Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Αιώνιο προς την ανθρωπότητα μήνυμα

Στην παρούσα μελέτη θα παραθέσουμε τα λόγια του Πλάτωνα που – ακολουθώντας πιστά και ακλόνητα τους εκ του Διός εγγεγραμμένους στη ουσία της ψυχής ειμάρμενους νόμους – λέγει αφενός πως:
 
 «”Ποια πράξη όμως είναι αρεστή στο θεό και σύμφωνη με την θέλησή του; Υπάρχει μόνο μία, που την εκφράζει το παλιό ρητό: στο όμοιο αρέσει το όμοιο που τηρεί το μέτρο. Τα υπερβολικά δεν είναι αρεστά ούτε μεταξύ τους ούτε σε εκείνα που έχουν μέτρο. Κατά την άποψή μας, ο θεός είναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο όπως υποστηρίζουν μερικοί. Αν θέλει λοιπόν κανείς να γίνει προσφιλής στον θεό πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να του μοιάσει. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, όποιος είναι συνετός θα έχει την φιλία του θεού – αφού θα του μοιάζει – ενώ ο μη σώφρων και άδικος, ως εντελώς διαφορετικός από τον θεό, θα είναι εχθρός του. Το ίδιο ισχύει  και για όλα τα άλλα. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι λογική συνέπεια του συλλογισμού αυτού είναι το εξής δίδαγμα, που το θεωρώ κάλλιστο και αληθέστατο από όλα τα άλλα. Για τον αγαθό άνθρωπο, το κάλλιστο και άριστο μέσο για να ζήσει ευδαίμονα βίο είναι να θύειν  στους θεούς και να προσομιλεί αεί  μαζί τους με την ευχή, τα αναθήματα και την θεραπεία.  Για τον κακό άνθρωπο είναι φυσικό να συμβαίνει το αντίθετο, αφού έχει ακάθαρτη ψυχή. Τόσο ο θεός όσο και ο αγαθός άνθρωπος δεν είναι σωστό να δέχονται δώρα από βρώμικα χέρια – κάτι που σημαίνει ότι ο κόπος που καταβάλλουν οι ασεβείς για να αποκτήσουν την εύνοια των θεών πάει χαμένος, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις προσπάθειες των ενάρετων. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο στόχος μας. Ποια όμως είναι τα βέλη μας και τα μηχανήματα με τα οποία θα τα εκτοξεύσουμε; Ας πούμε πως αυτά είναι τα όπλα μας, πρώτο και καλύτερο θεωρείται η απόδοση τιμών στους Ολύμπιους θεούς που έχουν την πόλη και μετά στους χθόνιους θεούς. Στους πρώτους κατά τον σκοπό της ευσέβειας πρέπει ορθότατα να προσφέρονται τα άρτια και τα δεξιά, ενώ στους δεύτερους τα περιττά και αριστερά. Στην συνέχεια ο έμφρων οργιασθείς θα αποδώσει τιμές στους Δαίμονες και στους Ήρωες. Έπειτα στα ιδρύματα των πατρώων Θεών – όπως προστάζει ο νόμος – και τέλος στους ζωντανούς γονείς, αφού είναι σωστό και δίκαιο να πληρώνει κανείς πρώτα τα πιο σημαντικά χρέη του  και στην συνέχεια τα υπόλοιπα. Πρέπει να θεωρεί ότι όλα όσα απέκτησε και διαθέτει τα χρωστά σε εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν, ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτησή τους. Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του, με τη σωματική του δύναμη και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτόν, το δάνειο δηλ. που του έδωσαν όταν ήταν νέος, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους. Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με ευδημία στους γονείς του, γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά. Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται εκ της Νεμέσεως, αγγέλου της Δίκης. Αν οι γονείς οργιστούν, ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπάσουν με λόγια ή με έργα, χωρίς να τους κρατά κακία. Πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας όταν θεωρεί ότι το παιδί  τον αδικεί. Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας, πρέπει να τους κάνουμε την σωφρονέστατη και καλλίστη ταφή, χωρίς να ξεπερνάμε τα όρια αλλά και χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς. Κάθε έτος οφείλουμε να τιμάμε την διαιώνιση της μνήμη τους και να τους προσφέρουμε το μερίδιο που τους ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε. Αν το κάνουμε αυτό και ζήσουμε συμφώνως με τους κανόνες που αναφέραμε, καθένας μας θα πάρει την αμοιβή που του αξίζει από τους θεούς και από τοα κρείττονα γένη, έτσι ώστε να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευτυχισμένος”. Οι νόμοι καθόρισαν επίσης τις υποχρεώσεις μας προς τα τέκνα, τους συγγενείς, τους φίλους και τους συμπολίτες μας αλλά και τα ξενικά προς θεών θεραπεύματα. Όρισαν επίσης τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να φερόμαστε σε κάθε κατηγορία αυτών των ανθρώπων, αν θέλουμε να ζήσουμε μια όμορφη ζωή χωρίς να παραβαίνουμε τον νόμο, αλλά πείθοντας και άλλοτε τιμωρώντας εκείνους που δεν θέλουν να συμμορφωθούν, ώστε η πόλη μας να γίνει εύδαιμον και μακαρία με την βοήθεια των θεών».[1]
 
Αφετέρου ότι:
«Αν ένας άνθρωπος τιμά και σέβεται τους συγγενείς του, που έχουν το ίδιο αίμα και λατρεύουν τους ίδιους θεούς, αυτός είναι λογικό να ελπίζει ότι οι γενέθλιοι θεοί θα είναι  εύνους στην των παιδιών του σπορά. Επίσης θα κερδίσει την ευμένεια των Θεών αν θεωρεί τις υπηρεσίες που του προσφέρουν οι φίλοι και οι εταίροι πολύ ανώτερες από όσο τις θεωρούν οι ίδιοι και, αντίθετα, αν θεωρεί ότι οι δικές του υπηρεσίες προς εκείνους είναι πολύ πιο μικρές. Σχετικά με την πόλη και τους συμπολίτες του, άριστος είναι ο άνθρωπος, που, αντί να επιδιώκει τη διάκριση στην Ολυμπία και στους άλλους αγώνες, ειρηνικούς και πολεμικούς, προτιμά να έχει φήμη ότι υπακούει στους νόμους της πατρίδας του υπηρετώντας τους όλη τους τη ζωή με μεγαλύτερη αφοσίωση από οποιονδήποτε άλλο. Όσο για τις σχέσεις με τους ξένους, πρέπει να θεωρεί να θεωρεί τα συμβόλαιο αγιότατα. Όλα σχεδόν τα αμαρτήματα προς τους ξένους, που βρίσκονται κάτω από την προστασία των Θεών, προκαλούν πολύ αυστηρές τιμωρίες από εκείνες που επιβάλλονται σε αδικήματα προς συμπολίτες μας. Ο ξένος όντας έρημος εταίρων και συγγενών είναι ελεεινότερος(συμπαθέστερος) σε Θεούς και ανθρώπους. Έτσι, αυτός που μπορεί να βοηθήσει στην τιμωρία των ενόχων το κάνει με μεγαλύτερη προθυμία. Και φυσικά, περισσότερο από όλους μπορεί να επιβάλει τιμωρίες ο των ξένων προστάτης θεός ή δαίμονας, που ακολουθεί τον Ζεύς τον ξένιο. Μεγάλη λοιπόν ευλάβεια και προμήθεια για όποιον σκέφτεται το μέλλον του να πορευτεί προς το τέλος της ζωής του δίχως να έχει αδικήσει κάποιον ξένο. Το μέγιστο αμάρτημα, πάνω και από τα σε ξένους και συμπολίτες, είναι προς τους ικέτες. Ο θεός, τον οποίο επικαλείται ο ικέτης για την εκτέλεση των υποσχέσεων που το έδωσαν, γίνεται φύλακας του παθόντος  και δεν παραλείπει ποτέ να μείνει ατιμώρητος ο φταίχτης».[2]
 
Αλλά και πως:
«Πρέπει να τιμάμε τον ξένιο Ζεύς και να μην διώχνουμε τους ξένους από το τραπέζι μας και από τις θυσίες μας, όπως κάνουν οι κάτοικοι του Νείλου, ούτε με άγριους νόμους να τους εμποδίζουμε να επισκέπτονται την χώρα μας».[3]
 
Γιατί κατά πως λέγει ο Πλάτων:
«λένε οι σοφοί ότι τον ουρανό και τη γη και τους Θεούς και τους ανθρώπους συνδέουν η κοινωνία, η φιλία, η κοσμιότητα, η σωφροσύνη και η δικαιότητα και ότι εξαιτίας αυτών, ονομάζουν το όλον τούτο “Κόσμο” και όχι ακοσμία ούτε ακολασία.»[4]
 
Ξεχάσαμε οι άνθρωποι τα λόγια του Αχιλλέα:
«γιατί δεν είναι αντάξια της ψυχής μου ούτε όσα λένε
πως είχε αποκτήσει το Ίλιον, η καλοκατοικημένη πόλη,
πριν από την ειρήνη, πριν έλθουν οι γιοί των Αχαιών εδώ,
ούτε όσα το λίθινο κατώφλι του τοξευτή εντός κλείνει,
του Φοίβου Απόλλωνος, στην πετρώδη Πυθώνα»[5]
Έτσι απάντησε ο Αχιλλέας στους Αχαιούς, όταν εκείνοι του ζήτησαν να μπει ξανά στην μάχη και να δεχτεί τα δώρα του Αγαμέμνονα ως αντάλλαγμα ξεχάσει την αδικία του ….
 
Ήθελε να τους πει με άλλα λόγια ότι και ο Σωκράτης θα έλεγε αιώνες μετά:
«Αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιοι από εμάς πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα, είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον Θεό.»[6]
 
Ήθελαν και οι δύο να πουν πως:
«Από όλα τα πράγματα που κατέχει ο άνθρωπος, το πιο ιερό μετά τους θεούς είναι η ψυχή. Ξέρουμε ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από δυο ειδών στοιχεία. Ορισμένα, τα οποία κυριαρχούν, είναι πιο δυνατά και πιο καλά, ενώ τα άλλα, κατώτερα και πιο αδύναμα, οφείλουν να υποτάσσονται στα προηγούμενα. Ο Άνθρωπος πρέπει πάντα να προτιμά εκείνα που κυριαρχούν παρά εκείνα που υποτάσσονται. Έτσι, όταν λέω ότι τόσο μετά τους Θεούς, που είναι κύριοι της μοίρας μας, όσο και μετά τους δαίμονες ή τους ήρωες ο άνθρωπος πρέπει να τιμά την ψυχή του, νομίζω ότι μιλώ σωστά. Σπάνια όμως το πετυχαίνει κάποιος αυτό. Απλά, νομίζει πως το καταφέρνει. Γιατί τίποτα κακό δεν αξίζει να τιμηθεί, αφού η τιμή είναι θείο δώρο. Οπωσδήποτε νομίζει ότι εξυψώνει την ψυχή του με λόγια ή δώρα ή υποχωρήσεις και δεν φροντίζει να την κάνει καλύτερη, φαντάζεται ότι την τιμά αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, κάθε άνθρωπος που φτάνει στην εφηβεία νομίζει πως τα ξέρει όλα και φαντάζεται ότι τιμά την ψυχή του με τους επαίνους και με το να την αφήνει να κάνει ότι θέλει. Σύμφωνα όμως με όσα είπαμε πριν από λίγο, δεν πρόκειται για τιμή αλλά βλάβη, αφού έχουμε δεχτεί ότι η ψυχή βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά τους θεούς. Επίσης, όταν κάποιος πιστεύει ότι η ευθύνη για τα αμαρτήματα που κάνει δεν είναι δική του αλλά των άλλων, τους οποίους κατηγορεί για τις συχνές και σοβαρές κακοτυχίες του θεωρώντας τον εαυτό του ανεύθυνο για αυτά, νομίζει ότι έτσι τιμά την ψυχή του. Πετυχαίνει όμως ακριβώς αντίθετο. Το ίδιο γίνεται και όταν ρίχνεται στις απολαύσεις και αδιαφορεί για τις συστάσεις και τις συμβουλές του νομοθέτη, αφού ντροπιάζει την ψυχή του και τη γεμίζει με τύψεις και ενοχές. Ή, για να πάρουμε την αντίθετη περίπτωση, όταν δεν υπομένει τους κόπους, τους φόβου, τους πόνους και τις λύπες αλλά τα αποφεύγει από δειλία, όχι μόνο δεν τιμά την ψυχή του αλλά την ντροπιάζει. Το ίδιο γίνεται και όταν θεωρεί τη ζωή το μεγαλύτερο αγαθό του Κόσμου. Η σκέψη αυτή ατιμάζει την ψυχή γιατί πιστεύει ότι όλα όσα υπάρχουν στον Άδη είναι κακά, ενώ θα έπρεπε να αντιταχθεί σε αυτή την απαίσια ιδέα και να ηρεμήσει την ψυχή του με την σκέψη ότι δεν ξέρει αν η συνάντηση μας με τους εκεί θεούς είναι ίσως το μεγαλύτερο αγαθό. Όταν κάποιος δίνει μεγαλύτερη αξία στο κάλλος παρά στην αρετή, ντροπιάζει την ψυχή του με απόλυτο και ολοκληρωτικό τρόπο. Ο λόγος γιατί πιστεύει ότι το σώμα έχει μεγαλύτερη αξία από την ψυχή, κάτι εντελώς λανθασμένο. Κανένα γηγενές πράγμα δεν είναι εντιμότερο των Ολύμπιων. Όποιος πιστεύει κάτι το διαφορετικό για την ψυχή δεν κατανοεί πόσο υπέροχο είναι αυτό το αγαθό που περιφρονεί.»[7]
 
Μάλιστα ο Πλάτων λέγει πως:
«αν διαλυθεί η σύνθεση του σώματος και ιδρυθεί η ψυχή στον οικείο της τόπο, το σώμα που απομένει, το γεώδες και άλογο, δεν είναι πλέον ο άνθρωπος. Διότι εμείς είμαστε ψυχή, ζώο αθάνατο κλεισμένο μέσα σε θνητό φρούριο. Και το σώμα τούτο το προσάρτησε η Φύση ως κατοικία για κακό. Σε αυτό ηδονές είναι επιπόλαιες, φευγαλέες και ανάμεικτες και περισσότερες οδύνες, και οι πόνοι βαθείς, πολύχρονοι και χωρίς χαρές. Από ασθένειες και φλεγμονές των αισθητηρίων οργάνων, και ακόμα από τις εσωτερικές κακώσεις υποφέροντας αναγκαστικά η ψυχή, επειδή είναι διάσπαρτη σε όλους τους πόρους του σώματος, ποθεί τον ουράνιο και σύμφυλο αιθέρα, και διψά γι’ αυτόν, προσμένοντας την εκεί ζωή και αυτούς που θα συναντήσει. Επομένως η απαλλαγή του ζην είναι μεταβολή κάποιου κακού σε αγαθό»[8].
 
Εξ ου και όταν επιχειρεί να μεταστρέψει τον φόβο του Αξίοχου για τον θάνατο ο Σωκράτης του λέγει:
«Αν από την αρχή, Αξίοχε, από άγνοια, δεν έπαιρνες κατά κάποιο τρόπο ως δεδομένη την αίσθηση, δεν θα φοβόσουν τον θάνατο. Τώρα όμως εσύ βασανίζεις τον εαυτό σου, φοβούμενος ότι θα στερηθείς την ψυχή, δίνεις ψυχή στην στέρηση, και τρέμεις μήπως δεν αισθάνεσαι, και νομίζεις πως θα καταλάβεις με αίσθηση την αίσθηση που δεν υπάρχει. Σχετικά με αυτά υπάρχουν πολλοί και καλοί λόγοι για την αθανασία της ψυχής. Καμία θνητή φύση δεν θα μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλα έργα, ώστε να καταφρονήσει τη βία των δυνατότερων της θηρίων, να διασχίσει πελάγη, να χτίσει πόλεις, να εγκαθιδρύσει πολιτεύματα, να αναβλέψει στον ουρανό και να δει περιφορές άστρων και τροχιές ήλιου και σελήνης, και ανατολές και δύσεις, και εκλάψεις και ταχείες αποκαταστάσεις, και ισημερίες και διττά ηλιοστάσια, και χειμώνες Πλειάδων, και θερινούς ανέμους και βροχές, και εξαίσιους συρμούς καταιγίδων, και να παραδώσει στον αιώνα τα παθήματα του Κόσμου, αν δεν υπήρχε κάποιο όντως θείο πνεύμα στην ψυχή, με το οποίο να αντιλαμβάνεται και να γνωρίζει τόσο σπουδαία πράγματα. Ώστε δεν πηγαίνεις στον θάνατο αλλά στην αθανασία, Αξίοχε, και δεν θα στερηθείς τα αγαθά αλλά θα νιώσεις πιο ειλικρινά την απόλαυση, ούτε θα αναμειχθούν με θνητό σώμα οι ηδονές, αλλά θα είναι απρόσβλητες από κάθε οδύνη. Διότι θα φτάσεις εκεί, αφού απαλλαγείς από τούτη εδώ τη φυλακή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος και στεναγμός και γήρας, αλλά ζωή γαλήνια δίχως δυστυχίες, ατενίζοντας με ησυχία απαρασάλευτη, εξετάζοντας από κοντά τη Φύση, φιλοσοφώντας όχι για όχλο και θέατρο, αλλά για την αμφιθαλή αλήθεια».[9]
 
Και για περισσότερη ανάλυση του λέγει:
«Αν μάλιστα θέλεις κι άλλη συζήτηση, θα σου μιλήσω για εκείνο που με πληροφόρησε ο Γωβρύης, ένας Μάγος. Είπε, λοιπόν ότι, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη, ο παππούς και ομώνυμός του, όταν στάλθηκε στην Δήλο, για να κρατήσει το νησί όπου γεννήθηκαν οι δυο Θεοί ασύλητο, από κάποιες χάλκινες δέλτους, τις οποίες κόμισαν εκ των Υπερβορείων η Ώπις και η Εκαέργη, έμαθε πως μετά την λύση από το σώμα η ψυχή προχωρεί σε άδηλο τόπο, στην υπόγεια οίκηση, όπου βρίσκεται η βασιλεία του Πλούτωνα, που δεν είναι μικρότερη από την αυλή του Διός, επειδή η μεν γη κατέχει τα μέσα του Κόσμου, ο δε πόλος είναι σφαιροειδής, του οποίου το ένα ημισφαίριο έλαβαν οι ουράνιοι Θεοί, και το άλλο οι υπένερθεν, και είναι οι πρώτοι αδέλφια, οι άλλοι παίδες των αδελφών. Τα δε πρόπυλα της οδού προς τον Πλούτωνα είναι οχυρωμένα με σιδερένιους μοχλούς και κλειδιά. Μόλις τούτα ανοίξουν, περιμένει ο ποταμός Αχέρων, και μετά από αυτόν ο Κωκυτός, τους οποίους πρέπει να διαβεί κανείς για να φτάσει κοντά στον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ, στον τόπο που ονομάζεται πεδίο της αλήθειας. Εκεί κάθονται δικαστές που ανακρίνουν όποιον φτάνει με ποιο τρόπο έζησε και με τι απασχόλησε το σώμα του όσο κατοικούσε σε αυτό. Είναι, βέβαια, αδύνατο να πει κάποιος ψέματα. Όσοι στην διάρκεια της ζωής εξ αγαθού δαίμονος εμπνεύστηκαν, στον των ευσεβών χώρο οικίζονται, όπου υπάρχουν εν αφθονία και όλες τις ώρες (εποχές) όλοι οι καρποί, και ρέουν πηγές καθαρών υδάτων, και ποίκιλα άνθη ανθίζουν σε λειμώνες, και διατριβές φιλοσόφων και θέατρα ποιητών, και κυκλικοί χοροί και μουσικά ακούσματα, και μελωδικά συμπόσια και ευωχίες αυτοχορήγητες, και ακήρατος αλυπία και γλυκιά δίαιτα. Γιατί ούτε πολύ κρύο ούτε πολύ ζέστη υπάρχει, αλλά πνέει ευχάριστος αέρας, σπαρμένος με απαλές αχτίδες του ήλιου. Εκεί οι μυημένοι κατέχουν την προεδρία. Και εκεί συντελείται η όσια αγιστεία. Πως, λοιπόν, πρώτος δεν θα τιμηθείς εσύ, που έχεις συγγενικούς δεσμούς με τους Θεούς; Κατά τον παλαιό λόγο, μάλιστα, και ο Ηρακλής και ο Διόνυσος, προτού κατέβουν στην Άδη, μυήθηκαν εκεί, και το θάρρος για να πορευτούν το άντλησαν παρά της Ελευσίνιας Θεάς. Όσοι, πάλι, πέρασαν την ζωή τους κάνοντας κακουργήματα, οδηγούνται από τις Ερινύες προς το έρεβος και το χάος δια του Ταρτάρου, όπου διαμένουν οι ασεβείς και οι πίθοι των Δαναΐδων δεν γεμίζουν ποτέ ύδωρ και η δίψα του Ταντάλου είναι αιώνια, και τα σπλάχνα του Τιτυού τρώγονται αιώνια και αναδημιουργούνται, και κυλά προς τα πάνω αδιάκοπα τον βράχο ο Σίσυφος, του οποίου το τέλος των βασάνων γίνεται πάλι η αρχή τους. Εκεί οι κακοί, όπως τους γλύφουν θηρία και καίγονται επίπονα από λαμπάδες των Ποινών και υποβάλλονται σε κάθε είδους βασανιστήριο, βασανίζονται από αΐδιες τιμωρίες. Ετούτα άκουσα από τον Γωβρύη, και εσύ μπορείς να κρίνεις, Αξίοχε. Εγώ, βέβαια, καθώς έλκομαι εκ της λογικής προς την αντίθετη, τούτο μόνο γνωρίζω καλά, ότι η ψυχή είναι αθάνατη, καθώς και ότι εγκαταλείπει τούτο τον τόπο και απαλλάσεται από λύπες.»[10]
---------------------
[1]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 716.c.1 – 718.b.5»:
       Leg 716.c.1 ` to     Leg 718.b.5  {ΑΘ.} «Τίς οὖν δὴ πρᾶξις φίλη καὶ ἀκόλουθος θεῷ; μία, καὶ ἕνα λόγον ἔχουσα ἀρχαῖον, ὅτι τῷ μὲν ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ὄντι μετρίῳ φίλον ἂν εἴη, τὰ δ᾽ ἄμετρα οὔτε ἀλλήλοις οὔτε τοῖς ἐμμέτροις. ὁ δὴ θεὸς ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἂν εἴη μάλιστα, καὶ πολὺ μᾶλλον ἤ πού τις, ὥς φασιν, ἄνθρωπος· τὸν οὖν τῷ τοιούτῳ προσφιλῆ γενησόμενον, εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα καὶ αὐτὸν τοιοῦτον ἀναγκαῖον γίγνεσθαι, καὶ κατὰ τοῦτον δὴ τὸν λόγον ὁ μὲν σώφρων ἡμῶν θεῷ φίλος, ὅμοιος γάρ, ὁ δὲ μὴ σώφρων ἀνόμοιός τε καὶ διάφορος καὶ <ὁ> ἄδικος, καὶ τὰ ἄλλ᾽ οὕτως κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχει. νοήσωμεν δὴ τούτοις ἑπόμενον εἶναι τὸν τοιόνδε λόγον, πντων κλλιστον κα ληθστατον ομαι λγων, ς τ μν γαθ θειν κα προσομιλεν ε τος θεος εχας κα ναθμασιν κα συμπσ θεραπείᾳ θεν κλλιστον κα ριστον κα νυσιμτατον πρς τν εδαμονα βον κα δ κα διαφερντως πρπον, τῷ δὲ κακῷ τούτων τἀναντία πέφυκεν. ἀκάθαρτος γὰρ τὴν ψυχὴν ὅ γε κακός, καθαρὸς δὲ ὁ ἐναντίος, παρὰ δὲ μιαροῦ δῶρα οὔτε ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν οὔτε θεὸν ἔστιν ποτὲ τό γε ὀρθὸν δέχεσθαι· μάτην οὖν περὶ θεοὺς ὁ πολύς ἐστι πόνος τοῖς ἀνοσίοις, τοῖσιν δὲ ὁσίοις ἐγκαιρότατος ἅπασιν. σκοπς μν ον μν οτος ο δε στοχζεσθαι· βέλη δὲ αὐτοῦ καὶ οἷον ἡ   τοῖς βέλεσιν ἔφεσις τὰ ποῖ᾽ ἂν λεγόμενα ὀρθότατα φέροιτ᾽ ἄν; πρῶτον μέν, φαμέν, τιμὰς τὰς μετ᾽ Ὀλυμπίους τε καὶ τοὺς τὴν πόλιν ἔχοντας θεοὺς τοῖς χθονίοις ἄν τις θεοῖς ἄρτια καὶ δεύτερα καὶ ἀριστερὰ νέμων ὀρθότατα τοῦ τῆς εὐσεβείας σκοποῦ τυγχάνοι, τὰ δὲ τούτων ἄνωθεν [τὰ περιττὰ] καὶ ἀντίφωνα, τοῖς ἔμπροσθεν ῥηθεῖσιν νυνδή. μετὰ θεοὺς δὲ τούσδε καὶ τοῖς δαίμοσιν ὅ γε ἔμφρων ὀργιάζοιτ᾽ ἄν, ἥρωσιν δὲ μετὰ τούτους. ἐπακολουθοῖ δ᾽ αὐτοῖς ἱδρύματα ἴδια πατρῴων θεῶν κατὰ νόμον ὀργιαζόμενα, γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· ὡς θέμις ὀφείλοντα ἀποτίνειν τὰ πρῶτά τε καὶ μέγιστα ὀφειλήματα, χρεῶν πάντων πρεσβύτατα, νομίζειν δέ, ἃ κέκτηται καὶ ἔχει, πάντα εἶναι τῶν γεννησάντων καὶ θρεψαμένων πρὸς τὸ παρέχειν αὐτὰ εἰς ὑπηρεσίαν ἐκείνοις κατὰ δύναμιν πᾶσαν, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς οὐσίας, δεύτερα τὰ τοῦ σώματος, τρίτα τὰ τῆς ψυχῆς, ἀπο τίνοντα δανείσματα ἐπιμελείας τε καὶ ὑπερπονούντων ὠδῖνας παλαιὰς ἐπὶ νέοις δανεισθείσας, ἀποδιδόντα δὲ παλαιοῖς ἐν τῷ γήρᾳ σφόδρα κεχρημένοις. παρὰ δὲ πάντα τὸν βίον ἔχειν τε καὶ ἐσχηκέναι χρὴ πρὸς αὑτοῦ γονέας εὐφημίαν διαφερόντως, διότι κούφων καὶ πτηνῶν λόγων βαρυτάτη ζημία—πᾶσι γὰρ ἐπίσκοπος τοῖς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐτάχθη Δίκης Νέμεσις ἄγγελος—θυμουμένοις τε οὖν ὑπείκειν δεῖ καὶ ἀποπιμπλᾶσι τὸν θυμόν, ἐάντ᾽ ἐν λόγοις ἐάντ᾽ ἐν ἔργοις δρῶσιν τὸ τοιοῦτον, συγγιγνώσκοντα, ὡς εἰκότως μάλιστα πατὴρ ὑεῖ δοξάζων ἀδικεῖσθαι θυμοῖτ᾽ ἂν διαφερόντως. τελευτησάντων δὲ γονέων ταφὴ μὲν ἡ σωφρονεστάτη καλλίστη, μήτε ὑπεραίροντα τῶν εἰθισμένων ὄγκων μήτ᾽ ἐλλείποντα ὧν οἱ προπάτορες τοὺς ἑαυτῶν γεννητὰς ἐτίθεσαν, τάς τε αὖ κατ᾽ ἐνιαυτὸν τῶν ἤδη τέλος ἐχόντων ὡσαύτως ἐπιμελείας τὰς κόσμον φερούσας ἀποδιδόναι· τῷ δὲ μὴ παραλείπειν μνήμην ἐνδελεχῆ παρεχόμενον, τούτῳ μάλιστ᾽ ἀεὶ πρεσβεύειν, δαπάνης τε τῆς διδομένης ὑπὸ τύχης τὸ μέτριον τοῖς κεκμηκόσιν νέμοντα. ταῦτ᾽ ἂν ποιοῦντες καὶ κατὰ ταῦτα ζῶντες ἑκάστοτε ἕκαστοι τὴν ἀξίαν ἂν παρὰ θεῶν καὶ ὅσοι κρείττονες ἡμῶν κομιζοίμεθα, ἐν ἐλπίσιν ἀγαθαῖς διάγοντες τὸ πλεῖστον τοῦ βίου.» ἃ δὲ πρὸς ἐκγόνους καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ πολίτας, ὅσα τε ξενικὰ πρὸς θεῶν θεραπεύματα καὶ ὁμιλίας συμπάντων τούτων ἀποτελοῦντα τὸν αὑτοῦ βίον φαιδρυνάμενον κατὰ νόμον κοσμεῖν δεῖ, τῶν νόμων αὐτῶν ἡ διέξοδος, τὰ μὲν πείθουσα, τὰ δὲ μὴ ὑπείκοντα πειθοῖ τῶν ἠθῶν βίᾳ καὶ δίκῃ κολάζουσα, τὴν πόλιν ἡμῖν συμβουληθέντων θεῶν μακαρίαν τε καὶ εὐδαίμονα ἀποτελεῖ·
 
[2]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 729.c.5 – 730.a.9»:
       Leg 729.c.5 ` to     Leg 730.a.9 συγγνειαν δ κα μογνων θεν κοινωναν πσαν τατο φσιν αματος χουσαν τιμν τις κα σεβμενος, ενους ν γενεθλους θεος ες παδων ατο σπορν σχοι κατ λγον. καὶ μὴν τό γε φίλων καὶ ἑταίρων πρὸς τὰς ἐν βίῳ ὁμιλίας εὐμενεῖς ἄν τις κτῷτο, μείζους μὲν καὶ σεμνοτέρας τὰς ἐκείνων ὑπηρεσίας εἰς αὑτὸν ἡγούμενος ἢ ᾽κεῖνοι, ἐλάττους δ᾽ αὖ τὰς αὑτοῦ διανοούμενος εἰς τοὺς φίλους χάριτας αὐτῶν τῶν φίλων τε καὶ ἑταίρων. εἰς μὴν πόλιν καὶ πολίτας μακρῷ ἄριστος ὅστις πρὸ τοῦ Ὀλυμπίασιν καὶ ἁπάντων ἀγώνων πολεμικῶν τε καὶ εἰρηνικῶν νικᾶν δέξαιτ᾽ ἂν δόξῃ ὑπηρεσίας τῶν οἴκοι νόμων, ὡς ὑπηρετηκὼς πάντων κάλλιστ᾽ ἀνθρώπων αὐτοῖς ἐν τῷ βίῳ. πρὸς δ᾽ αὖ τοὺς ξένους διανοητέον ὡς ἁγιώτατα συμβόλαια ὄντα· σχεδν γρ πντ στ τ τν ξνων κα ες τος ξνους μαρτματα παρ τ τν πολιτν ες θεν νηρτημνα τιμωρν μλλον. ρημος γρ ν ξνος ταρων τε κα συγγενν λεειντερος νθρποις κα θεος· δυνμενος ον τιμωρεν μλλον βοηθε προθυμτερον, δναται δ διαφερντως ξνιος κστων δαμων κα θες τ ξενίῳ συνεπμενοι Δι. πολλς ον ελαβεας, κα σμικρν προμηθεας νι, μηδν μρτημα περ ξνους μαρτντα ν τ βίῳ πρς τ τλος ατο πορευθναι. ξενικν δ α κα πιχωρων μαρτημτων τ περ τος κτας μγιστον γγνεται μρτημα κστοις· μεθ ο γρ κετεσας μρτυρος κτης θεο τυχεν μολογιν, φλαξ διαφρων οτος το παθντος γγνεται, στ οκ ν ποτε τιμρητος πθοι τυχν ν παθε.
 
[3]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 953.e.2 – 953.e.4»:
       Leg 953.e.2 ` to     Leg 953.e.4 τιμῶντας ξένιον Δία, μὴ βρώμασι καὶ θύμασι τὰς ξενηλασίας ποιουμένους, καθάπερ ποιοῦσιν νῦν θρέμματα Νείλου, μηδὲ κηρύγμασιν ἀγρίοις.
 
[4]  Βλ. Πλάτων «Γοργίας, 507.e.6 – 508.a.4»:
         Gorg 507.e.6 ` to     Gorg 508.a.4 φασὶ δ᾽ οἱ σοφοί, ὦ Καλλίκλεις, καὶ οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους τὴν κοινωνίαν συνέχειν καὶ φιλίαν καὶ κοσμιότητα καὶ σωφροσύνην καὶ δικαιότητα, καὶ τὸ ὅλον τοῦτο διὰ ταῦτα κόσμον καλοῦσιν, ὦ ἑταῖρε, οὐκ ἀκοσμίαν οὐδὲ ἀκολασίαν.
 
[5]  Βλ. Όμηρος «Ιλιάδα, Ι’, στ. 401 – 405»:
        Il 9.401 ` to     Il 9.405 οὐ γὰρ ἐμοὶ ψυχῆς ἀντάξιον οὐδ᾽ ὅσα φασὶν
Ἴλιον ἐκτῆσθαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον
τὸ πρὶν ἐπ᾽ εἰρήνης, πρὶν ἐλθεῖν υἷας Ἀχαιῶν,
οὐδ᾽ ὅσα λάϊνος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει
Φοίβου Ἀπόλλωνος Πυθοῖ ἔνι πετρηέσσῃ.
 
[6]  Βλ. Πλάτων «Απολογία Σωκράτους. 42.a.2 – 42.a.5»:
        Apol 42.a.2 ` to     Apol 42.a.5 ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.
 
[7]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι 726.a.2 – 727.e.3»:
       Leg 726.a.2 ` to     Leg 727.e.3 πάντων γὰρ τῶν αὑτοῦ κτημάτων μετὰ θεοὺς ψυχὴ θειότατον, οἰκειότατον ὄν. τὰ δ᾽ αὑτοῦ διττὰ πάντ᾽ ἐστὶ πᾶσιν. τὰ μὲν οὖν κρείττω καὶ ἀμείνω δεσπόζοντα, τὰ δὲ ἥττω καὶ χείρω δοῦλα· τῶν οὖν αὑτοῦ τὰ δεσπόζοντα ἀεὶ προτιμητέον τῶν δουλευόντων. οὕτω δὴ τὴν αὑτοῦ ψυχὴν μετὰ θεοὺς ὄντας δεσπότας καὶ τοὺς τούτοις ἑπομένους τιμᾶν δεῖν λέγων δευτέραν, ὀρθῶς παρακελεύομαι. τιμᾷ δ᾽ ὡς ἔπος εἰπεῖν ἡμῶν οὐδεὶς ὀρθῶς, δοκεῖ δέ· θεῖον γὰρ ἀγαθόν που τιμή, τῶν δὲ κακῶν οὐδὲν τίμιον, ὁ δ᾽ ἡγούμενος ἤ τισι λόγοις ἢ δώροις αὐτὴν αὔξειν ἤ τισιν ὑπείξεσιν, μηδὲν βελτίω δὲ ἐκ χείρονος αὐτὴν ἀπεργαζόμενος, τιμᾶν μὲν δοκεῖ, δρᾷ δὲ τοῦτο οὐδαμῶς. αὐτίκα παῖς εὐθὺς γενόμενος ἄνθρωπος πᾶς ἡγεῖται πάντα ἱκανὸς εἶναι γιγνώσκειν, καὶ τιμᾶν οἴεται ἐπαινῶν τὴν αὑτοῦ ψυχήν, καὶ προθυμούμενος ἐπιτρέπει πράττειν ὅτι ἂν ἐθέλῃ, τὸ δὲ νῦν λεγόμενόν ἐστιν ὡς δρῶν ταῦτα βλάπτει καὶ οὐ τιμᾷ· δεῖ δέ, ὥς φαμεν,   μετά γε θεοὺς δευτέραν. οὐδέ γε ὅταν ἄνθρωπος τῶν αὑτοῦ ἑκάστοτε ἁμαρτημάτων μὴ ἑαυτὸν αἴτιον ἡγῆται καὶ τῶν πλείστων κακῶν καὶ μεγίστων, ἀλλὰ ἄλλους, ἑαυτὸν δὲ ἀεὶ ἀναίτιον ἐξαιρῇ, τιμῶν τὴν αὑτοῦ ψυχήν, ὡς δὴ δοκεῖ, ὁ δὲ  πολλοῦ δεῖ δρᾶν τοῦτο· βλάπτει γάρ. οὐδ᾽ ὁπόταν ἡδοναῖς παρὰ λόγον τὸν τοῦ νομοθέτου καὶ ἔπαινον χαρίζηται, τότε οὐδαμῶς τιμᾷ, ἀτιμάζει δὲ κακῶν καὶ μεταμελείας ἐμπιμπλὰς αὐτήν. οὐδέ γε ὁπόταν αὖ τἀναντία τοὺς ἐπαινουμένους πόνους καὶ φόβους καὶ ἀλγηδόνας καὶ λύπας μὴ διαπονῇ καρτερῶν ἀλλὰ ὑπείκῃ, τότε οὐ τιμᾷ ὑπείκων· ἄτιμον γὰρ αὐτὴν ἀπεργάζεται δρῶν τὰ τοιαῦτα σύμπαντα. οὐδ᾽ ὁπόταν ἡγῆται τὸ ζῆν πάντως ἀγαθὸν εἶναι, τιμᾷ, ἀτιμάζει δ᾽ αὐτὴν καὶ τότε· τὰ γὰρ ἐν Ἅιδου πράγματα πάντα κακὰ ἡγουμένης τῆς ψυχῆς εἶναι, ὑπείκει καὶ οὐκ ἀντιτείνει διδάσκων τε καὶ ἐλέγχων ὡς οὐκ οἶδεν οὐδ᾽ εἰ τἀναντία πέφυκεν μέγιστα εἶναι πάντων ἀγαθῶν ἡμῖν τὰ περὶ τοὺς θεοὺς τοὺς ἐκεῖ. οὐδὲ μὴν πρὸ ἀρετῆς ὁπόταν αὖ προτιμᾷ τις κάλλος, τοῦτ᾽ ἔστιν οὐχ ἕτερον ἢ ἡ τῆς ψυχῆς ὄντως καὶ πάντως ἀτιμία. ψυχῆς γὰρ σῶμα ἐντιμότερον οὗτος ὁ λόγος φησὶν εἶναι,  ψευδόμενος· οὐδὲν γὰρ γηγενὲς Ὀλυμπίων ἐντιμότερον, ἀλλ᾽ ὁ περὶ ψυχῆς ἄλλως δοξάζων ἀγνοεῖ ὡς θαυμαστοῦ τούτου κτήματος ἀμελεῖ.
 
[8]  Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 365.e.3 – 366.b.1»:
       Ax 365.e.3 ` to     Ax 366.b.1  τῆς συγκρίσεως ἅπαξ διαλυθείσης καὶ τῆς ψυχῆς εἰς τὸν οἰκεῖον ἱδρυθείσης τόπον, τὸ ὑπολειφθὲν σῶμα, γεῶδες ὂν καὶ ἄλογον, οὐκ ἔστιν ὁ ἄνθρωπος. ἡμεῖς μὲν γάρ ἐσμεν ψυχή, ζῷον ἀθάνατον ἐν θνητῷ καθειργμένον φρουρίῳ· τὸ δὲ σκῆνος τουτὶ πρὸς κακοῦ περιήρμοσεν ἡ φύσις, ᾧ τὰ μὲν ἥδοντα ἀμυχιαῖα καὶ πτηνὰ καὶ εἰς πλείους ὀδύνας ἀνακεκραμένα, τὰ δὲ ἀλγεινὰ ἀκραιφνῆ καὶ πολυχρόνια καὶ τῶν ἡδόντων ἄμοιρα· νόσους δὲ καὶ φλεγμονὰς τῶν αἰσθητηρίων, ἔτι δὲ τὰς ἐντὸς κακότητας, οἷς ἀναγκαστῶς, ἅτε παρεσπαρμένη τοῖς πόροις, ἡ ψυχὴ συναλγοῦσα τὸν οὐράνιον ποθεῖ καὶ σύμφυλον αἰθέρα, καὶ διψᾷ, τῆς ἐκεῖσε διαίτης καὶ χορείας ὀριγνωμένη. ὥστε ἡ τοῦ ζῆν ἀπαλλαγὴ κακοῦ τινός ἐστιν εἰς ἀγαθὸν μεταβολή.
 
[9]  Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 370.a.4 – 370.d.6»:
       Ax 370.a.4 ` to     Ax 370.d.6 ἀρχὴν γάρ, ὦ Ἀξίοχε, μὴ συνυποτιθέμενος ἁμῶς γέ πως μίαν αἴσθησιν, κατὰ τὸ ἀνεπιστῆμον, οὐκ ἄν ποτε πτυρείης τὸν θάνατον. νῦν δὲ περιτρέπεις σεαυτόν, δειματούμενος στερήσεσθαι τῆς ψυχῆς, τῇ δὲ στερήσει περιτιθεῖς ψυχήν, καὶ ταρβεῖς μὲν τὸ μὴ αἰσθήσεσθαι, καταλήψεσθαι δὲ οἴει τὴν οὐκ ἐσομένην αἴσθησιν αἰσθήσει· πρὸς τῷ πολλοὺς καὶ καλοὺς εἶναι λόγους περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. οὐ γὰρ δὴ θνητή γε φύσις τοσόνδε ἂν ἤρατο μεγεθουργίας, ὥστε καταφρονῆσαι μὲν ὑπερβαλλόντων θηρίων βίας, διαπεραιώσασθαι δὲ πελάγη, δείμασθαι δὲ ἄστη, καταστήσασθαι δὲ πολιτείας, ἀναβλέψαι δὲ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδεῖν περιφορὰς ἄστρων καὶ δρόμους ἡλίου τε καὶ σελήνης, ἀνατολάς τε καὶ δύσεις, ἐκλείψεις τε καὶ ταχείας ἀποκαταστάσεις, ἰσημερίας τε καὶ τροπὰς διττάς, καὶ Πλειάδων χειμῶνας, καὶ θέρους ἀνέμους τε καὶ καταφορὰς ὄμβρων, καὶ πρηστήρων ἐξαισίους συρμούς, καὶ τὰ τοῦ κόσμου παθήματα παραπήξασθαι πρὸς τὸν αἰῶνα, εἰ μή τι θεῖον ὄντως ἐνῆν πνεῦμα τῇ ψυχῇ, δι᾽ οὗ τὴν τῶν τηλικῶνδε περίνοιαν καὶ γνῶσιν ἔσχεν. ὥστε οὐκ εἰς θάνατον ἀλλ᾽ εἰς ἀθανασίαν μεταβάλλεις, ὦ Ἀξίοχε, οὐδὲ ἀφαίρεσιν ἕξεις τῶν ἀγαθῶν ἀλλ᾽ εἰλικρινεστέραν τὴν ἀπόλαυσιν, οὐδὲ μεμειγμένας θνητῷ σώματι τὰς ἡδονὰς ἀλλ᾽ ἀκράτους ἁπασῶν ἀλγηδόνων. κεῖσε γὰρ ἀφίξῃ μονωθεὶς ἐκ τῆσδε τῆς εἱρκτῆς, ἔνθα ἄπονα πάντα καὶ ἀστένακτα καὶ ἀγήρατα, γαληνὸς δέ τις καὶ κακῶν ἄπονος βίος, ἀσαλεύτῳ ἡσυχίᾳ εὐδιαζόμενος, καὶ περιαθρῶν τὴν φύσιν, φιλοσοφῶν οὐ πρὸς ὄχλον καὶ θέατρον ἀλλὰ πρὸς ἀμφιθαλῆ τὴν ἀλήθειαν.
 
[10]  Βλ. Πλάτων «Αξίοχος, 371.a.1 – 372.a.8»:
        Ax 371.a.1 ` to     Ax 372.a.8  {ΣΩ.} Εἰ δὲ καὶ ἕτερον βούλει λόγον, ὃν ἐμοὶ ἤγγειλε Γωβρύης, ἀνὴρ μάγος· ἔφη κατὰ τὴν Ξέρξου διάβασιν τὸν πάππον αὑτοῦ καὶ ὁμώνυμον, πεμφθέντα εἰς Δῆλον, -ὅπως τηρήσειε τὴν νῆσον ἄσυλον ἐν ᾗ οἱ δύο θεοὶ ἐγένοντο, ἔκ τινων χαλκέων δέλτων, ἃς ἐξ Ὑπερβορέων ἐκόμισαν Ὦπίς τε καὶ Ἑκαέργη, ἐκμεμαθηκέναι μετὰ τὴν τοῦ σώματος λύσιν τὴν ψυχὴν εἰς τὸν ἄδηλον χωρεῖν τόπον, κατὰ τὴν ὑπόγειον οἴκησιν, ἐν ᾗ βασίλεια Πλούτωνος οὐχ ἥττω τῆς τοῦ Διὸς αὐλῆς, ἅτε τῆς μὲν γῆς ἐχούσης τὰ μέσα τοῦ κόσμου, τοῦ δὲ πόλου ὄντος σφαιροειδοῦς, οὗ τὸ μὲν ἕτερον ἡμισφαίριον θεοὶ ἔλαχον οἱ οὐράνιοι, τὸ δὲ ἕτερον οἱ ὑπένερθεν, οἱ μὲν ἀδελφοὶ ὄντες, οἱ δὲ ἀδελφῶν παῖδες. τὰ δὲ πρόπυλα τῆς   εἰς Πλούτωνος ὁδοῦ σιδηροῖς κλείθροις καὶ κλεισὶν ὠχύρωται. ταῦτα δὲ ἀνοίξαντα ποταμὸς Ἀχέρων ἐκδέχεται, μεθ᾽ ὃν Κωκυτός, οὓς χρὴ πορθμεύσαντας ἀχθῆναι ἐπὶ Μίνω καὶ Ῥαδάμανθυν, ὃ κλῄζεται πεδίον ἀληθείας. ἐνταυθοῖ καθέζονται δικασταὶ ἀνακρίνοντες τῶν ἀφικνουμένων ἕκαστον, τίνα βίον βεβίωκε καὶ τίσιν ἐπιτηδεύμασιν ἐνῳκίσθη τῷ σώματι. ψεύσασθαι μὲν οὖν ἀμήχανον. ὅσοις μὲν οὖν ἐν τῷ ζῆν δαίμων ἀγαθὸς ἐπέπνευσεν, εἰς τὸν τῶν εὐσεβῶν χῶρον οἰκίζονται, ἔνθα ἄφθονοι μὲν ὧραι παγκάρπου γονῆς βρύουσιν, πηγαὶ δὲ ὑδάτων καθαρῶν ῥέουσιν, παντοῖοι δὲ λειμῶνες ἄνθεσι ποικίλοις ἐαριζόμενοι, διατριβαὶ δὲ φιλοσόφων καὶ θέατρα ποιητῶν καὶ κύκλιοι χοροὶ καὶ μουσικὰ ἀκούσματα, συμπόσιά τε εὐμελῆ καὶ εἰλαπίναι αὐτοχορήγητοι, καὶ ἀκήρατος ἀλυπία καὶ ἡδεῖα δίαιτα· οὔτε γὰρ χεῖμα σφοδρὸν οὔτε θάλπος ἐγγίγνεται, ἀλλ᾽ εὔκρατος ἀὴρ χεῖται ἁπαλαῖς ἡλίου ἀκτῖσιν ἀνακιρνάμενος. ἐνταῦθα τοῖς μεμυημένοις ἐστίν τις προεδρία· καὶ τὰς ὁσίους ἁγιστείας κἀκεῖσε συντελοῦσιν. πῶς οὖν οὐ σοὶ πρώτῳ μέτεστι τῆς τιμῆς, ὄντι γεννήτῃ τῶν θεῶν; καὶ τοὺς περὶ Ἡρακλέα τε καὶ Διόνυσον κατιόντας εἰς Ἅιδου πρότερον λόγος ἐνθάδε μυηθῆναι, καὶ τὸ θάρσος τῆς ἐκεῖσε πορείας παρὰ τῆς Ἐλευσινίας ἐναύσασθαι. ὅσοις δὲ τὸ ζῆν διὰ κακουργημάτων ἠλάθη, ἄγονται πρὸς Ἐρινύων ἐπ᾽ ἔρεβος καὶ χάος διὰ Ταρτάρου, ἔνθα χῶρος ἀσεβῶν καὶ Δαναΐδων ὑδρεῖαι ἀτελεῖς καὶ Ταντάλου δίψος καὶ Τιτυοῦ σπλάγχνα αἰωνίως ἐσθιόμενα καὶ γεννώμενα καὶ Σισύφου πέτρος ἀνήνυτος, οὗ τὰ τέρματα αὖθις ἄρχει πόνων. ἔνθα θηρσὶν περιλιχμώμενοι καὶ λαμπάσιν ἐπιμόνως πυρούμενοι Ποινῶν καὶ πᾶσαν αἰκίαν αἰκιζόμενοι ἀιδίοις τιμωρίαις τρύχονται. ταῦτα μὲν ἐγὼ ἤκουσα παρὰ Γωβρύου, σὺ δ᾽ ἂν ἐπικρίνειας, Ἀξίοχε. ἐγὼ γὰρ λόγῳ ἀνθελκόμενος τοῦτο μόνον ἐμπέδως οἶδα, ὅτι ψυχὴ ἅπασα ἀθάνατος, ἡ δὲ ἐκ τοῦδε τοῦ χωρίου μετασταθεῖσα καὶ ἄλυπος. ὥστε ἢ κάτω ἢ ἄνω εὐδαιμονεῖν σε δεῖ, Ἀξίοχε, βεβιωκότα εὐσεβῶς.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου