Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία (1-5)

Η απολογία του μοιχοκτόνου

Ο λόγος αυτός, που είναι το αριστούργημα του Λυσία, κατά την κρίση φιλολόγων της ολκής του Dobree (nilin hoc generemelius) και του Wilamowitz  (ο «ωραιότερος λόγος» του Λυσία) αποτελεί βασικό κείμενο στις επίκαιρες συζητήσεις για τη θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής εποχής.

Ο λόγος είναι η απολογία του Ευφίλητου, ενός άγνωστου κατά τα άλλα Αθηναίου γεωργού, για τον φόνο του νεαρού Ερατοσθένη, που τον συνέλαβε, όπως ισχυρίζεται, να διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα του μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο νόμος δεν επέβαλλε, επέτρεπε όμως στον θιγόμενο να σκοτώσει ατιμωρητί τον μοιχό που συλλαμβανόταν επ᾽ αυτοφώρω. Ο Ευφίλητος παραδέχεται τον φόνο, υποστηρίζει όμως ότι έχει διαπράξει σύννομο φόνο (φόνον δίκαιον). Την εκδοχή του την αμφισβήτησαν οι κατήγοροι (οι συγγενείς του νεκρού), που φαίνεται ότι απέδιδαν τον φόνο σε άλλα κίνητρα και ισχυρίζονταν ότι ο Ερατοσθένης παγιδεύτηκε, οδηγήθηκε διά της βίας μέσα στο σπίτι του Ευφίλητου και σκοτώθηκε, ενώ είχε καταφύγει στην εστία, που παρείχε άσυλο σε όλους. (Στην περίπτωση της μοιχείας φαίνεται ότι επιτρεπόταν το νηποινεὶ κτείνειν, το να σκοτώνει δηλ. κάποιος χωρίς να τιμωρείται, υπό τον όρο ότι ο δράστης δεν είχε παγιδεύσει το θύμα).

Η υπόθεση πιθανότατα εκδικάστηκε στο Δελφίνιο, το δικαστήριο που ήταν αρμόδιο για εκδίκαση υποθέσεων σύννομου φόνου και συνεδρίαζε στο ιερό του Δελφινίου Απόλλωνος. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η έκβαση ούτε πότε εκφωνήθηκε ο λόγος.

H ασυνήθιστα μακρά διήγηση του λόγου, η οποία συνιστά αφηγηματικό επίτευγμα. Η διήγηση εν προκειμένω δεν αποτελεί μόνο τη βάση για την απόδειξη, λειτουργεί η ίδια με τρόπο έμμεσο -και γι᾽ αυτό ίσως δραστικότερο- ως απόδειξη, αφού συμβάλλει αποφασιστικά στο να διαγραφεί πειστικά ο χαρακτήρας του Ευφίλητου ως ενός ανθρώπου -συχνά "ανθρωπάκου"- που δεν θα ήταν σε θέση να σχεδιάσει και να εκτελέσει το στυγερό έγκλημα που του αποδίδουν οι κατήγοροι.
-----------------
[1] Περὶ πολλοῦ ἂν ποιησαίμην, ὦ ἄνδρες, τὸ τοιούτους ὑμᾶς ἐμοὶ δικαστὰς περὶ τούτου τοῦ πράγματος γενέσθαι, οἷοίπερ ἂν ὑμῖν αὐτοῖς εἴητε τοιαῦτα πεπονθότες· εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι, εἰ τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῶν ἄλλων ἔχοιτε, ἥνπερ περὶ ὑμῶν αὐτῶν, οὐκ ἂν εἴη ὅστις οὐκ ἐπὶ τοῖς γεγενημένοις ἀγανακτοίη, ἀλλὰ πάντες ἂν περὶ τῶν τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδευόντων τὰς ζημίας μικρὰς ἡγοῖσθε.

[2] καὶ ταῦτα οὐκ ἂν εἴη μόνον παρ᾽ ὑμῖν οὕτως ἐγνωσμένα, ἀλλ᾽ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι· περὶ τούτου γὰρ μόνου τοῦ ἀδικήματος καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ὀλιγαρχίᾳ ἡ αὐτὴ τιμωρία τοῖς ἀσθενεστάτοις πρὸς τοὺς τὰ μέγιστα δυναμένους ἀποδέδοται, ὥστε τὸν χείριστον τῶν αὐτῶν τυγχάνειν τῷ βελτίστῳ· οὕτως, ὦ ἄνδρες, ταύτην τὴν ὕβριν ἅπαντες ἄνθρωποι δεινοτάτην ἡγοῦνται.

[3] περὶ μὲν οὖν τοῦ μεγέθους τῆς ζημίας ἅπαντας ὑμᾶς νομίζω τὴν αὐτὴν διάνοιαν ἔχειν, καὶ οὐδένα οὕτως ὀλιγώρως διακεῖσθαι, ὅστις οἴεται δεῖν συγγνώμης τυγχάνειν ἢ μικρᾶς ζημίας ἀξίους ἡγεῖται τοὺς τῶν τοιούτων ἔργων αἰτίους·

[4] ἡγοῦμαι δέ, ὦ ἄνδρες, τοῦτό με δεῖν ἐπιδεῖξαι, ὡς ἐμοίχευεν Ἐρατοσθένης τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν καὶ ἐκείνην τε διέφθειρε καὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἐμοὺς ᾔσχυνε καὶ ἐμὲ αὐτὸν ὕβρισεν εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ἐμὴν εἰσιών, καὶ οὔτε ἔχθρα ἐμοὶ καὶ ἐκείνῳ οὐδεμία ἦν πλὴν ταύτης, οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἔπραξα ταῦτα, ἵνα πλούσιος ἐκ πένητος γένωμαι, οὔτε ἄλλου κέρδους οὐδενὸς πλὴν τῆς κατὰ τοὺς νόμους τιμωρίας.

[5] ἐγὼ τοίνυν ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν ἅπαντα ἐπιδείξω τὰ ἐμαυτοῦ πράγματα, οὐδὲν παραλείπων, ἀλλὰ λέγων τἀληθῆ· ταύτην γὰρ ἐμαυτῷ μόνην ἡγοῦμαι σωτηρίαν, ἐὰν ὑμῖν εἰπεῖν ἅπαντα δυνηθῶ τὰ πεπραγμένα.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
[1] Θα το εκτιμήσω όλως ιδιαιτέρως, συμπολίτες, αν εσείς εν προκειμένω με δικάσετε έτσι όπως θα δικάζατε τον εαυτό σας, αν συνέβαινε να έχετε πάθει κάτι τέτοιο. Γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι, αν κρίνετε τους άλλους όπως θα κρίνατε τον εαυτό σας, δεν είναι δυνατό να υπάρξει έστω και ένας που να μην αισθανθεί αγανάκτηση για όσα συνέβησαν· απεναντίας, όλοι σας θα θεωρήσετε μικρές τις ποινές που προβλέπονται για άτομα με τέτοια πολιτεία.

[2] Και επ᾽ αυτού δεν θα έχετε κρίνει έτσι μόνο εσείς, έτσι έχει κρίνει η Ελλάδα ολόκληρη· γιατί γι᾽ αυτό το αδίκημα και μόνο, εξίσου και στις δημοκρατίες και στις ολιγαρχίες, αναγνωρίζεται σε αυτούς που δεν έχουν καμία δύναμη έναντι εκείνων που είναι πανίσχυροι το δικαίωμα να επιβάλλουν την ίδια τιμωρία, ώστε ο τελευταίος πολίτης να έχει την ίδια αντιμετώπιση με τον πρώτο. Όπως βλέπετε, συμπολίτες, όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι θεωρούν την συγκεκριμένη προσβολή βαρύτατη.

[3] Όσον αφορά επομένως στο μέγεθος της ποινής, νομίζω πως όλοι εσείς έχετε την ίδια γνώμη και πως κανένας δεν αντιμετωπίζει το θέμα τόσο επιπόλαια, ώστε να διανοείται ότι πρέπει να συγχωρούνται όσοι ευθύνονται για τέτοιες πράξεις ή να σκέφτεται ότι τους αξίζει μικρή ποινή.

[4] Από την πλευρά μου, συμπολίτες, οφείλω, πιστεύω, να αποδείξω τούτο: ότι ο Ερατοσθένης διέπραξε το αδίκημα της μοιχείας με τη γυναίκα μου και ότι συνεπώς και εκείνη την διέφθειρε και τα παιδιά μου τα ντρόπιασε και την αξιοπρέπεια τη δική μου την καταρράκωσε μπαίνοντας μέσα στο ίδιο μου το σπίτι· επίσης ότι ανάμεσά μας δεν υπήρχε άλλη έχθρα εκτός από αυτή και πως ό,τι έκανα δεν το έκανα ούτε για χρήματα, προκειμένου από φτωχός να γίνω πλούσιος, ούτε για να έχω κάποιο άλλο όφελος, παρά μονάχα για να αποδοθεί δικαιοσύνη σύμφωνα με τους νόμους.

[5] Εγώ λοιπόν θα σας εκθέσω καταλεπτώς την περίπτωσή μου από την αρχή, χωρίς να παραλείψω τίποτα, λέγοντας απλώς την αλήθεια· τούτο άλλωστε θεωρώ ως την μοναδική μου δυνατότητα σωτηρίας, να καταφέρω δηλαδή να σας εξιστορήσω όλα όσα έγιναν.