ζωή και ξένοιαστη. Όμως τίποτα από αυτά δε μας ξεσήκωσε το νου, για να φερθούμε άδικα στους ανθρώπους του νησιού αυτού.

[109] Αντίθετα, μονάχα εμείς από τους λαούς που απόχτησαν ποτέ μεγάλη δύναμη δεχτήκαμε να ζήσουμε πιο φτωχικά από όσους έχουν το όνομα ότι είναι δούλοι. Και οπωσδήποτε, αν θέλαμε να δούμε το συμφέρον μας μονάχα, σίγουρα δε θα επιθυμούσαμε των Σκιωναίων τη χώρα —είναι γνωστό άλλωστε ότι την παραδώσαμε στους Πλαταιείς τους πρόσφυγες, που κατέφυγαν σ᾽ εμάς για προστασία— αφήνοντας ανενόχλητη μια τέτοια χώρα, που θα μπορούσε όλους μας να μας κάνει πλούσιους.