Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (51-60)

Αποτέλεσμα εικόνας για Πολεμικές υπηρεσίες της Αθήνας πριν από τα Μηδικά.
[51] Ἵνα δὲ μὴ δοκῶ περὶ τὰ μέρη διατρίβειν ὑπὲρ ὅλων τῶν πραγμάτων ὑποθέμενος, μηδ᾽ ἐκ τούτων ἐγκωμιάζειν τὴν πόλιν ἀπορῶν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον αὐτὴν ἐπαινεῖν, ταῦτα μὲν εἰρήσθω μοι πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις φιλοτιμουμένους· ἡγοῦμαι δὲ τοῖς προγόνοις ἡμῶν οὐχ ἧττον ἐκ τῶν κινδύνων τιμᾶσθαι προσήκειν ἢ τῶν ἄλλων εὐεργεσιῶν.

[52] οὐ γὰρ μικροὺς οὐδ᾽ ὀλίγους οὐδ᾽ ἀφανεῖς ἀγῶνας ὑπέμειναν, ἀλλὰ πολλοὺς καὶ δεινοὺς καὶ μεγάλους, τοὺς μὲν ὑπὲρ τῆς αὑτῶν χώρας, τοὺς δ᾽ ὑπὲρ τῆς τῶν ἄλλων ἐλευθερίας· ἅπαντα γὰρ τὸν χρόνον διετέλεσαν κοινὴν τὴν πόλιν παρέχοντες καὶ τοῖς ἀδικουμένοις ἀεὶ τῶν Ἑλλήνων ἐπαμύνουσαν.

[53] διὸ δὴ καὶ κατηγοροῦσίν τινες ἡμῶν ὡς οὐκ ὀρθῶς βουλευομένων, ὅτι τοὺς ἀσθενεστέρους εἰθίσμεθα θεραπεύειν, ὥσπερ οὐ μετὰ τῶν ἐπαινεῖν βουλομένων ἡμᾶς τοὺς λόγους ὄντας τοὺς τοιούτους. οὐ γὰρ ἀγνοοῦντες ὅσον διαφέρουσιν αἱ μείζους τῶν συμμαχιῶν πρὸς τὴν ἀσφάλειαν, οὕτως ἐβουλευόμεθα περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ πολὺ τῶν ἄλλων ἀκριβέστερον εἰδότες τὰ συμβαίνοντ᾽ ἐκ τῶν τοιούτων ὅμως ᾑρούμεθα τοῖς ἀσθενεστέροις καὶ παρὰ τὸ συμφέρον βοηθεῖν μᾶλλον ἢ τοῖς κρείττοσιν τοῦ λυσιτελοῦντος ἕνεκα συναδικεῖν.

[54] Γνοίη δ᾽ ἄν τις καὶ τὸν τρόπον καὶ τὴν ῥώμην τὴν τῆς πόλεως ἐκ τῶν ἱκετειῶν ἃς ἤδη τινὲς ἡμῖν ἐποιήσαντο. τὰς μὲν οὖν ἢ νεωστὶ γεγενημένας ἢ περὶ μικρῶν ἐλθούσας παραλείψω· πολὺ δὲ πρὸ τῶν Τρωϊκῶν, —ἐκεῖθεν γὰρ δίκαιον τὰς πίστεις λαμβάνειν τοὺς ὑπὲρ τῶν πατρίων ἀμφισβητοῦντας—, ἦλθον οἵ θ᾽ Ἡρακλέους παῖδες καὶ μικρὸν πρὸ τούτων Ἄδραστος ὁ Ταλαοῦ, βασιλεὺς ὢν Ἄργους,

[55] οὗτος μὲν ἐκ τῆς στρατείας τῆς ἐπὶ Θήβας δεδυστυχηκώς, καὶ τοὺς ὑπὸ τῇ Καδμείᾳ τελευτήσαντας αὐτὸς μὲν οὐ δυνάμενος ἀνελέσθαι, τὴν δὲ πόλιν ἀξιῶν βοηθεῖν ταῖς κοιναῖς τύχαις καὶ μὴ περιορᾶν τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις ἀποθνῄσκοντας ἀτάφους γιγνομένους μηδὲ παλαιὸν ἔθος καὶ πάτριον νόμον καταλυόμενον,

[56] οἱ δ᾽ Ἡρακλέους παῖδες φεύγοντες τὴν Εὐρυσθέως ἔχθραν, καὶ τὰς μὲν ἄλλας πόλεις ὑπερορῶντες ὡς οὐκ ἂν δυναμένας βοηθῆσαι ταῖς αὑτῶν συμφοραῖς, τὴν δ᾽ ἡμετέραν ἱκανὴν νομίζοντες εἶναι μόνην ἀποδοῦναι χάριν ὑπὲρ ὧν ὁ πατὴρ αὐτῶν ἅπαντας ἀνθρώπους εὐεργέτησεν.

[57] ἐκ δὴ τούτων ῥᾴδιον κατιδεῖν ὅτι καὶ κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἡ πόλις ἡμῶν ἡγεμονικῶς εἶχεν· τίς γὰρ ἂν ἱκετεύειν τολμήσειεν ἢ τοὺς ἥττους αὑτῶν ἢ τοὺς ὑφ᾽ ἑτέροις ὄντας, παραλιπὼν τοὺς μείζω δύναμιν ἔχοντας, ἄλλως τε καὶ περὶ πραγμάτων οὐκ ἰδίων, ἀλλὰ κοινῶν καὶ περὶ ὧν οὐδένας ἄλλους εἰκὸς ἦν ἐπιμεληθῆναι πλὴν τοὺς προεστάναι τῶν Ἑλλήνων ἀξιοῦντας;

[58] ἔπειτ᾽ οὐδὲ ψευσθέντες φαίνονται τῶν ἐλπίδων δι᾽ ἃς κατέφυγον ἐπὶ τοὺς προγόνους ἡμῶν. ἀνελόμενοι γὰρ πόλεμον ὑπὲρ μὲν τῶν τελευτησάντων πρὸς Θηβαίους, ὑπὲρ δὲ τῶν παίδων τῶν Ἡρακλέους πρὸς τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν, τοὺς μὲν ἐπιστρατεύσαντες ἠνάγκασαν ἀποδοῦναι θάψαι τοὺς νεκροὺς τοῖς προσήκουσιν, Πελοποννησίων δὲ τοὺς μετ᾽ Εὐρυσθέως εἰς τὴν χώραν ἡμῶν εἰσβαλόντας ἐπεξελθόντες ἐνίκησαν μαχόμενοι κἀκεῖνον τῆς ὕβρεως ἔπαυσαν.

[59] θαυμαζόμενοι δὲ καὶ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις ἐκ τούτων τῶν ἔργων ἔτι μᾶλλον εὐδοκίμησαν. οὐ γὰρ παρὰ μικρὸν ἐποίησαν, ἀλλὰ τοσοῦτον τὰς τύχας ἑκατέρων μετήλλαξαν ὥσθ᾽ ὁ μὲν ἱκετεύειν ἡμᾶς ἀξιώσας βίᾳ τῶν ἐχθρῶν ἅπανθ᾽ ὅσων ἐδεήθη διαπραξάμενος ἀπῆλθεν, Εὐρυσθεὺς δὲ βιάσεσθαι προσδοκήσας αὐτὸς αἰχμάλωτος γενόμενος ἱκέτης ἠναγκάσθη καταστῆναι,

[60] καὶ τῷ μὲν ὑπερενεγκόντι τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὃς ἐκ Διὸς μὲν γεγονώς, ἔτι δὲ θνητὸς ὢν θεοῦ ῥώμην ἔσχεν, τούτῳ μὲν ἐπιτάττων καὶ λυμαινόμενος ἅπαντα τὸν χρόνον διετέλεσεν, ἐπειδὴ δ᾽ εἰς ἡμᾶς ἐξήμαρτεν, εἰς τοσαύτην κατέστη μεταβολὴν ὥστ᾽ ἐπὶ τοῖς παισὶ τοῖς ἐκείνου γενόμενος ἐπονειδίστως τὸν βίον ἐτελεύτησεν.

***
Πολεμικές υπηρεσίες της Αθήνας πριν από τα Μηδικά.
[51] Για να μη δώσω όμως την εντύπωση πως πελαγοδρομώ σε λεπτομέρειες, ενώ στην αρχή υποσχέθηκα πως θα αναπτύξω όλο το θέμα στη γενική μορφή του, και για να μη φανεί πως πλέκω εγκώμιο στην πόλη μας με όλα τα παραπάνω, γιατί αδυνατώ να την επαινέσω για τα πολεμικά της κατορθώματα, ας πούμε πως τα είπα όλα αυτά για όσους ικανοποιείται το φιλότιμό τους όταν ακούν τέτοια θέματα. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι στους προγόνους μας δεν ταιριάζει μικρότερη τιμή για τους πολεμικούς κινδύνους που αντιμετώπισαν από όση για τις άλλες ευεργεσίες που πρόσφεραν στους Έλληνες.

[52] Δεν ήταν δα ούτε μικροί ούτε ασήμαντοι ούτε και λίγοι οι αγώνες που υπόμειναν· αντίθετα, πολλοί και μεγάλοι και φοβεροί! Άλλοι για να υπερασπίσουν τη δικιά τους χώρα και άλλοι για την ελευθερία των Ελλήνων — Είναι γνωστό πως πάντοτε διέθεταν τη δύναμη της πόλης για το κοινό συμφέρον της Ελλάδας και για την υπεράσπιση Ελλήνων που δεινοπαθούσαν.

[53] Γι᾽ αυτό δα και μας κατακρίνουν μερικοί πως τάχα δε σκεφτόμαστε λογικά, αφού είχαμε την ανόητη συνήθεια να βοηθούμε τους αδύνατους — λες και δε βοηθάνε τέτοια λόγια αυτούς που θέλουν να μας επαινέσουν! Υιοθετήσαμε αυτή την τακτική όχι γιατί δεν ξέρουμε τί ρόλο παίζουν οι ισχυρές συμμαχίες για την ασφάλειά μας· ξέρουμε καλύτερα από τους άλλους τις συνέπειες μιας τέτοιας τακτικής, αλλά το βρίσκουμε πιο έντιμο να υπερασπίζουμε τους αδύναμους ενάντια στο συμφέρον μας, παρά να συνεργούμε στις αδικίες των ισχυρών, μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουμε υλικά κέρδη.

[54] Ίσως θα ήταν δυνατό να αντιληφθεί κανείς τη νοοτροπία και τη δύναμη της πόλης μας από τις επικλήσεις για βοήθεια που μερικοί μάς έκαναν ώς τώρα. Αυτές που τώρα τελευταία έγιναν ή ήταν για ασήμαντα ζητήματα θα τις παραλείψω. Όμως πολύ προτού να γίνουν τα Τρωικά —από εκεί είναι σωστό να αντλούν επιχειρήματα όσοι προβάλλουν δικαιώματα πατροπαράδοτα— ήρθαν οι γιοι του Ηρακλή και λίγο πριν ο Άδραστος του Ταλαού και βασιλιάς του Άργους.

[55] Ο τελευταίος απότυχε στην εκστρατεία κατά της Θήβας και δεν είχε τη δύναμη ο ίδιος να σηκώσει και να θάψει τους νεκρούς πολεμιστές του, που είχαν πέσει κάτω από τα τείχη της Καδμείας. Ζήτησε λοιπόν από την πόλη μας να τον συνδράμει σ᾽ αυτή τη συμφορά —που σε όλους είναι δυνατό να τύχει— και να μην ανεχτεί να μένουν άταφοι οι σκοτωμένοι στους πολέμους, ούτε να καταπατηθεί παλιά συνήθεια και νόμος ιερός πατροπαράδοτος.

[56] Τα τέκνα πάλι του Ηρακλή, κυνηγημένα από την έχθρα του Ευρυσθέα, άφησαν κατά μέρος τις άλλες πόλεις της Ελλάδας σαν ανίκανες να τους προσφέρουν συνδρομή στη δυστυχία τους και πίστεψαν πως μόνο η δικιά μας ήταν σε θέση να τους παρασταθεί για το καλό που ο πατέρας τους έκανε σε όλη την ανθρωπότητα.

[57] Από όλα αυτά φαίνεται ολοκάθαρα πως και τα χρόνια εκείνα η πόλη μας είχε τα πρωτεία: Ποιός τάχα θα είχε το κουράγιο να κάνει επικλήσεις για βοήθεια ή σε κατώτερούς του ή στους υποταγμένους σε άλλους και δε θα λογάριαζε τους πιο ισχυρούς; Ακόμα περισσότερο που τα ζητήματά τους δεν είχαν χαρακτήρα ιδιωτικό, αλλά παρουσίαζαν ενδιαφέρον γενικό, και ήταν φυσικό να ασχοληθούν με αυτά μονάχα όσοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να κατευθύνουν τις τύχες των Ελλήνων.

[58] Άλλωστε δε φαίνεται να διαψεύστηκαν οι ελπίδες τους, που τους οδήγησαν να καταφύγουν στους προγόνους μας. Ανάλαβαν, όπως ξέρουμε, από τη μια μεριά τον πόλεμο ενάντια στους Θηβαίους, για να πετύχουν να ενταφιαστούν οι νεκροί, και από την άλλη τα έβαλαν με τη δύναμη του Ευρυσθέα για το χατίρι των παιδιών του Ηρακλή. Έτσι ανάγκασαν με εκστρατεία τους Θηβαίους να παραδώσουν τους νεκρούς στους συγγενείς τους να τους θάψουν· αλλά και το στρατό των Πελοποννησίων, που έκαμε εισβολή στη χώρα μας μαζί με τον Ευρυσθέα, τον καταδίωξαν, τον νίκησαν στη μάχη και έδωσαν γερό χτύπημα στην υπεροψία και τη θρασύτητα εκείνου.

[59] Και για τα άλλα τους κατορθώματα βέβαια τους θαυμάζουν τους προγόνους μας, όμως φήμη ακόμα μεγαλύτερη απόχτησαν από τις πράξεις τους αυτές. Δεν πέτυχαν δα και μικρό πράγμα: Άλλαξαν τόσο την τύχη και στις δυο περιπτώσεις που ανάφερα πιο πάνω, ώστε αυτός που έκρινε σωστό να μας ικετεύσει γύρισε πίσω, αφού πέτυχε όλα όσα ζήτησε, με τη βία, απ᾽ τους εχθρούς του· ο Ευρυσθέας πάλι, που έλπισε για μια στιγμή πως θα μας επιβληθεί με τη βία, πιάστηκε αιχμάλωτος και αναγκάστηκε να πέσει στα πόδια μας ικέτης.

[60] Αυτός που σε όλη τη ζωή του έδινε εντολές και καταδυνάστευε εκείνον, που ξεπέρασε τη φύση την ανθρώπινη —ήτανε γιος του Δία, μα και σαν άνθρωπος θεϊκιά δύναμη είχε— όταν έκανε το λάθος να τα βάλει μαζί μας, τόσο ανάποδα του ήρθαν τα πράγματα, ώστε έπεσε στα χέρια των απογόνων του θύματός του και τελείωσε ντροπιασμένος τη ζωή του.