Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (58-68)

[58] Ὑμῖν γὰρ ἐξεγένετ᾽ ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν προτέραν ἐκείνην εἰρήνην ποιήσασθαι μετὰ κοινοῦ συνεδρίου τῶν Ἑλλήνων εἴ τινες ὑμᾶς εἴασαν περιμεῖναι τὰς πρεσβείας ἃς ἦτε ἐκπεπομφότες κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρακαλοῦντες ἐπὶ Φίλιππον, καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου παρ᾽ ἑκόντων τῶν Ἑλλήνων ἀπολαβεῖν τὴν ἡγεμονίαν· καὶ τούτων ἀπεστερήθητε διὰ Δημοσθένην καὶ Φιλοκράτην καὶ τὰς τούτων δωροδοκίας ἃς ἐδωροδόκησαν συστάντες ἐπὶ τὸ δημόσιον τὸ ὑμέτερον.

[59] Εἰ δέ τισιν ὑμῶν ἐξαίφνης ἀκούσασιν ἀπιστότερος προσπέπτωκεν ὁ τοιοῦτος λόγος, ἐκείνως τὴν ὑπόλοιπον ποιήσασθε ἀκρόασιν. Ὥσπερ ὅταν περὶ χρημάτων ἀνηλωμένων διὰ πολλοῦ χρόνου καθεζώμεθα ἐπὶ τοὺς λογισμούς, ἐρχόμεθα δή που ψευδεῖς οἴκοθεν ἐνίοτε δόξας ἔχοντες· ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδὰν ὁ λογισμὸς συγκεφαλαιωθῇ, οὐδείς ἐστιν οὕτω δύσκολος τὴν φύσιν ὅστις οὐκ ἀπέρχεται τοῦτο ὁμολογήσας καὶ ἐπινεύσας ἀληθὲς εἶναι, ὅ τι ἂν αὐτὸς ὁ λογισμὸς αἱρῇ·

[60] οὕτω καὶ νῦν τὴν ἀκρόασιν ποιήσασθε. Εἴ τινες ὑμῶν ἐκ τῶν ἔμπροσθεν χρόνων ἥκουσιν οἴκοθεν τοιαύτην ἔχοντες τὴν δόξαν ὡς ἄρα ὁ Δημοσθένης οὐδὲν πώποτε εἴρηκεν ὑπὲρ Φιλίππου συστὰς μετὰ Φιλοκράτους, — ὅστις οὕτω διάκειται, μήτ᾽ ἀπογνώτω μηδὲν μήτε καταγνώτω πρὶν ‹ἂν› ἀκούσῃ· οὐ γὰρ δίκαιον. Ἀλλ᾽ ἐὰν ἐμοῦ διὰ βραχέων ἀκούσητε ὑπομιμνῄσκοντος τοὺς καιροὺς καὶ τὰ ψηφίσματα παρεχομένου ἃ μετὰ Φιλοκράτους ἔγραψε Δημοσθένης, ἐὰν αὐτὸς ὁ τῆς ἀληθείας λογισμὸς ἐγκαταλαμβάνῃ τὸν Δημοσθένην πλείω μὲν γεγραφότα ψηφίσματα Φιλοκράτους περὶ τῆς ἐξ ἀρχῆς εἰρήνης καὶ συμμαχίας,

[61] καθ᾽ ὑπερβολὴν δὲ αἰσχύνης κεκολακευκότα Φίλιππον καὶ τοὺς παρ᾽ ἐκείνου πρέσβεις, αἴτιον δὲ γεγονότα τῷ δήμῳ τοῦ μὴ μετὰ κοινοῦ συνεδρίου τῶν Ἑλλήνων ποιήσασθαι τὴν εἰρήνην, ἔκδοτον δὲ πεποιηκότα Φιλίππῳ Κερσοβλέπτην τὸν Θρᾴκης βασιλέα, ἄνδρα φίλον καὶ σύμμαχον τῇ πόλει, — ἐὰν ταῦθ᾽ ὑμῖν σαφῶς ἐπιδείξω, δεήσομαι ὑμῶν μετρίαν δέησιν· ἐπινεύσατέ μοι πρὸς θεῶν τὸν πρῶτον τῶν τεττάρων καιρῶν μὴ καλῶς αὐτὸν πεπολιτεῦσθαι. Λέξω δὲ ὅθεν μάλιστα παρακολουθήσετε.

 [62] Ἔγραψε Φιλοκράτης ἐξεῖναι Φιλίππῳ δεῦρο κήρυκα καὶ πρέσβεις πέμπειν περὶ εἰρήνης. Τοῦτο τὸ ψήφισμα ἐγράφη παρανόμων. Ἧκον οἱ τῆς κρίσεως χρόνοι· κατηγόρει μὲν Λυκῖνος ὁ γραψάμενος, ἀπελογεῖτο δὲ Φιλοκράτης, συναπελογεῖτο δὲ Δημοσθένης· ἀπέφυγε Φιλοκράτης. Μετὰ ταῦτα ἐπῄει χρόνος Θεμιστοκλῆς ἄρχων· ἐνταῦθ᾽ εἰσέρχεται βουλευτὴς εἰς τὸ βουλευτήριον Δημοσθένης, οὔτε λαχὼν οὔτ᾽ ἐπιλαχών, ἀλλ᾽ ἐκ παρασκευῆς πριάμενος, ἵν᾽ εἰς ὑποδοχὴν ἅπαντα καὶ λέγοι καὶ πράττοι Φιλοκράτει, ὡς αὐτὸ ἔδειξε τὸ ἔργον.

[63] Νικᾷ γὰρ ἕτερον Ψήφισμα Φιλοκράτης ἐν ᾧ κελεύει ἑλέσθαι δέκα πρέσβεις, οἵτινες ἀφικόμενοι ὡς Φίλιππον ἀξιώσουσιν αὐτὸν δεῦρο πρέσβεις αὐτοκράτορας πέμπειν ὑπὲρ εἰρήνης. Τούτων εἷς ἦν Δημοσθένης. Κἀκεῖθεν ἐπανήκων ἐπαινέτης ἦν τῆς εἰρήνης, καὶ ταὐτὰ τοῖς ἄλλοις πρέσβεσιν ἀπήγγελλε, καὶ μόνος τῶν βουλευτῶν ἔγραψε σπείσασθαι τῷ κήρυκι τῷ ἀπὸ τοῦ Φιλίππου καὶ τοῖς πρέσβεσιν, ἀκόλουθα γράφων Φιλοκράτει· ὁ μέν γε τὴν ἐξουσίαν ἔδωκε τοῦ δεῦρο κήρυκα καὶ πρέσβεις πέμπεσθαι, ὁ δὲ τῇ πρεσβείᾳ σπένδεται.

[64] Τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἤδη μοι σφόδρα προσέχετε τὸν νοῦν. Ἐπράττετο γὰρ οὐ πρὸς τοὺς ἄλλους πρέσβεις, τοὺς πολλὰ συκοφαντηθέντας ὕστερον ἐκ μεταβολῆς ὑπὸ Δημοσθένους, ἀλλὰ πρὸς Φιλοκράτην καὶ Δημοσθένην, εἰκότως, τοὺς ἅμα μὲν πρεσβεύοντας, ἅμα δὲ τὰ ψηφίσματα γράφοντας, πρῶτον μὲν ὅπως μὴ περιμενεῖτε τοὺς πρέσβεις, οὓς ἦτε ἐκπεπομφότες παρακαλοῦντες ἐπὶ Φίλιππον, ἵνα μὴ μετὰ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλ᾽ ἰδίᾳ ποιήσησθε τὴν εἰρήνην·

[65] δεύτερον δ᾽ ὅπως μὴ μόνον εἰρήνην, ἀλλὰ καὶ συμμαχίαν εἶναι ψηφιεῖσθε πρὸς Φίλιππον, ἵν᾽ εἴ τινες προσέχοιεν τῷ πλήθει τῷ ὑμετέρῳ εἰς τὴν ἐσχάτην ἐμπέσοιεν ἀθυμίαν, ὁρῶντες ὑμᾶς αὑτοὺς μὲν παρακαλοῦντας ἐπὶ τὸν πόλεμον, οἴκοι δὲ μὴ μόνον εἰρήνην, ἀλλὰ καὶ συμμαχίαν ἐψηφισμένους ποιεῖσθαι· τρίτον δὲ ὅπως Κερσοβλέπτης ὁ Θρᾴκης βασιλεὺς μὴ ἔσται ἔνορκος, μηδὲ μετέσται τῆς συμμαχίας καὶ τῆς εἰρήνης αὐτῷ. Παρηγγέλλετο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτὸν ἤδη στρατεία.

[66] Καὶ ταῦθ᾽ ὁ μὲν ἐξωνούμενος οὐκ ἠδίκει, πρὸ γὰρ τῶν ὅρκων καὶ τῶν συνθηκῶν ἀνεμέσητον ἦν αὐτῷ πράττειν τὰ συμφέροντα, οἱ δ᾽ ἀποδόμενοι καὶ κατακοινωνήσαντες τὰ τῆς πόλεως ἰσχυρὰ μεγάλης ὀργῆς ἦσαν ἄξιοι. Ὁ γὰρ μισαλέξανδρος νυνὶ φάσκων εἶναι καὶ τότε μισοφίλιππος Δημοσθένης, ὁ τὴν ξενίαν ἐμοὶ προφέρων τὴν Ἀλεξάνδρου, γράφει ψήφισμα, τοὺς καιροὺς τῆς πόλεως ὑφαιρούμενος,

[67] ἐκκλησίαν ποιεῖν τοὺς πρυτάνεις τῇ ὀγδόῃ ἱσταμένου τοῦ ἐλαφηβολιῶνος μηνός, ὅτ᾽ ἦν τῷ Ἀσκληπιῷ ἡ θυσία καὶ ὁ προαγών, ἐν τῇ ἱερᾷ ἡμέρᾳ, ὃ πρότερον οὐδεὶς μέμνηται γεγονός, τίνα πρόφασιν ποιησάμενος; ἵνα, φησὶν, ἐὰν ἤδη παρῶσιν οἱ Φιλίππου πρέσβεις, βουλεύσηται ὁ δῆμος ὡς τάχιστα περὶ τῶν πρὸς Φίλιππον, τοῖς οὔπω παροῦσι πρέσβεσι προκαταλαμβάνων τὴν ἐκκλησίαν, καὶ τοὺς χρόνους ὑμῶν ὑποτεμνόμενος καὶ τὸ πρᾶγμα κατασπεύδων, ἵνα μὴ μετὰ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἐπανελθόντων τῶν ὑμετέρων πρέσβεων, ἀλλὰ μόνοι ποιήσησθε τὴν εἰρήνην.

[68] Μετὰ δὲ ταῦτα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἧκον οἱ Φιλίππου πρέσβεις· οἱ δὲ ὑμέτεροι ἀπεδήμουν, παρακαλοῦντες τοὺς Ἕλληνας ἐπὶ Φίλιππον. Ἐνταῦθ᾽ ἕτερον νικᾷ ψήφισμα Δημοσθένης, ἐν ᾧ γράφει μὴ μόνον ὑπὲρ εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ περὶ συμμαχίας βουλεύσασθαι, μὴ περιμείναντας τοὺς πρέσβεις τοὺς ὑμετέρους, ἀλλ᾽ εὐθὺς μετὰ τὰ Διονύσια τὰ ἐν ἄστει, τῇ ὀγδόῃ καὶ ἐνάτῃ ἐπὶ δέκα. Ὅτι δ᾽ ἀληθῆ λέγω, τῶν ψηφισμάτων ἀκούσατε.

***
[58] Την πρώτη εκείνη ειρήνη θα μπορούσατε να την είχατε κάνει, Αθηναίοι, με κοινή απόφαση σε συνέδριο των Ελληνικών πόλεων, εάν κάποιοι σας είχαν αφήσει να περιμένετε την επιστροφή των διπλωματικών αποστολών που είχατε στείλει εκείνον τον καιρό στις ελληνικές πόλεις, καλώντας τους Έλληνες εναντίον του Φιλίππου· έτσι, με την πάροδο του χρόνου θα είχατε ανακτήσει την ηγεμονία της Ελλάδας με τη συγκατάθεση των Ελλήνων. Χάσατε όμως την ευκαιρία αυτή, εξαιτίας του Δημοσθένη και του Φιλοκράτη και των δωροδοκιών που δέχτηκαν από τον Φίλιππο, συνωμοτώντας εναντίον των συμφερόντων της πόλης σας.

[59] Και, αν μερικοί από σας δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν στα όσα έχω πει, επειδή τα άκουσαν ξαφνικά, ακούστε τα υπόλοιπα με τον τρόπο που θα καθόμασταν να κάνουμε λογαριασμούς για χρήματα που έχουν ξοδευτεί από δημόσιους λειτουργούς εδώ και πολύν καιρό. Σε αυτές τις περιπτώσεις ερχόμαστε εδώ προκατειλημμένοι μερικές φορές από εσφαλμένες εντυπώσεις. Αλλ᾽, όταν ο ισολογισμός ισοσκελιστεί, κανένας δεν είναι τόσο ανάποδος στον χαρακτήρα, που να αποχωρήσει χωρίς να παραδεχτεί και να συμφωνήσει πως ό,τι βγάλει ο έλεγχος είναι σωστό.

[60] Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο ακούστε με και τώρα. Εάν κάποιοι από σας έχουν έρθει εδώ προκατειλημμένοι, με την εντύπωση ότι τάχα ο Δημοσθένης δεν έχει πει τίποτε ως τώρα υπέρ του Φιλίππου συνωμοτώντας με τον Φιλοκράτη, — αν κανείς έχει αυτή την εντύπωση, ας μην πάρει καμιάν απόφαση, μήτε υπέρ μήτε κατά, πριν ακούσει· αυτό, άλλωστε, δεν θα ήταν και δίκαιο. Αλλ᾽, εάν με ακούσετε να σας θυμίζω με λίγα λόγια τις περιστάσεις και να παρουσιάζω τις προτάσεις που έκανε ο Δημοσθένης σε συνεργασία με τον Φιλοκράτη, αν ο ίδιος ο έξω από κάθε αμφισβήτηση έλεγχος αποδείξει ότι ο Δημοσθένης είχε προτείνει περισσότερα ψηφίσματα από τον Φιλοκράτη για την αρχική ειρήνη και συμμαχία με τον Φίλιππο,

[61] ότι είχε κολακέψει τον ίδιο και τις διπλωματικές αποστολές του με υπερβολική αδιαντροπιά, ότι είχε γίνει αίτιος να μη συνάψει ο λαός την ειρήνη σε κοινή συνδιάσκεψη με τους Έλληνες, ότι εγκατέλειψε στο έλεος του Φιλίππου τον Κερσοβλέπτη, τον βασιλιά της Θράκης , φίλο και σύμμαχο της πόλης μας, — εάν λοιπόν δείξω σε σας αυτά με σαφήνεια, θα απευθύνω σε σας μιαν έκκληση λογική: κάντε μου τη χάρη και παραδεχτείτε, για όνομα των θεών, ότι κατά την πρώτη από τις τέσσερις περιόδους ο Δημοσθένης δεν πολιτεύτηκε σωστά. Θα αρχίσω από εκεί από όπου θα μπορέσετε να με παρακολουθήσετε ευκολότερα.

[62] Ο Φιλοκράτης πρότεινε ψήφισμα να επιτραπεί στον Φίλιππο να στείλει εδώ κήρυκα και διπλωμάτες για να διαπραγματευτούν ειρήνη. Το ψήφισμα αυτό καταγγέλθηκε ως παράνομο. Είχε φτάσει η ημέρα για τη δίκη· κατήγορος ο Λυκίνος, που έκανε και την καταγγελία· κατηγορούμενος ο Φιλοκράτης, συνήγορος υπεράσπισης ο Δημοσθένης. Ο Φιλοκράτης αθωώθηκε. Ύστερα από αυτά ήρθε ο καιρός της θητείας του άρχοντα Θεμιστοκλή. Τότε μπήκε στη Βουλή από το «παράθυρο» ο Δημοσθένης, αφού ούτε κληρώθηκε βουλευτής ούτε ως πρώτος επιλαχών αλλά με ίντριγκες, εξαγοράζοντας τη βουλευτική έδρα, με σκοπό να υποστηρίξει τον Φιλοκράτη σε όλα, με λόγια και με έργα, όπως έδειξαν τα ίδια τα γεγονότα.

[63] Ο Φιλοκράτης κατάφερε να περάσει άλλο ψήφισμα, στο οποίο ορίζει να εκλεγούν δέκα αντιπρόσωποι για να σταλούν στον Φίλιππο και να αξιώσουν από αυτόν να στείλει εδώ αντιπροσώπους με πλήρη εξουσιοδότηση, για να διαπραγματευτούν συνθήκη ειρήνης. Ένας από τους δέκα αυτούς αντιπροσώπους ήταν και ο Δημοσθένης, ο οποίος μετά την επιστροφή του από τη Μακεδονία μιλούσε με επαινετικά λόγια για την ειρήνη και οι απόψεις του συνέπιπταν με εκείνες των άλλων αντιπροσώπων. Επιπλέον, ήταν ο μόνος από τους βουλευτές που πρότεινε να συνάψουμε συνθήκη ειρήνης με τον κήρυκα και τους αντιπροσώπους του Φιλίππου, κάνοντας προτάσεις σύμφωνες με εκείνες του Φιλοκράτη, γιατί ο τελευταίος έδωσε τη δυνατότητα να σταλούν εδώ κήρυκας και αντιπρόσωποι, ο άλλος έκλεισε την ειρήνη με τη διπλωματική αυτή αποστολή.

[64] Όσον αφορά τώρα στα γεγονότα ύστερα από αυτά, παρακολουθήστε με πολύ μεγάλη προσοχή. Οι διαπραγματεύσεις γίνονταν όχι με τους άλλους αντιπροσώπους, που ο Δημοσθένης λόγω αλλαγής στάσης αργότερα είχε συκοφαντήσει σε μεγάλο βαθμό, αλλά με τον Φιλοκράτη και τον Δημοσθένη. Πολύ φυσικό, αφού ήταν στην ίδια αποστολή αντιπροσώπων και μαζί πρότειναν τα ψηφίσματα. Ενεργούσαν λοιπόν πρώτα πρώτα ώστε να μην περιμένετε την επιστροφή των διπλωματικών αποστολών που είχατε στείλει καλώντας τους Έλληνες εναντίον του Φιλίππου, για να μην κάνετε την ειρήνη μαζί με τους Έλληνες αλλά μόνοι σας·

[65] δεύτερον, να αποφασίσετε να κλειστεί όχι μόνο ειρήνη αλλά και συμμαχία με τον Φίλιππο· σκοπός τους ήταν, εάν κάποιοι Έλληνες παρακολουθούσαν τις κινήσεις του λαού της Αθήνας, να απογοητευτούν τελείως, εάν σας έβλεπαν από τη μια να τους υποκινείτε σε πόλεμο, από την άλλη να έχετε ψηφίσει στην πατρίδα σας να κάνετε όχι μόνο ειρήνη αλλά και συμμαχία με τον Φίλιππο· τρίτον, να μη συμπεριληφθεί στους όρκους ο Κερσοβλέπτης, ο βασιλιάς της Θράκης, και να αποκλειστεί από τη συμμαχία και την ειρήνη. Ήδη μάλιστα ετοιμαζόταν από τον Φίλιππο και εκστρατεία εναντίον του.

[66] Και ο Φίλιππος λοιπόν, πετυχαίνοντας αυτά με την εξαγορά συνειδήσεων, δεν έκανε καμιάν αδικία. Γιατί, πριν δοθούν οι όρκοι και κλειστούν οι συνθήκες, κανένας δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει που επιδίωκε τα συμφέροντά του· αντίθετα, άξιοι μεγάλης οργής ήταν όσοι του πούλησαν και τον έκαναν εταίρο στις ισχυρές θέσεις της πόλης. Γιατί αυτός που ισχυρίζεται ότι μισεί σήμερα τον Αλέξανδρο, τότε τον Φίλιππο, ο Δημοσθένης, που με κοροϊδεύει για τις φιλικές μου σχέσεις με τον Αλέξανδρο, εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις της πόλης, πρότεινε ψήφισμα

[67] να συγκαλέσουν οι πρυτάνεις Εκκλησία του Δήμου στις οχτώ του Ελαφηβολιώνα, την ημέρα που ήταν η θυσία προς τιμήν του Ασκληπιού και τα προεόρτια των Διονυσίων, την ιερή εκείνη ημέρα, πράγμα που κανείς δεν θυμάται να έχει γίνει στο παρελθόν. Και με ποια δικαιολογία; «Για να έχει», λέει, «ο λαός αποφασίσει, όταν θα είναι ήδη εδώ οι πρέσβεις του Φιλίππου, για τις σχέσεις του μαζί του το ταχύτερο». Έτσι, με πρόφαση τη μη παρουσία ακόμη εδώ των αντιπροσώπων του Φιλίππου, κατόρθωσε να επισπεύσει τη σύγκληση της Εκκλησίας του Δήμου, να περιορίσει τον χρόνο και να βιάσει το πράγμα, για να μη συνάψετε την ειρήνη από κοινού με τους άλλους Έλληνες, όταν θα επέστρεφαν οι αντιπρόσωποί σας από τη Μακεδονία, αλλά για να κλείσετε μιαν ειρήνη μονομερή.

[68] Ύστερα από αυτά, Αθηναίοι, κατέφτασαν οι αντιπρόσωποι του Φιλίππου, ενώ οι δικοί σας απουσίαζαν, προσπαθώντας να υποκινήσουν τους Έλληνες εναντίον του. Τότε λοιπόν κατορθώνει ο Δημοσθένης να περάσει δεύτερο ψήφισμα, με το οποίο προτείνει να πάρετε αποφάσεις όχι μόνο για ειρήνη αλλά και για συμμαχία, χωρίς να περιμένετε την επιστροφή των αντιπροσώπων σας αλλά αμέσως μετά τα «Διονύσια τα εν άστει», στις δεκαοχτώ και δεκαεννιά του μήνα. Για την αλήθεια των λεγομένων μου, ακούστε τα ψηφίσματα.

Αρχαίος Λυρικός λόγος: Ποιητική ουσία και παιδευτική αξία

Το τεράστιο θέμα των Λυρικών ποιητών, που θα μας απασχολήσει σήμερα εδώ, δεν πρέπει να ενταχθεί σε απλή παρουσίαση της λυρι­κής ποίησης, αλλά συνάπτεται και προβάλλεται με μια ουσιαστική προϋπόθεση: Η ουσία και η αξία της λυρικής ποίησης συνδέεται με την παιδευτική αξία. Επο­μένως δεν είναι κύριος στόχος η προβολή της θεματολογίας, του ύφους και της γλώσσας των ποιητών, αλλά η διαπίστωση μας, πώς συνάπτονται τα ποιητικά κείμενα μέσα στην Μ. Εκπαίδευση και στα Πανεπιστημιακά μαθήματα και πώς αυτά τα πράγματα συνδέονται ουσιαστικά με τη σύγχρονη ανθρώπινη ζωή, την πολιτική, την κοινωνική και ανθρωπιστική ουσία, και πώς μπορούν να συνδε­θούν σήμερα με τους ανθρώπους της εποχής μας και να δείξουν την αναβίωση και τη συνύπαρξη των ποικίλων θεμάτων της αρχαίας λογοτεχνίας. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο, που πρέπει να προβληθεί.

Έτσι, αρχικά πρέπει να λεχθεί αυτό, που θα αντιμετωπισθεί ουσιαστικά και ερμηνευτικά έπειτα: Ότι δηλ. σε ένα πρόγραμμα διδασκαλίας της αρχαίας ελ­ληνικής γραμματείας στα σχολεία της Μ. Εκπαίδευσης οι Λυρικοί ποιητές δεν είναι δυνατόν να παραλειφθούν. Είναι ένας κρίκος στην εξέλιξη του αρχαίου ελ­ληνικού πνεύματος και μας διαφωτίζει για τα κατοπινά του στάδια. Βασικά, η λυρική ποίηση κατανοείται κυρίως από την αντιδιαστολή και την αντίθεση της προς το έπος. Η Λυρική ποίηση εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά το έπος. Να μη λησμονούμε, ότι για μοναδικό τρόπο στην αρχαία λογοτεχνία όλα τα ποιητι­κά είδη δημιουργούνται και παρουσιάζονται σε μια ανθρώπινη διαδικασία: Πρώ­τα το έπος, έπειτα η Λυρική ποίηση (όχι συγχρόνως), έπειτα το αρχαίο δράμα κ.λπ. Μια γέννηση και προβολή των διαφόρων λογοτεχνικών μορφών εντάσσε­ται στην ελληνική αρχαιότητα μόνο - όχι, όπως αργότερα στην αλεξανδρινή εποχή, στους ρωμαϊκούς και μεταγενέστερους χρόνους, όπου συνυπάρχουν πάντοτε όλα τα λογοτεχνικά είδη. Επομένως, όταν μιλάμε για τη Λυρική ποίηση θα εννοούμε τη σύνδεση (θετική και αρνητική) με κείνο, που προηγείται (δηλ. το έπος), και με κείνο που ακολουθεί και κυριαρχεί.

Όταν οι μαθητές της Μ. Εκπαίδευσης διδαχθούν την ομηρική ποίηση, θα γνωρίσουν τον κόσμο του έπους και θα κατανοήσουν τις αξίες, οι οποίες κινούν αυτόν τον κόσμο: κοινωνιολογικά τα στρώματα που στήριξαν αυτό τον κόσμο είναι μια αριστοκρατία, που δίνει τη σφραγίδα της στην επική ποίηση: στην κο­ρυφή της πυραμίδας των αξιών είναι η »αρετή», δηλ. η πολεμική αρετή και οι συνέπειες της: η «τιμή» και το «κλέος». Η ομηρική κοινωνία καθορίζεται με τη σαφή παράσταση του «ἀρίστου ἀνδρός» και της βαρετής». «Ἀνήρ ἀγαθός» η «ἄρι­στος» είναι εκείνος, που έχει ευγενή καταγωγή, είναι γενναίος και άξιος πολεμι­στής, εντυπωσιακός στο παράστημα και ωραίος («ἠύς τε μέγας τε»), επιδέξιος και συνετός και συναρπαστικός ομιλητής. Ένας άντρας, που είναι άξιος στον λόγο και στα έργα («λόγων ῥητήρ» και «ἔργων πρηκτήρ»), ενσαρκώνει το ιδεώδες του ομηρικού ανθρώπου. «Τίμιος» ή «άτιμος» είναι οριακοί χαρακτηρισμοί της αξίας ή της απαξίας του ανθρώπου. Το μέτρο και το κριτήριο είναι η «τιμή» και μ' αυ­τή τη βάση γίνεται η αξιολόγηση των ανθρώπων. Οι κατώτεροι, που δεν κατέ­χουν «ἀρετή» και δεν έχουν «τιμή», πρέπει να υπηρετούν τους «ἀγαθούς» και τους «ἀρίστους».

Ο πολεμικός αρχηγός, που στην περίοδο ειρήνης είναι ο «ἄναξ», ο «ἡγεμών», εδραιώνει την «τιμή», την αξίωση του δηλαδή για προνομιακές μεταχειρήσεις στην κατανομή λαφύρων, γαιών κ.ά. Στην «αρετή», του την προσωπική, αλ­λά και στην «ἀρετή» των προγόνων του, της οποίας η μνήμη καλλιεργείται και παραμένει ζωντανή («κλέος ἄφθιτον»), στηρίζει ο «ἄναξ» και την ηγετική του θέ­ση και τα προνόμια του μέσα στην κοινότητα.

Το κοινό του Ομήρου ανήκε στον ηρωικό ανταγωνιστικό κόσμο, που ήξερε να ξεχωρίζει και να τιμά την προσωπική υπεροχή. Ο Όμηρος ανήκει στην πα­λιά παράδοση των αοιδών και των ραψωδών, που τραγουδούσαν τα «κλέα ἀν­δρῶν», αντλώντας από τη μνήμη του παρελθόντος ως τα μυκηναϊκά χρόνια. Το μυθικό απόθεμα ήταν η καταφυγή τους και οι άνθρωποι των περασμένων και­ρών γίνονταν άσμα και ακρόαμα σε ένα κοινό, που αφήνονταν ευχάριστα στη γοητεία του έπους να τους παρασύρει σε περιπλανήσεις έξοχες και θαυμαστές. Οι άνθρωποι άκουγαν το έπος - μια αφήγηση στο παρελθόν, σε ένα μύθο, σε μια δραστηριότητα που περνούσε όμορφα. Οι άνθρωποι συνδέονταν μ' αυτό το πα­ρελθόν και δένονταν γοητευτικά μ’ αυτή την αφήγηση. Το «τώρα» δεν ήταν θέμα του έπους, αλλά ο κόσμος, που διατηρήθηκε στη μνήμη και στα ιστορήματα.

Στον κόσμο αυτό, που είναι στραμμένος προς το παρελθόν - αφού το «κλέος» περνά μέσα από πολλές γενιές για να εδραιωθεί και τρέφεται από τα πε­ρασμένα - , έρχεται να αντιπαρατεθεί ένας κόσμος, που στρέφεται ρητά προς το παρόν: το «τώρα» και το «εδώ», την καθημερινή ζωή και όχι το «τότε» και το έν­δοξο παρελθόν. Έτσι από την πολεμική αριστοκρατία του έπους μεταβαίνομε με τη λυρική ποίηση σε περιβάλλοντα αστικά. Για μας η λυρική ποίηση των Ελ­λήνων είναι ιστορική μαρτυρία για τους ανθρώπους και την εποχή, που το άτο­μο χειραφετείται και αποδεσμεύεται από μια «δεδομένη τάξη» και αναζητεί την προσωπική του φυσιογνωμία, την ταύτιση με τον εαυτό του μέσα στην πολιτική και κοινωνική πράξη. Με τη λυρική ποίηση ουσιαστικά γίνεται η ανακάλυψη του «εγώ». Η ποίηση τώρα στρέφεται στον προσωπικό άνθρωπο και στον κόσμο του, επιστρέφοντας αποφασιστικά από τις περιπλανήσεις μέσα στον επικό κό­σμο του παρελθόντος. Αυτή η ιδιοτυπία της αρχαϊκής λυρικής ποίησης, που θε­μελιώνει τη νέα ποιητική αίσθηση των «λυρικών» χρόνων, είναι στενά συνδεδε­μένη με τις νέες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, τη δημιουργία δηλ. και τη στερέωση της «πόλεως», και με την αφύπνιση του ανθρώπου, που αναζη­τεί τη μοίρα του και ερμηνεύει τα προβλήματα του όχι μέσα στις ατέρμονες αφηγήσεις των ραψωδών, αλλά μέσα στο σύντομο ποίημα, που είναι χρονικά και θεματολογικά περιωρισμένο.

Για να κατανοήσουμε την αρχαϊκή λυρική ποίηση, πρέπει να συνειδητο­ποιήσουμε, ότι ο λυρικός ποιητής απευθύνεται πάντοτε σε κάποιον- ακόμη και όταν απευθύνεται στην ίδια του ψυχή, όπως στο γνωστό ποίημα του Αρχιλόχου (67D=128 West): «θυμέ, θύμ', ἀμηχάνοισι κήδεσιν κυκώμενε κ.λπ.». Είναι ένας μονόλογος με στροφή σε όλους τους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω - με βάση την προσωπική μου γνώση των λυρικών ποιητών - ότι κάθε ποίημα, ακόμη και όταν φαίνεται ότι εκφράζει έντονα προσωπική άποψη, γράφεται και λέγεται για να ακούγεται από τους συνανθρώπους και συνδέεται με τη γενική ανθρώπινη ου­σία. Η λυρική ποίηση δεν είναι ποτέ ειδικός μονόλογος, ούτε εσωτερική κατα­φυγή και απομόνωση σε ένα αδιαπέραστο χώρο, όπου δεν υπάρχει πρόσβαση για τους άλλους. Η ποίηση είναι στενά συνδεδεμένη με το κοινωνικό σύνολο. Το υλικό της ποίησης είναι η ίδια η ζωή: η ιδιωτική, η πολιτική, η στρατιωτική, η θρησκευτική και γενικά η «επικαιρότητα», που γίνεται αφορμή για στοχασμό και έκφραση.

Στην ιδιωτική - προσωπική περιοχή γεγονότα της εμπειρίας ή πρόσωπα και στιγμές του άμεσου περιβάλλοντος αποτελούν την αφορμή, την αφετηρία και το περιεχόμενο του ποιήματος. Π.χ. στη Σ α π φ ώ: ο χωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα (94 LP), o γάμος μιας φίλης1, η αγαπημένη κόρη Κλεΐς (132 LP), o επιπόλαιος αδελφός Χάραξος, που ξετρελλάθηκε με την ωραία Δωρίχα ή Ροδώπιν (202 LP), η άμουση αντίζηλος2 (55 LP) κ.ά. Στον Αρχίλοχο: Οι εμπει­ρίες και τα γεγονότα από τη ζωή του μισθοφόρου (π.χ. απ. 1.2.5. 101 West), η περίπτωση με τη Νεοβούλη και τον Λυκάμβη (π.χ. απ. 38.172.173 West), o άδι­κος φίλος που πρόδωσε τη φιλία (79 aD)3, ο φίλος Γλαύκος (15. 105 West κ.ά.), ο θάνατος του γαμπρού του Περικλή (13 West) κ.ά. Η ποίηση του Ι π π ώ ν α κ τ α είναι γεμάτη αποκλειστικά από προσωπικά βιώματα και γεγονότα. Τα ίδια διαπιστώνουμε και σε άλλους λυρικούς: Αλκμάνα, Αλκαίο, Ίβυκο, Α­νακρέοντα, Σιμωνίδη κ.ά. Εκείνο όμως, που πρέπει να τονισθεί, είναι ότι όλα αυτά τα γεγονότα και οι προσωπικές εμπειρίες δεν μετουσιώνονται στο ποίημα ως απλά «υποκειμενικά» αισθήματα. Δηλαδή: το ποίημα δεν είναι ποίημα μιας στιγμιαίας ψυχικής διάθεσης, που εκφράζει απλώς εσωτερικές καταστάσεις μέσα σε μια προσωπική απομόνωση, αλλά έχει σαφή αναφορά στην πραγματικό­τητα, απευθύνεται πάντοτε σε κάποιον (που θα το ακούσει) και παρουσιάζει το προσωπικό βίωμα μέσα σε μιαν ευρύτερη αντίληψη για τον κόσμο - με εκφρα­στικά μέσα, που συνάπτουν το προσωπικό με το γενικώς ανθρώπινο.

Όταν λ.χ. η Σ α π φ ώ σκέφτεται τις ωραίες στιγμές ενός ευτυχισμένου παρελθόντος, δεν το κάνει για να καταφύγει μελαγχολικά στη σκιά και στο όνει­ρο μιας χαμένης ευτυχίας, αλλά ξεκινά από το ότι αυτές οι στιγμές είναι παρούσες γι’ αυτήν και συνάπτονται στους στίχους της με την τωρινή κατάσταση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης (Αγαπητοί συνάδελφοι: να προσέχουμε πολύ αυτά τα βασικά πράγματα, διότι αυτά μας γοητεύουν και μας αποκαλύπτουν πολλά γεγονότα, που συνάπτονται με τη δική μας ζωή). Για πρώτη φορά η Σαπφώ μας παρουσιάζει στην ποίηση ένα καινούριο αίσθημα μοναξιάς, διότι ξε­κινάει από έντονο αίσθημα συμβίωσης: μοναξιά και εγκατάλειψη προϋποθέτουν συνύπαρξη και συμβίωση. Τότε μόνο η μοναξιά ταλαιπωρεί τον άνθρωπο ουσιαστικά, όταν έχει προηγηθεί μια πολύ έντονη συνύπαρξη - ένα πράγμα, που πρώτη φορά προβάλλεται στην ποίηση, αλλά που δεν παραμένει απλώς ως γνώ­ση της αρχαϊκής λυρικής ποίησης: κυριαρχεί και στη σύγχρονη ζωή μας. Έτσι γίνεται κατανοητό, ότι η πραγματική ομορφιά της ζωής διατηρείται με τη μνήμη και την υπόμνηση. Σε ένα ωραίο ποίημα, που παραδόθηκε από πάπυρο, η Σαπφώ με πίκρα μιλάει στη φίλη, που παντρεύτηκε και έφυγε, και της λέγει (94 LP= 96D), στ. 7 κ.έ.: «χαίροισ' ἔρχεο κάμεθεν / μέμναισ', οἶσθα γάρ ὡς <σ>ε πεδήπομεν·/ αἰ δέ μή, ἀλλά σ' ἐγώ θέλω ὄμναισαι...» (=πήγαινε με χαρά και μένα να θυμάσαι, γιατί ξέρεις πώς σε λαχταρούσαμε. Αν όμως όχι (=αν δεν θυμάσαι), εγώ θέλω να σου το θυμίσω... πόσα ευτυχισμένα πράγματα και ωραία ζήσαμε μαζί...»). Για πρώτη φορά εμφανίζεται αυτή η ανθρώπινη άποψη - γι' αυτό η ερ­μηνεία των ποιητών έχει νόημα και ουσία - ότι βασικά η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρόν και μέλλον, αλλά παρελθόν. Όλες τις άπειρες αυτές λεπτομέρειες ό­μως, που τις ζει και τις συνάπτει μέσα του ο άνθρωπος, όταν τις περνάει εντός του με κάλλος, τότε - λέγει η Σαπφώ - υπάρχει πάντοτε μνήμη και ανάμνηση. Η ανάπλαση της κοινής ζωής των δυο προσώπων, που κάνα εδώ η Σαπφώ, είναι μια επαναφορά και μια επανεκτίμηση προσωπικών βιωμάτων. Αυτή η αναγωγή στον ωραίο κόσμο του μακρυνού παρελθόντος και η ανάπλαση του είναι αλη­θινή ποίηση. Αφετηρία του ποιήματος είναι φυσικά ο χωρισμός - και ο αποχαι­ρετισμός.

Βιολογικές μεταβολές και καταστάσεις του ανθρώπινου βίου - όπως τα γε­ράματα και ο θάνατος -, που ήταν στο έπος αυτονόητες, γίνονται στη λυρική ποίηση βασανιστική αναγκαιότητα και πικρή συνείδηση της ανθρώπινης μοί­ρας. Έτσι οι Ελεγείες του Μίμνερμου λ,χ. κυριαρχούνται από δύο βασικά θέματα: τον έρωτα και τον θάνατο. Για τον Μίμνερμο όμως η έννοια «θάνατος» ταυτίζεται με τα γηρατειά. Το «ἀργαλέον γῆρας» είναι ο θάνατος προ του θανά­του. Ο συνδυασμός τώρα με την προηγούμενη ποίηση: Ο ομηρικός άνθρωπος έ­χει συνείδηση του «γηράσκειν» και το προσμένει χωρίς φόβο. Η συμφορά δεν είναι το να γίνει κανείς γέρος, αλλά το να μη φθάσει στα γεράματα - δηλ. να πε­θάνει πρόωρα. Ο άνθρωπος, ως μονάδα, ζει μέσα σε μια εγκατάλειψη και αμη­χανία. Περισσότερο τώρα από άλλοτε έχει συνείδηση της τραγικής «απορίας» και της εγκατάλειψης του και γνωρίζει καλά, πως ο πόνος ανήκει στη μοίρα και στην ουσία του ανθρώπου.

Και ακριβώς τώρα διατυπώνεται στην ποίηση ανυποχώρητα το θάρρος για «τλημοσύνη» (= για καρτερία, υπομονή και αντοχή στον πόνο) - όπως το διατύ­πωσε πρώτος ο Αρχίλοχος (απ. 13 West= 7D, στ. 6), ένα ουσιαστικό ά­γνωστο στον Όμηρο (όπου το επίθετο τλήμων») και στην αρχαϊκή ποίηση μόνον εδώ. Η «τλημοσύνη» εκφράζει με τον πόνο του ανθρώπου τη μόνη δυνατό­τητα, δηλ. αντοχή και όχι ξεπέρασμα. Επίσης στον Αρχίλοχο συναντάμε για πρώτη φορά μια νέα αντίληψη και συνείδηση για το τί είναι πραγματικά η φιλία — πέρα από το παραδοσιακό ηρωικό σχήμα, που έδωσε ο Όμηρος παρα­δειγματικά με το φιλικό ζεύγος: Αχιλλεύς - Πάτροκλος. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος ποιητής, που εκφράζεται γεμάτος αγανάκτηση για προδομένη φιλία. Στον Όμηρο τονίζεται η θυσία του φίλου και ο δεσμός της φίλιας. Στον Αρχί­λοχο η φιλία αξιολογείται και εκτιμάται αναλόγως κατά τη στιγμή της αποσκίρτησης και της προδοσίας (βλ. πιο πάνω και σημ. 3). Υπενθυμίζω και την αμείλικτη επίθεση εναντίον του Λυκάμβη και των θυγατέρων του4. Αντιδρά και πολε­μά σ' εκείνους, που προδίδουν την ανθρώπινη σχέση, διότι ο ποιητής στηρίζεται στην εντιμότητα και στην κοινή εμπιστοσύνη.

Η πολεμική ελεγεία, όσο και αν σε πολλά σημεία εξαρτάται από το έπος, απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό και σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ο Καλλίνος λ.χ. προτρέπει τους άντρες να υπερασπίσουν την πόλη και τα πολιτικά-αστικά δικαιώματα, που αυτή τους προσφέρει, και ο Τυρταίος καλεί τους άντρες να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την ελευθερία.

Στην ίδια σχέση του ποιητή προς τον άνθρωπο, που ακούει τον λόγο των ποιητών, βρίσκονται οι παραινετικές ελεγείες του Θεόγνιδος και οι πολιτι­κές ελεγείες του Σ ó λ ω ν ο ς. Ήταν μεγάλη στιγμή της ιστορίας, που ο Σόλων μπόρεσε να ηγηθεί στον αθηναϊκό λαό. Για πρώτη φορά, όπως ξέρετε, γράφεται ποιητικός λόγος στην Αττική (Σ ó λ ω ν), όπου δεν υπήρχε προηγουμένως. Για πρώτη φορά γράφεται η ποίηση του πολιτικού Σόλωνα, που προβάλλει τις θέ­σεις του στους ανθρώπους της Αθήνας, που τον ακούνε. Έτσι τα ποιήματα του είναι ο πολιτικός του λόγος προς τους συμπολίτες. Ο ίδιος έχει ισορροπήσει μέ­σα του τις αντιθέσεις κάτω από την κυρίαρχη παρουσία της «Δίκης» (= Δικαιο­σύνης), που για τον Σόλωνα εκφράζει και συντηρεί όχι μόνο την κοσμική αρ­μονία, αλλά και την πολιτική και κοινωνική αρμονία — με όλες τις αντιθέσεις, που περικλείει. Ο Σόλων πρώτος έδειξε στην ποίηση, ότι η ποθητή αρμονία δεν σημαίνει εξολόθρευση των αντιθέσεων, αλλά εξισορρόπησή τους. Ο ίδιος λέγει, πως στάθηκε σαν ασπίδα ανάμεσα στον λαό και στους ισχυρούς και δεν επέτρε­πε σε κανένα άδικη νίκη (5D= 5+6+7 West, στ. 5-6). Ο άνθρωπος καθορίζει —κατά τον Σόλωνα — τη ζωή του με τις πράξεις του. Η αδικία πάντοτε τιμωρεί­ται.5

Στην περιοχή της κοινωνικής-πολιτικής δραστηριότητας ο λυρικός ποιη­τής ξεκινά από μια τοποθέτηση στα προβλήματα της κοινής ανθρώπινης συμ­βίωσης ή στα ειδικά πολιτικά προβλήματα. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η ποίηση γενικά έχει κοινωνική λειτουργία και είναι δεμένη με το κοινωνικό σύνολο, προς το οποίο απευθύνεται, το οποίο εκφράζει και από το οποίο κρίνε­ται. Έτσι π.χ. για τον Αλκαίο ο θάνατος του τυράννου Μυρσίλου γίνεται αφορμή να γράψει ένα συμποτικό ποίημα (332LP= 39D...: «Νῦν χρή μεθύσθην καί τίνα πόος βίαν / πώνην, ἐπειδή κάτθανε Μύρσιλος»), που έχει έντονο πολιτι­κό χρώμα. Η προβολή της συμποτικής εικόνας συνδέεται με τα πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια. Τα συμποτικά του ποιήματα, που προτρέπουν σε οινοποσία, δεν εκφράζουν απλώς προσωπικές στιγμές συμποτικής ευδαιμονίας, αλλά απευ­θύνονται στους φίλους, που δένονται μέσα στο κρασί και στον αγώνα. «Πίνω» σημαίνει για τον Αλκαίο: πίνω μαζί με φίλους, που με ξέρουν και με καταλα­βαίνουν. Στον Αλκαίο εμφανίζεται για πρώτη φορά η αντίληψη, ότι, αν θέλεις να δράσεις μαζί με κάποιον, πρέπει πρώτα να τον καταλάβεις σωστά. Έτσι για πρώτη φορά στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ρ. «συνίημι» και τα παράγωγα του απαντούν συχνά στα αποσπ. του Αλκαίου και της Σ α π φ ο ύ ς.

Ακόμη και όταν οι λυρικοί ποιητές απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη θεό­τητα ή ανοίγουν διάλογο μαζί της, δεν πρόκειται για τυπική επίκληση. Ποτέ δεν είναι μόνος ο ποιητής και ο θεός. Πίσω από αυτή τη σχέση του διαλόγου υπάρ­χει η πραγματική αφετηρία, που συνάπτεται με επίκαιρα γεγονότα και με τους συνανθρώπους. Όταν λ.χ. ο Αλκαίος απευθύνεται στη θεία τριάδα: Δία -Ήρα - Διόνυσο (24aD= 129 LP) ζητάει να τον απαλλάξουν από τους μόχθους της πικρής εξορίας και να τιμωρηθεί ο τύραννος που «εύκολα καταπατώντας τους όρκους καταστρέφει την πόλη» και να ελευθερωθεί ο λαός» «ὑπέξ ἀχέων». Έτσι οι θεοί γίνονται «ἑταίροι», δηλ. το κοινό του ποιητή, που μπορεί να τον κα­τανοήσει και να του παρασταθεί. Ένα βασικό παράδειγμα: η Σ α π φ ώ στο περί­φημο ποίημα προς την Αφροδίτη (1D=1 LP) παρουσιάζει μια μοναδική συμ­πλοκή ανάμεσα στον άνθρωπο και στην θεότητα. Ο άνθρωπος για πρώτη φορά νοιώθει χωρίς επιφύλαξη την προθυμία του θεού να ακούσει και να κουβεντιά­σει. Η θεά είναι «σύμμαχος» και πρόθυμη φίλη (στ. 22: σύμμαχος ἔσσο·»). Η Σ α π φ ώ, με μοναδικό τρόπο στην ποίηση, απευθύνεται σε ένα διαφορετκό κύκλο αν­θρώπων, συμπράττει και συμβιοί με ομογνώμονες και συνθιασώτες. Ο κύκλος της ποιήτριας αισθάνεται δεμένος μέσα στη μνήμη του ωραίου, που έζησαν και γνώρισαν όλοι μαζί. Αυτή η μνήμη μετουσιώνεται σε ποίημα, που διατηρεί επί­μονα κάθε τι, που βιώθηκε κάποτε μέσα στην ψυχή. Η έντονη συνείδηση της συμβίωσης δημιουργεί τώρα στην ποίηση ένα νέο αίσθημα μοναξιάς.6 Γιατί μόνον εκείνος, που είναι εσωτερικά δεμένος με κάποιον, μπορεί και να αισθανθεί τον πόνο του χωρισμού. Μόνο εκείνο, που ανήκει σε κάποιον, πρέπει να του φύ­γει και να του γίνει «ἀλλότριον». Μοναξιά και εγκατάλειψη - όπως είδαμε - προϋποθέτουν συνύπαρξη και συμβίωση.

Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η λυρική ποίηση δεν είναι φυγή σε ένα εξι­δανικευμένο παρελθόν ή στη σιωπή της μοναξιάς. Παντού υπάρχει ο άλλος, που ακούει, και στον οποίο απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής με το στίχο ζητεί και βρίσκει πρόσβαση στους συνανθρώπους του. Τα νέα κορίτσια από τους αριστο­κρατικούς κύκλους της Μυτιλήνης (η Ατθίς, η Ανακτορία, Η Γογκύλα, Η Αρχεάνασσα, η Αριγνώτα, η Ειράννα, η Μέγαρα κ.α.) συνδέονταν συνειδητά μετα­ξύ τους και με την ποιήτρια. Τα ποιήματα, που μας σώθηκαν, μαρτυρούν ένα ακαταπόνητο αγώνα της ποιήτριας για το καθένα απ' αυτά τα κορίτσια. Κοινά βιώματα, κοινές αντιλήψεις, κοινοί πόνοι και κοινές χαρές αποτελούσαν το πε­ριεχόμενο μιας κοινωνίας, στην οποία απευθυνόταν η Σ α π φ ώ. Στα ποιήματα της η Σαπφώ απευθύνεται σε ένα κοινό, που συμμετέχει στη βίωση του «κάλλους», και που ξέρει να το κατανοήσει. Έτσι το αντικείμενο του ποιήματος - τα «τερπνά» και τα «καλά» - δεν είναι έκφραση της προσωπικής εμπειρίας της ποιήτριας μόνον. Τις πίκρες και τα προβλήματα του παρελθόντος αντιμετώπιζα η Σαπφώ με την ανάμνηση, που οδηγεί στις ωραίες στιγμές του παρελθόντος. Η επιστροφή αυτή όμως στο χώρο της ομορφιάς δεν είναι φυγή από το παρόν.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εποχή αυτή της λυρικής ποίησης το γε­γονός, ότι οι ποιητές είχαν συνείδηση, πως μόνο η ποίηση πραγματώνει την ομορφιά και πως μόνο μέσα στον στίχο υπάρχει η δυνατότητα υψηλής και μόνι­μης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους. Τη σιγουριά του στίχου τη βλέπομε σαφέστατα στον Αρχίλοχο, ακόμη και σε κείνον τον ανέμελο και κωμαστή Ανακρέοντα. Ο Αλκμάν, στο περίφημο «Παρθένειο», σημαδεύει αιώνια το κάλλος και την ανθρωπινότητα.

Κατά την εποχή του αρχαϊκού λυρισμού οι ποιητές αποκτούν συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας και αυτή τη γνώση την εξαγγέλλουν στους συνανθρώ­πους τους. Τώρα γνωρίζουν καλά οι ποιητές, πως για τις ανθρώπινες δυνατότητες υπάρχουν σαφή και καθορισμένα όρια, που ο άνθρωπος δεν μπορεί (ούτε επιτρέπεται) να ξεπεράσει. Πρώτος ο Αρχίλοχος διατυπώνει μέσα στον στίχο τη σκληρή εμπειρία, ότι όλα τα ανθρώπινα είναι ασταθή και μεταβάλλον­ται, και συνειδητοποιεί τον «ῥυσμόν», που κατέχει τους ανθρώπους (67aD= 128 West)7. Η χαρά και ο πόνος ανήκουν στη μοίρα του ανθρώπου και εναλλάσσον­ται. Επομένως ο άνθρωπος κινείται ανάμεσα στον φόβο και στην ελπίδα. Ο ίδιος δεν μπορεί να ρυθμίσει τη ζωή του. Μια ερμηνευτική ανάλυση για τη διαδοχική παρουσία ελπίδας-φόβου και τη μεταβλητότητα της ζωής μας δείχνει, ότι η χα­ρά και ο πόνος, η ευτυχία και η δυστυχία κυριαρχούν σε όλους και μεταβάλλον­ται από τον ένα στον άλλον. Έτσι καταλαβαίναμε την ωραία και καταπληκτική διατύπωση του Αρχιλόχου «Ἄλλοτε δ' ἄλλος ἔχει τάδε» (7D =13 West, στ. 7)8. Η μόνη δύναμη, που έχει ο άνθρωπος, είναι η «τλημοσύνη», η δύναμη της αντοχής.

Στους έλληνες λυρικούς βλέπομε συχνά και έντονα την ρευστότητα, την αδυναμία και την αστάθεια της ανθρώπινης μοίρας. Ο άνθρωπος δεν καθόριζα τη ζωή του ο ίδιος, αλλά κάθε μέρα ρυθμίζεται από δυνάμεις έξω και πάνω από αυτόν. Ο Αρχίλοχος μιλάει συχνά. Βλ. απ. 68D =131 + 132 West, που απευθύνεται στο φίλο του Γλαύκο: «Τοῖος ἀνθρώποισι θυμός, Γλαῦκε,.../γίγνεται θνητοῖς, ὁκοίην Ζεῦς ἐφ' ήμέρην ἄγῃ...» (μετάφραση: Τέτοια στους ανθρώ­πους τους θνητούς γίνεται η ψυχή και η καρδιά (=θυμός), Γλαύκε, όποια μέρα ο Δίας φέρνει...). Το ίδιο δηλώνει ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος (1D= I West), που χρησιμοποιεί τον καταπληκτικό χαρακτηρισμό των ανθρώπων: «ἐπήμεροι» (= εφήμεροι, στ. 3), που η έννοια αυτής της λέξης έχει τεράστια σημασία για την αντίληψη των λυρικών ποιητών σχετικά με τα ανθρώπινα πράγματα. Ἐφήμερος είναι ο άνθρωπος -όχι με τη σημερινή σημασία - που κείται «ἐπί τῆς ἡμέρας», που βρίσκεται και καθορίζεται στη ζωή κάθε μέρα, χωρίς σιγουριά για περισσό­τερο χρόνο. Αργότερα ο Πίνδαρος εκφράζει στην ίδια αντίληψη τους έξο­χους στίχους (Πυθ. 8, 95 κ.ε.) «Ἐπάμεροι· τί δε τις; τί δ' οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ / άν­θρωπος» (= εφήμεροι άνθρωποι. Τι είναι, και τι δεν είναι; ένα όνειρο σκιάς ο άν­θρωπος!)

Ο διαχωρισμός μεταξύ της παντοδυναμίας των θεών και της περιορι­σμένης δυνατότητας των ανθρώπων γίνεται στην αρχαϊκή, αλλά και στη μετα­γενέστερη ποίηση, κυρίαρχο μοτίβο. Ο Α λ κ μ ά ν, χορικός ποιητής, διατυ­πώνει την ίδια αντίληψη σε ένα χαρακτηριστικό στίχο (ID = 1 Page, στ. 16): «μή τις ἀνθρώπων ἐς ὠρανόν ποτήσθω» - μια αντίληψη, που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα στον Πίνδαρο (Ίσθμ. 5,14): «μή μάτευε Ζεύς γενέσθαι», με τη μεστή αιτιολόγηση: «θνατά θνατοῖσι πρέπει», που θυμίζει την παλαιά δελφική επιταγή: «θνητά φρονεῖν». Την ίδια πίστη διαπιστώναμε στη Σ α π φ ώ (38D,= 27LP, στ. 12): «οὐ γάρ ἔστ' ὁδος μέγαν ἐς Ὄλυμπον ἀνθρώπ-», όπου τονίζεται, ότι η πτήση του ανθρώπου στον όλβιο χώρο των αθανάτων θεών είναι αδύνατη. Το επαναλαμβάνει με μια τραγική διατύπωση (47D. = 52 LP): «ψαύειν δ' οὐ δοκίμωμ' ὀράνω δυσπασχέα». Είναι η διαπίστωση της ανθρώπινης απτερωσύνης, της «ανθρωπινότητας» των ανθρώπων.

Στη λυρική ποίηση ανακαλύπτεται σωστά η ανθρώπινη προσωπικότητα και το βλέμμα του ανθρώπου περνάει σε πρόσωπα και πράγματα. Η φύση δεν είναι μόνο ένα απλό αντικείμενο περιγραφής. Ο άνθρωπος την αισθάνεται κοντά του και μετέχει σ' αυτή. Οι εικόνες και οι περιγραφές της φύσης, που βλέπομε στους ποιητές, δεν είναι αυθύπαρκτες και ανεξάρτητες από τον άνθρωπο, το αν­θρώπινο περιβάλλον και την ανθρώπινη μοίρα. Παράδειγμα: ο Αρχίλοχος απευθύνεται στον Γλαύκο για την φριχτή τρικυμία και την κακοκαιρία, που οδη­γούν σε απροσδόκητο φόβο (απ. 56D= 105 West), στ. 3: «κιχάνει δ' ἐξ ἀελπτίης φόβος» - ένας φόβος, που συνάπτεται με την απειλή του πολέμου. Βλ. επίσης ένα ποίημα, όπου ο Α λ κ μ α ν προβάλλει τον ύπνο της φύσης - δηλαδή: η ησυχία της νύχτας, όπου όλα κοιμούνται (58D= 89 Page). Στη λυρική ποίηση η φύση συνδέεται με τον άνθρωπο και δείχνει την ψυχική του διάθεση. Βλ. λ.χ. Σ ι μ ω ν ί δ η τον Κείον (13D =38 Page), όπου στον στ. 22 λέγει: «εὑδέτω δέ πόντος, εὑδέτω δ' ἄμετρον κακόν».

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι στην παλαιά χορική λυρική ποίηση, που εκπροσωπείται κυρίως από τον Αλκμάνα και τον Στησίχορο, ο ποιη­τής δεν μιλάει ως άτομο, αλλά ως εκπρόσωπος ομάδας ανθρώπων. Επομένως, αυτό που λέγεται απευθύνεται σε σύνολο ανθρώπων, στους οποίους πρέπει να βρει απήχηση και στους οποίους πρέπει με τον μύθο να εκφρασθεί μια αλήθεια αναμφισβήτητη. Από την άποψη αυτή η «Παλινῳδία» του Στησιχόρου (απ. 15-16 Page) δεν αναφέρεται σε επανόρθωση του ποιητή, αλλά στην αποκατάσταση μιας αλήθειας, που στο έπος νοθεύτηκε. Γι' αυτό και οι δύο παλινωδίες, όπως παραδίδονται από πάπυρο10, εκφράζουν αντίθεση στους δυο επικούς ποιητές: τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Έτσι καταλαβαίναμε, ότι στη χορική ποίηση υπάρ­χει ελαστικότητα της ουσίας του μύθου. Ο Πίνδαρος λέγει, ότι ο ποιητής έ­χει τη δυνατότητα να διάλεγα από τους μύθους, από την κοινή εμπειρία, και πα­ρομοιάζει το έργο αυτό με τη μέλισσα, που κάνει επιλογή (Πυθ. 10, 54-55: «ἐγκωμίων γάρ ἄωτος ὕμνων/ ἐπ' ἄλλοτ' ἄλλον ὥτε μέλισσα θύνει λόγον»). θέματα του μύθου, προϋπάρχοντα, παραμερίζονται στη λυρική-χορική ποίηση, όταν δεν ταιριάζουν σ' αυτό, που θέλουν να εκφράσουν και να ερμηνεύσουν (βλ. και Σ ι μωνίδη για τη Δανάη). Ο ίδιος ο Στησίχορος αρχίζει την «Ορέστειά» του με άρνηση και απόρριψη των πολεμικών θεμάτων (απ. 12D= 33 Page: «Μοῖσα, σύ μέν πολέμους ἀπωσαμένα κ.λπ.»). Είναι χαρακτηριστικό για τη νέα αντίληψη, που εκφράζει εδώ ο Στησίχορος, ότι ο ποιητής δεν επικαλείται τη Μούσα για να υμνήσει πολέμους — όπως στο παλαιό ηρωικό έπος -, αλλά για να οδηγήσει τον ποιητή σε άλλη περιοχή. Ένα παπυρικό υπόμνημα σε μελικούς ποιητές (P. Oxy. XXIX fr. 26= Στησίχ. απ. 40 Page) δείχνει, ότι ο Στησίχορος - μετά τον Όμηρο και τον Ησίοδο - υπήρξεν η πηγή και το υπόδειγμα για πολλούς ποιητές. Η αναγωγή αυτή δεν γινόταν στο παλαιό έπος, αλλά στη χορική-λυρική ποίηση. Την ίδια στάση παρατηρούμε και σε άλλους ποιητές, ό­πως λ.χ. στον Ί β υ κ ο, όπου με νέες ερμηνείες του μύθου και νέες γλωσσικές εκφράσεις γίνεται προσπάθεια προσαρμογής στις απαιτήσεις μιας νέας πραγμα­τικότητας. Ο Πίνδαρος, ως λυρικός-χορικός ποιητής, επεμβαίνει πολύ στον μύθο, αλλά με προσοχή και θρησκευτικό δέος. Για τον ποιητή η αλήθεια και η αντικειμενική παρουσίαση του μύθου δεν μπορεί να είναι έξω από το «καλόν» - στην ευρύτερη έννοια. Αυτή η θέση του Πινδάρου φαίνεται κυρίως στην πασί­γνωστη «διόρθωση» ή επανόρθωση του μύθου (Ολυμπ. 1, 25 κ.ε.), όπου ταξινο­μεί εντελώς προσωπικά τον μύθο του Πέλοπος σε νέα ερμηνεία. Η «βροτῶν φάτις» (= αυτό που λέγει ο κόσμος στον μύθο) δημιουργεί μια μορφή μύθου, που φεύγει πάνω από την αλήθεια («ὑπέρ τόν ἀλαθῆ λόγον»). Οι μύθοι, στολισμένοι με ποικίλα ψεύδη, εξαπατούν («δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι ποικίλοις/ ἐξαπατῶντι μῦθοι»). Όταν λέγει, ότι είναι «Πιερίδων προφάτας» (Παιάνες 6, 6) και ότι θα προφητεύσει στους ανθρώπους ό,τι του λέγει η Μούσα - όπως στο έπος -, τονίζει: «μαντεύεο, Μοῦσα, προφατεύσω δ' ἐγώ» (Fr. 150), συνάπτεται δηλ. με την παλαιά αντίληψη, ότι ο ποιητής μεταδίδει τα λόγια των Μουσών στους αν­θρώπους, γνωρίζει όμως ότι η Μούσα λέγει και ψεύδη.

Οι λυρικοί ποιητές εκφράζουν τη νέα εποχή, τη χαραυγή του λυρικού αιώνα, τις ταραγμένες συνθήκες ανθρώπινης και πολιτικής συμβίωσης. Αντιμε­τωπίζουν τα γεγονότα της εποχής, τους κινδύνους της ζωής και τις ποικίλες αν­θρώπινες πικρές εμπειρίες. Έτσι ο Αρχίλοχος ζει την τραγικότητα του αφυπνιζόμενου ανθρώπου, που αντιμετωπίζει τον κόσμο με όλη την σκληρότη­τα και με όλη την ειλικρίνεια για τη ζωή και τους συνανθρώπους. Ο ίδιος ομο­λογεί (απ. 6D =5 West), πως εγκατέλειψε την ασπίδα, έγινε «ρίψασπις», ομολο­γεί ανεπιφύλακτα την πράξη του και την θεματολογεί έξοχα στο δίλημμα: την ασπίδα (και τον θάνατο) ή τη ζωή; Για τον ποιητή έχει μεγάλη αξία η στιγμή της επιβίωσης («ψυχήν δ' ἐξεσάωσα»). Το ομηρικό ιδανικό του ηρωικού κλέους δεν έχει βάρος για τον Αρχίλοχο, που βλέπει τη ζωή και τη σωτηρία στην κάθε στι­γμή. Ως μισθοφόρος στον πόλεμο παρουσιάζει τα αρνητικά στοιχεία, τις φριχτές στιγμές, και τις απαράδεκτες ουσίες του πολέμου. Απογυμνώνει τον πόλεμο από κάθε μεγαλείο και συνδέει τη ζωή με το όπλο (βλ. απ. 2D= 2 West: «Ἐν δορί μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη κ.λπ»). Εξευτελίζεται ο ηρωισμός του πολέμου, όταν πολλοί (ανάξιοι) προσπαθούν να οικειοποιηθούν ξένη δόξα και ωφέλειες από θάνατο κάποιου άλλου. Χαρακτηριστικό το απ. 61 D= 101 West: « Ἑπτά γάρ νεκρῶν πε­σόντων, οὕς ἐμάρψαμεν ποσίν, / χείλιοι φονῆες εἶμεν» (= Επτά νεκρών που πέ­σανε και τους ποδοπατήσαμε, χίλιοι φονιάδες ήμαστε). Ομολογεί σε ένα απ. (64D = 133 West) - για πρώτη φορά στην ποίηση -, ότι «Κανένας δεν είναι σε­βαστός ανάμεσα στους συμπολίτες, ούτε περίφημος, όταν πεθάνει. Την αγάπη πιο πολύ των ζωντανών επιδιώκαμε εμείς οι ζωντανοί» (= Οὔτις αἰδαῖος μετ' ἀ­στῶν οὐδέ περίφημος θανών γίγνεται κ,λπ»)11. Σε ένα άλλο ποίημα (22D.= 19West) για πρώτη φορά στην ελληνική ποίηση εκφράζει ο Αρχίλοχος ένα ιδανικό ζωής αρνητικά - δηλ. με την απόρριψη παραδεκτών αξιών («Οὐ μοι τα Γύγεω κ.λπ») και αλλού (60 D. 114 = West) πάλι με την άρνηση και την απόρρι­ψη - και συνεχείς αρνήσεις! - εκφράζει την προσωπική του γνώμη, που στηρί­ζεται όχι στην εξωτερική παρουσία του ανθρώπου, αλλά στην εσωτερική ουσία και αξία («Οὐ φιλέω μέγαν στρατηγόν κ.λπ»). Σε όλη τη λυρική ποίηση κυριαρχεί ειδικά η ανθρώπινη άποψη, on η μοίρα του ανθρώπου κινδυνεύει και ότι ο άν­θρωπος πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή κάθε στιγμή.12

Πρέπει να έχουμε στο νου μας, ότι κύριο όργανο και όπλο των λυρικών ποιητών είναι η γλώσσα, η οποία πέρα από την παράδοση των ομηρικών ποιη­μάτων δημιουργεί καινούργιες προσωπικές δυνατότητες για τον ποιητή, να κα­τευθύνει τον λόγο εκεί που θέλει και να «μορφώσει» γλωσσικά τον στοχασμό του. Στη λυρική ποίηση των αρχαίων χρόνων οι λέξεις είναι σημαντικές στη σχέση του ποιητή με την εποχή και τους συνανθρώπους του. Για πρώτη φορά εμφανίζεται τώρα στην ελληνική γλώσσα η λέξη «κίνδυνος» (Σόλων, Σαπφώ, Αλκαίος). Νέες λέξεις, άγνωστες στο έπος, εκφράζουν καινούργιες καταστάσεις και νέες αντιλήψεις: ἀφροσύνη, φιλαργυρίη, ὑπερηφανίη, διχοστασίη, ἰσομοιρία, σύνοδος, ξυνωνία κ.ά. Για πρώτη φορά στη Σαπφώ εκφράζεται σε ειδικές λέξεις και διατύπωσης ο πόνος για τον χωρισμό και η γνώμη για το κάλλος. Στους στί­χους του Αλκαίου φαίνεται καθαρά μέσα στις λέξεις, πώς αισθάνεται κά­ποιος δεμένος με τους «ἑταίρους» του. Έτσι εμφανίζονται τώρα εδώ γνωστέ; σύνθετες λέξεις με την πρόθεση «συν»: συμπίνω, συμπόσιον, συνηβῶ, συνίημι. Ήδη στον Αρχίλοχο εμφανίζεται λίγο πριν μια νέα σημαντική λέξη: «ξυνωνίη» και χρησιμοποιείται τώρα το ρήμα «αδικῶ» - έτσι εκφράζεται η πρά­ξη της αδικίας, ως ενέργεια και όχι ως έννοια. Ο Ησίοδος έχει τον χαρακτηρισμό «ἄδικος» (Έργα 260 κ.έ.), όχι το ρήμα, που ακολουθεί έπειτα από τον Αρχί­λοχο στην ποίηση (βλ. λ.χ. Σαπφώ l, 20D= LP: «ἀδικήει»). Για τη διαπίστωση της σχέσης των αιολικών ποιητών με τους συντρόφους είναι σπουδαίο το γε­γονός, ότι ένα θεμελιώδες ρήμα της ελληνικής γλώσσας, το «πεδέχειν» (= μετέχειν) εμφανίζεται στον Α λ κ α ί ο και στη Σ α π φ ώ. Η ποίηση τώρα αναπτύσ­σει μεταξύ του Εγώ και του Συ τη συνείδηση ενός κοινού ψυχικού στοιχείου pc νέες γλωσσικές και φραστικές δυνατότητες — όταν μάλιστα συνάπτονται με τη« παλαιά επική κληρονομιά. Στην αιολική λ,χ. ποίηση νέα είναι η έκφραση «ἀθάνατον πρόσωπον», έστω και αν το επίθετο «ἀθάνατος» και το ουσ. «πρόσωπον». έχουν επική καταγωγή. Επίσης νέα είναι: «βραδίνα Ἀφρόδιτα» (= ῥαδινή = απλή, λεπτή), «ἄβρος Ἄδωνις», όπως ακριβώς νέα είναι η χρήση τέτοιων επιθέτων γενικά για μορφές ανθρώπων. Το επίθετο «ῥαδινός» (αιολ. «βράδινός») απαν­τά άπαξ στον Όμηρο, Ψ 583. Όταν όμως η Σαπφώ παρομοιάζει τον γαμπρό με «ὄρπακα βράδινον» (127,2 D.= 115,2 LP), κάνα - για πρώτη φορά - μια μεταφορά ιδιότητας από τον κόσμο των φυτών ή των πραγμάτων στην ανθρώπινα μορφή. Το ίδιο συμβαίνει, όταν η ποιήτρια συνόδευα ης παρομοιώσεις της με επίθετα, όπως: ἀβρός, ἁπαλός, μαλακός, τέρην.

Στους μαθητές του Λυκείου, όπου πρέπει οπωσδήποτε να μπουν οι Λυρικά από το πρωτότυπο, θα φανούν οι λέξεις, που εμφανίζονται στην αρχαία ελληνική γραμματεία και εκφράζουν όλες αυτές τις ανθρώπινες, πολιτικές και κοινωνικές αξίες. Στην συνείδηση για τα όρια αυτά του ανθρώπου, που εκφράζει η λυρι­κή ποίηση, αναπνέαμε ήδη τον αέρα της αττικής τραγωδίας. Είναι γνωστό, ότι η αρχαϊκή λυρική ποίηση είναι η πρώτη μορφή και γέννηση ενός νέου λογοτεχνι­κού είδους - που βλέπομε δηλαδή να γεννιέται σαν καινούργια μορφή έκφρασης για καινούργιες εμπειρίες. Δεν γεννήθηκε, βέβαια, εκ του μηδενός, αλλά αναπτύχθηκε από λαϊκά προϋπάρχοντα είδη. Υπάρχουν βαθιές και μακρινές ρίζες, που δένουν την επώνυμη λυρική δημιουργία με μια διάχυτη, απρόσωπη λαϊκή λυρική διατύπωση: ο θρήνος, ο παιάν, η «γνώμη» και η παραίνεση, το τραγούδι γενικά της δουλειάς, του πόνου και της χαράς, ο ύμνος, το εγκώμιο, το σκόλιο, ο υμέναιος κ.ά. Η ενσωματωμένη στην τραγωδία και στην κωμωδία λυρική ποίηση είναι ο χώρος για να εκφρασθεί ο στοχασμός επάνω στα δρώμενα, να επιστρέψει το άτομο στον εαυτό του και από κάποια απόσταση να σχολιάσει αυτά, που βλέπει να συμβαίνουν γύρω του και να τον αφορούν, να εκφράσει τι χαρά ή τον πόνο του γι' αυτά και την ανθρώπινη αδυναμία του.

Όταν αλλάζουν τελείως οι ιστορικές συνθήκες - δηλ. όταν αλλάζει ο κό­σμος της «πόλης», όπως την ξέραμε στους αρχαϊκούς και κλασσικούς χρόνους, και φθάνουμε στην ελληνιστική εποχή - , η λυρική ποίηση δίνει ένα εκφραστικό μέσο, που εκφράζει τις συγκινήσεις λίγων ανθρώπων και απευθύνεται πάλι σε λίγους - όχι στον λαό, αλλά στον κλειστό κόσμο της βασιλικής αυλής των ηγε­μόνων και των λογίων, που τρέφονται από την παράδοση, θεωρώ απαραίτητη ανάγκη να προχωρήσει η διδασκαλία της Μ. Εκπαίδευσης και στους Αλεξαν­δρινούς ποιητές, για να συνδεθούν οι νέες ποιητικές μορφές με τις αρχαϊκές και κλασσικές και να κατανοηθούν οι νέες κοινωνικές θέσεις. Στην αλεξανδρινή-ελληνιστική εποχή κυριαρχούν τα ιωνικά πρότυπα και κυρίως καλλιεργούνται: επιγράμματα, ελεγεία, έπος — ενώ η αττική ποίηση και κυρίως η τραγωδία υπο­χωρούν. Οι αλεξανδρινοί ποιητές δίνουν νέα μορφή, νέο ύφος, νέα γλώσσα, νέα θέματα. Οι ποιητές προσπαθούν να αποδεσμευθούν από τις καθιερωμένες μορ­φές της ποιητικής παράδοσης, ενώ ξέρουν, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με αυτή. Είναι σημαντική εργασία η παρουσίαση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιη­τή Καλλιμάχου13

Τα «Αίτια», σπουδαίο ποιητικό έργο σε 4 βιβλία. Στην αρχή («Πρόλογος Τελχίνων»,) παρουσιάζεται μια πολεμική κατά των αντιπάλων ποιητών και νέες θέσεις στην ποίηση. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας ποιητικής αντιμαχίας, που στη­ρίζεται σε διάφορες αντιλήψεις για την ποίηση. Η απάντηση του Καλλιμάχου στους Τελχίνες παρουσιάζει το «πιστεύω» του ποιητή. Η ποιητική δημιουργία, λέγει ο ποιητής, δεν πρέπει να μετριέται με τον πῆχυν, αλλά με την τέχνη. Δεν πρέπει να ζητούν απ' αυτόν θορυβώδη ποιήματα, διότι «βροντᾶν οὐκ ἐμόν, ἀλλά Διός» (στ. 20). Η Μούσα, λέγει, πρέπει να είναι «λεπταλέη» (λέξη χαρακτηριστι­κή για την ποίηση του Καλλιμάχου) και πρέπει να βαδίζεις σε δρόμο, που δεν πατούν άλλοι. Στο τέλος του 2ου Ύμνου («Εἰς Ἀπόλλωνα») εκθέτει πάλι τις νέες θέσεις του. Ο Καλλίμαχος κατόρθωσε να βάλει την απέραντη λογιότητα και γνώση του μέσα στην ποίηση, να ενδύσει τις άπειρες γνώσεις του με ποιητικό ένδυμα, χωρίς να γίνεται μείωση της ποίησης. Οι «Ὕμνοι» του είναι εξαίρετοι. Βλ. λ.χ. τον 3ο ύμνο («Εἰς Ἄρτεμιν»): Βασικό, πρώτο θέμα, μοναδικό στην αλε­ξανδρινή ποίηση : η παιδικότητα των ανθρώπων και των θεών, η προβολή των παιδιών - άσχετο στην κλασσική και προκλασσική ποίηση. Αρκετά ποιήματα - όχι μόνο στον Καλλίμαχο - στην αλεξανδρινή εποχή αναφέρονται σε βασικά θέματα με παιδική προβολή. Ο 5ος Ύμνος («Λουτρά τῆς Παλλάδος») παρουσιά­ζει καινούργια, γοητευτικά θέματα. Εδώ υπάρχει η ωραιότερη ποιητική περιγρα­φή θερινής μεσημβρίας σε όλη σχεδόν την αρχαία ποίηση. Δεν θα ασχοληθώ πε­ρισσότερο σ' αυτή την ποίηση. Απλώς εκφράζω την άποψη, ότι η λυρική ποίη­ση πρέπει να συνδεθεί με την αλεξανδρινή ποίηση στα μαθήματα της Μ. Εκπαί­δευσης. Έτσι θα κατανοηθούν πολλά καινούργια ποιητικά στοιχεία σε πολλούς ποιητές: Απολλώνιος ο Ρόδιος, Θεόκριτος(με τα «Εἰδύλλια»), ο Άρατος ο Σολεύς, ο Νίκανδρος, ο Λυκόφρων, ο Ηρών­δας, ο Ερμησιάναξ, ο Ευφορίων, ο Μόσχος κ.ά. Μοναδικά ποιη­τικά πρότυπα, γοητευτικά ποιητικά στοιχεία και έξοχες θεματολογικές εκφρά­σεις βλέπει κανείς στους επιγραμματοποιούς της εποχής εκείνης - από τον 3ο αι. π.Χ. και εξής: Ασκληπιάδης, Ποσείδιππος, Ηδύλλος, Καλ- λίμαχος, Ηγήσιππος, Λεωνίδας Ταραντίνος, Μνασάλκης, Αλέξανδρος Αιτωλός, Ανταγόρας, Νικαίνετος, θεοδωρίδας, Διοσκορίδης, Μελέαγρος, Αντίπατρος Σιδώνιος, Σιμίας. κ.α. Θα ήθελα, τέλος, να τονίσω, ότι τα κείμενα στο «Ανθολόγιο» που παρου­σιάζονται σε μετάφραση για το σχολείο, απαιτούν σωστή ερμηνεία και σχόλια ειδικά. Υπάρχουν μεταφράσεις με βάση παλαιές εκδόσεις, ενώ πρέπει να χρησιμοποιούνται νέες για τους λυρικούς ποιητές, αφού τα κείμενα αυξάνονται με παπυρικά ευρήματα και οι εκδόσεις μεταβάλλονται φιλολογικά. Στο «Ανθολόγιο Λυρικής ποιήσεως, υπάρχουν κείμενα, που πρέπει κάποτε να τα συζητήσουμε. Στον Αρχίλοχο (αρ. 4), σ. 24, με τίτλο «Μακριά απ' τα μάτια μου», πρέπει αρκετά ερμηνευτικά στοιχεία να προβληθούν. Για πρώτη φορά στην ελληνική λυρική ποίηση εκφράζεται ένα ιδανικό ζωής αρνητικά - με την απόρριψη δηλ. παραδεδομένων και παραδεκτών αξιών. Οι αρνήσεις είναι βασικές: οὔ μοι - οὐδ'- οὐδ'- δ' οὐκ (μετάφραση: δε-δέν-δέ-δέ). Μετά τις αρνήσεις πρέπει να ακολουθεί η θετική διατύπωση, η κατάφαση, αυτό που γίνεται αποδεκτό. Στην ερμηνεία μας προκύπτει το θετικό από τα αρνητικά - έστω και αν δεν έχουν παραδοθεί οι επό­μενοι στίχοι, διότι είναι έμμεση παράδοση. Βασική θέση του Αρχιλόχου, σ' αυτό το ποιητικό ύφος με άρνηση εξηγεί και κατατοπίζει (βλ.και 5,19, 22 κ.α.). Στους 4 στίχους που σώθηκαν, η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει ούτε να θαυμάζει, ούτε να φθονεί αγαθά, που ανήκουν σε άλλους. Στον 3ο στίχο η με­τάφραση λάθος: «δεν θέλω να 'μαι βασιλιάς». Το κείμενο «μεγάλης δ' οὐκ ἐρέω τυραννίδος» είναι βασικό στοιχείο για τους μαθητές και όλους μας: ότι εδώ είναι η αρχαιότερη μνεία της «τυραννίδας», που δεν είναι αρνητικό στοιχείο14. Στον Αρχίλοχο, απ. 8 (σ. 26 με τίτλο: «Η έκλειψη») πρέπει να έχει αναφερθεί, ότι το βασικό θέμα, όπου στηρίζεται το ποίημα, είναι το «ἀδύνατον», που η αφετηρία του βρίσκεται στον Όμηρο (Α 233 κ.ε. Χ 262 κ.ε.) και είναι ευρύτατα διαδεδο­μένο σε όλη την αρχαία και νεώτερη ( και δημοτική, σύγχρονη) λογοτεχνία και πεζογραφία. Η δύναμη του βρίσκεται στη διατύπωση, ότι κάτι, που τυπικώς είναι αδύνατο, μπορεί να γίνει δυνατό (πβ. και Ηρόδοτο 5,92α). Δεν έχω χρόνο να αναφερθώ σε όλα τα κείμενα, που υπάρχουν στο «Ανθολόγιο». Ίσως μια άλ­λη φορά. Είναι απαραίτητη η ερμηνευτική ουσία στη διδακτική διαδικασία.
-----------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. το γνωστότατο απ. 31 LP(= 2D): «φαίνεται μοι μῆκος ἴσος θέοισιν / ἔμμεν' ὤνηρ κ.λπ.», και τα απ. 111-117 LΡ, δηλαδή: 111 LP(= 123 D): «Ἴψοι δή τό μέλαθρον, / ὑμήναον κ.λπ.», 112LP (--128 D): «Ὄλβιε γαμβρέ...», 114 LP (= 131 D.): «Παρθενία, παρθενία, ποῖ με λίποισ' ἀ(π)οίχῃ; κλπ.», 115 LP (= 127 D.): «Tίῳ σ', ὦ φίλε γαμβρέ, καλώς είκάσδω; ....», 116 LP (= 128, 6D.): «χαῖρε, νύμφα, χαῖρε, τίμιε γαμβρέ, πόλλα» κ.ά.

2. Ίσως πρόκειται για την Ανδρομέδα, βλ. W. Schadewaldt, Sappho. Welt und Dichtung. Dasein in der Liebe, Potsdam 1950,σελ. 153.

3. Το παπυρικό αυτό απόσπασμα, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον R. Reitzenstein το 1899, δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Ήδη ο Blass, ένα χρόνο μετά (1900),το απέδωσε στον Ιππώνακτα. Οι θέσεις των φιλολόγων είναι αντιθετικές ως σήμερα. Στην τελευταία έκδοση ο West το αποδίδει στον Ιππώνακτα, παρά την άποψη πολλών άλλων, όπως Μ. Treu, Br. Sneu, A. Σκιαδάς. κ.α. Το ότι ανήκει στον Αρχίλοχο φαίνεται από την επιθετικότητα, το ύφος, τη διατύ­πωση, τη γλώσσα κ.λπ. Ο Αρχίλοχος εκφράζει με μανία και πολεμική έκφραση την αντίθεση του για τον άνθρωπο εκείνο προδομένης φιλίας. Βλ. στ. 12 κ.ε. «ὅς μ' ἠδίκησε... / τό πρίν ἑταῖρος ἐών».

4. Βλ. απ.98Ο = 173 West, για καταπάτηση του όρκου : «ὅρκον δ' ἐνοσφίσθης μέγαν ἅλας τε και τράπεζαν»

5. Βλ. 1D= 13 West, στ. 8: «πάντως ὕστερον ἦλθε δίκη», στ. 28: «πάντως ἐς τέλος ἐξεφάνη (sc «Ζηνός τίσις», στ. 25)», στ. 31: «ἤλυθε πάντως αὖτις»

6. Βλ. το «τραγούδι της Αριγνώτας, 98D = 96 LP. To ποίημα παραδόθηκε από παπυρικό κείμενο. Το «Τραγούδι της Αριγνώτας» είναι από τα πιο προσωπικά ποιήματα της Σαπφώς. Μακριά στις Σάρδεις - παντρεμένη πια - η Αριγνώτα ξεπερνάει σε ομορφιά όλες τις γυναίκες, όπως το φεγ­γάρι επισκιάζει τα αστέρια. Από κεί στέλνει τις σκέψεις της στην ποιήτρια και στον κύκλο του βίου, που πέρασαν μαζί. Δυστυχώς από τους 36 στίχους, που σώθηκαν, οι τελευταίοι 19 (= IS-36) είναι ανεπανόρθωτα κατεστραμμένοι και δεν μας διευκολύνουν στην ερμηνεία.

7. Στ. 7: «γίγνωσκε δ' οἷος ῥυσμός ἀνθρώπους ἔχει». H λ. ῥυσμός (= ρυθμός) άγνωστη στον Όμη­ρο, σπάνια στην ποίηση (πβ. Ανακρ. 71,2 Page: «ῥυσμούς»), περιέχει εδώ όλο το βάρος του στί­χου και συνάγει το συμπέρασμα όλου του ποιήματος. Η λέξη εκφράζει εδώ ένα υπέρτατο νόμο: το μεταβλητό, τη ρευστότητα και την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η λ. ῥυσμός έχει ιδιαίτερη σημασία και απαιτεί σωστή ερμηνευτική αντιμετώπιση. Πολλοί φιλόλογοι έχουν ασχοληθεί ειδικά με τη λέξη αυτή, π.χ. Ο. Schröder, Ρυθμός (Hermes 53, 1918, 324-329). Ε. Wolf, Zur Etymologie von βυθμός und seiner Bedeutung in der älteren griechischen Literatur (Wiener Studien 68, 1955, 99-119). Th. Plüss, Die Deutund des Wortes Phythmus nach griechi­scher Wortbildung (Wochenschriff f. Kl. Philol. XXXVII, 1920,18-23). RA. Leemans, Rhyth-me en ρυθμός (L' Antiquité Classique, XVII, 1948, 403-412). M. Treu, Von Homer zur Lyrik (Zetemata, 12), München 1955, σ. 198. R. Renehman, The Derivation of ουθμός (Cl. Phil. 58, 1963, 36-38) κ. άλλοι.

8. Βλ. μια νεώτερη ερμηνευτική εργασία σ' αυτό το θέμα που εκτείνεται σε όλη την ποίηση: J. Krause, ΑΛΛΟΤΕ ΑΛΛΟΣ. Untersuchungen zum Motiv des Schicksalswechsels in der griechi­schen Dichtung bis Eurípides, München 1976.

10. Βλ. λεπτομερώς: Α. Δ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός Π, Αθήνα 1981, σελ. 297 κ.ε.

11. Πβ. παρόμοια διατύπωση : Σ η μ ω ν ί δ η ς Αμοργίνος (2D= 2 West) «Τοῦ μέν θανόντος οὐκ ἄν ἐνθυμοίμεθα, / εἴ τι φρονοῖμεν, πλεῖον ἡμερης μιῆς». Στις διατυπώσεις αυτές — κυρίως του Αρχι­λόχου — τονίζεται, ότι δεν υπάρχει η *τιμή», και το *κλέος*, που κυριαρχεί στο έπος γι' αυτούς που πεθαίνουν.

12. Όλοι οι ποιητές διατυπώνουν παρόμοιες απόψεις. Εκτός από τον σημαντικό Αρχίλοχο βλ. λ.χ. Σ ι μ ω ν ί δ η τον Κείον (6 D.= 16 Page): «Ἄνθρωπος, ἐών μη ποτε φάσης ὅ, τι γίνεται αὔριον, /μηδ' ἄνδρα ἰδών ὄλβιον ὅσσον χρόνον ἔσσεται...» (= Εσύ, που είσαι άνθρωπος, μη πεις ποτέ τι πρόκειται να γίνει αύριο. Ούτε σαν ιδής ένα ευτυχισμένο άνθρωπο θα μπορούσες να πεις, για πόσο χρόνο ακόμη θα είναι ευτυχισμένος...»). Το απόσπ. τελειώνει με τη λέξη «μετάστασις» - μια λέξη μοναδική στην αρχαϊκή ποίηση και σπάνια στους μεταγενεστέρους. Δηλώνει τη μεταβολή των ανθρωπίνων πραγμάτων, τη μετάβαση από την ευτυχία στην δυστυχία - και αντίστροφα.

13. Κλασσική έκδοση από τον R. Pfeiffer, σε δύο τόμους (Oxford 1949 και 1953). Εργασίες και ερευνητικές μελέτες πολλές. Για τους Αλεξανδρινούς γενικά βλ. λ.χ. F. Susemihl, Geschichte dr griech. Literatur in der Alexandrinerzeit (2 τόμοι), Leipzig 1891-1892. E. Legrand, La poésie alexandrine, Paris 1924. U. v. Wfflantowitz-MoeUendorff, Hellenistische Dichtung in der Zeit des Kallimachos (2 τόμοι), Berlin 1924 (2η έκδ. 1962). A. Körte, Die hellenistische Dichtung, Leipzig 1925 (2η έκδ. επαυξημένη κ.λπ. από τον Ρ. Händel, Stuttgart 1960) κ.ά. Για τον Καλ­λίμαχο και βιβλιογραφία βλ. Α. D. Skiadas, Kalimachos (Wege der Forshung, Wissensch. Buchgesell.), Darmstadt 1975.

14. Βλ. Σχόλ. Αισχ. Προμ. 224, Ιππίαν: Vorsokr. 86 Β 9 D.-K. Για την «τυραννίδα» βλ. Η. Berve, Die Tyrannis bei den Griechen και H. Bengtson, Griech. Geschichte, στη σελ. 101 κ.ε. (Ειδικά 109 κ.ε.: Die ältere Tyrannis).

15. Η βιβλιογραφία για τους Λυρικούς ποιητές (Εκδόσεις, μελέτες, ερμηνεία, σχόλια, κριτική των κειμένων κ.λπ.) είναι τεράστια. 'Εχει καταγραφεί ευρύτατα στους δυο τόμους, που έχω εκδόσει με τίτλο: «Αρχαϊκός Λυρισμός» Ι (1979) και II (1981).

Ηράκλειτος vs Παρμενίδη

Το περιεχόμενο και η μορφή του ανθρώπινου πολιτισμού καθορίστηκαν όχι τόσο από τις απαντήσεις που δόθηκαν στα μεγάλα ερωτήματα (αρχή του κόσμου, το εφικτόν της γνώσης, η ύπαρξη του Θείου) αλλά από τις μεγάλες «συγκρούσεις» φιλοσόφων και επιστημόνων. Συγκρούσεις που ανέδειξαν την αγωνία του ανθρώπινου όντος να προσδιοριστεί σε σχέση με το περιβάλλον του. Οι συγκρούσεις αυτές άλλοτε εκφράστηκαν σε βίαιες κοινωνικές – πολιτικές ανακατατάξεις κι άλλοτε παρέμειναν σε καθαρά θεωρητικό – πνευματικό επίπεδο. Όσο κι αν οι πρώτες κατέχουν προνομιούχα θέση στο ενδιαφέρον των μελετητών (ιστορικών, κοινωνιολόγων…) δεν πρέπει να υποτιμάται και ο ρόλος των δεύτερων, γιατί αυτές προετοίμασαν το έδαφος για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της πνευματικής δουλείας και του πρωτογονισμού.

Ειδικότερα οι «μεγάλες συγκρούσεις» αφορούν την προσπάθεια να οριστεί εκείνο το στοιχείο που συνιστά την αρχή του κόσμου αλλά και εκείνο το στοιχείο που καθορίζει τη βαθύτερη δομή και μορφή του κόσμου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της φύσης των πραγμάτων (rerum natura) πυροδότησε όχι μόνο απλές διαμάχες αλλά και «γιγαντομαχίες» περί της ουσίας των όντων. Και όλα αυτά γιατί η «φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» (Ηράκλειτος). Για να επιτευχθεί, λοιπόν, η αποκωδικοποίηση των αφανών διαδρομών της βαθύτερης ουσίας του όντος και του κόσμου απαιτήθηκε ο ορθολογισμός, η διαίσθηση και η παρατήρηση. Χρειάστηκε μια πνευματική επανάσταση, ένα πέρασμα από το «Μύθο στο Λόγο» και μια απόρριψη των κοσμογονικών μύθων που συντηρούσαν το πνευματικό σκότος και εμπόδιζαν την κριτική σκέψη. Πρωταγωνιστές των μεγάλων αυτών συγκρούσεων υπήρξαν οι Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης αλλά και ο Πλάτων με τον Αριστοτέλη αποτελούν ιστορικά τα πιο εμβληματικά ζεύγη αυτών των μεγάλων πνευματικών συγκρούσεων που καθόρισαν καταλυτικά την επιστημονική πρόοδο και την πνευματική πορεία του ανθρώπου.

Ηράκλειτος vs Παρμενίδη

Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης έζησαν την ίδια εποχή αλλά είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι συναντήθηκαν (540 – 480 π.Χ./ 515 – 440 π.Χ.). Ωστόσο, οι μεταγενέστεροι μελετητές τους κατέταξαν στα άκρα ενός δίπολου πνευματικού αγώνα. Ο «αγώνας» είχε ως αντικείμενο τον ορισμό του «είναι» του «όντος» αλλά και το ακανθώδες θέμα της αλλαγής. Ο μεν Ηράκλειτος αντιπροσωπεύει την Ιωνική σχολή που τάσσεται υπέρ της πολλαπλότητας του κόσμου, ενώ ο Παρμενίδης εκφράζει με τη σκέψη του την Ελεατική σχολή που προβάλλει ως αξίωμα την ακινησία και το μονισμό του όντος. Οι πλουλαριστές (Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής) πίστευαν ότι τα πάντα είναι γέννημα της κοσμικής «ροής» και της κίνησης, ενώ οι μονιστές (Παρμενίδης, Μέλισσος..) θεωρούσαν ότι ο κόσμος διέπεται από σταθερότητα και ενότητα.

Για τον Ηράκλειτο η πραγματικότητα είναι ενιαία, ενώ για τον Παρμενίδη δεν είναι. Ο Ηράκλειτος επιχειρηματολογεί υπέρ της διαρκούς ροής των φαινομένων, ενώ ο Παρμενίδης την απορρίπτει. Ο Ηράκλειτος, επίσης, καταδεικνύει την κρυφή αρμονία του κόσμου, την ενότητα των αντιθέτων «παλίντονος αρμονία», ενώ ο Παρμενίδης αρνείται κάθε αντίθεση και καταφάσκει υπέρ της σταθερότητας του όντος. Ο Ηράκλειτος εμπιστευόταν περισσότερο τις αισθήσεις ως πηγή γνώσης ενώ ο Παρμενίδης πίστευε πως η αλήθεια αποκαλύπτεται μόνο με τη βοήθεια της σκέψης (έννοιες….).
Ειδικότερα, η σκέψη του Ηράκλειτου κινήθηκε πάνω σε δυο βασικούς άξονες: Α. Στην αφανή «ενότητα» των όντων και Β. στο αέναο «γίγνεσθαι» των πάντων. Και τα δυο βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση και ισορροπούν ακολουθώντας το «λόγο» και το «μέτρο». Για τον Ηράκλειτο η πραγματικότητα «ην αεί και εστίν και έσται». Αντί ο Ηράκλειτος να πει πως ο κόσμος είναι αιώνιος χρησιμοποιεί και τους τρεις χρόνους του ρήματος κι έτσι μας φανερώνει τη σχέση του κόσμου με το χρόνο. Εδώ βρίσκεται μια από τις θεμελιώδεις αντιθέσεις του Παρμενίδη προς τον Ηράκλειτο, αφού ο πρώτος δεν αναγνωρίζει ούτε τον Παρατατικό ούτε το Μέλλοντα. Το ον είναι αιώνιο, επειδή υπάρχει «ουδέ ποτ’ ην ουδ’ έσται, επεί νυν εστιν» (Παρμενίδης).

Ωστόσο, ο Εφέσιος φιλόσοφος καθιερώθηκε ως ο εκφραστής της αέναης κίνησης του κόσμου μέσα από την εμβληματική θέση «Τα πάντα ρεί, τα πάντα χωρεί και ουδέν μένει», ή με το παράδειγμα του ποταμού «δις ες τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης». Βέβαια το σημαντικότερο δεν ήταν η θέση περί της αιωνίου αλλαγής αλλά η επισήμανση της βασικής αιτίας που προκαλεί αυτήν. Το βασικό αίτιο για το σκοτεινό φιλόσοφο ήταν η πάλη των αντιθέτων. Ο «πόλεμος», ο «κεραυνός» και η «έρις» είναι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ηράκλειτος για να αποδώσει την ενότητα των αντιθέσεων που πυροδοτούν την κίνηση και την αλλαγή. Η αλλαγή, όμως, και η κίνηση υπακούουν στο «λόγο» και στο «μέτρο» που λειτουργούν ως ρυθμιστικοί κανόνες του σύμπαντος «Ήλιος γαρ ουχ υπερβήσεται μέτρα˙ ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν».

Σε όλα τα παραπάνω αντιτάσσεται η φιλοσοφία του Παρμενίδη. Στον αέναως κινούμενο κόσμο του Ηράκλειτου έρχεται ο στατικός αναλλοίωτος, άχρονος κόσμος του Ελεάτη φιλοσόφου. Ο Παρμενίδης, δηλαδή, δέχτηκε τη μοναδικότητα, την ενότητα και την αιωνιότητα του όντος – όπως υποστήριξε ο Ηράκλειτος, απέρριπτε, όμως, την κίνηση και τη μεταβλητότητά του. Απέκλειε την αρχή και το τέλος, τη γένεση και το θάνατο, την αύξηση και τη φθορά, την κίνηση και τη μεταβλητότητα, τη διαιρετότητα και την ασυνέχεια του όντος.

Με τον παραπάνω τρόπο – κάπως σχηματικά – έχει προχωρήσει η αρχαία σκέψη (η πρώτη μεγάλη σύγκρουση): Από τον Ιωνικό Υλισμό και τη διαλεκτική του Ηράκλειτου στη στατική θεώρηση του Παρμενίδη. Αργότερα ο Εμπεδοκλής συνδύασε και τις δυο φιλοσοφικές θεωρήσεις (ριζώματα/φιλότης και νείκος), όπως και ο Δημόκριτος με τη θεωρία του για τα «άτομα» (Το παρμενίδειο ον) και το «κενό» (αιτιολόγησε την κίνηση – Ηράκλειτος). Σε κάποιο σημείο αυτής της διαπάλης (Ιώνων και Ελεατών) θα εμφανιστεί ένα άλλο ζεύγος αντιπάλων, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι ο ακίνητος κόσμος του Παρμενίδη αλλά ο κόσμος του Ηράκλειτου. Η σκέψη μας, όμως, και όλο το νοητικό μας οικοδόμημα, ως πνευματικών όντων, έχει Παρμενίδεια βάθρα.
Άρα η επιστήμη θα δικαιώσει το «χρη το λέγειν τε νοείν τ’ εόν έμμεναι» του Παρμενίδη ή τη θέση του Ηράκλειτου «και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεών»;

Δεν αγαπάμε πάντοτε εκείνους που τους αξίζει να θαυμάζουμε

Λίγοι άνθρωποι είναι αρκετά έξυπνοι… (νομίζω το έξυπνοι δεν είναι η κατάλληλη λέξη), αλλά τέλος πάντων, ώστε να προτιμούν την κριτική που είναι πιο ωφέλιμη, απ’ τον έπαινο που είναι μια απλή κολακεία.

Είναι πολύ σημαντικό να βελτιώνεσαι μέσα από την κριτική, πάρα να επαναπαύεσαι από τα γλυκοξενέρωτα σχόλια του καθένα.

Χμ, είναι όμως και που ο καθένας στην πορεία γίνεται… ο κάποιος.

Εκεί ακριβώς στριμώχνεται το συναίσθημα και την πατάμε.

Αγαπάμε και το δείχνουμε ένα τρόπο ιδιαίτερο, εκείνους που μας θαυμάζουν, αλλά δεν αγαπάμε πάντοτε εκείνους που τους αξίζει να θαυμάζουμε.

Οι άνθρωποι προχωρούν

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι θα σας έλειπε να ακούσετε μια φράση; Ίσως και μια από τις πιο συνηθισμένες. Κάποια που να την έχουμε χρησιμοποιήσει ή την έχουμε ακούσει όλοι. Όπως το «θα τα πούμε». Τη θεωρούσα διττή, σκεφτόμουν πως έχει μέλλον μέσα της, κρύβει υπόσχεση ή απλώς κλείσιμο. Όπως και κάποιες σχέσεις. Κρύβουν μέλλον ή απλώς κλείσιμο.

Πολλές φράσεις τις χρησιμοποιούμε από συνήθεια και θεωρούμε ότι θα μας απαντούν αντίστοιχα κι οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνονται. Αν ανατρέξετε και φυλλομετρήσετε κάποιο άλμπουμ με φωτογραφίες σας, θα δείτε πρόσωπα που κάποτε ήταν στην καθημερινότητά σας και τώρα δεν είναι. Ο χρόνος, οι συνθήκες, η πορεία ζωής, οι αποφάσεις. Παράγοντες που συνδυάζουμε και μας οδηγούν σε μια ευθεία.

Πολλά πρόσωπα. Για κάποια θα βάζαμε και στοίχημα ότι θα συνέχιζαν να βρίσκονται στην ευθεία μας. Και το χάσαμε. Η απόσταση, η ρουτίνα, οι νέες συνθήκες και το τυπικό «θα τα πούμε», τελικά έγινε οριστικό. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Επειδή μια σχέση δε συνεχίζεται, δεν σημαίνει και πως δεν πρόσφερε. Ίσα-ίσα μπορεί μια σχέση να έκλεισε, άφησε όμως γεμάτες αναμνήσεις και στιγμές. Στον καιρό της έδωσε χρόνο, γέλιο κι ενέργεια. Και κάποτε ήρθε η ώρα να κλείσει απ’ το να καταστεί στάσιμη.

Οι άνθρωποι όπως είναι φυσικό, προχωρούν. Δε σημαίνει όμως, ότι το κάνουν όλοι μαζί και ταυτόχρονα. Κάποιος λοιπόν τρέχει μπροστά, βρίσκεται σε άλλη πόρτα, στρίβει σε άλλη γωνία. Δεν τον ακολουθούν και οι άλλοι. Ίσως και να μην τον προλαβαίνουν. Ίσως απλώς να πρόλαβαν να πουν «τα λέμε». Ίσως ξαναβρεθούν και ίσως δεν χωρίσουν ποτέ. Πολλές υποθέσεις, όπως πολλά σενάρια γράφει και η ζωή μας- καμιά φορά και αντίθετα με τα δικά μας. Μάθαμε λοιπόν, πως όλα κάνουν τον κύκλο τους. Μέσα σε όλα είναι και οι σχέσεις μας.

Έτσι, μετά από χρόνια θα βρείτε ότι πολλά πρόσωπα μένουν φυλαγμένα σε φωτογραφίες. Μένουν σε βραδινές βόλτες σε κάποια πλατεία. Μένουν σε διακοπές κάτω από μια ομπρέλα. Μένουν σε ταξίδια κι απρόσμενες συγκυρίες που κουβαλούν γέλιο μέχρι δακρύων. Σε ατάκες παροιμιώδεις ή σε μυρωδιές που μας ακολουθούν. Και θα πιάσετε τον εαυτό σας να χαμογελάτε μπροστά σε αυτές τις φωτογραφίες ή αυτές τις στιγμές κι όχι να λυπάστε, διότι πέρασαν και τις ζήσατε μαζί τους.

Το καλό λοιπόν είναι πως ήρθαν. Τα γνωρίσαμε, μεγαλώσαμε μαζί τους, προχώρησαν και προχωρήσαμε. Το ότι έφυγαν σίγουρα άλλαξε εμάς, τη ρουτίνα μας, πολλές φορές και τις ίδιες μας τις σκέψεις. Βλέπετε ο κάθε άνθρωπος είναι σημαντικός και μας έδωσε πολύ υλικό για «διάβασμα». Τώρα το αν θα τα ξαναπούμε, θα το δείξει ο δρόμος.
  
Σίγουρα τους θυμόμαστε, αφού μέσα από κάθε πρόσωπο, διαμορφώσαμε στοιχεία του εαυτού μας. Είναι σημαντικοί, όσο κι εκείνοι που βρίσκονται ακόμα δίπλα μας, αφού όλοι αποτέλεσαν κομμάτι μας. Κι αν τύχει και ξαναβρεθούμε και πάλι «θα τα πούμε».

Δεν επιτρέπεται να καταστρέφετε τις ζωές των άλλων

Για να καταφέρει κάποιος να καταστρέψει τη ζωή σας, θα πρέπει πρώτα να του το επιτρέψετε εσείς. Αν όχι, τότε δεν θα μπορεί κανένας να σας επηρεάσει και αυτό επειδή εσείς είστε οι αρχιτέκτονες της ευτυχίας σας.

Οι άνθρωποι μπορούν να καταστρέψουν τη ζωή σας και να σας γεμίσουν με πικρία πολύ εύκολα. Μπορεί να χρησιμοποιήσουν το φόβο, την αρνητική συμπεριφορά, τις ανασφάλειές σας, να σας κάνουν να ανησυχείτε για πράγματα που δεν αξίζουν τον κόπο…

Είναι τόσο κοινό και δυσάρεστο· χωρίς να το καταλάβετε πέφτετε σε μια γκρίζα άβυσσο απάθειας και δυσφορίας.
 
Θα πρέπει να μάθετε να προσεγγίζετε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο καθώς είναι πολύ εύκολο να αφήσετε τους άλλους να καταστρέφουν την ημέρα σας με την άσχημη συμπεριφορά τους.

Κάτι που πρέπει να έχετε υπόψη σας είναι το γεγονός ότι η πικρία πάνω από όλα χαρακτηρίζεται από την ανικανότητα να είναι κανείς ευτυχισμένος.

Πριν αρχίσετε να κατακρίνετε κάποιον ή να φωνάζετε «το μόνο που κάνεις είναι να καταστρέφεις τις ζωές των άλλων», να είστε υπομονετικοί ή δεκτικοί μέχρι να καθορίσετε αν αυτό το άτομο αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ή πάσχει από κατάθλιψη.

Αν υπάρχουν μόνο και μόνο για να σας κάνουν κακό, να σας ελέγχουν και να σας εκβιάζουν τότε απλά μην τους το επιτρέπετε.

Δεν επιτρέπεται να καταστρέφετε τις ζωές των άλλων.
Ξεκινώντας από σήμερα κιόλας θα πρέπει να θέσετε σε εφαρμογή ένα νέο στόχο: μην αφήνετε κανέναν να σας αναστατώνει ή να σας γεμίζει με πικρία.

Θα ανοίξετε τη συναισθηματική σας ομπρέλα για να προστατευτείτε από τα βλαβερά λόγια των ανθρώπων που προσπαθούν να κόψουν τα φτερά σας όταν προσπαθείτε να πετάξετε, όταν προσπαθούν να σβήσουν τη φλόγα των ονείρων σας ή όταν επαναλαμβάνουν καθημερινά αυτή τη φράση «δεν μπορείς» ενώ εσείς νιώθετε ότι θέλετε να το κάνετε.

Για αυτό το σκοπό μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις απλές στρατηγικές.

Σε ακούω, σε καταλαβαίνω αλλά προστατεύω τον εαυτό μου από εσένα.

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτού του άρθρου, η αρνητική συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηρίζεται από πικρία, ευερεθιστότητα, απάθεια ή ακόμη και από ίχνη μιας κρυφής κατάθλιψης.

Όταν ανταποκρίνεστε με θυμό και αδιαφορία μπορεί να εντείνετε τα αρνητικά συναισθήματα των άλλων.

Το καλύτερο από όλα είναι τους ακούσετε και ήρεμα να αντιμετωπίσετε τις διαφωνίες σας με αυτοπεποίθηση και υπομονή.

Αν χρειάζονται βοήθεια, προσφέρετε μερικές στρατηγικές και προσπαθήστε να καταλάβετε τι συμβαίνει μέσα τους.

Αν απλά στερούνται εμπάθειας και σεβασμού προς το πρόσωπό σας, ανοίξτε την αμυντική ομπρέλα σας και κρατήστε τους σε απόσταση.

Η πικρία δεν επιλύεται με περισσότερη πικρία

Δεν μπορείτε να επιλύσετε μια προσβολή, προσθέτοντας άλλη μια. Οι φοβίες δεν εξαφανίζονται με την παρουσία μεγαλύτερων φόβων και ο πόνος δεν ξεπερνιέται με τη συσσώρευση περισσότερων αρνητικών συναισθημάτων.

Αν κάποιο μέλος της οικογένειάς σας, ο σύντροφός σας ή φίλος σας έχει συνηθίσει να μαυρίζει τις όμορφες και χαρούμενες στιγμές, να κόβει τα όνειρα και τις ελπίδες σας μην προσπαθείτε να εντείνετε την κατάσταση με θυμό ή αντιδρώντας εχθρικά.

Θα πρέπει να είστε δυναμικοί κι έξυπνοι. Μερικές φορές δεν μπορείτε να αλλάξετε τον τρόπο που σκέφτονται και ενεργούν ορισμένοι άνθρωποι. Υπάρχουν κάποια είδη χαρακτήρων που συνηθίζουν να δυσφημούν, να προσβάλλουν και να μειώνουν τους άλλους.
 
Όσο πιο σύντομα το αποδεχτείτε αυτό, τόσο το καλύτερο καθώς αυτό θα σας βοηθήσει να ενεργείτε με πιο λογικό τρόπο: από απόσταση ή θέτοντας αμυντικά τείχη.

Μερικοί τρόποι για να καταπολεμήσετε την πικρία
Ο Rafael Santandreu, ψυχολόγος, με το βιβλίο του: «Η τέχνη της ευτυχισμένης ζωής» κατάφερε να δείξει ότι η κακή ποιότητα ζωής που μπορεί να βιώσετε σε κάποιο στάδιο προέρχεται από την εφαρμογή μιας λανθασμένης φιλοσοφίας που οφείλεται στις πράξεις και στις σκέψεις σας.

Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσετε αυτές τις ακατάλληλες απαντήσεις είναι να μάθετε πώς μπορείτε να κάνετε ορισμένα πράγματα να σας γεμίζουν με λιγότερη πικρία. Προσπαθήστε να κρατήσετε αυτές τις απλές στρατηγικές στο μυαλό σας:

Προσπαθήστε να μην παραπονιέστε συνεχώς. Αντί να γκρινιάζετε για άσχημα πράγματα που σας έχουν συμβεί ή για κάτι που δεν έχετε, προσπαθήστε να εκτιμήσετε αυτά που έχετε ή να επιλύσετε αυτά που σας ανησυχούν.

Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία αυτού του ψυχολόγου, μην κάνετε τη ζωή σας χειρότερη. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πράγματα όπως «αν παραιτηθώ από τη δουλειά, όλα θα τελειώσουν» ή «αν ο σύντροφός μου με αφήσει, θα πεθάνω».

Αν και μπορεί να μην το γνωρίζετε, δεν χρειάζεστε πολλά για να είστε ευτυχισμένοι. Δοκιμάστε να εκτιμήσετε αυτά τα λίγα πράγματα που σας περιβάλλουν.

Παρακολουθήστε τον εσωτερικό σας διάλογο. Μερικές φορές, ο χειρότερος εχθρός σας είναι ο ίδιος σας ο εαυτός.

Μην απαιτείται οτιδήποτε από οποιονδήποτε και μην περιμένετε τα πάντα από τους άλλους.

Αγαπήστε τον εαυτό σας δίχως όρους και προσπαθήστε να αποδεχτείτε τους γύρω σας όπως είναι. Αγαπήστε τους με σεβασμό όπως σέβεστε τον εαυτό σας.

Χρησιμοποιήστε το γέλιο για να πολεμήσετε το χάος που επικρατεί γύρω σας. Αν κάποιος είναι αποφασισμένος να σας βλάψει τότε απαντήστε του με χιούμορ.

Δεν αξίζει να αφήνετε κανένα από τα «βρώμικα κόλπα» τους να σας επηρεάζουν.

Οταν δακρύζουν τα σύννεφα

Αποτέλεσμα εικόνας για εικονεσ θλιψησΜια σταγόνα νερού κύλησε πάνω στο φύλλο και έπεσε στην Μάνα Γη, τερματίζοντας έτσι το μακρινό της ταξίδι.

Όταν ξεκίνησε, ήταν σύννεφο γκρίζο και αγριεμένο. Στροβιλίστηκε σε ένα ¨"σκληρό" βαλς με τον άνεμο και βάλθηκε να κοιτάζει υπεροπτικά από ψηλά τον κόσμο μας.

Αγνάντεψε τα γυμνά βουνά, μισοφαγωμένα από την φωτιά και την ανθρώπινη κουταμάρα. Έψαξε άσκοπα για λίγο πράσινο μέσα στον γκρίζο ορίζοντα των τσιμεντένιων οικοδομημάτων, αυτό το συνονθύλευμα σάρκας,  γυαλιού και πλαστικού που κάποιοι ονόμασαν "πόλη".

Αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατόν μέσα σε αυτά τα τέρατα, τα βράδια κάποιοι να ονειρεύονται; Πως ήταν δυνατόν, στα κάστρα ετούτα της απομόνωσης, τα άδολα μάτια των παιδιών να γεμίζουν εικόνες και χρώματα;

Πριν γίνει βροχή, το συννεφάκι μας, αναζήτησε τον Ήλιο, το ζεστό χαμόγελο.

Τίποτα.
Σκοτάδι γεννημένο πρόωρα από την άβυσσο της ημιμάθειας κι αμετροέπειας. Σκοτάδι και παγωνιά. Άρωμα μοναξιάς που τύλιξε τις ψυχές με τις αλυσίδες του χρόνου και τις αιχμαλώτισε μέσα σε πανάκριβες οθόνες. Εικονικός κόσμος βυθισμένος σε πλαστή ευδαιμονία, στριμωγμένος στην πρώτη σειρά των θέσεων για να παρακολουθήσει έναν θίασο με κίβδηλους πρωταγωνιστές, σε δολερούς ρόλους.

Τα τραύματα όμως είναι αληθινά κι όταν παγώσουν πονάνε πολύ.

Άλλη μια ριπή του ανέμου που λυσσομανούσε, μεταμόρφωσε το σύννεφο σε μωσαϊκό από άπειρα δάκρυα.  Τα δάκρυα του ουρανού για την ανθρωπότητα.

Αρκούν όμως για να ξεπλύνουν τόσο αίμα;

Φτάνουν για να καταλαγιάσουν τόσο θυμό από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο;

Ο πληγωμένος νους

Θέλω να φανταστείτε ότι ζείτε σε έναν πλανήτη όπου όλοι πάσχουν από την ίδια δερματική ασθένεια εδώ και δύο ή τρεις χιλιάδες χρονιά. Ολόκληρο το σώμα τους είναι καλυμμένο με μολυσμένες πληγές που προκαλούν πόνο όταν κάποιος τις αγγίζει. Φυσικά, πιστεύουν ότι αυτή είναι η κανονική φυσιολογία του δέρματος. Ακόμη και τα βιβλία ιατρικής αυτού του πλανήτη αναφέρονται στη συγκεκριμένη ασθένεια ως κάτι το φυσιολογικό. Όταν οι άνθρωποι γεννιούνται, το δέρμα τους είναι υγιές, αλλά στα τρία με τέσσερα χρόνια αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες πληγές. Όταν πια βρίσκονται στην εφηβεία, έχουν πληγές σε όλο τους το σώμα.

Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα συμπεριφέρονται μεταξύ τους αυτοί οι άνθρωποι; Όταν συναναστρέφονται ο ένας τον άλλο, πρέπει να προστατεύουν τις πληγές τους. Σπάνια αγγίζουν το δέρμα των άλλων, γιατί προκαλεί πολύ πόνο. Αν αγγίζατε το δέρμα κάποιου κατά λάθος, θα ήταν τόσο επίπονο που θα σας άγγιζε αμέσως κι εκείνος για να σας εκδικηθεί. Παρ’ όλα αυτά, το ένστικτο της αγάπης είναι τόσο ισχυρό που είστε διατεθειμένοι να πληρώσετε το υψηλό αυτό τίμημα του πόνου για να έχετε σχέσεις με τους άλλους.

Τώρα φανταστείτε ότι μια μέρα γίνεται ένα θαύμα. Ξυπνάτε και το δέρμα σας έχει θεραπευτεί εντελώς. Δεν έχει πληγές και δεν πονά στο άγγιγμα. Αισθάνεστε υπέροχα που το δέρμα σας είναι υγιές και που μπορείτε να το αγγίζετε και να έχετε την αίσθηση της αφής. Μπορείτε να φανταστείτε να έχετε υγιές δέρμα σε έναν κόσμο όπου όλοι οι άλλοι πάσχουν από μια δερματική ασθένεια; Δεν μπορείτε να τους αγγίξετε, γιατί τους πονάτε, και κανείς δεν σας αγγίζει, γιατί υποθέτει ότι θα σας πονέσει.

Αν μπορείτε να τα φανταστείτε όλα αυτά, ίσως αντιλαμβάνεστε ότι αν κάποιος έρθει από άλλον πλανήτη στη γη, θα έχει μια παρόμοια εμπειρία με τους ανθρώπους. Αλλά δεν είναι το δέρμα μας που είναι γεμάτο πληγές. Ο επισκέπτης μας θα διαπιστώσει ότι είναι ο ανθρώπινος νους που πάσχει από μια ασθένεια που ονομάζεται φόβος. Όπως ακριβώς και με το μολυσμένο δέρμα, το συναισθηματικό σώμα μας είναι γεμάτο πληγές, οι οποίες περιέχουν συναισθηματικό δηλητήριο. Οι εκδηλώσεις της ασθένειας του φόβου είναι ο θυμός, το μίσος, η λύπη, η ζήλια και η υποκρισία. Αποτέλεσμα της ασθένειας είναι όλα τα συναισθήματα που κάνουν τους ανθρώπους να υποφέρουν.

Όλοι πάσχουν από την ίδια ψυχική ασθένεια. Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ένα τεράστιο ψυχιατρείο. Όμως, αυτή η πνευματική ασθένεια υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια και τα βιβλία της ιατρικής, της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας την περιγράφουν ως κάτι το φυσιολογικό. Τη θεωρούν φυσιολογική, αλλά εγώ σας λέω ότι δεν είναι.

Όταν ο φόβος γίνεται υπερβολικός, ο λογικός νους αρχίζει να χάνει τον έλεγχο και δεν μπορεί να αντέξει όλες τούτες τις δηλητηριασμένες πληγές. Στα βιβλία ψυχολογίας αυτό ονομάζεται ψυχασθένεια. To αποκαλούμε σχιζοφρένεια, παράνοια, ψύχωση, αλλά όλες αυτές οι ασθένειες προκαλούνται όταν ο λογικός νους είναι τόσο τρομαγμένος και οι πληγές τόσο επίπονες που του είναι καλύτερο να διακόψει την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο.

Οι άνθρωποι ζουν συνεχώς με τον φόβο ότι θα πληγωθούν και αυτό δημιουργεί παντού δραματικές καταστάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούμε μεταξύ μας είναι τόσο επίπονος συναισθηματικά που θυμώνουμε, ζηλεύουμε, φθονούμε ή λυπόμαστε χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Ακόμη και το να πούμε «Σ’ αγαπώ» μπορεί να είναι τρομακτικό. Όμως, ακόμη κι αν οι συναισθηματικές αντιδράσεις είναι επίπονες και τρομακτικές, συνεχίζουμε να κάνουμε σχέσεις, να παντρευόμαστε και να φέρνουμε στον κόσμο παιδιά.

Για να προστατέψουμε τις συναισθηματικές μας πληγές, και επειδή φοβόμαστε μην πληγωθούμε, δημιουργούμε στο μυαλό μας κάτι πολύ περίπλοκο: ένα τεράστιο σύστημα άρνησης Σε αυτό το σύστημα γινόμαστε ειδικοί στα ψέματα. Λέμε τόσο περίτεχνα ψέματα στον εαυτό μας που τελικά τα πιστεύουμε. Δεν συνειδητοποιούμε καν ότι λέμε ψέματα, και μερικές φορές ακόμη και όταν το καταλαβαίνουμε, δικαιολογούμε και συγχωρούμε το ψέμα για να προστατέψουμε τον εαυτό μας από τον πόνο των πληγών μας.

Όταν συνειδητοποιείτε πως όλοι γύρω σας έχουν συναισθηματικές πληγές γεμάτες δηλητήριο, μπορείτε εύκολα να αντιληφθείτε τι σχέσεις μπορεί να αναπτύσσουν οι άνθρωποι σε αυτό που οι Τολτέκοι αποκαλούν όνειρο της κόλασης. Σύμφωνα με τους Τολτέκους, όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας και όλα όσα γνωρίζουμε για τον κόσμο είναι ένα όνειρο. Αν ανατρέξετε σε οποιαδήποτε θρησκευτική περιγραφή της κόλασης, είναι ίδια με την ανθρώπινη κοινωνία, με τον τρόπο που ονειρευόμαστε. Η κόλαση είναι ένας τόπος βασάνων, φόβου, πολέμου και βίας, επίκρισης και αδικίας, ένας τόπος παντοτινής τιμωρίας. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ τους σαν να είναι αρπακτικά της ζούγκλας-άνθρωποι γεμάτοι επικρίσεις, ενοχές και συναισθηματικό δηλητήριο – φθόνο, θυμό, μίσος, λύπη, πόνο. Δημιουργούμε όλους αυτούς τους μικρούς δαίμονες στο μυαλό μας γιατί έχουμε μάθει με το όνειρό μας να φέρνουμε την κόλαση στη ζωή μας.
Καθένας μας δημιουργεί ένα προσωπικό όνειρο, όμως όλοι μαζί δημιουργούμε ένα συλλογικό, εξωτερικό όνειρο, το όνειρο της ανθρωπότητας. Το εξωτερικό Όνειρο, ή το Όνειρο του Πλανήτη, είναι το συλλογικό όνειρο δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Το μεγάλο Όνειρο περιλαμβάνει όλους τους κοινωνικούς κανόνες, τους νόμους, τις θρησκείες, τις διάφορες κουλτούρες και τους τρόπους ύπαρξης. Όλες αυτές οι πληροφορίες που βρίσκονται αποθηκευμένες στο μυαλό μας είναι σαν χιλιάδες φωνές που μας μιλούν ταυτόχρονα. Οι Τολτέκοι το αποκαλούν μιτότε.

Ο πραγματικός μας εαυτός είναι αγνή αγάπη- είμαστε Ζωή. Ο πραγματικός μας εαυτός δεν έχει καμία σχέση με το Όνειρο, αλλά το μιτότε δεν μας αφήνει να δούμε την πραγματική μας φύση. Όταν δείτε το Όνειρο από αυτή την οπτική και αν έχετε συνείδηση της πραγματικής σας φύσης, θα καταφέρετε να διακρίνετε την ανόητη συμπεριφορά των ανθρώπων, που πλέον, θα σας φαίνεται αστεία. Αυτό που για άλλους είναι ένα τρομερό δράμα, για σας γίνεται κωμωδία. Βλέπετε τους ανθρώπους να υποφέρουν για κάτι ασήμαντο που δεν είναι καν πραγματικό. Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε αυτή την κοινωνία, και μαθαίνουμε να είμαστε σαν όλους τους άλλους και συναγωνιζόμαστε στην ανοησία.

Φανταστείτε ότι επισκέπτεστε έναν πλανήτη όπου όλοι έχουν διαφορετικό συναισθηματικό νου. Συμπεριφέρομαι πάντα με χαρά, αγάπη και γαλήνη. Τώρα φανταστείτε ότι μια μέρα ξυπνάτε και βρίσκεστε εδώ, σε αυτόν τον πλανήτη, και δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές. Δεν φοβάστε να είστε ο εαυτός σας. Ό,τι κι αν πει κάποιος για σας, ό,τι κι αν κάνει, δεν το παίρνετε προσωπικά και δεν σας πληγώνει. Δεν χρειάζεται να προστατεύετε πια τον εαυτό σας. Δεν φοβάστε να αγαπήσετε, να μοιραστείτε, να ανοίξετε την καρδιά σας. Όμως, κανείς άλλος δεν είναι σαν εσάς. Πώς μπορείτε να αλληλεπιδράτε με άτομα που είναι συναισθηματικά πληγωμένα και γεμάτα φόβο;

DON MIGUEL RUIZ, ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Τα «Απόκρυφα Κείμενα» των Χριστιανικών γραφών- Τι κρύβουν;

Τα απόκρυφα κείμενα του Χριστιανισμού πάντοττε ωθούσαν τους ερευνητές να τα αποκωδικοποιήσουν, μέσω της ενδελεχούς διερρέυνησης των.

Με τον όρο «Απόκρυφα» χαρακτηρίζονται από την Εκκλησία βιβλία που συνδέονται άμεσα με την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και είναι γραμμένα κατά μίμηση των κανονικών βιβλίων της ''Αγίας Γραφής'', όμως έχουν αποκλειστεί από τον Κανόνα.

Συντάχθηκαν από τον 2ο π.χ. ως τον 4ο μ.χ. αιώνα από Ιουδαίους και Χριστιανούς συγγραφείς  που επιδίωκαν να εξασφαλίσουν στα έργα τους κανονικό κύρος χρησιμοποιώντας τα ονόματα των συγγραφέων των έργων της ''Αγίας Γραφής''.

Διακρίνονται σε απόκρυφα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Παρουσιάζουν μεγάλα μειονεκτήματα αξιοπιστίας και ύφους σε σύγκριση με τα κανονικά βιβλία, αλλά αποτελούν σημαντική πηγή για την μελέτη των τάσεων της εποχής τους. Μερικές αφηγήσεις  ‘’Απόκρυφων’’ της Καινής Διαθήκης χρησιμοποιήθηκαν στην παράδοση της θείας Λατρείας (πράξεις), τροφοδότησαν τη λαϊκή ευσέβεια ή ενέπνευσαν έργα τέχνης. Ιδιαίτερα η βυζαντινή τέχνη έχει σκηνές που η προέλευση τους βρίσκεται στα «Απόκρυφα». Χαρακτηριστικά της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη και της εκκλησίας Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, που είναι εμπνευσμένα από το Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου και περιέχουν σκηνές από την παιδική ηλικία της Θεοτόκου.

«Απόκρυφα» βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης
Τα «Απόκρυφα» βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες, στις οποίες τα χώρισαν οι μεταγενέστεροι ερμηνευτές τους. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει κυρίως τρία βιβλία με θρύλους για πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης:

i. Το Βιβλίο των Ιωβηλαίων που αποτελεί επανάληψη του βιβλίου της «Γένεσης» και των κεφαλαίων α-ιβ’ της «Εξόδου» από κάποιον φαρισαίο που κατέταξε τα γεγονότα σε ιωβηλαία.
ii. «Η Διαθήκη των Δώδεκα Πατριαρχών», η έμπνευση του οποίου αποδίδεται στο μθ’ κεφάλαιο της «Γένεσης». Γράφτηκε στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα και περιέχει τη Διαθήκη καθενός από τους δώδεκα γιους του Ιακώβ. Το πνεύμα του βιβλίου αυτού επηρέασε σημαντικά τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης
iii. Το «Μαρτύριο του Ησαΐα» που γράφτηκε στα τέλη του 1ου π.Χ. αιώνα και περιγράφει τα μαρτύρια του προφήτη Ησαΐα ο οποίος θανατώθηκε με πριονισμό μετά από διαταγή του βασιλιά του Ιούδα Μανασσή και αναλήφθηκε στη συνέχεια στους ουρανούς. Άλλα βιβλία αυτής της «κατηγορίας» είναι τα: «Ζωή του Αδάμ και Εύας», «Βίοι Προφητών», «Παραλειπόμενα του Ιερεμία», «Διαθήκη του Ιώβ», «Διαθήκη του Αβραάμ» και «Διαθήκη του Σολομώντος».

Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται θρύλοι για άλλα πρόσωπα. Πρόκειται για την «Επιστολή του Αριστέου», που συντάχθηκε από αξιωματούχο του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου και όπου περιγράφεται πώς πραγματοποιήθηκε η ελληνική μετάφραση της «Πεντατεύχου» (250 π.Χ.) και για το βιβλίο «Σιβυλλικοί Χρησμοί».

Στην τρίτη κατηγορία περιλαμβάνονται υμνητικά κείμενα: «Ψαλμοί του Σολομώντος (το σημαντικότερο απ’ όλα), «Άσμα», «Προσευχή του Μανασσή» κ.ά.

Στην τέταρτη κατηγορία, περιλαμβάνονται διδακτικά έργα με χαρακτηριστικότερο το «Πιρκέ Αμπόθ» («Ρητά των Πατέρων»). Πρόκειται για κείμενα ραβινικής σοφίας που γράφτηκαν τον 1ο και τον 2ο αι. μ.Χ.

Τέλος, στην πέμπτη κατηγορία, περιλαμβάνονται πέντε αποκαλυπτικά έργα:

i.  «Πρώτος Ενώχ» που γράφτηκε τον 2ο π.Χ. αιώνα
ii. «Η Ανάληψη του Μωυσή» που γράφτηκε στην αραμαϊκή γλώσσα την εποχή που ζούσε ο Ιησούς
iii. «Δεύτερος Ενώχ» (ή «Σλαβικός Ενώχ» γιατί σήμερα είναι γνωστό από τις σλαβικές μεταφράσεις που γράφτηκε από Ιουδαίο της Αλεξάνδρειας γύρω στο 50 μ.Χ.
iv. «Δεύτερος Βαρούχ» (ή «Συριακή Αποκάλυψη του Βαρούχ» γιατί το 1866 βρέθηκε αντίγραφό του στη συριακή γλώσσα που γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα γύρω στο 70 μ.Χ. και
v.  «Τρίτος Βαρούχ» (ή «Ελληνική Αποκάλυψη του Βαρούχ») που γράφτηκε στις αρχές του 2ου αι. Ο Βαρούχ ήταν γραμματέας του προφήτη Ιερεμία και έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα.

Από το 1947 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, κοντά στο Κιρμπέτ Κουμράν στη ΝΔ ακτή της Νεκράς Θάλασσας, σε έντεκα σπήλαια και αρχαία ερείπια,ανακαλύφθηκαν 900 ιουδαϊκά χειρόγραφα σε περγαμηνή και πάπυρο στα ελληνικά, αραμαϊκά και εβραϊκά. Πρόκειται για τα λεγόμενα «Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας», που αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ου αιώνα.

"Απόκρυφα Κείμενα" της Καινής Διαθήκης
Κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, κυρίως, επώνυμοι και ανώνυμοι συγγραφείς, άλλοι για να υποστηρίξουν δικές τους ιδέες και άλλοι για ν' αφηγηθούν λεπτομέρειες που δεν περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη και που τις είχαν αντλήσει από διάφορους θρύλους και παραδόσεις έγραψαν τέτοια βιβλία και τα παρουσίασαν σαν έργα μαθητών του Χριστού.

Η συγγραφή των βιβλίων αυτών, συνεχίστηκε ως περίπου τον Μεσαίωνα. Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο πρώτος από τους λόγους για τους οποίους αυτά γράφτηκαν είναι για να συμπληρώσουν κενά που υπάρχουν στη Βίβλο, όπως για παράδειγμα τα παιδικά χρόνια της Θεοτόκου, του Ιησού Χριστού, στοιχεία για τους Αποστόλους κ.ά.

Ότι υπάρχουν κενά στην Καινή Διαθήκη είναι αναμφισβήτητο. Άλλωστε, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει: "πολλά μεν και άλλα εποίησεν ο Ιησούς, α ουκ εστί γεγραμμένα εν τω Βιβλίω τούτω" (Ιωάν. Κ.20).

Σε όσα αναφέρονται στα "Απόκρυφα" αυτά κείμενα, σαφώς υπάρχουν πολλές υπερβολές. Όμως, έχουν περιληφθεί και αληθινά στοιχεία που προήλθαν από τη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας ή από τα απολεσθέντα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Επίσης, άλλα "Απόκρυφα Κείμενα" γράφτηκαν από αιρετικούς (Μανιχαίους, Γνωστικούς, Ναζαρηνούς κ.ά.) που θέλησαν να μεταδώσουν τις δοξασίες τους. Θέλησαν να τους δώσουν κύρος, παρουσιάζοντας ως συγγραφείς τους, τους μαθητές του Χριστού. Όμως τα περιεχόμενά τους, ειδικά όσων δεν γράφτηκαν από αιρετικούς, αποτελούσαν δημοφιλή αναγνώσματα των Χριστιανών και επηρέαζαν την τέχνη, τη λατρεία και την απολογητική διάθεση.

Πλήρης κατάλογος των "Απόκρυφων" δε σώζεται από κανένα εκκλησιαστικό συγγραφέα. Ο αριθμός τους είναι άγνωστος, καθώς συνεχώς ανακαλύπτονται καινούργια. Ελλιπείς κατάλογοι με τα "Απόκρυφα" σώζονται στα έργα του Τιμόθεου του πρεσβύτερου του Ωριγένη, του Μεγάλου Αθανασίου, του Ευσέβιου, του Πατριάρχη Κων/πόλεως Νικηφόρου κ.ά.

Όσο για τον αιρετικό ή μη χαρακτήρα τους, έχουν γίνει συζητήσεις επί συζητήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά αιρετικά κείμενα, με την επεξεργασία από "ορθόδοξους" συγγραφείς, έπαψαν να έχουν αιρετικό χαρακτήρα και αντίστροφα, άλλα "ορθόδοξα" κείμενα έγιναν αντικείμενα επεξεργασίας από αιρετικούς που πρόσθεσαν δικές τους δοξασίες.

Ο ιστορικός Ευσέβιος αναφερόμενος στις συζητήσεις για τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, διακρίνει τα βιβλία σε "ομολογούμενα", "αντιλεγόμενα", "νόθα" και "αιρετικά".

Στα μεσαιωνικά χρόνια, γνώρισε μεγάλη διάδοση, κυρίως για το "Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου". Γενικά, υπήρχε αρνητική αξιολόγηση των Αποκρύφων. Πρώτη σημαντική έκδοσή τους έγινε από τον J.A. Fabricius, στο "Codex Apocryphus Novi Testamenti" (1703-1719). Τον 19ο αιώνα, ξεχωρίζει το "Dictionnaire des Apocryphes" του J.P. Migne (τομ. 1-2, 1856) και βασικά, οι εκδόσεις του Constantinus Tischendorf "Acta Apostolum Apocrypha" (1851), "Evangelia Apocrypha" (1853) και "Apocalypses Apocryphae" (1866). Ακολούθησαν νέες εκδόσεις στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη των παπύρων της Οξυρύγχου. Μετά το 1960, υπάρχει μια θετικότερη εκτίμηση των "Αποκρύφων" καθώς εξετάζονται ταυτόχρονα με την υπόλοιπη χριστιανική παραγωγή των πρώτων αιώνων.

Η επίσημη Εκκλησία δεν κατατάσσει τα "Απόκρυφα" κείμενα στα κανονικά, αλλά συχνά αντλεί από αυτά στοιχεία για το περιεχόμενο εορτών (π.χ. Κοίμηση της Θεοτόκου, τα Εισόδια της Θεοτόκου στο ναό κ.ά.). Τα ονόματα των τριών Μάγων που προσκύνησαν το νεογέννητο Χριστό (Γασπάρ, Βαλτάσαρ, Μελχιώρ) είναι γνωστά από τα "Απόκρυφα".

Το ίδιο συμβαίνει με τον Ρωμαίο εκατόνταρχο της σταύρωσης που είναι γνωστός ως Λογγίνος και με αυτό το όνομα αναφέρεται στα Συναξάρια και την υπόλοιπη χριστιανική παράδοση, όπως και με τους δύο ληστές που ονομάζονται Γέστας και Δυσμάς (ή Δημάς). Η περιγραφή για την Κοίμηση της Θεοτόκου που αναφέραμε στο άρθρο για το Άβατο του Αγίου Όρους, υπάρχει μόνο στα "Απόκρυφα" Κείμενα.

Μερικά από τα "Απόκρυφα" βιβλία – Χαρακτηριστικά αποσπάσματά τους
Τα λεγόμενα Ιουδαιοχριστιανικά Ευαγγέλια είναι:          
i.   το καθ' Εβραίους Ευαγγέλιο
ii.  το Ευαγγέλιο των Ναζωραίων
iii. το Ευαγγέλιο των Εβιωνιτών

Αναφέρονται επίσης το Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων, οι "Παραδόσεις του Ματθία", το "Κήρυγμα Πέτρου", το "Ευαγγέλιο των Αντιπάλων του Νόμου και των Προφητών", τα "Απομνημονεύματα των Αποστόλων", το "Ευαγγέλιο του Ιούδα του Ισκαριώτη", το "Ευαγγέλιο της Εύας" κ.ά.

Ένα από τα πιο γνωστά "Απόκρυφα Κείμενα" είναι το "Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου" όπου γίνεται αναφορά στη γέννηση της Θεοτόκου και στη γέννηση του Ιησού. Το "Ευαγγέλιο Θωμά" αναφέρεται στην παιδική ηλικία του Ιησού. Σ' αυτό γίνεται μνεία θαυμάτων του Ιησού όταν ήταν παιδί:

9.1. "Μετά από μερικές μέρες, ο Ιησούς έπαιζε στη σοφίτα ενός σπιτιού και ένα από τα παιδιά που έπαιζαν μαζί του, έπεσε κάτω από το σπίτι και σκοτώθηκε. Όταν τα άλλα παιδιά το είδαν αυτό, έφυγαν και ο Ιησούς έμεινε μόνος. 2. Οι γονείς όμως του παιδιού που σκοτώθηκε ήρθαν και τον κατηγόρησαν ότι αυτός το έριξε κάτω. Όμως ο Ιησούς απάντησε: "Δεν τον έριξα εγώ κάτω. Αλλά εκείνοι συνέχισαν να τον κακολογούν. 3. Τότε ο Ιησούς πήδηξε κάτω από την οροφή και κάθισε δίπλα στο πτώμα του παιδιού και φώναξε με φωνή μεγάλη: "Ζήνωνα" –γιατί αυτό ήταν το όνομά του- "σήκω και πες μου, εγώ σε έριξα κάτω;". Και αμέσως αναστήθηκε είπε: "Όχι, Κύριε, δε με έριξες εσύ κάτω, αλλά εσύ με ανέστησες".

16.1. "Ο Ιωσήφ έστειλε το γιο του Ιακώβ, να κόψει ξύλα και να τα φέρει στο σπίτι και ο μικρός Ιησούς τον ακολούθησε. Αλλά καθώς ο Ιάκωβος μάζευε τα κλαδιά, μια οχιά του δάγκωσε το χέρι. 2. Και καθώς ξάπλωσε κάτω ετοιμοθάνατος, ο Ιησούς πλησίασε και φύσηξε πάνω στη δαγκωνιά και αμέσως ο πόνος σταμάτησε, το φίδι έσκασε και ο Ιάκωβος έγινε αμέσως καλά".

Άλλα Απόκρυφα Κείμενα είναι: Ευαγγέλιο Ψευδο-Ματθαίου, "Ευαγγέλιο Πέτρου", "Ευαγγέλιο Νικόδημου", "Ευαγγέλιο (ή ερωτήσεις) Βαρθολομαίου", "Επιστολή των Αποστόλων", "Κήρυγμα Πέτρου", "Πράξεις Ιωάννου", "Πράξεις Παύλου", "Πράξεις Πέτρου", "Πράξεις Ιωάννου", "Πράξεις Ανδρέου", "Πράξεις Θωμά", "Κλημέντια", "Αποκάλυψη Πέτρου", "Αποκάλυψη Ιωάννου", "Αποκάλυψη Παύλου", "Αποκάλυψη Θωμά", "Σιβυλλικοί Χρησμοί" κ.ά.

Επίλογος
Ο ίδιος ο όρος "Απόκρυφα" έχει από μόνος του μια γοητεία. Αυτή του μυστηριακού και του ασυνήθιστου. Το περιεχόμενο των "Απόκρυφων" βιβλίων είναι καθαρά χριστιανικό, παράλληλο προς τα άλλα (τα κανονικά) βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης τα οποία συμπληρώνει.

Από τον 6ο αιώνα ήδη, η Εκκλησία, με το "Γελασιανό Διάταγμα" περί "επιτρεπτών και μη επιτρεπτών βιβλίων", διαχωρίζει τα "Κανονικά" βιβλία από τα "Απόκρυφα".

Ιδιαίτερα στη Δύση, καταδικάστηκαν από την Εκκλησία. Ωστόσο, φαίνεται ότι πάντα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στους πιστούς, ενέπνεαν ζωγράφους και άλλους καλλιτέχνες και, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, προκάλεσαν το ζωηρό ενδιαφέρον της επιστήμης.