Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (26-37)

[26] Τὰ μὲν οὖν ἐξ ἀρχῆς ὑπάρξαντα καὶ παρὰ τῆς τύχης δωρηθέντα τηλικαῦθ᾽ ἡμῖν τὸ μέγεθός ἐστιν· ὅσων δὲ τοῖς ἄλλοις ἀγαθῶν αἴτιοι γεγόναμεν, οὕτως ἂν κάλλιστ᾽ ἐξετάσαιμεν, εἰ τόν τε χρόνον ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ τὰς πράξεις τὰς τῆς πόλεως ἐφεξῆς διέλθοιμεν. εὑρήσομεν γὰρ αὐτὴν οὐ μόνον τῶν πρὸς τὸν πόλεμον κινδύνων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης κατασκευῆς,

[27] ἐν ᾗ κατοικοῦμεν καὶ μεθ᾽ ἧς πολιτευόμεθα καὶ δι᾽ ἣν ζῆν δυνάμεθα, σχεδὸν ἁπάσης αἰτίαν οὖσαν. ἀνάγκη δὲ προαιρεῖσθαι τῶν εὐεργεσιῶν μὴ τὰς διὰ μικρότητα διαλαθούσας καὶ κατασιωπηθείσας, ἀλλὰ τὰς διὰ τὸ μέγεθος ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων καὶ πάλαι καὶ νῦν πανταχοῦ καὶ λεγομένας καὶ μνημονευομένας.

[28] Πρῶτον μὲν τοίνυν, οὗ πρῶτον ἡ φύσις ἡμῶν ἐδεήθη, διὰ τῆς πόλεως τῆς ἡμετέρας ἐπορίσθη· καὶ γὰρ εἰ μυθώδης ὁ λόγος γέγονεν, ὅμως αὐτῷ καὶ νῦν ῥηθῆναι προσήκει. Δήμητρος γὰρ ἀφικομένης εἰς τὴν χώραν, ὅτ᾽ ἐπλανήθη τῆς Κόρης ἁρπασθείσης, καὶ πρὸς τοὺς προγόνους ἡμῶν εὐμενῶς διατεθείσης ἐκ τῶν εὐεργεσιῶν, ἃς οὐχ οἷόν τ᾽ ἄλλοις ἢ τοῖς μεμυημένοις ἀκούειν, καὶ δούσης δωρεὰς διττάς, αἵπερ μέγισται τυγχάνουσιν οὖσαι, τούς τε καρπούς, οἳ τοῦ μὴ θηριωδῶς ζῆν ἡμᾶς αἴτιοι γεγόνασιν, καὶ τὴν τελετήν, ἧς οἱ μετασχόντες περί τε τῆς τοῦ βίου τελευτῆς καὶ τοῦ σύμπαντος αἰῶνος ἡδίους τὰς ἐλπίδας ἔχουσιν,

[29] οὕτως ἡ πόλις ἡμῶν οὐ μόνον θεοφιλῶς, ἀλλὰ καὶ φιλανθρώπως ἔσχεν, ὥστε κυρία γενομένη τοσούτων ἀγαθῶν οὐκ ἐφθόνησεν τοῖς ἄλλοις, ἀλλ᾽ ὧν ἔλαβεν ἅπασιν μετέδωκεν. καὶ τὰ μὲν ἔτι καὶ νῦν καθ᾽ ἕκαστον τὸν ἐνιαυτὸν δείκνυμεν, τῶν δὲ συλλήβδην τάς τε χρείας καὶ τὰς ἐργασίας καὶ τὰς ὠφελείας τὰς ἀπ᾽ αὐτῶν γιγνομένας ἐδίδαξεν. καὶ τούτοις ἀπιστεῖν μικρῶν ἔτι προστεθέντων οὐδεὶς ἂν ἀξιώσειεν.

[30] πρῶτον μὲν γὰρ ἐξ ὧν ἄν τις καταφρονήσειεν τῶν λεγομένων ὡς ἀρχαίων ὄντων, ἐκ τῶν αὐτῶν τούτων εἰκότως ἂν καὶ τὰς πράξεις γεγενῆσθαι νομίσειεν· διὰ γὰρ τὸ πολλοὺς εἰρηκέναι καὶ πάντας ἀκηκοέναι προσήκει μὴ καινὰ μέν, πιστὰ δὲ δοκεῖν εἶναι τὰ λεγόμενα περὶ αὐτῶν. ἔπειτ᾽ οὐ μόνον ἐνταῦθα καταφυγεῖν ἔχομεν, ὅτι τὸν λόγον καὶ τὴν φήμην ἐκ πολλοῦ παρειλήφαμεν, ἀλλὰ καὶ σημείοις μείζοσιν ἢ τούτοις ἔστιν ἡμῖν χρήσασθαι περὶ αὐτῶν.

[31] αἱ μὲν γὰρ πλεῖσται τῶν πόλεων ὑπόμνημα τῆς παλαιᾶς εὐεργεσίας ἀπαρχὰς τοῦ σίτου καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν ὡς ἡμᾶς ἀποπέμπουσιν, ταῖς δ᾽ ἐκλειπούσαις πολλάκις ἡ Πυθία προσέταξεν ἀποφέρειν τὰ μέρη τῶν καρπῶν καὶ ποιεῖν πρὸς τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν τὰ πάτρια. καίτοι περὶ τίνων χρὴ μᾶλλον πιστεύειν ἢ περὶ ὧν ὅ τε θεὸς ἀναιρεῖ καὶ πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων συνδοκεῖ καὶ τά τε πάλαι ῥηθέντα τοῖς παροῦσιν ἔργοις συμμαρτυρεῖ καὶ τὰ νῦν γιγνόμενα τοῖς ὑπ᾽ ἐκείνων εἰρημένοις ὁμολογεῖ;

[32] χωρὶς δὲ τούτων, ἢν ἅπαντα ταῦτ᾽ ἐάσαντες ἀπὸ τῆς ἀρχῆς σκοπῶμεν, εὑρήσομεν ὅτι τὸν βίον οἱ πρῶτοι φανέντες ἐπὶ γῆς οὐκ εὐθὺς οὕτως ὥσπερ νῦν ἔχοντα κατέλαβον, ἀλλὰ κατὰ μικρὸν αὐτοὶ συνεπορίσαντο. τίνας οὖν χρὴ μᾶλλον νομίζειν ἢ δωρεὰν παρὰ τῶν θεῶν λαβεῖν ἢ ζητοῦντας αὐτοὺς ἐντυχεῖν;

[33] οὐ τοὺς ὑπὸ πάντων ὁμολογουμένους καὶ πρώτους γενομένους καὶ πρός τε τὰς τέχνας εὐφυεστάτους ὄντας καὶ πρὸς τὰ τῶν θεῶν εὐσεβέστατα διακειμένους; καὶ μὴν ὅσης προσήκει τιμῆς τυγχάνειν τοὺς τηλικούτων ἀγαθῶν αἰτίους, περίεργον διδάσκειν. οὐδεὶς γὰρ ἂν δύναιτο δωρεὰν τοσαύτην τὸ μέγεθος εὑρεῖν ἥτις ἴση τοῖς πεπραγμένοις ἐστίν.

[34] Περὶ μὲν οὖν τοῦ μεγίστου τῶν εὐεργετημάτων καὶ πρώτου γενομένου καὶ πᾶσι κοινοτάτου ταῦτ᾽ εἰπεῖν ἔχομεν. περὶ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους ὁρῶσα τοὺς μὲν βαρβάρους τὴν πλείστην τῆς χώρας κατέχοντας, τοὺς δ᾽ Ἕλληνας εἰς μικρὸν τόπον κατακεκλειμένους καὶ διὰ σπανιότητα τῆς γῆς ἐπιβουλεύοντάς τε σφίσιν αὐτοῖς καὶ στρατείας ἐπ᾽ ἀλλήλους ποιουμένους, καὶ τοὺς μὲν δι᾽ ἔνδειαν τῶν καθ᾽ ἡμέραν, τοὺς δὲ διὰ τὸν πόλεμον ἀπολλυμένους,

[35] οὐδὲ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχοντα περιεῖδεν, ἀλλ᾽ ἡγεμόνας εἰς τὰς πόλεις ἐξέπεμψεν, οἳ παραλαβόντες τοὺς μάλιστα βίου δεομένους, στρατηγοὶ καταστάντες αὐτῶν καὶ πολέμῳ κρατήσαντες τοὺς βαρβάρους, πολλὰς μὲν ἐφ᾽ ἑκατέρας τῆς ἠπείρου πόλεις ἔκτισαν, ἁπάσας δὲ τὰς νήσους κατῴκισαν, ἀμφοτέρους δὲ καὶ τοὺς ἀκολουθήσαντας καὶ τοὺς ὑπομείναντας ἔσωσαν·

[36] τοῖς μὲν γὰρ ἱκανὴν τὴν οἴκοι χώραν κατέλιπον, τοῖς δὲ πλείω τῆς ὑπαρχούσης ἐπόρισαν· ἅπαντα γὰρ περιεβάλοντο τὸν τόπον ὃν νῦν τυγχάνομεν κατέχοντες. ὥστε καὶ τοῖς ὕστερον βουληθεῖσιν ἀποικίσαι τινὰς καὶ μιμήσασθαι τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν πολλὴν ῥᾳστώνην ἐποίησαν· οὐ γὰρ αὐτοὺς ἔδει κτωμένους χώραν διακινδυνεύειν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν ὑφ᾽ ἡμῶν ἀφορισθεῖσαν, εἰς ταύτην οἰκεῖν ἰόντας.

[37] καίτοι τίς ἂν ταύτης ἡγεμονίαν ἐπιδείξειεν ἢ πατριωτέραν τῆς πρότερον γενομένης πρὶν τὰς πλείστας οἰκισθῆναι τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, ἢ μᾶλλον συμφέρουσαν τῆς τοὺς μὲν βαρβάρους ἀναστάτους ποιησάσης, τοὺς δ᾽ Ἕλληνας εἰς τοσαύτην εὐπορίαν προαγαγούσης;

***
Η προσφορά στους Έλληνες των υλικών αγαθών της.
[26] Τόσο σημαντική λοιπόν είναι και η πρώτη μας αρχή και όσα ύστερα μας χάρισε η τύχη. Όσο για τα αγαθά που εμείς προσφέραμε στους άλλους, ο καλύτερος τρόπος να τα δούμε είναι να εξετάσουμε με χρονολογική σειρά τα κατορθώματα της πόλης μας από την αρχαία εποχή.

[27] Σε μια τέτοια θεώρηση θα διαπιστώσουμε ότι η πόλη μας όχι μονάχα στάθηκε η πρώτη πάντα στους πολεμικούς αγώνες, αλλά και δημιούργησε αποκλειστικά σχεδόν τον πολιτισμό που μας χαρακτηρίζει και που μ᾽ αυτόν ρυθμίζουμε τις σχέσεις μεταξύ μας και μας εξασφαλίζει τη δυνατότητα να ζούμε ανθρωπινά. Αναγκαστικά όμως από όλες τις ευεργεσίες θα διαλέξουμε όχι βέβαια αυτές που ήταν ασήμαντές —γι᾽ αυτό και πέρασαν απαρατήρητες και δεν έγινε λόγος— αλλά εκείνες που, για την αποφασιστική τους σημασία, όλοι οι άνθρωποι παντού και πάντοτε τις θυμούνται και τις μνημονεύουν.

[28] Και πρώτα πρώτα αυτό που είχε πρωταρχική και άμεση ανάγκη ο οργανισμός μας το πήρε από την πόλη μας. Μπορεί βέβαια αυτό να είναι μονάχα μύθος, όμως αξίζει και τώρα να τον πω: Η Δήμητρα, μες στις περιπλανήσεις της όταν της έκλεψαν την Κόρη, έφτασε κάποτε στη χώρα μας. Συμπάθησε λοιπόν τους προγόνους μας για όσα καλά τής έκαναν —δεν μπορεί άλλος να τα μάθει αυτά εξόν από τους μυημένους στα Ελευσίνια Μυστήρια— και τους χάρισε δώρα διπλά, δώρα που έχουν πολύ μεγάλη αξία: Τους καρπούς της γης από τη μια μεριά, που μας βοήθησαν να μη ζούμε σαν τα θεριά, και τα Μυστήρια της Ελευσίνας απ᾽ την άλλη, που δίνουν ελπίδες γλυκές στους μυημένους για το τέλος της ζωής μας, για την αιωνιότητα.

[29] Η πόλη μας όμως, που ευτύχησε να έχει την αγάπη των θεών, είχε και άμετρη αγάπη για τον άνθρωπο. Τόσα αγαθά που απόχτησε δεν τα έκρυψε ζηλότυπα από τους άλλους· από όσα πήρε σε όλους έδωσε. Και νά, τα Ελευσίνια Μυστήρια και τώρα ακόμα κάθε χρόνο τα τελούμε· τη χρήση πάλι, την καλλιέργεια και την ωφέλεια από τους δημητριακούς καρπούς σε όλους χωρίς εξαίρεση τη δίδαξε. Για όλα αυτά κανείς δε θα μπορούσε να αμφιβάλει, αν μάλιστα προσθέσω λίγα ακόμα.

[30] Πρώτα πρώτα το επιχείρημα πως η παράδοση αυτή είναι πολύ παλιά, που θα μπορούσε ίσως να μας κάνει να μην τη λογαριάσουμε, αυτό το ίδιο επιχείρημα δικαιολογημένα θα μπορούσε και να αποδείξει ότι έγιναν στην πραγματικότητα όσα λέγονται. Αφού πολλοί έχουν μιλήσει για την παράδοση αυτή και όλοι την έχουν ακουστά, επιβάλλεται να θεωρούμε τα λεγόμενα απόλυτα αξιόπιστα και όχι λόγια καινούρια αδοκίμαστα από το χρόνο. Έπειτα δεν είναι το μοναδικό μας επιχείρημα ότι ο μύθος και η παράδοση φτάνουν στις μέρες μας από τα πολύ παλιά· έχουμε δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε και άλλες αποδείξεις, πιο ισχυρές ακόμα από αυτό.

[31] Οι περισσότερες δηλαδή από τις πόλεις της Ελλάδας κάθε χρόνο στέλνουν στην πόλη τη δικιά μας, ανάμνηση της παλιάς ευεργεσίας, τις απαρχές από τη συγκομιδή τους· όσες μάλιστα αθέτησαν το χρέος τους αυτό, πολλές φορές τις πρόσταξε η Πυθία να φέρουν τον καρπό και να εκπληρώσουν έτσι την πατροπαράδοτη υποχρέωσή τους απέναντι στην πόλη μας. Σε τί άλλο λοιπόν θα άξιζε να έχουμε πιότερη εμπιστοσύνη, αν όχι σε ό,τι χρησμοδοτεί ο θεός και συμφωνούν μ᾽ αυτό και πολλοί Έλληνες; Ακόμα περισσότερο που οι παλιές μας παραδόσεις συμβαδίζουν απόλυτα με τα σημερινά μας έργα και ετούτα πάλι συμφωνούν με όσα οι παλιοί μάς έχουν παραδώσει.

[32] Ανεξάρτητα όμως από αυτά, αν τα αφήσουμε όλα κατά μέρος και εξετάσουμε τις πρώτες στιγμές που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στη γη, θα δούμε πως οι πρώτοι άνθρωποι δε βρήκαν έτοιμα τα μέσα της ζωής που έχουν τώρα, αλλά σιγά σιγά τα ανακάλυψαν οι ίδιοι. Ποιοί όμως από όλους πρέπει να παραδεχτούμε ή ότι τα δέχτηκαν χάρισμα από τους θεούς ή ότι τα ανακάλυψαν ψάχνοντας οι ίδιοι;

[33] Όχι αυτοί που όλοι παραδέχονται πως είναι οι αρχαιότεροι, οι πιο προικισμένοι για τις τέχνες και οι πιο ευσεβείς προς τους θεούς; Περιττό τώρα να αναπτύξω πόση τιμή αξίζει σ᾽ αυτούς που έγιναν οι δημιουργοί τόσο μεγάλων αγαθών. Είναι βέβαιο ότι κανείς δε θα μπορούσε να βρει δώρο τόσο σημαντικό, αντάξιο στα κατορθώματά τους.

[34] Για τη σπουδαιότερη λοιπόν ευεργεσία, που στάθηκε η πρώτη, κοινή για όλο τον κόσμο, αυτά είχα να πω. Τα ίδια πάλι χρόνια η πόλη μας έβλεπε τους βαρβάρους να κατέχουν το πιο μεγάλο μέρος όλου του κόσμου τότε, την ώρα που οι Έλληνες, ασφυκτικά κλεισμένοι σ᾽ έναν τόπο στενό, από έλλειψη ακριβώς ζωτικού χώρου, αλληλοεπιβουλεύονταν και ο ένας εξεστράτευε κατά του άλλου, με αποτέλεσμα άλλοι να χάνονται από την πείνα και άλλοι από τον πόλεμο.

[35] Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση δεν ήταν βέβαια δυνατό να αδιαφορήσει: Έστειλε στις διάφορες πόλεις αρχηγούς, παράλαβαν τους πιο φτωχούς, έγιναν στρατηγοί τους και νίκησαν με τα όπλα τους βαρβάρους· ίδρυσαν ύστερα πόλεις πολλές στις δυο ηπείρους, αποίκησαν όλα τα νησιά και έσωσαν έτσι τους συντρόφους τους, μα και όσους είχαν μείνει πίσω στην πατρίδα:

[36] Στους τελευταίους, βλέπετε, άφησαν αρκετή γη, για να εργάζονται, ενώ στους συντρόφους τους έδωσαν περισσότερη από όση είχαν πριν, τώρα μάλιστα που είχαν δικές τους όλες τις χώρες που κατέχουμε και σήμερα. Έτσι διευκόλυναν πολύ και όσους ύστερα θέλησαν να μιμηθούν την πόλη μας και να ιδρύσουν αποικίες· δεν είχαν πια ανάγκη να αντιμετωπίσουν ένα σωρό κινδύνους για την κατάχτηση μιας νέας χώρας, αφού μπορούσαν να παν και να εγκατασταθούν εύκολα σ᾽ αυτές που ήδη είχαμε κατακτήσει εμείς.

[37] Ύστερα από αυτά ποιός θα μπορούσε να προβάλει ηγεμονία με περισσότερα δικαιώματα μες στη βαθιά παράδοση των Ελλήνων από τούτη εδώ, που παρουσιάστηκε προτού ακόμα ιδρυθούν οι περισσότερες από τις πόλεις της Ελλάδας; Και ακόμα ποιά ηγεμονία θα μπορούσε να καυχηθεί πως στάθηκε πιο χρήσιμη από τη δικιά μας, που αναστάτωσε τους βαρβάρους και οδήγησε τους Έλληνες σε μια τέτοια οικονομική ευημερία;