Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Διογείτονος (1-3)

Αποτέλεσμα εικόνας για Κατὰ Διογείτονος[1] Εἰ μὲν μὴ μεγάλα ἦν τὰ διαφέροντα, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐκ ἄν ποτε εἰς ὑμᾶς εἰσελθεῖν τούτους εἴασα, νομίζων αἴσχιστον εἶναι πρὸς τοὺς οἰκείους διαφέρεσθαι, εἰδώς τε ὅτι οὐ μόνον οἱ ἀδικοῦντες χείρους ὑμῖν εἶναι δοκοῦσιν, ἀλλὰ καὶ οἵτινες ἂν ἔλαττον ὑπὸ τῶν προσηκόντων ἔχοντες ἀνέχεσθαι μὴ δύνωνται· ἐπειδὴ μέντοι, ὦ ἄνδρες δικασταί, πολλῶν χρημάτων ἀπεστέρηνται καὶ πολλὰ καὶ δεινὰ πεπονθότες ὑφ᾽ ὧν ἥκιστα ἐχρῆν, ἐπ᾽ ἐμὲ κηδεστὴν ὄντα κατέφυγον, ἀνάγκη μοι γεγένηται εἰπεῖν ὑπὲρ αὐτῶν.

[2] ἔχω δὲ τούτων μὲν ἀδελφήν, Διογείτονος δὲ θυγατριδῆν, καὶ πολλὰ δεηθεὶς ἀμφοτέρων τὸ μὲν πρῶτον ἔπεισα τοῖς φίλοις ἐπιτρέψαι δίαιταν, περὶ πολλοῦ ποιούμενος τὰ τούτων πράγματα μηδένα τῶν ἄλλων εἰδέναι· ἐπειδὴ δὲ Διογείτων ἃ φανερῶς ἔχων ἐξηλέγχετο, περὶ τούτων οὐδενὶ τῶν αὑτοῦ φίλων ἐτόλμα πείθεσθαι, ἀλλ᾽ ἐβουλήθη καὶ φεύγειν δίκας καὶ μὴ οὔσας διώκειν καὶ ὑπομένειν τοὺς ἐσχάτους κινδύνους μᾶλλον ἢ τὰ δίκαια ποιήσας ἀπηλλάχθαι τῶν πρὸς τούτους ἐγκλημάτων,

[3] ὑμῶν δέομαι, ἐὰν μὲν ἀποδείξω οὕτως αἰσχρῶς αὐτοὺς ἐπιτετροπευμένους ὑπὸ τοῦ πάππου ὡς οὐδεὶς πώποτε ὑπὸ τῶν οὐδὲν προσηκόντων ἐν τῇ πόλει, βοηθεῖν αὐτοῖς τὰ δίκαια, εἰ δὲ μή, τούτῳ μὲν ἅπαντα πιστεύειν, ἡμᾶς δὲ εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι. ἐξ ἀρχῆς δ᾽ ὑμᾶς περὶ αὐτῶν διδάξαι πειράσομαι.

***
[1] Αν το αντικείμενο της διαμάχης δεν ήταν μεγάλο, άνδρες δικαστές, δεν θα τους άφηνα ποτέ να εμφανιστούν ενώπιόν σας, επειδή πιστεύω ότι αποτελεί όνειδος να εμπλέκεται κανείς σε διαμάχες με τους δικούς του και επειδή γνωρίζω ότι εσείς κρίνετε αρνητικά όχι μόνο όσους αδικούν, αλλά και αυτούς που δεν είναι διατεθειμένοι να δείχνουν ανοχή όταν ζημιώνονται από συγγενείς. Επειδή ωστόσο, άνδρες δικαστές, τα χρήματα που δεν τους έχουν αποδοθεί είναι πολλά και επειδή κατέφυγαν σε εμένα που είμαι συγγενής τους εξ αγχιστείας, αφού προηγουμένως είχαν υποστεί τα πάνδεινα από ανθρώπους που δεν έπρεπε, είμαι υποχρεωμένος να μιλήσω προς υπεράσπισή τους.

[2] Εγώ έχω παντρευτεί την αδερφή τους και εγγονή του Διογείτονα. Αφού λοιπόν χιλιοπαρακάλεσα και τις δυο πλευρές, αρχικά τους έπεισα να προσφύγουν στη διαιτησία των φίλων, επειδή απέδιδα ύψιστη σημασία στο να μην κοινολογηθούν τα προβλήματά τους. Επειδή όμως ο Διογείτων, για τα ποσά για τα οποία αποδεδειγμένως προέκυπτε ότι είχε στην κατοχή του, δεν τολμούσε να ακούσει κανέναν από τους δικούς του φίλους, αλλά προτίμησε και να διωχθεί δικαστικά και να υποβάλει ανυπόστατες μηνύσεις και να εκτεθεί στον έσχατο κίνδυνο, αντί να ενεργήσει σύμφωνα με το δίκαιο και να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί από αυτούς εις βάρος του,

[3] απευθύνω παράκληση σε εσάς, εάν αποδείξω ότι αυτοί αντιμετωπίστηκαν από τον παππού τους ως επίτροπο τόσο αισχρά όσο κανένας έως τώρα στην πόλη από ανθρώπους που ουδεμία συγγένεια είχαν, να τους βοηθήσετε ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, ειδάλλως, να πιστεύετε οτιδήποτε λέει αυτός και στο εξής να έχετε για μας αρνητική γνώμη. Από την πλευρά μου θα προσπαθήσω να σας διαφωτίσω για την υπόθεση από την αρχή αρχή.