Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Τα τέλεια όντα

Ο Σωκράτης στο Πλατωνικό «Συμπόσιο, 189.d.5 – 193.a» δια στόματος Αριστοφάνη αναφέρει τον μύθο των τέλειων όντων, των 3-ων γενών όντων που υπήρχαν κάποτε του τέλειου ανήρ, της τέλειας γυνής και του Ανδρόγυνου.

Βλέπε τις εννοιολογικές επεξηγήσεις: τετελεσμένος = τελισκόμενος. ἀνδρόγυνος. (Λεξικό Ησύχιου). Ἀνδρόγυνος = ὁ Διόνυσος, ὡς καὶ τὰἀνδρῶν ποιῶν καὶ τὰ γυναικῶν πάσχων. (Λεξικό Σουίδα).

Τα όντα αυτά υπέστησαν “οντολογική” πτώση και διαχωρίστηκαν στα δύο, δημιουργώντας έτσι τα σημερινά γένη των «ατελών» όντων.

«Πρωτίστως πρέπει να καταλάβετε καλά την ανθρώπινη φύση και τις περιπέτειές της. Παλαιά δηλαδή η φύση μας δεν ήτο η ίδια, όπως τώρα. Ήτο διαφορετική. Πρώτα – πρώτα τα γένη των ανθρώπων ήσαν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, άρρεν και θήλυ. Αλλά υπήρχε ακόμη ένα τρίτο, αποτελούμενο από αυτά τα δύο. Το όνομα του μένει ακόμη, το ίδιο όμως έχει εξαφανισθεί : ο ανδρόγυνος[1]. Ήταν τότε ένα ξεχωριστό γένος, και συνδύαζε και στην εμφάνιση και στο όνομα τα άλλα δύο, το άρρεν και το θήλυ. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον ως λέξη και χρησιμοποιείται ως όνειδος. Έπειτα ολόκληρος ο κορμός του κάθε ανθρώπου ήτο στρογγυλός και είχε ολόγυρα ράχη και πλευρά. Είχε τέσσερα χέρια και άλλα τόσα σκέλη, και δυο πρόσωπα επάνω εις ένα λεμό κυλινδρικόν, όμοια και απαράλλακτα που έβλεπαν προς αντίστροφον το καθένα διεύθυνση, και ένα κρανίο επάνω από τα δυο πρόσωπα[2], και αυτιά τέσσερα και διπλά γεννητικά όργανα, και όλα τα άλλα, όπως θα ημπορούσε κανείς επί την βάσει αυτών να φανταστεί, μετακινείτο δε όχι μόνον όρθιο, όπως τώρα, αν ήθελε προς την μία ή προς την αντίθετη διεύθυνση. Αλλά, οσάκις απεφάσιζε να τρέξει γρήγορα[3], όπως οι ακροβάτες γυρίζουν τα πόδια προς τα επάνω σαν τροχός και κάνουν τούμπες, έτσι και τότε στηριζόταν και στα οκτώ των άκρα και μετακινιόταν πολύ γρήγορα περιστροφικώς. Ο λόγος τώρα που ήσαν τρία τα φύλα και είχαν αυτήν την εμφάνιση, είναι διότι το άρρεν ήτο αρχικώς του ηλίου γέννημα, το θήλυ της γης, της σελήνης το αμφότερο. Αφού και η σελήνη αποτελείται και από τα δύο. Περιφερικά πάλι ήσαν και αυτά και ο τρόπος της μετακινήσεως τους, διότι ομοίαζαν με τους προγόνους τους. Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήσαν τρομερά, και είχαν απέραντη έπαρση. Τα έβαλαν μάλιστα με τους θεούς. Αυτό που διηγείται ο Όμηρος δια τον Ώτον και τον Εφιάλτη[4], αναφέρεται σε εκείνους κυρίως : τόλμησαν να κατασκευάσουν ανάβαση προς τον ουρανό δια να κτυπήσουν τους θεούς.

Ο Ζευς και οι άλλοι θεοί τότε συνεσκέπτετο, τι να τους κάμουν, και δεν εύρισκαν λύσιν. Να τους σκοτώσουν και με τους κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, όπως τους Γίγαντες, δεν τους ερχόταν. Η λατρεία τότε και οι θυσίες των ανθρώπων χανόταν. Ούτε πάλι να τους ανέχονται να ασχημονούν. Τέλος ύστερα από πολλά ο Ζευς εννοήσας τους λέγει : ”Έχω, μου φαίνετε, μηχανευτεί ένα τρόπο, ώστε και να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και να παραιτηθεί από την ακολασία της: να γίνουν ασθενέστεροι. Επί του παρόντος” είπε “θα τους κόψω σε δυο μέρη τον καθένα. Έτσι θα γίνουν αφενός με ανίσχυροι, αφετέρου δε χρησιμότεροι δια εμάς, αφού θα είναι αριθμητικώς περισσότεροι. Θα περιπατούν δε ορθοί με τα δύο πόδια. Αν όμως αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να ασελγούν και δεν θέλουν να καθίσουν ήσυχα, δεύτερη φορά”, είπε, “θα τους χωρίσω και πάλιν στα δύο, ώστε να περιπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσοπόδι”. Είπε και άρχισε να σχίζει τους ανθρώπους σε δύο , όπως αυτοί που σχίζουν τα μέσπιλα για να τα διατηρήσουν, ή όπως αυτοί που σχίζουν τα ωά με την τρίχα. Τον καθένα που χώριζε, ανέθετε στον Απόλλωνα να του γυρίσει το πρόσωπο και το ήμισυ του λαιμού του προς το μέρος της τομής. Έτσι θα έβλεπε ο άνθρωπος το σχίσιμό του και θα γινόταν φρονιμότερος. Επίσης τα άλλα τον διέταξε να τα τακτοποιήσει. Πράγματι εκείνος γύριζε το πρόσωπο και τραβούσε το δέρμα από όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα γαστέρα, και το έδενε όπως το σουρωτά πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο εις το κέντρο της γαστέρας, αυτό που λέγουν σήμερα τον ομφαλό. Τις ρυτίδες τις άλλες τις περισσότερες τις εξομάλυνα και διευθέτησε και διευθέτησε τα στήθη με ένα εργαλείο, όπως αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες δια να ισώνουν τα ζαρώματα των δερμάτων στα καλαπόδια. Μερικές άφησε μόνο εκεί στην γαστέρα και τον ομφαλό, να μένουν ως ενθύμιο του τι πάθαμε κάποτε.

Μετά την διχοτόμηση της φύσεως μας ποθεί το καθένα το άλλο του ήμισυ και πήγαινε μαζί του. Τύλιγαν τότε τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο, και έτσι συμπλεκόμενοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατο από την πείνα και γενικώς από την ανικανότητα προς οιανδήποτε ενέργεια. Χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο δεν δεχόταν τίποτα να κάμουν. Οσάκις δε το ένα ήμισυ απέθνησκε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε, ζητούσε ένα άλλο να συνεπλέκετο, είτε το ήμισυ γυναικός πλήρους ήτο (αυτό που ονομάζουμε σήμερα γυναίκα), είτε ανδρός – αυτό που έβρισκε εμπρός του. Και έτσι χανόταν. Τους λυπήθηκε λοιπόν ο Ζεύς και μηχανεύεται άλλο τέχνασμα : μεταφέρει τα αιδοία προς τα εμπρός. Ως τώρα τα είχαν και αυτά προς τα έξω και γεννούσαν όχι μέσα τους, αλλά στο χώμα, όπως οι τέττιγες. Τους τα μετέθεσε λοιπόν, όπως είπαμε, προς τα εμπρός και κανόνισε η αναπαραγωγή να γίνεται δια μέσω των οργάνων αυτών εντός των δύο γενών, δια τους άρρενος εντός του θηλυκού. Και τούτο με την πρόθεση, ώστε με το αγκάλιασμα, αν με τύχη και συναντηθούν ανήρ και γυναίκα, να γονιμοποιούν και έτσι να αναπαράγεται το είδος. Και αν πάλι άρρεν με άρρεν, να προκαλείται χορτασμός της συνουσίας και να κάνουν διαλείμματα, ώστε να στραφούν προς τις εργασίες τους και να φροντίσουν και δια τα υπόλοιπα ζητήματά του βίου.

Από τόσον παλαιά λοιπόν ο έρως των ανθρώπων μεταξύ τους είναι ριζωμένος στην φύση τους και μας συνενώνει στην αρχαία φύση μας, και ζητεί να κάμει πάλι από τα δύο ένα και να επανορθώσει την ανθρώπινη φύση.

Ο καθένας μας λοιπόν είναι ένα σύμβολο ανθρώπου, σχισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, καθώς οι γλώσσες τα ψάρια[5]. Και ζητεί αεί το αυτού έκαστος σύμβολο. Τώρα, όσοι από τους άνδρες είναι απόκομμα από το γένος το μεικτό, αυτό που ονομάζεται ανδρόγυνον, αυτοί είναι φιλογύναικες, και των μοιχών η πλειονότητα από το γένος αυτό κατάγεται. Επίσης και όσες γυναίκες είναι φίλανδροι και μοιχαλίδες κατάγονται από το γένος αυτό. Οι γυναίκες πάλι, που είναι γυναικός ολοκλήρου απόκομμα, αυτές δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τους άνδρες. Έχουν στρέψει την προσοχή τους μάλλον προς τις γυναίκες. Από αυτό το γένος κατάγονται οι λεσβιάδες. Όσοι δε είναι άρρενος ολοκλήρου είναι απόκομμα, διώκουσιν τα αρσενικά. Εφόσον μεν είναι παιδιά, τους άνδρες αγαπούν, αρσενικού τμήμα αφού είναι, και τους ευχαριστεί να κοιμούνται και να σφιχταγκαλιάζονται με τους άνδρες μαζί. Και είναι αυτοί οι βέλτιστοι μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, επειδή έχουν στην φύση τους ανδρισμό πολύ. Μερικοί βέβαια τους αποκαλούν αναίσχυντους. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Διότι το κάνουν όχι από αναισχυντία, αλλά από θάρρος και από ανδρεία και από τον αρρενωπία. Τους ενθουσιάζει ότι είναι όμοιο προς την φύση τους. Μέγα τεκμήριο: όταν τελειοποιούνται, είναι οι μόνοι που αποβαίνουν στα πολιτικά άνδρες αληθινοί. Όταν δε ανδρωθούν, επιδίδονται στην παιδεραστία και δεν ενδιαφέρονται για τον γάμο και την παιδοποιία, αλλά μόνον επειδή αναγκάζονται υπό του νόμου. Οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι μαζί να περάσουν την ζωή τους άγαμοι. Οπωσδήποτε αυτός παιδεραστής και φιλεραστής γίνεται, διότι τον ευχαριστεί ότι είναι συγγενές.

Αν τύχη μάλιστα και συναντήσει το ίδιο εκείνο το πραγματικό του ήμισυ, είτε ο παιδεραστής είτε οιοδήποτε άλλος, τότε θαυμαστά εκπλήττονται από φιλία, οικειότητα και έρωτα. Ούτε στιγμή, θα έλεγα, δεν δέχονται να αποχωρισθούν. Αυτοί είναι, που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη της ζωή τους. Οι ίδιοι δεν θα ήταν σε θέση καν να εκφράσουν, τι θέλει ο ένας από τον άλλο. Διότι δεν είναι καθόλου δυνατόν να πιστευτεί, ότι είναι η αφροδίσιος συνουσία, και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστιούνται ο ένας στου άλλου την συμβίωση με πάθος τόσο σφοδρό. Κάτι άλλο είναι – το βλέπει κανείς – αυτό που θέλει και των δύο η ψυχή, κάτι που να εκφράσει δεν μπορεί. Μαντεύει όμως τι θέλει και το υποδηλώνει.

Και αν, την ώρα που είναι πλαγιασμένοι μαζί, ερχόταν επάνω τους ο Ήφαιστος με τα εργαλεία του και τους ρωτούσε “τι είναι αυτό που ζητάτε, ω άνθρωποι, ο ένας από τον άλλο;”. Και αν εκείνοι δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, και τους ρωτούσε και πάλι “επιθυμείτε μήπως αυτό; να μείνετε μαζί ο ένας με τον άλλο όσον δυνατόν περισσότερο, ώστε την νύκτα και την ημέρα και μην αποχωρίζεστε ; Αν πράγματι αυτή είναι η επιθυμία σας, τότε θέλω να σας συντήξω και σφυρηλατήσω εις ένα[6], ώστε από τα δύο να γίνεται αμέσως ένας, και όσο καιρό ζείτε, να ζείτε οι δυο σας κοινή ζωή ως ένας, και πάλιν όταν αποθάνετε, εκεί κάτω στον Άδην ένα να είσθε και όχι δύο, σε έναν ταυτόχρονο θάνατο. Σκεφτείτε λοιπόν, αν αυτό είναι που ποθείτε, και αν θα μείνετε ευχαριστημένοι, αν τούτο επιτύχετε”. Μόλις ακούσει αυτά, ούτε ένας – είμεθα βέβαιοι – δεν θα έλεγε όχι, ούτε θα εξεδήλωνε άλλην επιθυμία. Αντιθέτως θα πίστευε, πως άκουσε απαράλλακτα ότι τόσο καιρό τώρα επιθυμούσε, να ενωθεί και να συγχωνευτεί με τον ερωμένο του, ώστε να γίνουν ένας αντί δυο.

Η αιτία τούτου είναι, ότι αυτή ήτο η αρχαία φύση μας και ότι κάποτε ήμασταν ολόκληροι. Του ολοκλήρου λοιπόν η επιθυμία και η ορμή έχει το όνομα έρως. Πρωτύτερα – το επαναλαμβάνω – ήμασταν ένα. Τώρα όμως δια την αδικία μας, μας έχει διαμελίσει ο θεό, όπως οι Λακεδαιμόνιοι τους Αρκάδες.

Αλλά ας δούμε το αρχαίο κείμενο…
δεῖ δὲ πρῶτον ὑμᾶς μαθεῖν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ παθήματα αὐτῆς. ἡ γὰρ πάλαι ἡμῶν φύσις οὐχ αὑτὴ ἦν ἥπερ νῦν, ἀλλ᾽ ἀλλοία. πρῶτον μὲν γὰρ τρία ἦν τὰ γένη τὰ τῶν ἀνθρώπων, οὐχ ὥσπερ νῦν δύο, ἄρρεν καὶ θῆλυ, ἀλλὰ καὶ τρίτον προσῆν κοινὸν ὂν ἀμφοτέρων τούτων, οὗ νῦν ὄνομα λοιπόν, αὐτὸ δὲ ἠφάνισται· ἀνδρόγυνον γὰρ ἓν τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν τοῦ τε ἄρρενος καὶ θήλεος, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλ᾽ ἢ ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον. ἔπειτα ὅλον ἦν ἑκάστου τοῦ ἀνθρώπου τὸ εἶδος στρογγύλον, νῶτον καὶ πλευρὰς κύκλῳ ἔχον, χεῖρας δὲ τέτταρας εἶχε, καὶ σκέλη τὰ ἴσα ταῖς χερσίν, καὶ πρόσωπα δύ᾽ ἐπ᾽ αὐχένι κυκλοτερεῖ, ὅμοια πάντῃ· κεφαλὴν δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφοτέροις τοῖς προσώποις ἐναντίοις κειμένοις μίαν, καὶ ὦτα τέτταρα, καὶ αἰδοῖα δύο, καὶ τἆλλα πάντα ὡς ἀπὸ τούτων ἄν τις εἰκάσειεν. ἐπορεύετο δὲ καὶ ὀρθὸν ὥσπερ νῦν, ὁποτέρωσε βουληθείη· καὶ ὁπότε ταχὺ ὁρμήσειεν θεῖν, ὥσπερ οἱ κυβιστῶντες καὶ εἰς ὀρθὸν τὰ σκέλη περιφερόμενοι κυβιστῶσι κύκλῳ, ὀκτὼ τότε οὖσι τοῖς μέλεσιν ἀπερειδόμενοι ταχὺ ἐφέροντο κύκλῳ. ἦν δὲ διὰ ταῦτα τρία τὰ γένη καὶ τοιαῦτα, ὅτι τὸ μὲν ἄρρεν ἦν τοῦ ἡλίου τὴν ἀρχὴν ἔκγονον, τὸ δὲ θῆλυ τῆς γῆς, τὸ δὲ ἀμφοτέρων μετέχον τῆς σελήνης, ὅτι καὶ ἡ σελήνη ἀμφοτέρων μετέχει· περιφερῆ δὲ δὴ ἦν καὶ αὐτὰ καὶ ἡ πορεία αὐτῶν διὰ τὸ τοῖς γονεῦσιν ὅμοια εἶναι. ἦν οὖν τὴν ἰσχὺν δεινὰ καὶ τὴν ῥώμην, καὶ τὰ φρονήματα μεγάλα εἶχον, ἐπεχείρησαν δὲ τοῖς θεοῖς, καὶ ὃ λέγει Ὅμηρος περὶ Ἐφιάλτου τε καὶ Ὤτου, περὶ ἐκείνων λέγεται, τὸ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάβασιν ἐπιχειρεῖν ποιεῖν, ὡς ἐπιθησομένων τοῖς θεοῖς.

ὁ οὖν Ζεὺς καὶ οἱ ἄλλοι θεοὶ ἐβουλεύοντο ὅτι χρὴ αὐτοὺς ποιῆσαι, καὶ ἠπό ρουν· οὔτε γὰρ ὅπως ἀποκτείναιεν εἶχον καὶ ὥσπερ τοὺς γίγαντας κεραυνώσαντες τὸ γένος ἀφανίσαιεν—αἱ τιμαὶ γὰρ αὐτοῖς καὶ ἱερὰ τὰ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἠφανίζετο — οὔτε ὅπως ἐῷεν ἀσελγαίνειν. μόγις δὴ ὁ Ζεὺς ἐννοήσας λέγει ὅτι «Δοκῶ μοι,» ἔφη, «ἔχειν μηχανήν, ὡς ἂν εἶέν τε ἅνθρωποι καὶ παύσαιντο τῆς ἀκολασίας ἀσθενέστεροι γενόμενοι. νῦν μὲν γὰρ αὐτούς, ἔφη, διατεμῶ δίχα ἕκαστον, καὶ ἅμα μὲν ἀσθενέστεροι ἔσονται, ἅμα δὲ χρησιμώτεροι ἡμῖν διὰ τὸ πλείους τὸν ἀριθμὸν γεγονέναι· καὶ βαδιοῦνται ὀρθοὶ ἐπὶ δυοῖν σκελοῖν. ἐὰν δ᾽ ἔτι δοκῶσιν ἀσελγαίνειν καὶ μὴ ᾽θέλωσιν ἡσυχίαν ἄγειν, πάλιν αὖ, ἔφη, τεμῶ δίχα, ὥστ᾽ ἐφ᾽ ἑνὸς πορεύσονται σκέλους ἀσκωλιάζοντες.» ταῦτα εἰπὼν ἔτεμνε τοὺς ἀνθρώπους δίχα, ὥσπερ οἱ τὰ ὄα τέμνοντες καὶ μέλλοντες ταριχεύειν, ἢ ὥσπερ οἱ τὰ ᾠὰ ταῖς θριξίν· ὅντινα δὲ τέμοι, τὸν Ἀπόλλω ἐκέλευεν τό τε πρόσωπον μεταστρέφειν καὶ τὸ τοῦ αὐχένος ἥμισυ πρὸς τὴν τομήν, ἵνα θεώμενος τὴν αὑτοῦ τμῆσιν κοσμιώτερος εἴη ὁ ἄνθρωπος, καὶ τἆλλα ἰᾶσθαι ἐκέλευεν. ὁ δὲ τό τε πρόσωπον μετέστρεφε, καὶ συνέλκων πανταχόθεν τὸ δέρμα ἐπὶ τὴν γαστέρα νῦν καλουμένην, ὥσπερ τὰ σύσπαστα βαλλάντια, ἓν στόμα ποιῶν ἀπέδει κατὰ μέσην τὴν γαστέρα, ὃ δὴ τὸν ὀμφαλὸν καλοῦσι. καὶ τὰς μὲν ἄλλας ῥυτίδας τὰς πολλὰς ἐξελέαινε καὶ τὰ στήθη διήρθρου, ἔχων τι τοιοῦτον ὄργανον οἷον οἱ σκυτοτόμοι περὶ τὸν καλάποδα λεαίνοντες τὰς τῶν σκυτῶν ῥυτίδας· ὀλίγας δὲ κατέλιπε, τὰς περὶ αὐτὴν τὴν γαστέρα καὶ τὸν ὀμφαλόν, μνημεῖον εἶναι τοῦ παλαιοῦ πάθους.

ἐπειδὴ οὖν ἡ φύσις δίχα ἐτμήθη, ποθοῦν ἕκαστον τὸ ἥμισυ τὸ αὑτοῦ συνῄει, καὶ περιβάλλοντες τὰς χεῖρας καὶ συμπλεκόμενοι ἀλλήλοις, ἐπιθυμοῦντες συμφῦναι, ἀπέθνῃσκον ὑπὸ λιμοῦ καὶ τῆς ἄλλης ἀργίας διὰ τὸ μηδὲν ἐθέλειν χωρὶς ἀλλήλων ποιεῖν. καὶ ὁπότε τι ἀποθάνοι τῶν ἡμίσεων, τὸ δὲ λειφθείη, τὸ λειφθὲν ἄλλο ἐζήτει καὶ συνεπλέκετο, εἴτε γυναικὸς τῆς ὅλης ἐντύχοι ἡμίσει—ὃ δὴ νῦν γυναῖκα καλοῦμεν—εἴτε ἀνδρός· καὶ οὕτως ἀπώλλυντο. ἐλεήσας δὲ ὁ Ζεὺς ἄλλην μηχανὴν πορίζεται, καὶ μετατίθησιν αὐτῶν τὰ αἰδοῖα εἰς τὸ πρόσθεν—τέως γὰρ καὶ ταῦτα ἐκτὸς εἶχον, καὶ ἐγέννων καὶ ἔτικτον οὐκ εἰς ἀλλήλους ἀλλ᾽ εἰς γῆν, ὥσπερ οἱ τέττιγες—μετέθηκέ τε οὖν οὕτω αὐτῶν εἰς τὸ πρόσθεν καὶ διὰ τούτων τὴν γένεσιν ἐν ἀλλήλοις ἐποίησεν, διὰ τοῦ ἄρρενος ἐν τῷ θήλει, τῶνδε ἕνεκα, ἵνα ἐν τῇ συμπλοκῇ ἅμα μὲν εἰ ἀνὴρ γυναικὶ ἐντύχοι, γεννῷεν καὶ γίγνοιτο τὸ γένος, ἅμα δ᾽ εἰ καὶ ἄρρην ἄρρενι, πλησμονὴ γοῦν γίγνοιτο τῆς συνουσίας καὶ διαπαύοιντο καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα τρέποιντο καὶ τοῦ ἄλλου βίου ἐπιμελοῖντο. ἔστι δὴ οὖν ἐκ τόσου ὁ ἔρως ἔμφυτος ἀλλήλων τοῖς ἀνθρώποις καὶ τῆς ἀρχαίας φύσεως συναγωγεὺς καὶ ἐπιχειρῶν ποιῆσαι ἓν ἐκ δυοῖν καὶ ἰάσασθαι τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην.

ἕκαστος οὖν ἡμῶν ἐστιν ἀνθρώπου σύμβολον, ἅτε τετμημένος ὥσπερ αἱ ψῆτται, ἐξ ἑνὸς δύο· ζητεῖ δὴ ἀεὶ τὸ αὑτοῦ ἕκαστος σύμβολον. ὅσοι μὲν οὖν τῶν ἀνδρῶν τοῦ κοινοῦ τμῆμά εἰσιν, ὃ δὴ τότε ἀνδρόγυνον ἐκαλεῖτο, φιλογύναικές τέ εἰσι καὶ οἱ πολλοὶ τῶν μοιχῶν ἐκ τούτου τοῦ γένους γεγόνασιν, καὶ ὅσαι αὖ γυναῖκες φίλανδροί τε καὶ μοιχεύτριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσαι δὲ τῶν γυναικῶν γυναικὸς τμῆμά εἰσιν, οὐ πάνυ αὗται τοῖς ἀνδράσι τὸν νοῦν προσέχουσιν, ἀλλὰ μᾶλλον πρὸς τὰς γυναῖκας τετραμμέναι εἰσί, καὶ αἱ ἑταιρίστριαι ἐκ τούτου τοῦ γένους γίγνονται. ὅσοι δὲ ἄρρενος τμῆμά εἰσι, τὰ ἄρρενα διώκουσι, καὶ τέως μὲν ἂν παῖδες ὦσιν, ἅτε τεμάχια ὄντα τοῦ ἄρρενος, φιλοῦσι τοὺς ἄνδρας καὶ χαίρουσι συγκατακείμενοι καὶ συμπεπλεγμένοι τοῖς ἀνδράσι, καί εἰσιν οὗτοι βέλτιστοι τῶν παίδων καὶ μειρακίων, ἅτε ἀνδρειότατοι ὄντες φύσει. φασὶ δὲ δή τινες αὐτοὺς ἀναισχύντους εἶναι, ψευδόμενοι· οὐ γὰρ ὑπ᾽ ἀναισχυντίας τοῦτο δρῶσιν ἀλλ᾽ ὑπὸ θάρρους καὶ ἀνδρείας καὶ ἀρρενωπίας, τὸ ὅμοιον αὐτοῖς ἀσπαζόμενοι. μέγα δὲ τεκμήριον· καὶ γὰρ τελεωθέντες μόνοι ἀποβαίνουσιν εἰς τὰ πολιτικὰ ἄνδρες οἱ τοιοῦτοι. ἐπειδὰν δὲ ἀνδρωθῶσι, παιδεραστοῦσι καὶ πρὸς γάμους καὶ παιδοποιίας οὐ προσέχουσι τὸν νοῦν φύσει, ἀλλ᾽ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγκάζονται· ἀλλ᾽ ἐξαρκεῖ αὐτοῖς μετ᾽ ἀλλήλων καταζῆν ἀγάμοις. πάντως μὲν οὖν ὁ τοιοῦτος παιδεραστής τε καὶ φιλεραστὴς γίγνεται, ἀεὶ τὸ συγγενὲς ἀσπαζόμενος.

ὅταν μὲν οὖν καὶ αὐτῷ ἐκείνῳ ἐντύχῃ τῷ αὑτοῦ ἡμίσει καὶ ὁ παιδεραστὴς καὶ ἄλλος πᾶς, τότε καὶ θαυμαστὰ ἐκπλήττονται φιλίᾳ τε καὶ οἰκειότητι καὶ ἔρωτι, οὐκ ἐθέλοντες ὡς ἔπος εἰπεῖν χωρίζεσθαι ἀλλήλων οὐδὲ σμικρὸν χρόνον. καὶ οἱ διατελοῦντες μετ᾽ ἀλλήλων διὰ βίου οὗτοί εἰσιν, οἳ οὐδ᾽ ἂν ἔχοιεν εἰπεῖν ὅτι βούλονται σφίσι παρ᾽ ἀλλήλων γίγνεσθαι. οὐδενὶ γὰρ ἂν δόξειεν τοῦτ᾽ εἶναι ἡ τῶν ἀφροδισίων συνουσία, ὡς ἄρα τούτου ἕνεκα ἕτερος ἑτέρῳ χαίρει συνὼν οὕτως ἐπὶ μεγάλης σπουδῆς· ἀλλ᾽ ἄλλο τι βουλομένη ἑκατέρου ἡ ψυχὴ δήλη ἐστίν, ὃ οὐ δύναται εἰπεῖν, ἀλλὰ μαντεύεται ὃ βούλεται, καὶ αἰνίττεται. καὶ εἰ αὐτοῖς ἐν τῷ αὐτῷ κατακειμένοις ἐπιστὰς ὁ ῞Ηφαιστος, ἔχων τὰ ὄργανα, ἔροιτο· «Τί ἔσθ᾽ ὃ βούλεσθε, ὦ ἄνθρωποι, ὑμῖν παρ᾽ ἀλλήλων γενέσθαι;» καὶ εἰ ἀποροῦντας αὐτοὺς πάλιν ἔροιτο· «Ἆρά γε τοῦδε ἐπιθυμεῖτε, ἐν τῷ αὐτῷ γενέσθαι ὅτι μάλιστα ἀλλήλοις, ὥστε καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν μὴ ἀπολείπεσθαι ἀλλήλων; εἰ γὰρ τούτου ἐπιθυμεῖτε, θέλω ὑμᾶς συντῆξαι καὶ συμφυσῆσαι εἰς τὸ αὐτό, ὥστε δύ᾽ ὄντας ἕνα γεγονέναι καὶ ἕως τ᾽ ἂν ζῆτε, ὡς ἕνα ὄντα, κοινῇ ἀμφοτέρους ζῆν, καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνητε, ἐκεῖ αὖ ἐν Ἅιδου ἀντὶ δυοῖν ἕνα εἶναι κοινῇ τεθνεῶτε· ἀλλ᾽ ὁρᾶτε εἰ τούτου ἐρᾶτε καὶ ἐξαρκεῖ ὑμῖν ἂν τούτου τύχητε·» ταῦτ᾽ ἀκούσας ἴσμεν ὅτι οὐδ᾽ ἂν εἷς ἐξαρνηθείη οὐδ᾽ ἄλλο τι ἂν φανείη βουλόμενος, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς οἴοιτ᾽ ἂν ἀκηκοέναι τοῦτο ὃ πάλαι ἄρα ἐπεθύμει, συνελθὼν καὶ συντακεὶς τῷ ἐρωμένῳ ἐκ δυοῖν εἷς γενέσθαι.

τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἴτιον, ὅτι ἡ ἀρχαία φύσις ἡμῶν ἦν αὕτη καὶ ἦμεν ὅλοι· τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα. καὶ πρὸ τοῦ, ὥσπερ λέγω, ἓν ἦμεν, νυνὶ δὲ διὰ τὴν ἀδικίαν διῳκίσθημεν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, καθάπερ Ἀρκάδες ὑπὸ Λακεδαιμονίων».
---------------
[1] <τετελεσμένος> = τελισκόμενος. ἀνδρόγυνος. (Λεξικό Ησύχιου). <Ἀνδρόγυνος> = ὁ Διόνυσος, ὡς καὶ τὰ ἀνδρῶν ποιῶν καὶ τὰ γυναικῶν πάσχων. (Λεξικό Σουίδα).
[2] Εμείς θα λέγαμε : ένα κεφάλι με δυο πρόσωπα. Ο Αριστοφάνης λέγει : δυο πρόσωπα και από πάνω ένα κεφάλι. Η ομοιότητα με τας διπλοπροσώπους Έρμας είναι προφανής.
[3] Όρθιος ο άνθρωπος αυτός θα πήγαινε πολύ αργά, διότι τα δυο πόδια τα στραμμένα προς τα οπίσω θα τον εμπόδιζαν. Την οριζόντια μετακίνησε θα πρέπει να την φαντασθούμε όπως εις την άμαξα : ο κορμός αποτελεί τον άξονα, τα τέσσερα χέρια από το ένα άκρο του άξονος και τα τέσσερα πόδια από το άλλο αποτελούν τις τέσσερις ακτίνες του τροχού [κύκλου] με νοητή περιφέρεια.
[4] Υιοί του Αλωέως, τοποθέτησαν το Πήλιο επί της Όσσης και αυτή επί του Ολύμπου, δια να ανέβουν στον Όλυμπο και να καταλύσουν τους Θεούς. Ο Αλωέας ή Αλλωεύς ήτο υιός του Ποσειδώνα και της Κανάκης, της μεγαλύτερης κόρης του Αιόλου. Αδελφοί του Αλωέως ήταν οι Οπλέας, Νιρέας, Επωπέας και Τρίοπας. Ο Αλωέας πήρε ως σύζυγό του την Ιφιμέδεια, κόρη του αδελφού του Αλωέα Τρίοπα, και, κατά τον Απολλόδωρο (Α 7, 4), απέκτησαν ως τέκνα τους γίγαντες ή ήρωες Αλωάδες: τον Ώτο και τον Εφιάλτη. Αυτά σύμφωνα με την Ιλιάδα, ραψωδία Ε, στίχος 385 και άλλες πηγές. Ωστόσο, ο Υγίνος (Fabulae 25) και η Οδύσσεια (λ 305-319) αναφέρουν τους Αλωάδες ως γιους του θεού Ποσειδώνα και της Ιφιμεδείας, καθώς η Ιφιμέδεια είχε ερωτευθεί τρελά τον θεό της θάλασσας και πηγαίνοντας στην ακροθαλασσιά έπαιρνε νερό και το έχυνε στον κόλπο της για να μείνει έγκυος. Σε κάθε περίπτωση ο Ποσειδώνας ήταν πρόγονος των Αλωαδών, αφού ο Αλωέας ήταν γιος του Ποσειδώνα. Οι δύο Αλωάδες αναφέρονται ως τεράστιοι γίγαντες και ήρωες: τα υπερφυσικά αυτά όντα μεγάλωναν κάθε χρόνο μια οργιά στο ύψος και έναν πήχη στο πλάτος: σε ηλικία 9 ετών είχαν ύψος 9 οργιές (δηλαδή πάνω από 15 μέτρα) και πλάτος 9 πήχεις. Η δύναμή τους ήταν τόση, ώστε κάποτε έδεσαν και κράτησαν επί 13 μήνες αιχμάλωτο τον ίδιο τον θεό του πολέμου, τον `Άρη, μέσα σε ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο: «και τότε ο πολεμόδιψος ο `Αρης θα εχανόταν, / η μητρυιά του αν του Ερμή δεν το ‘λεγεν, η ωραία / Ηεριβοίη. Κι έκλεψεν αυτός τον `Αρη, οπόταν / εκόντευε ο σκληρός δεσμός να πάρει την πνοήν του.» (Ιλιάδα, Ε 388-391).
[5] Το ψάρι «γλώσσα» εδώ χρησιμοποιείται ως σύμβολο των μη ολοκληρωμένων όντων, λέγεται δε και «Σανδάλιον». Εν αντιθέσει με τα άλλα ψάρια, που έχουν ένα μάτι από την κάθε πλευρά, η γλώσσα τα έχει από την μία πλευρά μόνο του σώματος, εκείνη που βρίσκεται προς τα πάνω, όταν κολυμπά, ενώ η κάτω είναι όχι σύμμετρος προς τα επάνω, αλλά τελείως επίπεδος, τόσο ώστε να μοιάζει και να λέγεται «Σανδάλιον». Λέγεται υπο του λαού, ότι δεν είναι ολόκληρο ψάρι, αλλά ημίτομο, όπως παριστάνει εδώ ο Αριστοφάνης τον άνθρωπο!
[6] Να σας βάλω στην πυρά μαζί και να σας φυσήξω. Ο όρος είναι των χαλκουργών (Αριστοφάνης Ιππ. 468). Το απόσπασμα αυτό το αναφέρει και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά, 1262.b»: “καθάπερ ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς λόγοις ἴσμεν λέγοντα τὸν Ἀριστοφάνην ὡς τῶν ἐρώντων διὰ τὸ σφόδρα φιλεῖν ἐπιθυμούν των συμφῦναι καὶ γενέσθαι ἐκ δύο ὄντων ἀμφοτέρους ἕνα”.