Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (1294-1332)

Αποτέλεσμα εικόνας για george william joy laodamiaΕΚ. ὀττοτοτοτοτοῖ. [αντ. α]
1295 λέλαμπεν Ἴλιος Περ-
γάμων τε πυρὶ καταίθεται τέραμνα
καὶ πόλις ἄκρα τε τειχέων.
ΧΟ. πτέρυγι δὲ καπνὸς ὥς τις οὐ-
ρίᾳ πεσοῦσα δορὶ καταφθίνει γᾶ.
1300 μαλερὰ μέλαθρα πυρὶ κατάδρομα
δαΐῳ τε λόγχᾳ.

ΕΚ. ἰὼ γᾶ τρόφιμε τῶν ἐμῶν τέκνων. [στρ. β]
ΧΟ. ἒ ἔ.
ΕΚ. ὦ τέκνα, κλύετε, μάθετε ματρὸς αὐδάν.
ΧΟ. ἰαλέμῳ τοὺς θανόντας ἀπύεις.
1305 ΕΚ. γεραιά τ᾽ ἐς πέδον τιθεῖσα μέλε᾽ ‹ἐμ›ὰ
καὶ χερσὶ γαῖαν κτυποῦσα δισσαῖς.
ΧΟ. διάδοχά σοι γόνυ τίθημι γαίᾳ
τοὺς ἐμοὺς καλοῦσα νέρθεν
ἀθλίους ἀκοίτας.
1310 ΕΚ. ἀγόμεθα, φερόμεθ᾽… ΧΟ. ἄλγος ἄλγος βοᾷς.
ΕΚ. δούλειον ὑπὸ μέλαθρον… ΧΟ. ἐκ πάτρας γ᾽ ἐμᾶς.
ΕΚ. ἰώ.
Πρίαμε Πρίαμε, σὺ μὲν ὀλόμενος
ἄταφος ἄφιλος
ἄτας ἐμᾶς ἄιστος εἶ.
1315ΧΟ. μέλας γὰρ ὄσσε κατεκάλυψε
θάνατος ὅσιος ἀνοσίαις σφαγαῖσιν.

ΕΚ. ἰὼ θεῶν μέλαθρα καὶ πόλις φίλα, [αντ. β]
ΧΟ. ἒ ἔ.
ΕΚ. τὰν φόνιον ἔχετε φλόγα δορός τε λόγχαν.
ΧΟ. τάχ᾽ ἐς φίλαν γᾶν πεσεῖσθ᾽ ἀνώνυμοι.
1320 ΕΚ. κόνις δ᾽ ἴσα καπνῷ πτέρυγι πρὸς αἰθέρα
ἄιστον οἴκων ἐμῶν με θήσει.
ΧΟ. ὄνομα δὲ γᾶς ἀφανὲς εἶσιν· ἄλλᾳ δ᾽
ἄλλο φροῦδον, οὐδ᾽ ἔτ᾽ ἔστιν
ἁ τάλαινα Τροία.
1325 ΕΚ. ἐμάθετ᾽, ἐκλύετε; ΧΟ. περγάμων ‹γε› κτύπον.
ΕΚ. ἔνοσις ἅπασαν ἔνοσις… ΧΟ. ἐπικλύσει πόλιν.
ΕΚ. ἰώ.
τρομερὰ τρομερὰ μέλεα, φέρετ᾽ ἐ-
μὸν ἴχνος· ἴτ᾽ ἐπὶ [τάλαιναν]
1330 δούλειον ἁμέραν βίου.
ΧΟ. ἰὼ τάλαινα πόλις· ὅμως δὲ
πρόφερε πόδα σὸν ἐπὶ πλάτας Ἀχαιῶν.
***
ΕΚΑ. Οχ οϊμένα, οϊμένα, οϊμέ!Φλόγες, φλόγες το Ίλιο τρώνε,τριγυρνούν παντού οι φωτιές,στα στεφάνια ορμούν του κάστρου,ζώνουν των σπιτιών σκεπές,μας ρημάζουν τα παλάτια—συφορά!—με τις λόγχες συντροφιάτων οχτρώνε.ΧΟΡ. Κονταροπαρμένηπάει η χώρα, πάει·σαν καπνός1300που άνεμος τον παίρνει και σκορπάει.

Η Εκάβη πέφτει κατάχαμα και χτυπά τη γη.

ΕΚΑ. Γη, των παιδιών μου τροφέ!ΧΟΡ. Συφορά!ΕΚΑ. Νιώστε, παιδιά μου, της μάνας σας είναι η φωνή.ΧΟΡ. Με μοιρολόι τους νεκρούς απ᾽ τον Άδη, απ᾽ τον Άδη καλείς.ΕΚΑ. Ναι, και τα γέρικα μέλη στο χώμ᾽ ακουμπώ·ναι, και τη γη με τα δυο μου τα χέρια χτυπώ.

Οι γυναίκες πέφτουν χάμω κι αυτές και χτυπούν τη γη.

ΧΟΡ. Νά, γονατίζω κι εγώ και τον άντρα μουκράζω, καλώμέσ᾽ απ᾽ τον κόρφο της γης.ΕΚΑ. Μας ξεσηκώνουν, μας παίρνουνε…1310ΧΟΡ. Ω, πόνο η φωνή σου γεμάτη.ΕΚΑ. προς της σκλαβιάς μας τη στέγη…ΧΟΡ. στα ξένα, μακριά απ᾽ την πατρίδα.ΕΚΑ. Ω!Πρίαμε, χάθηκες άταφος, πλάι σου δεν είναι οι δικοί σουκι ούτε που ξέρεις εγώ τί τραβώ.ΧΟΡ. Θάνατος όσιος τον έχει αναπάψει,όσο κι αν ήταν ανόσια η σφαγή.

Όλες σηκώνονται και κοιτάζουν κατά την πόλη.

ΕΚΑ. Χώρ᾽ ακριβή κι ω ναοί,ΧΟΡ. Συφορά!ΕΚΑ. φλόγα σάς τρώει φονική και κοντάρι του οχτρού.ΧΟΡ. Θα σωριαστείτε στη γη μας κι ούτ᾽ όνομα θα ᾽χετε πια.1320ΕΚΑ. Όπως σκεπάζει τα ουράνια καπνός φτερωτός,όμοια και η σκόνη θα κρύψει το σπίτι μου, νά.ΧΟΡ. Και θα χαθεί και της χώρας μας τ᾽ όνομα,όλα χαμός,Τροία δεν έχουμε πια.

Το κάστρο σωριάζεται.

ΕΚΑ. Νιώσατε, ακούσατε τίποτα;ΧΟΡ. Ο κρότος του κάστρου που πέφτει.ΕΚΑ. Ένας σεισμός πέρα ώς πέρα…ΧΟΡ. θα κρύψει σαν κύμα την πόλη.

Ακούγονται σάλπιγγες· οι στρατιώτες πλησιάζουν τις γυναίκες.

ΕΚΑ. Ω!Δόλιο κορμί μου που τρέμεις, οδήγα το βήμα μου, οδήγα·1330πάμε ν᾽ αρχίσω ζωή της σκλαβιάς.ΧΟΡ. Άμοιρη Τροία μας, γλυκιά μου πατρίδα.Στων Αχαιών τα καράβια τραβώ.

 

ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ         «Το λάθος της κοινής συνείδησης έγκειται στο ότι μετατρέπει το φανερό σε προφανές. Ενώ για την εγρήγορη συνείδηση τίποτε δεν είναι προφανές».
 
       Η προσωκρατική σκέψη δεν είναι εκδήλωση μιας ξαφνικής αφύπνισης του ελληνικού πνεύματος. Είναι η κορυφαία κατάληξη μιας μακροχρόνιας εξέλιξης και ωρίμασης της προσωπικότητας του Έλληνα. Καλύπτει τη χρο­νική περίοδο από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. μέχρι το τέλος, περίπου, του 5ου αι. Π.Χ., που συμπίπτει - εξ ου και η συμβατική ονομασία της- με την εποχή που εμφανίζεται ο Σωκράτης.
 
        Ο Ησίοδος (8ος-7ος αι. π.Χ.) θα κάνει το πρώτο βήμα απομυθοποίη­σης και μετάβασης από θεϊκές προσωποποιήσεις προς αντίστοιχες αφηρη­μένες έννοιες. Είναι εκείνος που θα θέσει για πρώτη φορά τα βασικά ερωτή­ματα για την «αλήθεια», για την «απαρχή» και για τη «συνοχή του κόσμου». Δίνοντας μια φυσιοκρατική απάντηση στην κοσμογονία του, φωτίζει ήδη τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο ελληνικός στοχασμός. Το ελληνικό πνεύ­μα είναι πλέον ώριμο για το αποφασιστικό βήμα προς τη φιλοσοφία και την, ακόμη άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν, επιστήμη.
 
        Αυτό το τελικό, αποφασιστικό βήμα θα είναι αποκλειστικό επίτευγμα των προσωκρατικών φιλοσόφων. Αυτοί είναι εκείνοι που θα αποτινάξουν τις τελευταίες μυθολογικές, ανθρωπομορφικές εικόνες, εκφράζοντας το γε­γονός αυτό και γλωσσικά με την αντικατάσταση των ονομάτων των θεών με λέξεις ουδετέρου γένους, όπως το «άπειρον», τα «εναντία», το «χρεών». Αυτοί είναι εκείνοι που θα γενικεύσουν προσωπικές, πρακτικές εμπειρίες και γνώ­σεις, ανάγοντας τις σε καθολικές αρχές και θεωρίες. Για πρώτη φορά η αν­θρώπινη νόηση εστιάζεται στην αλήθεια, αναζητώντας την υποκείμενη τάξη και σταθερότητα στη φύση, θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει με πνεύμα ορθολογικό και κριτικό; και ο τρόπος αυτός θα είναι καθοριστικός για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης.
 
        Και επιστήμης; Μερικοί θα αμφισβητήσουν το τελευταίο. Η επιστήμη, θα πουν, βασίζεται στην παρατήρηση και στο πείραμα. Κακώς, λοιπόν, οι Προσωκρατικοί ονομάζονται επιστημονικοί φιλόσοφοι. Οι προτάσεις τους υπήρξαν δογματικές τόσο σε θέματα που επιδέχονται παρατηρήσεις και πειράματα όσο και σε ζητήματα που δεν προσφέρονται σε αυτά. Επομένως, θα συμπεράνουν, στους προσωκρατικούς φιλοσόφους υπάρχει έντονο ακό­μη το σύνθετο στοιχείο του μάντη-ποιητή-σοφού, δια του οποίου τους απο­καλύπτεται η αλήθεια. Έμπνευση και διαίσθηση, όχι εμπειρία και λογική, εί­ναι εκείνο που φωτίζει το πνεύμα τους. Και αυτό δεν είναι επιστήμη. Λάθος, θα υποστηρίξουν άλλοι. Στα ελάχιστα αποσπάσματα των Προσωκρατικών που σώζονται, μπορούμε να διακρίνουμε παρατηρήσεις, πάνω στις οποίες βασίζονται οι θεωρίες τους. Αν διασώζονταν όλα τα έργα τους, τότε θα ήταν ολοφάνερη η εδραίωση των θεωριών τους πάνω στην παρατήρηση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις σωζόμενες, της ίδιας εποχής, ιατρικές πραγ­ματείες της ιπποκράτειας ιατρικής, η οποία, με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία, προβαίνει σε γενικεύσεις που υποβάλλονται και σε στοιχειώδη πειραματικό έλεγχο. Δογματική, ως ένα βαθμό, σκέψη μπορεί να εντοπισθεί μόνο στους Πυθαγορείους - και εν μέρει στον Εμπεδοκλή (στο έργο του Κα­θαρμοί)- των οποίων ο θεολογικός στοχασμός είναι ξένος προς τον στοχα­σμό όλων των άλλων Προσωκρατικών. Είναι αυθαίρετο να κατατάσσει κα­νείς τον Ηράκλειτο ή τον Παρμενίδη στους Ορφικούς ή στους Σαμάνους. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο G. Vlastos2, o Παρμενίδης, μολονότι παρουσιάζει τη θεωρία του ως θρησκευτική αποκάλυψη, δεν βασίζει την ορθότητα του ισχυρισμού του σε υπερφυσική έμπνευση. Η θεά του δεν λέει «πίστεψε», αλλά «κρίναι λόγω», κρίνε με τη λογική. Ούτε υπάρχει καμιά απέχθεια των Προσωκρατικών προς την αισθητήρια εμπειρική διερεύνηση. «Αλλά να παρατηρείς με κάθε τρόπο πώς καθετί φανερώνεται, μήτε έχοντας περισσότερη εμπιστοσύνη στην όραση από την ακοή, ούτε στην πολυθόρυβη ακοή από τη γεύση, ούτε να αρνιέσαι την πίστη σου σε κάποιο από τα άλλα όργανα, που πέρασμα είναι για την νόηση, αλλά να κατανοείς με τον τρόπο που φανερώνεται κάθε πράγμα», παροτρύνει ο Εμπεδοκλής. Και ο Ηράκλειτος θα πει: «Για τους ανθρώπους που έχουν βάρβαρες ψυχές, είναι κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ’ αυτιά», που σημαίνει ότι η μαρτυ­ρία των αισθήσεων είναι αληθινή στο μέτρο που ο άνθρωπος έχει την αντί­ληψη να εκτιμήσει σωστά. Επομένως, οι Προσωκρατικοί υπήρξαν επιστημο­νικοί φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων και των Πυθαγορείων, που, πρώτοι αυτοί εισήγαγαν την κατ’ εξοχήν επιστημονική μέθοδο των μαθηματικών στη διερεύνηση των φυσικών φαινομένων και που αποδεδειγμένα χρησιμο­ποίησαν και την παρατήρηση και το πείραμα (π.χ. στην σχέση μηκών χορ­δής) στις θεωρίες τους.
 
        Ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσον οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι υπήρ­ξαν και οι θεμελιωτές της επιστήμης απαιτεί βαθύτερη ανάλυση, θα υπεν­θυμίσουμε, βεβαίως, ότι οι παρατηρήσεις μας αναφέρονται αποκλειστικά στην πρώτη περίοδο, την Προσωκρατική (6ος-5ος αι. π.Χ.), της ελληνικής φιλοσοφίας και όχι στα μετέπειτα ελληνικά φιλοσοφικό συστήματα3. Τα τε­λευταία, ιδίως από τότε που εξελίχθηκαν σε δόγματα κατά τη μεσαιωνική σχολαστική περίοδο, διαφέρουν σαφώς από την κριτική ορθολογική παρά­δοση των Προσωκρατικών.
 
        Το επίτευγμα των Προσωκρατικών έγκειται στην ορθολογική, κριτική θεώρηση ολόκληρου του σύμπαντος ως μιας εύτακτης ενότητας, τον «κόσμον». Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση του τρόπου διερεύνησης της φύσης και καταδεικνύει πόσο άδικη είναι η μομφή ορισμέ­νων που θα ήθελαν οι Προσωκρατικοί να ασχοληθούν πρώτα με την έρευ­να των γύρω τους επιμέρους αντικειμένων και μετά να προχωρήσουν σε κοσμογονικά προβλήματα. Καθώς ο αρχαίος Έλληνας της εποχής αυτής βλέπει ακόμη τον κόσμο ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο οργανικό σύνολο, μέ­σα στο οποίο φύση, κοινωνία, άνθρωπος είναι αρμονικά εντεταγμένα, υπα­κούοντας στους ίδιους φυσικούς-βιολογικούς-κοινωνικούς νόμους, είναι επόμενο και κατανοητό να θέσει, πρώτα, ερωτήματα που αφορούν ολόκλη­ρο το σύμπαν, δηλαδή ερωτήματα κοσμολογικά (της πρώτης αρχής, της πρωταρχικής ουσίας) και μετά να επεκταθεί σε επιμέρους θέματα. Έτσι, θα αρχίσει με τολμηρές, κοσμογονικές θεωρίες, για να καταλήξει στα έμβια όντα, στον άνθρωπο. Η μέθοδος του, επομένως, είναι εκ των πραγμάτων κυρίως παραγωγική (deductive), εκ του γενικού προς το μερικό, αντί της επαγωγικής (inductive) ερευνητικής μεθόδου, από τα μέρη προς το όλον, που προβλήθηκε ως η κατ' εξοχήν επιστημονική μέθοδος κατά την Αναγέν­νηση. Είναι όμως πράγματι ο προσωκρατικός, παραγωγικός τρόπος προ­σέγγισης του μυστηρίου της φύσης αντιεπιστημονικός; Αυτό θα εξετάσου­με αμέσως παρακάτω.
 
        Η ιστορία της σύγχρονης επιστήμης αρχίζει με την Αναγέννηση. Ενώ ο Galileo Galilei (1564-1642) υπήρξε ο θεμελιωτής της σύγχρονης πειραματικής επιστήμης, ο σύγχρονος του Francis Bacon (I56I-I626) θεωρείται, χω­ρίς ο ίδιος να είναι επιστήμων, ο εμπνευστής της νεότερης επαγωγικής μεθό­δου: «Οι αρχαίοι», θα πει, «είχαν έναν ειδικό τρόπο διερεύνησης και ανακά­λυψης, και τα γραπτά τους έργα το αποδεικνύουν. Ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε αμέσως συνήγαγαν από μερικά περιστατικά και λεπτομέρειες γενικότε­ρα συμπεράσματα ή τις ίδιες τις αρχές της επιστήμης και, μετά, με τις άμεσες προτάσεις τους, έβγαζαν τα επιμέρους συμπεράσματα και τα έλεγχαν με βά­ση την αναμφισβήτητη και εδραιωμένη αλήθεια των πρώτων»4. Αυτή όμως η μέθοδος είναι, κατά τον F. Bacon, εσφαλμένη. Αντί να προσπαθεί να ανακα­λύψει κανείς την αλήθεια απαγωγικά, με τη χρησιμοποίηση γενικών συλλογι­στικών κανόνων, θα πρέπει, αντίθετα, να αρχίζει από επιμέρους παρατηρή­σεις και προτάσεις και να καταλήγει σταδιακά σε γενικότερες θεωρίες. Στο μεγάλο έργο του Novum Organum -τίτλος επιλεγμένος σε συνειδητή αντιδια­στολή προς το Όργανον του Αριστοτέλους - θα υποδείξει την επιστημονική μέθοδο δι’ επαγωγής για την επίτευξη του σκοπού αυτού, υποστηρίζοντας ότι ο αληθινός επιστήμονας «καταλήγει σε κανόνες από τις αισθήσεις και από ειδικές, συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ανέρχεται συνεχώς και σταδια­κά, έως ότου τελικά φθάσει σία πιο γενικά αξιώματα. Αυτός είναι ο αληθινός δρόμος, που όμως δεν χρησιμοποιήθηκε»5.
 
        Ο ίδιος o F. Bacon εν τούτοις, βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, θα εξαιρέσει από την πολεμική του κατά του πλατωνικού και κυρίως αριστοτελικού δογματισμού το έργο των Προσωκρατικών: «Η πε­ρίοδος κατά την οποία η φυσική φιλοσοφία φάνηκε κυρίως να ακμάζει με­ταξύ των Ελλήνων», παρατηρεί, ήταν πολύ σύντομη, καθώς κατά μεν την πρώιμη αρχαϊκή εποχή, οι επτά Σοφοί (με εξαίρεση τον Θαλή) ασχολήθη­καν με τους ηθικούς κανόνες και την πολιτική, ενώ κατά μια μετέπειτα επο­χή, αφού ο Σωκράτης προσγείωσε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη Γη, επικράτησε η ηθική φιλοσοφία και απέσπασε την προσοχή του ανθρώπου από τον φυσικό κόσμο... (Οι προσωκρατικοί) όπως ο Εμπεδοκλής, ο Ανα­ξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος, ο Ξενο­φάνης, ο Φιλόλαος και οι λοιποί (εξαιρώ τον Πυθαγόρα, που ήταν προληπτικός) δεν ίδρυσαν, εξ όσων γνωρίζουμε, Σχολές, αλλά προχώρησαν στη διερεύνηση της αλήθειας σιωπηλά και με μεγαλύτερη αυστηρότητα και σε­μνότητα, δηλαδή με λιγότερη επιτήδευση και επίδειξη. Έτσι, κατά τη γνώμη μας, ενήργησαν με μεγαλύτερη σύνεση, ακόμη και αν τα έργα τους μπορεί να χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου... Τα ομοιομερή του Αναξαγόρα, τα άτομα του Λευκίππου και του Δημοκρίτου, ο ουρανός και η γη του Παρμε­νίδη, η έρις και η φιλία του Εμπεδοκλέους, η αποσύνθεση και επανένωση των σωμάτων στην κοινή φύση της φλόγας κατά τον Ηράκλειτο, παρουσιά­ζουν μερικά διάσπαρτα δείγματα φυσικής φιλοσοφίας και πειράματος»6.
 
        Έχει, όμως, γενικότερα o F. Bacon δίκαιο; Είναι πράγματι η δι’ επαγω­γής μέθοδος, από τις επιμέρους παρατηρήσεις προς τη γενικότερη θεωρία, ο μόνος επιστημονικός δρόμος; Το γεγονός ότι οι Προσωκρατικοί, για τους λόγους που προαναφέραμε, στοχάστηκαν παραγωγικά, αρχίζοντας από συ­μπαντικές, γενικές ερωτήσεις και όχι από μεμονωμένες, εξειδικευμένες πα­ρατηρήσεις, σημαίνει ότι στερούνται επιστημονικής σκέψης; Η ίδια η ιστο­ρία της σύγχρονης επιστήμης αναιρεί τον ισχυρισμό αυτό. Ο Β. Russell θα παρατηρήσει: «Η επαγωγική μέθοδος του F. Bacon σφάλλει κατά το γεγονός ότι δεν αποδίδει επαρκή σημασία στην (επιστημονική) υπόθεση. Πίστευε πως η απλή τακτοποίηση των δεδομένων θα καθιστούσε τη σωστή υπόθεση αυτόδηλη. Αλλά τούτο σπανίως συμβαίνει. Κατά κανόνα, η διατύπωση υπο­θέσεων είναι το δυσκολότερο μέρος του επιστημονικού έργου και το μέρος που διεκδικεί την πιο μεγάλη ικανότητα. Μέχρι τώρα δεν έχει ευρεθεί μέθο­δος που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την επινόηση υποθέσεων»7. Η απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του F. Bacon, πώς θα φθάσει στην αντι­κειμενική αλήθεια, δεν έγκειται στην -εκ φύσεως αδύνατη - απογύμνωση της παρατήρησης από κάθε θεωρία ή προσδοκία, αλλά στην κριτική θεώ­ρηση και στον κριτικό, πειραματικό έλεγχο. Δεν είναι αντιεπιστημονικό να εκφράζει κανείς εικασίες, παρατηρεί ο R. Feynman, βραβείο Nobel Φυσικής 1965. «Απλώς υπάρχει αβεβαιότητα. Αντιεπιστημονικό θα ήταν να μην δια­τυπωθεί η εικασία. Εικασίες πρέπει να γίνονται, επειδή οι παρεκτάσεις (extrapolations) είναι τα μόνα πράγματα που έχουν κάποια πραγματική αξία»8. Η υπόθεση είναι εκείνη που προηγείται και καθοδηγεί την παρατή­ρηση. «Είναι για λόγους αρχής τελείως εσφαλμένο», επισημαίνει ο Α. Einstein σε μια συζήτηση του με τον W. Heisenberg, «να θέλει κανείς να εδραιώσει μια θεωρία αποκλειστικό επάνω σε παρατηρήσιμα μεγέθη. Γιατί, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κατά πρώτον, η θεω­ρία αποφασίζει τι μπορεί κανείς να παρατηρήσει». Δύο φαίνεται να είναι οι τρόποι σύλληψης μιας υπόθεσης ή θεωρίας: Ο πρώτος βασίζεται στην ενό­ραση10, ο δεύτερος στην ορθολογική κρίση. Ενόραση, διαίσθηση απαντά σε όλους τους λαούς. Ο κριτικός ορθολογισμός όμως απαντά για πρώτη φορά στους Προσωκρατικούς και είναι μοναδικό, δικό τους επίτευγμα. Οι Προ­σωκρατικοί είναι εκείνοι οι οποίοι δημιουργούν για πρώτη φορά μια επιστη­μονική παράδοση που επιτρέπει και ενθαρρύνει -σε αντίθεση με όλες τις άλλες Σχολές των οποίων μοναδική επιδίωξη είναι η διαφύλαξη και διατή­ρηση της διδασκαλίας των ιδρυτών τους- την με κριτικό πνεύμα αναθεώρη­ση των θεωριών των παλαιότερων από τους νεότερους «φυσιολόγους».
 
        Η παρατήρηση δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην αλήθεια. Αντίθετα, ο αρ­μονικός συνδυασμός της ενόρασης με την ορθολογική κριτική, που διακρί­νει κατ' εξοχήν το πνεύμα των Προσωκρατικών, αποτελεί τον επίπονο δρό­μο της σύλληψης μιας θεωρίας. Η ιστορία της επιστήμης έχει να παρουσιά­σει πληθώρα παραδειγμάτων που επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή. Ήδη ο σύγ­χρονος του F. Bacon και εδραιωτής της επιστημονικής, πειραματικής διε­ρεύνησης G. Galilei θα εκφράσει τον θαυμασμό του προς τους μεγάλους πρωτεργάτες της ηλιοκεντρικής θεωρίας, οι οποίοι, «σε οξεία αντίθεση με τη μαρτυρία των ίδιων των αισθήσεων τους και με την αποκλειστική δύναμη του νου, προτίμησαν εκείνο που τους υπέδειξε η λογική από αυτό που η αι­σθητήρια εμπειρία καθαρά τους φανέρωνε... δεν υπάρχει όριο στην κατά­πληξη μου, όταν σκέπτομαι πως ο Αρίσταρχος και ο Κοπέρνικος ήταν ικα­νοί να αφήσουν τη λογική να υπερνικήσει τις αισθήσεις και, αψηφώντας τις, να κάνουν τη λογική κυρίαρχη της πεποίθησης τους», θα δούμε σειρά τέ­τοιων παραδειγμάτων στο έργο των Προσωκρατικών. Το πρώτο τέτοιο πα­ράδειγμα στην ιστορία της επιστήμης αποτελεί αναμφίβολα η θεωρία του Αναξίμανδρου, κατά τον 6ο αι. π.Χ., ότι η Γη αιωρείται στο κενό, θεωρία που κατά τον Κ. Popper «είναι μια από τις τολμηρότερες, τις πιο επαναστατικές και τις πιο θαυμαστές ιδέες σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρωπίνου πνεύ­ματος»12. Το αξιοσημείωτο στην ιδέα αυτή είναι ότι η ενόραση και η λογική οδήγησαν τον Αναξίμανδρο στο σωστό συμπέρασμα ότι η Γη δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται πουθενά, αλλά πρέπει να αιωρείται, ενώ, αντίθετα, η παρατήρηση και η εμπειρία ότι βρισκόμαστε πάνω σε μια επίπεδη γήινη επι­φάνεια με τον κυκλικό ορίζοντα γύρω μας ήταν εκείνες που τον παρέσυραν στην εσφαλμένη αντίληψη ότι η Γη είναι κύλινδρος (και όχι σφαίρα), σε μια από τις επίπεδες επιφάνειες του οποίου ζει ο άνθρωπος.
 
        Η επιστημονική, ορθολογική κριτική παράδοση που θεμελιώνει ο Ανα­ξίμανδρος αντικατοπτρίζεται, δυόμιση χιλιετίες αργότερα, στα λόγια του Α. Einstein: «Η μέθοδος του θεωρητικού συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση, ως θεμελίου γενικών προϋποθέσεων, των λεγόμενων Αρχών, από τις οποίες μπορεί να συναγάγει συμπεράσματα. Η δραστηριότητα του διακρίνεται σε δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να ανακαλύψει τις αρχές αυτές, δεύτερον να αναπτύξει τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές.... Η πρώτη από τις δυο δραστηριότητες, δηλαδή εκείνη της κατάστρωσης μιας θεωρίας, που θα πρέπει να χρησιμεύσει ως βάση για την παραγωγή (Deduktion), είναι τε­λείως διαφορετικού τύπου. Εδώ δεν υπάρχει κάποια συστηματικά εφαρμο­ζόμενη μέθοδος που μπορεί να τη διδαχθεί κανείς και που οδηγεί στον στό­χο. Ο ερευνητής πρέπει μάλλον να αφουγκραστεί (ablauschen) κατά κάποι­ον τρόπο αυτές τις γενικές αρχές από τη φύση, με το να διαβλέψει ορισμέ­να γενικά χαρακτηριστικά σε μεγαλύτερα συμπλέγματα εμπειρικών γεγονό­των, που μπορούν va διατυπωθούν με ακρίβεια... Όσο όμως οι αρχές που μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση της παραγωγικής μεθόδου δεν έχουν βρεθεί, δεν χρησιμεύει κατ’ αρχήν στον θεωρητικό σε τίποτε το μεμονωμένο εμπειρικό γεγονός. Πολύ περισσότερο δεν είναι καν σε θέση να αρχίσει κάτι με μεμονωμένους, εμπειρικά διατυπωμένους, γενικότερους νόμους»13. Η μομφή, επομένως, ότι οι Προσωκρατικοί δεν έχουν να επιδείξουν επιστημο­νική σκέψη γιατί δεν είχαν ως αφετηρία τις επιμέρους παρατηρήσεις δεν ευ­σταθεί. Ξεκινούν και αυτοί, όπως θα πει ο A. Einstein, «αφουγκραζόμενοι», με ενόραση και κριτική ορθολογική σκέψη, ορισμένες «αρχές από τη φύ­ση» και παραγωγικά προχωρούν μετά στα επιμέρους συμπεράσματα.
 
        Θα μπορούσε, όμως, να τους προσάψει κανείς μια άλλη μομφή: το ότι παρέβλεψαν να υποβάλουν τις θεωρίες τους σε πειραματικό έλεγχο, όπως τον εννοούμε σήμερα. Η αντικειμενικότητα μιας θεωρίας δεν βασίζεται μόνο στον κριτικό στοχασμό ή/και στην ενόραση, αλλά και στην κριτική εξέταση των πειραμάτων που θα οδηγούσαν στην αποδοχή ή απόρριψη της θεω­ρίας. Η μομφή επομένως αυτή, θεωρητικά τουλάχιστον, φαίνεται να είναι βάσιμη. Γιατί οι Προσωκρατικοί δεν επιδίωξαν την πειραματική απόδειξη των θεωριών τους; Ήταν από επιπολαιότητα και έλλειψη διορατικότητας ή υπάρχει κάποιο βαθύτερο αίτιο γι' αυτό; Οπωσδήποτε δεν πρέπει να ξε­χνούμε ότι βρισκόμαστε στον 6ο-5ο αι. π.Χ. Η τεχνολογία είναι υποτυπώδης. Τεχνικά μέσα πειραματισμού και όργανα μετρήσεως είναι ακόμη, με λίγες εξαιρέσεις, ανύπαρκτα. Τεράστια πρακτικά εμπόδια δυσχεραίνουν την άνετη διακίνηση των ιδεών και των πληροφοριών μεταξύ διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. Λεξιλόγιο για τη διατύπωση φιλοσοφικών και επιστημονικών όρων δεν υπάρχει ακόμη. Πρέπει να εφευρεθεί από τους ίδιους τους Προ­σωκρατικούς, για πρώτη φορά, προς τον σκοπό αυτό η στοιχειώδης, απα­ραίτητη ορολογία, θα μπορούσε να πει κανείς, παραφράζοντας τη ρήση του W. Churchill, ότι ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσο λίγοι, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δεν εξέφρασαν, με τόσο περιορισμένα λεκτι­κά και τεχνικά μέσα, έναν τόσο μεγάλο πλούτο ιδεών. Η φυσική και όλες οι επιστήμες βρίσκονται ακόμη άρρηκτα ενωμένες με τη φιλοσοφία. Μια φιλο­σοφική θεωρία, και σήμερα ακόμη, δεν αποδεικνύεται με πειράματα. Αν με­ταφερθούμε στην εποχή εκείνη, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι δύσκολα ακόμη θα ήταν σε θέση να διακρίνουν μεταξύ μιας φυσικής, υποκείμενης σε πειραματική απόδειξη, υπόθεσης και μιας φιλοσοφικής a priori θεωρίας. Η ίδια αυτή θεώρηση του σύμπαντος μαζί με τον άνθρωπο ως ενός ενιαίου, οργανικού συνόλου θα οδηγήσει πολλές φορές τον προσωκρατικό στοχα­σμό σε μια περισσότερο βιολογική παρά φυσικομαθηματική θεώρηση των κοσμικών φαινομένων. Αυτό αποτελεί σε γενικές γραμμές το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Προσωκρατικοί.
 
        Υπάρχει ίσως και ένα βαθύτερο αίτιο για την έλλειψη της πειραματικής απόδειξης στις θεωρίες τους. Αυτό είναι η ίδια η στάση του προσωκρατικού πνεύματος απέναντι στη φύση: «Ένα ουσιώδες γνώρισμα του πειράματος», θα παρατηρήσει ο S. Sambursky, «είναι η απομόνωση ενός φαινομένου στην καθαρότητα του, προκειμένου να το μελετήσουμε πιο διεξοδικά και συστηματικά. Αυτή η απομόνωση είναι τεχνητή, γιατί τα φυσικά φαινόμενα αποτελούν πάντοτε αναπόσπαστο τμήμα ενός ολόκληρου δικτύου αλληλοε­ξαρτώμενων διεργασιών... Υπό αυτήν την έννοια, μπορούμε να θεωρήσουμε το πείραμα ως αφύσικο»14, στο μέτρο που μια διεργασία απομονώνεται από το φυσικό της περιβάλλον και υποβάλλεται σε ελεγχόμενες από τον άν­θρωπο συνθήκες. Για τον αρχαίο Έλληνα, που θεωρεί τη φύση στην ολότη­τα της ως μια αδιάσπαστη ενότητα, θα ήταν μάλλον αδιανόητη η τεχνητή διάσπαση του αρμονικού συνόλου και η απομόνωση και αλλαγή των παρα­μέτρων ενός τμήματος του. «Ο επιστήμονας», επισημαίνει ο φυσικός Η.Ρ. Dórr, «διαθέτει βεβαίως διάφορα «δίχτυα» για τη σύλληψη της πραγματικό­τητας (είναι όμως φανερό) ότι, παρά την όλη επιδεξιότητα στην παρατήρη­ση, κάθε παρατήρηση υποχρεώνει σε έναν περιορισμό και μια επιλογή»15. Αυτό δεν θα ήταν μόνο άτοπο για τους Προσωκρατικούς, αλλά θα αποτε­λούσε ίσως και «ύβριν», προσπάθεια επέμβασης στα φαινόμενα του αρμονι­κού «κόσμου».
 
        Αλλά ίσως να διαισθάνονταν επίσης ότι, στο μέτρο που θα ασχολού­νταν με επιμέρους πειραματικά δεδομένα, θα στένευαν τα όρια της σκέψης τους. Ο στόχος των Προσωκρατικών είναι μεγαλεπίβολος. Σκοπός τους εί­ναι να κατανοήσουν, όχι να περιγράψουν τη φύση. Είναι εξαιρετικά οξυδερ­κείς και ενορατικοί, ώστε να μπορούν να διαισθάνονται ότι τυχόν ενασχόλη­ση τους με επιμέρους λεπτομερειακές, πειραματικές αποδείξεις θα σήμαινε κατ’ ανάγκην απόκλιση από τον μοναδικό στόχο τους, που είναι το «ειδέναι» τον κόσμο στην ολότητα του. Το πόσο δίκαιο είχαν θα το επισημάνει με κά­ποια πικρία και νοσταλγία σε μια διάλεξη του, είκοσι πέντε αιώνες αργότε­ρα, ο W. Heisenberg: «Όσο διευρύνεται το πεδίο που μας διανοίγεται στη φυσική, χημεία και αστρονομία τόσο περισσότερο φροντίζουμε να αντικαθι­στούμε τον όρο «φυσική εξήγηση» με τον πιο ταπεινό όρο «φυσική περι­γραφή», και τόσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό ότι αυτή η πρόοδος δεν αναφέρεται σε άμεση γνώση, αλλά σε αναλυτική εμβάθυνση. Με κάθε μεγά­λη ανακάλυψη -και αυτό μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς ιδίως στη σύγχρονη φυσική— μειώνονται οι απαιτήσεις των ερευνητών για μια κατα­νόηση του κόσμου υπό την πρωταρχική του έννοια»16.
 
        Αλλά οι Προσωκρατικοί, και αν ακόμη ήθελαν να ελέγξουν πειραματικά τις θεωρίες τους, οι περισσότερες από αυτές θα ήταν ακόμη τόσο γενικές, ώστε θα ήταν αδύνατο, στο πρώιμο αυτό στάδιο, να διατυπωθούν και πολύ περισσότερο να διενεργηθούν σχετικά πειράματα για την υποστήριξη των θεωριών τους. Ποιο πείραμα θα μπορούσε να αποδείξει μια υπόθεση για την απαρχή του σύμπαντος ή ποιο πείραμα τη δημοκρίτεια ατομική δομή της ύλης; Μήπως, επομένως, ενήργησαν αντιεπιστημονικά, σπεύδοντας να ανακοινώσουν τις θεωρίες τους, χωρίς να έχουν πρώτα απτές αποδείξεις για την ορθότητα τους; Η απάντηση είναι «όχι». Η ιστορία της επιστήμης τα τε­λευταία τριακόσια χρόνια βρίθει από παραδείγματα διαπρεπών επιστημόνων που διατύπωσαν μια θεωρία τους πολύ πριν υπάρξει πειραματική απόδειξη γι’ αυτήν. Αρκεί να αναφέρουμε στον 20ο  αιώνα τη Γενική θεωρία της Σχετικότητας του Α.Einstein ή την υπόθεση του νετρίνου του W. Pauli. Ασφαλώς οι μεγάλοι αυτοί φυσικοί δεν ήταν λιγότερο επιστήμονες, όταν προέτρεξαν με τη θεωρία τους. Ο A.Einstein θα επισημάνει: «Μπορεί να παρουσιαστεί η περίπτωση σαφώς διατυπωμένες αρχές να οδηγούν σε συνέπειες, οι οποίες βρίσκονται τελείως ή σχεδόν τελείως εκτός των ορίων της περιοχής δεδομέ­νων που είναι προσιτά στην εμπειρία μας. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να απαιτηθεί πολύχρονη εμπειρική, ερευνητική εργασία για να διαπιστώσου­με κατά πόσον οι θεωρητικές αρχές ανταποκρίνονται στην αλήθεια»17.
 
        Υπάρχει και ένα τελευταίο ερώτημα: Είναι οι φυσικές θεωρίες των Προ­σωκρατικών σωστές; Και εάν -όπως συμβαίνει με τις περισσότερες- διαψεύσθηκαν αργότερα, το γεγονός αυτό δεν τις αποστερεί από την ιδιότητα της επιστημονικότητας; Η απάντηση είναι αρνητική. Κατ’ αρχήν, στη μα­κραίωνη πορεία της επιστήμης, υπάρχει πλήθος θεωριών, ακόμη και πειρα­ματικά τεκμηριωμένων, που έχουν παύσει να ισχύουν και έχουν αντικατα­σταθεί από νεότερες, οι οποίες ισχύουν σήμερα και που μπορεί στο απώτε­ρο μέλλον να αντικατασταθούν και πάλι από άλλες που θα αποδειχθούν ορθότερες. «Μα δεν είναι οι θεωρίες του Αναξίμανδρου εσφαλμένες, και γι’ αυτόν το λόγο μη επιστημονικές;», διερωτάται ο Κ. Popper. «Είναι εσφαλμέ­νες, αλλά το ίδιο είναι πολλές θεωρίες βασισμένες σε αναρίθμητα πειράμα­τα, τις οποίες αποδεχόταν η σύγχρονη επιστήμη μέχρι πρόσφατα και των οποίων τον επιστημονικό χαρακτήρα κανείς δεν θα διανοούνταν να αμφι­σβητήσει, παρ’ όλο που τώρα πιστεύεται ότι είναι εσφαλμένες... Μια εσφαλ­μένη θεωρία μπορεί να αποτελεί ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα όσο και μια αληθινή. Και πολλές εσφαλμένες θεωρίες συνέβαλαν περισσότερο στην αναζήτηση της αλήθειας από όσο μερικές λιγότερο ενδιαφέρουσες θεωρίες που εξακολουθούν να είναι ακόμη αποδεκτές»18. Μήπως δεν ήταν οι -εκ των υστέρων εσφαλμένοι- κλασικοί νόμοι της ενεργειακής ακτινοβολίας μέ­λανος σώματος των W. Wien και j. Rayleigh-J. Jeans εκείνοι που οδήγησαν τον M. Planck στην κριτική θεώρηση και διατύπωση της κβαντικής θεωρίας; Ή μήπως δεν ήταν η -εσφαλμένη- ατομική υπόθεση του Ε. Rutherford, πάνω στην οποία βασίστηκε ο Ν. Bohr για την ανάπτυξη της ατομικής θεω­ρίας του; Όπως σημειώνει ο Κ. Popper στο δοκίμιο του Back to the Presocratics, «υπάρχει η πιο τέλεια δυνατή νοητική συνέχεια σκέψης μεταξύ των θεωριών (των Προσωκρατικών) και των τελευταίων εξελίξεων στη φυ­σική. Κατά πόσον ονομάζονται φιλόσοφοι ή προ-επιστήμονες ή επιστήμονες μικρή σημασία έχει». Η πραγματική θεωρία της γνώσης, κατά τον Κ. Popper, έγκειται «στην αληθινή περιγραφή μιας πρακτικής που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιωνία και που - αν και υπάρχουν ακόμη πολλοί επιστήμο­νες που πιστεύουν στον επαγωγικό μύθο του Bacon- ενσωματώθηκε στη σύγχρονη επιστήμη: στη θεωρία ότι η γνώση προχωρεί μέσω υποθέσεων και ανασκευών»19. Καμία θεωρία δεν μπορεί να διεκδικήσει το απόλυτο της αλήθειας. Αυτό θα το επισημάνουν με εκπληκτική διορατικότητα ο Ξενοφά­νης, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, γεγονός που αποδεικνύει και πόσο ανα­κριβής υπήρξε ο ισχυρισμός ότι η προσωκρατική σκέψη είναι δήθεν δογμα­τική: «Δεν αποκάλυψαν εξ αρχής τα πάντα οι θεοί στους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι αναζητώντας ανακαλύπτουν και επινοούν με τον καιρό το κα­λύτερο», θα πει ο Ξενοφάνης; το καλύτερο, όχι το απόλυτο. «Ας θεω­ρηθεί ότι αυτά τα πράγματα προσομοιάζουν με την αλήθεια... Κανείς άνθρωπος δεν ξέρει ή πρόκειται ποτέ να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια για τους θεούς και για όλα τα όσα λέγω. Γιατί, ακόμη και αν τύχει κάποιος να πει την πλήρη αλήθεια, ο ίδιος δεν το γνωρίζει. Για όλα τα πράγματα υπάρ­χουν μόνο γνώμες». Διότι, όπως θα πει ο Ηράκλειτος: «Η φύση του ανθρώπου δεν έχει κρίση και φρόνηση, ενώ το θείο έχει.... Η φύση αγαπά να αποκρύπτει τον εαυτό της». Και ο Δημόκριτος θα το επιβε­βαιώσει: «Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε, διότι η αλήθεια βρί­σκεται κρυμμένη στον βυθό».
 
        Το συμπέρασμα θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση του S. Sambursky: «το ότι αυτοί οι φυσικοί φιλόσοφοι είναι οι πνευματικοί προπάτορες της εποχής μας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν που συ­γκρίνει τη σημερινή επιστήμη με τα επιτεύγματα της ελληνικής επιστήμης, που είναι μέρος της κληρονομιάς μας, τη μεθοδικότητα της, τη φαντασία και έμπνευση της, την τρομερή συνειρμική της δύναμη και την ικανότητα εξαγωγής λογικών συμπερασμάτων»20. Η μονιμότητα και σταθερότητα που διέβλεψαν πίσω από την επιφανειακή πολλαπλότητα των φυσικών φαινομέ­νων και η αποφασιστικότητα τους να την διερευνήσουν με κριτικό, ορθολο­γικό πνεύμα έθεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο εξελίχθηκε και βασίζεται μέχρι σήμερα η επιστήμη.     
         
          Οι Προσωκρατικοί είναι αυτοί που για πρώτη φορά διατύπωσαν μια σειρά αρχών, που σε μια αρχική προσέγγιση, θα μπορούσε να συνοψιστούν ως εξής: 
·          Αναγωγή της φαινομενικής πολλαπλότητας και αταξίας του κόσμου σε μια στα­θερή αρχή.
·         Αποδοχή μιας νομοτελειακής, αποκλειστικά φυσικής αιτιότητας, που έχει οικου­μενικό χαρακτήρα.
·         Πεποίθηση ότι τα φυσικά φαινόμενα και οι φυσικοί νόμοι υπόκεινται στην κριτι­κή, ορθολογική
      διερεύνηση του ανθρώπινου νου.
·         Μαθηματικοποίηση της φύσης.
·         Αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα.
·         Αλληλοσυσχετισμός και διασύνδεση όλων των όντων.
·         Ο άνθρωπος-παρατηρητής αναπόσπαστο μέρος της φύσης.
·          Συνένωση αντιθέτων εννοιών (Ηράκλειτος).
·           Μετατόπιση του κύριου βάρους από την ύλη στις διεργασίες (Ηράκλειτος).
·           Εγγενής δυναμική, αμφίδρομη ισορροπία (Ηράκλειτος). 
·           Εξελικτική διαδικασία.
         Αυτές οι προτάσεις - που ούτε αυτονόητες αλλά ούτε και αυταπόδει­κτες είναι- αποτελούν την ανυπέρβλητη προσφορά του ελληνικού πνεύμα­τος προς την ανθρωπότητα.
 
Στο έργο των Προσωκρατικών θα συναντήσουμε, πολλές φορές, ρή­σεις και συμπεράσματα με τα οποία φαίνεται να συμφωνούν ποιοτικά οι σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να διατυ­πώσουμε με σαφήνεια τα όρια του προσωκρατικού στοχασμού:  
·        Οι Προσωκρατικοί πρώτοι έθεσαν τα καίρια φιλοσοφικά και επιστημονικά ερωτήματα που απασχολούν έκτοτε το δυτικό πνεύμα. "Για τον ζωντανό φιλοσοφικό στοχασμό η ερώτηση έχει προτεραιότητα έναντι της απαντή­σεως", θα πει ο Χ. Μαλεβίτσης. «Και η απάντηση ποτέ δεν ακυρώνει το ερώτημα, επειδή ποτέ δεν το υπερβαίνει»21.
 
·        Θεμελίωσαν πρώτοι την παράδοση της κριτικής -και όχι δογματικής-διερεύνησης, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε επιστήμη. «Εξ όσων γνωρί­ζω», παρατηρεί ο Κ. Popper, «η κριτική ή ορθολογική παράδοση ανακα­λύφθηκε μόνο μία φορά. Χάθηκε μετά από δύο ή τρεις αιώνες, ίσως λόγω της ανόδου του αριστοτελικού δόγματος της «επιστήμης»... Ξαναανακαλύφθηκε και συνειδητά αναβίωσε κατά την Αναγέννηση, ειδικά από τον G. Galilei»22.
 
·        Υπέδειξαν πρώτοι «νοητικά εργαλεία» και ποιοτικές μεθόδους προσέγγι­σης και κατανόησης του φυσικού κόσμου που χρησιμοποιούνται δημι­ουργικά μέχρι σήμερα, όπως μέτρον, ρυθμός, συμμετρία, αναλογία, τάξις, κό­σμος, συνεχές-διάκριτο, ομοιογένεια, ισοτροπία, κ.ά.
 
·        Τέλος, έδωσαν απαντήσεις καθοδηγούμενοι από έναν εκπληκτικό συν­δυασμό ορθολογισμού, ενόρασης και παρατήρησης όχι όμως -εκτός ορι­σμένων εξαιρέσεων- από το πείραμα.
        Στο τελευταίο αυτό σημείο έγκειται και η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του προσωκρατικού στοχασμού και της σύγχρονης φυσικής επιστήμης. Πεί­ραμα και μέτρηση παίζουν κατά τα τελευταία τριακόσια χρόνια καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή ή απόρριψη μιας θεωρίας. Η οποιαδήποτε, επομένως, σύμπτωση - και υπάρχουν πολλές - προσωκρατικών αντιλήψεων με σύγχρο­νες επιστημονικές θεωρίες εκπηγάζει από διαφορετικούς τρόπους προσέγγι­σης και ερμηνείας και θα ήταν σοβαρό σφάλμα να θεωρηθεί ότι οι δεύτερες αποτελούν απλώς συνέχεια και πειραματική επιβεβαίωση των πρώτων.
 
        Πώς θα μπορούσε να εξηγηθούν τότε αυτοί οι συχνά εκπληκτικοί πα­ραλληλισμοί; Συμβαίνει αυτό από καθαρή τύχη; Συμβαίνει επειδή οι στοχα­στές εκείνοι είχαν μια πηγαία διαίσθηση και ενόραση - εκτός από την έλλογη, κριτική ικανότητα - που τους οδηγούσε στη σωστή επιστημονική κατεύθυν­ση; Ή συμβαίνει επειδή ο δικός τους "τρόπος του σκέπτεσθαι" μπόλιασε όλην τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, ώστε ο τελευταίος να βαδίζει πάνω στα δικά τους χνάρια; Με μια γενική απάντηση κινδυνεύουμε, τονίζοντας τις συμπτώσεις, να οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ή, παραβλέποντας τις ομοιότητες, να αχθούμε σε μια υπεραπλούοτευση και τέ­λεια παρεξήγηση του έργου των Προσωκρατικών. Την απάντηση, κατά περί­πτωση, ας την ζυγίσει και ας την δώσει ο ίδιος ο αναγνώστης.
 ----------------------
1.   Απόσπασμα από το βιβλίο: Κων/νου Ι. Βάμβακα, Οι θεμελιωτές της Δυτικής Σκέψης - Ένας διαχρονικός παραλληλισμός μεταξύ Προσωκρατικού στοχασμού, Φιλοσοφίας και Φυσι­κής Επιστήμης. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001.
2.    Vlastos, G, Cornfοrd's Principurn Sapientiae, 42-55
3.    Οι επόμενες περίοδοι είναι η περίοδος της αττικής φιλοσοφίας (5ος-4ος σι.π.Χ.) [Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης], η μεταριsτοτελική περίοδος (3ος-1 ος αι. π.Χ.) [Στωικοί, Επι­κούρειοι, Σκεπτικοί], η νεοπλατωνική περίοδος (Ιος-3οςαι. μ.Χ.) και η περίοδος της ελληνικής χριστιανικής φιλοσοφίας 9330-1353 μ.Χ.).
4.     Bacon, F., Novum Organum, 363
5.      Bacon, F., Novum Organum, 31
6.      Bacon, F., Novum Organum, 327, 333, 338
7.      Russell, B. Ιστορία της  Δυτικής Φιλοσοφίας, τομ. Β', 232 
8.       Feynman, R. Το νόημα των πραγμάτων, 39 
9.      Heisenberg, W., Der 7e/7 und dos Gonze, 80
10. Αν οι επιστήμονες ανέφεραν στις ανακοινώσεις τους πώς συνέλαβαν για πρώτη φορά τις θεωρίες τους, θα είχαμε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Μερικοί τι έκαναν: Ο χημικός F.Kekuli ονειρεύτηκε πρώτος τον κυκλικό χαρακτήρα του βενζολίου στον ύπνο του (Benfey. O.T., (of Chemical Education, Vol.35, 1958, 21 ). 0 W.Heisenberg, βραβείο Nobel Φυσικής, είχε μια στιγμιαία "φώτιση" (Ernüchterung) στην Ελγολάνδη, που τον έφερε στην τελική διατύπωση της κβαντομηχανικής θεωρίας του (Heisenberg, W., Wandlungen ¡n den Grundlagen der Naturwissenschaft, X)0 M.Calvin, βραβείο Nobel Χημείας, είχε μπροστά στο τιμόνι του αυτοκινήτου του μια στιγμιαία έμπνευση που τον οδήγησε στη γνωστή θεωρία του κύκλου φωτοσύνθεσης του διοξειδίου του άνθρακα (/.of Chemical Education, Vol.35, 1958,428).O C.Townes, βραβείο Nobel Φυσικής, συνέλαβε την ιδέα των laser καθώς ερέμβαζε ένα πρωινό στο πάρκο της Ουάσιγκτον (Roberts, R.M., Serendipity, 82).
11.   Stillman, D. Cp., C.Galileo. Dialogue Concerning the Two Chief World Systems, 327-328
12.   Popper, K., Bod: to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Pormenides, 9.
13.    Einstein, Α., Mem Wektbild, 110-111
14.    Sambursky, S., Dos physikalische Weltbild der Antike, 608, 610
15.    Dórr, H.-P., Wssenscho/t und Wirklichkeit aber die Beziehung zwischen dem Weltbild der Physik und der eigentlichen Wirklichkeit, 33
16.    Heisenberg, W., Wandlungen ¡n den Grundlagen der Naturwissenschaft, 17
17.     Einstein, A., Mein Weltbild, 112
18.    Popper, Κ., Back to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Parmenides, 12
19.     Popper, K., Rack to the Presocratics. In: Popper, K., The World of Parmenides, 12, 24.
20.     Sambursky, S., Dos phys/ta/isc/ie Weltbild der Antike, 619
21.     Μαλεβίτσης, Χ., Τα  μήλα των Εσπερίδων, 183
22.     Popper, K., Back to the Presocratics In: Popper, K., The World of Parmenides, 23.
 
Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ: ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Σκιαγραφώντας το πρόβλημα της «ανθρώπινης κατάστασης» υπό το πρίσμα του Σαρτρ και του Καμύ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΥπαρξισμόςΟ Υπαρξισμός αποτελεί το φιλοσοφικό εκείνο κίνημα που θέτει την ανθρώπινη ύπαρξη στο κέντρο κάθε αναζήτησης. Η πεποίθηση πως υπάρχει οντολογική προτερασιότητα της ουσίας έναντι της ύπαρξης, που αποτελούσε την βάση της φιλοσοφίας πρωτύτερα, με την εμφάνιση του υπαρξισμού κλονίζεται. Με τον υπαρξισμό υπάρχει πρώτη φορά διαχωρισμός της ύπαρξης από την ουσία· για το ρεύμα αυτό, η ύπαρξη αποτελεί μια φυσική ιστορική οντότητα που συνδέεται με τον χωροχρόνο στον οποίο νοείται και λειτουργεί. Εν αντιθέσει με την ως τότε αντίληψη πως η ανθρώπινη ύπαρξη βασίζεται σε μια ουσία, σύμπλεγμα μορφής και ύλης ή ψυχής, ο υπαρξισμός πρεσβεύει πως στον άνθρωπο είναι η ουσία αυτή που έπεται ενώ η ύπαρξη προηγείται. Με άλλα λόγια, πρέπει κανείς πρώτα να υπάρχει για να μπορέσει έπειτα να φτιάξει αυτό που πραγματικά είναι.

Η δυνατότητα όμως να μπορέσει κάποιος να δομήσει το είναι του, συνεπάγεται για τους υπαρξιστές την ύπαρξη μιας στενής σύνδεσης ανάμεσα στο είναι και στην ελευθερία σκέψης και δράσης του ανθρώπου. Επομένως, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον υπαρξισμό η έννοια της ελευθερίας και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας του γιατί η ελευθερία για τους υπαρξιστές είναι αυτή που καθορίζει την οντολογική κατάσταση των ανθρωπίνων όντων. Ως αποτέλεσμα, και η συνείδηση δεν αποτελεί μια απλή αποθήκη συσσώρευσης δεδομένων αλλά αντιθέτως είναι η βασική προϋπόθεση για να μπορέσει ο άνθρωπος να δώσει νόημα στην ζωή του.

Δύο από τους αντιπροσωπευτικότερους υποστηρικτές του υπαρξισμού είναι ο Σαρτρ και ο Καμύ. Αν και οι φιλοσοφικές τους αποκλίσεις είναι ευρείες με αποτέλεσμα να έρχονται αντιμέτωποι υποστηρίζοντας αντίθετες απόψεις, ωστόσο και οι δύο ξεκινάνε με δεδομένο την πρωτοκαθεδρία της ύπαρξης έναντι της ουσίας και ενάντια σε κάθε μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, προσπαθούν να την εξηγήσουν μέσα από την λογοτεχνική τους παραγωγή.

Οι θέσεις του Σαρτρ σχετικά με την ανθρώπινη κατάσταση αναλύονται στο δοκίμιό του Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του ‘κάθε αλήθεια και κάθε πράξη εξυπακούουν ένα κοινωνικό περιβάλλον και μια ανθρώπινη υποκειμενικότητα’. Κατά συνέπεια, μπορεί να υπάρξουν άπειρες υποκειμενικότητες και ο άνθρωπος έτσι φτιάχνει το είναι του μέσα από τις πράξεις που κάνει στο δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει. Υπ’ αυτή την έννοια, ο άνθρωπος είναι ένα ελεύθερο ον, όποιες και αν είναι οι συνθήκες της ζωής του και επομένως έχει ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να επιλέξει τον δρόμο που θα ακολουθήσει.

Κατά τον Σαρτρ λοιπόν, δεν υπάρχει ένα υπόστρωμα, μια γενική ανθρώπινη φύση. Αντιθέτως, αρχικά δεν υπάρχει τίποτα και έτσι ο μόνος τρόπος να φτιαχτεί η ανθρώπινη φύση είναι η δράση του ίδιου του ανθρώπου έτσι ώστε να γίνει ‘πάνω απ’ όλα αυτό που θα έχει σχεδιάσει να γίνει’, εννοώντας πως η θέλησή του αυτή θα είναι μια συνειδητή απόφαση και γι΄αυτό κατά συνέπεια ο άνθρωπος θα έχει την πλήρη ευθύνη γι΄αυτό που είναι, την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Δημιουργώντας όμως ο άνθρωπος αυτό που είναι συνειδητά, αναπόφευκτα παράλληλα επηρεάζει και την ζωή των άλλων, γιατί κάθε του απόφαση καθορίζει και την τροπή των γεγονότων μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο δρα. Επομένως, εφόσον οι άνθρωποι αλληλοσυνδέονται μεταξύ τους, καθένας πέρα από την ευθύνη για την ύπαρξή του έχει ευθύνη και απέναντι σε ολόκληρη την ανθρωπότητα γιατί επηρεάζει την πορεία της με τις αποφάσεις και τις πράξεις του.

Έτσι λοιπόν, ‘δεν υπάρχει τίποτα προκαθορισμένο’. Ένας άνθρωπος που είναι ελεύθερος, είναι πάντα ελεύθερος, είναι ουσιαστικά ‘καταδικασμένος να είναι ελεύθερος’. Όμως αυτή του η ελευθερία τον φέρνει αντιμέτωπο με την ευθύνη της επιλογής και για το λόγο αυτό, ακριβώς επειδή είναι ελεύθερος να κάνει οποιαδήποτε επιλογή θέλει, είναι αυτός που θα επιβαρυνθεί και με τις συνέπειες των πράξεών του. Αυτό δημιουργεί στον άνθρωπο ένα άγχος. Όταν συνειδητοποιεί πως είναι ελεύθερος να επιλέξει ό,τι θέλει, αντιλαμβάνεται πως οι συνέπειες των πράξεών του είναι καθαρά δική του ευθύνη και δεν μπορεί να ρίξει το φταίξιμο σε κανέναν άλλο. Ούτε υπάρχουν δικαιολογίες για τις επιλογές που κάνει. Δεν θα πρέπει όμως αυτό να σταματήσει κάποιον από τη δράση ή να αναστέλλει τις αποφάσεις του. Αντιθέτως, θα πρέπει κανείς να παίρνει συνειδητά αποφάσεις και να υπόκειται στις συνέπειές τους καθώς ‘το άγχος δεν είναι ένα παραπέτασμα που μας χωρίζει από τη δράση αλλά αποτελεί μέρος αυτής της ίδιας της δράσης’.

Θα πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος να θυμάται πως είναι ριγμένος στον κόσμο αυτό ως ενεργό μέλος, εν δυνάμει διαρκώς σε κατάσταση ικανή να παίρνει αποφάσεις και επομένως πάντα σε θέση να λάβει την ευθύνη των πράξεών του ακόμη και όταν αρνείται τις ευθύνες του, ακόμη και αν αρνείται να δράσει και παραμένει παθητικός δέκτης των καταστάσεων. Γιατί όπως ‘ο δειλός είναι υπεύθυνος για τη δειλία του, γιατί φτιάχτηκε έτσι δειλός από τις πράξεις του’ έτσι και η απόφαση της μη δράσης είναι μια επιλογή που ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να κάνει∙ γι’ αυτό και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την απραγία του σαν δικαιολογία για όσα του συμβαίνουν ή όχι στη ζωή του. Ουσιαστικά, λοιπόν, ‘δεν είναι δυνατό να μην διαλέξει κανείς’· ο άνθρωπος στο μόνο που δεν είναι ελεύθερος είναι το να μην είναι ελεύθερος.

Εφόσον όμως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, δεν υπάρχει καμία γενική ηθική που να του υποδεικνύει πως πρέπει να πράττει. Για τον Σαρτρ η ηθική έχει τη μορφή της ελευθερίας της συνείδησης με την έννοια ότι ο άνθρωπος είναι αυτός που καθορίζει και την συνείδησή του και είναι υπεύθυνος για την προσωπική του αυτονομία. Εφόσον μπορεί να σκεφτεί, μπορεί και να έχει συνείδηση των πράξεών του και καταφέρνει να έχει γνώση του εαυτού του αλλά και των άλλων, απαραίτητες και οι δύο προϋποθέσεις για να οικοδομήσει την παγκοσμιότητα διαλέγοντας τον εαυτό του με βάση παράλληλα και το σχέδιο ζωής του κάθε άλλου ανθρώπου της οποιαδήποτε εποχής. Γιατί ‘ ο άνθρωπος φτιάχνεται, δεν είναι ολοκληρωμένος από τα πριν, φτιάχνεται διαλέγοντας την ηθική του και η πίεση των περιστάσεων είναι τέτοια που δεν μπορεί να μην διαλέξει μια ηθική’.

Βέβαια, όταν ο άνθρωπος βασίζει τις επιλογές του στις κοινωνικές διδαχές και στις κρίσεις των άλλων ή ακόμη κι όταν προσπαθεί να επιβάλλει στους άλλους τις διαθέσεις του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοια συμπεριφορά από το γεγονός ότι είναι και αυτή μια επιλογή που είναι ελεύθερος να κάνει. Γιατί σε αυτή τη περίπτωση θα μιλούσαμε για κακή πίστη, κακή χρήση της ελευθερίας του ανθρώπου που αντί να χρησιμοποιήσει την δυνατότητα επιλογής που του δίνει η ελευθερία του, δανείζεται τα αξιακά συστήματα του περιβάλλοντος και των γύρω του και έτσι ουσιαστικά δεν είναι ελεύθερος. Κατά συνέπεια, αποτάσσει την υπευθυνότητα που συνδέεται με τις πράξεις του και επομένως και την ελευθερία του. Ελεύθερος είναι μόνο ο άνθρωπος εκείνος που αποφασίζει, έχει την πλήρη ευθύνη για τις επιλογές του και επωμίζεται και τις συνέπειες των πράξεών του.

Από την άλλη, τα θέλω του ανθρώπου έχουν υποκειμενική μορφή. Αυτό σημαίνει πως ο καθένας δίνει νόημα σε αυτά που έχουν σημασία γι” αυτόν και έτσι τα θέλω του καθένα έχουν σχετικό χαρακτήρα. Λέει ο Σαρτρ ‘ Προτού να ζήσετε, η ζωή δεν είναι τίποτα. Σε σας εναπόκειται να της δώσετε ένα νόημα και η αξία δεν είναι τίποτε άλλο από το νόημα που διαλέγετε να της δώσετε’. Για τον Σαρτρ υπάρχει μόνο ένα πράγμα που δεν μπορεί να είναι σχετικό σε καμία περίπτωση και αυτό είναι το απόλυτο της βίας. Κατά τα λεγόμενά του, η βία ενάντια σε κάθε είδος κοινωνική διαστρέβλωση πρέπει να τηρηθεί γιατί αλλιώς η ελευθερία καταργείται.

Απέναντι στον Σαρτρ, αυτόν τον προικισμένο με λογοτεχνικές ικανότητες φιλόσοφο που χρησιμοποιεί την τέχνη του γραπτού λόγου για να αναπτύξει τις θεωρίες του, βρίσκεται ο Καμύ, ένας λογοτέχνης με φιλοσοφικές ανησυχίες ο οποίος μέσα από τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες που πλάθει, καταφέρνει να περάσει στο ευρύ κοινό τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό. Και για τους δύο, η λογοτεχνία είναι ένας κόσμος όπου ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερος διαμορφώνοντας το έργο του, να διαμορφωθεί και ο ίδιος.

Ο Καμύ δεν συμφωνεί με τον Σαρτρ στο θέμα της ελευθερίας. Γι’ αυτόν ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος παρά μόνο για να διαλέξει σε τι θα δώσει νόημα ή όχι στη ζωή του. Όσο κανείς δεν προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή, επιμένει να την διανύει μέσα σε μια μηχανικότητα χωρίς ουσία. Όταν όμως συνειδητοποιεί την κατάστασή του και αναλογίζεται πάνω σ’ αυτή, τότε έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική της σημασία και ψάχνει να βρει αυτό που θα τον κάνει ευτυχισμένο. ‘Το ότι αρχίζεις να σκέφτεσαι σημαίνει ότι αρχίζεις να φθείρεσαι’ λέει ο Καμύ στο δοκίμιό του Ο μύθος του Σίσυφου· με την σκέψη αλλάζει ο τρόπος που βλέπει κανείς την πραγματικότητα και έτσι αλλάζει και ο τρόπος που νοηματοδοτεί τη ζωή.

Το νόημα όμως και η ευτυχία, συνυπάρχουν στον κόσμο με το παράλογο. Όταν ο άνθρωπος ψάχνει να βρει νόημα μέσα στο χάος της ζωής και ο κόσμος δεν του αποκρίνεται, γεννιέται το αίσθημα του παραλόγου. Μπορώ να αρνηθώ τα πάντα, λέει ο Καμύ, ‘εκτός από τον πόθο της ενότητας, την επιθυμία της εξήγησης, την ανάγκη για σαφήνεια και συνοχή’. Ο άνθρωπος που δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο, αλλά ψάχνει να βρει νόημα μέσα σ’ αυτόν για να αισθανθεί ευτυχισμένος, και δεν καταφέρνει παρ’όλ’αυτά να βρει μια εξήγηση, νιώθει ένα υπαρξιακό κενό που του γεννά το αίσθημα του παραλόγου της ύπαρξης. ‘Ο συνηθισμένος άνθρωπος, προτού γνωρίσει το παράλογο, ζει θέτοντας στόχους, φροντίζει για το μέλλον, ενεργεί σαν να ήταν ελεύθερος, ακόμα κι αν όλα τα γεγονότα πάνε κόντρα σ’ αυτή την ελευθερία. Μετά τη γνωριμία με το παράλογο, κλονίζονται τα πάντα’. Η ζωή μοιάζει χωρίς νόημα και μια ζωή χωρίς νόημα δεν αξίζει να τη ζει κανείς. Επομένως, ή δεν θα πρέπει κανείς να ζει ή θα πρέπει μέσα στο πλαίσιο στο οποίο ζει και τις συνθήκες που επικρατούν γύρω του, να καταφέρει να βρει τι έχει πραγματικά αξία.

Εκεί που ο Σαρτρ έβλεπε τον άνθρωπο μόνο του απέναντι στην ελεύθερη επιλογή του, ο Καμύ τον βλέπει να διανύει έναν μοναχικό βίο επαναλαμβάνοντας τις ίδιες παράλογες κινήσεις, ανάλογο με αυτόν του Σίσυφου που διαρκώς ανέβαζε μια πέτρα στον λόφο, για να την αφήσει να ξανακυλήσει και να ξανακάνει μονίμως το ίδιο από την αρχή. Είναι τραγική η συνειδητοποίηση του παραλόγου· όμως δεν είναι δικαιολογία για να ξεσπάσει κανείς με βία. Για τον Καμύ, σε αντίθεση με τον Σαρτρ, η βία δεν αποτελεί ποτέ ορθή λύση. Ορμώμενος από μια ηθική του μέτρου και της κοινής συνύπαρξης, βλέπει σαν λύση αντιμετώπισης του παραλόγου την αλληλεγγύη και την πίστη στις αξίες που δίνει η ζωή. Εφόσον ο άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου αυτού και ζει μέσα σ’ αυτόν, θα πρέπει να μάθει να συνυπάρχει αρμονικά με τους γύρω του, θα πρέπει να οπλιστεί ενάντια στο παράλογο και να προσπαθήσει να νοηματοδοτήσει τη ζωή.

Αυτό μπορεί ο άνθρωπος να το καταφέρει μέσα από την ανθρώπινη επικοινωνία και να μην βασίζεται σε ουτοπίες ή σε απόλυτες αλήθειες, απλά γιατί τίποτα το απόλυτο και καμία ουτοπία δεν υπάρχει. Μέσα σε ένα κλίμα παραλόγου, η ελπίδα έρχεται αν ‘καταλήξουμε σε μια δημιουργική στάση, που μπορεί να συμπληρώσει την παράλογη ύπαρξη’. Το παράλογο φυσικά είναι δεδομένο, δεν μπορεί δηλαδή ποτέ να εξαλείφει ολοκληρωτικά. Συνεπώς, δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσει κανείς να το εξαφανίσει γιατί αυτό δεν είναι δυνατό. Ο κόσμος είναι έτσι πλασμένος που οδηγεί στη δυστυχία· όμως παρ’όλ’αυτά μπορεί να βρει κανείς μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία τρόπους για να είναι ευτυχισμένος. Αφού δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει το παράλογο, θα πρέπει να μάθει να ζει μέσα σ’ αυτό και να δημιουργεί νόημα με ότι κάνει. Απάντηση επομένως δεν είναι η στέρηση της ζωής αλλά η ενσυνείδηση της κατάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης και η συμφιλίωση μ’ αυτή.

Μπορεί λοιπόν ο άνθρωπος να διανύει μια ζωή μέσα στο αίσθημα του παραλόγου, όταν όμως συνειδητοποιήσει πως το πεπρωμένο του τού ανήκει καταλαβαίνει πως είναι κύριος της ζωής του. ‘Έτσι, όπως ο Σίσυφος νικά τη μοίρα του με την περιφρόνηση που δείχνει για το μαρτύριό του καθώς ‘η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του’ και ο άνθρωπος μπορεί να εμποδίσει το παράλογο να τον νικήσει με το να γίνει ο ίδιος δημιουργός νοήματος. Αν, λοιπόν, μπορούμε να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο, είναι γιατί δεν αφήνει το μαρτύριό του να τον καταβάλλει∙ κατ’ αναλογία, μπορούμε να φανταστούμε και τον άνθρωπο ευτυχισμένο, αν ζει τις μέρες του με πλήρη συνείδηση του παραλόγου του και κατορθώνει έτσι να χαίρεται όλες τις στιγμές τις ζωής του, όσο δύσκολες κι αν είναι.

Δεν αφήνουμε ένα νεογέννητο πλάσμα να κλαίει, δεν το εκπαιδεύουμε να μπορεί να υπάρχει μόνο του

Αποτέλεσμα εικόνας για μητερα και παιδι πινακεσΤα νεογέννητα και τα βρέφη έχουν τεράστια ανάγκη από την αγκαλιά.
Οι υπέροχοι μικροί άνθρωποι, νιώθουν και συναισθάνονται τα πάντα, γιατί χρειάζεται να επιβιώσουν και να συνηθίσουν την καινούργια τους πραγματικότητα. Η επιβίωση τους πραγματώνεται μέσα από την μητρική μορφή και η μητέρα χρειάζεται να ανταποκρίνεται άμεσα στις ψυχοσωματικές και ψυχοσυναισθηματικές ανάγκες του μωρού της.

Η άμεση ανταπόκριση δημιουργεί την Εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη δημιουργεί την απαραίτητη προσκόλληση και η προσκόλληση δίνει το έναυσμα για την "γέννηση" ενός ψυχικά υγιή μικρού ανθρώπου. Η αγκαλιά είναι ένα "χορός" αισθήσεων και συναισθημάτων, μια υπέροχη και βαθιά ανθρώπινη μορφή μη-λεκτικής επικοινωνίας, μια έκφραση αγάπης. Μπορεί τα νεογέννητα και βρέφη να μην μπορούν να μιλήσουν αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η ψυχή τους δεν έχει Λόγο.

Μέσα από την αγκαλιά, το μικρό πλάσμα Ενδυναμώνει, εξελίσσεται ψυχικά, βιώνει εμπιστοσύνη, ανακουφίζεται και έρχεται σε επαφή με την ύπαρξη μέσα από ένα "πλαίσιο" όμορφων συναισθημάτων και Σύνδεσης με τον πιο βασικό άνθρωπο στην ζωή του : την Μητέρα του.

Αν υπάρχει κάτι που ορίζει την μετάβαση μας από την ενδομήτρια στην εξωμήτρια ζωή είναι η Εξέλιξη. Σωματική και ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη. Η γέννηση είναι η πιο δυνατή μορφή της εξελικτικής διαδικασίας που ορίζει την μεταμόρφωση του εμβρύου σε μωρό και την απόφαση του να εμπιστευθεί την ύπαρξη του και να γεννηθεί, έχοντας βιώσει την εναρμόνιση του με την μητέρα του κατά την διάρκεια της κύησης.

Μετά την γέννηση του για να συνεχίσει να εξελίσσεται συναισθηματικά και ψυχικά ένα νεογέννητο χρειάζεται να ενσωματώσει μέσα του την μορφή της μητέρας του. Το πρώτο ψυχοσωματικό περιβάλλον είναι το ενδομήτριο και μετά την γέννηση του καλείται να υπάρχει και να εξελίσσεται σε ένα εντελώς καινούργιο και ξένο για την οντότητα του περιβάλλον. Όλα έξω από την οντότητα του, είναι καινούργια και ξένα. Το νεογέννητο χρειάζεται ένα μπούσουλα, έναν “οδηγό” που θα το βοηθήσει να ενσωματώσει σταδιακά δύο ζητούμενα : την διαδικασία εκπλήρωσης ψυχικών και συναισθηματικών αναγκών από την βασική τροφό και την διαδικασία συνύπαρξης με το καινούργιο του περιβάλλον μέσα από την επαφή του με την μητέρα του.

Η μητρική μορφή είναι το κοινό σημείο αναφοράς ανάμεσα στο Πριν (ενδομήτρια ζωή) και στο Τώρα (εξωμήτρια ζωή), για τα μάτια του νεογέννητου.

Κάθε Εξέλιξη χρειάζεται να Σταθεροποιείται. Το νεογέννητο εξελίσσεται μέσα από την σωματική και ψυχική επαφή του με την μητέρα του, μέσα από τον μητρικό θηλασμό, την συν κοίμηση, την απεριόριστη αγκαλιά και την άμεση απόκριση της στις ανάγκες που εκφράζει. Νιώθοντας ότι η μητέρα του είναι πάντα δίπλα του για να εκπληρώσει τις ανάγκες του, ενσωματώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο βιώνει την ύπαρξη του και νιώθει ότι το καινούργιο δεν είναι ξένο γιατί η μητρική μορφή φροντίζει για την ασφάλεια και την προστασία του.

Δεν αφήνουμε ένα νεογέννητο πλάσμα να κλαίει, δεν το εκπαιδεύουμε να μπορεί να υπάρχει μόνο του. Μέσα από συναίσθημα δημιουργείται η ζωή, μέσα από συναίσθημα γεννιόμαστε και μέσα από την συναισθηματική επαφή βιώνουμε την πρόγευση της ύπαρξης μας γιατί, το νεογέννητο είναι πλήρως εξαρτημένο από την μητέρα του για την επιβίωση του και το νιώθει.

Η πλήρη εξάρτηση όταν δεν συνοδεύεται από άμεση εκπλήρωση αναγκών δημιουργεί άγχος και απόγνωση που για τα μάτια ενός βρέφους μπορεί να βιωθεί και ως κίνδυνος για την ζωή του. Δεύτερον είναι εσωτερική ανάγκη και ανάγκη ψυχής, να νιώθει ότι είναι συναισθηματικά συνδεδεμένο με τον φροντιστή που σηματοδοτεί τον μόνο άνθρωπο που μπορεί να το βοηθήσει να Υπάρχει στην ύπαρξη του, να αναγνωρίζει το καινούργιο του περιβάλλον και να δημιουργεί τον εσωτερικό του κόσμο .

Μια υπέροχη αρχή αλλά κάθε αρχή χρειάζεται να έχει εξέλιξη και κάθε εξέλιξη να έχει σταθερή βάση. Η νεογέννητη και η βρεφική ζωή είναι η βάση της ψυχικής πυραμίδας του ανθρώπου που οι εμπειρίες καταγράφονται, η αίσθηση δημιουργεί συν-αίσθημα και όλες αυτές οι διεργασίες γίνονται επάνω στην βασικότερη ανάγκη: την ανάγκη της ανθρώπινης σχέσης, της ανάγκη της εκπλήρωσης, της ανάγκη της συναίσθησης.

Ένα χορτασμένο από ασφαλή και υγιή προσκόλληση βρέφος, γίνεται ένα ήρεμο, χαρούμενο νήπιο έτοιμο να ανακαλύψει τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Έτοιμο να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί πρωτόγνωρα συναισθήματα, έτοιμο να καλοδεχτεί την άνθιση των γνωστικών διαδικασιών, καλύτερα «εξοπλισμένο» για να διαχειριστεί απογοήτευση και μορφές ματαιώσεων.

Στην παιδική ηλικία ενθαρρύνει και δίνει ώθηση. Κάθε φορά που το παιδί "πέφτει" ( κυριολεκτικά και μεταφορικά) η αγκαλιά το βοηθάει να ξανασηκώνεται στα μικρά του ποδαράκια και μαθαίνει να διαχειρίζεται ματαιώσεις. Είναι δύσκολες οι ματαιώσεις για τα μικρά παιδιά, γιατί έρχονται σε επαφή με επώδυνα συναισθήματα. Η αγκαλιά από τους αγαπημένους του ανθρώπους ( γονείς) σε στιγμές απογοήτευσης και άγχους ενδυναμώνει τον μικρό άνθρωπο και βάζει ένα μικρό αλλά πολύ σημαντικό λιθαράκι για την πολυπόθητη αυτοεκτίμηση. Και μετά έρχεται η Ώθηση. Η αίσθηση ότι μπορείς κάθε φορά που πέφτεις να ξανασηκώνεσαι και να συνεχίζεις. Όλες οι προαναφερθείσες εμπειρίες είναι βιωματικές. Χρειάζεται να αισθανθείς, να συνδεθείς και να βιώσεις τα συναισθήματα που γεννιούνται. Η μη-λεκτική, η σωματική επικοινωνία κρύβει μέσα της βαθιές υπαρξιακές αλήθειες και εκπληρώνει ψυχικές ανάγκες.

Για την θετική αλλαγή

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσοΣταμάτα να νιώθεις και να σκέφτεσαι λες και είσαι αποτυχημένος,
επειδή ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ.

Πώς να σε δεχτούν οι άλλοι, αν εσύ δεν δέχεσαι τον
εαυτό σου;

● Όταν βλέπεις μοντέλα και γυμνασμένα κορμιά στην τηλεόραση,
σκέψου περισσότερο την αυτοβελτίωση, όχι την κατάντια. Η αποδοχή
του εαυτού σου δεν σημαίνει μόνο να έχεις πιο λεπτά πόδια, η τέλειους
κοιλιακούς. Επικεντρώσου στην εσωτερική ομορφιά.

● Όταν άνθρωποι νιώθουν χάλια και είναι στα κάτω τους, προσπάθησε
να τους αναβάσεις Μην πέσεις και συ μαζί τους. Θα σε τραβήξουν κάτω
και θα βρεθείς πιο χαμηλά από αυτούς.

● Ο κόσμος είναι μια τεράστια αίθουσα για μάθημα, όχι για λάθη. Μην
νιώθεις χαζός και για πάντα καταραμένος απλά επειδή απέτυχες σ’ ένα
τεστάκι. Υπάρχει πάντα η επόμενη φορά. Κάνε χώρο για αυτο-βελτίωση.

● Πάρε τα πράγματα ένα τη φορά. Δεν μπορείς να περιμένεις από το
«μαύρο πρόβατο» να γίνει καλό και υπάκουο σε ένα δευτερόλεπτο Η
αυτοβελτίωση είναι κάτι που γίνεται μέρα με τη μέρα.

● Η αυτοβελτίωση σχετίζεται με την εσωτερική σου σταθερότητα,
την ανάπτυξη του χαρακτήρα, και την επιτυχία. Προέρχεται από την
αυτοεκτίμηση, και την αυτοπεποίθηση.

● Θέσε σοβαρούς και εφικτούς στόχους. Η αυτοβελτίωση δεν θα σε
κάνει ένα ακριβές αντίγραφο μιας διασημότητας, αλλά προσπαθεί να
κάνει ένα νέο και βελτιωμένο εσύ!

● Μικρά πράγματα σημαίνουν πολλά σε άλλους. Μερικές φορές δεν
συνειδητοποιούμε ότι τα μικρά πράγματα που κάνουμε, όπως ένα χάδι
στην πλάτη, η ένα φιλικό «γεια», ή λέγοντας κάτι καλό στον γείτονα μας
μπορεί να τους κάνει να νιώσουν τόσο καλύτερα. Όταν αρχίσουμε να
εκτιμάμε τα όμορφα πράγματα γύρω μας, θα αρχίσουν να εκτιμάνε και
εμάς, και να μας βλέπουν πιο όμορφους.\

● Όταν είσαι έτοιμος να δεχτείς την αλλαγή, και να αρχίσεις την
διαδικασία της αυτοβελτίωσης, αυτό Δεν σημαίνει ότι είναι και οι
υπόλοιποι. Ο κόσμος μας είναι ένα μέρος όπου ζουν άνθρωποι διαφόρων
αξιών και σκεπτικών. Μερικές φορές, ακόμα και αν πιστεύεις ότι οι
φίλοι σου θέλουν να κάνουν ταυτόχρονα με σένα κάποια πράγματα, μήν
είσαι σίγουρος ότι θα δεχτούν και την πρόσκληση για αυτοβελτίωση.
Πρέπει πάντα ωστόσο να θυμόμαστε ότι Δεν υπάρχει μια συνταγή για
«επιτυχία εν μία νυκτί». Είναι πάντοτε ένα όμορφο συναίσθημα να κρατάς
τα πράγματα που ήδη έχεις, καταλαβαίνοντας ότι αυτά τα πράγματα είναι
ακριβώς αυτά που κάποτε ευχόσουν να έχεις.

Μία πολύ ωραία φράση λέει «Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, θα εμφανιστεί ο
δάσκαλος
». Είμαστε όλοι εδώ για να μάθουμε. Οι γονείς μας, οι καθηγητές,
οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι γείτονες... είναι όλοι τους δάσκαλοι μας.
Όταν είμαστε ανοικτοί προς την αυτοβελτίωση, αυξάνουμε τις πιθανότητες
να οδηγηθούμε στον δρόμο για την επιτυχία.

Θεμελιώδεις Αλήθειες για την Προσωπική Ανάπτυξη

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσοΟι βασικές αρχές της προσωπικής ανάπτυξης είναι στα χέρια σου!

Πριν αποφασίσουμε να δεσμευτούμε σε μια διαδικασία όπου η προσωπική ανάπτυξη έχει ουσιαστικό νόημα, υπάρχει ένας αριθμός από βασικά πλαίσια τα οποία χρειάζεται να αποδεχτούμε.

Στην προσωπική ανάπτυξη υπάρχουν θεμελιώδεις αλήθειες. Ένας από τους πιο βασικούς κανόνες είναι πως η λέξη ξέρω είναι απαγορευτική. Είναι αμέτρητες οι φορές που δηλώνουμε στον εαυτό μας πως ξέρουμε είτε μια γνώση είτε ένα πλάνο μέσω του οποίου θα επιτύχουμε προσωπική ανάπτυξη. Όμως δεν είναι πάντα τόσο απλό.

Η γνώση είναι δύναμη όμως η επίγνωση για το τι πρόκειται να κάνουμε με αυτήν, είναι καθοριστική. Σκέψεις, επιλογές, όνειρα και εμπειρίες είναι μόνο ένα μικρό μέρος των γνώσεων που εύλογα πιστεύουμε πως έχουμε αλλά δεν τις αξιοποιούμε κατάλληλα.

Παρακάτω, καταγράφονται 7 από τις πιο θεμελιώδεις αλήθειες για την προσωπική ανάπτυξη.

#1. Έχεις την Ευθύνη της Ζωής σου
Χρειάζεται να αναγνωρίσεις πως το μεγαλύτερο ποσοστό των καταστάσεων της ζωής σου μπορούν να αλλάξουν. Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις που έρχονται κυριολεκτικά από τον ουρανό και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι.

Όμως, προσωπική ανάπτυξη είναι η απόφαση πως στις καταστάσεις που έχουμε τον έλεγχο, είμαστε έτοιμοι να δεσμευτούμε ώστε να μέσω αυτών να εκφράσουμε τις πιο ισχυρές ικανότητες μας σε όλο τους το φάσμα.

#2. Μαζική Δράση
Το τυπικό οκτάωρο δεν αρκεί. Όλοι βλέπουμε πως το Έθνος της ευκολίας και του γρήγορου φτάνει στην Δύση του. Τα πραγματικά αποτελέσματα μπορούν να έλθουν γρήγορα και αυτό δεν περιλαμβάνει ούτε μυστικούς κώδικες ούτε εξωγήινους αλγόριθμους. Για να επιτευχθεί όμως προσωπική ανάπτυξη υψηλού επιπέδου, χρειάζεται να πληρώσεις το τίμημα.

Το τίμημα είναι οι διαδικασίες μαζικής δράσης όπου όντας απόλυτα συνειδητοποιημένος για το τι σημαίνει για εσένα το όραμα σου, είσαι έτοιμος να κάνεις θυσίες σε προσωπική ζωή, ύπνο, διαχείριση επαναλαμβανόμενων αποτυχιών και φυσικά την ανάληψη της ευθύνης για ρίσκα που πάντα ονειρευόσουν να πάρεις και συνεχώς μια δικαιολογία σε σταματούσε.

Μαζική δράση και προσωπική ανάπτυξη πηγαίνουν χέρι – χέρι. Και μαζική δράση δεν σημαίνει μόνο ποιοτικό πλάνο αλλά η ικανότητα να πραγματοποιείς γρήγορα πολλές πράξεις σχετικές με το όραμα.

#3. Πρέπει να Εμπλακείς Συναισθηματικά
Αν δεν υπάρχει πάθος η προσωπική ανάπτυξη θα είναι πάντα μια ουτοπία. Ο ενθουσιασμός είναι το καύσιμο των ονείρων και η διατήρηση του είναι η θέληση να επιμένεις όταν τα πράγματα και οι καταστάσεις δυσκολεύουν.

Αν δεν αγαπήσεις αυτό που κάνεις τότε η παραίτηση θα είναι πάντα μια πιθανότητα που θα παλεύεις μαζί της όταν σε στοιχειώνει τις στιγμές που χρειάζεται περισσότερο κίνητρο.

#4. Κυνηγάς Όνειρα που Πιστεύεις
Αν δεν πιστεύεις ο ίδιος στο όνειρο σου δεν θα είσαι ηγέτης στην ζωή σου αλλά ακόλουθος. Τα όνειρα δεν κάτι που απλά ελπίζουμε να συμβεί. Είναι ένα όραμα που ανά πάσα στιγμή μπορείς να το χαρτογραφήσεις με απόλυτη ακρίβεια.

Το όνειρο δεν επιτυγχάνεται σε μια βραδιά. Χρειάζεται πολλά βράδια που θα ξενυχτάς στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι σου, προσπαθώντας να πείσεις τον εαυτό σου πως αυτό που εσύ θεωρείς προσωπική ανάπτυξη είναι κάτι εφικτό και όχι κάτι που απλά ξεφύτρωσε σε ένα τυχαίο βραδινό όνειρο.

Η μεγαλύτερη μάχη που θα δώσεις για το όνειρο σου είναι αυτή που θα προσπαθείς συνεχώς να πείσεις τον εαυτό σου πως αξίζει να το ζήσει. Και αυτή η μάχη είναι καθημερινή.

#5. Πίστεψε στον Εαυτό σου
Η πίστη στον εαυτό σου εκφράζεται στον εαυτό σου. Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την επιχειρηματικότητα τόσο περισσότερο κατανοώ πως αυτοπεποίθηση δεν είναι να είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Ποτέ δεν θα είσαι.

Αυτοπεποίθηση είναι να πιστεύεις βαθιά πως η προσωπική ανάπτυξη είναι η ικανότητα να εξελίσσεσαι συνεχώς ανάλογα με τις καταστάσεις και κυρίως να είσαι μια αποτελεσματική νταντά του εαυτού σου.

#6. Η Επιτυχία δεν Είναι Ατύχημα, Μπορεί όμως να είναι Πυροτέχνημα
Η προσωπική ανάπτυξη είναι μια αργή διαδικασία. Όσο περιλαμβάνει την εξέλιξη των διαδικασιών και των βημάτων που χρειάζονται για να πας μπροστά άλλο τόσο απαιτεί την εξέλιξη του εαυτός σου.

Θα χρειαστεί να εξελίξεις αυτό που πίστευες πως είναι εφικτό και κυρίως να μετατοπίσεις τα παραδείγματα που έχεις για το τι σημαίνει επιτυχία για εσένα. Επιτυχία δεν είναι κάποιος πετυχημένος που μπορεί να έχεις στο μυαλό σου αλλά την πετυχημένη διαδικασία που ακολούθησε για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο.

Η επιτυχία μπορεί να έρθει, όμως η πραγματική πρόκληση είναι να την διατηρήσεις και μετέπειτα να την εξελίξεις.

#7. Τι Σημαίνει Επιτυχία για Εσένα
Τι σημαίνει για εσένα να είσαι πετυχημένος; Ποια είναι τα όρια που θέτεις για την προσωπική σου ανάπτυξη;

Ο ορισμός της επιτυχίας δεν μπορεί να στηριχτεί σε σύγκριση με άλλους ή το τι θεωρούν οι περισσότεροι πως είναι εφικτό. Αυτές τις δομές οφείλεις να τις ξεκαθαρίσεις ο ίδιος στον εαυτό σου.

Να Θυμάσαι,
Σημαντικοί πυλώνες για την προσωπική ανάπτυξη που χρειάζεται να θυμάσαι:

Καθόρισε τον στόχο με ακρίβεια.
Δεσμεύσου.
Κατανόησε τους λόγους που το κάνεις.
Εγκαθίδρυσε σημεία αναφοράς επιτυχίας.
Φτιάξε χρονοδιάγραμμα.
Η προσπάθεια σχετίζεται με την παραγωγικότητα και όχι απλά με την ασχολία.

Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι είναι ήδη πιασμένοι

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσοΟι συγκρίσεις σου φέρνουν δυσαρέσκεια; Το να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους μπορεί να μας κάνει πολύ δυστυχισμένος. Ένας φιλος μου είπε κάποτε, «Η σύγκριση είναι ο κλέφτης της χαράς».

Αυτό είναι κάτι που μου έμεινε. Αγωνίζονται μία πάνω και μια κάτω με την χαμηλή αυτοεκτίμηση μου για ολόκληρη τη ζωή μου, και σχεδόν συνεχώς συγκρίνω τον εαυτό μου σε άλλους ανθρώπους.

Τους βλέπω πιο ωραίους από μένα, σε καλύτερη φόρμα, πιο ευτυχισμένους, με καλύτερη ζωή, πιο πλούσιους, με καλύτερα ρούχα ... και ο κατάλογος συνεχίζεται. Αυτές οι συγκρίσεις δεν κάνουν τη ζωή μου καθόλου καλύτερη. Στην πραγματικότητα, με λυπούν και να εστιάζω ακόμη περισσότερο σε μένα.

Έπεσα πάνω σε μια φράση του Όσκαρ Ουάιλντ προ ημερών, που δεν είχα ακούσει εδώ και αρκετό καιρό: «Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι είναι ήδη πιασμένοι». Αυτή είναι μια καθημερινή πρόκληση για όσους από εμάς έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά επικεντρωθείτε στα μέρη του εαυτού σας που σας αρέσουν. Εργαστείτε στο να αποδεχτείτε τον εαυτό σας για τα ελαττώματα τα οποία δεν ελέγχετε. Η ζωή θα ήταν απίστευτα βαρετή, αν ήμασταν όλοι το ίδιο. Να είστε αυτός ο οποίος φτιαχτήκατε να είστε.

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο

Αποτέλεσμα εικόνας για Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσοΕρχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο,
καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο,
το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.


Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή, ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός, κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.

Μα ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάνουμε την ύλη ζωή, κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα, τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία. β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει, σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές, μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του σύμπαντου.

Αλλιώς πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας εγκαρδιώνει -φυτά, ζώα, ανθρώπους- στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.

Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες ορμές, και με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.

Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική