Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις IV - Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι (4.277-4.299)

τῶν δ᾽ Ὁμήρου καὶ τόδε συνθέμενος [στρ. ιγ]
ῥῆμα πόρσυν᾽· ἄγγελον ἐσλὸν ἔφα τι-
μὰν μεγίσταν πράγματι παντὶ φέρειν·
αὔξεται καὶ Μοῖσα δι᾽ ἀγγελίας ὀρ-
θᾶς. ἐπέγνω μὲν Κυράνα
280 καὶ τὸ κλεεννότατον μέγαρον Βάττου δικαιᾶν
Δαμοφίλου πραπίδων. κεῖνος γὰρ ἐν παισὶν νέος,
ἐν δὲ βουλαῖς πρέσβυς ἐγκύρ-
σαις ἑκατονταετεῖ βιοτᾷ,
ὀρφανίζει μὲν κακὰν γλῶσσαν φαεννᾶς ὀπός,
ἔμαθε δ᾽ ὑβρίζοντα μισεῖν,

285 οὐκ ἐρίζων ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς, [αντ. ιγ]
οὐδὲ μακύνων τέλος οὐδέν. ὁ γὰρ και-
ρὸς πρὸς ἀνθρώπων βραχὺ μέτρον ἔχει.
εὖ νιν ἔγνωκεν· θεράπων δέ οἱ, οὐ δρά-
στας ὀπαδεῖ. φαντὶ δ᾽ ἔμμεν
τοῦτ᾽ ἀνιαρότατον, καλὰ γινώσκοντ᾽ ἀνάγκᾳ
ἐκτὸς ἔχειν πόδα. καὶ μὰν κεῖνος Ἄτλας οὐρανῷ
290 προσπαλαίει νῦν γε πατρῴ-
ας ἀπὸ γᾶς ἀπό τε κτεάνων·
λῦσε δὲ Ζεὺς ἄφθιτος Τιτᾶνας. ἐν δὲ χρόνῳ
μεταβολαὶ λήξαντος οὔρου

ἱστίων. ἀλλ᾽ εὔχεται οὐλομέναν νοῦ- [επωδ. ιγ]
σον διαντλήσαις ποτέ
οἶκον ἰδεῖν, ἐπ᾽ Ἀπόλλω-
νός τε κράνᾳ συμποσίας ἐφέπων
295 θυμὸν ἐκδόσθαι πρὸς ἥβαν πολλάκις, ἔν τε σοφοῖς
δαιδαλέαν φόρμιγγα βαστάζων πολί-
ταις ἡσυχίᾳ θιγέμεν,
μήτ᾽ ὦν τινι πῆμα πορών, ἀπαθὴς δ᾽ αὐτὸς πρὸς ἀστῶν·
καί κε μυθήσαιθ᾽, ὁποίαν, Ἀρκεσίλα,
εὗρε παγὰν ἀμβροσίων ἐπέων,
πρόσφατον Θήβᾳ ξενωθείς.
***
Έχε στον νου τη ρήση αυτή του Ομήρου [στρ. ιγ]και κοίτα να την κάνεις πράξη·ο καλός, έλεγε, μαντατοφόροςσε κάθε πράγμα μεγάλη αξία δίνει·μα και η Μούσα δυναμώνειμε μια σωστή αγγελία. Εγνώρισαν η Κυρήνη280και το τρισένδοξο μέγαρο του Βάττουτη δίκαιη καρδιά του Δημοφίλου.Εκείνος με τους νέους νέος,στη βουλή εκατοχρονίτη γέρο θα τον περνούσες·ξέρει να κρατάει μακριά τη γλώσσα τη φαρμακερήαπ᾽ την κρυστάλλινη φωνή του, έμαθε να μισείόσους τη βία ασκούνε,
285να μην αντιμιλάει στους αγαθούς, [αντ. ιγ]να μην τραβάει μια υπόθεση σε μάκρος.Γιατί στ᾽ ανθρώπινα η ευκαιρία λίγο κρατάει.Αυτό καλά το ξέρει κι είναι σύντροφος πρόθυμος,κι όχι σκλάβος δουλευτής. Και το λένεπως είναι θλιβερότατο να ξέρεις ποιό ᾽ναι καλό να γίνεικαι να ᾽σαι αναγκασμένος το πόδι σου έξω να ᾽χεις.290Λοιπόν, αυτός παλεύει σαν Άτλας τώραμε τον ουρανό,μακριά από τη γη την πατρική κι από τα χτήματά του.Ωστόσο, ο Δίας λευτέρωσε ο αιώνιος τους Τιτάνες.Με τον καιρό σαν πάψει ο άνεμος,ν᾽ αλλάζεις τα πανιά.
Και τώρα, μια και τράβηξε ώς το τέλος [επωδ. ιγ]εκείνη την αρρώστια την καταραμένη,προσεύχεται το σπίτι του κάποτε να ιδείκαι, πλάι στου Απόλλωνα την κρήνη ξεφαντώνοντας,295συχνά να τέρπει την καρδιά του με τις χαρές της νιότης,ανάμεσα σε φίλους που τη μουσική αγαπούνετην πλουμιστή τη φόρμιγγα κρατώντας,να χαίρεται τη γαλήνη,δίχως κακό να κάνει σε κανένανούτε και να παθαίνει από τους συμπολίτες του.Και θα μπορέσει να σου πει, Αρκεσίλα,σαν ποιά πηγή από αθάνατα τραγούδια βρήκεπρόσφατα στη Θήβα φιλοξενημένος.

Η γλώσσα του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης και η προγενέστερη φιλοσοφική παράδοση
 
O Αριστοτέλης είναι ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος με πολυετείς συστηματικές σπουδές. Από τα 17 του χρόνια εισάγεται στην πλατωνική Ακαδημία και παραμένει μέλος της για 20 ολόκληρα χρόνια. Θα πρέπει να φανταστούμε ότι πέρασε από όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας· ξεκίνησε από δόκιμο μέλος, στη συνέχεια εντάχθηκε στον στενό κύκλο των μαθητών του Πλάτωνα που διατηρούσαν προσωπική σχέση με τον δάσκαλο, και στα τελευταία χρόνια έγινε κι αυτός μέλος του διδακτικού προσωπικού της Σχολής. H θέση του στον πλατωνικό κύκλο ήταν σίγουρα ηγετική, αφού, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, λέγεται ότι διεκδίκησε τη θέση του σχολάρχη της Ακαδημίας, χωρίς όμως επιτυχία.
 
Είναι κρίμα ότι, αν εξαιρέσει κανείς τον Αριστοτέλη, γνωρίζουμε λίγα πράγματα για τους άλλους σημαντικούς φιλοσόφους του πλατωνικού κύκλου. Και από τα λίγα όμως πράγματα που γνωρίζουμε προκύπτει ότι η πλατωνική σχολή δεν ήταν δογματική ούτε ιδιαίτερα πιστή στο γράμμα της διδασκαλίας του ιδρυτή της. Το πιο πιθανό είναι ότι και ο ίδιος ο Πλάτων θα πρέπει να ενθάρρυνε τις θεωρητικές διαφωνίες και την ανεξαρτησία της σκέψης των μαθητών του. Δημιουργήθηκε έτσι μια ζωντανή κοινότητα στοχαστών, που έδινε ερεθίσματα τόσο στον ίδιο τον Πλάτωνα για την ανάπτυξη της τελευταίας φάσης της φιλοσοφίας του όσο και στους μαθητές τους για να ανοίξουν τα δικά τους φτερά. Όλοι λοιπόν ξεκινούσαν από κάποιο κοινό υπόβαθρο, από μια βασική εκδοχή της πλατωνικής φιλοσοφίας, στη συνέχεια όμως ακολουθούσαν αποκλίνουσες διαδρομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αριστοτέλης στα πρώτα του γραπτά μιλάει για τους Πλατωνικούς χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Από την αρχή ωστόσο κρατά μια κριτική απόσταση από τις θεωρίες του Πλάτωνα, και γρήγορα θα προχωρήσει στην απόρριψη της θεωρίας των Ιδεών και στην προβολή της δικής του σύλληψης της πραγματικότητας.
 
Δεν είναι εύκολο να σταθμίσει κανείς τι οφείλει ο Αριστοτέλης στην πλατωνική του εκπαίδευση και τι είναι αποκλειστικά δική του κατάκτηση. Το σίγουρο είναι ο Πλάτων δεν ευνοούσε την πολυμάθεια, η οποία είναι βασικό χαρακτηριστικό της αριστοτελικής σκέψης. Στην πλατωνική ακαδημία η έμφαση δινόταν μόνο στη φιλοσοφία, ενώ από τις επιστήμες διδάσκονταν μόνο τα μαθηματικά, στα οποία εντάσσονταν και η αστρονομία. Όταν λοιπόν μαθαίνουμε από τη βιογραφική παράδοση ότι ο Πλάτων είχε αποδώσει στον Αριστοτέλη το προσωνύμιο «ο αναγνώστης», μάλλον θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός θα είχε ειρωνική χροιά. Για τον Πλάτωνα η εκτεταμένη και συστηματική συλλογή υλικού, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η βιολογία του Αριστοτέλη, μάλλον θα φαινόταν χαμένος χρόνος. Και σίγουρα δεν θα καταλάβαινε τι δουλειά είχε ένας φιλόσοφος να καταγράφει και να ταξινομεί τα υπάρχοντα πολιτεύματα ή να συντάσσει καταλόγους με τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων ή των δραματικών διαγωνισμών της Αθηναϊκής δημοκρατίας.
 
Ο Αριστοτέλης ξεκίνησε τη συγγραφική του καριέρα γράφοντας διαλόγους, οι οποίοι δυστυχώς δεν έχουν σωθεί. Το λογοτεχνικό αυτό είδος, που καθιέρωσε με την αξεπέραστη μαεστρία του ο ίδιος ο Πλάτων, θα πρέπει να λειτουργούσε ως πρότυπο γραφής για τους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής. Η θεματολογία των αριστοτελικών διαλόγων, απ' όσο γνωρίζουμε, μαρτυρεί κι αυτή πλατωνικές καταβολές: ηθική, ρητορική, κοσμολογία, θεωρία της ποίησης. Το ύφος του θα πρέπει να ήταν προσεγμένο, με αναφορές και παραθέματα από την ποιητική παράδοση, ιδίως από τον Ευριπίδη. Ο Κικέρων, που είχε άμεση πρόσβαση στα κείμενα αυτά, εξυμνεί το λογοτεχνικό ύφος του Αριστοτέλη, γεγονός που φαίνεται παράδοξο σε όσους γνωρίζουν μόνο τα διδακτικά του συγγράμματα.
 
Είναι γεγονός ότι ο Αριστοτέλης εγκαινιάζει μια καινοφανή μέθοδο προσέγγισης των παλαιότερων γραπτών κειμένων. Κατά τον DQring (Αριστοτέλης, μτφ. Π. Κοτζιά-Παντελή. Αθήνα 1991, τόμ. 1, σ. 51), ενώ «οι περισσότεροι από τους νεαρούς μαθητές της Ακαδημίας 'άκουγαν' βιβλία, ο Αριστοτέλης διάβαζε βιβλία με τον τρόπο που τα διαβάζουμε και εμείς». Στα Τοπικά συστήνει στον επίδοξο διαλεκτικό την εκμετάλλευση των γραπτών κειμένων του παρελθόντος για τη συναγωγή πινάκων, που θα αποτελέσουν μια εύχρηστη παρακαταθήκη έγκυρων απόψεων (Τοπικά 105b12-18). H προσφυγή σε γενικά αποδεκτές πεποιθήσεις, σε αντιλήψεις που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου, δεν ενισχύει μόνο την πειθώ των λόγων μας, αλλά είναι και μια ένδειξη για την αλήθεια τους.
 
Η ανθρώπινη σκέψη λοιπόν θα μπορούσε να ιδωθεί υπό εξελικτικό πρίσμα, ως συνεχής επαναφορά των ίδιων βασικών ερωτημάτων και βαθμιαία βελτίωση των απαντήσεών μας, ως διαδικασία συσσώρευσης γνώσεων και λύσεων. Όπως επισημαίνει ο Barnes (Αριστοτέλης, μτφ. Ε. Λεοντσίνη, Αθήνα 2006, 33-34), «η στήριξη στην παράδοση ή η χρησιμοποίηση των παλαιότερων ανακαλύψεων αποτελεί φρόνιμη και αναντικατάστατη διαδικασία και πρακτική για κάθε επιστήμονα ερευνητή. Όμως στον Αριστοτέλη το ζήτημα διαθέτει μεγαλύτερο βάθος. Είχε υψηλή επίγνωση της θέσης που κατείχε στο τέρμα μιας σειράς διανοητών, ενώ είχε πλήρη γνώση της ιστορίας του πνεύματος και επίγνωση της δικής του θέσης μέσα σ' αυτήν». Όπου υπάρχει λοιπόν προϋπάρχουσα γνώση πρέπει κατά κάποιον τρόπο να αξιοποιηθεί. Σε περιπτώσεις βέβαια εντελώς νέων ερευνητικών κλάδων, τότε η έρευνα πρέπει να αρχίσει εξ αρχής, και αυτό, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το δυσκολότερο. Μιλώντας στους Σοφιστικούς ελέγχους για τη ρητορική και τη «συλλογιστική», αποδίδει την απαρχή της πρώτης σε προγενέστερους θεωρητικούς, ενώ δεν διστάζει να υπερηφανευτεί για τη δική του συμβολή στην εξ αρχής θεμελίωση της δεύτερης (183b17 κ.ε.).
 
Οι πολλαπλές αναφορές του Αριστοτέλη στους προγενέστερους φιλοσόφους και η διεξοδική ανάλυση των θέσεών τους μας επιτρέπουν να λέμε ότι από τον Αριστοτέλη ξεκινά η ιστορική σύλληψη της φιλοσοφίας - συχνά λέγεται ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας.
 
H πρωτιά του Αριστοτέλη θεμελιώνεται στη διαφορετική στάση του Πλάτωνα. H αλήθεια είναι ότι ο Πλάτων δεν έλκεται ιδιαίτερα από την ιστορία. Δεν διστάζει να καταφύγει σε ακραίους αναχρονισμούς, ενώ, όταν αναφέρεται στο παρελθόν, προσπερνά το κοντινό και ανασυνθέτει ένα απώτατο, εμφανώς μυθικό παρελθόν, ακολουθώντας την τάση των τραγικών ποιητών και των ρητόρων, που δεν διαχωρίζουν την ιστορία από τη μυθολογία. Αν εξαιρέσει κανείς τον Παρμενίδη, ελάχιστες είναι οι άμεσες αναφορές του Πλάτωνα στους Προσωκρατικούς. Για να δώσω ένα παράδειγμα, ο Πλάτων αναφέρει επωνύμως τον Εμπεδοκλή μόνο 2 φορές, ενώ ο Αριστοτέλης 132. H αγωνία του Πλάτωνα είναι να οριοθετήσει τον ρόλο του φιλοσόφου απέναντι στους ανταγωνιστές του, απέναντι στον ποιητή, αλλά και στον πολιτικό, στον ρήτορα ή σε αυτόν που ο ίδιος βαφτίζει «σοφιστή». Στην ουσία ο Πλάτων ιδρύει τη φιλοσοφία. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στην εξασφάλιση μιας προνομιακής γνωστικής περιοχής για τον νεοσύστατο κλάδο, όχι στη σκιαγράφηση της ιστορίας του.
 
Από εντελώς διαφορετικό σημείο ξεκινά ο Αριστοτέλης. Ως μέλος του πλατωνικού κύκλου, δεν έχει καμία αμφιβολία ή αγωνία για την ύπαρξη της φιλοσοφίας. Έχει από τα πρώτα χρόνια της μαθητείας του αποδεχτεί την ένταξή του σε μια σχολή, η οποία αποδέχεται την αυθεντία του Πλάτωνα και αναγνωρίζει ως ήρωές της τον Πυθαγόρα, τον Παρμενίδη και τον Σωκράτη. Το πρόβλημα την εποχή του Αριστοτέλη είναι ότι, πέρα από τους Πλατωνικούς, και άλλοι μιλούν πλέον εν ονόματι της φιλοσοφίας: ο Ισοκράτης είναι σίγουρα ένας απ' αυτούς, αλλά και ο Ξενοφών, ο Λυσίας, ο Αλκιδάμας, ο Αισχίνης. Νόημα λοιπόν πλέον έχει να διευκρινιστεί η ειδικά πλατωνική προσέγγιση της φιλοσοφίας και η διαφοροποίηση της από άλλες σύγχρονες φιλοσοφικές προσεγγίσεις.
 
2. Τα γραπτά του Αριστοτέλη
 
Όσο ζούσε ο Αριστοτέλης δημοσίευσε έναν περιορισμένο αριθμό έργων, κάποια από τα οποία ήταν διάλογοι που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό και κάποια άλλα πραγματείες, συχνά με επίκεντρο την πλατωνική θεωρία των Ιδεών. Από τα έργα αυτά κανένα δεν σώθηκε ολόκληρο (αν και σώθηκαν τρία ποιήματά του, αφιερωμένα σε φίλους με διάφορες αφορμές). Έφτασαν όμως στα χέρια μας τα αδημοσίευτα διδακτικά του συγγράμματα, ή μάλλον οι προσωπικές του σημειώσεις επάνω στις οποίες στήριζε τη διδασκαλία στους μαθητές του.
 
Οι αρχαίες πηγές μάς μεταφέρουν μια μυθιστορηματική εκδοχή της διάσωσής τους. Τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη (μαζί με την πλούσια προσωπική του βιβλιοθήκη) κληροδοτήθηκαν μετά το θάνατό του στους διαδόχους του στο Λύκειο, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στη Σκήψη της Μικράς Ασίας όπου έμειναν θαμμένα σε κάποια σπηλιά και ξεχασμένα για περισσότερο από 200 χρόνια. Χρωστούμε τη διάσωση των χειρογράφων στο συλλεκτικό πάθος ενός πλούσιου βιβλιόφιλου Αθηναίου, του Απελλικώντα. Ο Απελλικών έμαθε για την ύπαρξη του πολύτιμου αυτού υλικού, το αναζήτησε στη Σκήψη και τελικά το αγόρασε και το έφερε στην Αθήνα. Όλα αυτά γίνονται στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Μετά τον πρώτο Μυθριδατικό πόλεμο, ο Σύλλας θα καταλάβει την Αθήνα το 86 π.Χ., και τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη θα μεταφερθούν ως πολύτιμη λεία στη Ρώμη. 50 περίπου χρόνια αργότερα εκδόθηκαν από ένα προικισμένο φιλόλογο και γνώστη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Με την έκδοση του Ανδρόνικου τα αριστοτελικά συγγράμματα πήραν την οριστική τους μορφή, αυτήν που έχουμε και εμείς σήμερα μπροστά μας όταν διαβάζουμε τον Αριστοτέλη.
 
Οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία - δεν αποκλείεται να είναι σε έναν βαθμό φανταστικές. Είναι πάντως γεγονός ότι η μεγάλη διάδοση της σκέψης του Αριστοτέλη αρχίζει μόνο όταν εκδίδονται τα διδακτικά του συγγράμματα, τρεις αιώνες μετά τον θάνατό του. Αν τα χειρόγραφα είχαν χαθεί, η ιστορία της μεταγενέστερης φιλοσοφίας θα ήταν διαφορετική, αφού το έργο του Αριστοτέλη αποτέλεσε τη βάση της φιλοσοφίας των Βυζαντινών, των Αράβων και των Σχολαστικών της Δύσης. Τα έργα του Αριστοτέλη συζητούνται και σχολιάζονται συστηματικά σε όλη την ύστερη ελληνική αρχαιότητα. Η αριστοτελική παράδοση συνεχίζεται αμείωτη σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, αλλά και μετά την Άλωση στον ελληνικό χώρο μέχρι τον 19ο αιώνα. Η μεγάλη ωστόσο φήμη του Αριστοτέλη οφείλεται στην κυριαρχική του θέση στη φιλοσοφία των Αράβων και του Δυτικού Μεσαίωνα. Τα βασικά έργα του Αριστοτέλη μεταφράζονται στα αραβικά ήδη από τον 9ο αιώνα μ.Χ. και γίνονται θεμέλιος λίθος της αραβικής φιλοσοφίας. Μέσω των Αράβων θα γίνουν γνωστά στη Λατινική Δύση κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ., οπότε και θα επιχειρηθεί η σύνθεση χριστιανικής θεολογίας και αριστοτελικής φιλοσοφίας στο Σχολαστικό σύστημα. Με τον Θωμά τον Ακινάτη (13ος αιώνας) η αίγλη του Αριστοτέλη θα φτάσει στο απόγειό της, και το αριστοτελικό σύστημα θα αποτελέσει τη βάση της εκπαίδευσης στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια μέχρι τον 17ο αιώνα μ.Χ.
 
Πιο σημαντική όμως είναι μια άλλη συνέπεια της περίεργης αυτής ιστορίας. Το υλικό που έφτασε στα χέρια του Ανδρόνικου δεν προοριζόταν για δημοσίευση. Φανταζόμαστε ότι περιείχε σημειώσεις των μαθημάτων του Αριστοτέλη, με διάσπαρτες προσθήκες, αναθεωρήσεις και απορίες, κάποιες ημιτελείς πραγματείες, σχεδιάσματα μελλοντικών έργων, συλλογές εμπειρικών δεδομένων. Σκεφτείτε έναν καθηγητή που επανέρχεται χρόνο με τον χρόνο στα ίδια βασικά θέματα στις παραδόσεις του. Τι πιο φυσικό από το να χρησιμοποιήσει το υλικό που έχει συσσωρεύσει από τα προηγούμενα χρόνια, τροποποιώντας ωστόσο κάποια σημεία ή προσθέτοντας νέες σκέψεις και αναλύσεις. Αν μάλιστα το κοινό του είναι ιδιαίτερα δεκτικό και δημιουργικό, ο ίδιος μπορεί να επωφεληθεί από τον διάλογο που θα προκληθεί και να ενσωματώσει και άλλα στοιχεία. Σε κάποια έργα οι ειδικοί διακρίνουν ίχνη συστηματικής αναθεώρησης. Πρόκειται δηλαδή για ένα ανομοιογενές υλικό, που ο Αριστοτέλης δεν έπαψε να επεξεργάζεται και να συμπληρώνει όσο ζούσε.
 
Ο Ανδρόνικος λοιπόν συνένωσε τα διάφορα μαθήματα και τις σημειώσεις του Αριστοτέλη σε ενιαίες πραγματείες με κριτήριο την κοινότητα της θεματολογίας τους. Όπως μας λέει ο Πορφύριος, ο Ανδρόνικος "συνένωσε σε ένα έργο κείμενα που πραγματεύονται το ίδιο θέμα, και έτσι διαίρεσε τα έργα του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου σε βιβλία" (Βίος Πλωτίνου 24,6-11). Σε κάποια έργα, όπως λ.χ. στα Τοπικά, για την τελική μορφή υπεύθυνος θα πρέπει να ήταν ο Αριστοτέλης. Πρόκειται όμως για εξαίρεση. Στα περισσότερα έργα του αριστοτελικού corpus την τελική μορφή την έδωσε ο Ανδρόνικος. Δεν αποκλείεται μάλιστα να συμπλήρωσε και ο ίδιος κάποια κενά ή να διόρθωσε γλωσσικές ατέλειες. Θα πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι οι πραγματείες του Αριστοτέλη πήραν τη μορφή και την ονομασία που φέρουν και σήμερα όχι από τον ίδιο τον συγγραφέα τους αλλά από έναν μεταγενέστερο εκδότη. Έτσι, λ.χ., η πραγματεία που ονομάστηκε «Φυσικά» περιλαμβάνει τις παραδόσεις και τις σημειώσεις που κατά καιρούς συνέθεσε ο Αριστοτέλης για τις έννοιες της φύσης, της κίνησης, του χρόνου, του χώρου, του απείρου κ.ο.κ. Οργανώθηκε λοιπόν το έργο του Αριστοτέλη σε μια πλειάδα αυτόνομων συγγραμμάτων, η εμβέλεια των οποίων καλύπτει όλο το φάσμα των γνώσεων και η συνολική τους έκτασή είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτερη από τους διαλόγους του Πλάτωνα.
 
H εικόνα που αποκομίζει όποιος προσεγγίζει το μνημειώδες αυτό έργο είναι ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα, στην πρώτη συνεκτική θεωρία που ερμηνεύει κάθε πλευρά της πραγματικότητας. Προηγούνται τα λογικά συγγράμματα, στα οποία ο Ανδρόνικος έδωσε τον τίτλο «Όργανον», δηλαδή εργαλείο της γνώσης. Ακολουθούν τα φυσικά συγγράμματα, καθένα από τα οποία αφιερώνεται σε έναν τομέα φυσικών φαινομένων: τα Φυσικά μελετούν τις γενικές αρχές της φυσικής επιστήμης· το Περί ουρανού, τα Μετεωρολογικά, και το Περί γενέσεως και φθοράς, μελετούν αντιστοίχως την κοσμολογία, την μετεωρολογία και τη δομή της ύλης· το Περί Ψυχής τη φυσιολογία του ανθρώπου, και τα πολυάριθμα βιολογικά του συγγράμματα μελετούν τα έμβια όντα. Μετά τα φυσικά συγγράμματα, ο Ανδρόνικος τοποθέτησε ένα έργο, που περιλαμβάνει τις γενικές αρχές της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, τις βασικές του θέσεις για τη φύση των όντων. Το ονόμασε «Μετά τα φυσικά», ακριβώς γιατί έρχεται μετά τη μελέτη της φύσεως - κι έτσι προίκισε τη μεταγενέστερη φιλοσοφία με μια νέα θεμελιώδη έννοια, την έννοια της «μεταφυσικής». H πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας, η μελέτη της ηθικής και πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων, καλύπτεται αντιστοίχως με τα Ηθικά (Ηθικά Νικομάχεια και Ηθικά Ευδήμεια) και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη. Τέλος, το αριστοτελικό corpus συμπληρώνεται με πραγματείες που αφιερώνονται σε διάφορες τέχνες, όπως η Ρητορική, που καθορίζει τους τύπους της πειστικής επιχειρηματολογίας, και η Ποιητική, που μελετά τη θεωρία της ποιητικής δημιουργίας και ειδικότερα της αρχαίας τραγωδίας.
 
Είναι όμως η σκέψη του Αριστοτέλη τόσο συστηματική όσο δείχνει η κατάταξη των έργων του; H μελέτη μιας αριστοτελικής πραγματείας αρκεί για να αναιρέσει την εικόνα της συστηματικότητας. H ειδικότητα του Αριστοτέλη, το ιδιαίτερο ταλέντο του, είναι η ανάδειξη κρίσιμων προβλημάτων. Από ένα πρόβλημα ξεκινά πάντοτε ο Αριστοτέλης, από ένα ζήτημα που του δίνει την ευκαιρία να κρίνει τις υπάρχουσες απαντήσεις, να προχωρήσει σε λεπτές διακρίσεις και να εντοπίσει τον πυρήνα του σε ένα φιλοσοφικό δίλημμα, στην κατάλληλη «απορία». Ακολουθεί κατά κανόνα η δική του απάντηση, συχνά όμως προτείνονται περισσότερες από μια εναλλακτικές λύσεις, που αφήνονται ανοικτές. Ο Αριστοτέλης δείχνει να θεωρεί πιο σημαντική τη συζήτηση που οδηγεί στη διατύπωση μιας φιλοσοφικής θέσης από την αξία της ίδιας της θέσης. Γι' αυτό και πολύ συχνά οι μελετητές του έργου του διαφωνούν για την ουσία των αριστοτελικών θέσεων.
 
Επιπλέον, ο Αριστοτέλης είναι πεπεισμένος ότι η κάθε επιστήμη έχει τις δικές της αρχές (τα δικά της αξιώματα), τη δική της μέθοδο και, ως έναν βαθμό, τη δική της γλώσσα. (Περί ουρανού 306a9-11). Δεν μπορεί ούτε πρέπει λοιπόν κανείς να επιχειρήσει μια ενοποίηση της ανθρώπινης γνώσης πάνω σε ενιαία θεμέλια. H αριστοτελική ηθική, για παράδειγμα, δεν μπορεί να εναρμονιστεί με την αριστοτελική φυσική, γιατί η ανθρώπινη πράξη δεν υπόκειται στη φυσική νομοτέλεια και ρυθμίζεται από τους δικούς της ιδιαίτερους κανόνες. Αλλά και μέσα στον χώρο της φύσης, οι επιμέρους φυσικές επιστήμες διατηρούν την αυτονομία και την αξία τους: η βιολογία έχει διαφορετικές αρχές και διαφορετική μέθοδο από την κοσμολογία - και οι δύο όμως είναι εξίσου σημαντικές:
 
Και οι δύο έρευνες έχουν τη χάρη τους. Στην πρώτη περίπτωση η γνώση των αιωνίων ουσιών [των άστρων] έχει τόση αξία, ώστε ακόμη και η ελάχιστη επαφή μαζί τους προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση από κάθε άλλη γνωστή μας ηδονή, όπως ακριβώς και το να διακρίνεις έστω και μια φευγαλέα και αποσπασματική εικόνα του έρωτά σου σού δίνει μεγαλύτερη χαρά από την πλήρη θέα πολλών άλλων και σπουδαίων πραγμάτων. Στη δεύτερη περίπτωση η διαφορά είναι ότι η γνώση μας είναι πολύ πιο έγκυρη, αφού γνωρίζουμε καλύτερα πολύ περισσότερες πλευρές των φθαρτών όντων [των ζώων και των φυτών]. Θα έλεγε κανείς ότι το γεγονός ότι είναι πιο κοντά μας, και η φύση τους μας είναι πιο οικεία, εξισορροπεί κατά κάποιο τρόπο την αξία της επιστήμης των θεϊκών ουσιών... Γιατί ακόμη και αυτά που δεν παρουσιάζουν την παραμικρή χάρη στην όψη, η φύση τα δημιούργησε έτσι ώστε η θεωρία τους να προσφέρει ασύλληπτες ηδονές σε εκείνους που μπορούν να συλλάβουν τις αιτίες, σε όσους είναι πραγματικοί φιλόσοφοι... Σε όλα τα έργα της φύσης υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστο (Περί ζώων μορίων 644b22-645a23).
 
Στο θαυμάσιο αυτό κείμενο, που δείχνει να έχει γραφεί με επιμέλεια και έμπνευση, φαίνεται πολύ καθαρά η διαφορά της ερευνητικής ιδιοσυγκρασίας του Αριστοτέλη από τον Πλάτωνα και από τους άλλους επιγόνους του Σωκράτη. Φαίνεται ακόμη γιατί ο Αριστοτέλης είναι τόσο κοντά στη σημερινή αντίληψη της επιστημονικής έρευνας.
 
3. Το ύφος και η γλώσσα του Αριστοτέλη
 
Τα γραπτά του Αριστοτέλη δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε απευθύνονται στον μέσο αναγνώστη. H κατανόησή τους προϋποθέτει γνώση της προγενέστερης φιλοσοφικής παράδοσης αλλά και εξοικείωση με το πυκνό, δύσβατο και ξηρό ύφος του φιλοσόφου. Ίσως τα χαμένα «εξωτερικά» έργα του Αριστοτέλη να ήταν διαφορετικά, αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του Κικέρωνα. Τα κείμενα πάντως που έχουμε σήμερα στα χέρια μας απαιτούν για την κατανόησή τους τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από τον αναγνώστη. Ο Αριστοτέλης είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους πιο δύσκολους φιλοσόφους.
 
Ο Αριστοτέλης δεν παίζει με τις λέξεις, πολύ σπάνια είναι ειρωνικός, και μάλλον δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Δείχνει να εκτιμά τον έντιμο συνομιλητή και αντίπαλο, αυτόν που, όπως λέει, «είναι με τέτοιο τρόπο προικισμένος από τη φύση, ώστε να αντιμετωπίζει με τη σωστή αγάπη και το σωστό μίσος καθετί που του παρουσιάζουν μόνο τότε μπορεί να κρίνει σωστά πιο είναι το καλύτερο» (Τοπικά 163b12-16). Κατά κανόνα γράφει με νηφαλιότητα, οι κρίσεις του είναι αντικειμενικές, και η προσπάθειά του είναι να πείσει με επιχειρήματα το ακροατήριό του. Πολλές φορές έχει εξαρθεί ο παιδαγωγικός τόνος των γραπτών του, που διανθίζονται από πληθώρα παραδειγμάτων. Όπως σημειώνει ο During (Αριστοτέλης, σ. 67-68), «στα καλύτερα έργα του ο Αριστοτέλης γράφει έναν σαφή επιστημονικό πεζό λόγο που, παρ' όλη την αντικειμενικότητά του, διατηρεί, σχεδόν σε κάθε φράση, έναν τόνο καθαρά προσωπικό. Θαυμάζουμε τη σφιχτοδεμένη συντομία και τη συχνά αμετάφραστη ακριβολογία της έκφρασής του, τη μεγάλη ποικιλία των λεκτικών μέσων με τα οποία ντύνει τις προτάσεις και τους ισχυρισμούς του δίνοντάς τους μια μορφή αντίστοιχη προς το περιεχόμενό τους, και καταλαβαίνουμε τότε γιατί επαίνεσαν τη δύναμη που είχε ο λόγος του να πείθει. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης είναι ο δημιουργός του επιστημονικού λόγου και του επιστημονικού τρόπου έκθεσης».
 
Παρ' όλα αυτά ο Αριστοτέλης μπορεί κατά περιπτώσεις να γίνει ιδιαίτερα επιθετικός. Κάποιοι στοχαστές, όπως ο Ηράκλειτος, ο Μέλισσος ή ο Αντισθένης προκαλούν σταθερά, για διάφορους λόγους, την αντίδραση και την περιφρόνησή του. Για τους διαδόχους του Πλάτωνα στην Ακαδημία, τους παλιούς του συντρόφους, γράφει με πολύ πάθος και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει εναντίον τους χαρακτηρισμούς βαρείς, όπως ότι η φιλοσοφία τους είναι «μοχθηρή τραγωδία» και ότι ο λόγος τους θυμίζει «λόγο των δούλων» (Μετά τα φυσικά Ν 1090b13-1091a22). Κυρίως του είναι αδιανόητο πώς κάποιοι μπορούν να αμφισβητούν τα αυτονόητα δεδομένα του κοινού νου και της κοινής εμπειρίας.
 
Το να αποπειραθούμε να δείξουμε ότι υπάρχει η φύση θα ήταν γελοίο, αφού είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλά όντα σαν κι αυτά που αναφέραμε. Η προσπάθεια να αποδείξει κανείς το φανερό μέσω του μη φανερού χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν μπορεί να διακρίνει αυτό που γίνεται από μόνο του γνωστό από εκείνο που δεν γίνεται (Φυσικά 193a1-6).
 
Ο Πλάτων είχε καταφέρει, με τη συγγραφή των διαλόγων του, να μεταφέρει στο εσωτερικό της φιλοσοφίας τη διαλεκτική αντιπαράθεση. Ο Αριστοτέλης δεν γράφει με τον ίδιο τρόπο. Ο «αγών» όμως, ως θεμελιώδης τρόπος εκφοράς της αλήθειας είναι κοινός σε δάσκαλο και μαθητή, όπως και σε όλη, υποψιάζομαι, την αρχαιοελληνική σύλληψη της πραγματικότητας. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να έχει πλήρη συνείδηση του «αγωνιστικού» χαρακτήρα της φιλοσοφικής γνώσης, αν και στα κείμενά του διαλέγεται με αντίπαλες θέσεις που ο ίδιος ανασυγκροτεί και, βέβαια, με τον ίδιο εαυτό του:
 
Γιατί αυτή είναι μια συνήθεια που όλοι έχουμε: δεν διεξάγουμε μια έρευνα προσβλέποντας στο αντικείμενό της, αλλά έχοντας στον νου αυτόν που υποστηρίζει τα αντίθετα από μας. Ακόμη και όταν ερευνούμε μόνοι μας κάτι, φθάνουμε μέχρι εκείνο το σημείο, όπου δεν έχουμε πλέον να αντιτάξουμε τίποτε στον εαυτό μας. Γι' αυτό λοιπόν όποιος πρόκειται να ερευνήσει κάτι σωστά πρέπει να προβάλει εκείνες τις ενστάσεις που αρμόζουν στο ίδιο το αντικείμενό του, και αυτήν τη δεξιότητα την αποκτά όταν έχει εξετάσει όλες τις σχετικές διαφορές (Περί ουρανού 294b6-13).
 
Η πρώιμη ελληνική φιλοσοφία, αλλά και γενικότερα η αφηρημένη σκέψη, είχαν ωφεληθεί ιδιαίτερα από τη δυνατότητα της ελληνικής γλώσσας να χρησιμοποιεί το ουδέτερο οριστικό άρθρο για να μετατρέψει ρηματικούς τύπους και επίθετα σε αφηρημένα ουσιαστικά: το ποιείν, το πάσχειν, το γίγνεσθαι, το ον, το αγαθό κ.ο.κ. Το πλεονέκτημα αυτό ήταν ιδιαίτερο σημαντικό (έχει άλλωστε διατυπωθεί και η θεωρία ότι σ' αυτήν την ιδιότητα της ελληνικής γλώσσας θα πρέπει να αποδοθεί η ανάπτυξη επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης στην Ελλάδα). Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι Λατίνοι για να πουν «το αγαθό» θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν την περίφραση «quid est bonum». Στον χώρο της φιλοσοφίας, οι πρώτες φιλοσοφικές έννοιες - το «άπειρο» του Αναξίμανδρου, το «Ον» του Παρμενίδη -δημιουργήθηκαν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, και η τάση αυτή γενικεύτηκε την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Η ελληνική γλώσσα εμπλουτίστηκε με πολλούς νέους όρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Πλάτων στους πρώιμους διαλόγους του βάζει τον Σωκράτη να ρωτά «τί το όσιον», ή «τί το δίκαιον», ο συνομιλητής του στην αρχή δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που του ζητούν δεν είναι η απαρίθμηση όσιων ή δίκαιων πράξεων, αλλά ένας καθολικός ορισμός της οσιότητας και της δικαιοσύνης. Η φιλοσοφία σιγά σιγά κατακτά το λεξιλόγιό της. Ο Αριστοτέλης θα αξιοποιήσει πλήρως αυτή τη δυνατότητα, συνδέοντας το ουδέτερο οριστικό άρθρο με κάθε γραμματικό τύπο (ακόμη και με επιρρήματα ή συνδέσμους): φιλοσοφικοί όροι στα αριστοτελικά κείμενα δεν είναι μόνο «το είναι» και «το ον», αλλά και «το τι έστι», «το ότι» και «το διότι», «το ου ένεκα» και το «όθεν η κίνησις», «το καθόλου» και το «καθ' έκαστον», «το απλώς» και «το λογικώς», «το καθ' εαυτόν» και «το κατά συμβεβηκός». Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταφράζοντας σήμερα τον Αριστοτέλη, δυσκολευόμαστε να αποδώσουμε στις σύγχρονες γλώσσες αυτούς τους τύπους, καθώς η γλωσσική μας ανοχή δείχνει να έχει μειωθεί.
 
Η διαφορά της φιλοσοφικής γλώσσας του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη είναι μεγάλη - και αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα προβληματισμού. Είναι αλήθεια ότι ο Πλάτων καθιερώνει στην ουσία τη γλώσσα της φιλοσοφίας. Η συνειδητή του όμως προσπάθεια είναι να μην κόψει απότομα τις γέφυρες από τον κοινό άνθρωπο. Χρησιμοποιεί λοιπόν την καθημερινή γλώσσα της εποχής του, μεταπλάθοντας κάποιες λέξεις και επεκτείνοντας τη σημασία τους, αποφεύγει όμως να εισαγάγει ρητώς νέους όρους. Για τη φιλοσοφική έννοια της «διαλεκτικής» θα χρησιμοποιήσει το πιο κατανοητό «διαλέγεσθαι», ενώ θα χαρακτηρίσει τους σοφιστές με τα εύληπτα επίθετα «εριστικοί» ή «αντιλογικοί». Τόσο η «διαλεκτική» όσο η «εριστική» και η «αντιλογική» είναι όροι πλατωνικοί, εισάγονται όμως με έναν τρόπο που συμπαρασύρει τον αναγνώστη στην κατασκευή τους. Παρακολουθώντας στην Πολιτεία τη βαθμιαία εισαγωγή της «διαλεκτικής», βλέπει κανείς πώς από το κατανοητό «διαλέγεσθαι», περνάει στη διάπλαση του επιθέτου «διαλεκτικός» [άνθρωπος] και «διαλεκτική» [πορεία, οδός], για να εισαγάγει στο τέλος τον φιλοσοφικό όρο «διαλεκτική». Ακόμη και για τη βασική του φιλοσοφική κατηγορία, θα υιοθετήσει λέξεις που ήδη υπήρχαν στα ελληνικά: «είδος» ή «ιδέα», που στα μαθηματικά σήμαιναν σχήμα και στην ιατρική ομάδα ή κατηγορία -και οι οποίες, παραδόξως, παρότι καθαρά νοητές και αόρατες παράγονται από γραμματικό τύπο του ρήματος «ορώ». Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, η κυριότερη συμβολή του Πλάτωνα στον εμπλουτισμό της φιλοσοφικής ορολογίας είναι η καθιέρωση του ίδιου του όρου «φιλοσοφία». Κανείς δεν μπορεί να πει με ασφάλεια πότε ακριβώς εισάγεται ο τόσο οικείος αυτός όρος. Αν μείνει πάντως κανείς στα υπάρχοντα γραπτά κείμενα, διαπιστώνει με έκπληξη ότι, ενώ η φιλοσοφία θεωρούμε ότι έχει ξεκινήσει από τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. στην Ιωνία, η ίδια η λέξη «φιλοσοφία» δεν συναντάται σε συγγραφείς ούτε του 6ου ούτε του 5ου αιώνα. Το ρήμα «φιλοσοφώ» απαντάται όλο κι όλο δύο φορές κατά τον 5ο αιώνα και μάλιστα σε συμφραζόμενα μη φιλοσοφικά (η πρώτη βρίσκεται στον Ηρόδοτο, και η δεύτερη στον Επιτάφιο του Περικλή που μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης). Προσωπικά πιστεύω ότι ούτε ο Θαλής ούτε ο Πυθαγόρας, ούτε καν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης θα αποκαλούσαν ποτέ τον εαυτό τους «φιλόσοφο». Δεν αποκλείεται να είναι η γενιά του Σωκράτη υπεύθυνη για τη βαθμιαία εισαγωγή του όρου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Πλάτων, σε όλο το έργο του, καταβάλλει εναγώνια προσπάθεια για να καθιερώσει τη φιλοσοφία ως την ανώτερη μορφή γνώσης και να οριοθετήσει το πεδίο της από ανταγωνιστικούς κλάδους όπως η ποίηση, η ρητορική και η πολιτική.
 
Ο Αριστοτέλης τώρα, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, δείχνει να μην εμπιστεύεται την καθημερινή γλώσσα με τις ασάφειες της και τα στολίδια της. Πιστεύει ότι για τη φιλοσοφία απαιτείται ειδικό λεξιλόγιο και ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης, που στηρίζεται στη συνέπεια και στη σαφήνεια. Τα κείμενα λοιπόν του Αριστοτέλη είναι γεμάτα από φιλοσοφικούς όρους, και είναι προφανές ότι απευθύνονται στο ειδικό κοινό των μαθητών και των ομοτέχνων του. Όπως μάλιστα δηλώνει ο ίδιος:
 
Μερικές φορές ίσως είναι αναγκαίο να πλάθουμε καινούργιους όρους [ονοματοποιειν], όταν δεν υπάρχει καθιερωμένη [κείμενον] λέξη σε σχέση με την οποία να μπορούμε να αποδώσουμε σωστά κάποιον σχετικό όρο (Κατηγορίαι 7a6-7). Και αν υπάρχει λέξη καθιερωμένη, γίνεται εύκολη η απόδοση σ' αυτήν του σχετικού όρου, όταν όμως δεν υπάρχει τέτοια λέξη, ίσως είναι αναγκαίο να πλάσουμε μια νέα [ονοματοποιειν] (στο ίδιο 7b10-12).
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένου νεολογισμού είναι ο αριστοτελικός όρος «εντελέχεια». Ο Αριστοτέλης τον πλάθει, για να εκφράσει την ενδιάθετη τάση των όντων να πραγματώσουν το «τέλος» τους, δηλαδή τον προδιαγεγραμμένο σκοπό τους. Χρησιμοποιεί συχνά ολόκληρες εκφράσεις ως όρους, πιο γνωστή από τις οποίες είναι «το τι ην είναι». Η έκφραση αυτή («το τι ην είναι», που ο καλύτερος τρόπος να τη μεταφράσουμε στα νέα ελληνικά είναι ο κυριολεκτικός: «το τι ήτανε να είναι»), αν και συντακτικά αδόκιμη, χρησιμοποιείται ως φιλοσοφικός όρος, που σηματοδοτεί τη βαθύτερη ουσία ενός πράγματος, αυτό που του έμελλε ή έπρεπε να είναι για να πραγματώσει τη φύση του. Είναι δυνατό να μην γνωρίζει ο Αριστοτέλης ότι ο μέσος Αθηναίος της εποχής του αδυνατεί να αντιληφτεί τι σημαίνει «εντελέχεια» και «τι ην είναι»; Προφανώς το γνωρίζει, αλλά δεν θεωρεί ότι η φιλοσοφία απευθύνεται στον μέσο άνθρωπο. Το φιλοσοφικό κείμενο θέλει μεγάλη προσπάθεια και ειδική παιδεία για να γίνει κατανοητό, και μέρος αυτής της παιδείας είναι ακριβώς η εκμάθηση των ειδικών όρων. Άλλωστε στην εποχή του Αριστοτέλη η γεωμετρία και η αστρονομία, ίσως και η ιατρική, ήταν ήδη απροσπέλαστες στον μέσο αναγνώστη - και αυτό δεν ήταν κάτι που θεωρούνταν κακό.
 
Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τον Αριστοτέλη επί το έργον. Κρατώντας στον νου μας πάντοτε το γεγονός ότι τα γραπτά του Αριστοτέλη δεν προορίζονται για δημοσίευση αλλά για προσωπική χρήση, ας δούμε πώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ορολογίας στις διάφορες ομάδες έργων του.
 
Στα λογικά του έργα, στο λεγόμενο Όργανον, ο Αριστοτέλης συμπεριφέρεται ως πρωτοπόρος εισηγητής ενός νέου κλάδου. Τα κείμενά του λοιπόν έχουν τη δομή σημερινών επιστημονικών εγχειριδίων και οι νέοι όροι εισάγονται με αυστηρούς ορισμούς. Δείτε πώς αρχίζουν τα Αναλυτικά πρότερα (24a1 κ.ε.)
 
Πρώτα πρέπει να πούμε ποιο είναι το αντικείμενο της έρευνάς μας και πού ανήκει αυτή η έρευνα. Η έρευνα μας αφορά την απόδειξη, και ανήκει στην αποδεικτική επιστήμη. Έπειτα πρέπει να ορίσουμε τι είναι «πρόταση», τι είναι «όρος» και τι είναι «συλλογισμός», και ποιος συλλογισμός λέγεται «τέλειος» και ποιος «ατελής»... Η «πρόταση» λοιπόν είναι λόγος καταφατικός ή αποφατικός, όπου κάτι αποδίδεται σε κάτι άλλο. Αποκαλώ «όρο» το στοιχείο στο οποίο αναλύεται η πρόταση, όπως το κατηγορούμενο και αυτό επί του οποίου κάτι κατηγορείται... Ο «συλλογισμός» είναι λόγος, όπου αν τεθούν ορισμένα πράγματα, κάτι άλλο από αυτά που έχουν τεθεί ακολουθεί κατ' ανάγκην, εξ αιτίας αυτών ακριβώς που έχουν τεθεί. Αποκαλώ «τέλειο συλλογισμό» αυτόν που δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να φανεί η αναγκαιότητά του.
 
Κατά πάσα πιθανότητα ο «συλλογισμός» και η «πρότασις» είναι νεολογισμοί του Αριστοτέλη, που παράγονται από τα χρησιμοποιούμενα «συλλογίζομαι» και «προτείνω», ενώ το «όρος» είναι μετάπλαση του Αριστοτέλη, από την αρχική σημασία του «ορίου» προς τη μετέπειτα λογική σημασία της λέξης.
 
Με τον ίδιο περίπου τρόπο ενεργεί ο Αριστοτέλης όταν γράφει για κλάδους που προϋπήρχαν μεν σε κάποια μορφή αλλά παίρνουν την οριστική τους μορφή στα εγχειρίδια του Σταγειρίτη - λ.χ. στη Ρητορική και στην Ποιητική. Έτσι στη Ρητορική εισάγει τον ειδικό όρο «ενθύμημα» ως «ρητορικόν συλλογισμόν» (ενώ η λέξη σήμαινε τη σκέψη ή το επιχείρημα), ενώ μεταπλάθει τον καθιερωμένο πλατωνικό όρο «παράδειγμα» (δηλαδή υπόδειγμα) σε «επαγωγή ρητορική» (1356b6-7). Στη δε Ποιητική μπορεί να παρακολουθήσει κανείς τη συστηματική εισαγωγή της ειδικής ορολογίας του νέου κλάδου με διαδοχικούς ορισμούς λέξεων, οι οποίες ήταν κοινές στην καθομιλουμένη και για τις οποίες ο Αριστοτέλης διεκδικεί ένα καινούργιο νόημα (1449b23 κ.ε.): «ηδυσμένος λόγος», «λέξις», «μελοποιία», «πράξις», «ήθη», «διάνοια», «μύθος», «επεισόδιον», «λύσις» και «δέσις» της τραγωδίας, «στοιχείον φωνής», «απλούν όνομα», «γλώσσα», «φορά ονόματος» κοκ.
 
Στα βιολογικά του έργα, τα οποία καταλαμβάνουν το ένα τρίτο περίπου των γραπτών του και όπου ο Αριστοτέλης ανοίγει πρωτόγνωρους δρόμους έρευνας, η γενική μας αίσθηση είναι ότι ο Αριστοτέλης σέβεται τα ονόματα που δίνουν στα άπειρα ζωικά είδη που περιγράφει οι άνθρωποι που είναι εξοικειωμένοι μ' αυτά (γεγονός που σημαίνει ότι στηρίχθηκε ιδιαίτερα στην επιτόπια έρευνα). Η αριστοτελική ορολογία εδώ καλύπτει γενικές διακρίσεις και ταξινομήσεις: έτσι θα εισαγάγει τους όρους «περίττωμα», «σύντηγμα», «κύημα» στο Περί ζώων γενέσεως ή τον όρο «έντομο» στο Περί τα ζώα ιστορίαι. Στα ηθικά του πάλι συγγράμματα το πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι διαφορετικό. Ο κλάδος απαιτεί από τον φιλόσοφο εγγύτητα στις κοινές γλωσσικές πρακτικές, αφού η ηθική είναι κριτική της καθημερινής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Δεν χρειάζονται επομένως νέοι όροι. Εδώ ωστόσο το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν δώσει συγκεκριμένα ονόματα σε επιμέρους πρακτικές. Καθώς λοιπόν ο Αριστοτέλης προσεγγίζει τις αρετές υπό το πρίσμα της αντίθεσης μεσότης-άκρα, όπου η μεσότης είναι το καλό και επαινετό και τα άκρα οι κατακριτέες υπερβολές, βρίσκεται πολλές φορές σε αδυναμία να περιγράψει επακριβώς τις παρεκκλίσεις της συμπεριφοράς.
 
Σε όλες τις αρετές η μεσότης είναι κάτι το επαινετόν, ενώ οι άκρα δεν είναι ούτε επαινετά ούτε σωστά αλλά ψεκτά. Τα άκρα όμως είναι τις περισσότερες φορές χωρίς όνομα, οπότε πρέπει να προσπαθούμε να πλάθουμε ονόματα γι' αυτά [ονοματοποιειν], ώστε να γινόμαστε σαφείς και ο ακροατής να μπορεί εύκολα να μας παρακολουθεί (Ηθικά Νικομάχεια 1108a17).
 
Στην πράξη ωστόσο σπάνια «ονοματοποιεί» ηθικώς - παράγει λ.χ. την αρετή της «πραότητας» από το επίθετο «πράος». Συνήθως περιορίζεται στη δήλωση ότι η τάδε αρετή ή κακία είναι «ανώνυμος».
 
Η πιο σπουδαία πάντως εργασία όσον αφορά τη φιλοσοφική ορολογία γίνεται στα φυσικά και μεταφυσικά έργα του Αριστοτέλη. Αρκεί να αναφέρουμε ένα απάνθισμα αριστοτελικών φιλοσοφικών όρων: «ύλη», «δύναμη», «ενέργεια», «θεωρία», «εμπειρία», «κατηγορία», «τόπος», «συλλογισμός», «επαγωγή», «απόδειξη», «υποκείμενο», «γένος», «είδος», «φυσική», «λογική», «θεολογία», «ποιητική», «φαντασία», «εντελέχεια», «συμβεβηκός». Όλες οι λέξεις αυτές πήραν το ακριβές φιλοσοφικό τους νόημα από τον Αριστοτέλη. Ποιοι από τους όρους αυτούς επινοήθηκαν για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Αριστοτέλη και ποιοι απλώς μεταπλάστηκαν, δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί. Καθώς ο Αριστοτέλης γράφει για τον εαυτό του, δεν αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογήσει στο κοινό του το καινοφανές ενός όρου.
 
Όπως και να έχει το πράγμα, είναι γεγονός ότι με τον Αριστοτέλη η γλώσσα της φιλοσοφίας αλλάζει οριστικά. Όπως και η ίδια η φιλοσοφία, που ακόμη στον Σωκράτη και στον Πλάτωνα διατηρούσε την επαφή της με τον μέσο άνθρωπο, έτσι και η γλώσσα της για να γίνει κατανοητή προϋποθέτει μια εξοικείωση που προέρχεται μόνο από την ειδική εκπαίδευση. Η φιλοσοφία γίνεται η μήτρα των επιστημών, και η γλώσσα της η έκφραση της επιστημονικής γνώσης. Οι επίγονοι του Αριστοτέλη θα ακολουθήσουν την ίδια τάση. Αν και το βασικό αριστοτελικό λεξιλόγιο ενσωματώνεται στις μεταγενέστερες φιλοσοφικές θεωρίες, άλλη είναι η ακριβής ορολογία των Στωικών, άλλη των Νεοπλατωνικών, άλλη των Σχολαστικών του Μεσαίωνα. Είναι πάντως σίγουρο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος από τη φιλοσοφική και την επιστημονική ορολογία που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα έχει καθιερωθεί από τον Αριστοτέλη.

Όχι, δεν χρειάζεται ν’ αλλάξεις

Όχι, δεν χρειάζεται να’ αλλάξεις. Όλη η δυστυχία σου βασίζεται σε αυτόν τον πόλεμο που διατηρείς μέσα σου: στην προσπάθεια να αλλάξεις τα «λιγότερο εξελιγμένα» κομμάτια του εαυτού σου.

Μα ούτε και την αποδοχή τους κατανοείς γιατί φαίνεται να είναι αντίθετη με ό,τι έχεις μάθει μέχρι τώρα. Νομίζεις ότι είναι καλοπροαίρετη διάθεση «εξελιγμένου» ανθρώπου που βλέπει υποτιμητικά.

Αντί να προσπαθήσω να σου εξηγήσω ή να σε πείσω για τα πιο πάνω, θα «αλλάξω θέμα» για να σε βοηθήσω να καταλάβεις πόσο εξειδικευμένο και τέλειο είναι το σύστημα που σε παγιδεύει.

Όλοι χρειάζεται να εργαστούμε στο επίπεδο συνειδητότητας στο οποίο βρισκόμαστε. Και αυτό ονομάζεται ταπεινότητα!

Στο παρελθόν, η γνώση ήταν κρυμμένη από τους μη μυημένους. Σήμερα παραμένει ακόμα κρυμμένη, παρόλο που δεν το συνειδητοποιούμε αυτό επειδή δεν υπάρχει εξωτερική βία, απαγόρευση ή στέρηση. Όλα φαίνεται να είναι δωρεάν και διαθέσιμα. Αλλά η βάση αυτής της αλήθειας δεν έχει αλλάξει.

Δεν υπάρχει τίποτα κρυμμένο, τίποτα που μπορεί να ανακαλυφθεί, να διερευνηθεί, το οποίο να καταφέρει να μετατοπίσει και να ανυψώσει το επίπεδο της συνειδητότητάς σου. Η πληροφόρηση παραμένει πληροφορία και όσο περισσότερη αποκτάς, τόσο πιο πολύ ασφυκτιάς το νου σου. Οι πληροφορίες που χρειάζεσαι πραγματικά, σε προσπερνούν ούτως ή άλλως.

Πάντα αντιλαμβάνεσαι στο επίπεδο της συνειδητότητας στο οποίο βρίσκεσαι και οτιδήποτε «κάτω» από αυτό. Ακόμα κι αν η αλήθεια σε χτύπαγε κατά μέτωπον, δεν θα μπορούσες να τη δεις ή να την κατανοήσεις, αν το επίπεδο της συνειδητότητάς σου δεν έχει ακόμα φτάσει σε εκείνο το επίπεδο αντίληψης. Το τραγικό είναι ότι οι περισσότεροι αρνούμαστε να παραδεχτούμε και να αποδεχτούμε το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε.

Επίσης, η αλήθεια είναι ότι έλκεις στον εαυτό σου εκείνες τις πληροφορίες που ταιριάζουν στο σημείο συνειδητότητας που βρίσκεσαι και εκπέμπεις. Το όμοιο έλκει το όμοιο. Αλλά, όχι ακριβώς!

Επειδή η συνειδητότητα κινείται «προς τα πάνω» σε μορφή σπιράλ (οι εικόνες βοηθούν τη βιωματική κατανόηση), πάντα τείνοντας να διευρύνεται, ακόμα και σε κατάσταση «συστολής», ταυτόχρονα έλκεις, σε κάποιο βαθμό, κάποιες πληροφορίες, από ένα «επόμενο» επίπεδο συνειδητότητας, που θα πυροδοτήσουν τη σπίθα της περαιτέρω αφύπνισής σου. Ακόμα κι αν δεν κατανοείς την πληροφορία αυτή, ακόμα κι αν πολύ πιθανόν θα την απορρίψεις αρχικά ή θα την προσπεράσεις, παρόλα αυτά, αυτή θα καταφέρει, προσπερνώντας τον γραμμικό νου, να παραμείνει "φυλαγμένη" στη συνειδητότητά σου, μέχρι να μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις, μέχρι να την κατανοήσεις και να τη συνδέσεις με άλλα κομμάτια του πάζλ, που βγάζουν νόημα. Όταν θα βρίσκεσαι στο ακριβώς σημείο, απόλυτα συντονισμένος, με εκείνο το αναγκαίο επίπεδο συνειδητότητας.

Μήπως όλ' αυτά σημαίνουν ότι δεν χρειάζεται να αγωνιάς, να προσπαθείς, να ψάχνεις, αλλά να εφησυχάζεις στην παρούσα πραγματικότητά σου; Κάθε άλλο. Αυτό που χρειάζεται είναι να μάθεις να αντιλαμβάνεσαι το πού βρίσκεσαι, να μην τρέφεις ψευδαισθήσεις, να μην κρύβεσαι ή να λες ψέματα στον Εαυτό σου...

Αν όλο το οικοδόμημα της ζωής στηρίζεται σε ένα ψέμα, πώς θα αναγνώριζες την αλήθεια, όταν όλη σου η ενέργεια παραμένει εστιασμένη στο να υποστηρίζει το ψέμα;

Μύρινα η Αμαζόνα βασίλισσα, και πρωτεύουσα της Λήμνου

Οι Αμαζόνες ήταν μυθικό έθνος ηρωικών γυναικών, που κατά τους αρχαίους κατοικούσαν στην περιφέρεια του τότε γνωστού κόσμου. Γονείς τους θεωρούνταν ο Άρης και η Αρμονία ή η Αθηνά.

Το ερώτημα, σχετικά με τις αντιλήψεις που επέδρασαν στη φαντασία του ελληνικού λαού κι έπλασε τους μύθους για τις Αμαζόνες, είναι από τα δυσκολότερα και πιο αμφιλεγόμενα ερωτήματα της ελληνικής μυθολογίας. Η σύγχρονη έρευνα πάντως τείνει να θεωρήσει τις Αμαζόνες ιστορικό λαό και όχι μυθολογική ή κοινωνιολογική σύλληψη.

Οι Αμαζόνες με όπλα που ήταν τόξο, βέλος και ξίφος, υπερασπίζονταν τη χώρα τους και συγχρόνως έκαναν επιδρομές, πέρα από τα σύνορα τους, στις γειτονικές χώρες και μέχρι τον Τάναϊ, τη Θράκη και τη Συρία. Οι Αμαζόνες, δεν είχαν άνδρες στη χώρα τους, πήγαιναν και ζούσαν δύο μήνες την Άνοιξη για τη διαιώνιση του είδους μ' έναν γειτονικό αρσενικό λαό τους Γαργαρείς, που κατοικούσαν στον Καύκασο .

Ακόμη είχαν τη συνήθεια να αφαιρούν τον δεξιό μαστό των κοριτσιών τους για να μην τους εμποδίζει στη χρήση του τόξου. Είναι όμως πιθανό ότι ο μύθος αυτός, που απαντά στους συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας , δημιουργήθηκε από την παρετυμολογία του ονόματος Αμαζών (από το α στερητ. + μαζός = μαστός) που σήμαινε αυτήν που δεν είχε μαστό.

Ίδρυσαν πολλές ονομαστές πόλεις και συναντήθηκαν με τους περιφημότερους ήρωες του ελληνικού μύθου. Σύμφωνα με την παράδοση οι πόλεις της Κύμης, της Μύρινας, της Εφέσου και της Σμύρνης ιδρύθηκαν από τις Αμαζόνες.

Η πόλη της Λήμνου Μύρινα κατά μία εκδοχή, οφείλει το όνομα της στην βασίλισσα των Αμαζόνων Μύρινα. Αναφέρεται ως κόρη του Τεύκρου και σύζυγος του βασιλιά Δαρδάνου. Σε αυτό συνεπικουρεί και ένας άλλος μύθος, σύμφωνα με τον οποίο, οι Λημνίες είχαν σκοτώσει όλους του άντρες του νησιού *.

Η Μύρινα κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Ατλάντων και με τρεις χιλιάδες Αμαζόνες κατάφερε να κυριεύσει την πόλη τους Κερνήν.

Εκεί αιχμαλώτισε τα γυναικόπαιδα και κατέστρεψε εκ θεμελίων την πόλη. Οι υπόλοιποι Άτλαντες παραδόθηκαν τρομοκρατημένοι. Η Μύρινα φέρθηκε σε αυτούς με γενναιοφροσύνη. Υπέγραψε μαζί τους συνθήκη και ίδρυσε μία νέα πόλη στη θέση αυτής την οποία είχε καταστρέψει. Η νέα πόλη ονομάσθηκε Μύρινα. Στη συνέχεια οι Άτλαντες ζήτησαν από τη Μύρινα να τους βοηθήσει εναντίον των Γοργόνων. Η Μύρινα πέτυχε να τις νικήσει και από τότε δεχόταν μεγάλες τιμές από τις υπηκόους της. Για να τιμήσει τις Αμαζόνες που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο, η Μύρινα με τη σειρά της ανέγειρε μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο.

Αργότερα η Μύρινα κυρίευσε το μεγαλύτερο τμήμα της Λιβύης, συμμάχησε με τον Ώρο της Αιγύπτου και λεηλάτησε τη Συρία. Τελικώς η Μύρινα σκοτώθηκε από τον βασιλιά Μόψο.

Η λέξη «Μυρίνη», συνδέεται επίσης με την ομώνυμη πόλη της Αιολίδας, που σύμφωνα με τους αρχαίους θα πρέπει να ιδρύθηκε από την ηγεμόνα των Αμαζόνων .

Άλλες διάσημες Αμαζόνες ήταν οι : η Ιππολύτη , η Αντιόπη , η Πενθεσίλεια , η Θάληστρις .

Πάντοτε έφιππες αγωνίστηκαν στον Τρωικό πόλεμο με το μέρος των Τρώων με αρχηγό τους την περίφημη Πενθεσίλεια, που την αγάπησε και τη σκότωσε ο Αχιλλέας. Ο Όμηρος λέει πως οι Αμαζόνες συγκρούστηκαν με το Βελλερεφόντη που τις εξόντωσε, ενώ ο Πίνδαρος συμπληρώνει πως τις σκότωσε με τα βέλη του, που τα έριχνε από ψηλά, πάνω στο φτερωτό του άλογο, τον Πήγασο.

Ο θρύλος για τις υπέροχες Αμαζόνες είχε πάρει τεράστια έκταση στον αρχαίο κόσμο. Στη χώρα τους, ο μύθος λέει, ότι έφτασε κάποτε ο Ηρακλής, με εντολή του Ευρυσθέα, να πάρει τη ζώνη της βασίλισσας τους της Ιππολύτης και να τη μεταφέρει στις Μυκήνες. Οι Αμαζόνες όμως αντιστάθηκαν άγρια στην απαίτηση του Ηρακλή, που, για να επιτύχει στο σκοπό του, σκότωσε τη βασίλισσα και της πήρε την περίφημη ζώνη.

Τις Αμαζόνες τις θεωρούσαν κόρες του Άρη, του Θεού του πολέμου, εξαιτίας της πολεμικότητας και της μαχητικότητας που τις διάκρινε. Ο μύθος των πολεμικών αυτών γυναικών στον αρχαίο ελληνικό κόσμο φαίνεται ότι είναι ανάμνηση του παλιού καθεστώτος της μητριαρχίας - της κυριαρχίας δηλαδή των γυναικών στην κοινωνική, πολιτική και στρατιωτική ζωή - που επικράτησε στα προϊστορικά χρόνια πριν από το καθεστώς της πατριαρχίας.

Ο μύθος των Αμαζόνων επηρέασε τόσο πολύ τον αρχαίο αλλά και τον σύγχρονο κόσμο, ώστε κυκλοφορεί ο αστικός μύθος πως όταν το 1542, μια ομάδα Ισπανών στρατιωτών με επικεφαλής τον Φρανθίσκο ντε Ορελιάνα βρισκόταν σε εξερευνητική αποστολή στη Βραζιλία, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με κάτι πραγματικά εκπληκτικό. Στις όχθες ενός ποταμού κυκλώθηκε από μια ομάδα πολεμιστών, που είχαν για αρχηγό τους μια πανέμορφη γυναίκα.

«Ήταν ψηλή, μυώδης, ορμητική, και το μοναδικό ρούχο πάνω της ήταν ένα κομμάτι ύφασμα». Έτσι την περιέγραψε στο ημερολόγιό του ο Γασπάρ ντε Καρβαχάλ, ο χρονικογράφος της αποστολής. Μόλις ξεπέρασαν την αρχική τους έκπληξη, οι Ισπανοί συνειδητοποίησαν ότι αντίκριζαν μια Αμαζόνα. Σε ανάμνηση αυτής της συνάντησης, το ποτάμι ονομάστηκε Ποταμός των Αμαζόνων (Αμαζόνιος).

Άλλοι μελετητές αναφέρουν πως οι Ισπανοί όταν είδαν άνδρες ιθαγενείς με μακριά μαλλιά τους πέρασαν για γυναίκες(!), αλλά στην Βραζιλία οι ιθαγενείς, οι οποίοι έχουν έντονα μογγολικά χαρακτηριστικά και είναι κοντοί, δεν έχουν μακριά μαλλιά σαν τους ερυθρόδερμους της βορείου Αμερικής.
-----------------
* Πιο συγκεκριμένα, όταν η Αφροδίτη απάτησε τον Ήφαιστο με τον Άρη, οι Λημνιές θύμωσαν και πέταξαν το ξόανο της θεάς στη θάλασσα. Η Αφροδίτη για να τις εκδικηθεί τους έστειλε μια άσχημη μυρωδιά και κανένας άντρας δεν άντεχε να τις πλησιάσει. Έτσι αυτοί έφεραν γυναίκες από τη Θράκη.

Οι Λημνιές θύμωσαν, είχε περάσει και η μυρωδιά και αποφάσισαν να εκδικηθούν σκοτώνοντας όλους τους άντρες και τις ξένες γυναίκες. Πράγμα που έκαναν, αφού τους μέθυσαν σε γλέντι. Τα νεκρά σώματα τα πέταξαν από τον Πέτασο.

Ο μόνος άντρας που σώθηκε ήταν ο Θόαντας, αφού η κόρη του τον έκλεισε σε ένα βαρέλι, που το έριξε στη θάλασσα, για να τον σώσει. Κατόπιν οι Λημνιές ανακήρυξαν βασίλισσά τους την Υψιπύλη και έγιναν ένα κράτος Αμαζόνων.
Όταν οι Αργοναύτες πέρασαν από το νησί στον πηγαιμό τους για το Χρυσόμαλλο Δέρας, ζήτησαν να σταματήσουν στη Λήμνο για ανεφοδιασμό.

Οι Λημνιές αρνήθηκαν και σύμφωνα με μια εκδοχή, ξέσπασε άγρια μάχη μεταξύ τους. Άλλη εκδοχή αναφέρει για παρέμβαση της Αφροδίτης και του Έρωτα, μετά από παράκληση του Ηφαίστου, που ήθελε να μείνουν στο νησί τα καλύτερα παλικάρια όλης της Ελλάδας. Η τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι οι γυναίκες έκαναν συμφωνία με τους Αργοναύτες, ότι θα τους αφήσουν να κατέβουν στο νησί, μόνο άμα ζευγαρώσουν μαζί τους.

Ό,τι κι αν έγινε πάντως, οι Αργοναύτες κατέβηκαν και η Υψιπύλη γνώρισε τον μοναδικό της έρωτα, τον Ιάσονα, τον αρχηγό της εκστρατείας. Μαζί του έκανε δύο παιδιά, τον Εύνηο και τον Θόαντα, άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο δεύτερος γιος λεγόταν Νεβρόφονος ή Δηίπυλος. Οι άντρες έμειναν δύο χρόνια στο νησί, ξεχνώντας και Δέρας και εκστρατεία, και αν δεν τους τα θύμιζε ο Ηρακλής, ακόμα εδώ θα ήταν. Έτσι ξεκίνησαν να φύγουν για την Κολχίδα, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσουν.

Ξέρετε γιατί φλερτάρουν οι άνθρωποι;

Οι άνθρωποι, δεσμευμένοι ή όχι, φλερτάρουν επειδή είναι ένας τρόπος να έρθουν γρήγορα και χαλαρά κοντά σε άλλους ανθρώπους, επειδή δίνει μια νότα ομορφιάς στη ζωή, επειδή θέλουν να τονώσουν τη σχέση με τον/τη σύντροφό τους (όταν φλερτάρουν με αυτό το άτομο, όχι με άλλο!), επειδή έχουν ανάγκη επιβεβαίωσης ή για να τονώσουν τη σεξουαλική τους ζωή.

Ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο φλερτάρει καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τι θα γίνει στη συνέχεια στην ερωτική του ζωή, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι φλερτάρουν αυτό το άτομο θα δείξει τι πιθανότητες υπάρχουν να μπει σε μία ρομαντική σχέση ή όχι.

Το φλερτ είναι σημαντικό και μέσα στο γάμο, γιατί όταν οι δύο σύζυγοι φλερτάρουν μεταξύ τους, δηλαδή εκδηλώνουν το ερωτικό και σεξουαλικό τους ενδιαφέρον για το άλλο άτομο με έναν ανάλαφρο, ευχάριστο τρόπο και έτσιτονώνουν και ανανεώνουν τη σχέση τους.

Ο καθηγητής Hall στο πανεπιστήμιο του Κάνσας των ΗΠΑ έδωσε ένα ερωτηματολόγιο σε 1.500 ενήλικες άνδρες και γυναίκες ζητώντας τους να απαντήσουν σε ερωτήσεις τύπου «χρησιμοποιώ τη γλώσσα του σώματος για να φλερτάρω». Στη συνέχεια κατέληξε σε 5 κατηγορίες φλερταρίσματος.

Παραδοσιακό Φλερτάρισμα

Το παραδοσιακό φλερτάρισμα, όπως λέει και το όνομά του, είναι κάπως στερεότυπο: ο άνδρας παίρνει τον πιο ενεργητικό ρόλο και πλησιάζει τη γυναίκα, ενώ εκείνη διατηρεί πιο παθητική στάση και περιμένει τον άλλον να κάνει το πρώτο βήμα. Στην έρευνα του Hall βρέθηκε ότι οι που φλερτάρουν παραδοσιακά ήξεραν από πριν τις γυναίκες που προσέγγιζαν. Επίσης, σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, οι παραδοσιακοί στο φλερτ είναι πιο κλειστοί άνθρωποι και λιγότερο πιθανό να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους σε ένα άγνωστο άτομο.

Το Υπέρ: είναι εύκολα αναγνωρίσιμο στυλ φλερταρίσματος και το μήνυμα είναι «θα ήθελα να κάνουμε σχέση».

Το Κατά: δεν επιτρέπει σε αυτόν που φλερτάρει με αυτό τον τρόπο να φλερτάρει εύκολα με άγνωστα άτομα.

Το Σωματικό Φλερτάρισμα

Οι άνθρωποι που φλερτάρουν με αυτό τον τρόπο, άνδρες και γυναίκες, βασίζονται στη γλώσσα του σώματος για να επικοινωνήσουν το ερωτικό τους ενδιαφέρον. Στέκονται πολύ κοντά στο άτομο με το οποίο φλερτάρουν, το αγγίζουν, το κοιτάνε στα μάτια, πετάνε σεξουαλικά υπονοούμενα, μεταδίδουν στον άλλο την αίσθηση ότι παθιάζονται γι’ αυτόν. Αυτό το είδος φλερτ συνήθως έχει μεγάλη, επιτυχία γιατί είναι σαν σπίρτο που ανάβει τη σεξουαλική χημεία δύο ανθρώπων και έτσι δημιουργείται ερωτική σχέση, η οποία μάλιστα έχει στη συνέχεια καλή συναισθηματική σύνδεση. Βέβαια, αν δεν υπάρχει σεξουαλική χημεία, τότε το άτομο που το φλερτάρει ο άλλος έτσι πολύ γρήγορα θα απομακρυνθεί.

Το Υπέρ: είναι ζωντανό, άμεσο στυλ φλερταρίσματος που ανάβει γρήγορα την ερωτική και σεξουαλική επιθυμία.

Το Κατά: συχνά το άτομο εκλαμβάνει ότι πρόκειται για επιθυμία του άλλου να έχει απλώς ερωτική επαφή και όχι μακρόχρονη ερωτική σχέση.

Ευγενικό Φλερτάρισμα

Οι άνθρωποι που φλερτάρουν ευγενικά βασίζονται στους καλούς τρόπους, στην κοινωνική ετικέτα του τι είναι ‘σωστό’ και καθωσπρέπει, με αποτέλεσμα πολλές φορές να περνάνε με δυσκολία το μήνυμα στον άλλον ότι ενδιαφέρονται. Πρόκειται για πολύ συγκαλυμμένο τρόπο εκδήλωσης ερωτικού ενδιαφέροντος.

Το Υπέρ: το άτομο που το φλερτάρουν περνάει μια ωραία βραδιά με ένα ευγενικό άτομο.

Το Κατά: δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από το άτομο αυτό όμως ότι ο άλλος το φλερτάρει.

Ειλικρινές Φλερτάρισμα

Όταν ένα άτομο φλερτάρει με αυτό τον τρόπο κάνει τις προθέσεις του για συντροφική και ερωτική σχέση ξεκάθαρες από την αρχή. Συνήθως οι γυναίκες φλερτάρουν με αυτόν τον τρόπο, περνώντας το μήνυμα ότι θέλουν μια μακροχρόνια σχέση, με συναισθηματική επικοινωνία, σιγουριά και ασφάλεια.

Το Υπέρ: είναι ξεκάθαρος τρόπος από τη μεριά αυτού που φλερτάρει να δηλώσει ότι επιθυμεί όλο το «πακέτο» της μακροχρόνιας σχέσης.

Το Κατά: το άτομο που δεν επιθυμεί να συνάψει τέτοια σχέση απομακρύνεται γρήγορα από αυτό το είδος φλερταρίσματος.

Παιχνιδιάρικο Φλερτάρισμα

Αυτό το είδος φλερταρίσματος χαρακτηρίζει συχνά τους παντρεμένους ανθρώπους. Το κάνουν για να τονώσουν την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή τους, να δουν αν ‘περνάει ακόμα η μπογιά’ τους και να πάρουν έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο. Είναι το είδος φλερταρίσματος που δεν οδηγεί σε σχέση.

Το Υπέρ: τονώνει την αυτοπεποίθηση του ατόμου.

Το Κατά: αν υπερβεί κανείς τα όρια γίνεται γελοίο και έχει αρνητικές συνέπειες στην ήδη υπάρχουσα σχέση του ατόμου που φλερτάρει με αυτό τον τρόπο.

Γνωρίζοντας το πώς φλερτάρετε εσείς αλλά και το πώς σας φλερτάρουν οι άλλοι, μπορείτε να ανακαλύψετε ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζετε και να διορθώσετε τα λάθη σας ώστε μέσα από τη διαδικασία του φλερτ να βρείτε τον/τη σύντροφο που σας ταιριάζει.

Η ΗΔΟΝΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Οι άνθρωποι υποτάσσονται μάλλον με ευκολία στους πάσης φύσεως θεσμούς εξουσίας – σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να μιλήσει κανείς και για την ηδονή της υποταγής ή για φανατισμένη υποταγή. Ποια μπορεί να είναι η αιτιολόγηση αυτής της διαπίστωσης;

Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι η υποταγή απαλλάσσει το άτομο από την ευθύνη, τη διακινδύνευση, την ελευθερία – το απαλλάσσει από το φόβο της ενηλικίωσης. Άλλοι – όχι το ίδιο το άτομο – αποφασίζουν, επιλέγουν, διακινδυνεύουν το λάθος, το άτομο πειθαρχεί, ακολουθεί. Η μητρική αγκαλιά και φροντίδα, η δύναμη και αυθεντία του πατέρα, η μετάθεση της ευθύνης των αποφάσεων στην προστατευτική αυτή στοργή και εγκυρότητα, βρίσκουν ένα ποθητό υποκατάστατο σε εξουσιαστικούς θεσμούς και πρόσωπα. Είναι μια ηδονική καθυστέρηση του απογαλακτισμού, βολική άρνηση της ενηλικίωσης...

Το μυστικό της ετοιμότητας των ανθρώπων να υποταχθούν, να πειθαρχήσουν σε κάθε μορφής εξουσία, είναι μάλλον η ανάγκη αναπλήρωσης της πατρικής και μητρικής προστασίας, ο φόβος της ελευθερίας.

Περισσότερο από άλλα είδη εξουσίας, οι θρησκευτικοί θεσμοί και τα ιερατεία ανταποκρίνονται στη φυσική ανάγκη του ανθρώπου για ηδονική υποταγή. Οι λόγοι φανεροί: Προσφέρουν απαλλαγή από τον τρόμο της άγνοιας, βεβαιότητες και πεποιθήσεις (για το απρόσιτο υπερβατικό) περιβεβλημένες το κύρος του ιερού ή της αποκάλυψης. Προσφέρουν εγγυήσεις αιώνιας επιβίωσης του ατόμου και συγκεκριμένες πρακτικές για την «αντικειμενική» εξασφάλιση αυτής της «σωτηρίας». Συντηρούν με εκπληκτική επιδεξιότητα (διαχρονικά – μέσα στους αιώνες) την ανάγκη του ανθρώπου για το θαύμα, το μυστήριο, και το κύρος – ευνοούν ένα παρατεινόμενο (δίχως διακινδυνεύσεις ή ανασφάλειες) παιδισμό εξάρτησης από αυθεντίες.

Ατέλειωτες ανησυχίες προκαλούν μόνον οι ματαιοδοξίες

 Ο Επίκουρος υπαγορεύει μια πιο μελετημένη προσέγγιση των ηδονών, τέτοια που να μην παραγνωρίζει τις ενδεχόμενες αρνητικές τους συνέπειες. Μας υπενθυμίζει σε μια «δόξα» του: «Καμιά ηδονή δεν είναι από μόνη της κάτι κακό. Αλλά κάποιες ηδονές παράγονται με τρόπους και μέσα που επιφέρουν διαταραχές, οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ τις ίδιες τις ηδονές».

Κατηγορίες απολαύσεων

Με βάση τις αρχές της φιλοσοφίας του ο Επίκουρος εξειδίκευσε τις προτάσεις του για την αναζήτηση της ευτυχίας. Αντιλήφθηκε ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να μπαίνουν σε σύνθετες διαδικασίες λήψης αποφάσεων και προτιμούν έτοιμες συνταγές. Γι' αυτό σύστηνε να επιδιώκουν συγκεκριμένες απολαύσεις, που ικανοποιούν τις βασικές τους επιθυμίες και απομακρύνουν τις ανησυχίες τους και παράλληλα να αποφεύγουν τις απολαύσεις, που προκαλούν περισσότερους πόνους από ότι χαρές.

Ι. Φυσικές Απολαύσεις
α) Αναγκαίες ή υποχρεωτικές: Αυτές ικανοποιούν εκείνες τις φυσικές επιθυμίες, που αν παραμείνουν ανεκπλήρωτες, οδηγούν κατ’ ανάγκη σε μεγαλύτερο πόνο. Οι σημαντικότερες είναι:
1. Η τροφή
2. Η στέγη
3. Η υγεία
4. Η ασφάλεια και
5. Η φιλία

Σε κανονικές συνθήκες μπορούν να ικανοποιηθούν μάλλον εύκολα. Έλεγε μια «δόξα» (δηλαδή «γνώμη», από το ρήμα δοκώ= νομίζω): «Ας ευγνωμονούμε την ευλογημένη φύση, που όλα τα αναγκαία τα έκανε εύκολο- απόκτητα και τα μη αναγκαία δύσκολο- απόκτητα». Τις φυσικές και αναγκαίες ηδονές θα τις αναπτύξουμε στο τρίτο μέρος.

β) Μη Αναγκαίες ή Προαιρετικές: Είναι εκείνες οι φυσικές επιθυμίες, που ακόμα κι αν δεν ικανοποιηθούν, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε μεγαλύτερο πόνο. Τέτοιες συνήθως είναι οι επιθυμίες για ψυχαγωγία, οι αισθητηριακές απολαύσεις, οι αισθησιακές, οι δραστηριότητες στη φύση, η άθληση, οι τέχνες, κ.λ.π. Τα’ ακριβά φαγητά, τα ποτά, οι καφέδες και τα παρόμοια, καλύπτουν τις φυσικές ανάγκες της πείνας της δίψας και της ψυχαγωγίας, για αυτό οι σύγχρονοι επικούρειοι δεν τα απορρίπτουν. Τα θεωρούν όμως μη αναγκαία και προτείνουν να τα απολαμβάνουμε, εάν είναι εύκολα διαθέσιμα, σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να τα συνηθίσουμε και να εξαρτάμε την ευτυχία μας από αυτά. Οι ανάγκες που καλύπτουν είναι μεν πραγματικές, αλλά δεν είναι απαραίτητες για την επιβίωση και την ισορροπία της ψυχής μας.

Μια άλλη σύγχρονη ομάδα μη αναγκαίων φυσικών επιθυμιών έχει να κάνει με τη φροντίδα της εξωτερικής εμφάνισης. Τα στερεότυπα της τέλειας ομορφιάς ωθούν πολλούς ανθρώπους, κυρίως τους νέους και τις γυναίκες σε επικίνδυνες διατροφικές συνήθειες, υπερβολική προσωπική φροντίδα και δαπάνη. Η επικούρεια άποψη, που εκφράζεται από τον Λουκρήτιο, είναι να αποδεχθούμε το σώμα μας όπως είναι και να προστατεύσουμε την υγεία μας. Η εξωτερική μας εμφάνιση δεν είναι σημαντική, γιατί κατά τον Λουκρήτιο, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εξ ίσου ωραίοι με εμάς, οι ωραίοι δεν συμπεριφέρονται καλύτερα από τους άσχημους και επί πλέον, ζούμε μια χαρά όπως είμαστε μέχρι σήμερα. Δεν χρειάζεται ομορφιά για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Η εμμονή στη φυσική ομορφιά είναι παθολογική, γιατί επικεντρώνεται σε ένα μόνο μέρος της ανθρώπινης φύσης, που μάλιστα δεν δείχνει το χαρακτήρα του και για αυτό μπορεί ναι είναι απατηλή.

ΙΙ. Γνωστικές απολαύσεις
α) Απολαύσεις απαλλαγής από πόνους, που προκαλούν οι υπέρμετρες υπαρξιακές φοβίες: Πηγή ηδονής για τον Επίκουρο είναι το ξαλάφρωμα από φόβους. Ο τρομερότερος από τους φόβους είναι ο φόβος του θανάτου και ακολουθούν οι φόβοι της τιμωρίας του Θεού και των φυσικών φαινομένων. Τους φόβους αυτούς τους αντιμετώπιζαν οι επικούρειοι ακολουθώντας την τετραφάρμακο: «Ο θεός δεν είναι επίφοβος, ο θάνατος δεν προκαλεί ανησυχία. Το καλό αποκτάται εύκολα και το κακό αντέχεται εύκολα».

β) Απολαύσεις απαλλαγής από πόνους, που προκαλούν οι υπέρμετρες ανησυχίες της καθημερινότητας: Απαλλαγμένοι από τους εφιάλτες που προκαλούν οι υπαρξιακές φοβίες, οι επικούρειοι τιθάσευσαν στη συνέχεια τις αδικαιολόγητες καθημερινές ανησυχίες, που προέρχονται από μη φυσικές και μη αναγκαίες επιθυμίες. Έλεγαν ότι μόνον οι παράλογες επιθυμίες ταράζουν τον άνθρωπο. Ατέλειωτες ανησυχίες προκαλούν μόνον οι ματαιοδοξίες. Είναι λυπηρό που οι άνθρωποι δεν χαίρονται όσα έχουν, παρά θρηνούνε για όσα δεν έχουν. Τη φύση δεν πρέπει να τη βιάζουμε, αλλά να την υπακούμε. Υπακοή στη φύση σημαίνει να απολαμβάνουμε πρώτα τις φυσικές αναγκαίες ηδονές και τις μη αναγκαίες στη συνέχεια, αν δεν βλάφτουν.

ΙΙΙ. Μη φυσικές και μη αναγκαίες απολαύσεις
Είναι εκείνες οι απολαύσεις, που δεν είναι εύκολα πραγματοποιήσιμες, απαιτούν βαρύ αντίτιμο για να τις αποκτήσουμε και δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε μεγαλύτερη ηδονή. Η φήμη, η κοινωνική θέση, η πολιτική εξουσία, ο πλούτος και άλλες υπέρμετρες φιλοδοξίες για την απόκτηση γοήτρου, ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Έλεγε ο Επίκουρος: «Την ευδαιμονία και τη μακαριότητα δεν τη φέρνουν τα μεγάλα πλούτη, ούτε η πληθωρική δραστηριότητα, ούτε οι εξουσίες, ούτε η ισχύς, αλλά η αλυπία, η πραότης των συναισθημάτων και η ψυχική διάθεση, που αναγνωρίζει τα όρια που έχει θέσει η φύση».

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ