Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῆς εἰρήνης (5) (4-12)

Αποτέλεσμα εικόνας για θεα ειρηνη[4] Ἀκριβῶς δ᾽ εἰδώς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ λέγειν περὶ ὧν αὐτὸς εἶπέ τις καὶ περὶ αὑτοῦ παρ᾽ ὑμῖν ἀεὶ τῶν πάνυ λυσιτελούντων τοῖς τολμῶσιν ὄν, οὕτως ἡγοῦμαι φορτικὸν καὶ ἐπαχθὲς ὥστε ἀνάγκην οὖσαν ὁρῶν ὅμως ἀποκνῶ. νομίζω δ᾽ ἄμεινον ἂν ὑμᾶς περὶ ὧν νῦν ἐρῶ κρῖναι, μικρὰ τῶν πρότερόν ποτε ῥηθέντων ὑπ᾽ ἐμοῦ μνημονεύσαντες.

[5] ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρῶτον μέν, ἡνίκ᾽ ἔπειθόν τινες ὑμᾶς, τῶν ἐν Εὐβοίᾳ πραγμάτων ταραττομένων, βοηθεῖν Πλουτάρχῳ καὶ πόλεμον ἄδοξον καὶ δαπανηρὸν ἄρασθαι, πρῶτος καὶ μόνος παρελθὼν ἀντεῖπον, καὶ μόνον οὐ διεσπάσθην ὑπὸ τῶν ἐπὶ μικροῖς λήμμασιν πολλὰ καὶ μεγάλ᾽ ὑμᾶς ἁμαρτάνειν πεισάντων· καὶ χρόνου βραχέος διελθόντος, μετὰ τοῦ προσοφλεῖν αἰσχύνην καὶ παθεῖν οἷα τῶν ὄντων ἀνθρώπων οὐδένες πώποτε πεπόνθασ᾽ ὑπὸ τούτων οἷς ἐβοήθησαν, πάντες ὑμεῖς ἔγνωτε τήν τε τῶν τότε ταῦτα πεισάντων κακίαν καὶ τὰ βέλτιστ᾽ εἰρηκότ᾽ ἐμέ.

[6] πάλιν τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατιδὼν Νεοπτόλεμον τὸν ὑποκριτὴν τῷ μὲν τῆς τέχνης προσχήματι τυγχάνοντ᾽ ἀδείας, κακὰ δ᾽ ἐργαζόμενον τὰ μέγιστα τὴν πόλιν καὶ τὰ παρ᾽ ὑμῶν διοικοῦντα Φιλίππῳ καὶ πρυτανεύοντα, παρελθὼν εἶπον εἰς ὑμᾶς, οὐδεμιᾶς ἰδίας οὔτ᾽ ἔχθρας οὔτε συκοφαντίας ἕνεκα, ὡς ἐκ τῶν μετὰ ταῦτ᾽ ἔργων γέγονεν δῆλον.

[7] καὶ οὐκέτ᾽ ἐν τούτοις αἰτιάσομαι τοὺς ὑπὲρ Νεοπτολέμου λέγοντας (οὐδὲ εἷς γὰρ ἦν), ἀλλ᾽ αὐτοὺς ὑμᾶς· εἰ γὰρ ἐν Διονύσου τραγῳδοὺς ἐθεᾶσθε, ἀλλὰ μὴ περὶ σωτηρίας καὶ κοινῶν πραγμάτων ἦν ὁ λόγος, οὐκ ἂν οὕτως οὔτ᾽ ἐκείνου πρὸς χάριν οὔτ᾽ ἐμοῦ πρὸς ἀπέχθειαν ἠκούσατε.

[8] καίτοι τοῦτό γ᾽ ὑμᾶς οἶμαι νῦν ἅπαντας ᾐσθῆσθαι, ὅτι τὴν τότ᾽ ἄφιξιν εἰς τοὺς πολεμίους ποιησάμενος ὑπὲρ τοῦ τἀκεῖ χρήματ᾽ ὀφειλόμεν᾽, ὡς ἔφη, κομίσας δεῦρο λῃτουργεῖν, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ πλείστῳ χρησάμενος, ὡς δεινὸν εἴ τις ἐγκαλεῖ τοῖς ἐκεῖθεν ἐνθάδε τὰς εὐπορίας ἄγουσιν, ἐπειδὴ διὰ τὴν εἰρήνην ἀδείας ἔτυχεν, ἣν ἐνθάδ᾽ ἐκέκτητ᾽ οὐσίαν φανεράν, ταύτην ἐξαργυρίσας πρὸς ἐκεῖνον ἀπάγων οἴχεται.

[9] δύο μὲν δὴ ταῦθ᾽ ὧν προεῖπον ἐγὼ μαρτυρεῖ τοῖς γεγενημένοις λόγοις ὀρθῶς καὶ δικαίως, οἷά περ ἦν, ἀποφανθένθ᾽ ὑπ᾽ ἐμοῦ· τὸ τρίτον δ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, (καὶ μόνον ἓν τοῦτ᾽ εἰπὼν ἔτι καὶ δὴ περὶ ὧν παρελήλυθ᾽ ἐρῶ,) ἡνίκα τοὺς ὅρκους τοὺς περὶ τῆς εἰρήνης ἀπειληφότες ἥκομεν οἱ πρέσβεις,

[10] τότε Θεσπιάς τινων καὶ Πλαταιὰς ὑπισχνουμένων οἰκισθήσεσθαι, καὶ τοὺς μὲν Φωκέας τὸν Φίλιππον, ἂν γένηται κύριος, σώσειν, τὴν δὲ Θηβαίων πόλιν διοικιεῖν, καὶ τὸν Ὠρωπὸν ὑμῖν ὑπάρξειν, καὶ τὴν Εὔβοιαν ἀντ᾽ Ἀμφιπόλεως ἀποδοθήσεσθαι, καὶ τοιαύτας ἐλπίδας καὶ φενακισμούς, οἷς ὑπαχθέντες ὑμεῖς οὔτε συμφόρως οὔτ᾽ ἴσως καλῶς προεῖσθε Φωκέας, οὐδὲν τούτων οὔτ᾽ ἐξαπατήσας οὔτε σιγήσας ἐγὼ φανήσομαι, ἀλλὰ προειπὼν ὑμῖν, ὡς οἶδ᾽ ὅτι μνημονεύετε, ὅτι ταῦτ᾽ οὔτ᾽ οἶδα οὔτε προσδοκῶ, νομίζω δὲ τὸν λέγοντα ληρεῖν.

[11] Ταῦτα τοίνυν ἅπανθ᾽, ὅσα φαίνομαι βέλτιον τῶν ἄλλων προορῶν, οὐδ᾽ εἰς μίαν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὔτε δεινότητ᾽ οὔτ᾽ ἀλαζονείαν ἐπανοίσω, οὐδὲ προσποιήσομαι δι᾽ οὐδὲν ἄλλο γιγνώσκειν καὶ προαισθάνεσθαι πλὴν δι᾽ ἃν ὑμῖν εἴπω, δύο· ἓν μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δι᾽ εὐτυχίαν, ἣν συμπάσης ἐγὼ τῆς ἐν ἀνθρώποις οὔσης δεινότητος καὶ σοφίας ὁρῶ κρατοῦσαν·

[12] ἕτερον δέ, προῖκα τὰ πράγματα κρίνω καὶ λογίζομαι, καὶ οὐδὲν λῆμμ᾽ ἂν οὐδεὶς ἔχοι πρὸς οἷς ἐγὼ πεπολίτευμαι καὶ λέγω δεῖξαι προσηρτημένον. ὀρθὸν οὖν, ὅ τι ἄν ποτ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν ὑπάρχῃ τῶν πραγμάτων, τὸ συμφέρον φαίνεταί μοι. ὅταν δ᾽ ἐπὶ θάτερ᾽ ὥσπερ εἰς τρυτάνην ἀργύριον προσενέγκῃς, οἴχεται φέρον καὶ καθείλκυκε τὸν λογισμὸν ἐφ᾽ αὑτό, καὶ οὐκ ἂν ἔτ᾽ ὀρθῶς οὐδ᾽ ὑγιῶς ὁ τοῦτο ποιήσας περὶ οὐδενὸς λογίσαιτο.

***
ΔΙΗΓΗΣΗ ([§§ 4-12)
[4] Αν και γνωρίζω πολύ καλά, Αθηναίοι, ότι το να μιλάει κανείς σε σας για πράγματα για τα οποία μίλησε κάποτε ο ίδιος και το να περιαυτολογεί, είναι πάντοτε ωφέλιμη τακτική σε όσους διαθέτουν κάποια θρασύτητα, ωστόσο νομίζω ότι είναι τόσο φορτικό και δυσάρεστο, ώστε, ενώ βλέπω ότι είναι αναγκαίο, εντούτοις διστάζω να το κάνω. Αλλά νομίζω ότι θα διαμορφώσετε καλύτερη άποψη για όσα τώρα θα πω, αν θυμηθείτε λίγα από αυτά που σας είπα κάποτε στο παρελθόν.

[5] Πρώτον, Αθηναίοι, όταν κατά τη διάρκεια της πολιτικής αναταραχής στην Εύβοια, προσπαθούσαν κάποιοι να σας πείσουν να βοηθήσετε τον Πλούταρχο και να αναλάβετε έναν πόλεμο άδοξο και δαπανηρό, ήμουν ο πρώτος και μοναδικός που ανέβηκα στο βήμα και αντιτάχθηκα· και μόνο που δεν με κομμάτιασαν εκείνοι που για μηδαμινά οφέλη σας έπεισαν να διαπράξετε πολλά και μεγάλα σφάλματα. Και αφού πέρασε λίγος καιρός, μαζί με την καταισχύνη και τα παθήματά σας, παθήματα τέτοια που κανένας λαός ποτέ ως τώρα δεν έχει υποστεί από αυτούς που βοήθησε, συνειδητοποιήσατε όλοι σας τόσο τη φαυλότητα εκείνων που σας έπεισαν τότε να ενεργήσετε έτσι όσο και την ορθότητα των δικών μου προτάσεων.

[6] Εξάλλου, όταν αντιλήφθηκα, Αθηναίοι, ότι ο Νεοπτόλεμος ο ηθοποιός υπό το πρόσχημα της υποκριτικής τέχνης απολάμβανε ασυλία, προξενούσε τα μεγαλύτερα δεινά στην πόλη, ρύθμιζε τις υποθέσεις σας προς το συμφέρον του Φιλίππου και ήταν ο πρωτεργάτης σε όλα αυτά, ανέβηκα στο βήμα και σας μίλησα, όχι κινούμενος από προσωπική εμπάθεια ούτε και για να τον συκοφαντήσω, όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα που ακολούθησαν.

[7] Και δεν θα κατηγορήσω και στην περίπτωση αυτή τους συνηγόρους του Νεοπτολέμου (γατί δεν είχε κανέναν εντελώς), αλλά εσάς τους ίδιους. Γιατί, αν παρακολουθούσατε παράσταση τραγωδίας στο θέατρο του Διονύσου και δεν συζητούσατε για τη σωτηρία και τις κοινές υποθέσεις της πόλης σας, ούτε εκείνον θα ακούγατε με τόσο καλή διάθεση ούτε εμένα με τόση απέχθεια.

[8] Ωστόσο, φαντάζομαι ότι όλοι σας έχετε αντιληφθεί τώρα πια τούτο τουλάχιστον, ότι, αφού επισκέφθηκε τότε τους εχθρούς, για να εισπράξει τάχα και να φέρει εδώ, όπως έλεγε, χρήματα που του όφειλαν εκεί, με την πρόθεση να τα ξοδέψει εδώ σε δημόσιες λειτουργίες, και ενώ επαναλάμβανε συνεχώς το επιχείρημα ότι είναι φοβερό να εγκαλεί κανείς αυτούς που φέρνουν από εκεί τα πλούτη τους εδώ, όταν χάρη στην ειρήνη εξασφάλισε ασυλία, εξαργύρωσε όση ακίνητη περιουσία είχε εδώ, την πήρε και αναχώρησε για τον Φίλιππο.

[9] Αυτά λοιπόν τα δύο γεγονότα από όσα προανέφερα, που τα διατύπωσα με ειλικρίνεια και αίσθημα δικαιοσύνης, όπως ακριβώς έγιναν, επιβεβαιώνουν την αλήθεια των προηγούμενων λόγων μου. Τρίτον, Αθηναίοι (μόνο αυτό θα πω ακόμη και θα περάσω αμέσως σ᾽ εκείνα για τα οποία ανέβηκα να μιλήσω), όταν εμείς οι πρέσβεις επιστρέψαμε από τη Μακεδονία έχοντας πάρει τους όρκους για την ειρήνη,

[10] τότε κάποιοι σας υπόσχονταν ότι θα ξαναχτιστούν οι Θεσπιές και οι Πλαταιές, ότι ο Φίλιππος, αν γινόταν κύριος της κατάστασης, θα έσωζε τους Φωκείς, θα διασπούσε τη Θήβα σε οικισμούς, θα σας εξασφάλιζε τον Ωρωπό, θα σας απέδιδε την Εύβοια ως αντάλλαγμα για την Αμφίπολη, και άλλες τέτοιες φρούδες ελπίδες και απατηλές υποσχέσεις. Παρασυρμένοι εσείς από όλα αυτά εγκαταλείψατε στην τύχη τους τους Φωκείς, ενεργώντας αντίθετα προς τα συμφέροντά σας και ίσως και προς την ηθική σας υπόσταση. Θα αποδειχθεί λοιπόν ότι εγώ ούτε συνήργησα σε καμιά από αυτές τις απάτες ούτε ότι εσιώπησα, αλλά σας προειδοποίησα, όπως προφανώς θυμόσαστε, ότι αυτές τις υποσχέσεις ούτε τις γνωρίζω ούτε περιμένω να εκπληρωθούν, αλλά νομίζω ότι, όποιος λέει αυτά, λέει ανοησίες.

[11] Όλα αυτά λοιπόν, όσα αποδείχτηκε ότι πρόβλεψα καλύτερα από τους άλλους, δεν θα τα αποδώσω σε κάποιαν ούτε ικανότητα ούτε ιδιαίτερη εξυπνάδα, Αθηναίοι, ούτε και θα ισχυριστώ ότι αντιλήφθηκα και προαισθάνθηκα αυτά για κάποιον άλλον λόγο, αλλά για δύο πράγματα που θα σας τα αναφέρω. Το ένα, Αθηναίοι, ήταν η καλή μου τύχη, που εγώ βλέπω ότι είναι ανώτερη από κάθε ικανότητα και σοφία που υπάρχει στους ανθρώπους·

[12] το δεύτερον είναι επειδή κρίνω και ζυγίζω τα πράγματα αφιλοκερδώς και κανένας δεν θα μπορέσει να αποδείξει ότι κάποιο ίδιον κέρδος συνδέεται με τις πράξεις και τους λόγους στη διάρκεια της πολιτικής μου καριέρας. Γι᾽ αυτό, σωστό θεωρώ εγώ το συμφέρον της πόλης, όποιο τυχόν προκύψει από τα ίδια τα πράγματα. Αλλά όταν, όπως σε ζυγαριά, βάλεις στη μια μεριά χρήματα, τότε το βάρος τους συμπαρασύρει και τραβά προς το μέρος τους και την κρίση, και όποιος κάνει αυτό, δεν είναι δυνατόν να σκεφθεί ούτε σωστά ούτε ανεπηρέαστα για τίποτε.