Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (230-307)

Αποτέλεσμα εικόνας για marcos de cuadros antiguosΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ Α

230 ΧΟ. καὶ μὴν Δαναῶν ὅδ᾽ ἀπὸ στρατιᾶς
κῆρυξ, νεοχμῶν μύθων ταμίας,
στείχει ταχύπουν ἴχνος ἐξανύων.
τί φέρει; τί λέγει; δοῦλαι γὰρ δὴ
Δωρίδος ἐσμὲν χθονὸς ἤδη.
ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ
235 Ἑκάβη, πυκνὰς γὰρ οἶσθά μ᾽ εἰς Τροίαν ὁδοὺς
ἐλθόντα κήρυκ᾽ ἐξ Ἀχαϊκοῦ στρατοῦ,
ἐγνωσμένος δὲ καὶ πάροιθέ σοι, γύναι,
Ταλθύβιος ἥκω κοινὸν ἀγγέλλων λόγον.
ΕΚ. τόδε [τόδε], φίλαι Τρῳάδες, ὃ φόβος ἦν πάλαι.
240ΤΑ. ἤδη κεκλήρωσθ᾽, εἰ τόδ᾽ ἦν ὑμῖν φόβος.
ΕΚ. αἰαῖ, τίνα Θεσσαλίας πόλιν ἢ
Φθιάδος εἶπας ἢ Καδμείας χθονός;
ΤΑ. κατ᾽ ἄνδρ᾽ ἑκάστη κοὐχ ὁμοῦ λελόγχατε.
ΕΚ. τίν᾽ ἄρα τίς ἔλαχε; τίνα πότμος εὐτυχὴς
245 Ἰλιάδων μένει;
ΤΑ. οἶδ᾽· ἀλλ᾽ ἕκαστα πυνθάνου, μὴ πάνθ᾽ ὁμοῦ.
ΕΚ. τοὐμὸν τίς ἄρ᾽ ἔλαχε
τέκος, ἔννεπε,τλάμονα Κασάνδραν;
ΤΑ. ἐξαίρετόν νιν ἔλαβεν Ἀγαμέμνων ἄναξ.
250ΕΚ. ἦ τᾷ Λακεδαιμονίᾳ νύμφᾳ δούλαν;
ἰώ μοί μοι.
ΤΑ. οὔκ, ἀλλὰ λέκτρων σκότια νυμφευτήρια.
ΕΚ. ἦ τὰν τοῦ Φοίβου παρθένον, ᾇ γέρας ὁ
χρυσοκόμας ἔδωκ᾽ ἄλεκτρον ζωάν;
255ΤΑ. ἔρως ἐτόξευσ᾽ αὐτὸν ἐνθέου κόρης.
ΕΚ. ῥῖπτε, τέκνον, ζαθέους κλῇ-
δας καὶ ἀπὸ χροὸς ἐνδυ-
τῶν στεφέων ἱεροὺς στολμούς.
ΤΑ. οὐ γὰρ μέγ᾽ αὐτῇ βασιλικῶν λέκτρων τυχεῖν;
260ΕΚ. τί δὲ τὸ νεοχμὸν ἀπ᾽ ἐμέθεν ἐλάβετε τέκος, ποῦ μοι;
ΤΑ. Πολυξένην ἔλεξας, ἢ τίν᾽ ἱστορεῖς;
ΕΚ. ταύταν· τῷ πάλος ἔζευξεν;
ΤΑ. τύμβῳ τέτακται προσπολεῖν Ἀχιλλέως.
265ΕΚ. ὤμοι ᾽γώ· τάφῳ πρόσπολον ἐτεκόμαν.
ἀτὰρ τίς ὅδ᾽ ἢ νόμος ἢ
τί θέσμιον, ὦ φίλος, Ἑλλάνων;
ΤΑ. εὐδαιμόνιζε παῖδα σήν· ἔχει καλῶς.
ΕΚ. τί τόδ᾽ ἔλακες; ἆρά μοι ἀέλιον λεύσσει;
270ΤΑ. ἔχει πότμος νιν, ὥστ᾽ ἀπηλλάχθαι κακῶν.
ΕΚ. τί δ᾽ ἁ τοῦ χαλκεομήστορος Ἕκτορος δάμαρ,
Ἀνδρομάχα τάλαινα, τίν᾽ ἔχει τύχαν;
ΤΑ. καὶ τήνδ᾽ Ἀχιλλέως ἔλαβε παῖς ἐξαίρετον.
273ΕΚ. ἐγὼ δὲ τῷ πρόσπολος ἁ τριτοβάμονος χερὶ
δευομένα βάκτρου γεραιῷ κάρᾳ;
ΤΑ. Ἰθάκης Ὀδυσσεὺς ἔλαχ᾽ ἄναξ δούλην σ᾽ ἔχειν.
ΕΚ. ἒ ἔ.
ἄρασσε κρᾶτα κούριμον,
280 ἕλκ᾽ ὀνύχεσσι δίπτυχον παρειάν.
ἰώ μοί μοι.
μυσαρῷ δολίῳ λέλογχα φωτὶ δουλεύειν,
πολεμίῳ δίκας, παρανόμῳ δάκει,
285 ὃς πάντα †τἀκεῖσ᾽ ἐνθάδ᾽
ἀντίπαλ᾽ αὖθις ἐκεῖσε† διπτύχῳ γλώσσᾳ
ἄφιλα τὰ πρότερα φίλα τιθέμενος πάντων.
γοᾶσθ᾽, ὦ Τρῳάδες, με.
290 βέβακα δύσποτμος, οἴχομαι
ἁ τάλαιν᾽, ἃ δυστυχεστάτῳ
προσέπεσον κλήρῳ.

ΧΟ. τὸ μὲν σὸν οἶσθα, πότνια, τὰς δ᾽ ἐμὰς τύχας
τίς ἆρ᾽ Ἀχαιῶν ἢ τίς Ἑλλήνων ἔχει;
ΤΑ. ἴτ᾽, ἐκκομίζειν δεῦρο Κασάνδραν χρεὼν
295 ὅσον τάχιστα, δμῶες, ὡς στρατηλάτῃ
ἐς χεῖρα δούς νιν, εἶτα τὰς εἰλεγμένας
καὶ τοῖσιν ἄλλοις αἰχμαλωτίδων ἄγω.
ἔα, τί πεύκης ἔνδον αἴθεται σέλας;
πιμπρᾶσιν, ἢ τί δρῶσι, Τρῳάδες μυχούς,
300 ὡς ἐξάγεσθαι τῆσδε μέλλουσαι χθονὸς
πρὸς Ἄργος, αὑτῶν τ᾽ ἐκπυροῦσι σώματα
θανεῖν θέλουσαι; κάρτα τοι τοὐλεύθερον
ἐν τοῖς τοιούτοις δυσλόφως φέρει κακά.
ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε, μὴ τὸ ταῖσδε πρόσφορον,
305 ἐχθρὸν δ᾽ Ἀχαιοῖς, εἰς ἔμ᾽ αἰτίαν βάλῃ.
ΕΚ. οὐκ ἔστιν, οὐ πιμπρᾶσιν, ἀλλὰ παῖς ἐμὴ
μαινὰς θοάζει δεῦρο Κασάνδρα δρόμῳ.

***

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΡΩΤΟ

Φαίνεται από πέρα να έρχεται ο Ταλθύβιος· τον ακολουθούν δορυφόροι.

Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ230Αλλά νά, απ᾽ των Αργείων το στρατόένας κράχτης σιμώνει γοργά κατά δω,κομιστής καμιάς νέας προσταγής.Τί να φέρνει; Τί να ᾽χει να πει; Η δωρικήγη μάς έχει πια σκλάβες.ΤΑΛΘΥΒΙΟΣΕκάβη, επίσημη είδηση σας φέρνω.Είμαι ο Ταλθύβιος· βέβαια θα με ξέρεις·γιατί πολλές φορές ήρθα στην Τροίααπ᾽ το στρατό σταλμένος των Ελλήνων.ΕΚΑ. Αυτό ᾽ναι που φοβόμουνα, Τρωαδίτισσες, τόσον καιρό.240ΤΑΛ. Η κλήρωση έγινε, αν αυτό φοβόσουν.ΕΚΑ. Αχ αχ, ποιά πόλη θα μας πεις της Θεσσαλίαςή και της Φθίας ή κάτω κει που ᾽ναι του Κάδμου η χώρα;ΤΑΛ. Την καθεμιά σας δίνει ο κλήρος σε άλλον.ΕΚΑ. Σε ποιόν λοιπόν η καθεμιά έχει πέσει;τύχη καλή σαν ποιά από μας να καρτερεί;ΤΑΛ. Ξέρω· ένα ένα ρώτα και θα μάθεις.ΕΚΑ. Ποιός την Κασσάντρα μου λοιπόν, τη δύστυχή μου κόρη,κληρώθηκε να πάρει;ΤΑΛ. Ο Αγαμέμνονας· δώρο, όχι με κλήρο.250ΕΚΑ. Δούλα να πάει σε μια γυναίκα από τη Σπάρτη;Αλίμονό μου!ΤΑΛ. Ταίρι κρυφό της κλίνης του, όχι δούλα.ΕΚΑ. Τί λες; τί λες; του Φοίβου μια παρθένα,που αγνή ζωή τής όρισε για δώρο ο χρυσομάλλης;ΤΑΛ. Τρελή στην ένθεη κόρη αγάπη αισθάνθηκε.ΕΚΑ. Μακριά, μακριά σου, του ναού,κόρη μου, ρίξε τα κλειδιάκι απ᾽ το κορμί σου τις ιερές ταινίες που το στολίζουν.ΤΑΛ. Την παίρνει βασιλιάς· για λίγο το ᾽χεις;260ΕΚΑ. Κι εκείνη που μου πήρατε τώρα στερνά πού να ᾽ναι;ΤΑΛ. Θέλεις να πεις την Πολυξένη; Ή άλλη;ΕΚΑ. Την Πολυξένη, ναι· σε ποιόν τη δίνει ο κλήρος;ΤΑΛ. Θα υπηρετεί στον τάφο του Αχιλλέα.ΕΚΑ. Αχ, για υπηρέτρα εγώ λοιπόν τη γέννησα ενός τάφου;Σαν τί συνήθεια να ᾽ναι αυτή,τί νόμος των Ελλήνων, είν᾽ αυτός, καλέ μου;ΤΑΛ. Καλά ᾽ναι ως είναι· καλοτύχιζέ την.270ΕΚΑ. Σαν τί να λες; Τάχα να ζει;ΤΑΛ. Έτσι όπως είναι, είν᾽ απ᾽ τα βάσανα έξω.ΕΚΑ. Και του κονταρομάχου μου Έχτορα τη χήρα,την άμοιρη Αντρομάχη του, ποιά τύχη την προσμένει;ΤΑΛ. Ακλήρωτη κι αυτή την ξεχωρίσανκαι στ᾽ Αχιλλέα το γιο την κάμαν δώρο.ΕΚΑ. Κι εγώ, που χρειάζομαι ραβδί στο γέρικό μου χέριστήριγμα τρίτο του κορμιού, σε ποιόν θα πάω για δούλα;ΤΑΛ. Σε δίνει ο κλήρος σκλάβα του Οδυσσέα.ΕΚΑ. Το γυμνό κεφάλιχτύπα το, αχ·αχ θα σκούξω πάλι·280σκίσε με τα νύχιατα δυο μάγουλά σου,σκίσ᾽ τα, συφορά σου.Αχ αλίμονό μου,που με δίνει ο κλήροςσε άντρα δολερό,τέρας έξω νόμουκαι του δίκιου οχτρό·με τη δίβουλή του γλώσσαφέρνει εδώ τα πέρα, κι όσαείναι δώθε, εκεί τα σέρνει,κι όπου αγάπη, μίσος σπέρνει.Κλάψτε με, Τρωαδίτισσες,290χάθηκα, αχ, η μαύρη·ο χειρότερος λαχνόςήρθε εμένα νά βρειΚΟΡ. Την τύχη σου, βασίλισσα, την ξέρεις,μα της δικιάς μου ποιός ο αφέντης θα είναιΈλληνας ή Αχαιός;ΤΑΛ. Γρήγορα, δούλοι,πρέπει να φέρετε έξω την Κασσάντρα,για να παραδοθεί στο στρατηλάτη,κι έπειτα να οδηγήσω και στους άλλουςόσες ξεδιαλεχτήκανε για σκλάβες.

Οι δορυφόροι πηγαίνουν κι ανοίγουν τη θύρα μιας καλύβας· μέσα φαίνεται ζωηρή λάμψη· η θύρα ξανακλείνει.

Μπα, τί ᾽ναι η λάμψη αυτή που φέγγει μέσα;Μην ίσως οι Τρωαδίτισσες, που μάθαν300πως θα τις στείλουν στο Άργος, στις καλύβεςβάλαν φωτιά και πέφτουν να καούνε;Σε τέτοιας δυστυχίας ζυγό δε σκύβουνοι ελεύθεροι εύκολα έτσι το κεφάλι.Ανοίξτε· αυτές το θέλουν, μα κακό ᾽ναιγια τους Αχαιούς κι ύστερα εγώ θα μπλέξω.Η θύρα ξανανοίγει και φαίνεται πάλι η λάμψη.ΕΚΑ. Δε βάζουνε φωτιά, η Κασσάντρα μου είναι,που κατά δω, μαινάδα, ορμάει τρεχάτη.

ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ancient greek city paintingΤο κορυφαίο σύγγραμμα πολιτικής φιλοσοφίας, η Πλάτωνος Πολιτεία, έχει εμπνεύσει αυτό κατ’ εξοχήν, έστω και με παρανοήσεις του, διάσημες στους νεότερους χρόνους πολιτικές θεωρίες είτε ιδεολογίες. Μάλιστα περίφημες θεωρίες για την οικονομία και την πολιτική, προβεβλημένες στους νεότερους χρόνους σαν πρωτότυπες, βρίσκονται πυκνά εκφρασμένες, και όχι άμετρα, στο κείμενο της Πολιτείας[1]. Εξάλλου, το κλασικό αυτό σύγγραμμα περιέχει και θεωρήματα εδραία φιλοσοφίας καθόλου, ενταγμένα στην αΐδια φιλοσοφία.[2] Η φήμη του η ευρύτερη, όμως, είναι ιδιαίτερα ως έργου πολιτικής φιλοσοφίας.
 
Ως έργο πολιτικής φιλοσοφίας η Πολιτεία, εκτός από γενική θεωρία της κοινωνίας και του πολιτισμού, ενέχει δυαδική πραγματεία: τυπολογία των πολιτειών της πραγματικότητας, δεοντολογία υπεραυ­στηρή της πολιτείας. Δηλαδή ο Πλάτων, ως θεωρητικός της κοινωνικής πραγματικότητας συνέγραψε κάτι σαν αρνητική πολιτειολογία, με την περιγραφή τεσσάρων τύπων «ημαρτημένων πολιτειών»: τιμοκρατίας (545b-548c), ολιγαρχίας (550a-552e), δημοκρατίας (555d-558c), τυραννίδας (565d-569c),[3] ως φιλόσοφος οραματιστής συνέγραψε απαράμιλλο σχέδιο πολιτείας, ομόλογο ακέραια προς τη δικαιοσύνη.[4]
 
Το ηθικότατο αυτό σχέδιο πολιτείας, ονομασμένο στο ευρύ κοινό «πολιτεία του Πλάτωνος», παρουσιάζεται, συχνά πολύ σχηματικά έως παραμορφωτικά, με συνέπεια και σφαλερές αξιολογήσεις του. Έχω από καιρού[5] επισημάνει και ανασκευάσει τα σφάλματα ιστορικών της φιλοσοφίας για τη σύσταση και την αξία του άριστου αυτού σχεδίου πολιτείας. Απέδειξα ότι δεν είναι απλώς ουτοπία και δεν ενέχει θεσμό δουλείας ούτε διάκριση κοινωνικών τάξεων· ότι αποτελεί ριζική λύση κοινωνικού προβλήματος και ακέραιη λύση του πολιτικού προβλήματος με γνώμονα τη δικαιοσύνη και ιδιαίτερα την αξιοκρατία.
 
Σε πρόσφατο άρθρο έγκριτης γερμανικής εφημερίδας (Die Zeit, 7-2009), μνημονεύεται η πολύκροτη, και αβάσιμη, κριτική της πολιτικής φιλοσοφίας του Πλάτωνος από τον εκλεκτό καθηγητή, επιστημολόγο προπάντων, Karl Popper, η δημοσιευμένη πριν από εξήντα χρόνια και πλέον με το βιβλίο του The Open Society and its Enemies I, Plato[6] αλλά και, όχι με αξιώσεις πρωτοτυπίας, αναγράφεται: «Αμφισβητείται αν ο Πλάτων ήθελε το πολιτικό σύστημά του εξουσίας των σοφών συντελεστεί στην πραγματικότητα ή απλώς να συνιστά ουτοπικό πείραμα στοχασμών». Αντίκρυ, λοιπόν, και στην πρόσφατη αυτή πρόκληση, αλλά και προς όσα παρόμοια έχουν γραφεί επί αιώνες, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε σε όσα ο ίδιος ο Πλάτων έχει εκφράσει για να χαρακτηρίσει την πολιτεία του, και στην ίδια την Πολιτεία και σε μεταγενέστερα έργα του.
 
Αρνείται ο Πλάτων ρητά, ήδη στο κείμενο της Πολιτείας, ότι δήθεν πολιτεία του είναι διανοητικό απλώς κατασκεύασμα, χωρίς προορισμό για πραγμάτωσή της· ενώ, εξάλλου, αναγνωρίζει ότι ενέχει μεγάλη δυσχέρεια η πραγμάτωσή της, βεβαιώνει όμως για δυνατότητα με κάποιο τρόπο να επιτευχθεί.[7] Επιπλέον, στο κείμενο της Πολιτείας και διευκρινίζεται ότι, αν και ουδαμού επί γης ευρίσκεται η κατά λόγον σχεδιασμέ αυτή πολιτεία, όμως αποτελεί πρότυπο ιδεατό για όποιον θέλει να προσβλέπει σ’ αυτήν και με την έμπνευσή του από αυτήν να ρυθμίζει τι εαυτόν του, και ότι αυτής μόνο οι κανόνες πρέπει να τηρούνται και άλλης ουδεμιάς, και είναι αδιάφορο είτε υπάρχει αυτή κάπου είτε θα υπάρξει.[8]
 
Και στους Νόμους όμως, έργο τελευταίο του Πλάτωνος, συγγραμμένο είκοσι πέντε χρόνια και πλέον ύστερα από τη συγγραφή της Πολιτείας, εκφράζεται η εμμονή του φιλοσόφου καταρχήν στην «ἀρίστην πολιτείαν» και η παραίνεση για κατά προσέγγιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιδί­ωξή της.[9] Είχε άλλωστε ήδη στην Πολιτεία υποδηλωθεί, ως κανών πραξιολογίας ευρύτερης ισχύος, ότι επίτευξη του ορθού στην πράξη ολιγώτερο κατορθώνεται παρ’ όσον έκφρασή του με λέξεις·[10] αλλά είχε διατυπωθεί και το συμπέρασμα του πραξιολογικού αυτού κανόνα: ότι δεν απαιτείται ακέραιη σύμπτωση της πρακτικής προς τους σχεδιασμένους θεσμούς, αλλά και η κατά μεγάλη προσέγγιση επίτευξή των ως εφικτή επαρκεί, ώστε να καταδείξει ότι δεν πρόκειται για ευχολόγιο απλώς.[11]
 
Εξάλλου, παρά την εμμονή καταρχήν στην «ἀρίστην πολιτείαν», ο πραγματιστής, και όχι μόνο ιδανιστής, φιλόσοφος προβαίνει, όταν συγγράφει τους Νόμους, στον σχεδιασμό «δευτέρως τιμίας» πολιτείας· αφού διαπίστωσε ότι καίριος θεσμός της «ἀρίστης πολιτείας», η κοινοκτημοσύνη, δεν είναι δεκτικός για τήρηση γόνιμη στην εποχή εκείνη, κα­θώς υπερέβαινε την ηθική αντοχή των τότε ανθρώπων, τέτοιοι που ήταν από τη γένεση, ανατροφή και παιδεία τους.[12]
 
Ο Πλάτων, λοιπόν, ως πολιτικός φιλόσοφος, δεν υπήρξε συγγραφεύς ουτοπιών, αλλά φιλόσοφος γνήσιος με ακέραιο πολιτικό ήθος, δηλαδή ταγμένος στην καθοδήγηση της ανθρωπότητας προς εμπέδωση κοινωνίας ουσιαστικής δικαιοσύνης.
 
Εκφραστικότατο είναι το χωρίο 328c της Ζ' Επιστολής, όπου ο Πλάτων, απολογητικά για την αποτυχημένη στην πολιτική των Συρακουσών παρέμβασή του, δηλώνει: «ταύτῃ μέν δη τῇ διανοίᾳ τε καί τόλμῃ ἀπῆα οἴοθεν, οὐχ ᾖ τινες ἐδόξαζον, ἀλλ’ αἰσχυνόμενος μέν ἐμαυτόν τό μέγιστον, μή δόξαιμί ποτέ ἐμαυτῷ παντάπασι λόγος μόνον ἀτεχνῶς εἶναί τις, ἔργου δέ οὐδενός ἄν ποτε ἑκών ἀνθαψάσθαι».
 
Ο Πλάτων, όταν σχεδίαζε, στο σύγγραμμά του Νόμοι, τη «δευτέρως τιμίαν» πολιτείαν, υποκατάστατο κάπως της πάντοτε ασπαστής από αυτόν «ἀρίστης πολιτείας»,[13] υπαγορεύει τρεις ύπατες πολιτικές αξίες στον «νομοθέτην», δηλαδή στον συνταγματικό νομοθέτη κατά νεωτερική ορολογία.
 
Η ένταξη της ελευθερίας ως πρώτης αξίας στην τριάδα των ύπατων πολιτικών αξιών είναι ιδιαίτερα σημαντική, ως ενδεικτική της ιεραρχίας των πολιτικών αξιών στη συνείδηση του Πλάτωνος, συγγραφέως των Νόμων. Ιδιαίτερα σημαντική επίσης είναι η μη καταπίστευση της ελευθερίας μόνης, αλλά η συμπερίληψη και δύο άλλων στην τριάδα των ύστατων πολιτικών αξιών: της φιλίας και της νουνέχειας.
 
Με το αίτημα η πόλις να είναι «φίλη ἑαυτή» εννοεί ο Πλάτων ότι πρέπει να υπάρχει μεταξύ των πολιτών ηθική σύμπνοια, δηλαδή ομοφροσύνη όσο το δυνατόν και προπάντων αλληλεγγύη ακέραιη, και όχι να υπάρχουν αντιθέσεις μεταξύ των πολιτών, ενταγμένων σε τάξεις χωριστές με αντικρουόμενα συμφέροντα, όπως ειδικά συμβαίνει στην «ολιγαρχίαν», δεύτερο τύπο «ημαρτημένης πολιτείας».[14]
 
Αλλά έχει ο Πλάτων επίγνωση της ανεπάρκειας και της δυάδας μόνης των πολιτικών αξιών, ελευθερίας και ηθικής σύμπνοιας των πολιτών, για την άρτια προς ορθή λειτουργία συγκρότηση της έστω «δευτέρως τίμι­ας» πολιτείας.
 
Ως φιλόσοφος, γνωρίζει άριστα για την ελευθερία, το υπαρξιακό αυτό ιδίωμα του ανθρώπου, το διακριτικό του από τα ζώα, ότι με την κοινωνική προέκτασή της - δηλαδή ως δικαίωμα του ανθρώπου προς ανεμπόδιστο από τους άλλους ανθρώπους αυτοκαθορισμό της συμπεριφοράς του εντός ευρύτατων ορίων- είναι μεν ύπατη πολιτική αξία, όχι όμως και πηγή αυτόδοτων λύσεων για τα προβλήματα ζωής του ανθρώπου και λειτουργίας της πολιτείας.
 
Επισημαίνει, λοιπόν, ο κορυφαίος φιλόσοφος ότι πρέπει να είναι η πό­λις και «έμφρων» ή, με άλλη έκφραση, να έχει και νουν («καί νοῦν ἕξει» «καί ἔμφρονα»)·.Ύπατη αξία λοιπόν για τη «δευτέρως τιμίαν» πολιτείαν είναι, πλην των άλλων, και η πολιτική φρόνηση, δηλαδή των αρχόντων προπάντων αλλά και των απλώς πολιτών (πρβλ. 668e6-7).
 
Και αξίζει να εξαρθεί το σοβαρό αυτό πρόσθεμα στη δυάδα των κορυφαίων πολιτικών αξιών, «ελευθερίας» και «φιλίας», το αίτημα δηλαδή για πολιτική νουνέχεια των φορέων της πολιτικής εξουσίας, κάτι παραμελημένο από τους νεότερους θεωρητικούς της πολιτικής, καθώς εμπιστεύονται απλώς την πλειοψηφία λαού, δηλαδή την πλειονότητα θελήσεων των πολιτών, ή και τη θέληση των αρχόντων.
 
Εξάλλου, αξιοπρόσεχτο είναι ότι δεν προβαίνει ο Πλάτων σε μνεία της ισότητας μεταξύ των ύπατων πολιτικών αξιών. Και η παράλειψη αυτή μιας από τις τρεις εμβληματικές αξίες του από δύο αιώνων και πλέον γνώριμου δημοκρατικού πολιτεύματος ξενίζει και προβληματίζει. Εξηγείται όμως από τη γνώμη του Πλάτωνος για την ισότητα, ως κανονιστική των διανθρωπίνων σχέσεων, και άρα ως πολιτική αξία.
 
Στο κείμενο ήδη του κλασικού έργου του Πλάτωνος Πολιτεία υπάρχει, για την ήκιστα, πιστεύω, στη συνείδησή του «ημαρτημένη» πολιτεία, δηλαδή τη λεγόμενη «δημοκρατία», χαρακτηρισμός.[15] Αναλυτικά όμως πραγματεύεται ο Πλάτων για την ισότητα ως πολιτική αξία στο χρονικά τελευταίο έργο του Νόμοι, όπου άλλωστε και ο σχεδιασμός της «δευτέ- ρως τιμίας» πολιτείας. Υπενθυμίζει εκεί ότι ηθική σύμπνοια των πολιτών δεν υπάρχει δίχως ισότητα μεταξύ των' αλλά και τονίζει, ο ύπατος φιλόσοφος και μεταπερικλειανός πολτειολόγος, ότι πρέπει να αποσαφηνισθεί η έννοια της αληθινής ισότητας,[16] ενώ στη συνέχεια[17] εξαίρει την αληθινή ισότητα, δυσδιάγνωστη ή μάλλον δυσεπινόητη, καθώς ενέχει αίτημα συμμετρίας της παροχής προς το αξιακό μέγεθος του δικαιούχου της. και ιδιαίτερα στην απονομή πολιτικών αξιωμάτων όπου ισχύει αίτημα συμμετρίας προς τον βαθμό «ἀρετῆς» είτε «αρετής τε και παιδείας» του καταπιστευτέου με αυτά (σε νεωτερική έκφραση: αξιοκρατία, με κριτήριο το μείζον ή έλαττον «ἀρετῆς τε καί παιδείας», δηλαδή πνευματικών ικανοτήτων και ηθικού σθένους)· και χαρακτηρίζει ως ομώνυμή της απλώς την ισοπεδωτική ισότητα, ευχερέστατη να τηρηθεί από κάθε «πόλιν» και από κάθε «νομοθέτην», με χρήση κλήρου στη διενέργεια των διανομών.
 
Στη συνέχεια του ίδιου χωρίου, επισημαίνει ο Πλάτων ήδη τη σύμφυση της πολιτικής με το δίκαιο στην ουσία του· και συνακόλουθα κάπως υπαγορεύει το καθήκον των ιδρυτών πόλεων να τείνουν προς την ουσία του δικαίου και να εμπνέονται από την αληθινή ισότητα, ως αξία ταυτιζόμενη με το δίκαιον.
 
Ως πραγματιστής όμως, και όχι μόνο ιδανιστής, ο Πλάτων υπολογίζει και τη δυστροπία μερίδας του λαού προς τήρησιν της αληθινής ισότητας, ώστε ανέχεται και τη χρήση της υπηρετούμενης με τον κλήρο ισοπεδωτικής ισότητας, προς αποφυγή κοινωνικών αναστατώσεων με την εξέγερση μερίδας του λαού' και συνοδεύει την ανοχή αυτή με την ευχή να οδηγήσει ο κλήρος προς τη δικαιότατη εκλογή.
 
Και συγκεφαλαιώνει ο Πλάτων με την παραδοχή και των δύο ισοτήτων ως αξιών, κατευθυντικών της πολιτικής, με προτίμησιν όμως της αληθινής ισότητας: «Οὕτω δή χρηστέον ἀναγκαίως μέν τοῖν ἰσοτήτοιν ἀμφοῖν, ὡς δ’ ὅτι μάλιστα ἐπ’ ὀλιγίστοις τῇ ἑτέρᾳ, τῇ τῆς τύχης δεόμενῃ».
 ---------------
Βιβλιογραφία
Δεσποτόπουλος, Κ.Ι. (1957/1982): Πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνος, 2η έκδ. Αθήνα: Παπαζήσης.
(1997): Φιλοσοφία του Πλάτωνος, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
(2007): Φιλοσοφικά, Αθήνα: Παπαζήσης.
(1980): Μελετήματα της φιλοσοφίας του δικαίου, Αθήνα: Πα­παζήσης.
Popper, Κ. (1945): The Open Society and its Enemies. I, Plato, London: Routledge & Keagan P.
  ----------------
[1] Κ. I. Δεσποτόπουλος (21982).
[2] Κ. I. Δεσποτόπουλος (1997).
[3] Κ. I. Δεσποτόπουλος (21982), 141-166.
[4] Στο ίδιο, 53-140.
[5] Πριν ήδη από το 1957, όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Πολιτική Φιλοσοφία του Πλάτωνος.
[6] Βλ. για τον Karl Popper και το έργο του αυτό, Κ. Δεσποτόπουλος (2007), 233-23 
[7] Πλάτωνος, Νόμοι, 540d.
[8] Στο ίδιο, 592b.
[9] Στο ίδιο, 739e.
[10] Πλάτωνος, Πολιτεία, 437a.
[11] Στο ίδιο, 437ab.
[12] Πλάτωνος, Νόμοι, 740a.
[13] Στο ίδιο, 739e
[14] Πλάτωνος, Πολιτεία, 551d-e.
[15] Πλάτωνος, Πολιτεία, 558c.
[16] Πλάτωνος, Νόμοι, 757a. Βλ και Άριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 1168b8, όπου η ρήση «ίσότης φιλότης».
[17] Πλάτωνος, Νόμοι, 757b-c, αλλά και στο ίδιο, 733b-c, και στο Πλάτωνος, Γοργίας, 508a. Ο Αριστοτέλης, επίσης, στο Βιβλίο Ε' των Ηθικών Νικομαχείων διακρί­νει «γεωμετρικήν αναλογίαν» και αριθμητικήν αναλογίαν, αντίστοιχα προς την πλατωνική διάκριση των δύο ισοτήτων. Βλ. Κ. Δεσποτόπουλος, (1980), 92-100.

Πώς οι ενοχές μας κάνουν χειρότερους

Αποτέλεσμα εικόνας για Πώς οι ενοχές μας κάνουν χειρότερουςΜας λένε διαρκώς πως είναι ηθικό να αιοθανόμασιε ενοχές όταν κάνουμε κάτι κακό, γιατί ο πόνος που είναι ουνδεδεμένος με τις ενοχές θα αποδειχτεί τόσο δυσμενής ώστε δεν πρόκειται να ξανακάνουμε το ίδιο σφάλμα.

Αν ίοχυε κάτι τέτοιο, θα ήμουν ο πρώτος που θα πρότεινε ν' αναπτύξουμε όσο περισσότερες ενοχές μπορούμε ώστε να γίνουμε λιγότερο επιρρεπείς σε λάθη. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Και μάλιστα, η αντίθετη συμπεριφορά είναι πιο αποτελεσματική- δηλαδή, μην επικρίνετε καθόλου τον εαυτό σας, μα αναλύστε τα σφάλματα και τις αμαρτίες σας κι έπειτα βάλτε τα δυνατά σας να μην τα επαναλάβετε. Όταν επικρίνετε τον εαυτό οας για τα λάθη σας, πείθεστε πως είναι σχεδόν αδύνατον να συμπεριφερθείτε καλύτερα και πως η χειρότερη συμπεριφορά είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται ένα κτήνος σαν κι εσάς για τιμωρία.

Άλλωστε πώς αλλιώς μπορείτε να αποτυπώσετε ένα σφάλμα στη μνήμη σας αν δεν υποφέρετε εξαιτίας του; Πάρτε για παράδειγμα τη Λούσυ. Παντρεύτηκε, ο άνδρας της της έφυγε για υπηρεσία στο εξωτερικό, ένιωσε μοναξιά και τα ’φτιάξε με κάποιον άλλο. Παρόλο που είχε ηθικούς ενδοιασμούς γι' αυτή τη σχέση, την απολάμβανε τόοο ώσιε μπλόκαρε κάθε σκέψη να δώσει ένα τέλος ή να επικρίνει αυστηρά τον εαυτό της.

Μα η σχέση αυτή έληξε σε έξι μήνες κι έπειτα βρέθηκε σχεδόν αμέσως στην αγκαλιά κάποιου άλλου άντρα. Τώρα πια είχε αρχίσει να μισεί τον εαυτό της. Σ’ αυτή τη φάση αποφάσισε ότι ήταν μια πόρνη, ένα διεφθαρμένο άτομο που δεν άξιζε βοήθεια και καλά θα έκανε να πάει με όποιον άντρα εξέφραζε κάποιο ενδιαφέρον γι' αυτήν. Ένα βράδυ μετά από ένα πάρτι, πρόσεξε ότι ένας από τους καλεσμένους την ακολουθούσε με το αυτοκίνητό του. Τι έκανε: Το μόνο πράγμα που ταίριαζε σε μια «πόρνη». Βγήκε από το αυτοκίνητό της, μπήκε στο δικό του κι έκανε έρωτα μαζί του. Έπειτα γύρισε στο σπίτι της. Αργά το βράδυ μου τηλεφώνησε κλαίγοντας - ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας και ζητούσε βοήθεια.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και κατάλαβε τι έκανε στον εαυτό της. Αλλαξε τελείως όταν συνειδητοποίηοε πως η αυτεπίκριση την είχε πείσει πως ήταν διεφθαρμένη κι όχι απλώς μια ανόητη κι άπιστη σύζυγος. Ούτε μια φορά δε συμφώνησα πως οι πράξεις της ήταν ανώδυνες. Έτσι όπως σηκωνόταν από το ένα κρεβάτι κι έπεφτε στο άλλο θα μπορούσε να κολλήσει κάποιο αφροδίσιο νόσημα ή να μείνει έγκυος, πράγμα τρομερά άδικο για τον άνδρα της. Επέμενα όμως ότι φερόταν τόοο απερίσκεπτα επειδή οι ενοχές της την είχαν αναστατώσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνεχίζει να τιμωρεί τον εαυτό της μ’ αυτές τις πράξεις. Όταν το κατάλαβε, το πρόβλημα εξαλείφθηκε.

Δε θα σας κάνει κακό να κατηγορήσετε λίγο τον εαυτό σας. Αυτό που πρέπει να προσέξετε είναι η αυστηρή και διαρκής αυτοεπίκριση. Όταν πιστεύετε πως είστε ανάξιοι, φροντίζετε να μη σας συμβεί τίποτα το αξιόλογο. Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Το αγόρι που άκουσε πως δεν πρόκειται να δει ποτέ προκοπή επειδή αντέγραψε σ’ ένα διαγώνισμα και πως θα ’πρεπε να ντρέπεται για τη στενοχώρια που προκάλεσε στη μητέρα του, θα νιώσει οπωσδήποτε ότι δεν αξίζει την αγάπη της μητέρας του και θα κάνει τα πάντα ώστε εκείνη να το μισήσει. Στο κάτω κάτω, επανειλημμένα του έχει πει ότι δεν αξίζει την αγάπη της - και πώς είναι δυνατόν να κάνει λάθος η μητέρα του;

Το φάρμακο γι’ αυτή την αρρώστια είναι η αυτοαποδοχή, η αποδοχή των αδυναμιών μας, των ανθρώπινων σφαλμάτων και συνηθειών μας· ταυτόχρονα όμως πρέπει να προσπαθούμε όσο μπορούμε να ξεπεράσουμε τις ενοχλητικές ανθρώπινες αδυναμίες που όλοι κληρονομούμε όταν γεννιόμαστε. Το σπουδαίο μάθημα που πρέπει να εμπεδώσουν όσοι κατηγορούν τον εαυτό τους είναι να συγχωρούν όχι μόνο τους άλλους αλλά και τον εαυτό τους.

"Λουκούλλεια γεύματα" ~ Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Λούκουλλος

Ο Λεύκιος Λευκίνιος Λούκουλλος (106-57 π.Χ.) είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που κατάφερε να συνδέσει τόσο δυνατά το όνομά του με την καλοφαγία. Η φράση «λουκούλλεια δείπνα» είναι γνωστή παγκοσμίως.

Όμως, ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αυτός;

Ο Λούκουλλος ήταν ένας διαπρεπής... Ρωμαίος στρατηγός. Ξεκίνησε την καριέρα του το 89 π.Χ. σαν ανώτατος στρατιωτικός διοικητής. Τον επόμενο χρόνο έγινε ταμίας του Σύλλα. Όταν ο Σύλλας έκανε εκστρατεία ενάντια στην Ελλάδα, του ανέθεσε να κόψει νομίσματα από το χρυσάφι των θησαυρών της Επιδαύρου, της Ολυμπίας και των Δελφών και να φτιάξει στόλο. Στη συνέχεια οι δυο τους ξεκίνησαν τον Α’ Μιθριδατικό πόλεμο, όπου ο Λούκουλλος ήταν αρμόδιος για τα οικονομικά (86-85 π.Χ.). Όταν ο Σύλλας έφυγε για τη Ρώμη το 84 π.Χ. , ο Λούκουλλος παρέμεινε στην Ασία ως ταμίας.

Όταν επέστρεψε στη Ρώμη, ο Λούκουλλος έγινε Αγορανόμος το 79 π.Χ. και τον επόμενο χρόνο Πραίτορας. Στη συνέχεια έγινε διοικητής της Αφρικής. Το 74 π.Χ. έγινε Ύπατος, χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε ο Γ’ Μιθριδατικός πόλεμος. Σαν Ύπατος, πολέμησε κατά του Μιθριδάτη με επιτυχία, μέχρι το 66 π.Χ , οπότε παρέδωσε την εξουσία στον Πομπήιο. Επέστρεψε και περίμενε τρία χρόνια έξω από τη Ρώμη, για να του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει θρίαμβο, τον οποίο του στέρησαν τελικά. Απογοητευμένος σταματάει τη στρατιωτική του καριέρα και αλλάζει τρόπο ζωής. Έχοντας μαζέψει αμύθητα πλούτη από τις εκστρατείες του, αρχίζει να χτίζει μια σειρά από πολυτελέστατες επαύλεις στα περίχωρα της Ρώμης, όπου συγκεντρώνει υπέροχα έργα τέχνης. Οι κήποι του θεωρούνται οι καλύτεροι της εποχής του, λαμπρότεροι ακόμη και από του αυτοκράτορα. Έξω από τη Νεάπολη κατασκευάζει μοναδικά κτίσματα, όπου παρουσιάζονται οι θησαυροί του, λουτρά, πολυάριθμες αίθουσες συμποσίων, κήπους κρεμαστούς στις απότομες πλαγιές των λόφων και εκτεταμένες εγκαταστάσεις για ιχθυοκαλλιέργειες, μοναδικές για την εποχή εκείνη. Όταν τον επισκέφτηκε εκεί ο στωικός φιλόσοφος Τουβέρων και είδε τον τρόπο με τον οποίο ζούσε, τον αποκάλεσε «Ξέρξη με τήβεννο». Η έπαυλή του στο Τούσκουλο ήταν κατασκευασμένη μόνο για καλοκαιρινή διαμονή, γιατί όλες οι εγκαταστάσεις και οι αίθουσες ήταν ανοιχτές και στραμμένες προς τους κήπους για δροσιά.

Όταν κάποτε την επισκέφθηκε ο Πομπήιος, τον κατηγόρησε πως είχε φτιάξει μια κατοικία άριστη για το καλοκαίρι, ακατάλληλη όμως για τον χειμώνα. Και ο Λούκουλλος του απάντησε γελώντας: «Λες να έχω λιγότερο μυαλό από τους γερανούς και τους πελαργούς και να μην αποδημώ τον χειμώνα;». Τα γεύματά που παρέθετε έμειναν παροιμιώδη για την πολυτέλειά τους. Υπήρχαν τα καλύτερα προϊόντα απ’όλη την αυτοκρατορία, όμως πολλά από αυτά προέρχονταν από τους κήπους του, όπου καλλιεργούσε μοναδικά και σπάνια είδη. Ήταν ο μόνος στη Ρώμη που εξέτρεφε τσίχλες όλο το χρόνο και ο πρώτος που καλλιέργησε κερασιές στην Ευρώπη, τις οποίες είχε φέρει από την πατρίδα τους, την Κερασούντα.

Κάποια μέρα που θα δειπνούσε μόνος του, είδε να του σερβίρουν ένα απλό γεύμα. Αγανακτισμένος κάλεσε τον αρμόδιο υπηρέτη και του έβαλε τις φωνές. Αυτός είπε πως δεν ήξερε ότι θα υπήρχαν και άλλοι καλεσμένοι και ετοίμασε δείπνο για ένα άτομο. Τότε ο Λούκουλλος είπε κάτι που πέρασε στην ιστορία: «Μα δεν ξέρεις πως απόψε ο Λούκουλλος θα δειπνήσει παρέα με τον Λούκουλλο;». Όπως ήταν φυσικό, τα γεύματα αυτά είχαν αρχίσει να σχολιάζονται στη Ρώμη. Κάποια μέρα, λοιπόν, ο Κικέρων και ο Πομπήιος -φίλοι του και οι δύο- φρόντισαν να τον συναντήσουν στην Αγορά. Αφού χαιρετήθηκαν, ο Κικέρων του είπε «θέλουμε να έρθουμε σήμερα στο σπίτι σου και να φάμε μαζί σου, για να δούμε τι ακριβώς σου έχουν ετοιμάσει». Ο Λούκουλλος δίστασε λίγο και είπε να περάσουν κάποια στιγμή αργότερα. Όμως αυτοί αρνήθηκαν ακόμα και να του επιτρέψουν να δώσει εντολές στο προσωπικό, ώστε να ετοιμάσουν κάτι περισσότερο.

Έτσι, όταν έφτασαν στο σπίτι, ο Λούκουλλος έδωσε απλά εντολή στον αρμόδιο υπηρέτη να ετοιμάσει για δείπνο την αίθουσα του Απόλλωνα. Αυτό ήταν το όνομα μιας από τις αίθουσες φαγητού, οι καλεσμένοι όμως δεν ήξεραν πως κάθε αίθουσα αντιστοιχούσε σε ένα διαφορετικής χρηματικής αξίας μενού. Οι υπηρέτες λοιπόν, όταν άκουσαν το όνομα της αίθουσας, ξεκίνησαν αμέσως να ετοιμάζουν ένα δείπνο αξίας πενήντα χιλιάδων δραχμών (περίπου εβδομήντα χιλιάδες ευρώ). Οι καλεσμένοι έμειναν έκπληκτοι για την ταχύτητα με την οποία ετοιμάστηκε ένα τέτοιο μεγάλο δείπνο, το οποίο θεωρείται ένα από τα ακριβότερα στην ιστορία. Έτσι περνούσε τη ζωή του ο Λούκουλλος και τα πολυτελή δείπνα του έμειναν παροιμιώδη. Παράλληλα όμως ήταν λάτρης της φιλοσοφίας, των τεχνών, ήξερε τέλεια ελληνικά και είχε μια πολύ αξιόλογη για την εποχή του βιβλιοθήκη.

Οι σύγχρονοι του Λούκουλλου τον θεωρούσαν καλό στρατιωτικό, ο οποίος όμως αργότερα στη ζωή του κατάντησε παχύσαρκος, έκφυλος και σπαταλούσε το χρόνο του σε άσκοπες ασχολίες. Αυτή η άποψη για το Λούκουλλο, ίσως δημιουργήθηκε εσκεμμένα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, ωστόσο επικράτησε σε ολόκληρη την αρχαιότητα, με συνέπεια η αναφορά στο όνομά του να έχει συνήθως υποτιμητική χροιά. Παρ’ όλα αυτά η ιστορία στάθηκε ευνοϊκή απέναντί του και κατά κάποιο τρόπο τον δικαίωσε. Σήμερα το όνομά του είναι συνώνυμο με την καλοφαγία. Υπάρχουν εκατοντάδες εταιρίες τροφίμων με την επωνυμία Λούκουλλος καθώς επίσης και αναρίθμητα εστιατόρια ανά τον κόσμο με το όνομα αυτό, γιατί θεωρούν πως το όνομα του Λούκουλλου τους προσδίδει ένα κάποιο κύρος.

Σχόλια στην εισήγηση του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου

Στις 4/10/2016 έγινε συζήτηση στην ιεραρχία της ελλαδικής Εκκλησίας με εισήγηση του αρχιεπισκόπου που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, με θέμα τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας. Το κείμενο, αναφέρεται σε θέματα διοίκησης της χώρας μας και φυσικά έχει ενδιαφέρον για όλους μας. Για τον σκοπό αυτό, αποφάσισα να το σχολιάσω γιατί αναφέρονται μέσα πράγματα απαράδεκτα κατά την γνώμη μου, που δείχνουν, τόσο τον ξεπεσμό της πολιτείας μας, όσο και τις βλέψεις της Εκκλησίας για την διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης θεοκρατικής επίφασης στην δημοκρατία.

Στην προμετωπίδα του κειμένου όπως μπορείτε να δείτε έχει την φράση:
«Η Πολιτεία γεννιέται από τους πολίτες της, ενώ η Εκκλησία γεννά τα μέλη της».

Και έχει δίκιο, γιατί τα μέλη της Εκκλησίας γίνονται μόνο με τον προσηλυτισμό και μάλιστα σε μικρή ηλικία. Όμως, αν οι συμπολίτες μας γνώριζαν την θρησκεία, αφού έχει ήδη αναπτυχθεί το λογικό, τότε δεν θα είχε τόσους πελάτες και η Εκκλησία θα γεννούσε λιγότερο.

Στις 80 σελίδες κειμένου, θα διαπιστώσετε ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου, αναφέρεται σε οικονομικά και δικαστικά θέματα, για να μας πει πόσο αδικημένη είναι η Εκκλησία από την πολιτεία. Στην αρχή όμως και στο τέλος, μας λέει με έμφαση ότι η Εκκλησία είναι «Ένας κόσμος που μπορεί να στρέψει την ελευθερία του στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη προς τον άλλον άνθρωπο είναι η Εκκλησία» και το γνωστό τσιτάτο που λέγεται ανέξοδα «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».
Συναφές: Η «αγάπη» και η χριστιανική υποκρισία, ή ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΥΘΕΥΜΑ "ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ"

Το θέμα της αδικίας το γνωρίζουμε και από άλλες εκκλησιαστικές δημοσιεύσεις. Παρ' όλο που η Εκκλησία είναι ο μεγαλύτερος κτηματίας της χώρας, θεωρεί προφανώς ότι της ανήκει και η υπόλοιπη και προφανώς θέλει για όλη αυτή αποζημίωση εφ’ όρου ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Μας λέει επίσης μελιστάλακτα σε αντιδιαστολή, ότι η μόνη εξουσία που έχει η Εκκλησία είναι η «εξουσία να αγαπά», αλλά το μόνο ξεκάθαρο στο κείμενό του, είναι το ενδιαφέρον για τα υλικά και την κοσμική εξουσία που απορρέει από αυτά, όπως και το να μην λερώνεται το όνομά της, παρ' όλο που η ιστορία της είναι γνωστή.

Μας λέει παρακάτω, ότι το έργο της είναι να ενδιαφέρεται «ανεξαιρέτως στον κάθε τραυματισμένο άνθρωπο κάθε εποχής» Δεν μας λέει όμως αν θέλει να το κάνει από μόνη της, με τις δυνάμεις της, την περιουσία της ή με ξένα κόλλυβα και την δράση άλλων φορέων, γιατί από την ουσία του κειμένου βγαίνει μάλλον το 2ο σαν συμπέρασμα.

Μας λέει ότι «Η Εκκλησία παραμένει αυτή η ανοιχτή ευσπλαχνική αγκαλιά, που προσμένει τον άνθρωπο να έλθει “εις εαυτόν”».

Μόνο που αυτή εμείς δεν την βλέπουμε· τόσο η παρούσα εισήγηση όσο και η διαχρονική δράση της, το μόνο που δείχνει είναι να κοιτάνε τα «καλά και συμφέροντά» τους, μόνο με αφορμή κάποιο αμφιλεγόμενο φιλανθρωπικό έργο που διαφημίζουν, σαν να μην ήταν υποτίθεται μέρος της δουλειά τους αυτή. Υποτίθεται (αν πιστεύουν σε τίποτα από τις γραφές τους), ότι όταν κάνεις μια φιλανθρωπία στον Χριστιανισμό, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διδαχές του Ιησού, πρώτον δεν το διατυμπανίζεις σαν τον Φαρισαίο και δεύτερον το κάνεις με δικά σου χρήματα και όχι των άλλων πολιτών, δεν ζητάς ανταλλάγματα, γιατί τότε δεν είναι προσφορά αλλά υποκρισία.

Και μετά μπαίνουμε στο ψητό που τον ανησυχεί: «Αυτή η διακονία της αληθινής αγάπης και θυσιαστικής προσφοράς, με όλες τις επιμέρους μορφές και εκφράσεις της, δημιούργησε και την λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία». Μόνο που αυτή είναι η μισή αλήθεια, ίσως και λιγότερο. Την μεγάλη περιουσία της την έκανε η Εκκλησία από τον εναγκαλισμό και την προνομιακή σχέση με το βυζαντινό και αργότερα το οθωμανικό κράτος, από την καταστολή κάθε άλλης άποψης με την βία και τα νομοθετικά διατάγματα του Βυζαντίου, που εξαφάνισε τους ανταγωνιστές της και δήμευσε υπέρ της την περιουσία τους, και με τον υποχρεωτικό νηπιοβαπτισμό από την εποχή του Ιουστινιανού ήδη, για να μας λένε σήμερα ότι ο Χριστιανισμός είναι η παράδοσή μας και ο λαός χριστιανικός.

Για να απαντήσει και στις τελευταίες ενστάσεις του υπουργού Παιδείας για την δράση της Εκκλησίας στην Κατοχή και στην Επταετία, απάντησε για το...'21: «Η ελευθερία αυτού του έθνους ποτίστηκε από το αίμα και την ψυχή των ποιμένων της Εκκλησίας».

Μόνο που, αν ένα μέρος των παπάδων παρασύρθηκε από την επαναστατική έξαψη, δεν έχει να κάνει ούτε με το σύνολο ούτε με την κεφαλή της Εκκλησίας ούτε με την ιδεολογία της. Σε αυτόν τον χώρο, έχουμε κατ’ επανάληψη αναφερθεί στον αντεθνικό ρόλο του κλήρου, η δε ιδεολογία της θρησκείας τους είναι απόλυτα μοναρχική έως φασιστική και ως ξεκάθαρα διεθνιστική (μην ξεχνάμε ότι ο εθνισμός θεωρείται αίρεση)· δεν έχει καμμία σχέση με κανένα έθνος, εκτός αν περιστασιακά τους βολεύει, πόσο μάλλον το ελληνικό, που δημιούργησε κάποια εποχή τον πολιτισμό της άμιλλας, της αριστείας, της αυτογνωσίας και του ορθολογισμού, στον αντίποδα ακριβώς της δικής τους δουλικής ανατολίτικης, θεοκρατικής και ανορθολογικής αντίληψης.

«Με την υποταγή της βυζαντινής στην οθωμανική αυτοκρατορία, η τύχη των υπόδουλων Ελλήνων αφέθη στα χέρια του Οικουμενικού Πατριάρχου».

Αφέθη από ποιόν; Ο ίδιος ο σουλτάνος την έδωσε σαν επιστέγασμα της αντιδυτικής τους προσφοράς και της φιλο-οθωμανικής τους στάσης. Και δεν αφέθη· έτσι καθόρισε ο ίδιος ο σουλτάντος, αφαιμάζοντας οικονομικά συστηματικά τους ραγιάδες για να διεκδικεί ο κάθε πατριάρχης την θέση με τις αλλαξοπατριαρχίες. Να μην ξεχνάμε ότι όλα τα μοναστήρια του Άθω όπως ακριβώς έστειλαν επιστολή υποτέλειας στον Χίτλερ το 1941, έτσι και πριν ακόμα πλησιάσουν οι Οθωμανοί και πολύ πριν πέσει η Κωνσταντινούπολη, δήλωσαν υποτέλεια στον σουλτάνο για να εξασφαλίσουν τα προνόμιά τους και τα εξασφάλισαν. Η Εκκλησία βγήκε ενισχυμένη από την διάλυση του Βυζαντίου και την υποταγή στον σουλτάνο.

«Οι κοινότητες των υποδούλων που άρχισαν αργότερα σιγά-σιγά... Μέσα από αυτές τις δομές θα καλλιεργηθεί ο έρωτας για την ελευθερία... Κυρίαρχο σύνθημα του αγώνος ήταν το “Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία”».

Είναι προφανές ότι το βασικό σημείο διαχωρισμού των επαναστατών Ελλήνων, στα πλαίσια δημιουργίας ενός νέου έθνους-κράτους, ήταν η διαφορά στην θρησκεία και τη γλώσσα, οι μόνες τόσο προφανείς, και φυσικά θα τις πρόβαλλαν, ειδάλλως δεν θα διέφερε από κάθε άλλη επαναστατική κατάσταση από τις χιλιάδες που είχαν γίνει μέσα στην Οθωμανοκρατία. Αλλά η διατύπωση θέλει να μας δώσει την εικόνα, ότι η στάση της Εκκλησίας και η θρησκεία είναι αυτή που οδήγησε στην ελευθερία, αλλά αυτό είναι ψευδέστατο. Όχι, μόνο ο Κοσμάς ο Αιτωλός αλλά και οι πατριάρχες όλοι, τόσο εξ ιδεολογίας (όπως είπαμε ο Χριστιανισμός είναι διεθνιστική ιδεολογία), όσο και εκ θέσεως, δεν ήθελαν την Επανάσταση, αφού οι ίδιοι οι σουλτάνοι τούς τοποθετούσαν στην θέση αυτή, για να καθησυχάζουν τους ραγιάδες να κάθονται στα αυγά τους και να μην ακούνε τις σειρήνες από τον Διαφωτισμό στην Ευρώπη ή από την Γαλλική Επανάσταση. Άλλωστε, όπως είπε και ο Πατροκοσμάς, ο «Τούρκος είναι προς το συμφέρον μας και τον έβαλε ο Θεός για να μας προστατεύει». Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος και η ανώνυμη, μάλλον έργο του οσίου, «Πατρική Διδασκαλία», χαρακτήριζε αιρετικούς και άθεους όσους μιλάνε για την ελευθερία.

Το ότι δεν ήταν η θρησκεία, αλλά ο άρτι δημιουργούμενος εθνισμός η αιτία, φαίνεται από το γεγονός ότι η επανάσταση δεν έγινε σε όλους τους χριστιανούς ραγιάδες, αλλά στις ελληνόφωνες περιοχές της Ελλάδος που δημιουργήθηκε ο νέος αυτός εθνισμός, του Νεοέλληνα και όχι σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα, το αίτημα για δημιουργία έθνους δεν προέκυψε από την διαφορά της πίστης, γιατί η πίστη των χριστιανών δεν είχε κανένα πρόβλημα από τους Οθωμανούς. Όπως αναφέρει και ο Στέφανος Π. Παπαγεωργίου («Από το Γένος στο Έθνος»), το αίτημα ξεκίνησε από λόγιους και έμπορους που ερχόντουσαν σε επαφή με την Ευρώπη, με τον Νεοκλασικισμό, με τον Διαφωτισμό και την Γαλλική Επανάσταση (αυτούς που κατηγορεί σήμερα σαν “νεοφιλελεύθερους” πάρα κάτω). Αυτοί έβαλαν τον σπόρο της ελευθερίας, με στόχο να φθάσουμε τις ελευθερίες και την πρόοδο που είχε η Ευρώπη εκείνη την εποχή.

Ακολουθεί ένα κατεβατό με το τι ζημιά τούς έκανε ο Όθων και η αντιβασιλεία και φθάνει για να δικαιολογήσει την μισθοδοσία των κληρικών στην περίφημη σύμβαση του 1952, που όλοι οι εκκλησιαστικοί αναφέρουν, μόνο που τα κείμενα που υποτίθεται περιλαμβάνει δεν βρίσκονται πουθενά. Αντίθετα, ξέχασε να αναφέρει όπως και όλοι οι νεοαπολογητές κάνουν εσκεμμένα, τον Αναγκαστικό Νόμο 536, 05/09/1945 - «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών τού ορθοδόξου εφημεριακού κλήρου τής Ελλάδος» που υπέγραψε ο τότε αντιβασιλέας και αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Αυτός είναι ο νόμος που καθορίζει την μισθοδοσία των κληρικών που μέχρι τότε αναλάμβανε η τοπική ενορία, με αντιστάθμισμα για το κράτος, ποσοστό 25% από το παγκάρι, που ελάχιστα έχει αποδώσει (με διπλά βιβλία) και καταργήθηκε μονομερώς με τον Νόμο 3220/04 (άρθρο 15), επί κυβερνήσεως Σημίτη, ουσιαστικά ως «μη εφαρμόσιμος». Ας σταματήσει λοιπόν το γαϊτανάκι με την οφειλή που έχει το κράτος για να πληρώνει τους παπάδες ως δήθεν ανταπόδοση στα βακούφια της που είδαμε με τι τρόπο τα απέκτησε. Το ψέμα υποτίθεται ότι το καταδίκασε ο Ιησούς στον οποίο πιστεύουν· ας σταματήσουν το ψέμα και την υποκρισία.

Μετά μας λέει ότι «δεν έχουν εκλείψει ούτε σήμερα οι διωγμοί των χριστιανών» και αναρωτιέται κανείς, πότε το ελληνικό κράτος δίωξε κάποιον ορθόδοξο χριστιανό -εκτός αν αναφέρεται σε αλλόδοξους-, γιατί ναι, έγιναν διώξεις με την υποκίνηση της Εκκλησίας, όπως στον φιλέλληνα ιεραπόστολο Jonas King και σε οποιαδήποτε ξένη ιεραποστολή βρέθηκε στην Ελλάδα (το ότι η Εκκλησία έχει ιεραποστολές σε άλλα μέρη του κόσμου αυτό δεν έχει σημασία), όπως και στους Μάρτυρες του Ιεχωβά (για τους οποίους η χώρα μας έχει αρκετές καταδικαστικές αποφάσεις στα διεθνή δικαστήρια), ακόμα και σε όσους είχαν άλλη γνώμη όπως ο Θεόφιλος Καΐρης, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος και όλοι σχεδόν οι φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αλλά, και εσχάτως στους νεοπαγανιστές όπως λένε, δηλαδή τους φορείς της ελληνικής αρχαίας θρησκείας, αυτούς που επιθυμούν την καύση, αλλά και συγγραφείς ή βιβλία («Μ εις την ν» κ.λπ.) και καλλιτέχνες (Χυτήριο, Outlook κ.λπ.) ακόμα και σατυρικούς bloggers (Παστίτσιος). Ναι, όλοι αυτοί πέρασαν ή ακόμα υφίστανται άμεσους, έμμεσους διωγμούς ή διακρίσεις και υπεύθυνη είναι η Εκκλησία και οι παραθρησκευτικές οργανώσεις της και η διαπλοκή τους με το κράτος και το φασιστικό παρακράτος.
«...και οργανωμένες προσπάθειες να μας θέσουν στο περιθώριο της ιστορίας και της σύγχρονης ζωής».

Δεν ξέρω σε τι αναφέρεται, αλλά το να ασχολείται η Εκκλησία με την δουλειά της και τους πιστούς της και να μην χώνει την μύτη της εκεί που δεν έχει θέση, δεν σημαίνει ότι μπαίνει στο περιθώριο, αλλά στην θέση που πραγματικά ανήκει ή θα έπρεπε να ανήκει, σε ένα ανεξίθρησκο πολιτισμένο κράτος δικαίου, το κράτος που ονειρευόμαστε. Κάποτε ασχολούντο και με την κατακύρωση γάμων, διαζυγίων, ονοματοδοσίας κ.λπ. -πιο παλιά είχε την δικαστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Δεν βγήκε στο περιθώριο, που δεν έχει την νομική κατοχύρωσή τους πλέον, όπως την είχε παλαιότερα. Ας ξεκαθαρίσουν τελικά ποια είναι η θέση τους σε μια κοινωνία και ποια είναι η δουλειά τους και ας αφήσουν τα υπόλοιπα.

Φυσικά, υπάρχουν όπως πάντα και απειλές που αγγίζουν τα όρια κατάρας ή μαύρης μαγείας, όπως η ρήση του Χρυσόστομου που επαναλαμβάνει: «Πόσοι επολέμησαν την Εκκλησίαν, και οι πολεμήσαντες απώλοντο;», που μάλλον έχει πέραση στο «ψεκασμένο» κυρίως ποίμνιο.

Ξεχνά ο αρχιεπίσκοπος, όπως ξέχασε και ο Χρυσόστομος, που και αυτός πέθανε, ότι όλοι είμαστε θνητοί, εμείς, αυτός, όλοι οι παπάδες, όλοι μα όλοι θα πεθάνουμε, σημασία έχει τι αφήνουμε πίσω μας και τι κάναμε για το κοινωνικό σύνολο. Και η Εκκλησία και οι ταγοί της το μόνο που έχουν κάνει κατά κανόνα, είναι να τροφοδοτούν την συντήρηση, να ενισχύουν τον ανορθολογισμό, να διατηρούν την εξουσία και τα κεκτημένα τους (λιμουζίνες, πισίνες, οδηγούς κ.λπ.) και να ξεχνούν αυτά που διδάσκουν τους άλλους να κάνουν. Οι Εκκλησίες άραγε δεν πεθαίνουν; Η αρχαία λατρεία έζησε από την 2η χιλιετία τουλάχιστον, μέχρι τον 5ο αιώνα και το φασιστικό χάραγμα του Ιουστινιανού, δηλαδή πολύ περισσότερο από την Εκκλησία και έσβησε, με την βία είναι η αλήθεια εξ' αιτίας της Εκκλησίας, αλλά έσβησε, γιατί νομίζουν ότι αυτοί θα ξεφύγουν από τον μόνο σίγουρο κανόνα του θανάτου;

Ας έρθουμε τώρα σε κάτι πολύ ενδιαφέρον: «Τι πολίτευμα θα θέλαμε; Ασφαλώς όχι αυτό που ζήσαμε στη νεώτερη Ελλάδα μέχρι σήμερα. Εννοώ αυτό της φρικτής καταπίεσης, εκείνο της “σιωπής” ή της καλώς ονομασθείσης “Βαβυλώνειας αιχμαλωσίας και πολιτικής πατρωνίας μας” η εκείνο των δικτατοριών και πολιτικών ανωμαλιών».

Δεν του αρέσει λοιπόν το πολίτευμα, προσπαθεί να ξεχωρίσει κατόπιν εορτής φυσικά την θέση του για τις δικτατορίες και λέω κατόπιν εορτής, γιατί ακόμα ζουν όσοι βίωσαν την κατά κανόνα σύμπραξη της Εκκλησίας με το καθεστώς του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τόσο στο ανώτερο επίπεδο με την ιεραρχία, όσο και στο κατώτερο στην σύμπραξη παπά χωροφύλακα, αλλά ακόμα και στο υπόγειο επίπεδο, σύνηθες της δράσης της Εκκλησίας, με τις παραθρησκευτικές οργανώσεις.

Το θέμα λοιπόν είναι ποια πολιτεύματα δεν του αρέσουν, ή μόνο η δημοκρατία δεν του αρέσει; Γιατί αν εξαιρέσουμε την περίοδο του Διχασμού και το ανάθεμα στον Βενιζέλο, που η Εκκλησία πήρε ξεκάθαρα φιλοβασιλική θέση, βοηθώντας τον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας, ξεχνώντας και τον Όθωνα, τα υπόλοιπα ήταν συνταγματικά δημοκρατικά (πραγματικἀ ή κατ’ επίφαση ανά εποχή, δεν έχει σημασία, είχαν πάντως την καλύτερη και ευρύτερη νομιμοποίηση) καθεστώτα. Επιτρέπεται σε έναν κρατικό λειτουργό να εκφράζεται έτσι για το πολίτευμα του κράτους; Θα έπρεπε να είναι άραγε κρατικός λειτουργός;

Ακολούθως μπαίνει και στην ουσία λειτουργίας του κράτους ενώ δεν έχει καμμία σχέση ή έχει διακριτή σχέση, υποτίθεται.
1. Οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2) απόκειται στην πρωτοβουλία της Βουλής. Επομένως η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό θα γίνει με διακομματική Επιτροπή των Κοινοβουλευτικών Κομμάτων και όχι με εκπροσώπους της Κυβέρνησης.

α) Επειδή μόνη η Βουλή έχει την αναθεωρητική αρμοδιότητα, β) επειδή τα θέματα σχέσεων Ορθόδοξης Εκκλησίας και Ελληνικού Κράτους έχουν σημασία δομική και ιστορική για την πορεία του ελληνικού Έθνους και δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς συζήτηση με το σύνολο των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, που εκπροσωπούν τον Ελληνικό λαό.

Θα ήθελα να τονισθεί, ότι όλες αυτές οι αναθεωρητικές επιδιώξεις, καμία σχέση δεν έχουν με τις νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδος, που προκύπτουν από την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως μας βομβαρδίζουν η εκφοβίζουν οι εδώ παράγοντες, καθώς είναι ζήτημα που δεν αφορά τους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικά τα κράτη μέλη της Ε.Ε. τόνισαν στην κοινή Δήλωση με αρθ. 11 της Συνθήκης του Άμστερνταμ ότι: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων η κοινοτήτων στα κράτη μέλη. Η Ε.Ε. σέβεται με τον ίδιο τρόπο το καθεστώς των φιλοσοφικών και ομολογιακών ενώσεων».
Θεωρώ όλη αυτή την παράγραφο απαράδεκτη, δεν έχει καμμία σχέση ή μπορεί να έχει θέση για το πώς θα αλλάξει το σύνταγμα και το ποιοι είναι αρμόδιοι για αυτό και δεν μπορεί να απειλεί την πολιτεία και τα πολιτικά κόμματα, τονίζοντας ότι ακόμα και να αλλάξει το θεοκρατικής εμφάνισης σύνταγμά μας, θα πρέπει να πληρώσουμε ότι νομίζει αυτός ότι του χρωστάμε ή να ορίζει αυτός θέματα της πολιτείας κατά πως θέλει.

Ακολούθως επαναλαμβάνει τα λόγια του Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ: «Το πρόταγμα του λεγομένου χωρισμού επαναλαμβάνεται από προφανώς αμοίρους Νομικής παιδείας, οι οποίοι με εφαλτήριο το λεγόμενο θράσος αγνοίας τους θέτουν προς κατεδάφιση ο,τι συνιστά το κράτος δικαίου που επί διακόσια χρόνια σχεδόν πύργωσε ο λαός μας με αίμα και ιδρώτα».

Μόνο που ένα κράτος δικαίου δεν έχει υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων, το κράτος δικαίου δεν κάνει κατήχηση με την κρατική βούλα υπέρ μίας Εκκλησίας, στο κράτος δικαίου δεν επεμβαίνει μια θρησκεία στο πρόγραμμα ή την ύλη των μαθητών. Το κράτος δικαίου δεν δέχεται παρεμβάσεις και απειλές από οποιαδήποτε οργάνωση που μπορεί να έχει ιδιωτικό στρατό ή μεγάλη εξουσία. Εκτός αν μιλάμε για το Ιράν ή μια άλλη θεοκρατία. Ένα κράτος δικαίου παίρνει νομιμοποίηση μόνο από τους πολίτες του και όχι από έναν θεωρούμενο θεό διανοητικής κατασκευής «σοφών» του 4ου αιώνα, σαν μία ασαφή και χωρίς λογική ένωση του παλαιού θεού των Εβραίων Ιεχωβά, του θρυλούμενου γιου του Ιησού των Ευαγγελίων και του Πνεύματος του ίδιου του Ιεχωβά. Το κράτος δικαίου αποφασίζει με τους θεσμούς του ότι το ίδιο νομίζει σαν εκφραστής της κοινωνίας, μέσα στα πλαίσια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του νόμου. Στο κράτος δικαίου όλοι οι φορείς και οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και δεν γίνονται διακρίσεις ή διευκολύνσεις όπως αυτές που αναφέρει παρακάτω ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος (στο κεφ.12, διαβάστε τες με προσοχή να δείτε τι σημαίνει ακόμα ισότητα στην χώρα μας), στο τι έχουν καταφέρει δηλαδή σαν διάκριση εις βάρος των υπολοίπων και έχουμε τονίσει και εδώ.

Η Εκκλησία δεν έχει καμμία θέση στο κράτος δικαίου ούτε με το κράτος, ας ακολουθήσουν το κήρυγμα του αφεντικού τους και ας αφήσουν “τα του Καίσαρος στον Καίσαρα”, αν πιστεύουν σε τίποτα από αυτά που φέρεται να τους δίδαξε και συχνά πυκνά μας τα υπενθυμίζουν όποτε τους συμφέρει.

Ακολουθεί ξεκάθαρη πολιτική και κομματική θέση από κάποιον που υποτίθεται δεν θέλει να διχάσει τον κόσμο, στηλιτεύοντας τους κομμουνιστές και τους νεοφιλελεύθερους, κάτι που επίσης είναι απαράδεκτο.

Πάρα κάτω λέγει: «Μιλούν για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, διάβαζε Έθνους επικαλούμενοι δήθεν προοδευτικά συνθήματα. Οι αντιλήψεις όμως περί χωρισμού είναι του περασμένου αιώνα που γεννήθηκαν κάτω από μισαλλόδοξο αντιθρησκευτικό και αντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεύμα, που δεν συμβιβάζεται με τις σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις».

Ναι, είναι αλήθεια ότι έχουν ευνουχίσει ιδιαίτερα τον λαό μας ώστε τον διαφθορέα της λογικής του, να τον θεωρεί ακόμα σε μεγάλο ποσοστό προστάτη του, και είναι αλήθεια ότι ακόμα έχει ένα κάποιο ποσοστό πιστών γύρω στο 25%, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό συμπαθούντων ή ανεκτικών λόγω παράδοσης ή και φολκλόρ, γύρω στο 50%. Υπάρχει όμως και ένα 25% που δεν συμπαθεί καθόλου την Εκκλησία και το μεγαλύτερο μέρος από το ποσοστό αυτό, πολιτικά ανήκει στον φιλελεύθερο φιλοευρωπαϊκό χώρο και για τον λόγο αυτό οι λίβελοι για τους “νεοφιλελεύθερους”. Για τους κομμουνιστές είναι ενδοσυντεχνιακό το πρόβλημα, γιατί ο Κομμουνισμός έδρασε κρατικά ακριβώς σαν την Εκκλησία· φυσικά θα ξεχνάει ότι από εκεί (στον ελλαδικό χώρο φυσικά) έχει πολλά «πρόβατα».

«Προφανώς μπορεί η Πολιτεία να επιβάλλει με ιδεολογικά κριτήρια τον χωρισμό της Εκκλησίας από τις θεσμικές λειτουργίες του Κράτους, αλλά δεν μπορεί να επιβάλλει και τον χωρισμό της Εκκλησίας από την Κοινωνία».

Θα πρέπει να χαίρεται η πολιτεία μας, που η Εκκλησία της επιτρέπει παρ' όλα αυτά να προχωρήσει στον χωρισμό. Δηλαδή πραγματικά σας ευχαριστούμε που μας το επιτρέπετε. Τα υπόλοιπα είναι σαν να λέμε ότι δεν μπορεί να μην έχει η άλφα ή η βήτα ποδοσφαιρική ομάδα δεσμούς με την κοινωνία, γιατί κατ’ αναλογία περί αυτού πρόκειται.

Ας έρθουμε τώρα στην ουσία:

«Η Εκκλησία κατά την άποψή μου δεν πρέπει να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από το λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται».

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας· η στέρηση της Εκκλησίας από τις σταθερές μεγάλες προσόδους και κυρίως τις διευκολύνσεις του ελληνικού κράτους, θα της κάνει ζημιά και αυτό φοβούνται. Θα πρέπει να συμμαζέψουν τα οικονομικά τους, να περιορίσουν τις σπατάλες, να εξορθολογίσουν την δραστηριότητα τους, να ζητάνε από τους πιστούς περισσότερο παγκάρι, ακριβότερα κεριά, ευχέλαια, γάμους ίσως να περιορίσουν και τις λιμουζίνες των μητροπολιτών, δηλαδή πράγματα ανήκουστα. Γιατί τώρα δεν έχουν να ανησυχούν για κάτι τέτοιο, ο Έλλην φορολογούμενος τους ταΐζει πλουσιοπάροχα, χωρίς να ερωτηθεί ακόμα και αν δεν τους πιστεύει ή ακόμα και αν είναι αληθινός πιστός και δεν τους χωνεύει. Θα ήταν καλό να ξέραμε την γνώμη του Ιησού των Ευαγγελίων για αυτές τους τις δραστηριότητες. Τι είπε; “ο έχων δύο χιτώνας να δίνει τον ένα”, όχι όμως και οι παπάδες. Αυτοί σαν τους Φαρισαίους μπορούν να τρώνε και να πίνουν εις βάρος μας και να το απαιτούν κιόλας σαν να τους το οφείλουμε. Αν δεν τους ταΐζει το κράτος θα διαταραχθεί και η σχέση τους με την κοινωνία, αυτό είναι αλήθεια. Το 50% των συμπαθούντων θα συρρικνωθεί, γιατί τώρα θα πρέπει οι πιστοί να αποδείξουν την πίστη τους και με έργα, δηλαδή χρήμα. Έτσι το ποίμνιο θα μειωθεί σε ένα ποσοστό μεταξύ του 30 και 50%, η εξουσία τους στην κοινωνία θα μικρύνει. Αλλά για σταθείτε, αυτή δεν ήταν υποτίθεται και η θέληση του Ιησού; Δεν φέρεται να είπε ότι αν θέλουν να τον ακολουθήσουν πρέπει να υποστούν θυσίες; Δεν φέρεται να είπε ότι λίγοι θα πάνε στον παράδεισο; Δεν φέρεται να είπε ότι θέλει οι πιστοί του να τον ακολουθούν ολοκληρωτικά, ψυχή τε και σώματι; Γιατί να θέλουν να έχουν ένα μπάσταρδο κοινό και όχι ένα πραγματικό από αληθινούς πιστούς, λίγους και καλούς; θρησκευτικά-χριστιανικά (αν πιστεύουν πραγματικά αυτά που μας πλασάρουν τελικά), δεν είναι σωστότερο; Τι λένε οι θεολόγοι τους για το θέμα;

Δεν θα ασχοληθώ περισσότερο, μπορείτε να διαβάσετε όλο το κείμενο και να βγάλετε τα συμπεράσματα σας, θα σχολιάσω μόνο το μελιστάλακτο κλείσιμο -συνηθισμένη, ανέξοδη και πιασάρικη επωδός:
Πυλώνες μας θα συνεχίσουν να είναι:
α) «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη διανοία σου»,
β) «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» και
γ) «ουκ ήλθον διακονηθήναι αλλά διακονήσαι».
Θα ήθελα λοιπόν να πω στον κύριο Λιάπη, ότι αν πιστεύει αυτός και η Εκκλησία του, αυτά τα περί «αγάπης στον πλησίον», να το αποδείξει με έργα γιατί λόγια είναι εύκολο να το λες, αλλά το να τα πράξεις είναι δύσκολο.

Πως μας λέει ότι αγαπάει τον πλησίον, δηλαδή εμένα, εμάς όλους πιστούς και άπιστους, ορθόδοξους και αλλόδοξους, όταν ζει εις βάρος των φόρων μας και των διευκολύνσεων που σκανδαλωδώς απαιτεί να έχει; Ας αποδείξει λοιπόν ότι εννοεί κάτι από τα τσιτάτα που συνηθίζουν να λένε περί αγάπης και ας αναλάβει η ίδια η Εκκλησία και οι πιστοί της τα έξοδά της. Αν πραγματικά είχαν ίχνος πίστης (όσο ένας κόκκος σινάπεως) σε αυτά που λένε θεωρητικά και μόνο, μόνοι τους θα ήθελαν να χωριστούν από το κράτος ώστε και το κράτος να μην επεμβαίνει στα δικά τους.

Αλλά το εύκολο χρήμα και η εξουσία είναι γλυκά.

Όταν οι ανάγκες των άλλων είναι πάνω από τις δικές μας

Αποτέλεσμα εικόνας για Όταν οι ανάγκες των άλλων είναι πάνω από τις δικές μαςΕίναι πολύ συχνό φαινόμενο, να βάζουμε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές μας. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις, είναι απόλυτα φυσιολογικό. Η ανιδιοτελής αγάπη μιας μητέρας για το παιδί της είναι από τα πιο ωραία παραδείγματα που αποδεικνύουν πως το χαρακτηριστικό της αυτοθυσίας είναι απαραίτητο για την επιβίωση και την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού.

Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται όταν το μέτρο χάνεται και στην προσπάθειά μας να καλύψουμε τις ανάγκες των σημαντικών για εμάς προσώπων, προσεγγίζουμε το σημείο στο οποίο δεν έχουμε πλέον επίγνωση των δικών μας αναγκών. Καταλήγουμε τότε να απομακρυνόμαστε από τον εαυτό μας, να χάνουμε την αυτοεκτίμησή μας και να συνάπτουμε σχέσεις άνισες στις οποίες όσα προσφέρουμε δεν αντιστοιχούν στην ικανοποίηση την οποία αντλούμε από τις σχέσεις μας.

Σε αυτή τη στάση ζωής συνήθως μας οδηγεί ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την αγάπη και την υποστήριξη των άλλων. Συχνά αισθανόμαστε πως αν δεν ικανοποιήσουμε τους οικείους μας, εκείνοι θα αποσύρουν την αγάπη τους, θα θυμώσουν ή θα μας εγκαταλείψουν, αναζητώντας κάποιον καταλληλότερο για εκείνους, κάποιον πρόθυμο να καλύψει όλες τις ανάγκες τους. Ακόμα, είναι δυνατόν να δίνουμε προτεραιότητα στους άλλους επειδή τους αισθανόμαστε πιο αδύναμους από εμάς. Αυτό που στη μία περίπτωση θα μπορούσε να περιγραφεί ως φόβος εγκατάλειψης, σε αυτή την περίπτωση είναι οι ενοχές που μας υποδεικνύουν πως αν ακούσουμε τις ανάγκες μας θα πληγωθούν όσοι αγαπάμε.

Ο τρόπος που έχουμε μάθει να δίνουμε προτεραιότητα στις επιθυμίες των άλλων σε βάρος των επιθυμιών μας έχει τις ρίζες του στην παιδική ηλικία. Είναι πιθανό, ο ένας ή και οι δυο γονείς μας να ήταν υπερβολικά επικριτικοί με τις επιλογές μας σε σημείο που εμείς αισθανόμασταν πως αν δεν τους ικανοποιήσουμε, θα πάψουν να μας αγαπούν. Έτσι, για να κερδίσουμε την αγάπη τους, πολλές φορές βάζαμε τα δυνατά μας να αριστεύσουμε, να έχουμε καλές επιδόσεις σε ένα άθλημα ή να διαπρέψουμε σε κάποιον τομέα που ήταν σημαντικός για εκείνους.

Ακόμα, είναι δυνατόν να είχαμε έναν γονέα που ήταν άρρωστος, σωματικά ή ψυχικά, έπινε πολύ ή εκδήλωνε κάποια άλλη αδυναμία, σε σημείο που θεωρούσαμε πως χρειαζόταν την προσοχή μας και αισθανόμασταν ένοχοι όταν αντιλαμβανόμασταν πως έχουμε δικές μας ανάγκες.

Έτσι, από την παιδική ηλικία μάθαμε να ζούμε καταπιέζοντας τις επιθυμίες μας, σταματώντας να κάνουμε όνειρα, έχοντας ως μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση των επιθυμιών των σημαντικών για εμάς προσώπων. Μάλιστα, πολλές φορές φτάσαμε στο σημείο να αισθανόμαστε πως δεν έχουμε δικά μας όνειρα. Είναι ακόμα πιθανό, να επιλέξαμε ένα επάγγελμα στο οποίο μπορούσαμε να εκφράσουμε δημιουργικά την ανάγκη μας να παρέχουμε φροντίδα όπως είναι του νοσηλευτή, ή του θεραπευτή.

Ωστόσο, παρά τα οφέλη που έχει για εμάς η κάλυψη των αναγκών των άλλων εις βάρος των δικών μας, είναι πιθανό να προκαλέσει αισθήματα ανεκπλήρωτου, σωματικά συμπτώματα, άγχος και κατάθλιψη. Ακόμα, μπορεί να βιώνουμε έντονο θυμό ο οποίος είναι δυνατό να εκδηλώνεται με μικρές αφορμές ή και να εκδηλώνεται παθητικό-επιθετικά. Στον απολογισμό της ζωής μας μπορεί να αισθανθούμε έντονη θλίψη διαπιστώνοντας πως έχουμε απομακρυνθεί από όσα πραγματικά θέλαμε να πετύχουμε.

Ένα αποτυχημένο προξενιό

Αποτέλεσμα εικόνας για γαμος στην αρχαιοτηταΗ υπόθεση της ανώνυμης χαμένης κωμωδίας στην οποία ανήκε το παρακάτω απόσπασμα φαίνεται να ήταν η εξής, όσο μπορούμε να υποθέσουμε: ο Λάχης είχε έναν γιο, τον Μοσχίωνα, τον όποιον ήθελε να παντρέψει με τη θυγατέρα ενός φίλου του. Για κάποιο λόγο έφυγε στο εξωτερικό και εκεί μαθαίνει ότι ο Μοσχίων αρνείται το προξενιό, επειδή αγαπά κάποια άλλη. Ο Λάχης βάζει τον πατέρα της νύφης, που προφανώς ήταν κάποιος φίλος του, να διευθετήσει τα πράγματα, χωρίς όμως επιτυχία. Τελικά μπροστά στο αδιέξοδο αναγκάζεται να επιστρέψει πίσω. Ο Μοσχίων δεν είναι μόνος του, αλλά έχει τη συμπαράσταση δύο φίλων του, ο ένας από τους οποίους είναι θαρραλέος (Α). Ο άλλος φίλος (Β) μοιάζει να είναι δειλός και μόλις ο Λάχης με τον υποψήφιο πεθερό (Γ) εμφανίζονται, σπεύδει να εξαφανιστεί. Στη συνέχεια εμφανίζονται ο Λάχης με τον πεθερό και συνομιλούν:

(Α) ...Βάδιζε και μη φοβάσαι τίποτα.
Ο Μοσχίων είναι μες στο σπίτι. Γι’ αυτό ξύπνα, ξυπνά λοιπόν.
Μην αδιαφορείς. Γίνε τώρα άνδρας σπουδαίος.
Μην εγκαταλείπεις τον Μοσχίωνα.
(Β) Κι εγώ το θέλω, μα τους θεούς,
μα πέφτοντας απροσδόκητα στην καταιγίδα των γεγονότων
έχω αγωνία κι από καιρό είμαι ταραγμένος,
μην λάχει και η τύχη μου ανάποδα γυρίσει.
(Α) Είσαι δειλός, μα την Αθηνά, είσαι δειλός, το βλέπω.
Προσπαθώντας να αποφύγεις τον κίνδυνο, προσάπτεις στην τύχη την αιτία.
Δεν βλέπεις ότι σε όσους πλέουν στη θάλασσα πολλές φορές οι δυσκολίες
στρέφονται όλες μαζί εναντίον τους: κακοκαιρία, άνεμος, νερό, τρικυμία,
αστραπές, χαλάζι, βροντές, ναυτίες … η νύχτα.
Καθένας απ’ αυτούς προσμένει όμως την ελπίδα
και για το μέλλον του δεν απελπίζεται. Άλλος με τα σχοινιά ασχολείται
και προσέχει το ιστίο, άλλος προσεύχεται στους θεούς της Σαμοθράκης
να βοηθήσουνε τον κυβερνήτη, άλλος δένει το κάτω μέρος των πανιών…
(δυο σειρές λείπουν)
... (όταν υποφέραμε) εμείς από όλες τις συμφορές, μ’ ευγένεια και προθυμία
ο Μοσχίων μάς βοήθησε.
(Β) Σταμάτα, γιατί βλέπω το αφεντικό.
Μείνε λοιπόν, μείνε μαζί του. Στα γρήγορα θα φύγω από εδώ
και θα εμφανιστώ ξανά ανάμεσά τους αξιοποιώντας την κατάλληλη ευκαιρία.
(Γ) Έχω υποστεί κακομεταχείριση, Λάχη, σαν και αυτή που άλλος άνθρωπος
δεν γνώρισε ποτέ ως τώρα. Γιατί εσύ με πρόσβαλες
που μ’ έστειλες εδώ.
(Λάχης) Μη μιλάς έτσι.
(Γ) Μα τον Ηρακλή, πώς να το πάρω αλλιώς; Πολλές φορές
σου έλεγα εκεί: «πού με στέλνεις;»
(Λάχης) Ακριβώς έτσι είναι.
(Γ) Να πω στο γιο σου για τον γάμο και την θυγατέρα μου
να δώσω; Εφόσον δεν μου δίνει σημασία,
πώς θα τον αναγκάσω εγώ να την πάρει, χωρίς να είσαι εσύ παρών;

***
 βάδιζε μὴ δεδοικὼς μηδὲ ἕν.
οὑτοσ]ὶ μὲν ἔνδον ἐστίν· ὥστ΄ ἔγειρ΄͵ ἔγειρε δὴ
…σε]αυτὸν μὴ παρέργως. νῦν ἀνὴρ γενοῦ μέγας.
μὴ ἐγκ]αταλίπηις Μοσχίωνα. -βούλομαι͵ νὴ τοὺς θεούς͵
καὐτός͵] ἀλλ΄ ἀπροδοκήτως εἰς κλύδωνα πραγμάτων
ἐμπεσ]ὼν ἠγωνίακα καὶ πάλαι ταράττομαι
μή πο]θ΄ ἡ τύχη λάβηι μου τὴν ἐναντίαν κρίσιν.
-δειλὸ]ς εἶ͵ νὴ τὴν Ἀθηνᾶν͵ δειλὸς εἶ· βλέπω· σύ γε
τὸν π]όνον φεύγων προσάπτεις τῆι τύχηι τὴν αἰτίαν.
τοῖς π]λέουσιν, οὐ θεωρεῖς, πολλάκις τὰ δυσχερῆ
ἀντίκει]ται πάντα· χειμών͵ πνεῦμ΄͵ ὕδωρ͵ τρικυμία͵
ἀστραπ]αί͵ χάλαζα͵ βρονταί͵ ναυτίαι͵ σύνα[…͵] νύξ.
ἀλλ΄ ὅμως] ἕκαστος αὐτῶν προσμένει τὴν ἐλπίδα
καὶ τὸ μέ]λλον οὐκ ἀπέγνω· τῶν κάλων τις ἥψατο
θοἰστίον] τ’ ἐσκέψαθ΄· ἕτερος τοῖς Σαμόθραιξιν εὔχετα[ι
τῶι κυβερνή]τηι βοη[θεῖν]͵ τοὺς πόδας προσέλκεται
…………………………………..
ἐν κακοῖς ἡμ]εῖς ἅπασιν, εὐγενῶς προθυμ[ία]ν
αὐτὸς ἡμῖν -ἀλλ’] ὁρῶ γὰρ τουτονὶ τὸν δεσπότη[ν.
μεῖνο]ν [οὖν, μεῖ]νον μετ΄ αὐτοῦ. θᾶττον εἴσειμ΄ ἐνθάδε,
κατα]φ[ανήσο]μαί τε τούτοις καιρὸν εὐφυῆ λαβών.
-ἐγὼ μὲν ὕβρισμαι͵ Λάχης͵ ὡς οὐδὲ εἷς
ἄνθρωπος ἕτερος πώποθ΄͵ ὕβρικας δέ με
σὺ δεῦρο πέμψας. -μὴ λέγ΄ οὕτως. -Ἡρά[κ]λεις,
ἐγὼ δὲ πῶς σχοίην ἂν ἑτέρως; πολλάκις
ἔλεγον ἐκεῖ σοι· ποῖ με πέμπεις; -καὶ μάλα.
-υἱῶι φράσοντα περὶ γάμου καὶ θυγατέρα
δώσοντ΄; ἐὰν δὲ μὴ προσέχηι μοι͵ πῶς ἐγὼ
ἀναγκάσω σου μὴ παρόντος λαμβάνειν;

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΙΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΣΤΗ ΓΑΛΑΤΙΑ KAI ΒΕΛΓΙΟ

Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ 

ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η πιο μακρά και λαμπρή περίοδος της Ρωμαϊκής ιστορίας (30 π.Χ.-476 μ.Χ.). Για την προπαρασκευή της προηγήθηκαν δύο άλλες περίοδοι: 

1) Η περίοδος της μοναρχίας, που αρχίζει με τον ιδρυτή της Ρώμης Ρωμύλο (753 π.Χ.) και λήγει με τον Ταρκύνιο τον Υπερήφανο (509 π.Χ.) και
 
2) Η περίοδος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (509-30 π.Χ.). Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υποδιαιρείται σε δύο περιόδους:
 
       α) Στην καθαυτό Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (30 π.Χ.-395 μ.Χ.), που είναι και η μεγαλύτερη και λαμπρότερη, και
 
       β) Στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (395-476 μ.Χ.)...

Πρώτη Περίοδος (30 π.Χ. - 395 μ.Χ.)

Μετά την αυτοκτονία του Αντώνιου και τον παραμερισμό του Λέπιδου, μονοκράτορας σ` ολόκληρο το Ρωμαϊκό κόσμο έμεινε ο Οκταβιανός, που ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας και έτσι έγινε ιδρυτής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Οκταβιανός (30 π.Χ.-14 μ.Χ.) επονομάστηκε Αύγουστος και Καίσαρας, ως θετός γιος του Ιούλιου Καίσαρα, που είχε δολοφονηθεί, και το όνομα αυτό το έφεραν οι ηγεμόνες της Ρώμης, γιατί οι περισσότεροι κατάγονταν από το δικό του αυτοκρατορικό οίκο. Στα χρόνια της αυτοκρατορίας του Οκταβιανού γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ο Ιησούς Χριστός (το 5508 από την κτίση του κόσμου).

Ο Οκταβιανός κυβέρνησε με ήπιο τρόπο, νομοθέτησε καλούς νόμους, έγινε προστάτης των γραμμάτων και μεγάλωσε τα όρια της αυτοκρατορίας με νέες κατακτήσεις. Ολοκλήρωσε την υποταγή της Ισπανίας (19 π.Χ.) και ύστερα από μακροχρόνιους πολέμους υπέταξε την Πανονία, τη Μισία, τη Ρετία, τη Βινδελικία και το Νορικό. Έτσι το Ρωμαϊκό κράτος περιέλαβε στα όριά του όλες τις χώρες τις γύρω από τη Μεσόγειο. Μόνο η προσπάθεια του Οκταβιανού να κατακτήσει τη Γερμανία απέτυχε, γιατί ο στρατός του νικήθηκε από τον ηγεμόνα του γερμανικού φύλου των Χερούσκων Αρμίνιο (9 μ.Χ.).

Ο Οκταβιανός πέθανε το 14 π.Χ. και τον διαδέχτηκε ο θετός του γιος Τιβέριος. Ο Τιβέριος (14-37 μ.Χ.) υπήρξε δεσποτικός και σκληρός αυτοκράτορας. Στα χρόνια του σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Αυτόν διαδέχτηκε ο άσωτος, παρανοϊκός και έκφυλος Καλιγούλας (34-41 μ.Χ.), που ήταν όργανο ικανοποίησης των παθών των ακόλαστων συζύγων του Μεσαλίνας και Αγριππίνας. Στις ημέρες του κηρύχτηκαν Ρωμαϊκές επαρχίες η Μαυριτανία, η Θράκη, η Ιουδαία και η Λυκία. Ωμός και σκληρός υπήρξε και ο διάδοχός του Κλαύδιος (41-54 μ.Χ.).

Εκείνος όμως που αποκορύφωσε τις μεγαλομανείς παρεκτροπές των αυτοκρατόρων της Ιουλίας γενιάς ήταν ο Νέρωνας (54-68 μ.Χ.), ο οποίος σκότωσε τη μητέρα του, τη γυναίκα του, τον ετεροθαλή αδερφό του και το δάσκαλό του Σενέκα και πυρπόλησε τη Ρώμη (64 μ.Χ.) Τελικά τον εγκατέλειψαν όλοι και έβαλε κάποιον απελεύθερο να τον θανατώσει για να αποφύγει τα χειρότερα.

Επακολούθησαν ταραχές και αλλεπάλληλη διαδοχή από ανάξιους αυτοκράτορες: Γάλβας (68-69 μ.Χ.), Όθωνας (69 μ.Χ.) και Βιτέλιος (69 μ.Χ.). Τον τελευταίο ανέτρεψε ο Βεσπασιανός (69-79 μ.Χ.), αρκετά χρηστός ηγεμόνας αναστήλωσε τα δημόσια οικονομικά και ανασυγκρότησε το Ρωμαϊκό στρατό. Στις ημέρες του έγινε η άλωση της Ιερουσαλήμ και καταστράφηκε ο ναός του Σολομώντα (70 μ.Χ.). Την επιχείρηση την πραγματοποίησε ο γιος του Τίτος με διαταγή του πατέρα του.

Αυτός έσφαξε χωρίς διάκριση άνδρες, γυναίκες και παιδιά και πούλησε δούλους χιλιάδες Ιουδαίους, καταστρέφοντας συγχρόνως και ολόκληρη την πόλη. Από τότε έπαψε ο Ισραηλιτικός λαός να αποτελεί έθνος. Το Βεσπασιανό διαδέχτηκε ο γιός του Τίτος (79-81 μ.Χ.), ο οποίος συνέχισε τη χρηστή διοίκηση του πατέρα του, και εκείνον ο νεότερος αδερφός του Δομιτιανός, που κυβέρνησε δεσποτικά (81-96 μ.Χ.) και έγινε τρομερός διώκτης των χριστιανών.


Ακολούθησε σειρά συνετών και δραστήριων αυτοκρατόρων, όπως ο Νέρβας (96-98 μ.Χ.), που διακρινόταν για το χρηστό του χαρακτήρα του, ο Τραϊανός (98-117 μ.Χ.), που παλινόρθωσε το κύρος της συγκλήτου και υπέταξε τη Δακία (101-106 μ.Χ.), την Πετραία Αραβία, την Αρμενία, τη Μεσοποταμία και την Ασσυρία, ο Αδριανός (117-138 μ.Χ.), που πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του περιοδεύοντας τις επαρχίες του αχανούς Ρωμαϊκού κράτους και επισκέφτηκε την Αθήνα, την οποία ωφέλησε με την κατασκευή κοινωφελών έργων, όπως το Αδριάνειο υδραγωγείο κ.ά.

Καλοί αυτοκράτορες υπήρξαν επίσης ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161 μ.Χ.) και ο διάδοχός του και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος (161-192 μ.Χ.). Αυτόν διαδέχτηκε ο γιός του Κόμοδος, που υπήρξε ανάξιος γιος του πατέρα του, μαλθακός και φαύλος δολοφονήθηκε σε ηλικία 30 χρόνων. Μετά από αυτόν έγιναν αυτοκράτορες άνδρες άσωτοι και αιμοβόροι, που εκλέγονταν από το στρατό και που λίγοι από αυτούς πέθαναν με φυσικό θάνατο.

Αυτοί είναι οι γνωστοί στην ιστορία ως πραιτοριανοί: ο Περτίναξ (192-193 μ.Χ.), ο Δίδιος Ιουλιανός (193 μ.Χ.), που εξαγόρασε το θρόνο με χρήματα, ο Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211 μ.Χ), που νίκησε τους Πάρθους, ο γιός του ο άπληστος και σκληρός Καρακάλας (211-217 μ.Χ.), ο Μαρκίνος (217 μ.Χ.), ο παρανοϊκός και έκφυλος Ηλιογάβαλος (218-222 μ.Χ.), ο ενάρετος Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235 μ.Χ.), ο Μαξιμίνος (235-238 μ.Χ.).

Και ο κατάλογος συνεχίζει με τους: Γορδιανό Α΄ (238 μ.Χ.), Γορδιανό Β΄ (238 μ.Χ.), Πριπιανό Μάξιμο (238 μ.Χ.), Βαλβίνο (238 μ.Χ.), Γορδιανό Γ΄ (238-244 μ.Χ.), Φίλιππο (244-249 μ.Χ.), Δέκιο (249-251 μ.Χ.), Τριβωνιανό Γάλλο (251-253 μ.Χ.), Αιμιλιανό (253 μ.Χ.), Βαλεριανό-Γαλλιηνό (253-260 μ.Χ.), Κλαύδιο Β΄ (268-270 μ.Χ.), Αυρηλιανό (270-275 μ.Χ.), Τάκιτο (275-276 μ.Χ.), Φλωριανό (276 μ.Χ.), Πρόβο (276-282 μ.Χ.), Κάρο (282-283 μ.Χ.), Νουμεριανό-Καρίνο (283-285 μ.Χ.).

Διάδοχος αυτών των τελευταίων υπήρξε ο Διοκλητιανός (284-305 μ.Χ.), που αναμόρφωσε τους βασικούς θεσμούς της αυτοκρατορίας, περιόρισε τις εξουσίες των στρατιωτικών και το 286 εφαρμόζοντας το σύστημα της τετραρχίας, πήρε για συνάρχοντά του το Μαξιμιανό αυτός πήρε για συνάρχοντά του τον Κωνσταντίνο το Χλωρό, ακολουθώντας το παράδειγμα του Διοκλητιανού, που πήρε ως βοηθό του στη διοίκηση του κράτους το Γαλέριο.

Το 306 μ.Χ. όμως οι δύο καίσαρες Κ. Χλωρός και Γαλέριος ανακηρύχτηκαν Αύγουστοι. Μετά ο στρατός αναγόρευσε Αύγουστο το γιο του Χλωρού Κωνσταντίνο, ο οποίος αφού νίκησε τον αντίπαλό του Μαξέντιο και τον Αύγουστο της Ανατολής Λικίνιο, έγινε μονοκράτορας, σταμάτησε την κατάρρευση του κράτους και ονομάστηκε Μέγας.


Ο Μέγας Κωνσταντίνος (323-337 μ.Χ.) απώθησε από τα όρια της επικράτειάς του τους λαούς, που είχαν βρει την ευκαιρία να εισβάλουν σ` αυτήν. Το 324 μ.Χ. καθιέρωσε το χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους, γι` αυτό και η εκκλησία τον ονόμασε άγιο και η ιστορία Μέγα. Το 330 μ.Χ. μετέφερε την πρωτεύουσα στις όχθες του Βοσπόρου και στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου έχτισε την Κωνσταντινούπολη, που ήταν πεπρωμένο να γίνει η ιστορικότερη και περιφημότερη πόλη της οικουμένης. Όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε, άφησε στους τρεις γιούς του Κωνσταντίνο, Κωνστάντιο και Κώνστα το Ρωμαϊκό κράτος.

Αλλά η διανομή του στα τρία έγινε αιτία εμφύλιων πολέμων, από τους οποίους ωφελήθηκαν και πάλι οι εξωτερικοί εχθροί και οι λαοί που έψαχναν ευκαιρία να αποσπαστούν από αυτό. Μετά την εξαφάνιση των τριών αυτών αυτοκρατόρων πήρε την εξουσία ο Ιουλιανός, ανιψιός του Μ. Κωνσταντίνου (361-363 μ.Χ.). Αυτός επανέφερε την τάξη και ενίσχυσε το κράτος του προστάτευσε τα γράμματα αρνήθηκε το χριστιανισμό και ονομάστηκε Παραβάτης σκοτώθηκε σε κάποια μάχη εναντίον των Περσών.

Μετά τον Ιουλιανό ο στρατός αναγόρευσε αυτοκράτορα τον Ιοβιανό (363-364 μ.Χ.), ο οποίος συνομολόγησε ατιμωτική ειρήνη με τους Πέρσες, και μετά το θάνατό του αναγορεύτηκε αυτοκράτορας ο Ουαλεντιανός Α΄ (364-375 μ.Χ.), ο οποίος απώθησε τους εχθρούς του κράτους, που είχαν εισβάλει από όλες τις μεριές. Αυτός τελικά κράτησε το Δυτικό τμήμα του κράτους, και το Ανατολικό το παραχώρησε στον αδερφό του Ουάλη (364-378 μ.Χ.). Όταν πέθανε, τον διαδέχτηκε στη Δύση ο γιός του Γρατιανός (376-383 μ.Χ.) και συναυτοκράτοράς του ο αδερφός του Ουαλεντιανός Β΄ (375-392 μ.Χ.).

Το 378 μ.Χ. πέθανε στην Ανατολή ο Ουάλης και ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας αυτής ο Θεοδόσιος ο Μέγας (383-385 μ.Χ.), ο οποίος τελικά έμεινε μονοκράτορας όλου του κράτους. Στις ημέρες του φάνηκε κάποια ελπίδα σωτηρίας του κράτους από τα βάρβαρα έθνη.

Δεύτερη Περίοδος (395 μ.Χ. - 476 μ.Χ.)

Ο Μέγας Θεοδόσιος άφησε στους γιούς του Αρκάδιο και Ονώριο το κράτος. Από αυτούς ο πρώτος πήρε την Ανατολή και το Ιλλυρικό και ο δεύτερος την Ιταλία και τη Γαλατία. Έτσι το Ρωμαϊκό κράτος διαιρέθηκε σε δύο χωριστά και ανεξάρτητα μεταξύ τους τμήματα, από τα οποία το Ανατολικό ονομάστηκε Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το άλλο Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Από τότε χάθηκε κάθε ιδέα για ενότητα και οι εξωτερικές προσβολές έγιναν ακόμα πιο φοβερές.

Επειδή ο Ονώριος (395-423 μ.Χ.) ήταν ανήλικος, την κηδεμονία του ανέλαβε ο Βανδήλος Στιλίχωνας. Στα χρόνια του Ονώριου το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος δέχτηκε την εισβολή του βασιλιά των Βησιγότθων Αλάριχου, ο οποίος λεηλάτησε την Ιταλία (410 μ.Χ.) και κυρίευσε τη Ρώμη, τη Γαλατία και την Ισπανία. Μετά τον Ονώριο βασίλευσαν στη Ρώμη δέκα αυτοκράτορες.


Ο διάδοχος του Ονώριου Ουαλεντιανός Γ΄ (423-455 μ.Χ.) με στρατηγό τον Αέτιο κατόρθωσε να αναχαιτίσει την επιδρομή των Ούνων, αλλά οι Βάνδαλοι κατέλαβαν την Αφρική και οι Αγγλοσάξονες τη Βρετανία. Έτσι το κράτος περιορίστηκε στην Ιταλία και σε ένα τμήμα της Γαλατίας. Το 455 μ.Χ., όταν ανέβηκε στην εξουσία ο σφετεριστής του θρόνου Πετρώνιος Μάξιμος, το κράτος λεηλατήθηκε από τους Βανδάλους.

Μετά ο Ρικίμηρος από τη Σουαβία, αφού ανέβασε στο θρόνο το Μαγιορίνο (457-461 μ.Χ.) και κατόπι το Σεβήρο (461-465 μ.Χ.), κατόρθωσε να κυβερνήσει μόνος του από το 465 μ.Χ., χωρίς όμως να έχει τον τίτλο του αυτοκράτορα. Το 467 μ.Χ. ο Ρικίμηρος αναγνώρισε για ανώτατο άρχοντα τον Ανθέμιο (467-472 μ.Χ.), ο οποίος αντικαταστάθηκε το 472 μ.Χ. από τον Ολίβριο. Αυτόν διαδέχτηκε ο Γλυκέριος (472-473 μ.Χ.), που εκδιώχτηκε από τον Ιούλιο Νέπωτα (474-475 μ.Χ.).

Την ίδια τύχη είχε και αυτός (475 μ.Χ.) από τον πανίσχυρο πατρίκιο Ορέστη, ο οποίος ανέβασε στο θρόνο το γιό του Ρωμύλο Αυγουστίλο (475-476 μ.Χ.). Ο Ρωμύλος βασίλευσε με κηδεμόνα τον πατέρα του, αλλά εκθρονίστηκε από τον ηγεμόνα των Ερούλων Οδόακρο, ο οποίος αναγορεύτηκε στην Παβία βασιλιάς της Ιταλίας. Έτσι καταλύθηκε το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος και έπαψε να υπάρχει η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που τόσες δόξες είχε γνωρίσει επί μισή χιλιετία.

ΓΑΛΑΤΙΑ

Την ονομασία Γαλατία φέρει η ιστορική περιοχή της Δυτικής Ευρώπης που συμπεριλαμβάνει τα σημερινά εδάφη της βόρειας Ιταλίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της δυτικής Ελβετίας και τα εδάφη δυτικά του Ρήνου από τις χώρες της Ολλανδίας και της Γερμανίας. Από τη Λατινική ονομασία της Γαλατίας (λατ. Gallia) προήλθε και η ονομασία στην Ελληνική γλώσσα του σύγχρονου κράτους της Γαλλίας, σε αντίθεση με την πλειονότητα των υπόλοιπων γλωσσών του κόσμου, στις οποίες έλκει τη ρίζα της από το κράτος των Φράγκων.

Υπό τον Βρέννο, οι Γαλάτες νίκησαν τους Ρωμαίους στη μάχη του Αλία ποταμού το 387 π.Χ.. Στον Αιγαιϊκό χώρο, το 281 π.Χ. εμφανίστηκε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα Γαλατών εξ Ανατολής στη Θράκη. Ένας άλλος Γαλάτης αρχηγός, που ονομαζόταν επίσης Βρέννος με 200.000 στρατό, έφτασε μέχρι τη Στερεά Ελλάδα και την τελευταία στιγμή ηττήθηκε μη καταφέρνοντας να λεηλατήσει το Ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς.


Την ίδια περίοδο, μια ομάδα περίπου 10.000 Κελτών πολεμιστών με δούλους και γυναικόπαιδα διέσχιζαν τη Θράκη και κατευθύνονταν στη Μικρά Ασία, έπειτα από έκκληση του βασιλιά του Ελληνιστικού κράτους της Βιθυνίας Νικομήδη Α' του Φιλέλληναστη διαμάχη με τον αδερφό του. Τελικώς, η ομάδα αυτή εγκαταστάθηκε στις περιοχές της ανατολικής Φρυγίας και Καππαδοκίας στην κεντρική Ανατολία, γι' αυτό και η περιοχή έγινε γνωστή ως Γαλατία.

Ιστορία

Προρωμαϊκοί Χρόνοι

Η πρώιμη ιστορία των Γαλατών βασίζεται κυρίως στην αρχαιολογική έρευνα, καθώς υπάρχουν λιγοστές γραπτές πηγές για τα φύλα που έζησαν στις περιοχές αυτές και για το κατά πόσο έχουν άμεση σχέση με τα εκεί αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ παράλληλα νεφελώδες είναι το τοπίο όσον αφορά τις γλωσσικές και γενετικές διαφοροποιήσεις των ξεχωριστών Κελτικών φύλων, καθώς λίγες φορές πραγματικά προκύπτουν κοινά συμπεράσματα. Η κύρια πηγή για τους Κέλτες της Γαλατίας ήταν ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς, ο οποίος μνημονευόταν σε γραπτά του Τιμαγένη, του Ιούλιου Καίσαρα, του Διόδωρου Σικελιώτη και του γεωγράφου Στράβωνα.

Κατά το 2ο αιώνα π.Χ., η περιοχή της σημερινής Γαλλίας αποκαλούνταν από τους ΡωμαίουςGallia Transalpina (εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία). Ο Ιούλιος Καίσαρας χωρίζει τους Γαλάτες σε τρεις εθνικές υποομάδες: τους Βέλγους στο βορρά, τους Κέλτες στο κέντρο, και τους Ακουιτανούς στα νοτιοδυτικά. Κάποιοι μελετητές πιστεύουν πως οι Βέλγοι έχουν και Κελτικές και Γερμανικές ρίζες, ωστόσο το ζήτημα αυτό δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως.

Αυτό οφείλεται στις πολιτικές παραμέτρους που παρεισέφρυσαν στην ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων από τους Γάλλους ιστορικούς το 19ο αιώνα, οι οποίοι είχαν υιοθετήσει πλήρως την άποψη του Καίσαρα ότι η Γαλατία εκτεινόταν από τα Πυρηναία μέχρι το Ρήνο προς βορρά, καθώς ευνοούσε τις εθνικές επεκτατικές φιλοδοξίες της χώρας υπό την ηγεσία του Ναπολέοντα Γ'.

Πολιτισμικά στοιχεία των πρωτο-Κελτών φαίνεται να ανιχνεύονται βορειοδυτικά της Κοιλάδας του Δούναβη, αν και η συγκεκριμένη θεωρία αμφισβητείται. Ανήκαν στον Πολιτισμό Λα Τεν, του οποίου το λίκνο ήταν η βορειοανατολική Γαλλία και η νότια Γερμανία, ο οποίος επεκτάθηκε και άνθησε από το 450 π.Χ. μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. στη Γαλλία, την Ελβετία, την Αυστρία, καθώς και στις περιοχές της Βοημίας, Μοραβίας, Σλοβακίας και Ουγγαρίας.

Όταν επεκτάθηκαν στα δυτικά, σε χώρες όπου οι άνθρωποι μιλούσαν μια γλώσσα που οι σύγχρονοι μελετητές αποκαλούν Κελτική, επειδή οι Έλληνες συνήθιζαν να αποκαλούν Κέλτες όλους τους κάτοικους της Δύσης εκτός από τους κατοίκους των Βρετανικών Νήσων, οι σύγχρονοι μελετητές ονόμασαν Κέλτες διάφορους από αυτούς τους λαούς, ακόμη κι αν δε ζούσαν στη Δύση και δε μιλούσαν την Κελτική γλώσσα.


Ωστόσο, ανάμεσα στις φυλές υπήρχε γλωσσικός διαχωρισμός: Γαλατικές θεωρούνταν οι φυλές που μιλούσαν τη Γαλατική γλώσσα. Έτσι, οι Ακουιτανοί θεωρούνταν μάλλον Βάσκωνες, ενώ οι Βέλγοι θεωρούνταν Γαλάτες, αλλά με Γερμανικές επιρροές. Παράλληλα, ταυτόχρονα με τους Γαλάτες, στην περιοχή της Γαλατίας κατοικούσαν Λιγούριοι, οι οποίοι είχαν αναμειχθεί με τους Κέλτες, Έλληνες και Φοίνικες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει εμπορικές αποικίες στις Μεσογειακές ακτές, όπως η Μασσαλία.

Τον 2ο αιώνα π.Χ., η Μεσογειακή Γαλατία είχε αναπτυχθεί κι ευημερούσε περισσότερο από τις βόρειες και έντονα δασώδεις γαλατικές περιοχές, στις οποίες υπήρχαν ελάχιστες πόλεις εκτός από φρούρια (λατ. oppidum/-a). Η ευημερία των νότιων περιοχών ήταν ο λόγος που η Ρώμη προσέτρεξε για βοήθεια προς τους κατοίκους της Μασσαλίας, ενάντια στις επιθέσεις Λιγουρίων και Γαλατών. Μέχρι το 121 π.Χ., οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει την περιοχή της Προβηγκίας.

Έτσι, άρχισε να ανέρχεται σταδιακά και να αποκτά δύναμη η Γαλατική φυλή των Αρβερνών, η οποία κατοικούσε κυρίως τη σημερινή περιοχή του Κλερμόν-Φεράν και της Ωβέρνης και από την οποία καταγόταν ο γνωστός Γαλάτης στρατηγός Βερκιγγετόριξ.

Γαλατικοί Πόλεμοι και Ρωμαϊκή Κυριαρχία

Ο Ιούλιος Καίσαρας μετέβη με το στρατό του στη Γαλατία το 58 π.Χ. με το πρόσχημα της παροχής βοήθειας στους Γαλάτες συμμάχους της Ρώμης ενάντια στους Ελβετούς. Με τη βοήθεια διαφόρων Γαλατικών φυλών, κατάφερε να κατακτήσει όλη τη Γαλατία εκτός από τη φυλή των Αρβερνών, οι οποίοι συνέχιζαν να αντιστέκονται με ηγέτη το στρατηγό Βερσεζεντόριξ. Στη μάχη της Ζεργκόβια το 52 π.Χ., οι Γαλάτες νίκησαν τους Ρωμαίους, ωστόσο ο Ιούλιος Καίσαρας συνέλαβε τον Βερσεζεντόριξ μετά τη μάχη της Αλεσίας, με την οποία και τερματίστηκε η Γαλατική αντίσταση ενάντια στη Ρώμη.

Ρωμαϊκοί Χρόνοι

Με τη Ρωμαϊκή κατάκτηση, η Γαλατία ενσωματώθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως επαρχία, υιοθετήθηκε η Λατινική γλώσσα στην περιοχή, άλλαξε ο τρόπος διοίκησης και οι Γαλάτες τελικά έγιναν Ρωμαίοι πολίτες.

Από τον 3ο έως τον 5ο αιώνα, η Γαλατία δεχόταν επιδρομές από Γερμανόφωνους λαούς όπως οι Φράγκοι και Αλαμανοί. Αποσπάστηκε από τη Ρώμη κατά τα έτη 260-273 και αποτέλεσε, μαζί με τη Βρεταννία και την Ιβηρική χερσόνησο, τη βραχύβια Γαλατική αυτοκρατορία. Μετά τη νίκη των Φράγκων στη μάχη του Σουασόν το 486 μ.Χ., η Γαλατία βρέθηκε υπό την εξουσία της δυναστείας των Μεροβιγγείων.

 
Κοινωνική Δομή των Γαλατών

Οι Γαλάτες ήταν φυλετική και γεωργική κοινωνία, αντίθετα από τους άλλους Κελτικούς λαούς. Δεν είχαν μόνο οι Δρυΐδες πολιτική εξουσία στη Γαλατία, αντιθέτως το αρχικό πολιτικό σύστημα ήταν περίπλοκο και βάση του ήταν η φυλή, που αποτελούσε από μόνη της τη μικρότερη διοικητική, αλλά και στρατιωτική μονάδα μιας επαρχίας. Κάθε φυλή είχε ένα συμβούλιο γηραιών και αρχικά έναν βασιλιά, ενώ αργότερα αντικαταστάθηκε από έναν αιρετό άρχοντα που εκλεγόταν κάθε χρόνο.

Οι φυλετικές αυτές υποομάδες ενώνονταν σε ενιαίες ομάδες που ονομάζονταν civitate, οι οποίες θα αποτελούσαν αργότερα τη βάση για τη διαίρεση της Γαλλίας σε εκκλησιαστικά επισκοπάτα και αρχιεπισκοπές, κάτι που διατηρήθηκε με ελάχιστες αλλαγές μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση.

Συνεπώς, ως επί το πλείστον, οι Γαλάτες είχαν την αίσθηση μιας τοπικής εθνικότητας και οι κλασικές πηγές πιστοποιούν ότι υπήρχαν δέκα έξι διακριτά τοπικά έθνη Γαλατών. Η Γαλατία ήταν πολιτικά διαιρεμένη και δεν υπήρχε ενότητα ανάμεσα στις διάφορες φυλές, παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις, όπως στη συμμαχία ενάντια στις δυνάμεις του Ιούλιου Καίσαρα υπό τον Βερκιγγετόριγα. Γενικά οι Γαλάτες σε όλη την Ευρώπη δεν είχαν διαμορφώσει ένα ενιαίο έθνος, παρά μονάχα θύλακες του συνεχούς δικού τους πολιτισμού.

Θρησκεία

Στους Γαλάτες κυριαρχούσε ο ανιμισμός, καθώς απέδιδαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στα στοιχεία της φύσης γύρω τους, εξυψώνοντάς τα σε ημίθεους, όπως λίμνες, ποτάμια, βουνά, ακόμα και ζώα. Το ιερότερο ζώο τους ήταν το αγριογούρουνο, το οποίο εντοπίζεται ως σύμβολο σε Γαλατικό στρατιωτικό εξοπλισμό, ενώ το κυνήγι του συμβολίζει την καταδίωξη του πνευματικού από το επίγειο. Η θρησκεία τους ήταν πολυθεϊστική: υπήρχε ένα κοινό πάνθεον για όλες τις φυλές, ωστόσο λατρεύονταν και τοπικές και οικιακές θεότητες, με μεγάλες επιρροές από την αρχαία Ελληνική και Ρωμαϊκή θρησκεία.

Κυρίαρχες φυσιογνωμίες θεωρούνται οι Δρυΐδες, οι οποίοι είχαν εξέχουσα θέση σε κάθε φυλή: ήταν αρμόδιοι για την πολιτιστική και θρησκευτική γνώση, καθώς επίσης και για τις τελετουργικές ιεροπραξίες, αλλά και υπεύθυνοι για την εκπαίδευση των αριστοκρατών. Κατείχαν όχι μόνον θρησκευτική αλλά και κοινωνική δύναμη, που ενδεχομένως σε ύστερες φάσεις εξελίχθηκε σε πολιτική. Το ισχυρότερο εργαλείο που κατείχαν ήταν η δύναμη της αποκοπής: όταν ο δρυίδης απέκοπτε το μέλος κάποιας φυλής, εκείνο ήταν υποχρεωμένο να ξεκόψει από τις ρίζες του και να απομακρυνθεί από τη φυλή.

Οι Λαός των Γαλατών

Οι Γαλάτες υπήρξαν ο σημαντικότερος αρχαίος λαός της Ευρώπης μετά τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η θαυμαστική εξάπλωσή τους ορίζεται από περιοχές ή λαούς που φέρουν το όνομά τους στα τέσσερα ακραία γεωγραφικά σημεία της μέγιστης επέκτασής τους: στα βορειοανατολικά, η σύγχρονη Γαλλία (Galicja, «Γαλατία»), διαμοιρασμένη μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας. Στα νοτιοανατολικά, η γνωστή αρχαία Γαλατία περί την Τουρκική πρωτεύουσα Άγκυρα. Στα νοτιοδυτικά, η σύγχρονη Πορτογαλία (Πορτο-Γαλατία) και η ισπανική Γαλικία.


Τέλος, στα βορειοδυτικά, οι μεσαιωνικές πηγές αναφέρουν τους Γαλάτες (Βρετανούς του παλαιού βασιλείου Στράθκλαϊντ) ως ένα από τα τέσσερα έθνη της Αλμπαν (Σκωτία). Περί το 200 π.Χ., οι Γαλάτες - Κέλτες αριθμούσαν άνω των 10.000.000 ατόμων, αποτελώντας έναν από τους πολυπληθέστερους λαούς του κόσμου. Ο Γαλάτης μπορούσε να είναι ικανότατος έμπορος, μεταλλουργός, Δρυίδης ή τεχνίτης και ταυτόχρονα ένας άγριος, θηριώδης, ακαταμάχητος και ακατάβλητος πολεμιστής, ένας μισθοφόρος, επιδρομέας ή πειρατής που αποκτούσε με το ξίφος ό,τι ποθούσε. Αυτός είναι ο Κέλτης όλων των εποχών της τρισχιλιετούς Ιστορίας του.

Οι Δρυίδες, λόγιοι και ιερείς των Γαλατών, είχαν καθιερώσει την ιερή απαγόρευση του λαού τους. Η φιλοσοφία, οι μύθοι, η Ιστορία, το Δίκαιο, η γενεαλογία και οι επιστημονικές γνώσεις των Κελτών δεν καταγράφηκαν ποτέ. Πέρασαν ως προφορική παράδοση, από στόμα σε στόμα, από γενεά σε γενεά, έως ότου το μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκε κατά την Χριστιανική περίοδο. Γι' αυτούς τους λόγους, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τους Κέλτες αναλφάβητους βαρβάρους, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Ο Καίσαρ αναφέρει ότι ο απλός λαός χρησιμοποιούσε για τις καθημερινές εμπορικές ιδιωτικές κ.ά. ανάγκες του το Ελληνικό αλφάβητο.

Η εν λόγω απαγόρευση των Δρυίδων είναι η βασική αιτία της δυσκολίας να ανασυντεθεί η Ιστορία των Γαλατών. Οι αποσπασματικές αναφορές των αρχαίων συγγραφέων δεν είναι αρκετές και, παρά το γεγονός ότι η αρχαιολογία, η γλωσσολογία, η γενετική και άλλες επιστήμες κάλυψαν αρκετά κενά, είναι σίγουρο ότι ένα μεγάλο μέρος της συναρπαστικής (με βεβαιότητα) Γαλατικής Ιστορίας θα μείνει για πάντα άγνωστο στον σύγχρονο κόσμο.

Η Προέλευση των Γαλατών

Οι Γαλάτες ή Κέλτες αναφέρονται για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. ως «Κελτοί». Αργότερα, ο Πολύβιος προτιμούσε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» το οποίο είχε επικρατήσει κατά την εποχή του. Αντίστοιχα, οι Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρονταν στον ίδιο λαό ως Celtae (Κέλτες) Galli (Γάλλοι) και Galatae (Γαλάτες). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης θεωρούσε τα εθνικά «Κέλτες» και «Γαλάτες» συνώνυμα, όπως και οι συγγραφείς Στράβων και Παυσανίας.

Το ίδιο υπονοεί και ο μεγάλος Ρωμαίος στρατηγός και συγγραφέας Ιούλιος Καίσαρ, ο οποίος ενδεχομένως μελέτησε τους Γαλάτες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Σήμερα, είναι γενικά αποδεκτό ότι τα προαναφερόμενα εθνωνύμια είναι συνώνυμα, προερχόμενα από μια αρχική ρίζα Cel-/Cal-/Gal-. Φαίνεται ότι αποτελούν την απόδοση ενός κοινού αρχικού εθνωνυμίου σε δύο διαφορετικές κελτικές διαλέκτους.

Ο Τίμαιος και ο Πολύβιος αποκαλούσαν Γαλάτες ειδικά τους κελτικούς πληθυσμούς του άνω ρου του Δούναβη και τους εποίκους τους στη Βόρεια Ιταλία και τη Μ. Ασία, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το εθνικό «Γαλάτες» προέρχεται ειδικά από τη δουναβική κελτική διάλεκτο, τη γλώσσα των αρχικών φορέων του πολιτισμού Χάλστατ (Halstatt). Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος ονόμαζε Κελτούς ειδικά τους λαούς βορείως της Μασσαλίας, μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων, ενώ απέδιδε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» στα άλλα Κελτικά φύλα, από τον Ατλαντικό έως τη Σκυθία (σημ. Ουκρανία).


Ο Καίσαρ ανέφερε ότι οι σύγχρονοί του Γαλάτες αυτοαποκαλούντο «Κέλτες». Φαίνεται ότι η ονομασία «Κέλτες» πηγάζει από την Κελτική διάλεκτο μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων και, λόγω της παλαιότητάς της συγκριτικά με τον εθνικό όρο «Γαλάτες», προέρχεται ενδεχομένως από τον αρχαιότερο του Χάλστατ πολιτισμό των «Πεδίων των Τεφροδόχων Υδρίων» (Urnfields).

Η Καταγωγή των Γαλατών 

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις πολιτισμικές καταβολές και την εθνογένεση των Γαλατών. Σήμερα, δύο είναι οι επικρατέστερες: η άποψη που ταυτίζει την εμφάνισή τους με την γένεση και την επέκταση των πολιτισμών Urnfield και Χάλστατ, και η θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η γλώσσα και ο πολιτισμός των Κελτών προέρχονται από τη Νεολιθική Περίοδο.

- Η παλαιότερη θεωρία σχετικά με τη Γαλατική εθνογένεση τη συνδέει με το σύνολο ή (σύμφωνα με μια παραλλαγή αυτής της άποψης) με τη νότια περιοχή του πολιτισμικού συμπλέγματος Urnfield (13ος - 8ος αιώνας π.Χ.). Ο πολιτισμός Urnfield έχει χαρακτηρισθεί πρωτοκελτικός, επειδή τα κλασικά χαρακτηριστικά της Κελτικής-Γαλατικής ενότητας δεν διαμορφώθηκαν οριστικά κατά τη διάρκειά του. Οι Πρωτοκέλτες των Urnfield ήταν κυρίως γεωργοί, μέλη μικρών κοινοτήτων, επιδέξιοι στην κατασκευή εργαλείων, όπλων, κοσμημάτων κ.ά. από ορείχαλκο και αργότερα («Ύστερη φάση Urnfield») από σίδηρο.

Κατασκεύαζαν φρούρια σε κορυφές λόφων και αποτέφρωναν τους νεκρούς τους. Τοποθετούσαν την στάχτη και τα κόκκαλα σε ειδικές υδρίες τις οποίες έθαβαν με προσωπικά αντικείμενα, σε ειδικά πεδία (νεκροταφεία). Από αυτή την ταφική πρακτική έλαβε την αρχαιολογική ονομασία του (Urnfield) ο πολιτισμός τους. Κοιτίδα του υπήρξε η παραδουνάβια περιοχή βορείως των Άλπεων.

- Οι αρχικοί φορείς του είχαν ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά Αλπικού τύπου ή τύπου Μπ. Μπήκερ (B. Beaker Folk) (βραχυκεφαλία, πλατυπροσωπία κ.ά.). Στην πορεία τους αφομοίωναν πληθυσμούς Αλπικού, Νορδικού (Βορείου) κ.ά. τύπων, με νεολιθικό πολιτισμικό επίπεδο.

Ο νέος πολιτισμός ονομάσθηκε Χάλστατ (7ος - 6ος αιώνας π.Χ.) από το ομώνυμο Αυστριακό χωριό όπου ανασκάφηκε ένα νεκροταφείο με εντυπωσιακά ευρήματά τους. Εξίσου σημαντικά είναι τα μεταλλικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στην Τσεχία, τη νότια Γερμανία και τη βορειοανατολική Γαλλία σε χαρακτηριστικούς θαλαμωτούς τάφους τύπου Χάλστατ. Περιλαμβάνουν άμαξες με τέσσερις τροχούς, ιπποσκευές, ζυγούς, όπλα, κοσμήματα κ.ά. Οι τάφοι ανήκαν σε ευγενείς από ισχυρά γένη με απεριόριστο πλούτο και πολιτική δύναμη, οι οποίοι αγόραζαν Ελληνικά και Ετρουσκικά προϊόντα μεταλλοτεχνίας, κεραμικής, κτλ.


Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν τον πολιτισμό Χάλστατ Κελτικό, με φορείς Κέλτες, Παννονούς και Ιλλυριούς. Μια μερίδα ερευνητών υποστηρίζει ότι επρόκειτο για πρωτοϊλλυρικό πολιτισμό που υιοθετήθηκε ραγδαία από τους Κέλτες. Η κοιτίδα, όμως, του πολιτισμού βρίσκεται σε περιοχή τοπωνυμίων κελτικής προέλευσης. Τα τοπωνύμια Χάλστατ, Χάλαϊγκ (του γειτονικού χωριού) κ.ά. είναι κελτικά, προερχόμενα από τη λέξη για το αλάτι. Το τελευταίο στοιχείο, όπως και η ύπαρξη ορυχείων αλατιού στα γειτονικά όρη Σάλτσμπουργκ, δείχνουν ότι το εμπόριο αυτού του προϊόντος υπήρξε βασικός παράγοντας της γένεσης του πολιτισμού Χάλστατ.

Άλλος παράγοντας ήταν η εγκατάσταση μιας φυλής νομάδων της Ευρασιατικής στέπας στην περιοχή Ουγγαρίας-Αυστρίας περί το 700 π.Χ. Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι επρόκειτο για Κιμμέριους πρόσφυγες, καταδιωγμένους από τους Σκύθες εισβολείς που κατέκτησαν τη χώρα τους - τη σημερινή Ουκρανία - εξοντώνοντας ένα σημαντικό μέρος τους (Ηρόδοτος). Η πλειοψηφία των Κιμμερίων κινήθηκε προς τη Μ. Ασία αλλά ένας κλάδος τους κατέφυγε στην Κεντρική Ευρώπη.

- Αν η διαμόρφωση των χαρακτηριστικών Κελτικής-Γαλατικής ενότητας δεν ολοκληρώθηκε με τον πολιτισμό Χάλστατ, αυτό επιτεύχθηκε ασφαλώς με την εμφάνιση του πολιτισμού Λα Τεν (La Tene, 5ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) ο οποίος έλαβε την ονομασία του από την Ελβετική τοποθεσία που ανασκάφηκαν πάμπολλα κτερίσματά του, κυρίως μεταλλικά.

Βασικό χαρακτηριστικά του είναι η χρήση των περίφημων επιμήκων σιδηρών ξιφών, τα νέα ταφικά έθιμα, η αντικατάσταση του τετράτροχου άρματος τύπου Χάλστατ από τα νέα δίτροχα πολεμικά άρματα, οι νέοι τύποι πόρπης και η κατασκευή αγγείων για κρασί από τοπικά εργαστήρια αντί τις εισαγωγής τους από τον μεσογειακό κόσμο. Στη μεταλλοτεχνία ξεχωρίζουν οι ορειχάλκινες ανθρωπόμορφες πόρπες. Ο πολιτισμός Λα Τεν περιοριζόταν αρχικά στις περιοχές της Ελβετίας, της Ρηνανίας και της Γαλλικής Καμπανίας αλλά από τον 4ο αιώνα π.Χ. η επέκτασή του υπήρξε ραγδαία.

ΓΑΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ 100 - 44π.Χ. (Gaius Julius Caesar)

Στα Σούβουρα, σε μια πυκνοκατοικημένη και αρκετά λαϊκή συνοικία της Ρώμης, δυτικά του Φόρουμ, περίπου στην περιοχή της σημερινής Via Cavour, ήταν το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου το 100 π.Χ. ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας. Γάιος ήταν το όνομα του πατέρα του, που του είχε δοθεί σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή συνήθεια να παίρνει το παιδί το όνομα του πατέρα του. Ιούλιος ήταν το επώνυμό του, μιας και καταγόταν από το γένος των Ιουλίων. Καίσαρ ήταν το παρωνύμιό του, που το πήρε εξαιτίας του εξαιρετικού τρόπου με τον οποίο ήρθε στον κόσμο, δηλαδή με τομή (Λατινικά καίσους) στην κοιλιά της μητέρας του. Από τον Καίσαρα, λοιπόν, έμεινε η τομή αυτή γνωστή ως καισαρική.

Βέβαια, η σημασία του ονόματος αυτού είναι αμφίβολη. Ένας Ρωμαίος συγγραφέας αναφέρει: ''Οι καλύτεροι σοφοί και ειδικοί παραδέχονται ότι ο πρώτος που είχε αυτό το όνομα το απέκτησε σκοτώνοντας σε μια μάχη έναν ελέφαντα, που στην Καρχηδονική γλώσσα λεγόταν Καίσαρ''. Η οικογένειά του άνηκε στους πατρικίους, στους παλαιούς ευγενείς, και μάλιστα από τους πιο επιφανείς της εποχής. Ο Καίσαρας ισχυριζόταν ότι από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από τον Ίουλο ή Ασκάνιο, γιο του Αινεία και της Κρέουσας.


Ο Αινείας θεωρούνταν γιος της Αφροδίτης, και κατά συνέπεια ο Καίσαρας ήταν εγγονός της. Για το λόγο αυτό απεικόνιζε στα νομίσματα, στη σφραγίδα και τα όπλα του την Αφροδίτη. Έχτισε, μάλιστα, στο Φόρουμ και ναό προς τιμήν της (Venus Genetrix). Από τη μητέρα του καταγόταν από τον Άνκο Μάρκιο, τον 4ο από τους μυθικούς βασιλιάδες της Ρώμης, και έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να διευρύνει και να ενισχύσει το μύθο της θεϊκής καταγωγής του.

Η αλήθεια είναι ότι οι Πατρικοί πρόγονοί του δεν ήταν εξέχουσες φυσιογνωμίες, απλώς είχαν διακριθεί για τους επιτυχημένους γάμους τους. Ο πατέρας τους είχε φτάσει ως το αξίωμα του Πραίτορος, διετέλεσε διοικητής Ασιατικής επαρχίας και είχε τεθεί επικεφαλής μιας εξέγερσης γεωργών αποίκων στο Κιρκαίο.

Έτυχε επιμελημένης ανατροφής, σύμφωνα με τις παραδόσεις των οικογενειών των Πατρικίων. Έμαθε ανάγνωση και γραφή τόσο στα Λατινικά όσο και στα Ελληνικά (μέσω μιας παλιάς μετάφρασης της «Οδύσσειας» του Λίβιου Ανδρόνικου, καθώς και από το πρωτότυπο) και μελέτησε τα αριστουργήματα της λογοτεχνίας και των δύο αυτών γλωσσών. Στα δέκα του χρόνια είχε δάσκαλο τον Μάριο Αντώνιο Γνίφο.

Με τον τρόπο αυτό απέκτησε τις βάσεις της Ρητορικής τέχνης, που ήταν απαραίτητη για έναν πολιτικό, καθώς επίσης και της ποίησης, την οποία χρησιμοποίησε αργότερα. Επισκεπτόταν τακτικά το Φόρουμ, άκουγε προσεκτικά τους μεγάλους ρήτορες της εποχής του και ήταν συνήθως παρών στις αποφάσεις και συνομιλίες των μεγάλων νομομαθών, για να εισδύει στα κύρια προβλήματα του δικαίου.

Τα χρόνια της νεότητάς του τέλειωσαν όταν φόρεσε την ανδρική τήβεννο, η οποία συμβόλιζε τη μετάβαση από την εφηβική στην ανδρική ηλικία. Το 84 π.Χ πέθανε ο πατέρας του από ξαφνικό θάνατο. Το γεγονός αυτό έδωσε στον Καίσαρα την πλήρη ανεξαρτησία του. Τον ίδιο χρόνο διέλυσε έναν αρραβώνα με την Κοσσουτία, που προερχόταν απο την τάξη των Ιππέων και παντρεύτηκε την κόρη του Κίννα, άσπονδου εχθρού του δικτάτορα Σύλλα, την Κορνηλία.

Στο γάμο αυτό οδηγήθηκε για πολιτικούς σκοπούς. Η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της οικογένειάς του και των αρχηγών της δημοκρατικής παράταξης έγινε μεγαλύτερη. Όμως την γυναίκα του, όπως και την κόρη του Ιουλία, τις αγαπούσε ιδιαίτερα. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στη ζωή του η εναρμόνιση προσωπικών συναισθημάτων και πολιτικών σκοπών.


Ήταν πάντα οπαδός των δημοκρατικών, σε αντίθεση με τους άλλους της εποχής του, που συνήθιζαν συχνά πυκνά να αλλάζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτό όμως δεν το έκανε για ιδεολογικούς λόγους, όπως ο Κάτωνας, αλλά γιατί ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει για έναν πολιτικό η εμπιστοσύνη του λαού. Πάντοτε ενεργούσε κρυφά. Στο δρόμο του για την εξουσία εμπόδιά του στάθηκαν η Γερουσία και ο Πομπήιος. Η πρώτη δημόσια Υπηρεσία που ανέλαβε ήταν το αξίωμα του αρχιερέως του Διός. Ένα αξίωμα που δεν έδινε δύναμη, αλλά πολύ κύρος και ταίριαζε σε έναν απόγονο της Αφροδίτης.

Οι Αρχιερείς ήταν υπεύθυνοι για τη διατήρηση των δικαστικών και θρησκευτικών παραδόσεων της πόλης. Ασκούσαν τον έλεγχο της δημόσιας και ιδιωτικής λατρείας και πρότειναν τρόπους διεκπεραίωσης των θρησκευτικών υποχρεώσεων. Ήταν ακόμα θεματοφύλακες των τύπων της προσευχής και του δικαιώματος του γάμου, συνέθεταν τον πίνακα των ετήσιων αρχόντων και τα χρονικά των συμβάντων. Οι ιερείς κατοικούσαν στη «Βασιλική», το παλαιό παλάτι, και φορούσαν την ιερατική τήβεννο.

Όλα αυτά αποτελούσαν μέρος της αγωγής του Καίσαρα. Έτσι ο Καίσαρας έφθασε στο σημείο που τον οδήγησαν η θέληση, τα χαρίσματά του, η συνείδηση για το καθήκον, καθώς και οι απαιτήσεις της εποχής. Ήταν 54 χρονών και είχε πίσω του πάνω από τρεις δεκαετίες πολιτικής δραστηριότητας, που τον είχαν οδηγήσει στο σκοπό του. Βέβαια όχι μέσα από έναν άκαμπτο και προσχεδιασμένο δρόμο, αλλά με το όραμα του σκοπού του πάντα μπρος στα μάτια του και με μεγάλη πίστη στην ύπαρξή του, δημιουργώντας συνεχώς καινούρια μέσα και καινούριους δρόμους.

Η προσωπικότητά του ήταν μοναδικά πολύπλευρη κι ενεργητική. Ήταν πολιτικός, νομοθέτης, νομικός, ρήτορας, ιστορικός συγγραφέας, ποιητής, έγραψε ένα έργο γραμματικής, ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, τα τεχνικά, την αρχιτεκτονική και πάντα είχε δίπλα του τους κατάλληλους ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν. Μπορούσε να υπαγορεύει έφιππος έξι διαφορετικά γράμματα συγχρόνως στους γραφείς που ακολουθούσαν γύρω του σε φορεία.

Κοντά σε αυτό το χάρισμα είχε μια δυναμικότητα που απαιτούσε το ύψιστο από τον ίδιο και από τους άλλους, και η οποία εμφανιζόταν κάθε φορά στην ταχύτητα της δράσης του και πιο πολύ στις στρατιωτικές του κινήσεις. Η μικρή του ανάγκη για ύπνο του επέτρεπε να εξοικονομεί χρόνο ταξιδεύοντας νύχτα στο αμάξι ή σε φορείο. Αυτές οι ιδιότητες είχαν σαν προϋπόθεση ένα σώμα που άντεχε στα πάντα.Ο Καίσαρας ήταν ψηλός κι αδύνατος, με ζωηρά μαύρα μάτια.

Τα χαρακτηριστικά του είχαν συχνά γλυκύτητα και καλοσύνη. Το σώμα του ήταν γυμνασμένο και το διατηρούσε σε καλή κατάσταση εξασκώντας το καθημερινά. Ήταν εγκρατής, πράγμα που τον βοηθούσε να μένει υγιής, και από την άλλη, χωρίς να χαλάει το κέφι του, απέφευγε τις καταχρήσεις στο οινόπνευμα. Πρόσεχε πάντοτε το παρουσιαστικό του, τόσο όσο ήταν νέος όσο και αργότερα.


Είχε μια έμφυτη τάση για τελειότητα, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όταν κάποτε έχτισε μια βίλα που δεν ήταν ακριβώς όπως την ήθελε, την γκρέμισε και την έχτισε πάλι από την αρχή. Εξαιτίας αυτής του της τάσης πίστευε ότι, για να εκπληρώσει το καθήκον του, έπρεπε να γίνει αρχηγός του κράτους. Η γοητεία του ήταν μεγάλη και πήγαζε από έμφυτη ευγένεια, που προερχόταν από τα βάθη της καρδιάς του. Η τέχνη του Καίσαρα στη μεταχείριση των ανθρώπων φαίνεται ολοκάθαρα στις σχέσεις του με τους στρατιώτες του.

Η μεγαλοφυΐα της στρατηγικής του και ο δεσμός του με τους στρατιώτες του είχαν σαν αποτέλεσμα μια εξουσία που έφερνε στα χέρια του ακόμη και τον τελευταίο στρατιώτη. Μετά από μια ήττα ενθάρρυνε ψυχολογικά τους στρατιώτες του. Από την άλλη, τους επέπληττε, τους τιμωρούσε, τους ανέλυε τα πράγματα ανοιχτά και ξεκάθαρα, και στο τέλος τους έπειθε ότι μπορούσαν να αποφύγουν την ήττα κι ότι μπορούσαν να διορθώσουν τα πράγματα.

Ποτέ δεν προσπάθησε να δώσει θάρρος στους στρατιώτες του κρύβοντάς τους την πραγματικότητα και λέγοντας ψέματα. Γενικά πίστευε ότι μόνο μέσω της ειλικρίνειας επιτυγχάνεται η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε αυτόν και τους στρατιώτες του. Πάντοτε πολεμούσε μαζί τους κι όχι μόνο όταν υπήρχε περίπτωση ανάγκης. Δεν παρέλειπε να εκπαιδεύει ο ίδιος μερικές φορές τους στρατιώτες του και να ασχολείται πολλές φορές με τον καθένα ξεχωριστά.. Πάντα ήταν έτοιμος να αναγνωρίσει γενναίες υπηρεσίες, δίνοντας πολύτιμα όπλα και παράσημα. Με παρόμοιο τρόπο κέρδιζε και το λαό, ιδιαίτερα στην αρχή της πολιτικής του δραστηριότητας.

Ένας άνδρας με τέτοια ακτινοβολία έκανε εντύπωση στις γυναίκες. Τα ερωτικά του κατορθώματα ακούγονταν παντού. Μετά το θάνατο του πατέρα του ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο η σχέση του με τη μητέρα του και την αδερφή του. Οι άνδρες που είχαν στη νεότητά τους μια καλή και αγαπημένη μητέρα ψάχνουν στη ζωή τους να βρουν την ολοκλήρωση στις πιο διαφορετικές μορφές της στο πρόσωπο της γυναίκας. Αυτό συνέβη και με τον Καίσαρα. Η ωραιότερη, ίσως, πλευρά του χαρακτήρα του γίνεται εμφανής στη σχέση του με τους εχθρούς του.

Προσπάθησε να συνεννοηθεί, δείχνοντας διάθεση συμβιβασμού και επιείκεια σε όσους πήγαν με το μέρος του Πομπήιου. Το ίδιο υπεύθυνος αισθανόταν τόσο για τους Ρωμαίους που τον υποστήριζαν όσο και για όσους ήταν αντίθετοι με αυτόν. Η ζωή του είναι γεμάτη από αποδείξεις της μεγαλοψυχίας του (π.χ. αμνήστευση των αιχμαλώτων στο Κορφίνιο) όχι μόνο σε θέματα που αφορούσαν την πολιτική, αλλά και σε άσχετες περιπτώσεις (π.χ. σταματούσε τις μονομαχίες λίγο πριν ο νικημένος να δεχθεί το χαριστικό χτύπημα κ.α.).

Παρόλα αυτά, μπορούσε να παραμερίσει τη μεγαλοψυχία του και να προβάλλει σκληρότητα, όπου αυτό ήταν αναγκαίο και κυρίως σε θέματα πολιτικής. Εντέλει, όμως, αυτή του την αρετή την πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, καθώς εκείνοι που είχαν δεχτεί την αμνηστία και τη μεγαλοψυχία του αποτέλεσαν και το μεγαλύτερο μέρος όσων συντέλεσαν στη δολοφονία του. Οι οργισμένοι οπαδοί του είπαν, μετά το θάνατο του, ότι καταστράφηκε από τη μεγαλοψυχία του κι ότι, αν δεν την είχε δείξει, δε θα του συνέβαινε κάτι τέτοιο (Νικόλαος της Δαμασκού).


Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Ιούλιος Καίσαρας ήταν μια μεγαλειώδης και πολύπλευρη προσωπικότητα της εποχής του. Είχε την ικανότητα να εκτιμά σωστά κάθε στιγμή, ανεξάρτητα από συμβατικότητες. Μεγάλος στρατηγός, γοητευτικός και καλοσυνάτος με τους φίλους, διαλλακτικός με τους εχθρούς, ευγενικός με όλους, θαυμάσιος ρήτορας και εκτός των άλλων δημιουργός τρομερών σχεδίων που ωφέλησαν το κράτος. Τελικά, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, θα μπορούσε να ήταν αληθινά γιος της Αφροδίτης!

ΒΕΡΚΙΓΕΤΟΡΙΓΑΣ (Vercingetorix) 

Γαλάτης στρατηγός και αντίπαλος του Καίσαρα. Υπήρξε ηγέτης στην Αρβενία από το 72 π.Χ. μέχρι το 46 π.Χ. Γεννήθηκε στην Αβέρνη και ήταν γιος του πρίγκιπα Κελτίλου. Το 52 π.Χ. έγινε αρχηγός των επαναστατών Γαλατών εναντίον των κατακτητών Ρωμαίων. Ύστερα από μερικές επιτυχίες αποκλείστηκε από τον Καίσαρα στην Αλεσία. Αφού προσπάθησε μια Γαλατική στρατιά να διασπάσει τον αποκλεισμό, ο Βερκιγετόριγας παραδόθηκε, ελπίζοντας να σώσει μ` αυτόν τον τρόπο τους άνδρες του. Ο Καίσαρας τον πήρε αιχμάλωτο στη Ρώμη, κοσμώντας μ` αυτόν το θρίαμβό του και τον αποκεφάλισε ύστερα από έξι χρόνια φυλάκισης, το 46π.Χ.


Βερκιγετόριγας και Ιούλιος Καίσαρας 

Ξεχύνονταν κατά χιλιάδες οι Κέλτες. Έρχονταν από τα ανατολικά σαν λαίλαπα που όλα τα παρασέρνει στο πέρασμά της. Οι ντόπιοι πληθυσμοί έφευγαν να γλιτώσουν τον όλεθρο. Οι Κέλτες απλώνονταν στην κεντρική και τη βόρεια χώρα. Οι ντόπιοι (τους είπαν Λίγυες ή Λίγυρες) στριμώχνονταν στον Νότο, στην παραλία και προς τη μεριά που αργότερα θα ονομαζόταν Ιταλία: Στη Λιγυρία.

Ο ηγέτης τους, Λιγύς, έμελλε να περάσει στην Ελληνική μυθολογία. Θέλησε να εμποδίσει τον Ηρακλή, όταν εκτελούσε τον άθλο που τον διέταξε ο Ευρυσθέας, να του πάει τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων. Φυσικά, στην πάλη μεταξύ τους, ο Ηρακλής νίκησε. Ο Λιγύς σκοτώθηκε. Η πρώτη κατοίκηση στην περιοχή της σημερινής Γαλλίας και του Βελγίου ανάγεται στα 950.000 χρόνια πριν από την εποχή μας. Ήταν ο Χόμο Ερέκτους (Homo Erectus). Στα 400.000 χρόνια πριν από την εποχή μας οι εκεί κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τη φωτιά.

Ο «άνθρωπος του Κρομανιόν» βρέθηκε στην ομώνυμη θέση της Νοτιοδυτικής Γαλλίας. Πρέπει να έζησε γύρω στα 25.000 πριν. Χαραγμένα πάνω σε πέτρα θηρία αποτελούν την πρώτη γνωστή μας έκφραση τέχνης στη Γαλλία. Ο καλλιτέχνης τα φιλοτέχνησε πριν από 12.000 χρόνια. Ο Νεολιθικός πολιτισμός αναπτύχθηκε από τα 4.000 ως τα 2500 χρόνια π.Χ. Μεγαλιθικά Ντόλμεν σημειώνουν τη λατρεία των ανθρώπων στις θεϊκές δυνάμεις. Μετά, ήλθαν οι Κέλτες.

Προχώρησαν ακάθεκτοι ως τις όχθες του ποταμού Γαρούνα. Κάποιοι έμειναν στα κατακτημένα μέρη. Κάποιοι έμελλε να περάσουν τα Πυρηναία, κατεβαίνοντας στη χώρα που αργότερα θα ονομαζόταν Ισπανία. Κάποιοι άλλοι θα δοκίμαζαν την τύχη τους στα απέναντι Βρετανικά νησιά (Αλβιόνα). Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι Κέλτες απλώνονταν ως την παραλία της Μεσογείου.

Γύρω στα 500 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τον σίδηρο ευρύτατα. Τον είχαν εισάγει οι άνθρωποι του πολιτισμού του Χάλστατ (πήρε το όνομά του από μια περιοχή της σημερινής Αυστρίας όπου βρέθηκαν δείγματα προϊστορικού πολιτισμού). Οι Κέλτες χρησιμοποίησαν τον σίδηρο στα γεωργικά τους εργαλεία και για όπλα. Και αξιοποίησαν τους εμπορικούς δρόμους που από παλιά συνέδεαν τα βρετανικά νησιά και την περιοχή της μετέπειτα Γαλλίας με τη Μεσόγειο. Οι ποταμίσιοι δρόμοι του Σηκουάνα και του Ροδανού ζωντάνεψαν από το εμπόριο με τους Έλληνες άποικους της Μασσαλίας.

Οι Έλληνες ήταν εκεί από το 600 π.Χ. Στα 330 με 325 π.Χ., ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης έκανε ένα τεράστιο αναγνωριστικό ταξίδι, παραπλέοντας τις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού κι επέστρεψε, αφού επισκέφτηκε τις βρετανικές ακτές. Στο σπουδαίο έργο του «Γης Περίοδοι» ή «Τα περί του Ωκεανού», περιγράφει τα όσα είδε.


Γύρω στα 250 π.Χ., οι Κέλτες Παρίσιοι εγκαταστάθηκαν στα νησάκια του Σηκουάνα. Η περιοχή και η μετέπειτα πόλη έμελλε να ονομαστεί Παρίσι. Στα 53 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας θα τη βάφτιζε «Λουτέτια» (Έλος). Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουλιανός (ο Παραβάτης), που την αγάπησε, της έδωσε πάλι το αρχαίο της όνομα: Παρίσι (το 360 μ.Χ.).

Για τους Ρωμαίους και τους Έλληνες, η χώρα δυτικά των Άλπεων, ανάμεσα στον Ρήνο, τα Πυρηναία και τον Ατλαντικό (σημερινή Γαλλία και τμήμα του σημερινού Βελγίου) ονομαζόταν Γαλατία: Πέραν των Άλπεων Γαλατία. Επειδή υπήρχε και η Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία, η χώρα ανατολικά των Άλπεων, στη Βόρεια Ιταλία. Κάτοικοι της Γαλατίας ήταν οι Γαλάτες. Οι αρχαίοι συγγραφείς έφτασαν να μπερδεύουν και να ταυτίζουν τις ονομασίες Γαλάτες και Κέλτες. Από τον 3ο π.Χ. αιώνα, τα ονόματα Κέλτες, Γαλάτες και Γάλλοι (Galli) σήμαιναν το ίδιο έθνος.

Μετά την απαλλαγή της Ρώμης από τον Καρχηδονιακό κίνδυνο (146 π.Χ.), γύρω στα 125 π.Χ., οι Ρωμαίοι πήραν τη Νότια Γαλατία. Ήθελαν να ελέγξουν τους αρχαίους εμπορικούς δρόμους. Δυσκολεύτηκαν ώσπου να τα καταφέρουν.

Είκοσι χρόνια μετά την διείσδυση των Ρωμαίων στη Νότια Γαλατία, στην περιοχή έφτασαν Γερμανικοί λαοί, Κίμβροι και Τεύτονες που είχαν ξεκινήσει από τη Βόρεια Ευρώπη. Οι Ρωμαίοι βγήκαν να τους αντιμετωπίσουν. Η μεγάλη μάχη έγινε στο Αραούσιο (το Όρανζ των Γάλλων) στη Γαλατία. Οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν (105 π.Χ.). Επανήλθαν τέσσερα χρόνια αργότερα (101 π.Χ.). Στη νέα μάχη, οι Κίμβροι και οι Τεύτονες καταστράφηκαν. Οι Ρωμαίοι γιόρτασαν την επιτυχία τους στήνοντας αψίδα θριάμβου στο Αραούσιο.

Στα 58 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρας εισέβαλε στη Γαλατία με σκοπό να την κατακτήσει οριστικά. Συνάντησε 368.000 μετανάστες Ελβετούς (Κέλτες από την Ελβετία) που έψαχναν να βρουν νέα πατρίδα. Ήταν άνδρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά. Οι λεγεώνες του Ιουλίου Καίσαρα τους επιτέθηκαν. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ίδιου του Ιουλίου Καίσαρα, σκοτώθηκαν 238.000 μετανάστες.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στα 54 π.Χ., ο πόλεμος ξανάρχισε. Ο Ιούλιος Καίσαρας σκότωσε τον ηγέτη των Γαλατών, Ντουμνορίξ. Οι Γαλάτες απάντησαν με σειρά από αποτυχημένες επαναστάσεις. Όμως, σύμφωνα με την παλιά κελτική συνήθεια, οι Γαλάτες αδυνατούσαν να συνασπιστούν εναντίον του κοινού εχθρού. Κι άνοιξαν εμφύλιους πολέμους, τους οποίους ο Ιούλιος Καίσαρας έσπευσε να εκμεταλλευτεί. Μπροστά στην εισβολή του Ρωμαϊκού στρατού, ο αρχηγός Αμπιορίξ έσπευσε να εξαφανιστεί (53 π.Χ.). Κανένας δεν τον ξαναείδε. Είχε έρθει η ώρα του Γαλάτη ήρωα, Βερκιγετόριγα.


Γόνος βασιλικής Κελτικής γενιάς, ήταν μόλις είκοσι χρόνων όταν οδήγησε τους Γαλάτες εναντίον των Ρωμαίων. Καίγοντας και πυρπολώντας την Γαλατική γη, υπεράσπισε με επιτυχία την Ζεργοβία και προσπάθησε να αναγκάσει τους Ρωμαίους να μείνουν από τρόφιμα και να εγκαταλείψουν την Γαλατία. Σύμφωνα με τη Ρωμαϊκή εκδοχή, ο Ιούλιος Καίσαρας τον αιφνιδίασε στην περιοχή Αβάρικουμ και σκότωσε 40.000 Γαλάτες. Ο Βερκιγετόριγας και οκτακόσιοι Γαλάτες μαχητές κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Καίσαρας τους επιτέθηκε αλλά αποκρούστηκε. Στη μάχη, νίκησαν οι Γαλάτες.

Ο Βερκιγετόριγας και οι Γαλάτες του οχυρώθηκαν στην Αλεζία. Ο Καίσαρας τους πολιόρκησε. Στα 52 π.Χ. και έπειτα από πολύμηνη αντίσταση, οι άνδρες του Βερκιγετόριγα αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Ο ηγέτης τους αιχμαλωτίστηκε. Ο Ιούλιος Καίσαρας έγραψε το έργο του De bello Galliko (Ο πόλεμος στη Γαλατία). Στα 45 π.Χ. κι αφού κόσμησε τον θρίαμβο του νικητή του, ο Βερκιγετόριγας εκτελέστηκε. Ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε τον επόμενο χρόνο (44 π.Χ.).

Η Μάχη της Alesia

Μάχη της Alesia ή Πολιορκία της Alesia ήταν μια σύγκρουση το Σεπτέμβριο 52 π.Χ. μεταξύ Ρωμαίων και Γαλατών. Οι Γαλάτες, ένας στρατός αποτελούμενος από γαλατικές φυλές υπό την αρχηγεία του Βερσιγκετορίξ από την Αρβέρνη ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τις λεγεώνες των Ρωμαίων του Ιουλίου Καίσαρα. Με την, έστω και εφήμερη, νίκη του Βερσιγκετορίξ επί του Καίσαρα, η μάχη της Αλέσια πέρασε στην ιστορία. Η διαμάχη σχετικά με τον τόπο διεξαγωγής της μάχης των Γαλατών ξεκινά από τον 19ο αιώνα και είναι τόσο έντονη.

Η διαμάχη όμως σχετικά με το πιθανό σημείο όπου διεξήχθη η κρίσιμη μάχη ανάμεσα στον Γαλάτη Βερσιγκετορίξ και τις λεγεώνες του Καίσαρα δεν λέει να κοπάσει. Οι Γάλλοι ιστορικοί διαφωνούν εδώ και πολύ καιρό για το πού έγινε η γνωστή μάχη μεταξύ των λεγεώνων του Ιούλιου Καίσαρα και του Γαλάτη Βερσιγκετορίξ: στη Βουργουνδία ή στην περιοχή της οροσειράς του Ιούρα;

Παρ’ όλα αυτά η περιοχή της Βουργουνδίας δεν κέρδισε στον αγώνα διεκδίκησης της τοποθεσίας της μάχης. Από τη δεκαετία του 1960 διεκδικεί και το Chaux-des-Crotenay του Ιούρα την κληρονομιά της Αλέσια, όπου στα τέλη του θέρους του 52 π.Χ. επισφραγίστηκε η ρωμαϊκή κατάκτηση της Γαλατίας.

«Οι Βουργουνδοί μπορεί να διασφάλισαν τη θέση τους, όμως για μας η μάχη τώρα ξεκινάει» λέει η Danielle Porte. Η ιστορικός ανήκει στους υποστηρικτές του Chaux-des-Crotenay. Αυτοί επικαλούνται, μεταξύ άλλων, αναπαραστάσεις όπου διακρίνονται Ρωμαϊκά οχυρωματικά τείχη και ένα τοπίο που μοιάζει με εκείνο που περιέγραφε, καθώς λέγεται, ο Ιούλιος Καίσαρας στις αναφορές του για τον Γαλατικό Πόλεμο.


Η νίκη του Καίσαρα επικύρωσε τότε τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στη Γαλατία. Το επίμαχο ερώτημα του πού βρίσκεται η ιστορική τοποθεσία «πέρασε» και σε τεύχη του «Αστερίξ»: «Αλέσια; Δεν ξέρουμε πού βρίσκεται αυτή η Αλέσια! Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται η Αλέσια!» λένε οι Γαλάτες στο κόμικ – ένα σχόλιο με διττή σημασία, καθώς υπαινίσσεται και το γεγονός ότι κανείς δεν θέλει να θυμάται την ιστορική αυτή ήττα.

Πάντως, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, τη θρυλική μάχη διεκδίκησαν περίπου 40 τοποθεσίες της Γαλλίας, και όλες τους ισχυρίζονταν πως ταυτίζονταν με την Αλέσια – μέχρι που ο Ναπολέων Γ΄, ο οποίος είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία και τη Γαλλο-Ρωμαϊκή κληρονομιά, αποφάνθηκε υπέρ της Alise-Sainte-Reine. Στο όρος Auxois, σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης, διέταξε να φιλοτεχνηθεί το 1865 άγαλμα του Βερσιγκετορίξ από χαλκό. Έκτοτε, το τεράστιο γλυπτό δεσπόζει στο τοπίο.

ΓΑΛΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ

Μετά τις πρώτες επιτυχίες του Καίσαρα στη Γαλατία ενάντια σε Ελβετούς και Γερμανούς, οι επαναστατικές τάσεις των φυλών του Βελγίου αποτέλεσαν μία νέα σοβαρή απειλή για το Ρωμαίο στρατηλάτη, προκαλώντας τριγμούς στα θεμέλια της κυριαρχίας του στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μόλις ένας χρόνος είχε περάσει από τη συγκρότηση της πρώτης "Τριανδρίας", που αποτελούσαν ο Μάρκος Λικίνιος Κράσσος, ο Πομπήιος και ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, και η θητεία που τελευταίου ως ύπατου, στην υπηρεσία της Ρώμης, πλησίαζε ήδη στο τέλος της. Για το φιλόδοξο στρατηγό, η λήξη της θητείας του σήμαινε μία περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, ενώ οι πολιτικοί εχθροί του ήδη προετοίμαζαν την αντεπίθεσή τους.

O Καίσαρας έπρεπε επειγόντως να αναλάβει νέο αξίωμα για να επιβιώσει στην πολιτική σκηνή της Ρώμης, έστω και αν τα καθήκοντά του δεν αφορούσαν στα τεκταινόμενα στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Aπό τη δύσκολη θέση κλήθηκαν να τον βγάλουν τα άλλα δύο μέλη της τριανδρίας, οι οποίοι μεσολάβησαν, ώστε να οριστεί διοικητής δύο επαρχιών, της εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας και του Ιλλυρικού. Ωστόσο, επωφελούμενος από τον αιφνίδιο θάνατο του μέχρι τότε διοικητή της πέραν των Άλπεων Γαλατίας, ο Καίσαρας κατάφερε να αναλάβει τη διοίκηση και αυτής της επαρχίας για πέντε συναπτά έτη.

Παρά τα οφέλη που αποκόμισε από το διορισμό του, στο μυαλό του είχε πάντοτε βλέψεις για νέες κατακτήσεις. Tο μεγαλείο ανέκαθεν τον συγκινούσε και τον έκανε να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να κυνηγήσει τη διάκριση. Ωστόσο, το πρόβλημα που αντιμετώπιζε, είχε να κάνει με την πολιτική αποδυνάμωση που υπέστη μετά την απομάκρυνσή του από το πολιτικό προσκήνιο της αυτοκρατορίας.


Μπορεί να ήταν πλέον διοικητής τριών Ρωμαϊκών επαρχιών, όμως, οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τους συγκλητικούς και σε αυτούς η επιρροή του ήταν από ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Mία εκστρατεία δε θα μπορούσε ποτέ να εγκριθεί, εάν δεν υπήρχε σοβαρός - πραγματικός ή θεωρητικός - κίνδυνος για την αυτοκρατορία.

Ξεγελώντας τη Σύγκλητο

Στα απομνημονεύματά του για τη Γαλατική εκστρατεία (De bello Gallico), ο Καίσαρας ανέφερε ότι λίγο έλειψε να ηττηθεί από τους Νέρβιους στον ποταμό Σάβο. Αυτό από κοινού με τη γνωστή ρήση του ότι "οι Βέλγοι είναι οι πιο γενναίοι μεταξύ των Γαλατών", έκαναν τους Γάλλους ιστορικούς στα τέλη του 19ου αιώνα να πιστεύουν ότι οι Νέρβιοι ήταν Γαλατική φυλή. Ωστόσο, ο ιστορικός της εποχής, Τάκιτος, αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό.

O Καίσαρας είπε αυτή τη φράση, όταν πολεμούσε ενάντια στις νότιες (συνορεύουσες με τη Γαλατία) Βελγικές φυλές. Tο Βέλγιο ήταν μία περιοχή στην οποία κατοικούσε ένα κράμα από Γερμανοθρεμμένες (αλλά όχι Γερμανικές) φυλές στα βόρεια και Γαλατικές φυλές στα νότια. Μεταξύ αυτών δέσποζαν οι Νέρβιοι, οι οποίοι θεωρούνταν ως οι πιο ισχυροί. O Καίσαρας δεν ανέφερε ποτέ τίποτε σχετικό με την καταγωγή τους. Αυτό πιθανότατα να μην αποτελεί σύμπτωση.

Είναι γνωστό ότι ο Ιούλιος Καίσαρας ξεκίνησε τους Γαλατικούς πολέμους, έχοντας ρητές διαταγές να φέρει ειρήνη στη Γαλατία και όχι στο Βέλγιο. Mε την κατάκτηση του Βελγίου είχε σαφώς παραβεί τα όρια της βασικής επιχειρησιακής του περιοχής (της Γαλατίας, όπως ονόμαζε τη σημερινή κεντρική Γαλλία), παρακούοντας έτσι τις συγκεκριμένες εντολές που είχε λάβει.

Mε την εσκεμμένη απόκρυψη της καταγωγής των Νέρβιων ή με τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό τους ως Γαλατών, είχε ως απώτερο σκοπό να αποπροσανατολίσει τους εχθρούς του στη Ρώμη, έτσι ώστε οι τελευταίοι να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς κάνει. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ανακήρυξε ολόκληρη την περιοχή μεταξύ των Πυρηναίων και του Ρήνου ως "Γαλατία". Αυτή η περιοχή ανταποκρινόταν σε αυτά που εκείνος είχε μόλις κατακτήσει.

Ο Διπλωμάτης Καίσαρας

Γάιος Ιούλιος Καίσαρας: ένα όνομα που ταυτίστηκε με τις "δημόσιες σχέσεις" στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Ρώμης όσο κανένα άλλο. Έξοχος διπλωμάτης με το λόγο ή το σπαθί, κατάφερε να σαγηνεύσει ολόκληρους λαούς, να συγχωρήσει (συνήθως έναντι κάποιου αντιτίμου) αυτούς που του ανθίσταντο και να αποτελέσει ένα μεγάλο κεφάλαιο της αρχαίας Ρωμαϊκής ιστορίας.


Ενώ ήταν πάντοτε διορατικός ως στρατηγός στο πεδίο της μάχης, προδόθηκε από την άγνοια κινδύνου που τον χαρακτήριζε στην πολιτική καριέρα του ως τύραννος και αυτοκράτορας της Ρώμης, καταλήγοντας στο τέλος ένα ματωμένο και άψυχο σώμα στα σκαλιά της Συγκλήτου, τα μέλη της οποίας τον "αντέμειψαν" με έναν λιτό, "δημοκρατικό" θάνατο.

Σχεδιάγραμμα της Μάχης

Oι αρχικές θέσεις των παρατάξεων πριν από τη μάχη στον ποταμό Σάβο. Oι Βέλγοι παρέμειναν κρυμμένοι στα δέντρα του δάσους πέρα από τη δεξιά όχθη του ποταμού και μόνο το ιππικό τους επιδόθηκε σε κάποιες μικροεπιδρομές μέχρι εκεί. Στην πλειονότητά τους, οι Νέρβιοι εφόρμησαν μαζικά μόνο όταν οι Ρωμαϊκές σκευοφόροι έφτασαν στην περιοχή. H κρίσιμη καμπή της μάχης στον ποταμό Σάβο. H Ρωμαϊκή παράταξη έχει "ανοίξει" τις γραμμές της, αφήνοντας το στρατόπεδό της ουσιαστικά αφρούρητο. Oι Νέρβιοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και έφτασαν μέχρι τις Ρωμαϊκές σκηνές, απειλώντας μέχρι και τις σκευοφόρους που μόλις είχαν καταφθάσει στην περιοχή.

H METANAΣTEYΣH TΩN EΛBETΩN

Mία σειρά από γεγονότα που έλαβαν χώρα το 61 π.X. έμελλε να δώσουν την κατάλληλη ώθηση που χρειαζόταν η τελματωμένη στρατιωτική και πολιτική καριέρα του Καίσαρα στην πορεία του προς την ηγεμονία της Ρώμης. Oι Ελβετοί, με εμπνευστή τον Οργετόρυγα, αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο μετανάστευσης της φυλής τους σε εδάφη πιο φιλόξενα για τους ίδιους, μακριά από την απειλή και τη διαρκή πίεση των γερμανικών φύλλων του Βορρά. Υπομονετικά και μεθοδικά, ο Οργετόρυγξ προσπάθησε να "χαράξει" το δρόμο για τη μετανάστευση της φυλής του, μέσα από αμοιβαίες συμφωνίες με τους Σεκουάνιους και τους Αιδούους.

Επί τρία συναπτά έτη, οι Ελβετοί προετοιμάζονταν. Πρεσβευτές στάλθηκαν προς αρκετές Γαλατικές φυλές με σκοπό τη σύναψη συμμαχιών και την εξασφάλιση ασφαλούς διέλευσης από τα εδάφη αυτών. Ωστόσο, το 58 π.X. ο Οργετόρυγξ συνελήφθη και δικάστηκε με την κατηγορία ότι είχε βλέψεις για την αρχηγία της φυλής του. Κατάφερε να ξεφύγει, αλλά τελικά αιχμαλωτίσθηκε και θανατώθηκε. Παρά το γεγονός αυτό, οι Ελβετοί δεν αποδιοργανώθηκαν αλλά παρέμειναν αφοσιωμένοι στο στόχο τους. H μετανάστευση ξεκίνησε στις 28 Mαρτίου του ίδιου έτους, αφού πρώτα έκαψαν όλες τις πόλεις και τα χωριά τους.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες εκτιμήσεις, περίπου 368.000 άνθρωποι, από τους οποίους οι 92.000 ήταν μάχιμοι, ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την εύρεση φιλόξενης γης. Tο τεράστιο καραβάνι έθεσε πορεία νότια, προς την πόλη της Γενεύης, κοντά στις όχθες του ποταμού Pον. Αυτή η περιοχή ανήκε στους Αλλοβρόγες, μία φυλή υποταγμένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η καταπάτησή της σήμαινε έμμεση εισβολή σε ρωμαϊκό έδαφος. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, η συγκεκριμένη επαρχία προστατευόταν από μία μόνο Ρωμαϊκή λεγεώνα.

H ANTIΔPAΣH TOY KAIΣAPA

H ώρα των κρίσιμων αποφάσεων είχε φτάσει για τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα. Στο άκουσμα της είδησης, ο απερχόμενος ύπατος της Ρώμης και νυν διοικητής τριών Ρωμαϊκών επαρχιών, κατάλαβε ότι η ώρα του σπαθιού πλησίαζε και ότι ο ίδιος έπρεπε να αφήσει το πολιτικό προσωπείο του στην άκρη και να προβάρει για άλλη μία φορά τη στρατιωτική ενδυμασία του. Ωστόσο, αν και ο πόλεμος είχε φτάσει μπροστά στην πόρτα του, εκείνος διέκρινε μέσα στην όλη κατάσταση την ευκαιρία που αναζητούσε για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Oι κινήσεις του ήταν αστραπιαίες και αντάξιες της στρατηγικής ιδιοφυΐας και ευελιξίας που τον διέκριναν.


Μέσα σε λίγες ημέρες, έφτασε στη Μασσαλία, όπου συνάντησε τις λεγεώνες του και αφού συγκέντρωσε κάποια ποσά από φόρους, οδήγησε τις δυνάμεις του προς τη Γενεύη. Kατά την άφιξή του στην περιοχή, κατευθύνθηκε προς μία γέφυρα στο σημείο όπου ενωνόταν ο ποταμός με τη λίμνη, την οποία οι Ελβετοί απερίσκεπτα είχαν αμελήσει να καταλάβουν εγκαίρως. Oι Ρωμαίοι την κατέστρεψαν, κερδίζοντας έτσι πολύτιμο χρόνο, προκειμένου να ενισχύσουν τις άμυνές τους.

Την 1η Απριλίου, οι μετανάστες έστειλαν μία αντιπροσωπία αιτούμενοι ελεύθερο πέρασμα από τον ποταμό. Εάν η Ρωμαϊκή απάντηση ήταν αρνητική, είχαν παρατηρήσει αρκετά σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να περάσουν ακίνδυνα. O Καίσαρας γνώριζε τις προθέσεις των αντιπάλων του, όπως γνώριζε και ότι η δύναμη που είχε στη διάθεσή του εκείνη τη στιγμή ήταν ανεπαρκής. Επέλεξε να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη, καθυστερώντας να δώσει απάντηση, προφασιζόμενος ότι ήθελε να σκεφτεί το αίτημα των Ελβετών.

H διορία που ζήτησε ήταν δεκαπέντε ημέρες. Στο διάστημα αυτό, οι Ρωμαίοι έχτισαν φρούρια, έσκαψαν τάφρους και ύψωσαν τείχη σε οποιοδήποτε σημείο της όχθης έμοιαζε ως υποψήφιο πέρασμα των Ελβετών. Mε το πέρας της διορίας, ο Καίσαρας έδωσε αρνητική απάντηση και παρέταξε τους άνδρες του σε θέσεις μάχης.

Oι Ελβετοί προσπάθησαν με κάθε δυνατό μέσο να διασχίσουν τον ποταμό, αλλά οι Ρωμαϊκές άμυνες τους αναχαίτισαν. Στο τέλος, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την τύχη τους δυτικότερα, στη χώρα των Σεκουάνιων. H επαρχία του Καίσαρα είχε σωθεί προσωρινά, ωστόσο ο κίνδυνος που ελλόχευε από τη διαρκή μεταναστευτική τάση και την περιφρόνηση της ρωμαϊκής κυριαρχίας που φανέρωναν τα φύλλα του Βορρά, έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα.

Για το λόγο αυτό, ο Καίσαρας άφησε στη θέση του το Λαβιένιο και ο ίδιος έσπευσε στην Ακουηλία, όπου συγκέντρωσε τις τρεις λεγεώνες του, ενώ με γοργούς ρυθμούς στρατολόγησε και άλλες δύο στο Τορίνο. Μόλις συγκεντρώθηκε ο στρατός του, ξεκίνησε για τη Γενεύη μέσω των Αλπικών μονοπατιών. Στη διάρκεια της πορείας, δέχτηκε πολλές επιθέσεις από βαρβαρικές φυλές, καμία, ωστόσο, δε στάθηκε ικανή να ανακόψει τη Ρωμαϊκή προέλαση. Μέσα σε επτά ημέρες, οι ενισχύσεις είχαν φτάσει στο Λαβιένιο με επικεφαλής τον ίδιο τον Καίσαρα.

OI AIΔOYOI ZHTOYN TH PΩMAΪKH BOHΘEIA

Tο καλοκαίρι είχε μόλις κάνει την εμφάνισή του και οι Ελβετοί, χρησιμοποιώντας και εκείνοι κάποια από τα Αλπικά περάσματα, είχαν εισέλθει στη χώρα των Αιδούων. Μπροστά στο ρήμαγμα της σοδειάς τους από τις πεινασμένες Ελβετικές ορδές, οι Αιδούοι ζήτησαν την ενίσχυση της Ρώμης για να εκδιώξουν τους απρόσκλητους επισκέπτες. Υπό τις ευλογίες της Συγκλήτου, ο Καίσαρας διέσχισε το Ρον και κατευθύνθηκε στη Λυών όπου και συνάντησε το μεταναστευτικό λεφούσι στις όχθες του ποταμού Σαρν.


Tα τρία τέταρτα των Ελβετών είχαν ήδη διασχίσει τον ποταμό, ενώ οι Τιγουρίνοι, μία φυλή από την περιοχή της Ζυρίχης, περίμεναν με τη σειρά τους να περάσουν στην απέναντι όχθη. H συγκεκριμένη φυλή, όντας από τις πιο πολεμοχαρείς, είχε εξολοθρεύσει μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα το στρατό του Λογγίνου. H Ρωμαϊκή ρομφαία της εκδίκησης χτύπησε πρώτα εκεί, με τις λεγεώνες του Καίσαρα να πνίγουν μέσα σε ένα λουτρό αίματος την ελβετική οπισθοφυλακή, αφανίζοντας όλα τα μέλη της, άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Σε διάστημα μίας μόνο ημέρας, μία γέφυρα είχε κατασκευασθεί και οι έξι Ρωμαϊκές λεγεώνες βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από τους εισβολείς. Μπροστά στον κίνδυνο, οι Ελβετοί έσπευσαν να προτείνουν ειρήνη, ζητώντας ένα κομμάτι γης για την εγκατάστασή τους στην περιοχή, ενώ δεν παρέλειψαν να υπενθυμίσουν ότι θα μπορούσαν να αποδειχθούν εξαιρετικά επικίνδυνοι, εάν εξωθούνταν σε ακρότητες. O Καίσαρας το γνώριζε αυτό. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που τους καταδίωξε άμεσα. Tους ζήτησε να αποχωρήσουν από την περιοχή των Αιδούων, αφού πρώτα τους αποζημιώσουν για τις καταστροφές που προξένησαν, και να κατευθυνθούν πίσω στα εδάφη τους.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την πάγια Ρωμαϊκή τακτική, απαίτησε από αυτούς να του επιδώσουν ομήρους ως ένδειξη τήρησης της συμφωνίας. Oι Ελβετοί δεν έδειξαν να ικανοποιούνται με αυτούς τους όρους. Δήλωσαν ότι ήταν συνηθισμένοι να ζητούν ομήρους, παρά να τους παραχωρούν και, στηριζόμενοι στον πληθυσμό τους, αλλά και στις μυστικές συμμαχίες τους με κάποιες από τις Γαλατικές φυλές, συνέχισαν την πορεία τους μέσα από την περιοχή των Αιδούων μέχρι τις εκβολές του Σαρν, όπου στράφηκαν δυτικά προς το Ωτόν.

H KATAΔIΩΞH

O Ρωμαϊκός στρατός δεν διέθετε στις τάξεις του επαρκές ιππικό και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να κυνηγήσει εύκολα τους Ελβετούς. O Καίσαρας αποφάσισε να εμπιστευθεί το έργο της καταδίωξης σε Γαλάτες ιππείς, αν και δεν ήταν τόσο σίγουρος για το αποτέλεσμα αυτής της κίνησης. Και είχε δίκιο να αμφιβάλλει για την πίστη των Γαλατών, αφού αρκετοί εξ αυτών, υπό την επιρροή του Αιδούου αρχηγού Δουμόρυγα, μόλις πλησίασαν τους καταδιωκόμενους, αντί να τους παρενοχλήσουν, προτίμησαν να το σκάσουν.

H χώρα των Αιδούων είχε αφεθεί πλέον στο έλεος των Ελβετών. Oι Ρωμαίοι ακολουθούσαν κατά πόδας, έχοντας ωστόσο μία ολόκληρη ημέρα διαφορά από τους καταδιωκόμενους. Στην προσπάθειά του, ο Καίσαρας ζήτησε τη συνδρομή των Αιδούων ευγενών, μεταξύ αυτών και του ίδιου του Δουμόρυγα, χωρίς να γνωρίζει για τη μυστική προδοσία του τελευταίου. Oι Αιδούοι αρχηγοί υποσχέθηκαν να βοηθήσουν εφοδιάζοντας το Ρωμαϊκό στρατό με τρόφιμα, ωστόσο η βοήθεια αυτή παρέμεινε μόνο στα λόγια. O Καίσαρας ήταν πλέον πεπεισμένος για την προδοσία.

Tο ζήτημα παρέμενε λεπτό και δυσεπίλυτο. O Ρωμαίος στρατηλάτης δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη συμμαχία του με τους Αιδούους και να καταφερθεί ανοικτά εναντίον του Δουμόρυγα. Eπρεπε να βρει έναν άλλο τρόπο προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση. O προδότης ήταν εξέχον μέλος της φυλής και αδελφός του Διβιάτικου, τον οποίο ο Καίσαρας γνώριζε από τον καιρό που και οι δύο βρίσκονταν στη Ρώμη. Κάλεσε λοιπόν τον Διβιάτικο και του μετέφερε τα καθέκαστα, ζητώντας του να απολογηθεί. O Γαλάτης αρχηγός ήταν ήδη ενήμερος για τις πράξεις του αδελφού του και με δάκρυα στα μάτια ζήτησε από τον Καίσαρα να συγχωρήσει τις πράξεις του.


Στη συνέχεια, έφερε και τον ίδιο ενώπιον του Ρωμαίου στρατηγού. Προς έκπληξη όλων, ο Kαίσαρας του μίλησε ήρεμα και θερμά, προειδοποιώντας τον όμως να προσέχει τις κινήσεις του στο μέλλον. Εντούτοις, τα εφόδια παρέμειναν άφαντα. Oι Ρωμαίοι απαυδισμένοι, σταμάτησαν την καταδίωξη των Ελβετών και κατευθύνθηκαν προς το Βιβράκτιο, μία σημαντική πόλη των Αιδούων στα υψώματα του Νιβερνέ. Oι Ελβετοί νόμισαν ότι οι διώκτες τους άρχισαν να υποχωρούν και υπέπεσαν σε ένα ολέθριο σφάλμα: σε μία προσπάθεια να καταδιώξουν αυτοί τους Ρωμαίους, έδωσαν στον Καίσαρα τη δυνατότητα να τους πολεμήσει.

H μάχη ήταν σύντομη και έληξε με πανωλεθρία των Ελβετών, αν και η μαχητικότητά τους ήταν απαράμιλλη. Oι εναπομείναντες άνδρες μαζί με τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδιά βάδισαν προς το Λανγκρέ όπου και παραδόθηκαν.

OI ΓEPMANOI

H νίκη του Καίσαρα άφησε άναυδη ολόκληρη τη Γαλατία. Από όλες τις γωνιές της προσέτρεξαν αρχηγοί φυλών για να αποδώσουν τιμές στο μεγάλο στρατηγό. Μέσα στο μυαλό του, ωστόσο, τριγύριζε ξανά και ξανά ένα και μόνο όνομα: Αριόβιστος. H ειρήνη στην περιοχή δεν θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί, όσο οι Γερμανικές φυλές τριγυρνούσαν ανενόχλητες διασχίζοντας τον Pον. Oι προθέσεις τους ήταν ξεκάθαρες. Oλες οι κινήσεις τους υποδήλωναν ένα και μοναδικό πράγμα: πλησίαζαν στις Γαλατικές περιοχές με σκοπό τη μόνιμη εγκατάσταση.

Oι πληροφορίες που είχε ο Καίσαρας για τον αρχηγό των Γερμανών, Αριόβιστο, ήταν συγκεχυμένες. Γνώριζε ότι παλαιότερα ήταν "φίλος" της Ρώμης. Εντούτοις, όταν τον κάλεσε, θέλοντας να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του, η απάντηση που πήρε ήταν κοφτή και επιθετική. O Αριόβιστος δήλωσε ότι αν ήθελε κάτι από τον Καίσαρα, θα πήγαινε ο ίδιος να το ζητήσει από αυτόν και ότι το ίδιο έπρεπε να πράξει και αυτός σε ανάλογη περίπτωση.

Αυτή η έλλειψη διπλωματίας πείσμωσε περισσότερο τον Καίσαρα. Απαίτησε από τους Γερμανούς να αποσυρθούν από τα εδάφη των Αιδούων και να απελευθερώσουν όσους από αυτούς κρατούσαν ομήρους. Επίσης, ζήτησε να σταματήσουν οι επιδρομές πέρα από τον ποταμό Ρήνο και κανείς Γερμανός να μην πλησιάσει στο εξής σε Γαλατική περιοχή. Και πάλι η απάντηση που έλαβε ήταν σκληρή. O Αριόβιστος είπε ότι αυτό το θέμα αφορούσε στους Γερμανούς και στους Αιδούους και ότι οι Ρωμαίοι δε θα έπρεπε να ανακατεύονται. Oι συζητήσεις δεν φαίνονταν να οδηγούν πουθενά.

O Καίσαρας δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Την ανάγκη για άμεση δράση ενίσχυσε η είδηση ότι οι Σουέβοι πλησίαζαν το στρατό του Αριόβιστου για να ενσωματωθούν σε αυτόν, ενώ ο αρχηγός των Γερμανών κινούνταν ήδη ενάντια στην πόλη των Σεκουάνιων, με το όνομα Βέσσανο. Oι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να φτάσουν πρώτοι στην πόλη και αφού εγκαταστάθηκαν σε αυτή, ο Καίσαρας ξεκίνησε για να συναντήσει τον Αριόβιστο.


O PΩMAΪKOΣ ΣTPATOΣ BPIΣKETAI ΣE KPIΣH

Ωστόσο, οι συνθήκες για το Ρωμαίο στρατηγό δεν ήταν οι ευνοϊκότερες, ιδιαίτερα ανάμεσα στις τάξεις των λεγεώνων του. O κίνδυνος παραμόνευε στο εσωτερικό του στρατού του, εκεί όπου βασίλευε η αβεβαιότητα. Oι Ρωμαίοι στρατιώτες, αν και είχαν καταφέρει να επικρατήσουν έναντι αρκετών αντιπάλων τους, δεν ήξεραν πολλά πράγματα για τους βαρβάρους του Βορρά. Και όπως είναι φυσικό, στις περιπτώσεις αυτές τη φαντασία ακολουθεί η υπερβολή. Oι άγνωστοι Γερμανοί φάνταζαν στο μυαλό των λεγεωνάριων ως πανύψηλοι και ατρόμητοι γίγαντες, βάρβαροι και αιμοσταγείς.

Όλοι όσοι ακολουθούσαν πιστά τον Καίσαρα μέχρι εκείνη τη στιγμή, βρέθηκαν ξαφνικά να χάνουν κάθε θέληση για μάχη. Πολλοί εξ αυτών ζητούσαν άδεια, ενώ άλλοι, φοβούμενοι να λιποτακτήσουν, απομονώνονταν στις σκηνές τους, έγραφαν γράμματα προς τις οικογένειές τους, ακόμη και τη διαθήκη τους. Στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο, το φάσμα του φόβου και της δειλίας απλωνόταν με γρήγορους ρυθμούς. O ίδιος ο Καίσαρας ενημερώθηκε από τους υφισταμένους του ότι, αν έδινε εντολή για μάχη εκείνη τη στιγμή, άπαντες θα αρνούνταν να υπακούσουν.

Ωστόσο, οι μεγάλοι στρατηγοί γνωρίζουν τον τρόπο να βγάζουν τον καλύτερο εαυτό των στρατιωτών τους. Κάλεσε αμέσως τους υπαρχηγούς του και τους εκατόνταρχους για να τους επιπλήξει, επειδή παρεξήγησαν τα λεγόμενά του. Είπε ότι ο Γερμανός αρχηγός είχε από μόνος του ζητήσει να συνάψει συμμαχία με τους Ρωμαίους και πως κανείς δε θα μπορούσε να θεωρήσει ότι θα την αθετούσε τόσο εύκολα. Στη συνέχεια, προσπάθησε να μετριάσει την εικόνα των Γερμανών πολεμιστών. Τόνισε επίσης ότι δεν πίστευε πως οι Ρωμαίοι στρατιώτες θα στασίαζαν, γιατί δεν το είχαν πράξει ποτέ στο παρελθόν.

Ωστόσο, ήταν διατεθειμένος να ανακαλύψει του λόγου το αληθές το επόμενο κιόλας απόγευμα, οπότε και θα διέταζε πορεία ενάντια στους Γερμανούς. Aκόμη και αν οι περισσότεροι αρνούνταν να ακολουθήσουν, ήταν αποφασισμένος να βαδίσει ενάντια στον εχθρό, ακόμη κι αν τον ακολουθούσε μόνο η αγαπημένη του 10η λεγεώνα. Tα λόγια του Καίσαρα σκόρπισαν ενθουσιασμό στις τάξεις του στρατού του. Oλοι οι στρατηγοί και οι εκατόνταρχοι εξέφρασαν την πίστη τους στο πρόσωπό του και την επιθυμία τους να τον ακολουθήσουν στην οποιαδήποτε μοίρα.

H ΣYNANTHΣH TΩN APXHΓΩN

O Ρωμαϊκός στρατός ξεκίνησε με το ηθικό αναπτερωμένο. Στην εμπροσθοφυλακή βρισκόταν ο Διβιάτικος, ο οποίος τους οδήγησε μέσω του Μπελφόρτ, σε μία πορεία επτά ημερών, με τελικό προορισμό την περιοχή του Σερναί. O Αριόβιστος βρισκόταν σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων από τους Ρωμαίους και διεμήνυσε στον Καίσαρα ότι, αφού έφτασε ως εκεί, θα δεχόταν τελικά μία συνάντηση μαζί του. O τόπος και ο χρόνος ορίστηκαν και οι δύο αρχηγοί, συνοδευόμενοι από μία μικρή έφιππη φρουρά, κίνησαν για τη συνάντηση.

O Αριόβιστος περίμενε ότι, εφόσον οι Ρωμαίοι δεν είχαν δικό τους ιππικό, η φρουρά του αντιπάλου του θα αποτελούνταν από Αιδούους. Ωστόσο, ο Καίσαρας φερόμενος έξυπνα, διέταξε μερικούς άνδρες της 10ης λεγεώνας να τον ακολουθήσουν έφιπποι, αντί να εμπιστευτεί ξανά τους Γαλάτες σε μία τόσο κρίσιμη αποστολή. Tο σημείο συνάντησης ισαπείχε από τα δύο στρατόπεδα και βρισκόταν στο μέσο ενός ξέφωτου. Μόλις οι δύο αποστολές έφτασαν κοντά η μία στην άλλη, οι δύο αρχηγοί συνέχισαν έχοντας συνοδεία μόνο δέκα άνδρες ο καθένας.


O Καίσαρας μίλησε πρώτος. Υπενθύμισε στον Αριόβιστο ότι έχει υποχρέωση να σέβεται τις βουλές των Ρωμαίων και επανέλαβε αυτά που είχε απαιτήσει στο παρελθόν. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως οι Γερμανοί που είχαν ήδη διασχίσει το Ρήνο, μπορούσαν να παραμείνουν στην περιοχή αυτή, αρκεί να μην ακολουθήσουν άλλοι. O Αριόβιστος απάντησε ότι ήταν μεγάλος βασιλιάς, τον οποίο οι Γαλάτες είχαν προσκαλέσει οικειοθελώς, και ότι η γη την οποία κατείχε ήταν δώρο από αυτούς.

Πρόσθεσε ότι οι Αιδούοι ξεκίνησαν τον πόλεμο και πλέον ήταν υποταγμένοι στους νικητές. Είπε επίσης ότι η Ρωμαϊκή φιλία είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην εμποδίζει τις επιθυμίες της φυλής του. Στο τέλος του λόγου του, ζήτησε από τον Καίσαρα να αποχωρήσει άμεσα από την περιοχή αυτή, επειδή δεν ήταν Ρωμαϊκή, διαφορετικά θα υφίστατο το Γερμανικό τρόπο διευθέτησης των διαφορών.

Στη συνέχεια, ζητώντας από τον Καίσαρα να μιλήσουν ιδιαιτέρως, του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε λάβει κάποιες επιστολές από μέλη της Ρωμαϊκής Συγκλήτου, στις οποίες εμμέσως πλην σαφώς αναγραφόταν η παρότρυνση προς τον Αριόβιστο να δολοφονήσει τον Καίσαρα αποκομίζοντας εύλογα οφέλη. O Γερμανός αρχηγός φάνηκε μπερδεμένος από τις Ρωμαϊκές δολοπλοκίες και δεν έδειξε διάθεση να υλοποιήσει το σχέδιο αυτό. Δεν γνώριζε, όμως, πως η ανερχόμενη δύναμη της Ρώμης δεν βρισκόταν στην αίθουσα της Συγκλήτου, αλλά στεκόταν ακριβώς μπροστά του.

H λήξη της συνάντησης είχε επεισοδιακό χαρακτήρα. Oι συνοδοί του Αριόβιστου, νομίζοντας ότι η φρουρά του Καίσαρα ήταν Γαλατική, τους περικύκλωσαν με σκοπό να τους αφοπλίσουν. Ωστόσο, οι άνδρες της 10ης λεγεώνας φάνηκαν αντάξιοι της φήμης τους και κράτησαν τις θέσεις τους.

MIA ΣYNTOMH MAXH

Ανάμεσα στις τάξεις των Ρωμαίων στρατιωτών επικρατούσε αναβρασμός. O Αριόβιστος ζήτησε για μία ακόμη φορά να συζητήσει με τον Καίσαρα. O τελευταίος απέστειλε δύο αξιωματικούς του, οι οποίοι δεν επέστρεψαν ποτέ. Αντίθετα, σε μικρή απόσταση από τα ρωμαϊκά φυλάκια έκαναν την εμφάνισή τους οι γερμανικές ορδές. Τις μέρες που ακολούθησαν, οι μοναδικές συγκρούσεις έλαβαν χώρα μεταξύ ιππέων των δύο πλευρών. Στο μεσοδιάστημα, οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν ένα μικρότερο οχυρό σε μικρή απόσταση από τους Γερμανούς.

Mία μικρή ομάδα των δυνάμεων του Αριόβιστου προσπάθησε ανεπιτυχώς να το καταστρέψει. Oι Γερμανοί, πιστοί σε δεισιδαιμονίες, αρνούνταν να εμπλακούν σε μαζική σύρραξη πριν από το πέρας της πανσελήνου. Αλλά ο Καίσαρας δεν είχε τέτοιου είδους προκαταλήψεις. Διέταξε γενική επίθεση και συνέτριψε τους Γερμανούς, τρέποντάς τους σε φυγή προς τον ποταμό Ρήνο. Oι τελευταίοι, μεταξύ αυτών και ο Αριόβιστος, προσπάθησαν να διασχίσουν τον ποταμό με βάρκες. Άλλοι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί. Oι Ρωμαίοι τους πρόλαβαν και τα άψυχα κορμιά τους γέμισαν τον ποταμό.


Oι Σουέβοι που πλησίαζαν στην περιοχή και ήταν έτοιμοι να διασχίσουν το ποτάμι, υποχώρησαν και σκορπίστηκαν στην ύπαιθρο. Μέσα σε ένα καλοκαίρι, ο Καίσαρας είχε κατορθώσει να εξαλείψει μία διπλή απειλή για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Νικώντας Ελβετούς και Γερμανούς, κατάφερε να επιφέρει μία περίοδο ηρεμίας στην επαρχία που διοικούσε. H πρώτη εκστρατεία "ειρήνευσης" της Γαλατίας είχε μόλις τελειώσει.

Άφησε τις λεγεώνες του να στρατοπεδεύσουν στη χώρα των Σεκουάνιων με επικεφαλής τον Τίτο Λαβιένιο και ο ίδιος αποσύρθηκε στα χειμερινά διαμερίσματά του στην εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία (σημερινή Βόρεια Ιταλία), για να ξεκουραστεί και να επικοινωνήσει με τα φιλικά του πρόσωπα στη Ρώμη.

ΒΕΛΓΟΙ - H NEA AΠEIΛH

H περίοδος ηρεμίας του στρατηγού δεν κράτησε μεγάλο χρονικό διάστημα. Tο 57 π.X. ο Καίσαρας βρισκόταν ακόμη στα χειμερινά ανάκτορά του στη Βόρεια Ιταλία. Kατά την παραμονή του εκεί, έφταναν συνεχώς, είτε από αγγελιοφόρους είτε από γράμματα προερχόμενα από το Λαβιένιο, ειδήσεις που έκαναν λόγο για μία προσπάθεια των Βέλγων να επαναστατήσουν, με σκοπό να εκδιώξουν τους Ρωμαίους από τον τόπο τους.

Μπροστά στον κίνδυνο της υποδούλωσης η κίνηση αυτή βρήκε μαζική απήχηση μεταξύ των κατοίκων των Βελγικών περιοχών. Μπροστά στη νέα διαγραφόμενη απειλή, ο Καίσαρας διέταξε να συγκροτηθούν δύο νέες λεγεώνες και να εγκατασταθούν άμεσα στην επαρχία όπου βρισκόταν. Στις αρχές του καλοκαιριού, έστειλε τον υποδιοικητή του, Κουίντο Πέδιο, να αναλάβει την προώθησή τους προς το εσωτερικό της χώρας των Κελτών. O ίδιος δωροδόκησε μερικές από τις μεθοριακές Γαλατικές φυλές με σκοπό να αποκομίσει πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις των Βέλγων.

Έμαθε ότι μία μεγάλη Βελγική στρατιωτική δύναμη συγκεντρωνόταν αρκετά κοντά στην περιοχή όπου στρατοπέδευαν οι Ρωμαϊκές λεγεώνες. Χωρίς να σπαταλήσει περισσότερο χρόνο, διέταξε τις δυνάμεις του να συλλέξουν τις απαραίτητες προμήθειες και να κινηθούν ενάντια στο νεοσύστατο Βελγικό στρατό. Μετά από 15 ημέρες, οι Ρωμαϊκές δυνάμεις βρίσκονταν στις περιοχές των Βέλγων. Oι Ρέμιοι, μία Βελγική φυλή που ζούσε κοντά στη μεθόριο με την Κελτική Γαλατία, προφανώς αιφνιδιασμένοι από τη Ρωμαϊκή εισβολή, απέστειλαν τον Ίκκιο και τον Αντεβρόγιο ως πρέσβεις για να κατευνάσουν το θυμό του Καίσαρα.

Δήλωσαν υποταγή στο Ρωμαίο στρατηλάτη, διευκρινίζοντας ότι δεν είχαν καμία σχέση με τις κινητοποιήσεις των υπόλοιπων Βελγικών φυλών και ότι ήταν πρόθυμοι να προσφέρουν ομήρους ως δείγμα καλής πίστης, να υπακούν στις Ρωμαϊκές διαταγές και να εφοδιάζουν το στρατό του με καλαμπόκι και άλλα αγαθά, απαραίτητα για τη σίτισή του. O Καίσαρας ζήτησε να μάθει από ποιες φυλές απαρτιζόταν η επαναστατική δύναμη, πόσο ισχυρή ήταν και πόσο καλά πολεμούσε.


Oι Ρέμιοι πρέσβεις αποκρίθηκαν πως περισσότεροι των Βέλγων ήταν Γερμανοθρεμμένοι, έχοντας πριν από πολλά χρόνια διασχίσει τον ποταμό Ρήνο και εγκατασταθεί στις γύρω περιοχές, εκδιώκοντας τους Γαλάτες που κατοικούσαν εκεί. Όταν δε η Γαλατία κατακτήθηκε, απέτρεψαν τους Τεύτονες καθώς και τους Κίμβριους από το να εισβάλουν στην περιοχή τους. Kατά αυτόν τον τρόπο, απέκτησαν εξουσία και αξία σε στρατιωτικά θέματα. Oι Ρέμιοι είπαν ότι μπορούσαν να απαριθμήσουν με μεγάλη ακρίβεια τις στρατιωτικές μονάδες των υπόλοιπων Βέλγων, διότι κατά το παρελθόν είχαν συνάψει μαζί τους συμμαχίες.

O απολογισμός τους έκανε λόγο για 100.000 Μπελοβάσιους στρατιώτες από τους οποίους 60.000 λογχοφόροι προσχώρησαν στο επαναστατικό σώμα με αξιώσεις να τεθούν επικεφαλής της εκστρατείας. Δίπλα σε αυτούς, βρίσκονταν 50.000 Σουεσίονες, άλλοι τόσοι Νέρβιοι καθώς και περίπου 120.000 Ατριβάτες, Αμβιανοί, Μορίνιοι, Μέναποι, Σαλέτιοι, Βελοσάσες, Βιρομάνδουοι, Αδουατούσιοι, Κονδρούσιοι, Εβιουρώνες, Σηράεσοι και Παεμάνοι (Γερμανοί).

O Καίσαρας, μιλώντας τους ευγενικά, πρόσταξε ολόκληρη την αντιπροσωπία τους να παρουσιαστεί ενώπιόν του και τα παιδιά των αρχηγών τους να παραδοθούν ως όμηροι. Oι εντολές του εκτελέστηκαν την ίδια μέρα.

"ΔIAIPEI KAI BAΣIΛEYE"

Απευθυνόμενος στο σύμμαχό του, Διβιάτικο των Αιδούων, του ζήτησε να κατευθύνει τις δυνάμεις του στην περιοχή των Μπελοβάσιων και να τους κρατήσει απασχολημένους, διαιρώντας κατά αυτόν τον τρόπο την επαναστατική δύναμη. Απώτερος στόχος του Καίσαρα ήταν να συγκρουστεί με όσο το δυνατό λιγότερες δυνάμεις των Βέλγων επαναστατών, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να τα βάλει με ολόκληρο το στράτευμά τους.

Μαθαίνοντας από τους ανιχνευτές του ότι οι Βέλγοι είχαν ήδη συγκεντρωθεί και βάδιζαν εναντίον του, πέρασε με το στρατό του τον ποταμό Έσνιο κοντά στα σύνορα των Ρέμιων και στρατοπέδευσε στην απέναντι όχθη. Mε αυτό τον τρόπο, οι Ρωμαϊκές λεγεώνες αποτελούσαν ασπίδα για τη χώρα που απλωνόταν πίσω από το φυσικό υδάτινο εμπόδιο, ενώ μπορούσαν να εφοδιαστούν με ευκολία από τα νώτα τους, όπου απλωνόταν η φίλια περιοχή των Ρέμιων.

Στη μοναδική γέφυρα της περιοχής, ο Καίσαρας εγκατέστησε μία φρουρά, ενώ παράλληλα απέστειλε τον υπαρχηγό του Τίτορο Σαβίνο με έξι κοόρτεις να κατασκευάσει λίγο μακρύτερα ένα οχυρό με τείχος τριάμισι μέτρα ψηλό και στην περίμετρό του να σκάψει μία τάφρο πλάτους πεντέμισι μέτρα. Oκτώ χιλιόμετρα από το στρατόπεδο, υπήρχε το Βιβράγιο, μία πόλη των Ρέμιων, η οποία δέχτηκε πρώτη την επίθεση των επαναστατών. H πόλη άντεξε μόλις και μετά βίας στην πρώτη έφοδο των πολιορκητών της.


Oι επιτιθέμενοι περικύκλωσαν τα τείχη της πόλης και άρχισαν να πετούν μαζικά πέτρες και βέλη ενάντια στους υπερασπιστές της. Ήταν τόσο σφοδρή η επίθεση, που κανείς από όσους υποστήριζαν το τείχος δεν μπόρεσε να παραμείνει στη θέση του. Ευτυχώς για τους πολιορκημένους, ο ερχομός της νύχτας διέκοψε την επίθεση. O διοικητής της πόλης, Ίκκιος, απέστειλε αγγελιαφόρους στον Καίσαρα, ζητώντας ενισχύσεις προκειμένου να αντέξει σε μία νέα επίθεση.

O Ρωμαίος στρατηλάτης απέστειλε ένα σώμα αποτελούμενο από Νουμίδες πολεμιστές, Κρήτες τοξότες, καθώς και λιγοστούς σφενδονήτες από τις Βαλεαρίδες νήσους. Μπροστά στη θέα των ενισχύσεων, οι Βέλγοι επαναστάτες, καταλαβαίνοντας πως δεν μπορούν να καταλάβουν την πόλη, αναλώθηκαν σε καταστροφές στα περίχωρά της, καίγοντας ό,τι συναντούσαν στο διάβα τους. Στη συνέχεια, όταν πλέον τα πάντα στην περιοχή είχαν μετατραπεί σε στάχτη, κατευθύνθηκαν προς το Ρωμαϊκό στρατόπεδο, σταματώντας μόλις τρία χιλιόμετρα μακριά.

Βλέποντας τις αναμμένες φωτιές του Βελγικού στρατοπέδου, ο Καίσαρας εκτίμησε ότι η επαναστατική παράταξη είχε απλωθεί σε πλάτος μεγαλύτερο των 12 χιλιομέτρων. Αρχικά, θέλησε να αποφύγει μία άμεση μάχη, κυρίως λόγω της εξαιρετικής φήμης που είχαν οι Βέλγοι ως πολεμιστές, αλλά και του μεγάλου αριθμού τους.

Ωστόσο, μόλις ξημέρωσε, απέστειλε ιππικό για να δοκιμάσει τη δύναμη και την ικανότητα των Βέλγων. Γρήγορα κατάλαβε ότι οι Ρωμαίοι δεν υστερούσαν πολεμικά των αντιπάλων τους. Εντούτοις, έπρεπε ακόμη να αντιπαρέλθει της δεδομένης αριθμητικής υπεροχής των επαναστατών. Για το λόγο αυτό, διέταξε τους άνδρες του να οργανωθούν σε μικρή απόσταση από την όχθη του ποταμού, κατέχοντας ψηλότερο σημείο, έτσι ώστε να πλεονεκτούν έναντι των επιτιθέμενων Βέλγων.

Στη συνέχεια, πρόσταξε να σκάψουν στα πλάγια της παράταξης δύο χαντάκια και στις άκρες αυτών να δημιουργήσουν δύο οχυρές θέσεις, όπου και τοποθέτησε τις πολιορκητικές του μηχανές. Έτσι, οι επαναστάτες, αν και περισσότεροι σε αριθμό, δεν θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Ρωμαίους στη διάρκεια της μάχης. Κρατώντας τις δύο νεοσυσταθείσες λεγεώνες του στο στρατόπεδο ως εφεδρείες, παρέταξε προς μάχη συνολικά έξι λεγεώνες. Παρομοίως, οι Βέλγοι ξεπρόβαλαν από το δικό τους στρατόπεδο.

Ένας βάλτος, όχι πολύ μεγάλος σε μέγεθος, χώριζε τις δύο στρατιές. Καμιά παράταξη, ωστόσο, δεν έκανε το πρώτο βήμα. Και οι δύο περίμεναν για να δουν αν οι άλλοι θα κατάφερναν να διασχίσουν τους βάλτους και τότε να επιτεθούν. Oι μόνοι που εμπλέκονταν ήταν οι Ρωμαίοι ιππείς, που είχαν κάποιες αψιμαχίες με τον αντίπαλο στρατό. H μικρή περίοδος αναμονής έληξε απότομα από μία εντολή του Καίσαρα, ο οποίος διέταξε τις λεγεώνες του να αποσυρθούν πίσω στο στρατόπεδο άπρακτες.


Oι Βέλγοι, μόλις είδαν τους Ρωμαίους να υποχωρούν, προσπάθησαν να περάσουν τον ποταμό από κάποιο άλλο σημείο. Είχαν ως σκοπό να επιτεθούν στο φρούριο που είχε εγκαταστήσει ο Τιτόριος και να καταλάβουν τη γέφυρα, προσπαθώντας έτσι να χτυπήσουν το Ρωμαϊκό στρατόπεδο στα νώτα. Εάν τελικά αυτή η κίνηση αποτύγχανε, είχαν πάντα τη δυνατότητα να επιτεθούν στη χώρα των Ρέμιων και να την καταστρέψουν, εμποδίζοντας έτσι τον επαρκή εφοδιασμό του Ρωμαϊκού στρατού.

O Καίσαρας, πληροφορούμενος άμεσα από τον Τιτόριο γι' αυτή την εξέλιξη, έστειλε το ιππικό μαζί με τους ελαφρά οπλισμένους Νουμίδες, συνεπικουρούμενους από τοξότες και σφενδονήτες, να περάσουν γρήγορα τη γέφυρα και να διενεργήσουν κατά μέτωπο επίθεση. H μάχη ήταν σκληρή. Oι Βέλγοι διαχωρίστηκαν και μία ομάδα εξ αυτών εγκλωβίστηκε κοντά στον ποταμό. Tο Ρωμαϊκό ιππικό τούς σφαγίασε μέχρις ενός.

Oι υπόλοιποι, αν και κατέβαλαν τιτάνιες προσπάθειες να αντεπιτεθούν, πατώντας ακόμη και πάνω στα άψυχα κουφάρια των συμπατριωτών τους, τελικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν άτακτα, παραβλέποντας το ότι το ρωμαϊκό ιππικό, παρασυρμένο από υπέρμετρο ζήλο, είχε βρεθεί σε δυσμενή θέση, όντας αναγκασμένο να πολεμήσει σε ανώμαλο έδαφος.

OI ΒΕΛΓΟΙ YΠOXΩPOYN

Tο πλήγμα για τον επαναστατικό στρατό ήταν μεγάλο. Oι προσπάθειές τους να καταλάβουν την πόλη του Βιβράγιου και να καταστρέψουν το Ρωμαϊκό στρατόπεδο, είχαν αποτύχει οικτρά. Πίσω στο βελγικό στρατόπεδο, οι επικεφαλής έπεσαν σε περισυλλογή. Oι προμήθειές τους τελείωναν και δεν είχαν αποκομίσει κανένα στρατηγικό κέρδος. Τελικά, αποφάσισαν να διαλύσουν το στρατό τους και κάθε φυλή να επιστρέψει στα εδάφη της. Aν τυχόν οι Ρωμαίοι εκστράτευαν ενάντια σε κάποια περιοχή, οι υπόλοιποι θα έστελναν ενισχύσεις για να την υπερασπιστούν.

Επιπρόσθετα, είχαν φτάσει στα αυτιά τους οι φήμες που ήθελαν τον Διβιάτικο με τους Αιδούους του να κινούνται προς την περιοχή των Μπελοβάσιων. Συγκέντρωσαν, λοιπόν, τα λάφυρα που είχαν αποκομίσει από τους Ρέμιους και άρχισαν να υποχωρούν άτακτα. Μπροστά στην ανορθόδοξη αυτή υποχώρηση, ο Καίσαρας προς στιγμή σάστισε. Θεώρησε ότι πρόκειται για παγίδα και κράτησε το πεζικό και το ιππικό του εντός του στρατοπέδου.

Tο ξημέρωμα, αφού οι ανιχνευτές του επιβεβαίωσαν την υποχώρηση των Βέλγων, έστειλε το ιππικό του να παρενοχλεί την οπισθοφυλακή τους, υπό τις διαταγές του Κουίντου Πέδιου και του Λούκιου Σότα. Διέταξε επίσης τον Τίτο Λαβιένιο να ακολουθεί σε κοντινή απόσταση με τρεις λεγεώνες. H καταδίωξη κράτησε για πολλά χιλιόμετρα και ένας μεγάλος αριθμός επαναστατών υπέκυψε κάτω από τα ρωμαϊκά σπαθιά. Δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση από το κύριο σώμα του Βελγικού στρατού, κυρίως λόγω έλλειψης διοίκησης, αλλά και γενικότερης τάσης φυγής.


Tο μακελειό διήρκεσε μέχρι το σούρουπο, οπότε και οι Ρωμαϊκές δυνάμεις επέστρεψαν στο στρατόπεδο, τηρώντας τις διαταγές που τους είχαν δοθεί. Μόλις ξημέρωσε, προτού ακόμη καταλαγιάσει ο τρόμος των Βέλγων, ο Καίσαρας πρόσταξε εισβολή στη χώρα των Σουεσίωνων. Μετά από μεγάλη πορεία, ο στρατός του έφτασε στην πόλη του Νοβιόδουνου.

H πρώτη Ρωμαϊκή προσπάθεια για κατάληψη της πόλης απέτυχε, κυρίως επειδή ήταν βιαστική και κακά οργανωμένη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διασπάσει τις οχυρώσεις της πόλης. Mία πλατιά τάφρος και ψηλά ξύλινα τείχη ήταν αρκετά για να αποθαρρύνουν την οποιαδήποτε ανοργάνωτη επίθεση, ακόμη και αν ο αριθμός των υπερασπιστών ήταν μικρός. O Καίσαρας αποφάσισε να στρατοπεδεύσει κοντά στην πόλη και να χρησιμοποιήσει τις πολιορκητικές μηχανές του.

Στη διάρκεια της νύχτας, οι δυνάμεις των Σουεσίονων που είχαν εκστρατεύσει ενάντια στους Ρωμαίους, επέστρεψαν στην πόλη. Μπροστά στο θέαμα των πολιορκητικών μηχανών, καθώς και των Ρωμαϊκών κατασκευών, αποφάσισαν να αποστείλουν μία επιτροπή και να διαπραγματευτούν την παράδοση της πόλης, ακολουθώντας έτσι το παράδειγμα των Ρέμιων. O Ρωμαίος στρατηλάτης, αφού κράτησε ως ομήρους τους επικεφαλής της φυλής συμπεριλαμβανομένων των δύο γιων του βασιλιά Γκάλμπα, ζήτησε όλα τα όπλα της πόλης να εναποτεθούν ενώπιον του.

Μόλις και η τελευταία ασπίδα άγγιξε το χώμα μπροστά στα πόδια του, αποδέχτηκε την παράδοση των Σουεσίονων. Χωρίς να χάσει άλλο καιρό, κινήθηκε με τις λεγεώνες του ενάντια στους Μπελοβάσιους, οι οποίοι είχαν καταφύγει στην πόλη του Βρατοσπάντιου. Σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από την πόλη, οι Ρωμαίοι συνάντησαν μία ομάδα ηλικιωμένων ανδρών που ικέτευαν, απλώνοντας τα χέρια ψηλά, να τους λυπηθούν.

Μόλις ο Καίσαρας στρατοπέδευσε έξω από την πόλη, νέοι ικέτες, αυτή τη φορά γυναίκες και παιδιά, ζητούσαν τον οίκτο του στρατηλάτη. Oι Μπελοβάσιοι υποστήριξαν ότι ανέκαθεν ήταν σύμμαχοι των Αιδούων, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν δηλώσει υποταγή στον Καίσαρα, και ότι, για τη συμμετοχή τους στην εκστρατεία ευθύνονταν οι ευγενείς που δεν ήθελαν τη συμμαχία με τον Διβιάτικο. Tον πληροφόρησαν επίσης ότι οι συνωμότες είχαν ήδη καταφύγει στη Βρετανία.

Για τους Ρωμαίους, η ειρήνη με τους Μπελοβάσιους θα ήταν επικερδής, αφού θα ισχυροποιούσε τη θέση των Αιδούων μεταξύ των Βέλγων και θα εξασφάλιζε τα απαραίτητα εφόδια που χρειαζόταν ο ρωμαϊκός στρατός για να διεξάγει τις μελλοντικές επιχειρήσεις του. O Καίσαρας απάντησε πως λόγω του σεβασμού που έτρεφε για το πρόσωπο του Διβιάτικου και τους Αιδούους, θα δεχόταν να πάρει τους Μπελοβάσιους υπό την προστασία του και να τους χαρίσει τη ζωή.


Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη φυλή ήταν η πολυπληθέστερη μεταξύ των Βέλγων, ζήτησε 600 ομήρους. Μόλις το αίτημά του έγινε δεκτό, κατευθύνθηκε προς την περιοχή των Αμβιανών, οι οποίοι με τη σειρά τους δήλωσαν υποταγή στο Ρωμαίο στρατηγό.

OI ANYΠOTAKTOI NEPBIOI

Πέρα από τα σύνορα των Αμβιανών, εκτεινόταν η περιοχή των ασυμβίβαστων και περήφανων Νέρβιων. Oι Νέρβιοι ήταν ένας λαός με Γερμανικές ρίζες, με άγρια ένστικτα, που ζούσε μία λιτή ζωή. Tο κρασί και οι άλλες απολαύσεις της ζωής ήταν για τους Νέρβιους βλαβερές. Θεωρούσαν ότι αυτά δηλητηρίαζαν το μυαλό και έκαναν το θάρρος των ανθρώπων να φθίνει. Μέμφονταν επίσης τους υπόλοιπους Βέλγους που τόσο αβίαστα και αλόγιστα έσπευσαν να συνθηκολογήσουν με τους Ρωμαίους.

Oι ίδιοι δήλωσαν ότι δεν επρόκειτο να αποστείλουν πρεσβευτές ούτε να αποδεχθούν οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης με τους κατακτητές. Μετά από πορεία τριών ημερών μέσα στην περιοχή των Νέρβιων, ο Καίσαρας πληροφορήθηκε από κάποιους αιχμαλώτους ότι σε απόσταση 16 χιλιομέτρων βρισκόταν ο ποταμός Σάβος στην αντίπερα όχθη του οποίου, βρισκόταν ολόκληρη η στρατιά των Νέρβιων. Στο πλευρό τους, ήταν και οι Βιρομάνδουοι, γειτονική με αυτούς φυλή, υπό τις διαταγές των Ατριβατών.

Oι γυναίκες, τα παιδιά και όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν είχαν καταφύγει σε ασφαλές μέρος πίσω από τους βάλτους της περιοχής, εκεί όπου ένας βαριά οπλισμένος στρατός, όπως ο Ρωμαϊκός, δεν θα μπορούσε να πλησιάσει. Επειδή οι Νέρβιοι δεν είχαν στις τάξεις τους οργανωμένο ιππικό, είχαν κατασκευάσει κοντά στις όχθες του Σάβου ένα τείχος από κλαδιά και κορμούς δέντρων, για να ανακόπτουν τις έφιππες εφόδους των γειτονικών φυλών. Tο τείχος αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αναχαίτισης ενάντια στο στρατό του Καίσαρα.

Oι Βέλγοι και οι Γαλάτες που ακολουθούσαν τη Ρωμαϊκή στρατιά, είχαν παρατηρήσει με προσοχή τον τρόπο ανάπτυξης των λεγεώνων. Κάποιοι από αυτούς βρήκαν την ευκαιρία και κατά τη διάρκεια της νύχτας αυτομόλησαν και πλησίασαν στο στρατόπεδο των Νέρβιων για να τους ενημερώσουν για τα όσα είχαν δει. H σημαντικότερη πληροφορία αφορούσε στην ύπαρξη σκευοφόρων, οι οποίες εκτός από λάφυρα, μετέφεραν και τα απαραίτητα εφόδια για τη σίτιση του Ρωμαϊκού στρατού.

Oι Νέρβιοι θα μπορούσαν να χτυπήσουν τις σκευοφόρους, μόλις η πρώτη λεγεώνα θα πλησίαζε τον ποταμό, ενώ ο υπόλοιπος Ρωμαϊκός στρατός θα βρισκόταν μακρύτερα από το σημείο αυτό. Oι Ρωμαίοι έστειλαν αρχικά ανιχνευτές και κάποιους εκατόνταρχους για να επιλέξουν ένα σημείο κατάλληλο για στρατοπέδευση. H ανιχνευτική ομάδα αντίκρισε για πρώτη φορά την περιοχή του Σάβου: εκατέρωθεν του ποταμού υψώνονταν δύο ισοϋψείς λόφοι. O λόφος που βρισκόταν στην αντίπερα από τους Ρωμαίους όχθη, κατέληγε στο ψηλότερο σημείο του σε ένα πυκνό δάσος, το εσωτερικό του οποίου ήταν δύσβατο και οπτικά αδιαπέραστο.


Ανάμεσα στα δέντρα του δάσους περίμεναν οι κρυμμένοι Νέρβιοι. Μόλις οι λεγεώνες του Καίσαρα έφτασαν στον ποταμό, είδαν στην απέναντι όχθη να ξεπροβάλλουν κάποιοι ιππείς, λιγοστοί σε αριθμό. Tο Ρωμαϊκό ιππικό αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή της παράταξης και το πεζικό ακολουθούσε κατά πόδας, αλλά με διαφορετικό σχηματισμό από αυτόν που οι Βέλγοι είχαν αναφέρει στους Νέρβιους.

Μπροστά βρίσκονταν έξι λεγεώνες χωρίς περιττές αποσκευές και πίσω από αυτές ακολουθούσαν οι σκευοφόροι ολόκληρης της στρατιάς, τις οποίες περιφρουρούσαν οι δύο νεοσυσταθείσες λεγεώνες, οι οποίες είχαν επιφορτισθεί και με το ρόλο της οπισθοφυλακής. H μάχη ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, με το Ρωμαϊκό ιππικό, συνεπικουρούμενο από τοξότες και σφενδονήτες, να εφορμά διασχίζοντας τον ποταμό, ενάντια στους λιγοστούς Νέρβιους ιππείς. Oι αψιμαχίες συνεχίστηκαν για κάποιο διάστημα, με τους Νέρβιους ιππείς να εφορμούν και στη συνέχεια να οπισθοχωρούν μέσα στο πυκνό δάσος.

Tο Ρωμαϊκό ιππικό τούς καταδίωκε μέχρι εκεί όπου το έδαφος ήταν ανοιχτό και άδενδρο, επιστρέφοντας στη συνέχεια στις όχθες του ποταμού. Στο μεταξύ, οι έξι λεγεώνες είχαν ήδη αρχίσει να στήνουν το στρατόπεδο στην απέναντι όχθη. Μόλις έφθασαν οι πρώτες σκευοφόροι, οι Νέρβιοι, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για επίθεση, ξεπρόβαλαν πάση δυνάμει από τα δένδρα και επιτέθηκαν στο Ρωμαϊκό ιππικό.

H PΩMAΪKH YΠEPOΨIA

O αιφνιδιασμός ήταν πλήρης και προκάλεσε πλήρη σύγχυση στις Ρωμαϊκές τάξεις. Tο θέαμα ήταν εκπληκτικό: οι Νέρβιοι, κινούμενοι ταχύτατα, είχαν καταφέρει να επιτεθούν ενάντια στους εμβρόντητους ιππείς, να διασχίσουν τον ποταμό και να χτυπήσουν τους στρατιώτες που έστηναν το στρατόπεδο στον απέναντι λόφο! H στιγμή ήταν κρίσιμη και ο Καίσαρας χρειάστηκε να δράσει ταυτόχρονα, δίνοντας διαταγές σε κάθε κατεύθυνση. Αρκετοί στρατιώτες είχαν διασκορπισθεί ολόγυρα στην περιοχή αναζητώντας υλικά για να κατασκευάσουν το στρατόπεδο.

Επιπλέον, οι λεγεωνάριοι δεν είχαν παραταχθεί για μάχη, αλλά ήταν ακόμη ανοργάνωτοι.
Ωστόσο, δύο πράγματα επέτρεψαν στους Ρωμαίους να αντιπαρέλθουν του αρχικού αιφνιδιασμού: πρώτον, οι στρατιώτες έχοντας αποκτήσει μεγάλη εμπειρία από τις συνεχόμενες μάχες, γνώριζαν πώς να ιεραρχήσουν τις προτεραιότητές τους ακόμη και αν δεν είχαν ρητές διαταγές. Δεύτερον, ο Καίσαρας είχε φροντίσει να κρατήσει τους υπαρχηγούς του κοντά στις λεγεώνες τους.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, με την αλλαγή της κατάστασης, να υπάρξει άμεση αντίδραση από τους στρατηγούς, χωρίς να περιμένουν τη διαταγή του αρχηγού τους. H γρήγορη αντίδραση του Ρωμαϊκού στρατού ισοστάθμησε την προβλεπόμενη δυσμενή για αυτόν κατάσταση. O ίδιος ο Καίσαρας έσπευσε να πλησιάσει στις τάξεις της 10ης λεγεώνας του. Χωρίς να μακρηγορήσει τους ζήτησε να φανούν αντάξιοι της φήμης τους και να αντιμετωπίσουν με ανδρεία την επίθεση του εχθρού.


Κατευθυνόμενος σε μία άλλη ομάδα στρατιωτών, παρατήρησε ότι είχαν ήδη εμπλακεί σε μάχη. Πολλοί από τους λεγεωνάριους δεν φορούσαν κράνη και δεν είχαν προλάβει καν να αφαιρέσουν τα καλύμματα από τις ασπίδες τους, σημάδια ενδεικτικά της βιασύνης με την οποία κλήθηκαν να πολεμήσουν. H κατάσταση γινόταν ολοένα δυσχερέστερη, κυρίως επειδή οι Ρωμαίοι είχαν εμπλακεί σε μία μάχη για την οποία δεν είχαν επιλέξει ούτε το έδαφος ούτε τη στρατηγική.

Δεν υπήρχε χώρος για ελιγμούς ενώ τα ξύλινα φράγματα κάλυπταν το οπτικό πεδίο, με αποτέλεσμα να χρειάζεται συνδυασμένη προσπάθεια από τον Καίσαρα και τους υπαρχηγούς του προκειμένου να δοθούν διαταγές σε ολόκληρο το στράτευμα. Εντούτοις, μία σειρά από καθαρά τυχαία γεγονότα άλλαξαν το ρου της μάχης. Oι στρατιώτες της 9ης και 10ης λεγεώνας βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά της ρωμαϊκής παράταξης. Χτύπησαν με σφοδρότητα τους Ατριβάτες, οι οποίοι είχαν κουραστεί από την έφοδο και το πέρασμα του ποταμού, τρέποντάς τους σε φυγή.

Στη διάρκεια της οπισθοχώρησης κατέσφαξαν πολλούς από αυτούς την ώρα που προσπαθούσαν να διασχίσουν το Σάβο. Oι παρορμητικοί λεγεωνάριοι διέσχισαν με τη σειρά τους τον ποταμό και έφεραν εαυτούς σε δυσμενή θέση, καθώς οι εχθρικές δυνάμεις ανασυγκροτήθηκαν και επιτέθηκαν ξανά. Την ίδια στιγμή, η 8η και η 11η λεγεώνα απωθούσαν κατά παρόμοιο τρόπο τους Βιρομάνδουους, φτάνοντας από την κορυφή του λόφου μέχρι τις όχθες του ποταμού.

Αυτή η κίνηση δημιούργησε ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στις γραμμές της Ρωμαϊκής παράταξης, αφήνοντας την μπροστινή και αριστερή μεριά του στρατοπέδου εκτεθειμένες, αφού η 7η από κοινού με την 12η λεγεώνα είχαν κινηθεί ταυτόχρονα προς το δεξί πλευρό της παράταξης. Oι Νέρβιοι, που ως εκείνη τη στιγμή είχαν κρατήσει συμπαγείς τις γραμμές τους, άρπαξαν την ευκαιρία και με αρχηγό τον Βοδουόγνατο κατευθύνθηκαν προς το κενό. Κάποιοι από αυτούς άρχισαν να χτυπάνε τα απροστάτευτα νώτα των λεγεώνων, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να φτάσουν στην κορυφή του λόφου όπου βρισκόταν το στρατόπεδο.

O KΑΙΡΑΡΑΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Oι λεγεωνάριοι που βρίσκονταν μέσα στο στρατόπεδο, έχοντας δει την πρώτη νικηφόρα προέλαση του Ρωμαϊκού ιππικού, είχαν ήδη αρχίσει να κατηφορίζουν το λόφο για να αποκομίσουν λάφυρα. Eκείνη τη στιγμή άκουσαν πίσω τους τις Βελγικές ορδές να ξεχύνονται προς το σημείο που είχαν μόλις αφήσει και τρομοκρατημένοι καθώς ήταν, άρχισαν να σκορπίζονται στη γύρω περιοχή.

Oι Ρωμαίοι ιππείς καθώς και το ελαφρύ πεζικό που αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν από την αντεπίθεση των Ατριβατών πέρα από το ποτάμι, κατά την επιστροφή τους στο στρατόπεδο, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τους Νέρβιους. Αναγκάστηκαν και αυτοί να οπισθοχωρήσουν προς διαφορετική αυτή τη φορά κατεύθυνση. Eκείνη τη στιγμή, κατέφθαναν στην περιοχή οι Ρωμαϊκές σκευοφόροι. Στη θέα του στρατοπέδου που είχαν αλώσει οι Νέρβιοι, οι συνοδοί τους άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν, βγάζοντας άναρθρες κραυγές που ακούγονταν σε όλη την περιοχή.


Στο σημείο στάλθηκαν και οι Τρεβήροι, οι πιο γενναίοι και ικανοί ανάμεσα στους Γαλάτες, οι οποίοι είχαν δηλώσει υπακοή και πίστη στον Καίσαρα. Μόλις πλησίασαν τον ποταμό, αντίκρισαν μία εικόνα πλήρους διάλυσης του Ρωμαϊκού στρατού. Ιππείς, Ψιλοί, Νουμίδες και συντηρητές του στρατοπέδου έτρεχαν διασκορπισμένοι προς όλες τις πλευρές. Μπροστά στο αποκαρδιωτικό θέαμα, αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν και οι ίδιοι. Kατά την επιστροφή τους στα εδάφη τους, είπαν στους αρχηγούς τους ότι οι Ρωμαίοι είχαν ηττηθεί και ότι οι Βέλγοι είχαν καταλάβει το στρατόπεδο και τις σκευοφόρους με τα εφόδια.

Ωστόσο, παρά τη δυσμενή θέση στην οποία βρισκόταν, ο Καίσαρας δεν το έβαλε κάτω. Μετά τη 10η λεγεώνα, έσπευσε να αναλάβει την καθοδήγηση της δεξιάς πλευράς της παράταξης, η οποία δεχόταν και τη μεγαλύτερη πίεση. Εκεί οι άνδρες της 12ης λεγεώνας είχαν στριμωχτεί σε πολύ μικρό χώρο και οι κινήσεις του ενός λεγεωνάριου αποτελούσαν τροχοπέδη για τις κινήσεις του διπλανού του. Επιπρόσθετα, όλοι οι εκατόνταρχοι είχαν σφαγιασθεί.

H ακέφαλη λεγεώνα υποχωρούσε διαρκώς και χαλάρωνε την αντίστασή της, ενώ κάποιοι στρατιώτες στα μετόπισθεν άφηναν τα όπλα και τις θέσεις τους, αφήνοντας απροστάτευτα τα νώτα της παράταξης. Στον αντίποδα, οι Βέλγοι, παρόλο που είχαν να αντιπαρέλθουν το ανηφορικό έδαφος, διατηρούσαν μία συμπαγή πρώτη γραμμή, η οποία με αμείωτη ένταση πίεζε τα πλευρά της Ρωμαϊκής παράταξης.

H ΩPA TOY KAIΣAPA

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Καίσαρας βλέποντας ότι η μάχη χανόταν, αφού το ηθικό βρισκόταν στο ναδίρ, άρπαξε μία ασπίδα από έναν λεγεωνάριο και κατευθύνθηκε προς την πρώτη γραμμή. Από εκεί, καλώντας τους εναπομείναντες εκατόνταρχους ονομαστικά και παροτρύνοντας τους λεγεωνάριους να κρατήσουν τις θέσεις τους, διέταξε τους σημαιοφόρους να έρθουν μπροστά και να απλωθούν περισσότερο οι γραμμές της παράταξης, έτσι ώστε οι στρατιώτες να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα σπαθιά τους με μεγαλύτερη ευκολία.

H παρουσία του στο πεδίο της μάχης βοήθησε τους λεγεωνάριους να ανακτήσουν το χαμένο θάρρος τους και να αντεπιτεθούν, προκαλώντας έτσι μία μικρή επιβράδυνση στη μέχρι πρότινος ασταμάτητη βελγική προέλαση. Λίγο πιο πέρα, η 7η λεγεώνα δεχόταν με τη σειρά της την αφόρητη πίεση της επίθεσης των Βέλγων. O Καίσαρας γνώριζε ότι δεν είχε εκείνη τη στιγμή διαθέσιμες εφεδρείες. Χωρίς να καθυστερήσει, διέταξε τους τριτύαρχούς του να συγχωνεύσουν βαθμιαία τις δύο λεγεώνες, έτσι ώστε να δημιουργήσουν διπλό μέτωπο εφόδου.

Μόλις οι διαταγές του εκτελέσθηκαν, οι άνδρες της νέας μεγαλύτερης λεγεώνας μπορούσαν πλέον να κρατήσουν τις θέσεις τους με περισσότερη τόλμη, αλληλοβοηθούμενοι και χωρίς τον κίνδυνο να δεχθούν επίθεση στα νώτα τους. Στο μεταξύ, οι δύο λεγεώνες που είχαν επιφορτισθεί με το έργο της περιφρούρησης των σκευοφόρων, μετά από την πληροφόρηση που έλαβαν ότι ο αντικειμενικός στόχος τους κινδύνευε, επιτάχυναν το βήμα τους και δεν άργησαν να εμφανισθούν στην κορυφή του λόφου.


Ταυτόχρονα, ο Τίτος Λαβιένιος, έχοντας ήδη καταλάβει το Βελγικό στρατόπεδο, βλέποντας τα τεκταινόμενα πίσω στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο, διέταξε την 10η λεγεώνα να εφορμήσει στα νώτα των επιτιθέμενων Βέλγων και να αποσυμφορήσει τις υπόλοιπες λεγεώνες που κινδύνευαν. Αυτές οι σύγχρονες κινήσεις άλλαξαν ριζικά το ρου της μάχης. Aκόμη και οι τραυματισμένοι λεγεωνάριοι, βρήκαν το κουράγιο να στηριχθούν στις ασπίδες τους και να επιτεθούν ξανά. Oι συντηρητές του στρατοπέδου, αν και άοπλοι, βλέποντας την ξαφνική αλλαγή στην έκβαση της σύγκρουσης, αναθάρρησαν και επιτέθηκαν και αυτοί ενάντια στους Βέλγους.

Tο ιππικό με τη σειρά του, θέλοντας να αμβλύνει τις εντυπώσεις που δημιούργησε η προηγούμενη άτακτη υποχώρησή του, επιτέθηκε με σφοδρότητα στους διασκορπισμένους Βέλγους.
Ωστόσο, ακόμη και αυτή η εξέλιξη δεν αποθάρρυνε τους ηρωικούς Νέρβιους. Μπορεί αρκετοί από αυτούς να κείτονταν ήδη νεκροί, όμως, οι συμπολεμιστές τους που παρέμεναν όρθιοι, πολεμούσαν με μανία πάνω από τα άψυχα κορμιά των συμπατριωτών τους. Oι λιγοστοί που έμειναν στο τέλος, άρχισαν να πετούν με δύναμη τα όπλα τους ενάντια στους Ρωμαίους, επιστρέφοντας ακόμη και τα βέλη που καρφώνονταν στο χώμα μπροστά τους.

Oι γενναίοι αυτοί πολεμιστές είχαν επιδείξει αξιοζήλευτο πάθος και δύναμη στη μάχη. Είχαν διασχίσει τρέχοντας ένα ποτάμι και είχαν απωθήσει έναν ολόκληρο στρατό, ανεβαίνοντας μία πλαγιά, η οποία φυσιολογικά θα έπρεπε να επιβραδύνει την προέλασή τους. Ωστόσο, το πνεύμα τους αποδείχθηκε πιο ισχυρό από το σώμα τους, κάνοντας τα κατορθώματα αυτά να φαντάζουν εφικτά, ενώ στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά εύκολα ήταν. H μάχη έληξε και το έθνος των Νέρβιων έφτασε στο χείλος του αφανισμού.

Oι εναπομείναντες, στους γειτονικούς βάλτους, γέροι, γυναίκες και παιδιά, γνωρίζοντας ότι τίποτε δεν θα μπορούσε πλέον να σταθεί εμπόδιο στους κατακτητές, έστειλαν πρέσβεις στον Καίσαρα, ζητώντας του να παραδοθούν. Θέλοντας να δώσουν έμφαση στον κίνδυνο αφανισμού που αντιμετώπιζαν, τον ενημέρωσαν ότι, από τους 600 αξιωματούχους που υπήρχαν, είχαν μείνει μόνο τρεις, ενώ από τους 60.000 πολεμιστές, απέμεναν μόλις 500 που ήταν ικανοί να φέρουν όπλα.

O Καίσαρας σε μία επίδειξη μεγαλοψυχίας και αναγνωρίζοντας το θάρρος τους στη μάχη, τους άφησε να παραμείνουν στην περιοχή τους, ενώ διέταξε τις γειτονικές με αυτούς φυλές να μην καταπατήσουν τα εδάφη τους και να μην τους πειράξουν καθ' οιονδήποτε τρόπο.

OI TEΛEYTAIEΣ EKKAΘAPIΣEIΣ

Την ώρα που οι Αδουατούσιοι κατέφθαναν σε βοήθεια των Νέρβιων, ήταν πλέον αργά. Μαθαίνοντας ότι η μάχη είχε λήξει με νίκη των Ρωμαίων, αποφάσισαν να αποσυρθούν στα εδάφη τους. Ωστόσο, εγκατέλειψαν όλα τα φρούρια και τις πόλεις τους και συγκεντρώθηκαν μαζί με τις περιουσίες τους σε μία πόλη μόνιμα οχυρωμένη από τη φύση. Oι τρεις πλευρές της προστατεύονταν από ψηλά και απόκρημνα βράχια, ενώ στην τέταρτη πλευρά της υπήρχε μία μικρή πλαγιά με πλάτος περί τα 60 μέτρα.


Την πλευρά αυτή προστάτευε ένα διπλό ξύλινο τείχος, οχυρωμένο με μυτερούς πασσάλους και κοφτερές πέτρες. O Ρωμαϊκός στρατός δεν άργησε να φτάσει προ των πυλών της πόλης, για να τον υποδεχτεί μία βροχή από πέτρες και βέλη. Oι πολιορκημένοι διενήργησαν μία σειρά από μικρές εξόδους, οι οποίες κατέληγαν σε ασήμαντες αψιμαχίες. Ωστόσο, όταν την πόλη περικύκλωσε ένα ρωμαϊκό τείχος που είχε μήκος 20 χιλιόμετρα και ύψος 7 μέτρα περίπου, οι επιθέσεις αυτές σταμάτησαν και οι αμυνόμενοι κλείστηκαν στην πόλη.

Oι Ρωμαίοι ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα πρόχωμα και έναν ξύλινο μετακινούμενο πύργο ως μέσο πολιορκίας. Στη θέα των κατασκευών, οι Βέλγοι άρχισαν να χλευάζουν τους Ρωμαίους, αρχικά για το τείχος που κατασκεύασαν και στη συνέχεια για τον πύργο. Tους φαινόταν παράξενο πώς κάποιοι τόσο μικρόσωμοι άνθρωποι (σε σχέση πάντοτε με αυτούς - οι άνθρωποι της Γαλατίας ανέκαθεν παινεύονταν για τη σωματοδομή και το ύψος τους), είχαν βλέψεις να κατασκευάσουν ένα τόσο ψηλό και βαρύ ξύλινο κτίσμα.

Μόλις, όμως, ο πύργος ολοκληρώθηκε και η κατασκευή άρχισε να κινείται προς το τείχος τους, έσπευσαν να αποστείλουν πρεσβευτές στον Καίσαρα και να προτείνουν ειρήνη. Oι απεσταλμένοι, αποδεχόμενοι ότι οι Ρωμαίοι εκστρατεύουν καθοδηγούμενοι από κάποια θεϊκή δύναμη, αφού δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να κινούν τόσο τεράστιες κατασκευές με τόσο μεγάλη ευκολία και ταχύτητα, ζήτησαν να τεθούν υπό τη διάθεση του Ρωμαίου στρατηλάτη, τόσο οι ίδιοι όσο και τα υπάρχοντά τους. Βασιζόμενοι στα όσα είχαν ακούσει από άλλους, του ζήτησαν να τους χαρίσει τη ζωή και να τους αφήσει να φέρουν όπλα.

MIA "EIKONIKH" ΠAPAΔOΣH

Όμως, η παράδοση των Βέλγων δεν ήταν ειλικρινής. Προσπάθησαν, έχοντας κρύψει το ένα τρίτο του συνολικού αριθμού των όπλων τους, να ξεγελάσουν τους Ρωμαίους, με μία προσποιητή πρόταση ειρήνης, ώστε να τους κάνουν να χαλαρώσουν τις άμυνές τους. H επίθεση θα γινόταν το ίδιο βράδυ, αφού οι Βέλγοι θεωρούσαν ότι μετά τη σύναψη της συμφωνίας οι σκοποί θα ήταν λιγότερο προσεκτικοί στα καθήκοντά τους.

Αποφάσισαν να επιτεθούν στη διάρκεια της τρίτης νυχτερινής βάρδιας, σε σημείο του στρατοπέδου όπου η κατάβαση από την πόλη θα ήταν η ευκολότερη δυνατή. Διενήργησαν μία εξόρμηση με όλες τους τις δυνάμεις. Ωστόσο, ο Καίσαρας που είχε προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, φρόντισε να ενισχυθούν τα φρούρια και οι λεγεωνάριοι να τρέξουν προς ενίσχυση αυτών που δέχονταν επίθεση. Oι Αδουατούσιοι πολέμησαν γενναία, αλλά οι πιθανότητες ήταν εναντίον τους, καθώς έπρεπε να εκπορθήσουν τείχη και να αντιμετωπίσουν στρατιώτες που πετούσαν βέλη από ψηλότερο σημείο.

Tο κουράγιο δεν ήταν αρκετό. Tο ξημέρωμα βρήκε περίπου 4.000 Αδουατούσιους να κείτονται σφαγιασμένοι μπροστά στο Ρωμαϊκό τείχος. Oι υπόλοιποι είχαν λίγο νωρίτερα αποσυρθεί πίσω από τα τείχη της πόλης. H οργή του Καίσαρα ήταν μεγάλη. Διέταξε να γκρεμίσουν τις πύλες της πόλης και να εξανδραποδίσουν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της. Περισσότεροι από 53.000 Αδουατούσιοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι ανά τη Ρωμαϊκή επικράτεια.


TO TEΛOΣ THΣ ΒΕΛΓΙΚΗΣ EKΣTPATEIAΣ - ΣYMΠEPAΣMATA

H εκστρατεία που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία για τον Καίσαρα, είχε τελειώσει. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, οι Ρωμαϊκές λεγεώνες είχαν σχεδόν αφανίσει τις εχθρικές Βελγικές φυλές μία προς μία. Tο αντίκτυπο για τους λαούς των γύρω περιοχών ήταν τόσο μεγάλο, που ακόμη και οι σκληροτράχηλες Γερμανικές φυλές έσπευσαν να αποστείλουν πρέσβεις ζητώντας υποταγή και συμμαχία με τους Ρωμαίους. O Καίσαρας είχε βγει για άλλη μία φορά κερδισμένος.

Υπό τον παραπλανητικό μανδύα των αναφορών του, είχε διατηρήσει την εκστρατεία του τυπικά "νόμιμη" στα μάτια των συγκλητικών, ενώ ο ίδιος γνώριζε καλά ότι είχε καταφέρει να υλοποιήσει τους ευσεβείς πόθους του, χρίζοντας εαυτόν κύριο ολόκληρης σχεδόν της δυτικής Ευρωπαϊκής ηπείρου. Αφήνοντας τις λεγεώνες του στο Σαρτρ, στην Ορλεάνη και το Μπλουά, ο Καίσαρας επέστρεψε στη Ρώμη θριαμβευτής. H Σύγκλητος τον υποδέχτηκε ως σωτήρα και εδραιωτή της αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, υπήρχαν πάντα αυτοί που βιάζονταν να αποτρέψουν το Ρωμαίο στρατηγό από το να αποκομίσει περισσότερες δάφνες για το στεφάνι της δόξας του. Εκεί που ο Αριόβιστος απέτυχε, θα έπρεπε να επιτύχει κάποιος άλλος.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ ΜΑΧΩΝ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ