Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις IV - Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι (4.47-4.69)

τετράτων παίδων κ᾽ ἐπιγεινομένων [στρ. γ]
αἷμά οἱ κείναν λάβε σὺν Δαναοῖς εὐ-
ρεῖαν ἄπειρον. τότε γὰρ μεγάλας
ἐξανίστανται Λακεδαίμονος Ἀργεί-
ου τε κόλπου καὶ Μυκηνᾶν.
50 νῦν γε μὲν ἀλλοδαπᾶν κριτὸν εὑρήσει γυναικῶν
ἐν λέχεσιν γένος, οἵ κεν τάνδε σὺν τιμᾷ θεῶν
νᾶσον ἐλθόντες τέκωνται
φῶτα κελαινεφέων πεδίων
δεσπόταν· τὸν μὲν πολυχρύσῳ ποτ᾽ ἐν δώματι
Φοῖβος ἀμνάσει θέμισσιν

55 Πύθιον ναὸν καταβάντα χρόνῳ [αντ. γ]
ὑστέρῳ, νάεσσι πολεῖς ἀγαγὲν Νεί-
λοιο πρὸς πῖον τέμενος Κρονίδα.»
ἦ ῥα Μηδείας ἐπέων στίχες. ἔπτα-
ξαν δ᾽ ἀκίνητοι σιωπᾷ
ἥροες ἀντίθεοι πυκινὰν μῆτιν κλύοντες.
ὦ μάκαρ υἱὲ Πολυμνάστου, σὲ δ᾽ ἐν τούτῳ λόγῳ
60 χρησμὸς ὤρθωσεν μελίσσας
Δελφίδος αὐτομάτῳ κελάδῳ·
ἅ σε χαίρειν ἐστρὶς αὐδάσαισα πεπρωμένον
βασιλέ᾽ ἄμφανεν Κυράνᾳ,

δυσθρόου φωνᾶς ἀνακρινόμενον ποι- [επωδ. γ]
νὰ τίς ἔσται πρὸς θεῶν.
ἦ μάλα δὴ μετὰ καὶ νῦν,
ὥτε φοινικανθέμου ἦρος ἀκμᾷ,
65 παισὶ τούτοις ὄγδοον θάλλει μέρος Ἀρκεσίλας·
τῷ μὲν Ἀπόλλων ἅ τε Πυθὼ κῦδος ἐξ
ἀμφικτιόνων ἔπορεν
ἱπποδρομίας. ἀπὸ δ᾽ αὐτὸν ἐγὼ Μοίσαισι δώσω
καὶ τὸ πάγχρυσον νάκος κριοῦ· μετὰ γάρ
κεῖνο πλευσάντων Μινυᾶν, θεόπομ-
ποί σφισιν τιμαὶ φύτευθεν.

***
οι απόγονοί του απ᾽ την τέταρτη γενιά, [στρ. γ]αίμα δικό του, κι οι Δαναοί αντάματην ήπειρο εκείνη την απέραντη θα ᾽χαν στην κατοχή τους.Γιατί θενά γινόταν τότε ο σηκωμόςαπ᾽ τη μεγάλη Λακεδαίμονακι από τον κόλπο του Άργους κι από τις Μυκήνες.50Τώρα όμως από την κλίνη γυναικών αλλοδαπώνδιαλεχτούς θα βρει απογόνους, απ᾽ τους θεούς τιμημένους,που θά ᾽ρθουν στο νησί κι άντρα θα βγάλουντων μαυρονέφελων κάμπων δεσπότη.Κάποτε μες στο πολύχρυσο παλάτι τουθα του μηνύσει με χρησμό του ο Φοίβος,
55όταν αργότερα θα μπει στον πυθικό ναό, [αντ. γ]να οδηγήσει με καράβια άντρες πολλούς στον Νείλο,το πλούσιο τέμενος του γιου του Κρόνου».Αυτήν είχαν τη σειρά της Μήδειας τα λόγια,και ζάρωσαν ασάλευτοι και σιωπηλοίεκείνοι οι ισόθεοι ήρωεςτον βαθυστόχαστο γρικώντας λόγο.Ω γιε μακάριε του Πολυμνήστου,εσύ ήσουνα, λοιπόν, σύμφωνα με της Μήδειας τα λόγια,60που ο χρησμός της μέλισσας της δελφικήςσ᾽ ανύμνησε με την αυθόρμητη φωνή της.Και τρεις φορές εκείνη το «χαίρε» λέγονταςσε ανακήρυξε τον πεπρωμένο της Κυρήνης βασιλέα,
ενώ εσύ τη ρώταγες να μάθεις [επωδ. γ]ποιό θα μπορούσε να ᾽ναι των θεώντο γιατρικό για την κακόηχη φωνή σου.Και νά που τώρα ακόμη, μετά τόσα χρόνια,σαν να ᾽ναι στη ροδάνθιστη της άνοιξης την ακμή,65όγδοος στη σειρά εκείνων των παιδιών ο Αρκεσίλαος θάλλει·σ᾽ αυτόν ο Απόλλων κι η Πυθώ, με των Αμφικτυόνων τα χέρια,του χάρισαν τη δόξα στην αρματοδρομία.Αυτόν εγώ στις Μούσες θα εμπιστευθώκαι το πάγχρυσο του κριαριού το δέρας·γιατί για κείνο κάναν οι Μινύες πανιάκαι, οδηγημένοι απ᾽ τους θεούς, τη δόξα τους φυτέψαν.

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Πλάτων καί Ἀριστοτέλης

Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στην ἑλληνική ἀρχαιότητα

Σέ ἄλλο άρθρο ἔγινε λόγος γιά τά καινοφανῆ ἐρωτήματα πού ἔθεσαν οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, καινοφανῆ ἀπέναντι στόν κόσμο τῶν ἐννοιῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Ἡσιόδου, πού σφραγίζεται ἀπό τήν μυθολογική σκέψη. Οἱ συλλήψεις τῶν φιλοσόφων ἀπό τόν Θαλῆ ἕως τόν Ἀναξαγόρα ἐμφανίσθηκαν ὡς ἡ βάση τῆς Δυτικοευρωπαϊκῆς ὀρθολογικότητας καί τά πρῶτα, θεωρητικά ἀκόμη, βήματα πρός τήν κατεύθυνση τῆς αὐστηρά ἐπιστημονικῆς σκέψης. Σε ἄλλο άρθρο τό θέμα ἦταν ὁ Σωκράτης. Ἡ μορφή τοῦ ἀμετακίνητα ἐρωτῶντος περιθωριακοῦ τύπου, γιά τόν ὁποῖο φιλοσοφία εἶναι ἀφ’ ἑνός ἡ συζήτηση μέ τούς ἄλλους, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχει βρεῖ μέσα του ἕνα ἀπόλυτο μέτρο γιά τήν ὀρθότητα τοῦ λόγου καί τῆς πράξης του, ἐμφανίσθηκε ὡς ἡ πεμπτουσία ἑνός φιλοσόφου: αὐτοδύναμος στά ἐρωτήματά του, πρωτότυπος στίς ἀπαντήσεις του, χωρίς νά ἀναζητᾶ τό νέο γιά χάρη τοῦ νέου, δηλαδή ἐλεύθερος ἀπό τήν ἐπιδίωξη διανοητικῆς ἐπιβολῆς καί σπουδαιοφάνειας, συγχρόνως ὅμως συνεπής, ἄφοβος καί χωρίς τήν παραμικρή ἀμφιβολία γιά πρωτάκουστη ἀπόφαση νά μήν ἐπιδιώξει τήν πολιτική καί δικαστική ἀπόκρουση τῆς καταδίκης του, ἄν ἐπρόκειτο νά ἐξαγορασθεῖ μέ ἕναν ἠθικό συμβιβασμό. Εἶναι φανερό ὅτι ὁ τύπος αὐτός τοῦ Σωκράτη μέλλει νά εἶναι ἡ ἰδανική εἰκόνα ἑνός φιλοσόφου, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ποιούς προσανατολισμούς θά πάρει ἡ σκέψη τῆς ἀνθρωπότητας.

Μέ τά δύο αὐτά βήματα φαίνεται ὅτι ἔχει ἤδη βρεῖ τήν διαμόρφωσή της ἡ Δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία: μέ τήν ἑδραία θέση γιά μιά λογική κοσμολογική ἐξήγηση στούς Προσωκρατικούς καί μέ τήν ἀφοσίωση στό ἀπόλυτο προβάδισμα τῆς αὐτόνομης καθαρῆς ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας, σέ σχέση μέ κάθε ἄλλο ἐνδιαφέρον, στόν Σωκράτη. Τί φαίνεται νά λείπει ἀκόμη ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή ἔννοια τῆς Φιλοσοφίας; Τί χρειαζόμαστε μία ἀκόμη θεμελίωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Φιλοσοφίας μέ τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη; Ἡ φιλοσοφία φαίνεται νά ἔχει «θεμελιωθεῖ» μέ τό τέλος τοῦ 5ου αἰώνα καί νά ἔχει δρομολογηθεῖ στήν χαρακτηριστική γιά τόν πολιτισμό μας τροχιά.

Ἀναφέρθηκε ἐξάλλου σέ σχέση μέ τούς Προσωκρατικούς ἡ ἀναφορά σημαντικῶν φιλοσόφων τῶν νεώτερων χρόνων, στήν πρώιμη ἑλληνική ἀρχαιότητα. Ὅσο διαφορετικοί μεταξύ τους φιλόσοφοι ὅπως ὅ Φρειδερίκος Νίτσε, ὁ Μάρτιν Χαϊντέγκερ καί ὁ Κάρλ Πόππερ ἐπήνεσαν τό βάθος καί τήν ὡραιότητα τῆς προπλατωνικῆς φιλοσοφίας. Ὁ Νίτσε εἶδε βέβαια στό πρόσωπο ταῦ Σωκράτη τόν καταλύτη τῆς ἀρχικῆς πνευματικῆς ζωτικότητας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά ὁ Σωκράτης τοῦ εἶναι κατά κύριο λόγο ὁ Πλατωνικός Σωκράτης. Ὁ Πόππερ τοποθετεῖ τόν Σωκράτη θετικά ἐναντίον τοῦ μαθητοῦ του Πλάτωνος, ὁ ὁποῖος τόν ἐπρόδωσε. Καί ὁ Χαϊντέγκερ βρίσκει τήν νέα ἔννοια τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία ἄφησε τήν Ἀλήθεια ὡς τό ἀποκαλυπτόμενο νά λησμονηθεῖ καί ὁδήγησε ἔτσι στήν λήθη τῆς οὐσίας καί στήν θεμελίωση τῆς Μεταφυσικῆς, ὄχι στόν Σωκράτη ἀλλά στόν Πλάτωνα. Καί στούς τρεῖς νεώτε- ρους φιλοσόφους κοινό στοιχεῖο εἶναι ὅτι διαπιστώνουν μία τομή μέ μέγιστη ἱστορική εὐρύτητα, πού χωρίζει τόν 4ο αἰώνα ἀπό τόν αἰώνα τοῦ Πλάτωνος ἀπό τήν πρώιμη ἐποχή.

Ἡ ὀπτική γωνία τους ἐπιβεβαιώνεται μέ ἕνα βλέμμα στήν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας. Ἄν διερωτηθοῦμε πραγματικά, ποιοί Ἕλληνες φιλόσοφοι ἔπαιξαν ἕναν ἀποφασιστικό ρόλο στήν διάρκεια τῶν ἑπόμενων αἰώνων γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς Δυτικοευρωπαϊκῆς σκέψης, θά μπορούσαμε εἰλικρινά νά ἀναφέρουμε μόνον δύο, τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ ἄλλοι θά ἔπρεπε νά ξεχασθοῦν: μέ τά ὀνόματα π.χ. τοῦ Παρμενίδη καί τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Ἡρακλείτου καί τοῦ Ἐμπεδοκλῆ εἶχαν σέ ὅλες τίς ἐποχές στήν Δύση κάτι νά ἀρχίσουν, ἀλλά ἡ ἐπίδρασή τους ὅποια κι ἄν ὑπῆρξε, ὀφείλεται στήν ἑρμηνεία τῆς διδασκαλίας τους ἀπό τους δύο μεγάλους μεταφυσικούς του 4ου αἰῶνος. Ἡ πιό καθαρή ἀπόδειξη γιά τό ὅτι δέν ἔφθασαν ἄμεσα καί ὄχι οἱ ἴδιοι αὐτοδύναμα στό ἐνδιαφέρον τῶν μεταγενέστερων, παρά μόνον χάρις στήν θέση πού πῆραν στά ἔργά τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστότελους, ἀποτελεῖ τό γεγονός ὅτι τά ἔργα τους δέν διασώθηκαν αὐτούσια. Τό ἀνάλογο ἰσχύει καί γιά τίς φιλοσοφικές σχολές τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων, πού διαδέχθηκαν τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη. Ἡ φιλοσοφία τῆς Στοᾶς, ἡ ὁποία ἄντλησε πάρα πολλά ἀπό τους Προσωκρατικούς, ἦταν γιά τρεῖς συνεχεῖς αἰῶνες ἐκείνη πού ἔδωσε τόν τόνο στήν ἑλληνική φιλοσοφία, καί παρά ταῦτα δέ διασώθηκε κανένα ἔργο τῶν μεγάλων Στωικῶν στό πρωτότυπο, ἐνῶ φυσικά κανείς δέν λησμόνησε τή στωική ἠθική καί τήν στωική κοσμολογία. Ἀπό τόν 1ο αἰώνα π.Χ. ἡ ἐπιρροή τῆς Στοᾶς στούς μορφωμένους ἐξασθενίζει, ἐνῶ ἡ σπουδή καί ὁ σχολιασμός τῶν ἔργων τοΰ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλους ἀποκτοῦν μεγάλη σημασία καί κύρος, ἔτσι ὥστε ὡς τό τέλος τοῦ ἀρχαίου κόσμου μία καί μόνη φιλοσοφία ἐπιβιώνει, ὁ Πλατωνισμός, ὁ ὁποῖος βέβαια ἔχει ἀπορροφήσει τά φιλοσοφικά προϊόντα τοῦ ἐξαιρετικά ἐκτιμώμενου σχολιασμοῦ τοῦ Ἀριστότελους πέντε ὁλόκληρων αἰώνων. Ὁ Πλατωνισμός στήν τελευταία μορφή, πού τοῦ ἔδωσε τόν 5ο αἰώνα μ.Χ. ὁ Πρόκλος, ἐπέδρασε κατά τόν Μεσαίωνα πολύ δυναμικά μέσω τῆς Χριστιανικῆς πρόσληψής του στά ἔργα τοῦ ψευδο-Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου. Συγχρόνως, ὅμως ἀπέβη προοδευτικά ὁ Ἀριστοτέλης κυρίαρχος, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς φιλοσοφικῆς διεργασίας στήν κυρίως Σχολαστική ὑπῆρξε ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστοτέλους. Τόν 15ο αἰώνα κέρδισε πάλι ὁ Πλάτων καί ὁ Νεοπλατωνισμός κεντρική σημασία μέσω τῆς ἀναβίωσης τῆς σπουδῆς του στήν Ἀκαδημία τῆς Φλωρεντίας μέ τόν Μαρσίλιο Φικίνο. Ἐπισκοπώντας λοιπόν τήν φιλοσοφική παράδοση δεκαπέντε καί πλέον αἰώνων ἀπό τόν θάνατο τοῦ τελευταίου καί πιό παραγωγικοῦ Στωικοῦ Ποσειδωνίου τήν ἐποχή τοῦ Κικέρωνος ἕως τήν θεμελίωση τῆς νεώτερης Φιλοσοφίας μέ τόν Ντεκάρτ, μποροῦμε χωρίς ὑπερβολή νά ποῦμε ὅτι ὅλη αὐτή ἡ περίοδος προσδιορίστηκε φιλοσοφικά κυρίως ἀπό δύο μορφές τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη.

Οἱ δύο αὐτοί φιλόσοφοι ἐπεξεργάσθηκαν καί μέ δημιουργικό τρόπο ἐπανερμήνευσαν τήν μεγάλη παράδοση τῶν Προσωκρατικῶν φιλοσόφων, τῶν ὁποίων τά κείμενα εἶχαν στή διάθεσή τους πλήρως. Μέ τήν δημιουργική κριτική τῶν παλαιότερων ἀρχῶν θεμελίωσαν ἐκ νέου τήν Δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία.

Σέ τί συνίσταται λοιπόν αὐτή ἡ δεύτερη θεμελίωση τῆς φιλοσοφίας; Μέ τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη ἀρχίζει ἡ μεταφυσική σκέψη. Μέ τήν Μεταφυσική εἶναι πολύ στενά συνδεδεμένη ἡ θεωρητική προσέγγιση στό σύνολο τῶν πνευματικῶν μας ἐπιδιώξεων καί στήν διαφοροποιημένη διανοητική προσέγγιση στά ποικίλα πεδία γνώσης. Αὐτή ἡ θεωρητική προσέγγιση ὁδηγεῖ στήν βασική διάκριση ἐπιστήμης καί φιλοσοφίας καί μέσα στήν φιλοσοφία τήν διάκριση τῶν διαφόρων μορφῶν λογικῆς δραστηριότητας καί στόν διαχωρισμό μεταξύ φιλοσοφικῆς διείσδυσης ἑνός συγκεκριμένου πεδίου φαινομένων ἀφ’ ἑνός καί τῆς ἐπεξεργασίας τῶν ἐσχάτων ἀρχῶν αὐτοῦ του πεδίου καί ὅλων τῶν πεδίων τῆς πραγματικότητας ἀφ’ ἑτέρου. Μέ ἕνα λόγο μέ τήν Μεταφυσική συγκροτεῖται καί ἡ θεωρία τῆς ἐπιστήμης καί μέ αὐτήν ἡ τυπική λογική, τήν ὁποία ἐπέτυχε νά συγκροτήσει πρῶτος ὁ Ἀριστοτέλης. Ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι ἐπί πλέον οἱ μόνοι φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν σέ ὅλα σχεδόν τά μέρη τῆς φιλοσοφίας κάτι ριζοσπαστικά καινούργιο.

Ὁ Πλάτων ἄρχισε τήν σταδιοδρομία του ὡς συγγραφέας φιλοσοφικῶν ἔργων πιθανόν ἀμέσως μετά τό 399 π.Χ., δηλαδή μετά τόν θάνατο τοῦ Σωκράτη, μέ τούς λεγόμενους «Σωκρατικούς λόγους». Αὐτός ἦταν ὁ χαρακτηρισμός, πού ἐπικρατοῦσε τότε γιά φιλοσοφικές συζητήσεις, στίς ὁποῖες οἱ μαθητές τοῦ Σωκράτους εἶχαν ὡς ὁδηγό στίς συζητήσεις τους τόν διδάσκαλό τους Σωκράτη. Ἔχουμε μιά τέτοια σειρά διαλόγων, δηλαδή «Σωκρατικῶν λόγων». Εἶναι σχετικά σύντομοι, ἀφιερωμένοι κυρίως σέ ἠθικά ἐρωτήματα, π.χ. στόν ὁρισμό μίας ἀρετῆς, ὅπως ἡ εὐσέβεια, ἡ δικαιοσύνη, ἡ γενναιότητα, καί καταλήγουν στήν «ἀπορία», δηλαδή σέ μία ἀδιέξοδη κατάσταση χωρίς λύση. Ἀποτελεῖ αὐτό ἄραγε τήν συνέχιση τῆς προφορικῆς φιλοσοφικῆς δραστηριότητας τοῦ διδασκάλου του μέσω τῆς γραπτῆς σκιαγραφίας τῆς προσωπικότητάς του; Μποροῦμε νά δεχθοῦμε, ὅτι ἀκριβῶς ἡ «ἀπορία», ἡ ἀπουσία τῆς λύσης στό τέλος τοῦ διαλόγου, παραπέμπει στό «ἕν οἶδα, ὅτι οὖδεν οἶδα» τοῦ Σωκράτους. Ἄν προσέξουμε ὅμως ἀκριβέστερα καί συγκρίνουμε τούς πρσταθέντες δοκιμαστικά ὁρισμούς τῆς ἀρετῆς, πού ἀπορρίφθηκαν, μέ τούς ὁρισμούς τοϋ ὕστερου κορυφαίου ἔργου τοῦ Πλάτωνος, τήν Πολιτεία, πού διατυπώθηκαν χωρίς νά ἀναιρεθοῦν, τότε διαπιστώνουμε, ὅτι αὐτό πού λείπει ἀπό τους πρώιμους ἀπορητικούς διαλόγους δέν εἶναι τόσο ὁ ὁριστικός ὁρισμός κάθε ἔννοιας πού συζητεῖται, ὅσο πολύ περισσότερο ἡ γενική θεωρία περί ψυχῆς, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας καί μόνον ἡ ἔννοια ἀποκτᾶ νόημα. Ἀδιάλυτα συνδεδεμένη μέ τήν θεωρία αὐτή εἶναι βέβαια ἡ πλατωνική θεωρία τῶν Ἰδεῶν. Αὐτή ἡ θεωρητική συνάρτηση – θεωρία περί ψυχῆς καί θεωρία τῶν ἰδεῶν – δέν λείπει ἀπό τους ἀπορητικούς διαλόγους, ἐπειδή δέν εἶχε ἀκόμη τύχει ἐπεξεργασίας, ἀλλ’ ἐπειδή ἡ ἔκθεσή της ἀπαιτοῦσε περισσότερη προετοιμασία. Οἱ ἀπορίες εἶναι λοιπόν τεχνικές ἀπορίες, ἐκπορευόμενες ἀπό τόν πνευματικό ὁρίζοντα, πού ἔδωσε ἀργότερα τήν λύση τους στά πλατωνικά κείμενα. Ὅποιος ἐμβαθύνει στήν ἀπορία ἀποκομίζει μία προδιάθεση καί προπαρασκευή γιά τή λύση της. Τόν χαρακτήρα αὐτόν τῶν διαλόγων τόν ὀνομάζουμε «προληπτικό», δηλ. προετοιμασία γιά τήν λύση. Ὁ συγγραφέας γνωρίζει τήν λύση, δέν τήν ἀνακοινώνει ὡστόσο, ἐπιχειρηματολογεῖ ὅμως μέ αὐτή ὡς ἀφετηρία. Ἡ μορφωτική θέση καί ὁ βαθμός ὡριμότητας αὐτῶν πού μετέχουν στόν διάλογο δέν ἐπιτρέπει νά τούς δοθεῖ ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας.[1]

Ὁ Πλάτων γράφει λοιπόν ἐξ ἀρχῆς στόν ὁρίζοντα τῆς θεωρίας τῶν ἰδεῶν. Τί εἶναι αὐτή ἡ θεωρία; Τί εἶναι ἡ πλατωνική ἰδέα;

Ἡ θεωρία τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλάτωνος δέν εἶναι τίποτε λιγότερο ἀπό τήν ἱστορική πρώτη ἄμεση πρόσβαση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου στό βασίλειο τοῦ νοητοῦ, δηλαδή τῆς καθαρῆς νόησης. Γιά πρώτη φορά γίνεται ἐδῶ ἡ ἀνακάλυψη, ὅτι ὑπάρχουν πράγματα, πού δέν ἔχουν φυσική ὑπόσταση καί ἑπομένως δέν εἶναι δυνατόν νά γίνουν ἀντιληπτά ἀπό τίς αἰσθήσεις μας, τά ὁποῖα ὅμως συγχρόνως ὑπάρχουν, ἔχουν μία πραγματική ὕπαρξη. Ἡ φυσική προφιλοσοφική συνείδηση τείνει πρός τήν ἄποψη ὅτι πραγματικά μόνον αὐτό ὑπάρχει πού ἔχει ὕπαρξη στόν χῶρο καί τόν χρόνο, ἔχει μάζα καί ἀνθεκτική δύναμη, μέ μιά λέξη, τό σωματικό ἤ τά ἀντικείμενα πού βλέπουμε μέ τά μάτια μας καί μποροῦμε νά πιάσουμε μέ τά χέρια μας. Ὅ,τι δέν ὑπόκειται στήν αἰσθητηριακή μας ἀντίληψη, δέν ὕπαρχει. Ὄχι μόνον ἡ καθημερινή μας συνείδηση ἀναγνωρίζει τό εἶναι μέ τό σωματικό μας εἶναι ἀλλά καί ἡ διδασκαλία γιά τό εἶναι τῆς Στοᾶς, δύο περίπου γενεές μετά τόν Πλάτωνα, κατανοεῖ κάθε πραγματικό ὡς σῶμα, ὅπως καί στούς νεώτερους χρόνους οἱ ποικίλες μορφές τῆς ὑλιστικῆς διδασκαλίας ἑρμηνεύουν κάθε πραγματικό εἶναι ὡς σωματικότητα. Ὡς σωματικό ἀντιλαμβάνονταν τό εἶναι καί οἱ Προσωκρατικοί, ἐκεῖνοι ὅμως φυσικά ὄχι σέ ἀντίθεση πρός ἕνα ἰδεαλισμό, πού δέν ὑπῆρχε ἀκόμη, παρά μόνον διότι ἀναζητοῦσαν βέβαια τήν ἔννοια ἑνός μή ὑλικοῦ εἶναι, ἄλλα δέν ἦσαν σέ θέση νά τό σκεφθοῦν. Ἔτσι ὀνόμαζε π.χ. ὁ Ἀναξαγόρας τόν Νοῦν, πού κατ’ αὐτόν διέπει τόν κόσμο, τό «λεπτότατον» ὅλων τῶν ἀντικειμένων (Diels-Kranz 59 Β12), καί μ’ αὐτό θέλει νά πεῖ ὄχι ὅτι ὁ Νοῦς εἶναι λιγότερο σωματοειδής, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καθαρά μή σωματικός, ἐπειδή ἀνήκει βασικά σέ διαφορετική κατηγορία τοῦ εἶναι. Ὡστόσο ὁ Ἀναξαγόρας δέν ἀποτολμᾶ νά διανοηθεῖ, ἐπειδή δέν ἔχει ἀκόμη καμμία ἔννοια καί καμμία λέξη γι’ αὐτό, τήν ἀσώματη φύση τοῦ πνεύματος, τοῦ Νοῦ. Πρίν ἀπό αὐτόν ἦταν καί ὁ Παρμενίδης πολύ κοντά στά ὅρια τῆς σύλληψης ἑνός μή σωματικοῦ εἶναι: τό μόνο πραγματικό εἶναι (τό ἐόν) τό ἀπέκλεισε ἀπό τήν σύλληψή του μέ τίς αἰσθήσεις καί τό κατέστησε ἀντικείμενο τῆς σκέψης, χαρακτηρίζοντάς το ἀγέννητο καί ἄφθαρτο, ἀδιαίρετο καί ἀκίνητο. Καθώς ὡστόσο τό προσδιόριζε τοπικά ἑδραῖο, ἐξαρτημένο, περιχαρακωμένο κυκλικά ἀπό ὅρια, «ὅμοιο μέ μία ὁλοστρόγγυλη σφαίρα» καί «ἐκτεινόμενο ἀπό τό κέντρο της ὁλοῦθε», ἔδειχνε καθαρά ὅτι δέν ἐγνώριζε πῶς νά ἐλευθερώσει τήν δική του ἔννοια τοῦ εἶναι ἀπό τήν τοπικότητα καί τήν σωματικότητα (Diels-Kranz 28 Β8.3-49). Ὁ Πλάτων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χάρισε στήν σκέψη τήν ἔννοια ἑνός ὄντος, πού δέν ὑφίσταται στόν χῶρο καί τόν χρόνο, ἄρα δέν εἶναι προσιτό βασικά στίς αἰσθήσεις, μπορεῖ ὅμως νά τό συλλάβει ὁ καθαρός νοῦς. Τό ὀνομάζει αὐτό «νοητόν», διανοητό ὄχι βέβαια μέ τήν ἔννοια τοῦ δυναμένου νά ἐννοηθεῖ ἀλλά ἐκείνου πού «μόνον με τήν νόηση μπορεῖ νά γίνει ἀντιληπτό». Στήν μεταγενέστερη λατινική ὁρολογία τό «νοητόν» ἀποδόθηκε μέ τό «intellegibile». Ἡ κατεξοχήν ἔννοια ἑνός νοητοῦ «εἶναι» εἶναι ἡ Ἰδέα. Μόνο στόν νοῦ ὑπάρχουν ὅμως καί τά μαθηματικά ἀντικείμενα, ἀφοῦ οἱ ἀριθμοί καί τά γεωμετρικά σχήματα δέν ταυτίζονται μέ τά ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις ἀντικείμενα. Κι ἀκόμη νοητόν, νοητικά ὑπαρκτό, εἶναι ἡ ψυχή (Πλάτωνος Νόμοι 898Ε). Ὅπως ὅλα τά νοητά εἶναι καί ἡ ψυχή ἄφθαρτη καί ἀθάνατη.[2]

Ὁ Πλάτων ἔχει ἐπίγνωση τοῦ ὅτι ἡ φιλοσοφία του περί ἰδεῶν σημαίνει μία ριζικά νέα φάση στήν ἱστορία τῆς διανόησης. Ἡ ἀττική ἀστική του συνείδηση τόν προφυλάσσει ὡστόσο ἀπό τήν θριαμβευτική ἐξαγγελία μίας «Κοπερνίκειας» στροφῆς. Ἡ ἐπίδοσή του ἔρχεται κατά εἰρωνικό τρόπο μόνο σέ μιά διπλή «ἔκρηξη» στό προσκήνιο. Πρῶτα καθώς ἀναφέρεται στόν διάλογο Φαίδων ὡς ἐπίδοση τοῦ Σωκράτη καί ἔπειτα καθώς ἡ ἴδια αὐτή μορφή, ἡ ὁποία βέβαια ἔγινε ἀπό τόν Πλάτωνα γιά πρώτη φορά ἡ προσωποποίηση τῆς αὐτοταπείνωσης (ἑλληνικά = εἰρωνεία), δέν λέγει ὅτι «ἡ διδασκαλία μου ὑπερέχει στόν ὕψιστο βαθμό ὅλων τῶν ἄλλων». Ὄχι, ἡ μετάβαση ἀπό τήν πρό-μεταφυσική σκέψη πραγματοποιεῖται πολύ πιό ἤπια, ὄχι ὅμως καί γι’ αὐτό λιγότερο καθαρά.

Ὁ Σωκράτης διηγεῖται, ὅτι στά νεανικά του χρόνια εἶχε ἐντυπωσιασθεῖ ἀρχικά ἀπό τήν φυσική φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς του ἕως ὅτου παρατήρησε ὅτι δέν ἑρμηνεύει στήν πραγματικότητα τίποτε. Κατέληξε τέλος στήν φιλοσοφία τοῦ Ἀναξαγόρα, κατά τήν ὁποία ὁ Νοῦς κινεῖ καί κατευθύνει τόν κόσμο. Περίμενε νά δεῖ ὅτι ὁ κόσμος ἑρμηνεύεται ὡς ἕνα σύνολο, τό ὁποῖο μέ τήν διάνοια ὁρίζεται ὡς τό κάλλιστο δυνατό καί καθοδηγεῖται μόνιμα πρός τό κάλλιστο, περίμενε δηλαδή μία τελεολογική ἑρμηνεία τοῦ κόσμου ὡς πραγματοποίηση ἑνός ἰδανικοῦ γεγονότος ἀπό τόν κυρίαρχο θεϊκό νοῦ. Ἀλλά καί αὐτή ἡ φιλοσοφία ἀποδείχθηκε ἀπογοητευτική, καθώς ὁ Ἀναξαγόρας ὅριζε βέβαια τόν Νοῦ ὡς τήν ἔσχατη προσδιοριστική ἀρχή, στίς λεπτομέρειες ὅμως προσέφερε μόνο τίς γνωστές μηχανιστικές ἑρμηνεῖες (Φαίδων, 96A-98C).[3]

Καί τώρα ἔρχεται ἡ ἀποφασιστική στροφή μέ τόν νεαρό Σωκράτη δῆθεν, στήν πραγματικότητα ὅμως μέ τόν Πλάτωνα, πού κρύβεται πίσω ἀπό τήν κύρια μορφή τοῦ διαλόγου του. Οἱ προσπάθειες τῶν φυσικῶν φιλοσόφων, νά συλλάβουν τόν κόσμο μέ ἄμεσο τρόπο, ἀπέτυχαν. Ἑπομένως ἔπρεπε νά βρεθεῖ ἕνας ἔμμεσος τρόπος, τόν ὁποῖο ὁ Σωκράτης μέ ταπεινοφροσύνη ὀνόμασε «δεύτερον πλοῦν». Ἡ μεταφορά προέρχεται ἀπό τόν ναυτικό βίο: σέ περίπτωση ἄπνοιας ἤ ἀντίξοων ἀνέμων κατεβάζουν τά πανιά καί χρησιμοποιοῦν τά κουπιά ὡς τήν δεύτερη καλύτερη λύση γιά τόν πλοῦ. Ὅ,τι ἐμφανίζεται ὡς ἁπλό ὑποκατάστατο γιά τήν ἐλπιζόμενη ἄμεση κατανόηση τῆς ἀλήθειας περιέχει στήν πραγματικότητα τό κατεξοχήν φιλοσόφημα. Ἡ καταφυγή τοῦ Σωκράτη στήν δεύτερη καταλληλότερη πορεία εἶναι μιά «φυγή πρός τούς λόγους», ὅπως λέγει, δηλαδή μία ἀπομάκρυνση ἀπό τήν τύφλωση πού προκαλοῦν οἱ αἰσθήσεις καί μία στροφή πρός τήν διανοητική ἀνάλυση τοϋ κόσμου. Ὁ «λόγος» εἶναι ἐδῶ τόσο γιά τήν ἔννοια ἕνος πράγματος, τό ὁποῖο προσδιορίζεται μέ ἕνα ἀκριβή ὁρισμό, ὅσο καί γιά τό ἐπιχείρημα πού συνάγεται ἀπό τήν οὐσία τοῦ πράγματος, πού προσδιορίστηκε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἡ ναυτική μεταφορά πρέπει λοιπόν νά ἑρμηνευθεῖ στό πνεῦμα τῆς «διεργασίας τῆς ἔννοιας» τοῦ Hegel: ἔτσι ὅπως ἡ βαρεία ἐργασία τοῦ κωπηλάτη τόν κάνει νά μή ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἄνεμο καί καθιστᾶ δυνατή τήν ἀσφαλῆ ἐπίτευξη τοϋ στόχου μέ τήν προσωπική καταβολή προσπάθειας, ἔτσι καί ἡ διανοητική ἐργασία κάνει τόν φιλόσοφο ἀνεξάρτητο ἀπό τίς συμπτώσεις τῶν φαινομένων καί τοῦ ἐπιτρέπει μέ τίς δικές του δυνάμεις νά φθάσει στόν σκοπό του. Ἡ αὐτοειρωνική ὡς «δεύτερη καλύτερη» δυνατότητα ὁδηγεῖ στήν πραγματικότητα στήν μοναδική ἀντάξια ἑνός φιλοσόφου διαδικασία. Σέ ἐξισορρόπηση κατά κάποιο τρόπο μέ τήν μετριοπάθεια τοῦ Πλάτωνος χαρακτήρισε ὁ Giovanni Reale τήν ἀφήγηση τοϋ «Σωκράτους» μέ τήν φιλοσοφική πορεία του ὡς τήν «Magna Charta» τῆς Δυτικῆς Μεταφυσικῆς, πράγμα πού ἀκούγεται κάπως πομπῶδες, χωρίς ὅμως νά εἶναι ἐσφαλμένο.[4]

Ἡ καταφυγή αὐτή στούς λόγους εἶναι ἐξ ἀρχῆς συνδεδεμένη μέ μία μέθοδο, τήν μέθοδο τῆς «ὑπόθεσης». Θέτει κάθε φορά ἕνα λόγο, μία ὑπόθεση ὡς βάση καί συνεχίζει ὁ «Σωκράτης» μέ αὐτό πού φαίνεται ὅτι ἔχει τήν μεγαλύτερη ἀποδοχή. Ἡ πιό ἀσφαλής ἀποδοχή γιά τήν ἐξήγηση τῆς γένεσης καί τῆς φθορᾶς εἶναι ἡ ἀποδοχή τῶν ἰδεῶν, ὅπως τῆς ἰδέας τοῦ ὡραίου, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ μεγέθους κ.ο.κ. Τά ἀντικείμενα γίνονται ὡραῖα καί καλά ἤ μεγάλα ὄχι ἐξ αἰτίας τῶν μηχανιστικῶν αἰτίων τοῦ Ἀναξαγόρα, ἀλλά λόγω τῶν ἰδεῶν ὡς τῶν πραγματικῶν αἰτίων, γιά τήν ἀκρίβεια λόγω τῆς μετοχῆς τους στήν ἀντίστοιχη ἰδέα. Ἡ μέθοδος αὐτή ἀπαιτεῖ ἀκόμη νά ἐρευνηθεῖ τί ἕπεται μετά τήν ὑπόθεση. Ὅ,τι συμφωνεῖ μέ αὐτήν, γίνεται δεκτό ὡς ἀληθές, ὅ,τι δέν συμφωνεῖ ἀπορρίπτεται. Ὅταν ὅμως πρόκειται νά ἐκτιμηθεῖ τί ἀντιπροσωπεύει ἡ ἴδια ἡ «ὑπόθεση», τότε πρέπει νά ἐπιλεγεῖ μία νέα «ὑπόθεση» ἀνώτερης τάξης καί νά ἐξετασθεῖ ἀνάλογα πῶς συμφωνεῖ μαζί τους αὐτό πού ὡς τώρα διαπιστώθηκε. Ή διαδικασία αὐτή θά συνεχισθεῖ μέχρις ὅτου ἡ συζήτηση φθάσει σέ ἕνα «ἱκανόν» ἐπιχείρημα, δηλαδή σέ ἕνα τελικό αἴτιο, τό ὁποῖο εἶναι ἀρκετό νά ἐξηγήσει ὅλα τά ἄλλα καί τό ἴδιο δέν χρειάζεται καμμία ἄλλη «ὑπόθεση» γιά τήν δική του ἑρμηνεία (Φαίδων 99C-101E: ὁ δεύτερος πλοῦς 99C, ἡ καταφυγή στούς λόγους 100Α, ἡ μέθοδος τῶν ὑποθέσεων 100Α, 101DE). Καί ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος στόν διάλογο αὐτό ἐμφανίζεται λίγο πρίν ἀπό τήν ἐκτέλεσή του, ἐξηγεῖ στούς ἀκροατές του μέ ἀπόλυτη ἠρεμία, ὅτι ὑπάρχει ἕνα σημεῖο, στό ὁποῖο ὅταν φθάσουν δέν ἔχουν νά ζητήσουν τίποτε ἄλλο (Φαίδων 107 Β9). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἕνας τελικός καί προσιτός, φιλοσοφικά ὁριστικά ἱκανοποιητικός σκοπός τῆς ἔρευνας.

Τό ὅτι ὁ σκοπός αὐτός εἶναι τό ἀγαθόν, ἀκριβέστερα τό ἀγαθόν καθ’ ἑαυτό ἤ ἡ ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ ὑποδηλώνεται μόνον στόν Φαίδωνα (98Α1, 99C5), στό μεγάλο ὅμως ἔργο τοῦ Πλάτωνος, τήν Πολιτεία διατυπώνεται μέ μεγάλη σαφήνεια καί βεβαιότητα (504Α-505Ε, 514A-517C, ὁ μύθος τοῦ σπηλαίου, 518D, 534B-C, 540Α). Σ’ αὐτόν τόν διεξοδικό καί ἐξαιρετικά πλούσιο σέ περιεχόμενο διάλογο ὁ Πλάτων κοντά σέ πολλά ἄλλα δίνει μιά ἀπό μηδενική βάση διαλεύκανση τῆς ἔννοιας τῆς Ἰδέας (475Ε-480Α). Ἡ διάκριση γίνεται μεταξύ της πολλαπλότητας τῶν ὅμοιων ἀντικειμένων, πού ἔχουν τήν ἴδια ὀνομασία – π.χ. τά πολλά καί πολύ ὅμοια μεταξύ τους τραπέζια (γιά νά θυμηθοῦμε ἕνα παράδειγμα πού κάπου ἀλλοῦ χρησιμοποιεῖ ὁ Πλάτων) – καί τῆς μίας Ἰδέας, ἐδῶ δηλαδή τῆς ἰδέας τοῦ τραπεζιοῦ, πού εἶναι ἡ ἴδια γιά ὅλα τά τραπέζια καί μέ βάση τήν ὁποία ὀνομάζονται ἔτσι. Τό ἴδιο καί μέ τούς ἀνθρώπους, πού κάθονται σ’ αὐτά τά τραπέζια: κάθε ὑποκείμενο διαφέρει ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά ἡ μία Ἰδέα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι παροῦσα σέ ὅλα καί γι’ αὐτό εἴμαστε ἄνθρωποι, ἐπειδή μετέχουμε σ’ αὐτή τήν Ἰδέα, ὅπως λέγει ὁ Πλάτων. Στό πέμπτο βιβλίο τῆς Πολιτείας γίνεται αὐτό πιό σαφές μέ τήν ἀφηρημένη Ἰδέα τοῦ ὡραίου: ὑπάρχουν πολλά ὡραῖα ἀντικείμενα, καί αὐτά μπορεῖ κάθε εὐαίσθητος αἰσθητικά ἄνθρωπος νά τά ἀντιληφθεῖ καί νά τά ἀξιολογήσει ὡς ὡραῖα. Τό ὅτι πάνω ἀπό ὅλα τά ἐπί μέρους ὡραῖα ὑπάρχει ἡ μία Ἰδέα τοῦ ὡραίου καθ’ ἑαυτό (αὐτό τό καλόν), στό ὁποῖο τό μεμονωμένο ἀντικείμενο πρέπει νά ἔχει μετοχή γιά νά εἶναι ὡραῖο, αὐτό ἡ καθημερινή μας συνείδηση δέν τό βλέπει, πολύ περισσότερο οἱ ἄνθρωποι δέν θέλουν νά τό πιστέψουν, ὅταν τούς ἐπισημαίνεται, γιατί ἁπλούστατα τούς λείπει ἡ ἱκανότητα νά ἀντιληφθοῦν τίς ἰδέες ὡς ἰδέες. Ἡ δυνατότητα λοιπόν τῆς γνώσης τῶν Ἰδεῶν εἶναι αὐτή πού ξεχωρίζει τούς φιλοσόφους ἀπό τούς μή φιλοσόφους (Πολιτεία 476B-C, 479Ε). Ἡ Ἰδέα δέν εἶναι ὅμως ἕνα ἀφηρημενο κενό, μιά ἁπλή γενική ἔννοια γιά τά πολλά ὅμοια στό εἶδος τούς πράγματα. Εἶναι ἡ αἰτία τοῦ εἶναι στά μεμονωμένα ἀντικείμενα – κι’ αὐτά εἶναι ὅ,τι εἶναι μέ τήν μετοχή τους στήν Ἰδέα, καί βέβαια αὐτά τά αἰσθητά ἀντικείμενα μεταβλητά καί φθαρτά καί καθ’ ἑαυτά ἀπροσδιόριστα (κάθε αἰσθητό ὡραῖο ἔχει συμμετοχή καί στό ἄσχημο), ἐνῶ ἡ Ἰδέα εἶναι ἀμετάβλητη καί αἰώνια καί ἀκριβῶς αὐτό πού εἶναι, δηλαδή ἡ Ἰδέα τοῦ ὡραίου εἶναι τό ὡραῖο καί μόνον τό ὡραῖο χωρίς ἀνάμιξη μέ τό ἀντθετό της. Συνοπτικά ἡ Ἰδέα κατά τήν Πλατωνική ἀντίληψη ἔχει ἕνα ὑψηλότερο βαθμό ὕπαρξης σέ σχέση μέ τό φθαρτό καί ἀπό αὐτήν ἐξαρτημένο μεμονωμένο ἀντικείμενο. Ἡ Ἰδέα εἶναι τό μοναδικό πραγματικό. Ἔτσι φθάνουμε στήν βασική πεποίθηση κάθε Ἰδεαλισμοῦ (σέ ὑψηλό βαθμό παροῦσα καί σέ ὅλες τίς νεώτερες Ἰδεαλιστικές Φιλοσοφίες): τό καθαρά νοητό εἶναι συγχρόνως τό καθαρά ὑπαρκτό, τό ἰδεῶδες εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν πραγματικότητα. Ὁ φιλόσοφος λοιπόν, πού γνωρίζει τήν Ἰδέα, ἔχει πρόσβαση στήν πραγματική ἀλήθεια, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν συνήθη συνείδηση, πού βλέπει τίς ἐμφανίσεις τῶν Ἰδεῶν στά μεμονωμένα ἀντικείμενα, μένει δέσμιος σέ μία μορφή ὀνειρικοῦ κόσμου (Πολιτεία, 476C, 534C6-D1, πρβλ. 516 D 2-7).

Ἐδῶ τώρα ἡ θεωρία τῶν Ἰδεῶν σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν πολιτική «οὐτοπία» τοῦ Πλάτωνος. Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Πλάτων εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ τρόπου σκέψης καί τοῦ λογοτεχνικοῦ εἴδους τῆς πολιτικῆς καί τῆς κοινωνικῆς οὐτοπίας. Οἱ ἀπειράριθμοι σχεδιασμοί μεταγενέστερων βελτιωμένων κρατικῶν ὀργανισμῶν, στούς ὁποίους ἀπό τήν ἐποχή τῆς Οὐτοπίας τοῦ Thomas Morus (1516) ὀνομάζουμε «Οὐτοπίες» καί πού δέν μποροῦν νά ἀπομονωθοῦν ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή πολιτική φιλοσοφία καί λογοτεχνία, εἶναι τελικά, ὅπως καί τό ἴδιο τό ἔργο τοῦ Thomas Morus, ἐξαρτημένα ἀπό τόν Πλάτωνα. Στήν Πλατωνική ἄριστη πολιτεία οἱ φιλόσοφοι θά ἔπρεπε νά ἔχουν τήν κυριαρχία, γιατί μόνον αὐτοί εἶναι σέ θέση νά γνωρίσουν τήν τελική αἰτία γιά τό ἀνθρώπινο ἀγαθό, τό ἴδιο ἀγαθό ἤ τήν Ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ. Χωρίς τόν προσανατολισμό πρός τήν ὑπερβατική Ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ εἶναι κάθε ἀνθρώπινη πολιτική ἀστήρικτη. Τό ἀπόλυτο αὐτό ἀγαθό, τό ὁποῖο ἀντιπαρατίθεται ριζικά στόν σχετικισμό τῶν ἀξιῶν της Σοφιστικῆς, δέν εἶναι μόνον ἕνα ἠθικό σημεῖο ἀναφορᾶς ὡς ἔσχατη πηγή ὅλων τῶν ἀξιολογικῶν ἐννοιῶν. Στόν λεγόμενο μῦθο τοῦ σπηλαίου στήν Πολιτεία ὁ Πλάτων ἐξηγεῖ μέ ἔμφαση, ὅτι ἡ Ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ εἶναι ἀκόμη ἡ πηγή κάθε γνώσης, κάθε ἀλήθειας καί γνωστικῆς ἱκανότητας καί ἀκόμη πιό πέρα ἡ αἰτία τοῦ εἶναι καί τῆς ὕπαρξης τῶν ἄλλων ἰδεῶν, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἥλιος εἶναι στήν περιοχή τοῦ ὀρατοῦ κόσμου ἡ πηγή τῆς ὅρασης, τοῦ φωτός καί τῆς ἐμφάνισης τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων κι ἀκόμη περισσότερο ἡ αἰτία τῆς γένεσης καί τῆς αὔξησής τους. (Πολιτεία 509Β 2-10). Τό ἀγαθόν εἶναι λοιπόν μία περιεκτική ἀρχή τοῦ εἶναι, τῆς γνώσης καί τῆς ἀξίας, ἡ ἔσχατη πηγή (στόν Πλάτωνα ἀρχή) κυρίως σέ ὀντολογικό, γνωσεολογικό καί ἀξιολογικό ἐπίπεδο. Ἡ ἀρχή διακρίνεται καθαρά ἀπό ὅλα ὅσα παράγει: τό ἀγαθό τό ἴδιο δέν εἶναι οὔτε ἀλήθεια οὔτε γνώση, εἶναι ὅμως αὐτό πού τίς κάνει δυνατές καί ὑπερέχει ἀπό αὐτές καί σέ ὡραιότητα (Πολιτεία 508 Ε 5-6, 509 A 6-7) καί ἀκόμη περισσότερο δίνει στίς Ἰδέες τό Εἶναι καί τήν οὐσία τους, χωρίς νά εἶναι αὐτός πλέον τό Εἶναι, ἀλλά ἐκτείνεται σέ ἀξία καί δύναμη πέρα ἀπό τό εἶναι καί ὑπεράνω του (Πολιτεία 509Β8-10: οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ ἀλλ’ ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβεία καί δυνάμει ὑπερέχοντος).

Ἡ θέση αὐτή, ὅτι ἡ ἔσχατη ἀρχή τοῦ πραγματικοῦ κόσμου βρίσκεται «πέρα ἀπό τό εἶναι», δηλαδή εἶναι ὑπερβατική μέ τήν αὐστηρή ἔννοια τοῦ ὅρου, ἐνόχλησε τήν μετα-μεταφυσική σκέψη τοῦ 20ου αἰώνα καί εἶναι σήμερα ἀκόμη γιά πολλούς ἑρμηνευτές της ἕνα «κάρφος στούς ὀφθαλμούς». Ἐπιχειροῦν ἐδῶ καί ἀρκετές γενεές νά ἀποδυναμώσουν τήν Πλατωνική θεωρία καί νά μειώσουν τή σημασία της. Αὐτό εἶναι ὡστόσο ἕνα ἐντελῶς ἀνώφελο ἐγχείρημα, ἐνῶ ἡ ὑφολογική ἀνάλυση δείχνει, ὅτι ἡ ὑπό δοκιμασία πλατωνική θέση ἔχει συλληφθεῖ ὡς μία καλά ὑπολογισμένη ἀναβάθμιση τοῦ γλωσσικά ἐπιμελέστατα διατυπωμένου «μύθου τοῦ σπηλαίου».[5] Πρέπει νά παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ Πλάτων δέν εἶναι μόνον ὁ εἰσηγητής τῆς ὀντολογικῆς αὐθυπαρξίας τοῦ νοητοῦ Εἶναι, ἔχει συλλάβει πέρα ἀπό αὐτό μία ἀρχή ὅλης ταῆς πραγματικότητας, πού ὑπερβαίνει τό Εἶναι (περιλαμβανόμενων τῶν Ἰδεῶν καί τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου).

Αὐτή ἡ ἔσχατη ἀρχή εἶναι προσιτή στήν ἀνθρώπινη γνώση παρά τήν ὑπερβατικότητά της. Γι’ αὐτό ὁ Πλάτων εἶναι σαφής σέ πολλά χωρία τοῦ (Πολιτεία 508Ε 4, 516Β 4-7, 517 B7-C5, 518 C9-D1, 534C, 540Α). Τόν δρόμο πρός τήν γνώση τῆς ἀρχῆς ἀνοίγει ἡ διαλεκτική, πού γιά τόν Πλάτωνα εἶναι συγχρόνως μέθοδος καί θεωρία. Ἀπαράβατη προϋπόθεση γιά τήν πορεία στήν διαλεκτική εἶναι ἡ ἠθική κάθαρση, πού πρέπει νά προηγηθεῖ. Ἀπαιτεῖται μία ἀναστροφή «ὅλης της ψυχῆς», δηλαδή ὄχι μόνον τοῦ λογικοῦ μέρους της ἀλλά ὅλης τῆς ψυχῆς, συμπεριλαμβανομένων τῶν ὀρεκτικῶν καί θυμοειδῶν στοιχείων της (Πολιτεία 518 C8).[6] Ἀκολουθεῖ μία μακρά καί κοπιαστική διανοητική ἄνοδος μέσα ἀπό ὅλες τίς περιοχές τοῦ εἶναι πρός τήν ἀρχή, μία ἀνοδική πορεία χωρίς ἐγγυήσεις ἐπιτυχίας· ἡ γνήσια φιλοσοφική ἐνόραση δέν ἐκβιάζεται. Ἡ νόηση μόνη της δέν εἶναι ἀρκετή. Τό ἄν ἡ ἐνόραση αὐτή θά ἐμποδισθεῖ, αὐτό θά ἑξαρτηθεῖ τόσο ἀπό τήν ἐσωτερική συγγένεια τῆς γνωστικῆς ψυχῆς μέ τό γνωστικό ἀντικείμενο ὅσό καί ἀπό τήν εὔνοια τῆς θεότητας. Ὅπου ἡ ἠθική κάθαρση καί ἡ ἐσωτερική σχέση μέ τά πράγματα δέν εἶναι δεδομένες, ἐκεῖ εἶναι ἀναμενόμενη μία σφαλερή κατανόηση τῶν ὕψιστων γνώσεων τῆς διαλεκτικῆς.[7] Τήν σφαλερή κατανόηση ἀκολουθεῖ ὁ κίνδυνος τῆς ἀνοικτῆς ὑποτίμησης πραγμάτων, τά ὁποῖα γιά τόν διαλεκτικό εἶναι ἱερά, γιατί οἱ Ἰδέες καί ἡ ἀρχή πού τίς γεννᾶ εἶναι γιά τόν Πλάτωνα «θεῖες» (Πολιτεία 500 C9, 611 Ε2 καί ἀλλοῦ, Θεαίτητος 176 Ε3-4). Γιά νά ἀποφύγει αὐτήν τήν σφαλερή γνώση καί τήν ὑποτίμηση τῆς διαλεκτικῆς ὁ Πλάτων παραιτήθηκε ἀπό τό νά ἐκθέσει γραπτῶς τά ἀποφασιστικά ἔσχατα βήματα τῆς διαλεκτικῆς του καί τῆς θεωρίας τῶν πρώτων ἀρχῶν. Ἕνα βιβλίο μπορεῖ πάντα νά παρεξηγηθεῖ καί νά χρησιμοποιηθεῖ μέ δόλιο τρόπο.[8] Ἡ προφορική ὅμως διδασκαλία τῆς φιλοσοφίας του στήν Ἀκαδημία πραγματευόταν τήν ἀνοδική πορεία πρός τίς ἀρχές καί τόν δρόμο πίσω ἀπό αὐτές πρός τόν κόσμο τῶν αἰσθητῶν. Ὁ Ἀριστοτέλης ὀνόμασε τήν περιοχή αὐτή τῆς πλατωνικῆς θεωρίας τά λεγόμενα ἄγραφα δόγματα.[9] Τό σημαντικό αὐτό μέρος τῆς Πλατωνικῆς φιλοσοφίας ἔχει λοιπόν ἀπωλεσθεῖ, ἐκτός ἀπό τά σχετικά λίγα, πού ἐκθέτει ὁ Ἀριστοτέλης ἀπό τήν προφορική αὐτή διδασκαλία περί ἀρχῶν. Χάρις στίς ἀριστοτελικές αὐτές μαρτυρίες, οἱ ὁποῖες ἐπαληθεύονται καί πλουτίζονται ἀπό ὅσα ἐκθέτουν μεταγενέστεροι συγγραφείς[10] μποροῦμε νά ποῦμε μέ βεβαιότητα, ὅτι ὅσα λέγει ὁ Πλάτων στούς διαλόγους του γιά τήν σύλληψη τοῦ ὑπέρτατου σκοποῦ τῆς γνώσης δέν ἀντιπροσωπεύουν ἕνα οὐτοπικό, φιλοσοφικά κενό δράμα τοῦ Πλάτωνος, ἀλλά παραπέμπουν στήν πολύ συγκεκριμένη καί ἀναλυτική ἐργασία στό πλαίσιο τῆς προφορικῆς διδασκαλίας του στήν Ἀκαδημία.

Καί ἔτσι φθάνουμε στόν σπουδαιότερο μαθητή τοῦ Πλάτωνος, τόν νεώτερο κατά 43 χρόνια Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος τό 367/6 π.Χ. ὡς 17χρονος μαθητής εἰσῆλθε στήν Ἀκαδημία καί γιά 20 χρόνια, ἕως τόν θάνατο τοϋ Πλάτωνος τό 347, ἔμεινε μέλος τοϋ Ἱδρύματος αὐτοῦ. Ἀργότερα, κατά τήν δεύτερη παραμονή του στήν Ἀθήνα, ἵδρυσε τήν δική του φιλοσοφική σχολή, τό 335.

Σχεδόν ὅλα ὅσα ὁ Ἀριστοτέλης πραγματεύθηκε στήν φιλοσοφία του μποροῦν νά ἐννοηθοῦν ὡς κριτική ἤ προώθηση πλατωνικῶν θέσεων. Αὐτό δέν ἀμφισβητεῖ κατά κανένα τρόπο τήν πρωτοτυπία του. Ὁ Ἀριστοτέλης ὑπῆρξε ἕνας μεγάλος ἀνανεωτής τῆς φιλοσοφίας, δημιουργικός ὅσο πολύ λίγοι. Ἡ ἐκτεταμένη ἐξάρτηση τῶν προβληματισμῶν του ἀπό πλατωνικές θέσεις καθιστᾶ τήν θέση του στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας πιό σαφῆ: ὁ Πλάτων ἄλλαξε ὁλοκληρωτικά τήν φιλοσοφία. Ἡ μετεξέλιξή της μποροῦσε νά γίνει μόνον, ἄν κάποιος στηριζόταν στίς ἀπαιτήσεις του.

Προσδιοριστική γιά τήν γενική σύλληψη τῆς φιλοσοφίας ἀπό τόν Ἀριστοτέλη ἦταν ἀσφαλῶς ἡ προαναφερθεῖσα προφορική διδασκαλία γιά τίς ἀρχές τῆς φιλοσοφίας τοῦ Πλάτωνος, τήν ὁποία ὁ μαθητής του ἐξέθεσε στά τρία βιβλία τῆς καταγραφῆς τοῦ Πλατωνικοῦ Περί τοῦ ἀγαθοῦ. Ἄν εἶχε φθάσει στά χέρια μας τό ἔργο αὐτό, θά εἴχαμε μιά καλύτερη κατανόηση τόσο τοῦ Πλάτωνος ὅσο καί τοϋ Ἀριστότελους.

Στό πρῶτο βιβλίο τῆς Μεταφυσικῆς του ὁ Ἀριστοτέλης ἀσκεῖ κριτική στήν ἀπόπειρα τῆς ἀναγωγῆς ὅλων τῶν πραγμάτων και – ὅπως εἶναι ὁ ἑλληνικός ὅρος – ὅλων τῶν ὄντων ἀπό τίς ἴδιες ἔσχατες ἀρχές (Α9, 992b 18-33). Εἶναι φανερό ὅτι στοχεύει στήν Ἀκαδημία καί κυρίως τόν Πλάτωνα. Δύο εἶναι τά ἐπιχειρήματα πού ἐπικαλεῖται: τό ὄν, δηλαδή τά ἀντικείμενα πού ἐμφανίζονται, δέν μποροῦν καθόλου νά χαρακτηρισθοῦν μέ μία ἑνιαία ἔννοια ὡς ὄντα. Ἑπομένως δέν ἔχει νόημα νά ἀναζητοῦμε ἑνιαία στοιχεῖα ὅλων, διότι δέν ὑπάρχει καμμία μοναδικότητα. Ὁ Ἀριστοτέλης στηρίζεται ἐδῶ στήν διάκριση πού κάνει ἀλλοῦ, καί συγκεκριμένα στήν διδασκαλία του γιά τίς κατηγορίες, τῶν διαφορετικῶν σημασιῶν τοῦ εἶναι καί τοῦ ὄντος. Ὅταν λέγω «αὐτό εἶναι ἕνας ἄνθρωπος», αὐτό τό εἶναι, δήλ. ἡ διατύπωση μίας ὕπαρξης, ἔχει ἄλλη σημασία ἀπό τό π.χ. «αὐτό εἶναι δύο μέτρα μακρύ» ἤ «αὐτό εἶναι λευκό». Μέ τό εἶναι χαρακτηρίζεται τήν πρώτη φορά μία οὐσία (ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία οὐσία), τήν ἑπόμενη μία ποσότητα (τό μῆκος) ἤ μία ποιότητα (τά χρώματα εἶναι ποιότητες). Αὐτές οἱ διατυπώσεις τοῦ εἶναι ἔχουν κάθε φορά μιά ἐντελῶς διαφορετική σημασία. Μία ἑνιαία σημασία τῆς ἔκφρασης τοῦ εἶναι στίς περιπτώσεις τῶν οὐσιῶν, τῶν ποιοτήτων, τῶν ποσοτήτων, τῶν ὁρισμῶν τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου, δέν ὑπάρχει κατά τόν Ἀριστοτέλη. Ἡ ἔκφραση γιά τό εἶναι στήν ἀρχαιοελληνική ὁρολογία εἶναι ἡ κατηγορία τοῦ ὄντος ἤ ἁπλῶς κατηγορία. Ἡ ἀριστοτελική λέξη κατηγορία πέρασε σέ ὅλες τίς εὐρωπαϊκές γλῶσσες, ὅπως καί τά λατινικά ὀνόματα τῶν ὀντολογικῶν κατηγοριῶν του: Substanz, Qualitat, Quantitat (substantia, qualitas, quantitas). Ἡ διδασκαλία περί κατηγοριῶν, μία ὀντολογική θεωρία τῶν διαφόρων μορφῶν τοῦ εἶναι, χρησιμεύει λοιπόν στόν Ἀριστοτέλη ὡς ἕνα ὄργανο κατά τῆς πλατωνικῆς διαλεκτικῆς, δηλαδή κατά τῆς γενικῆς ἐκείνης θεωρίας, ἡ ὅποια θέλει νά ἑρμηνεύσει τά πάντα ὡς προερχόμενα ἀπό τά ἔσχατα καί μοναδικά στοιχεῖα.

Τό δεύτερο ἐπιχείρημα προσφέρει ἡ ἀριστοτελική θεωρία τῆς γνώσης. Σύμφωνα μέ αὐτήν, κάθε μάθηση, κάθε προϊόν γνώσης συντελεῖται μέ τήν βοήθεια προϋπαρχόντων στοιχείων τῆς γλώσσης. Ὅποιος π.χ. θέλει νά συναγάγει συμπεράσματα ἀπό ὁρισμούς, πρέπει νά γνωρίζει τίς ἔννοιες, οἱ ὁποῖες, περιέχονται στούς ὁρισμούς. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, μπορεῖ κάποιος, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἐκμάθει μία ἐπιστήμη, νά γνωρίζει πολλά ἄλλα, ὄχι ὅμως τό ἀντικείμενο αὐτῆς τῆς νέας ἐπιστήμης. Ἄν ὅμως τό ἀντικείμενο αὐτό εἶναι τό συνολικό Εἶναι, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ πλατωνική διδασκαλία γιά τήν γενική ἐπιστήμη, τότε δέν χρειάζεται καμμία προϋπόθεση γιά τήν μύηση στή νέα ἐπιστήμη. Ὡστόσο χωρίς τήν ὕπαρξη κεκτημένων γνώσεων δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει καμμία ἐπιστήμη. Ἔτσι ἀποκλείει λοιπόν καί ἡ ἀριστοτελική θεωρία τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης, ἐκτός ἀπό τήν διδασκαλία, τῶν κατηγοριῶν, τήν πλατωνική λύση τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης[11].

Παρά ταῦτα ἔχει καί ὁ Ἀριστοτέλης μιά γενική θεωρία τοῦ Εἶναι. «Ὑπάρχει μία ἐπιστήμη, ἡ ὁποία θεωρεῖ τό Εἶναι ὡς Εἶναι» (Μεταφ. Γ1, 1003a 21). Σέ ἀντίθεση πρός τήν ἀπορριφθεῖσα πλατωνική γενική θεωρία τῆς ἐπιστήμης πρόκειται ἐδῶ ὄχι γιά μία ὀντολογική ἐξάρτηση καί θεμελίωση ὅλων τῶν περιοχῶν τοῦ εἶναι ἀπό πρῶτες ἀρχές, παρά μόνον γιά τήν συναγωγή τῶν ὅρων ποῦ ἀφοροῦν τό Εἶναι ὡς Εἶναι, δηλαδή ὄχι τά ἐπιμέρους ὄντα ὅπως αὐτά πού εἶναι (π.χ. τό τρίγωνο ὡς γεωμετρικό σχῆμα ἤ τόν ἄνθρωπο ὡς προικισμένο μέ τόν νοῦ ἔμβιο ὄν), ἀλλά κάθε ἀντικείμενο ὅπως κατ’ ἀρχήν ὑπάρχει. Καί ἐπειδή τό Εἶναι ὑπάγεται σέ ὁρισμένες κατηγορίες, γιά τίς ὁποῖες δέν ἔχουμε καμμία γενική ἔννοια τοῦ Εἶναι, αὐτό δέν ἐμποδίζει κατά κανένα τρόπο τήν ὕπαρξη «ἰδιοτήτων» ἤ «εἰδικῶν προσδιορισμῶν» (ἴδια), πού ἐφαρμόζονται στό Εἶναι ὡς Εἶναι. Ἡ διερεύνησή τους δέν μπορεϊ νά εἶναι ἔργο μίας ἐπί μέρους ἐπιστήμης (π.χ. τῆς Φυσικῆς ἤ τῶν Μαθηματικῶν), ἀλλά ἀνήκει στήν ἁρμοδιότητα τῆς Φιλοσοφίας. Σ’ αὐτούς τους γενικότατους προσδιορισμούς, στούς ὁποίους ὑπόκεινται ἀναγκαστικά τά πάντα, ὅσα ἔχουν ὕπαρξη, ἀνήκουν τά ἀντιθετικά ζεύγη Ἕνα-πολλά, ταυτότητα-διαφορετικότητα, ὁμοιότητα-ἀνομοιότητα, ἰσότητα-ἀνισότητα, ὅλον-μέρος, γένος-εἶδος, προγενέστερο-ὕστερο (Μεταφ. Γ2, 1003, b35, 1004al8, 1005all- 18). Ἐδῶ φαίνεται πολύ καθαρά, ὅτι ἡ ἀριστοτελική «ἐπιστήμη τοῦ ὄντος ὡς ὄντος» ἀποτελεΐ τήν ἄμεση συνέχεια τῆς πλατωνικῆς διαλεκτικῆς, ἡ ὁποία περιστρεφόταν περί τήν διερεύνηση τῶν φιλοσοφικῶν ἐπιπτώσεων αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἐννοιῶν, ὅπως μποροῦμε νά τό δοῦμε κυρίως στόν διάλογο Παρμενίδης. Μέ τήν δική του ἐπιστήμη γιά τό ὄν ὡς ὄν ὁ Ἀριστοτέλης θέλει ἐκτός τῶν ἄλλων νά δείξει ὅτι ἡ διασπορά τῆς ἔννοιας τοῦ Εἶναι στίς Κατηγορίες δέν σημαίνει τήν πλήρη ἀναίρεση τῆς συνάρτησης τῶν διαφόρων σημασιῶν τοῦ εἶναι, ἀντίθετα εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ εἶναι τῶν ὑποταγμένων κατηγοριῶν (ὅπως ἡ ποιότητα, ἡ ποσότητα, ἡ σχέση, ὁ χρόνος, ὁ τόπος κλπ.) μόνο μέ τήν σχέση τους πρός τήν πρώτη κατηγορία τῆς οὐσίας κατανοητή. Ἔτσι θεωρημένη ὁδηγεῖ ἡ ἀριστοτελική ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ἐρευνᾶ «καθόλου περί τοῦ ὄντος ᾖ ὄν», σέ ἕνα πρῶτον, μία ἀρχή δηλαδή, μόνο πού ἡ ἀρχή αὐτή δέν εἶναι τώρα πλέον μία «ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ», ἡ ὁποία εἶναι «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας», ἀλλά τό ἴδιο τό Εἶναι στήν πρώτη σημασία του ὡς «οὐσία». Τί βέβαια σημαίνει κατά κυριολεξίαν οὐσιαστικό Εἶναι, αὐτό μπορεῖ τελικά νά γίνει κατανοητό μέ τήν θεώρηση τῆς πρώτης καί ἀνώτερης ὅλων τῶν οὐσιῶν, τό πρῶτον κινοῦν»[12].

Καί σέ ἄλλες περιοχές εἶναι φανερή ἡ ἀναφορά ἤ προώθηση ὅπως καί ἡ κριτική πλατωνικῶν θέσεων ἀπό τόν Ἀριστοτέλη. Ὁ Πλάτων εἶχε ἤδη μιλήσει γιά τά διάφορα εἴδη καί τίς αἰτίες. Ὁ Ἀριστοτέλης οἰκοδομεῖ περαιτέρω αὐτή τή θέση καί τήν συστηματοποιεῖ. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ περίφημη διδασκαλία του γιά τίς τέσσερις αἰτίες, κατά τήν ὁποία διακρίνεται ἡ αἰτία τῆς μορφῆς ἑνός ἀντικειμένου ἀπό τήν ὑλική αἰτία του, τήν αἰτία τῆς κίνησης καί τοϋ σκοποῦ του. Ἡ μορφή εἶναι αἰτία μέ τήν ἔννοια, ὅτι διαμορφώνει ἕνα ἀντικείμενο σ’ αὐτό πού εἶναι. Ἄν παραδείγματος χάριν ἔχουμε ὡς ὑλικό ἕναν ἀριθμό ἀπό σανίδες, μποροῦμε ἀπό αὐτό τό ὑλικό, πού κι αὐτό θεωρεῖται ὁπωσδήποτε ὡς αἰτία κατασκευῆς, νά πραγματοποιήσουμε τήν μορφή ἑνός τραπεζιοῦ ἤ ἑνός ἐρμαριοῦ. Ἡ μορφή κάνει λοιπόν τό τί εἶναι ἕνα πράγμα, τήν οὐσία του. Ἕνα τραπέζι εἶναι μία διαφορετική οὐσία ἀπό ἐκείνη ἑνός ἐρμαριοῦ, παρά τό ὅτι ἔχουν καί οἱ δύο τήν ἴδια ὑλική αἰτία/ὕλη. Ἡ κινητήρια αἰτία εἶναι ὁ ἐπιπλοποιός, ὁ ὁποῖος δίνει τήν μορφή στήν ὕλη, ἡ αἰτία τοῦ σκοποῦ εἶναι ἡ χρήση, τήν ὁποία θέλει ὁ ἐντολοδόχος τοῦ κατασκευαστῆ. Ὁ Ἀριστοτέλης εἶναι πεπεισμένος, ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί ἄλλες αἰτίες καί γνωρίζει ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος, πού ἐπεξεργάσθηκε συστηματικά τίς τέσσερις αἰτίες. Στήν χρησιμοποίηση ἤ ὄχι τῶν τριῶν αἰτιῶν πλήν τῆς ὕλης, τίς ὁποῖες ὅλοι ἐγνώριζαν, προσθέτει ὁ Ἀριστοτέλης τίς ἐπιδόσεις τῶν προγενεστέρων του ἀπό τόν Θαλῆ ἕως τόν Πλάτωνα γιά νά καταλήξει σέ μία φιλοσοφική ἑρμηνεία τοῦ κόσμου. Μέ τήν διαπραγμάτευση αὐτοῦ τοῦ προβλήματος στό βιβλίο Α τῆς Μεταφυσικῆς προσφέρει ὁ Ἀριστοτέλης συγχρόνως τό πρῶτο παράδειγμα μίας λεπτομεροῦς ἱστορίας ἑνός φιλοσοφικοῦ προβλήματος.

Συστηματοποιημένη ὅπως ἡ διδασκαλία του περί αἰτιῶν εἶναι καί ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Ἀριστοτέλη τῶν μορφῶν τοῦ λογισμοῦ. Δραστηριότητες πού ὁδηγοῦνται ἀπό λογική βάση ἔχουν θεωρητική ἤ πρακτική ἤ κατασκευαστική φύση. Στόχος τῆς θεωρητικῆς ἐπιστήμης εἶναι ἡ ἀλήθεια (Μεταφ. al, 993b20 ἑπ.), τίποτε περισσότερο ἀπό τήν ἀλήθεια γιά τήν ἴδια τήν ἀλήθεια.

Σκοπός τῆς πρακτικῆς ἀπασχόλησης εἶναι ἡ πράξις ὡς δραστηριότητα, πού ἔχει μέσα τῆς τό νόημα καί τήν πραγμάτευσή του καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν πραγμάτωση αὐτή καί ὄχι ἔξω ἀπό αὐτήν. Ἡ «ποιητική», δηλαδή ἡ κατασκευαστική δραστηριότητα ἔχει τόν σκοπό της σέ ἕνα προϊόν, δηλαδή σέ κάτι τό ὁποῖο μέ τήν λήξη τῆς δραστηριότητας ἐξακολουθεῖ νά ἔχει ἀνεξάρτητη ὕπαρξη.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης κατέλιπε σημαντικά ἔργα καί στίς τρεῖς παραπάνω κατηγορίες ἀνθρώπινης δραστηριότητας.

α) Πρῶτα ἡ συμβολή του στήν «παραγωγική» γνώση. Φυσικά δέν περιέγραψε μέ ἐπιστημονικό τρόπο, πῶς οἰκοδομεῖται ἕνα κτίριο ἤ πῶς προσφέρεται σέ ἕναν ἀσθενῆ ἡ ὑγεία. Ἡ ἀρχιτεκτονική δέν ἦταν ἡ εἰδικότητά του. Γιατρός ἦταν ὁ πατέρας του, ὄχι ὁ ἴδιος. Ἀφιερώθηκε ὅμως στήν θεωρία καί στούς κανόνες τῆς δημιουργίας (παραγωγῆς) λόγων καί ποιητικῶν ἔργων. Ἡ Ρητορική του εἶναι ἕως σήμερα ὅ,τι σημαντικότερο ἔχει γραφεῖ γιά τήν τέχνη τῶν λόγων. Ἡ φιλοσοφική θεμελίωση τοῦ εἴδους προέρχεται βέβαια κι’ ἐδῶ ἀπό τόν Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος στόν Φαίδωνά του καθόρισε τίς γενικές προϋποθέσεις μίας τέχνης τοῦ λόγου, πού ἀξίζει τόν χαρακτηρισμό αὐτόν καί διαδραματίζει ἕναν σπουδαῖο ρόλο ὡς λόγος γενικά γιά τό καλό της ἀνθρωπότητας. Τήν συστηματική ὡστόσο ἐργασία στήν Ρητορική, πού πῆρε τήν πρώτη θέση σέ ὅλα τά ἐγχειρίδια τῆς τέχνης αὐτῆς, τήν ἐπιτέλεσε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μεγαλύτερη πολιτιστική ἐπιρροή εἶχε ἡ Ποιητική του Ἀριστοτέλους = εἶναι ἀξεπέραστα τό σημαντικότερο βιβλίο γιά τήν θεωρία τῆς ποίησης στόν Δυτικό πολιτισμό, παρά τό ὅτι ἐπεξεργάσθηκε ἕως τίς λεπτομέρειές του ἕνα μόνον ποιητικό εἶδος, τήν τραγωδία. Ἀλλά καί ἔτσι προσφέρει μιά μεγάλη ποικιλία περιεχομένου, ἀπό τήν ὁποία θά ἐξαρθεῖ ἐδῶ ἕνα μόνον θέμα, ἡ ἀριστοτελική θεωρία τῆς κάθαρσης. Μία τραγωδία διεγείρει μέσα μας ὁρισμένα συναισθήματα, ἰδιαίτερα τό συναίσθημα τοῦ φόβου καί τῆς συμπόνοιας (ἤ τοῦ τρόμου καί τοῦ θρήνου, ὅπως μερικοί ἑρμηνευτές μεταφράζουν κάπως πιό ταιριαστά τούς ἑλληνικούς ὅρους φόβος καί ἔλεος). Ἡ ἐπιρροή αὐτῶν τῶν συναισθημάτων δέν εἶναι ὡστόσο ἐπιζήμια, ἐπειδή ἡ ἔκβαση τῆς τραγωδίας μέ τήν λύση τῆς σύγκρουσης μᾶς ἐλευθερώνει τελικά ἀπό τά αἰσθήματατα, πού μᾶς δημιούργησε. Ἐνῶ παλαιότερα κατανοοῦσαν τήν ἀριστοτελική θέση, ὅτι ἡ τραγωδία ἐπενεργεῖ μέσω τοϋ ἐλέους καί τοῦ φόβου στήν κάθαρση ἀπό τέτοια πάθη (Ποιητική 6, 1449b 27-28), ὡς νά εἶναι δηλαδή μία ἠθική χαλάρωση ἤ ἐξασθένιση τῶν ἰδεῶν τῶν παθῶν, ἐπικρατεῖ σιγά-σιγά ἡ ἀντίληψη τῆς «κάθαρσης» στό πνεῦμα μίας ἰατρικῆς καθαρτικῆς διαδικασίας. Αὐτή ἡ περίφημη στούς ἑπόμενους αἰῶνες θεωρία τῆς κάθαρσης στρεφόταν κατά τοῦ Πλάτωνος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἠθικά ἀρνητικός ἀπέναντι στήν ἀνεξέλεγκτη ἐξάλειψη τῶν παθῶν μέσω τῆς μίμησης τοῦ κακοῦ καί τοῦ διαλυτικοῦ στήν τραγωδία καί δέν τῆς ἔδινε θέση στήν ἰδανική πολιτεία του (Πολιτεία 10. 602C-608B). Ὁ Πλάτων πίστευε γενικά ὅτι ἔπρεπε νά δίνεται μεγάλη προσοχή σέ πνευματικές καί συναισθηματικές ἐπιρροές, γιατί ὅ,τι εἰσέρχεται μία φορά στήν ψυχή δέν μπορεϊ νά ἀπομακρυνθεῖ ἔπειτα, ὅπως ἕνα ἀντικείμενο ἀπό ἕνα δοχεῖο (Πρωταγόρας 314Β, Πολιτεία 378D), καί μεγάλο μέρος ἀπό αὐτό ἀναπτύσσει ἀργότερα μέσα στήν ψυχή μία ἀνεξέλεγκτη δική του δυναμική. Ἀντίθετα ὁ Ἀριστοτέλης: τά πάθη στό δράμα δέν εἶναι ἐπιβλαβῆ, ἡ κάθαρσις εἶναι περισσότερο βοηθητική.[13]

Μπορεῖ νά κριθεῖ ἡ ὀρθότητα στήν διαμάχη αὐτή τῶν δύο φιλοσόφων μέ σημερινά δεδομένα; Ὅσο πρόκειται μόνο γιά τήν ἑλληνική τραγωδία, στήν ὁποία συζητοῦνται ἠθικά ὑψηλές συγκρούσεις σέ μία εὐγενῆ συντεταγμένη γλώσσα καί στό τέλος ἡ ποιητική δικαιοσύνη μεριμνᾶ γιά τήν τιμωρία τῶν ἐνόχων καί συχνά καί γιά τήν σωτηρία τῶν ἀθώων κατατρεγμένων, σ’ αὐτή τήν περίπτωση εἴμαστε ὅλοι διατεθειμένοι νά ἀκολουθήσουμε τόν Ἀριστοτέλη. Διαφορετικός εἶναι ὁ λογαριασμός, ὅταν στό «δράμα» μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια συμπεριλάβουμε τόν κινηματογράφο καί τήν τηλεόραση τῶν ἡμερῶν μας. Ἄν σκεφθοῦμε ὅτι μεταξύ τῶν μελῶν τῶν σημερινῶν ἐθνῶν ὅσοι ἔχουν συμπληρώσει τό 20ο ἔτος τούς κατά μέσον ὅρο ἔχουν δεῖ μερικές χιλιάδες ἀναπαραστάσεις (ἑλληνικά: μιμήσεις) φόνων καί ἄλλων βιαιοτήτων, καί συγχρόνως ὑπάρχει ἕνα ἔθνος πού σέ παγκόσμια κλίμακα καί μέ μεγάλη διαφορά καταγράφει τό μεγαλύτερο ποσοστό νεαρῶν ἐγκληματιῶν καί ἐγκλείστων σέ φυλακές, τότε ἀρχίζουμε νά κατανοοῦμε, ὅτι ἡ ἀριστοτελική σύλληψη τῆς «κάθαρσης» μέ τήν μεταφορά τοῦ ἰατρικοῦ καθαρμοῦ τοῦ σώματος στήν ψυχή φαίνεται πολύ ἀφελής καί ὅτι ὁ Πλάτων εἶχε τήν βαθύτερη κατανόηση τῆς δυναμικῆς τῶν περιεχομένων τῆς συνείδησης = ὅ,τι δεχόμαστε συνειδητά, μπορεΐ ἀσυνείδητα νά ἐπενεργήσει εὐρύτερα καί νά διαφύγει ἀπό τόν ἔλεγχο τῆς βούλησης καί τοῦ λογικοῦ.

Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά καταφύγουμε στόν «ἔλεγχο», πού ζητοῦσε ὁ Πλάτων γιά τήν ἰδανική πολιτεία του. Ἐδῶ πρόκειται γιά τό ὅτι ἡ ἐπίκληση καί ἡ θετική ἄποψη γιά τόν Ἀριστοτέλη σέ σχέση μέ τό δίλημμα πού διέβλεψε ὁ Πλάτων, ὅτι δηλαδή ὁ Ἀριστοτέλης εὑρῆκε μία πρακτικά καί θεωρητικά ἱκανοποιητική λύση, στήν σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα δέν μπορεῖ νά εἶναι πειστική.

β) Ἡ συμβολή τοῦ Ἀριστοτέλους στήν πρακτική φιλοσοφία εὑρίσκεται στά δύο ἔργα του, στά Ἠθικά Νικομάχεια καί στά Ἠθικά Εὐδήμεια. Ἡ ἀριστοτελική Ἠθική δέν εἶναι προσανατολισμένη στήν ἔννοια τοῦ «πρέπει» -θεϊκές ἐντολές ἤ μία κατηγορική προστακτική δέν ἔχουν θέση στό ἔργο του – ἀλλά στίς ἔννοιες «ἀρετή» καί «εὐδαιμονία». Γιά τό ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νά εὐτυχήσει δέν χρειάζεται ἰδιαίτερη θεμελίωση. Ἡ εὐδαιμονία εἶναι γιά ὅλους ὁ προφανής τελικός σκοπός. Ἡ ἐπίτευξή του μπορεῖ νά γίνει μόνο μέ μία ζωή, πού στηρίζεται στίς ἀρετές. Μέ τόν ὅρο ἀρετή δέχεται ὁ Ἀριστοτέλης μιά σταθερή στάση (ἕξις, λατινικά habitus) τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀποφεύγει ἀκραῖες καταστάσεις καί πραγματοποιεῖ τήν ὀρθή μεσότητα. Τό ὅτι καί αὐτή ἡ θεωρούμενη τυπικά ἀριστοτελική διδασκαλία τῆς μεσότητας ἔχει τίς ρίζες της στόν Πλάτωνα ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ παρεμπιπτόντως.[14] Παραδείγματα γιά τόν χαρακτήρα τῆς μεσότητας τῶν ἀρετῶν εἶναι π.χ. ἡ γενναιότητα ὡς μέση κατάσταση μεταξύ της ἔσχατης δειλίας καί τῆς παρατολμίας, ἡ γενναιοδωρία μεταξύ φειδοῦς καί σπατάλης. Τήν συγκρότηση αὐτή της ὀρθῆς μεσότητας μεταξύ ἀντιθετικῶν μορφῶν τῆς κακῆς συμπεριφορᾶς τήν βρίσκει ὁ Ἀριστοτέλης σέ ὅλες τίς ἀρετές. Μιά ζωή μέ ὁδηγό τίς ἀρετές ὁδηγεῖ, ὅσο δέν παρεμβαίνει μία ἐξωτερική δυστυχία στήν προσιτή στόν ἄνθρωπο εὐδαιμονία.

Γιά τήν φιλοσοφική ἕλξη τοῦ σχεδιασμοῦ αὐτοῦ μίας εὐδαιμονικῆς Ἠθικῆς μποροῦν νά λεχθοῦν πολλά. Ἄς ἀρκεσθοῦμε ἐδῶ στήν ἐπισήμανση, ὅτι ὕστερα ἀπό δύο αἰῶνες κυριαρχίας τῆς Καντιανῆς Ἠθικῆς του «πρέπει» ἡ ἀριστοτελική σύλληψη συζητεῖται πάλι ὡς ἰσοδύναμη φιλοσοφική δυνατότητα, καί αὐτό ἀκριβῶς στήν Γερμανία.

γ) Τήν ἰσχυρότερη ἐπίδραση τοῦ Ἀριστοτέλους ἀνά τους αἰῶνες τήν ὀφείλει ὁ φιλόσοφος στήν ἐπίδοσή του στήν θεωρητική φιλοσοφία. Εἶναι ὁ θεμελιωτής τῆς Τυπικῆς Λογικῆς. Τήν εὐρήτητα αὐτῆς τῆς καινοτομίας δέν μποροῦμε νά ὑποτιμήσουμε. Ὁ Kant πίστευε, ὅτι ἕως τίς ἡμέρες του τίποτε οὐσιαστικά νέο δέν σημειώθηκε στήν ρηξικέλευθη αὐτή ἐπίδοση στήν Λογική. Ἀπόλυτα ὀρθό δέν εἶναι βέβαια αὐτό. Ἡ Κατηγορική Λογική τῶν Στωϊκῶν ἀξιολογεῖται σήμερα ὡς κάτι νέο καί σημαντικό σέ σύγκριση μέ τήν ἀριστοτελική Συλλογιστική. Ὡστόσο ἡ κρίση τοῦ Kant εἶναι σωστή στό βαθμό, πού κάτι ριζοσπαστικά νέο στήν Λογική ἀρχίζει στόν 19ο αἰώνα μέ τήν ὀνομαζόμενη Ἄλγεβρα τοῦ Boole.

Μία ἀπόδοση τοῦ περιεχομένου τῆς ἀριστοτελικῆς ἀνάλυσης τῶν λογικά ὀρθῶν συλλογισμῶν στά Ἀναλυτικά πρότερα δέν εἶναι δυνατή στό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, ὅσο ἐπίσης καί ἡ ἀναφορά τῶν βασικῶν ἰδεῶν τῆς θεωρίας τῆς ἐπιστήμης στά Ἀναλυτικά Ὕστερα. Καί αὐτό τό ἔργο μελετήθηκε καί σχολιάσθηκε γιά πολλούς αἰῶνες καί ἀνῆκε στόν κορμό τῆς κλασικῆς φιλοσοφικῆς κατάρτισης. Ἡ Λογική καί ἡ θεωρία τῆς γνώσης δέν ἐμφανίζονται ὅμως στόν Ἀριστοτέλη ὡς ἰδιόμορφος τύπος τῆς θεωρητικῆς ἐπιστήμης, γι’ αὐτό καί ἡ μεταγενέστερη ἐποχή του τοποθέτησε αὐτά τά ἔργα ὡς Ὄργανον. ὡς ἐργαλεῖο καί ὡς τυπική καί μεθοδική εἰσαγωγή, στήν ἀρχή τοῦ Corpus Aristotelicum.

Σέ μία συστηματική διαίρεση τῶν θεωρητικῶν ἐπιστημῶν προβαίνει ὁ Ἀριστοτέλης στό 6ο βιβλίο τῆς Μεταφυσικῆς (Ε1, 1026a 18-19). Εἶναι οἱ ἑξῆς τρεῖς: Μαθηματική, Φυσική, Θεολογική (Προσοχή: ὄχι Θεολογία). Τήν ἔννοια τῆς «Μαθηματικῆς» χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀριστοτέλης μέ τόν ἴδιο τρόπο, πού καί σήμερα ἔχει. Τά Μαθηματικά εἶναι μία ἀπό τίς ἐλάχιστες περιοχές τῆς γνώσης, στήν ὁποία δέν ἔχουμε κάποια πρωτότυπη ἐπίδοση τοῦ φιλοσόφου μας. Ἡ «Φυσική» περιλαμβάνει στόν Ἀριστοτέλη πολύ περισσότερα ἀπό ὅ,τι ἡ σημερινή φυσική. Ἡ ἐπιστήμη αὐτή διερευνᾶ ὅλα ὅσα ἔχουν τήν ἀρχή τῆς κίνησης μέσα τους. Αὐτός εἶναι ὁ ἀριστοτελικός ὁρισμός τῆς φύσεως: ἡ περιοχή τοῦ Εἶναι, πού κινεῖται ἀπό μόνη της. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπιτέλεσε εὐρύτατες ἔρευνες γιά τήν φύση μέ αὐτή τήν ἔννοια. Ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τους σημαντικότερους μελετητές τῆς φύσεως γενικά. Στήν «Φυσική» στό δικό του πνεῦμα ἀνήκει μιά γενική θεωρία τῆς κίνησης καί τοῦ χρόνου καί τῆς γένεσης καί τῆς φθορᾶς, δηλαδή γενικά προβλήματα φυσικῆς φιλοσοφίας, ἀλλά καί ἡ Μετεωρολογία καί ἡ Κοσμολογία καί ἡ Ζωολογία καί πρός ἔκπληξή μας – ἡ Ψυχολογία. Κι’ αὐτο γιατί ἡ ψυχή ἀνήκει στήν βασική φυσική συγκρότηση τῆς ζωικῆς ὕπαρξης, τῶν ζώων, στά ὁποῖα ἀνήκει καί ὁ ἄνθρωπος.

Στήν Ψυχολογία του χαρακτηρίζει ὁ Ἀριστοτέλης τήν ψυχή ὡς τό εἶδος, τήν μορφή τοῦ σώματος. Μορφή εἶναι ἐδῶ μία ὀντολογική ἔννοια καί ἐννοεῖ τήν οὐσιαστική ὕπαρξη. Θά μπορούσαμε ἀκόμη νά ποῦμε: ἡ ψυχή ὡς τό εἶδος ἤ ἡ μορφή τοῦ σώματος εἶναι ἡ ὀργανωτική ἀρχή τοῦ σώματος, αὐτό πού κάνει τόν σωματικό ὀργανισμό ἕνα ζῶντα ὀργανισμό. Ἡ ὀργανωτική αὐτή ἀρχή εἶναι θνητή, ὅπως καί ὅλο τό ζωντανό ὄν. Ὡς ἐδῶ φαίνεται ἡ θεωρία αὐτή ἐντελῶς ἀντιπλατωνική = ἡ ψυχή εἶναι θνητή. Ὡστόσο στήν «ψυχή» τοῦ ἀνθρώπου ἀνήκει καί ὁ νοῦς. Καί ἐδῶ ἀποδεικνύεται ὁ Ἀριστοτέλης ἕνας καλός πλατωνικός = ὁ νοῦς εἶναι καί γι’ αὐτόν θεῖος καί ἀθάνατος. Μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ψυχή περνάει μία ὀντολογική ρωγμή, ἀκριβῶς ὅπως στόν Πλάτωνα κάτι θεϊκό καί ἀθάνατο εἶναι συνδεδεμένο μέ κάτι θνητό. Τό ἀθάνατο αὐτό ἔρχεται στόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω, ὅπως λέγει ὁ Ἀριστοτέλης μέ ἔμφαση θύραθεν (Περί ζώων γενέσεως 73a 28). Τό θεϊκό λοιπόν νοητικό μέρος στόν ἄνθρωπο δέν ἀνήκει στήν φυσική διαδικασία τῆς γέννησής του.

Μέ μία φράση μετακινηθήκαμε τώρα ἀπό τήν Ψυχολογία, ἡ ὁποία εἶναι μία φυσική ἐπιστήμη, στήν «Θεολογική». Ὁ Ἀριστοτέλης δέν ἐξηγεῖ πουθενά πῶς ὁ θεϊκός νοῦς τοῦ ἄνθρωπου, αὐτός πού ἔρχεται ἀπό ἔξω, σχετίζεται πρός τό θεῖο. Ὡστόσο εἶναι σαφές, ὅτι ἡ πρώτη, ἡ παραδειγματική, ἡ οὐσιοποιός πραγμάτωση τῆς ἔννοιας τοῦ Νοϋ δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν Θεό. Στό 12ο βιβλίο τῆς Μεταφυσικῆς ἐκθέτει ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι αὐτό πού κρατᾶ τόν κόσμο σέ αἰώνια κίνηση πρέπει νά εἶναι μία ἄφθαρτη οὐσία, ἐλεύθερη ἀπό κάθε σωματικότητα, ἀφοῦ πρέπει νά εἶναι καθαρή ἐνέργεια, δηλαδή ἀναγκαστικά ἡ ἴδια δράση, ἐνῶ ἡ σωματικότητα σημαίνει καί δυνατότητα νά μήν εἶναι ἤ νά εἶναι κάτι διαφορετικό. Ἡ ἀρχή τῆς αἰώνιας κίνησης τοῦ κόσμου πρέπει λοιπόν νά εἶναι κάτι ἀσώματο, καθαρά πνευματικό καί γι’ αὐτό καί ἀκίνητο μέ τήν ἔννοια τῆς φυσικῆς κίνησης. Αὐτό τό ἀσώματο εἶναι ὁ θεῖος νοῦς, ὁ ὁποῖος ὡς κινοῦν ἀκίνητον συντηρεῖ τόν κόσμο σέ κίνηση, καί μάλιστα μέ τόν ἔρωτα, τόν ὁποῖον γεννᾶ, δηλαδή ὡς ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας τῶν λιγότερο τέλειων οὐσιῶν νά ἔχουν μετοχή στήν τέλεια δική του οὐσία. Καί ἐνῶ εἶναι καί ἀκίνητος, ἔχει ὡστόσο πνευματική κίνηση, δηλαδή ζωή. Εἶναι μάλιστα ἡ πρώτη καί κατ’ ἐξοχήν μορφή ζωῆς: «ἐνέργεια δέ ἡ καθ’ αὐτήν ἐκείνου ζωή ἀρίστη καί ἀΐδιος» λέει ὁ Ἀριστοτέλης (Μεταφ. Λ7, 1072b 27). Τό ἀντικείμενο τῆς νόησης αὐτῆς τῆς ὕψιστης οὐσίας μπορεῖ βέβαια νά εἶναι μόνον τό ὕψιστο ἀντικείμενο, δηλαδή αὐτή ἡ ἴδιά. Τό κινοῦν ἀκίνητο εἶναι νόησις νοήσεως. Καί ἡ ζωή αὐτοῦ τοῦ θεοῦ εἶναι καθαρή εὐδαιμονία.

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε νά ἔχουμε συμμετοχή στήν εὐδαιμονία αὐτή μέσω τῆς δικῆς μας θεωρίας, δηλαδή μέ τήν θεώρηση τοῦ θείου Νοῦ καί ὅλων ὅσων προέρχονται ἀπό αὐτόν. Στίς στιγμές τῆς καθαρά νοητικῆς ἀπασχόλησής μας ἀγγίζουμε τόν θεό (Μεταφ. Λ7, 1072b 14 ἔπ., 24 ἑπ.).

Ἐδῶ συλλαμβάνουμε τήν μεταφυσική ἔννοια τοῦ θείου στόν Ἀριστοτέλη, τό κινοῦν ἀκίνητον ὡς τό πνεῦμα πού νοεῖ τόν ἑαυτό του.[15] Εἶναι φανερό ὅτι ἐνῶ ἔχουμε ἕνα κάποιο εἶδος τοῦ ἰδεαλισμοῦ τοῦ Πλάτωνος. Ἡ ἔσχατη καί ὕψιστη πραγματικότητα εἶναι ἄυλο πνεῦμα στόν Ἀριστοτέλη, στόν Πλάτωνα ἡ Ἰδέα τοῦ ἀγαθοΰ, πού βρίσκεται «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας» καί ἑπομένως καί πέρα ἀπό τόν Νοῦ.

Μέ αὐτές τίς ἰδέες ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης ἔβαλαν στήν Ἑλληνική Φιλοσοφία νέα θεμέλια ὡς Μεταφυσική καί διαμόρφωσαν τήν Δυτική ἀντίληψη περί θεοῦ σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε εἴτε ὁ Χριστιανισμός εἴτε ἡ συνολική νεωτερική φιλοσοφία ἕως τόν Hegel καί τόν Schelling νά μή μποροῦν νά τήν ξεπεράσουν. Γιά πρώτη φορά ἡ βασική ἄρνηση κάθε Μεταφυσικῆς ἀπό τόν Nietzsche καί τόν Heidegger, ἀπό τόν Θετικισμό καί τήν Ἀναλυτική Φιλοσοφία ἔφερε τήν ἑπόμενη ριζική νέα στροφή.
------------------------
[1] Τόν «προληπτικό» χαρακτήρα τῶν Πλατωνικῶν διαλόγων ὑποστήριξε ἤδη ὁ Friedrich Schleiermacher στήν Εἰσαγωγή τῆς μετάφρασής του τῶν Πλατωνικῶν ἔργων (τόμ. 1, Βερολίνο 1804, 5-36). Μετά τόν Schleiermacher ἡ ἑρμηνευτική αὐτή προσέγγιση τῶν Πλατωνικῶν διαλόγων ἔμεινε στήν Γερμανία πάντα παροῦσα, ἄν καί ὄχι ἰδιαίτερα κυρίαρχη. Καί οἱ δικές μου ἐργασίες Platon und die Schriftlichkeit der Philosophie. Interpretationen zu den friihen und mittleren Dialogen, Βερολίνο 1985 καί Das Bild des Dialektikers in Platons spaten Dialogen. Platon und die Schriftlichkeit der Philosophie II, Βερολίνο 2004 ἀκολουθοῦν αὐτήν τήν παράδοση. Καί οἱ δύο ἐργασίες ἐπιζητοῦν νά διευρύνουν τό ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ «προληπτική» συγκρότηση τῶν διαλόγων του μπορεῖ νά ἐξηγηθεῖ μόνον ἀπό τήν κριτική τοῦ Πλάτωνος στόν γραπτό λόγο, πού ἀσκεῖται στόν Φαῖδρο (274Α-278Ε). Στά νεώτερα χρόνια ὁ Ch. Η. Kahn (Plato and the Socratic Dialogue, Cambridge 1996) ἐπεχείρησε νά μεταφέρει τήν «προληπτική» ἀνάγνωση τῶν διαλόγων στήν ἀμερικανική πλατωνική συζήτηση.

[2] Στήν ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατη εἶναι ἀφιερωμένος ὅλος ὁ διάλογος Φαίδων, κι ἀκόμη ἔχουμε σύντομες ἀποδείξεις τῆς ἀθανασίας στήν Πολιτεία (608C-611A), στόν Φαῖδρο (245C-246A) καί στούς Νόμους (894Ε-896Β). Στόν Τίμαιο δέν ἐπιχειρεῖται εἰδικά ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀθανασίας, συνάγεται ὅμως ἀπό τήν περιγραφή τῆς συγκρότησης (μίξης) τῆς ψυχῆς ἀπό τόν δημιουργό (35A-36D). Μία ἀκριβέστερη διαπραγμάτευση τῆς πολΰ πλούσιας πολυεπίπεδης διδασκαλίας περί ψυχῆς τοῦ Πλάτωνος, ἡ ὁποία εἶναι στενά συνδεδεμένη μέ τήν πολιτική θεωρία, τήν Ἠθική (ἀρετολογία) καί τήν Κοσμολογία του (ὁ κόσμος ὡς ζωντανή ὕπαρξη μέ οὐράνια σώματα καί κοσμική ψυχή), δέν εἶναι δυνατή στό πλαίσιο τῆς θεματικῆς αὐτοῦ τοῦ βιβλίου.

[3] Τήν ἑρμηνεία γιά τόν κόσμο, πού ὁ νεαρός Σωκράτης εἶχε ἐλπίσει τότε ἀπό τόν Ἀναξαγόρα καί δέν ἔλαβε, ἐπιχείρησε ἀργότερα ὁ Πλάτων στόν κοσμολογικό διάλογό του Τίμαιος.

[4] G. Reale, Zu einer neuen Interpretation Platons (Γερμανική μετάφραση L. Hol- scher), Paderbom 1993. σέλ. 135 (= Per urn nuova mterpretazione di Platone, Milano 20032).

[5] Παράβαλε τίς παρατηρήσεις μου γιά τό ὕφος καί τήν γλώσσα τοῦ “μύθου” στό Die Idee des Guten in Platons Politeia, Beobachtungen zu der mittleren Buchern, Sankt Augustin 2003, σέλ. 121-126.

[6] Νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ καί τόν «θάνατο» τοῦ φιλοσόφου ὡς κάθαρση ἀπό κάθε σχέση μέ τό σῶμα καί τά πάθη καί τίς ἡδονές = Φαίδων 61D-69E, ἰδιαίτ. 66Β-67Β.

[7] Γιά τούς ὅρους μίας ἀντάξιας σύλληψης τῶν «ὕψιστων καί πρώτων ἀντικειμένων τῆς πραγματικότητας» καί γιά τούς κινδύνους τῆς ἐνασχόλησης μέ τέτοιες γνώσεις ἐκφράζεται ὁ Πλάτων καθαρώτερα στήν 7η ’Ἐπιστολή, 341C-344E.

[8] Φαῖδρος 275 Ε. Διαφορετικά ἀπ’ ὅ.τι συμβαίνει μέ τό βιβλίο μπορεῖ ὁ εὐσυνείδητος φιλόσοφος νά σιωπήσει, ὅταν δέν εἶναι δεδομένοι οἱ ὅροι γιά μία ἀντάξια τοῦ θέματος πρόσληψη τῆς διδασκαλίας τοῦ (276 A 6-7).

[9] Φυσική 209 b 14-15. Ἡ συνήθης μετάφραση ὡς «οἱ λεγόμενες (sogenannten) ἄγραφες διδασκαλίες» τοῦ Πλάτωνος δέν εἶναι γλωσσικά ὀρθή, διότι ἡ ἑλληνική λέξη λεγόμενα δέν ἔχει τήν εἰρωνική, μειωτική χρειά τοΰ γερμανικοῦ sogenannt.

[10] Συγκέντρωση 72 κειμένων, μερικῶς ἐκτενῶν (Testimonia Platonica. Quellen- texte zur Schule und miindlichen Texte Platons) ὡς Παράρτημα στό K. Gaiser, Platons ungeschriebene Lehre, Stuttgart 1963, 443-557.

[11] Χωρίς νά παραπέμπει στά σχετικά χωρία χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀριστοτέλης ἐδῶ τά πορίσματα τῶν Κατηγοριῶν καϊ τῶν Ἀναλυτικῶν Ὑστέρων του.

[12] Τήν ἔννοια τῆς «ἐπιστήμης τοῦ ὄντος ὡς ὄντος», ἡ ὁποία ἐπῆρε γιά πρώτη φορά τό ὄνομα τῆς Ὀντολογίας στά νεώτερα χρόνια, διαμορ φώνει ὁ Ἀριστοτέλης στήν Μεταφυσική Γ1-3 καί Ε1. Ἡ σχέση αὐτῆς τῆς γενικῆς Ὀντολογίας μέ τήν «Θεολογία» γίνεται σαφής στό τέλος τοῦ Ε1, 1026a 23-32. Γιά τό «πρῶτον κινοῦν» βλέπε περισσότερα παρακάτω, σέλ. 366 ἐπ.

[13] Στό βιβλίο 8 τῶν Πολιτικῶν πού ὁ Ἀριστοτέλης ἐπεξηγεῖ τήν συνδεδεμέ- νή μέ ἡδονή «κάθαρση» ἀπό τά πάθη. μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ φόβος καί τό ἔλεος, καί κάνει λόγο ἐδῶ γιά μία ἀβλαβῆ χαρά (1342a 16).

[14] Πλάτωνος Πολιτικός 284 Ε. Πρβλ. σχετικά Η. J. Kramer, Arete bei Platon

und Aristoteles, Heidelberg 1959, 148-177 καί 220-232.

[15] Τόν ὁρισμό τοῦ θεοϋ ὡς εὐδαῖμον πνεῦμα – ζωή καθαρῆς ἐνέργειας ἀναπτύσσει ὁ Ἀριστοτέλης στήν Μεταφ. Λ 7, τήν θέση του γιά τήν νόηση τοῦ Νοῦ στό Λ 9.

Η λογική σκοτώνει τον Έρωτα

Ναι, φαίνεται να τα έχω με τον Αριστοτέλη, πολύ καιρό τώρα. Σκότωσε τη μαγεία και οδήγησε τον Δυτικό άνθρωπο σε μια μηχανιστική, εκτελεστική ύπαρξη. Φαίνεται όμως… γιατί είναι ένδειξη άγνοιας και ψεύτικης γνώσης, να βγάζεις τόσο εύκολα συμπεράσματα παιδιάστικα.

Θα ήθελα να τον συναντήσω, να του μιλήσω, να τον γνωρίσω, αν βρισκόταν εδώ σήμερα. Ίσως και ο ίδιος θα είχε αλλάξει πολλά από αυτά που είχε πει. Ίσως αν έβλεπε πώς οι άνθρωποι τα κατάλαβαν και τα ερμήνευσαν στη συνέχεια, να τα έλεγε διαφορετικά, να τα διόρθωνε ή ακόμα και να τα εξέλισσε. Ποιος ξέρει...

Αλήθεια, πόσο κουτό να πιστεύουμε ότι η αλήθεια είναι στατική και ότι αυτό που ίσχυε πριν από χιλιάδες χρόνια, μπορεί να ισχύει και σήμερα, αναλλοίωτο, αλλά κυρίως, ερμηνευμένο από οποιαδήποτε προσωρινή, περιοριστική, υποκειμενική αντίληψη! Αλλά, αυτό είναι ένα άλλο θέμα…

Διάφορα συμβάντα των τελευταίων ημερών, έφεραν στο προσκήνιο ένα θέμα, με συγχρονικότητα καταπληκτική, μέσα από μια νέα σύνθεση εννοιών, κρυμμένη από την επιφάνεια.

Τι είναι αυτό που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους; Τι είναι αυτό που μπορεί να τους κρατήσει αληθινά μαζί;

Ξέρω, έχουν γραφτεί πολλά, πληθώρα θεωριών έχουν αναπτυχθεί και ακόμα περισσότεροι κανόνες, συμβουλές, ψυχαναλύσεις, καθοδήγηση κλπ. Οι απορίες μου είναι πάντα απλές: γιατί ακόμα οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να ενώνονται πραγματικά, αληθινά, παρόλα αυτά; Οι απαντήσεις είναι πάντα, εξίσου απλές… Τα απλά, τα κάνει πολύ πολύπλοκα ο γραμμικός, περιοριστικός νους. Όμως...

Μόνο ο έρωτας ενώνει τους ανθρώπους!

Αλλά πόσο έχει παρανοηθεί, πόσο έχει αναλυθεί και εκπορνευθεί. Πόσο έχει παραποιηθεί και υποτιμηθεί! Πόσο εύκολα έχει καταντήσει να σημαίνει όλα όσα δεν είναι! Άλλοι τον κυνηγάνε, άλλοι έχουν παντελώς παραιτηθεί. Αμέτρητες πεποιθήσεις δειλίας εμποδίζουν την ανάδυσή του!

Είναι πολύ δύσκολο, ίσως αδύνατον στην πραγματικότητα, να γράψει κανείς για ένα θέμα που δεν χωράει σε κανένα άρθρο, σε κανένα βιβλίο, σε καμία ανάλυση, σε κανένα όριο και περιορισμό.

Οι μεγαλύτερες πλάνες όμως είναι οι εμφανέστερες και τις βλέπεις να παρουσιάζονται παντού: στα πρόσωπα, στον τρόπο ζωής, στις προτεραιότητες, στις μικρές, «ασήμαντες» λεπτομέρειες που φωνάζουν, "βαριεστιμάρα, ρουτίνα, απουσία πάθους, έλλειψη φαντασίας, επαναλαμβανόμενες κούφιες, ξύλινες δράσεις...".

Ο Έρωτας (ναι, με κεφαλαίο), αναδύεται εσωτερικά, πουθενά αλλού. Εξωτερικά μοιράζεται, απλώνεται, επεκτείνεται, διευρύνεται, δημιουργεί!

Ο Έρωτας δεν εξαρτάται, δεν έχει όρια και κανόνες. Δεν κοιτάει ηλικία, φύλο, φυλή, έθνος, συνθήκες, χρόνο. Είναι ανεξάρτητος και ατάραχος από όλ’ αυτά, που για τον σύγχρονο άνθρωπο έχουν γίνει σημαντικά.

Τον έχουν μπερδέψει οι άνθρωποι με τα ένστικτά τους, με την επιφανειακή, προσωρινή έλξη, που πλανεύεται από το φαίνεσθαι, το προσωρινό. Τον έχουν φορτώσει με τόσες παρανοήσεις που έχουν πλέον ξεχάσει την αληθινή του έννοια… που όμως ενυπάρχει, βαθιά μέσα στον καθένα, φτάνει να θέλει και να είναι πρόθυμος να την αναστήσει.

Ο Έρωτας έχει τη δική του λογική και δεν μοιάζει με την λογική του νου, που παγιδεύει τους ανθρώπους σε μια στείρα ύπαρξη, χωρίς συνέχεια, με αμέτρητα αδιέξοδα. Η γλώσσα του Έρωτα είναι η γλώσσα της καρδιάς, που κι αυτή είναι συμβολική. Δεν την κατανοούμε με τον τρόπο που έχουμε εκπαιδευτεί (προγραμματιστεί) να σκεφτόμαστε. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ό,τι δεν ανταποκρίνεται στις (κατά τα άλλα) σίγουρες θέσεις που υιοθετούμε, της ύπαρξής μας.

Πηγάζει σαν σπίθα, από τα βάθη της ύπαρξής σου, και αναδύεται σαν τεράστιο κύμα που σαρώνει τα πάντα, όσο εσύ εμπιστεύεσαι, στηρίζεις, ενισχύεις το όραμα, την ουσία, τον πρωταρχικό λόγο της ύπαρξής σου!

Είναι η ενέργεια που σε κρατάει ζωντανό, πραγματικά ζωντανό! Είναι το φως που δίνει λάμψει σε κάθε σκέψη, συναίσθημα και δράση σου. Είναι η έλξη που δημιουργεί θαύματα πέρα από κάθε επιφανειακή λογική, που ο νους έμαθε ν’ απορρίπτει. Είναι η Ζωή που σε ανασταίνει όταν πεθαίνεις, ο χτύπος που κινεί τα πάντα ξανά...

Όσο όμως οι άνθρωποι ψάχνουν τον έρωτα «εκεί έξω», σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή, τόσο αυτός θα απουσιάζει, θα κρύβεται, θα γίνεται ακόμα πιο μυστήριος. Όμως, χωρίς τον Έρωτα, η ζωή μάς διαφεύγει, στερείται νοήματος, γίνεται δύσκολη, επιφανειακή.

Η ματιά μέσα από τον Έρωτα δεν συγκρίνεται με τίποτα προσωρινό. Η αίσθηση αυτού του τρόπου ύπαρξης δεν περιγράφεται και τίποτα δεν την αντικαθιστά!

Πλησιάζει...

Και ξαφνικά, αρχίζει να φανερώνεται ο λόγος που οι άνθρωποι δεν θέλουν να μάθουν να παρατηρούν.

Δεν θέλουν να δουν τα άσχημα. Δεν θέλουν να δουν όλα όσα χρόνια τώρα απέφευγαν να δουν, κι ας λέγανε ότι θέλουν να λύσουν τα θέματά τους, να είναι ευτυχισμένοι κλπ, κλπ.

Θέλουν να δουν μόνο τα όμορφα, θέλουν τις λύσεις, κάποιον που να τους δώσει τις απαντήσεις. Και είναι πολλοί τέτοιοι διαθέσιμοι. Απρόσωποι, απόμακροι, διάσημοι, αποδεκτοί.

Αλλά δεν αναρωτιούνται... γιατί ακόμα ψάχνουν; Γιατί ακόμα περιμένουν;

Και ακόμα οι άνθρωποι, δεν ξέρουν να παρατηρούν… γιατί στην παρατήρηση βρίσκεται και η γνώση. Όλη η γνώση που χρειάζονται.

Τα καθημερινά παραδείγματα είναι άπειρα… θα μπορούσα να γράφω ένα άρθρο ανά ώρα…

Πόσο εύκολα μαγεύεται το πλήθος από το εξωτικό, από όλα όσα έμαθε να κυνηγά και να τα ονομάζει σωστά, αληθινά… αλλά δεν είναι και δεν υπάρχει τρόπος να γίνουν.

Η αλαζονεία του Δυτικού ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του πολιτισμένο, που θέλει να «προσφέρει» στις τριτοκοσμικές χώρες, όλα όσα δεν έχει κατακτήσει παρ’ όλες τις μηχανικές εφευρέσεις του, τα ιδρύματα και το φαίνεσθαι που υποστηρίζει καθημερινά.

Και η (Θεία) λειτουργία της παρατήρησης, της συνειδητής εστίασης της προσοχής, εξακολουθεί να παραμένει ο άγνωστος Χ, που δυσκολεύει τους ανθρώπους και κρατά καλά φυλαγμένα τα μυστικά της ύπαρξης, της Γης και του Σύπνατος.

Καθημερινοί αγώνες διατήρησης της «ομαλότητας» του γνώριμου. Προς τι;

Και όλο θέλω να φεύγω… όχι όπως πολλοί επιχειρούν, από τον Άνθρωπο, την αρνητικότητα των πόλεων, όχι από την καθημερινότητα, τα προβλήματα ή τις δυσκολίες. Αλλά από το ψέμα που παρουσιάζεται (και γίνεται εύκολα αποδεκτό) ως γνώση, το δήθεν που φαίνεται πραγματικό και στέρεο, την εσωτερική δυστυχία των ανθρώπων που δεν κρύβεται πια, ό,τι κι αν κατέχουν, ό,τι κι αν καταφέρνουν, ό,τι κι αν λένε.

Και η ώρα πλησιάζει… γιατί δεν είναι όλη η Γη η γειτονιά μας, ή ο νους μας, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Το άγνωστο κρύβει την ανάσταση, το καινούργιο φέρνει την αναγέννηση, το «αλλού» φανερώνει το εδώ. "Ψιλές έννοιες" θα μου πουν πολλοί… όμως τις ζω, τις βιώνω.

Ό,τι δεν εκτιμάται, πρέπει να φεύγει. Ό,τι είναι πριν από την ώρα του πρέπει να περιμένει. Ό,τι δεν γίνεται κατανοητό πρέπει να προσπερνιέται… η παρατήρηση εντείνεται, η μαγεία ανάμεσα στις στιγμές ανανεώνει... κάθε στιγμή!

Ερμής ο Τρισμέγιστος – Ο Ορισμός του Θεού και ο Νους

Ερμής ο Τρισμέγιστος, ήταν το όνομα που χρησιμοποιούσαν κατά την Αρχαιότητα οι Έλληνες για τον σεληνιακό θεό των Αιγυπτίων Θωθ, προστάτη και εμπνευστή της αστρολογίας και της αλχημείας ο οποίος ταυτίσθηκε με τον Ερμή της ελληνικής μυθολογίας. Ονομάσθηκε έτσι από το πλήθος των ανακαλύψεων που αποδίδονταν σ΄ αυτόν όπως της γλώσσας, του αλφαβήτου, της γεωμετρίας, της αριθμητικής, της αστρονομίας, της ιατρικής, της γυμναστικής, του χορού, της μουσικής, της γλυπτικής και κάθε τέχνης ή επιστήμης, ή ακόμα λόγω της τριπλής όπως πίστευαν ιδιότητάς του ως φιλοσόφου, ιατρού και βασιλέως. Αποτελούσε το σύμβολο της θείας διάνοιας, «ο ζων λόγος» όπως τον αποκαλούσαν, η ενσαρκωμένη σκέψη.

Στον «Τρισμέγιστο Ερμή» αποδίδονται πολλά ελληνικά συγγράμματα τα οποία γράφηκαν κατά τη ρωμαϊκή εποχή και εκπροσωπούσαν το διανοητικό κίνημα του ερμητισμού. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται: «Λόγος τέλειος», σε λατινική μετάφραση με την επιγραφή «Ασκληπιός» ή «Ερμού Τρισμέγιστου Ασκληπιός ήτοι περί φύσεως θεών διάλογος», «Ερμής Τρισμέγιστος Ποιμάνδρης», «Κυρανίδες» ως αποδίδονταν παλαιότερα οι Τυρανίδες, καθώς και άλλα συγγράμματα ιατρομαθηματικά, αστρονομικά κ.α.

Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος έγινε γνωστός στη Δύση κατά την Αναγέννηση όταν ο Μαρσίλιο Φιτσίνο μετάφρασε στα λατινικά το (ελληνικό) κείμενο των σωζόμενων ερμητικών γραπτών, γνωστών σήμερα ως Hermetica ή Corpus Hermeticum. Το κείμενο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους αλχημιστές της εποχής και κρατούνταν μυστικό, οπότε η ετυμολογία της «ερμητικής γνώσης» και της λέξης «ερμητικός» προέρχεται από εδώ.

Γνωστότερο γραπτό που αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο είναι ο Σμαραγδένιος Πίνακας (αγγλ. Emerald Tablet).

Τα γραπτά του Ερμή υποτίθεται πως διδάσκονταν στους μύστες από τους Αιγυπτίους ιερείς πολύ πριν από την εποχή του Πλάτωνα. Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η ηλικία τους αλλά η απώτατη καταγωγή τους χάνεται στη φαραωνική Αίγυπτο. Ωστόσο κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή οι διδασκαλίες του Ερμή του Τρισμέγιστου εξελληνίστηκαν και απέκτησαν έναν λιγότερο πρακτικό και πιο φιλοσοφικό χαρακτήρα, επικεντρωμένο στο μυστικισμό και την αλχημεία ως οδό για τη θεουργία. Έτσι προέκυψε ο ερμητισμός, ως κίνημα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων της κατεχόμενης Αιγύπτου, το οποίο διαδόθηκε ευρύτατα στη ρωμαϊκή Ανατολή κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες

Στον «Τρισμέγιστο Ερμή» αποδίδονται πολλά ελληνικά συγγράμματα τα οποία γράφηκαν κατά τη ρωμαϊκή εποχή και εκπροσωπούσαν το διανοητικό κίνημα του ερμητισμού. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:

«Λόγος τέλειος», σε λατινική μετάφραση με την επιγραφή «Ασκληπιός» ή «Ερμού Τρισμέγιστου Ασκληπιός ήτοι περί φύσεως θεών διάλογος», «Ερμής Τρισμέγιστος Ποιμάνδρης», «Κυρανίδες» ως αποδίδονταν παλαιότερα οι Τυρανίδες, καθώς και άλλα συγγράμματα ιατρομαθηματικά, αστρονομικά κ.ά.

Στο επόμενο κείμενο αναφερόμαστε σε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες περικοπές από δύο συγγράμματα τον «Λόγω Τέλειο» και τον «Ποιμάνδρη».

«Λόγος τέλειος»

Ο ορισμός του Θεού ως πρώτου κινούντος ακινήτου (Αριστοτέλης)

ΕΡΜΗΣ: Κάθε κινούμενο ω Ασκληπιέ, δεν κινείται σε κάτι, και από ποιον κινείται;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Μάλιστα κινείται.

ΕΡΜΗΣ: Και δεν είναι ανάγκη το πράγμα στο οποίο κινείται εκείνο το κάτι να είναι μεγαλύτερο του κινουμένου;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Είναι ανάγκη.

ΕΡΜΗΣ: Άρα το κινούν είναι ισχυρότερο του κινουμένου.

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Ισχυρότερο είναι…

ΕΡΜΗΣ: Μεγάλος λοιπόν είναι ο κόσμος και μεγαλύτερο σώμα απ’ αυτόν δεν υπάρχει και σταθερός, και γεμάτος με πολλά μεγάλα σώματα που υπάρχουν σ’ αυτόν. Ο δε κόσμος είναι σώμα;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Σώμα είναι.

ΕΡΜΗΣ: Και κινούμενο;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Μάλιστα.

ΕΡΜΗΣ: Πόσο μεγάλος πρέπει να είναι ο τόπος στον οποίον κινείται ο κόσμος, και ποίας φύσης; Δεν πρέπει να είναι ο τόπος μεγαλύτερος από τον κόσμο που δέχεται, για να μην εμποδίσει την κίνησή του;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Παμμέγιστος πρέπει να είναι ω τρισμέγιστε.

ΕΡΜΗΣ: Και ποίας φύσης πρέπει να είναι ο τόπος; Ενάντιας φύσης. Άρα Ασκληπιέ, και του σωματικού κόσμου ενάντια φύση είναι το ασώματο. Άρα ο τόπος (ο χώρος) είναι ασώματος, το δε ασώματο πρέπει να είναι κάτι το θεϊκό, ή ο θεός. Και το θεϊκό δεν είναι γεννητό, αλλά αγέννητο. Εάν λοιπόν είναι θεϊκό, είναι ουσιώδες εάν δε είναι ο θεός και ανούσιος είναι και νοητός. Και νοητός είναι για μας, όχι όμως και για τον εαυτό του. Το νοητό υποπίπτει στην αίσθηση του ανθρώπου, όχι όμως και στον θεό… Ο τόπος είναι νοητός ως τόπος, όχι όμως και ως θεός. Εάν νοηθεί ο τόπος ως θεός τότε πρέπει να θεωρηθεί ως καθολική ενέργεια. Κάθε κινητό σώμα δεν κινείται σε κινητό τόπο, αλλά σε ακίνητο…

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Πως όμως ω Τρισμέγιστε τα γήϊνα σώματα κινούνται μαζί μ’ αυτούς που τα κινούν; Μας έχεις ειπεί, ότι οι σφαίρες των πλανωμένων (άστρων) κινούνται από τις σφαίρες των απλανών.

ΕΡΜΗΣ: Αλλά η κίνηση αυτή (των πλανητών) δεν είναι συγκίνηση, αλλά αντικίνηση. Δεν κινούνται ομοιόμορφα οι πλανήτες με τα απλανή (άστρα) αλλά με παράλληλες ενάντιες κινήσεις, η δε ενάντια αυτή κίνηση δημιουργεί την ισορροπία των κινήσεων (των άστρων). Έτσι οι σφαίρες των πλανητών κινούνται αντίθετα προς την κίνηση των απλανών, και δεν μπορεί να γίνει αλλέως… Βλέπεις το πως κινούνται οι αστερισμοί των δύο Αρκτών (της Μεγάλης και της Μικρής) ούτε ανατέλλουν, ούτε δύουν, κινούνται δε περιστροφικά γύρω το ίδιο κέντρο. Κινούνται λοιπόν ή είναι ακίνητοι οι αστερισμοί αυτοί η στέκονται ακίνητοι;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Κινούνται ω τρισμέγιστε.

ΕΡΜΗΣ: Και ποια είναι η κίνησή των ω Ασκληπιέ;

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Περιστρέφονται γύρω από το ίδιο κέντρο των.

ΕΡΜΗΣ: Η κίνηση αυτή δεν είναι παρά περιστροφή γύρω από ένα σταθερό κέντρο. Έτσι προκύπτει ότι η ενάντια κίνηση γίνεται ακίνητη από την άλλη ενάντια κίνηση… Κάθε λοιπόν κίνηση στον κόσμο κινείται σε στάση από τη στάση… Έτσι γίνεται και με την κίνηση του κόσμου, και κάθε υλικού ζωντανού όντος που κινείται στον κόσμο. Ένα άψυχο σώμα δεν μπορεί να κινήσει ένα έμψυχο, το έμψυχο όμως σώμα κινεί το άψυχο…

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Πως το λες αυτό ως Τρισμεγιστε; Τα ξύλα, τις πέτρες, και τα άλλα άψυχα δεν τα κινούν σώματα;

ΕΡΜΗΣ: Όχι Ασκληπιέ. Τα σώματα αυτά που διαλύονται δεν τα διαλύουν εξωσώματα. Τα άψυχα δεν μπορούν να κινήσουν άψυχα. Αυτά διαλύονται από εσωτερικές αιτίες που ενεργούν από μέσα προς τα έξω.

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Στο κενό κινούνται;

ΕΡΜΗΣ: Κανένα από τα όντα δεν είναι άδειο λόγω της ύπαρξής του. Γιατί δεν θα υπήρχε εάν δεν ήταν γεμάτο…

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Οι κάδοι, τα κεραμίδια, μια σκάφη, ένα λαγήνι δεν είναι άδεια σώματα;

ΕΡΜΗΣ: Αλλοίμονο πλανάσε Ασκληπιέ. Δεν είναι σώμα ο αέρας; Κι αυτός ο αέρας δεν πληρεί το σύμπαν; Αυτά που τα λές άδεια, πρέπει να τα λές, κοίλα. Κι’ αυτό γιατί όλα αυτά είναι γεμάτα από αέρα, και όχι άδεια.

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Αναντίρρητος είναι ο λόγος σου ω Τρισμέγιστε, αλλά τον τόπο στον οποίο κινείται το παν πως να τον ονομάσουμε;

ΕΡΜΗΣ: Ασώματον ω Ασκληπιέ.

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Το ασώματο τι είναι;

ΕΡΜΗΣ: Νους, που περιέχεται εξ ολοκλήρου στον εαυτό του. Και είναι ελεύθερος από σώμα, απλανής, απαθής, αναφής, βρίσκεται στον εαυτό του, είναι ο σώστης των όντων, το αγαθόν το οποίο ακτινοβολεί σαν ακτίνες, η αλήθεια, το αρχέτυπο του πνεύματος και της ψυχής.

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ: Ο θεός τι είναι;

ΕΡΜΗΣ: Είναι ο μη υπάρχων από κανένα, εν τούτοις είναι ο αίτιος της ύπαρξης όλων των όντων. Στο σύμπαν δεν υπάρχει θέση για το μη ον, τα πάντα έρχονται στην ύπαρξη από τα υπάρχοντα όντα γιατί πράγματα που δεν υπάρχουν δεν είναι δυνατό να έλθουν στην ύπαρξη και αντίθετα τα όντα που υπάρχουν στη φύση δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν.

Ο θεός δεν είναι νους, αλλά, είναι όμως ο αίτιος της ύπαρξης του Νου. Δεν είναι και πνεύμα αλλά ο αίτιος της ύπαρξης του πνεύματος. Ούτε φως είναι, αλλά είναι ο αίτιος της ύπαρξης του φωτός. Τον θεό πρέπει να τον σεβόμεθα με δύο προσηγορίες που του αρμόζουν και με καμία άλλη, ούτε των άλλων λεγομένων θεών ανθρώπων ή δαιμόνων έστω και αν είναι λίγο αγαθοί, είναι στον Νουν, γιατί αγαθός είναι μόνον ο θεός και μόνον. Γιατί και το σώμα και η ψυχή δεν έχουν θέση στο αγαθό, ει μη μόνον ο θεός. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος του αγαθού, όσο είναι όλα τα όντα και τα σωματικά και τα ασώματα και αισθητά και νοητά. Αυτό είναι το αγαθό, αυτός είναι ο θεός. Μην ονομάσεις το αγαθό κάπως αλλιώς, γιατί ασεβείς…

Το αγαθό δεν νοείται από όλους γι’ αυτό και ο θεός δεν νοείται από όλους. Από άγνοια και τους άλλους θεούς, και ανθρώπους τους προσονομάζουν μερικοί αγαθούς, που δεν μπορούν ούτε να είναι ούτε να γίνουν. Γιατί ο θεός είναι αναλλοτριώτατος και αχώριστος… και αγαθός όχι κατά τιμήν, αλλά κατά φύσιν. Μια είναι η φύση του θεού το αγαθόν, και ένα γένος από το οποίον πηγάζουν όλα τα γένη. Γιατί ο θεός πάντοτε δίνει και τίποτε δεν παίρνει. Ώστε ο θεός είναι το αγαθόν, και το αγαθόν ο θεός.

«Ερμής Τρισμέγιστος Ποιμάνδρης»

Εισαγωγή

Ο Ποιμάνδρης είναι το πρώτο και σημαντικότερο έργο της συλλογής συγγραμμάτων (σε ελληνική, λατινική και κοπτική γλώσσα) που παραδίδονται με το όνομα του Ἑρμῆ Τρισμεγίστου. Η συλλογή, που άρχισε να δημιουργείται σταδιακά από τον 2ο αι. μ.Χ., συνδέεται με τη λατρεία τον αιγυπτιακού θεού Θωθ (στα ελληνικά ως αντίστοιχος θεός θεωρήθηκε ο Ερμής Τρισμέγιστος) και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του συγκρητισμού των αυτοκρατορικών χρόνων.

Περιέχει κείμενα κατά κύριο λόγο αποκαλυπτικά αλλά και κείμενα με αστρολογικό, αλχημιστικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Αν και ο τίτλος της συλλογής (Ερμής Τρισμέγιστος ~ Θωθ) υπονοεί ότι περιέχει αιγυπτιακή σοφία, αυτή περιορίζεται σε ένα επιφανειακό επίπεδο, ενώ κατ᾽ ουσίαν το περιεχόμενο των έργων στηρίζεται σε ελληνικές αντιλήψεις (ιδιαίτερα εμφανής είναι η επίδραση των νεοπλατωνικών αντιλήψεων).

Ο τίτλος Ποιμάνδρης (ποιμὴν ἀνδρῶν) του πρώτου έργου της συλλογής οφείλεται στο υπερφυσικό ον που αποκαλύπτεται μέσα σ᾽ αυτό.

Στο πρώτο απόσπασμα που ανθολογείται εδώ ο ανώνυμος αφηγητής βλέπει σε ένα όραμα τον Ποιμάνδρη, ο οποίος ταυτίζεται με τον Νου, να του αναπτύσσει τη διδασκαλία του για την δημιουργία του κόσμου. «Οι μορφές και οι αποχρώσεις αυτού του οράματος δίνουν», όπως παρατήρησε κάποιος φιλόλογος, «σχεδόν την εντύπωση ενός αφηρημένου έργου τέχνης».

Αξιοπρόσεκτη στην περιγραφή του οράματος είναι η χρήση,-συχνή στα ερμητικά κείμενα- συμβόλων υπό μορφή αντιθετικών ζευγών (π.χ. φως-σκοτάδι, νερό-φωτιά). Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με την παρουσίαση οραμάτων στη λογοτεχνία, η θέαση του οράματος ακολουθείται από την ερμηνεία του. Στο δεύτερο απόσπασμα περιέχεται η -αινιγματική σε μερικά σημεία- αφήγηση για τη δημιουργία του ανθρώπου.

Εδάφ. 1.

ΕΡΜΗΣ, απολογούμενος:
Καθώς συλλογιζόμουν μια μέρα το θέμα της δημιουργίας των όντων, με τις δυνάμεις μου μετέωρες σα να είχα πάθει βαρύ ύπνο ή σωματικό κάματο, με τις αισθήσεις μου παράλυτες, άκουσα ένα υπερμέγεθες απεριόριστο ον να με καλεί ονομαστικά λέγοντάς μου:
– Τι θέλεις να ιδείς, να μάθεις και να γνωρίσεις Ερμή;
– Συ ποίος είσαι; του είπα,

Εδάφ. 2.

ο Ποιμάνδρης, ο αυθεντικός νους. Ξέρω αυτό που θέλεις να μάθεις, και θα σου το διδάξω θα σου συμπαρασταθώ παντού για να σε βοηθήσω. Μου απάντησε.

Εδάφ. 3.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη.
– Θέλω να μάθω για τα όντα , να εννοήσω τη Φύση, να γνωρίσω το Θεό.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Το ξέρω ότι αυτό θέλεις να μάθεις και θα σε διδάξω.

Εδάφ. 4.

ΕΡΜΗΣ απολογούμενος:
– Λέγοντάς μου αυτά ο Ποιμάνδρης, άλλαξαν μονομιάς οι ιδέες μου και αμέσως μου αποκαλύφθηκε όλη η φύση.

Είδα τότε μια θέα πλημμυρισμένη από φως και καταγοητεύτηκα. ύστερα από λίγη ώρα είδα ένα κατωφερές σκοτάδι γεννημένο μερικά, φοβερό και στυγνό σε σπειροειδές σχηματισμό. Είδα επίσης να μεταβάλλεται το σκοτάδι εκείνο σε μια υγρά φύση αφάνταστα ταραχώδη, από τα βάθη της οποίας έβγαινε πυρωμένος καπνός, κι άκουσα κι’ έναν ανεκλάλητο σπαρακτικό ήχο και μια άναρθρη βοή σε φωνή πυρός.

Εδάφ. 5.

ΕΡΜΗΣ απολογούμενος:
– Από τα φωτεινά εκείνα πεδία είδα να ξεχύνεται στη φύση Λόγος ‘Αγιος, κι από την υγρά φύση να ξεπηδά προς τα ύψη ένα κούφιο, δραστικό οξύ και άκρατο πυρ. Είδα επίσης τον ελαφρό αέρα ν’ ακολουθεί το πνεύμα που επλανάτο στη γη κρεμασμένος σ’ αυτό καθώς ανέβαινε από τη γη και τα νερά της προς το πυρ…

Εδάφ. 6.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ προς Ερμή:
– Εννόησες Ερμή όλη αυτή τη θέα;

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Θέλω να τη γνωρίσω καλά.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Λοιπόν Ερμή, το φως εκείνο που είδες είμαι εγώ, ο Θεός σου, ο προϋπάρχων της εμφανισθείσης από το σκότος υγράς εκείνης φύσης ο δε φωτεινός Λόγος που είδες να ξεχύνεται από τα φωτισμένα πεδία προς την υγρά εκείνη φύση που βγήκε από το Νου μου, είναι ο υιός μου, ο Νους είναι ο Πατέρας Θεός. Αυτοί οι δύο, πατέρας και υιός, δεν ξεχωρίζονται ο ένας από τον άλλο, η δε ένωσής τους είναι η ζωή.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Ευχαριστώ (για όλα αυτά που μαθαίνω).

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Τώρα νόησε αυτό το φως και Γνώρισε το:

Εδάφ. 7.

ΕΡΜΗΣ απολογούμενος:
– Λέγοντάς μου αυτά ο Ποιμάνδρης με κοίταζε κατάματα. Τότε εγώ άρχισα να τρέμω. Ύστερα σαν συνήλθα ένιωσα το φως εκείνο στην αναρίθμητη δύναμή του, και τον κόσμο απεριόριστα γεννημένο πλημμυρισμένο από πυρ μεγάλης έντασης…

Εδάφ. 8.

ΕΡΜΗΣ Καθώς όμως με είδε έτσι έκπληκτο ο Ποιμάνδρης, μου είπε:
– Είδες Ερμή με το νου σου το αρχέτυπο είδος, το προϋπάρχον της απέραντης αρχής;

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Τα στοιχεία όλης αυτής της φύσης από που προήλθαν;

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ: Από το θέλημα του Θεού.
– Με το λόγο του κοσμοποιήθηκε όλη αυτή η φύσης και τα γεννήματα των ψυχών της.

Εδάφ. 9.

Ο δε Νους – Θεός, αρσενοθήλυκος όντας, ζωή και φως υπάρχων, εγέννησε άλλο δημιουργό Νουν, από πυρ και πνεύμα. Αυτός ο δεύτερος Νους δημιούργησε τους διοικητές του αισθητού κόσμου που περικλείεται σ’ επτά κύκλους, η διοίκηση των οποίων καλείται Ειμαρμένη.

Εδάφ. 10.

Στα κατωφερή στοιχεία ξεπήδησε ο του Θεού Λόγος στο καθαρό της φύσης δημιούργημα, ενώθηκε με το δημιουργό νου που είναι ομοούσιος με τον πατέρα, και δημιουργήθηκε από τα κατωφερή στοιχεία η ύλη.

Εδάφ. 11.

Ο δε δεύτερος δημιουργός Νους ο περικλείων τους επτά κύκλους και τις δίνες των ριζών τους, μαζί με το λόγο έστρεψε τα δημιουργήματα του, κι άρχισαν να περιστρέφονται από μία αόριστη αρχή προς ένα απέραντο τέλος, η δε περιφορά καθώς το θέλησε ο Νους δημιούργησε από τα κατωφερή στοιχεία ζώα άλογα χωρίς λόγο, ο αέρας δημιούργησε πετεινά και τα νερά υδρόβια πλάσματα. Κι όταν χώρισε η γη από τα νερά της δημιουργήθηκαν όπως το θέλησε ο Νους ζώα τετράποδα, ερπετά και άγρια και ήμερα ζώα.

Εδάφ. 12.

Ο δε πατέρας όλων ο Νους, ζωή και φως υπάρχων, γέννησε άνθρωπο όμοιο μ’ αυτόν. Περικαλλής δε καθώς ήταν, επειδή είχε τη δική του μορφή, τον αγάπησε σαν παιδί του και του έδωσε την εξουσία όλων των δημιουργημάτων του.

Εδάφ. 13.

Ο δε άνθρωπος (ο δεύτερος θεός) κατανοήσας την πύρινη κτήση της δημιουργίας, θέλησε κι αυτός να δημιουργήσει… Και αφού έμαθε την ουσία της δημιουργίας θέλησε να διανοίξει την περιφέρεια των κύκλων, για να κατανοήσει το κράτος που κάθονταν επάνω στο πυρ.

Εδάφ. 14.

Κι ως εξουσιαστής του θνητού κόσμου και των αλόγων ζώων, βλέποντας τη μορφή του στα νερά θέλησε να κατοικήσει εκεί, και μόλις το σκέφθηκε αυτό, το θέλημά του ενεργοποιήθηκε, και κατοίκησε την άλογο μορφή της φύσης. Αυτή δε τον αγκάλιασε, περιπλέχτηκε μαζί του στην ύλη, κι έσμιξε μ’ αυτόν (κι έγινε ο άνθρωπος της γης).

Εδάφ. 15.

Γι’ αυτό πέρα από τ’ άλλα ζώα της γης, ο άνθρωπος είναι διπλός θνητός ως προς το σώμα, αθάνατος όμως ως προς τον ουσιώδη άνθρωπο. Όμως αν και είναι ουσιωδώς αθάνατος κι έχει την εξουσία όλων των δημιουργημάτων, ο άνθρωπος πάσχει ως θνητός στο σώμα, υποκύπτοντας στη μοίρα του.

Εδάφ. 16.

Αυτό είναι το κρυφό μυστήριο, Ερμή… Η φύση αφού έσμιξε με τον άνθρωπο έκανε αυτό το θαύμα, γιατί έχει την αρμονία των επτά φύσεων που είναι από πνεύμα και πυρ. Ύστερα (ο δεύτερος θεός) δημιούργησε άλλους επτά ανθρώπους που έχουν τη φύση των κύκλων του…

Εδάφ. 17.

Η γη ήταν θηλυκή, είχε δε και οχευτικά. Από το πυρ πήρε την πυρά κι από τον αιθέρα το πνεύμα, κι έτσι δημιουργήθηκε το είδος του ανθρώπου της. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από ζωή και φως. Από μεν τη ζωή πήρε την ψυχή, από δε το φως το νουν. Και βρίσκεται στον αισθητό αυτό κόσμο και θα βρεθεί ως το τέλος της περιόδου.

Εδάφ. 18.

Άκουσε τώρα Ερμή και το λόγο που ποθείς, 0ταν η ώρα της περιόδου ήλθε και λύθηκε ο σύνδεσμος των πάντων, κατά βούληση του θεού όλα τα ζώα που ήσαν στην αρχή αρσενοθήλυκα ξεχωρίστηκαν σε αρσενικά και θηλυκά και ο θεός μόλις έγινε αυτό είπε: « Αυξάνεστε και πληθύνεσθε εν πλήθη όλα τα δημιουργήματα και τα κτίσματα, κι ας αναγνωρίσει ο καθένας τον εαυτό του αθάνατο και τον αίτιο του θανάτου έρωτα και όλα τα όντα.».

Εδάφ. 19.

Η πρόνοια μέσω της ειμαρμένης και της αρμονίας έκαμε τις μίξεις και τις γενέσεις και πληθύνθηκαν κατά γένη τα πάντα. Και όποιος εννόησε την αποστολή του, τράβηξε το δρόμο του περιουσίου αγαθού, όποιος δε αγάπησε από πλάνη προς τον έρωτα όχι την ψυχή του αλλά το σώμα του, αυτός θα παραμείνει στο σκοτάδι πλανώμενος, πάσχοντας αισθητά τα του θανάτου.

Εδάφ.20.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Γιατί θεωρούνται τόσο αμαρτωλοί οι άνθρωποι; Ότι κάνουν το κάνουν από άγνοια. Και αφού αμαρτάνουν γι’ αυτό, γιατί να στερηθούν την αθανασία;

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Δεν κατάλαβες καλά Ερμή τα όσα σου αποκάλυψα.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Τα έχω εννοήσει και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Εάν τα έχεις εννοήσει τότε ειπέ μου γιατί είναι άξιοι του θανάτου όσοι βρίσκονται στο θάνατο;

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Γιατί τα σώματά τους σκεπάσθηκαν από το στυγνό σκότος, από το οποίο η υγρά φύση δημιούργησε το σώμα στον αισθητό κόσμο από τον οποίο τροφοδοτείται ο θάνατος.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:

Εδάφ. 21.

Ορθά τα κατάλαβες όλα αυτά Ερμή. Είπε μου όμως και κάτι άλλο, γιατί όποιος εννοήσει τον εαυτό του προχωρεί στον αγαθό δρόμο του θεού;

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Γιατί τον άνθρωπο ο θεός τον έχει δημιουργήσει από φως και ζωή.

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Μπράβο Ερμή γιατί φως και ζωή είναι ο θεός και πατέρας σας, κι από αυτά τα στοιχεία δημιουργήθηκε και ο άνθρωπος. Και εάν το πιστεύει ο άνθρωπος ότι έχει δημιουργηθεί από φως και ζωή, τότε ασφαλώς θα προχωρήσει προς ζωή.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Αλλά πως και με ποιο τρόπο θα προχωρήσει ο άνθρωπος προς τη ζωή;

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Ο προικισμένος με νουν άνθρωπος ας αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Εδάφ.22.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:

– Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι νουν;

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:

– Χαίρω γιαυτό που λες. Γιατί εγώ ο νους θα είμαι στο πλευρό των αγίων, των αγαθών, των καθαρών, των ελεήμονων και τω ευσεβών και η παρουσία μου στο πλευρό τους, θα τους γίνει στην ύστατη ώρα βοήθεια, κι αμέσως θα τα γνωρίσουν όλα και τον πατέρα θα τον αισθανθούν με αγάπη, και θα τον ευχαριστήσουν, θα τον ευλογήσουν και θα τον υμνήσουν στρέφοντας προς αυτόν την ψυχή τους. Και πριν παραδώσουν το σώμα τους στο θάνατο θα ιδούν στις αισθήσεις τους όλα τα έργα τους. Εγώ όμως ο Νους – θεός που θα είμαι την ώρα εκείνη κοντά τους, θα αποκλείσω από το βιβλίο της ζωής τους τις κακές κι αισχρές πράξεις τους περικόπτοντας από την ταινία της ζωής τους τις άσχημες θύμησές τους.

Εδάφ. 23.

Στους ανόητους όμως και στους κακούς, πονηρούς, φθονερούς, πλεονέκτες, φονιάδες και ασεβείς, θα σταθώ μακριά τους. Αυτούς θα τους παραλάβουν οι τιμωροί δαίμονες που θα τους προσβάλλουν με την οξύτητα του πυρός για να τσακίσουν τις αισθήσεις τους.

Εδάφ.24.

ΕΡΜΗΣ στον Ποιμάνδρη:
– Όλα αυτά που μου δίδαξες είναι καλά. Αλλά πες μου πως θ’ ανεβούν οι αγαθές ψυχές προς τα άνω;

ΠΟΙΜΑΝΔΡΗΣ στον Ερμή:
– Πρώτα, όταν έλθει η ώρα του θανάτου, το υλικό ανθρώπινο σώμα θα παραδοθεί στην αλλοίωση και τον αφανισμό. Το ήθος του ανθρώπου θα παραδοθεί στο δαίμονα ανενέργητο, οι αισθήσεις του σώματος θα επανέλθουν στις πηγές τους για να γίνουν μέρη ενέργειας και ο θυμός και η επιθυμία θα ριχθούν στην άλογο φύση.

Εδάφ.25.

Ετσι η ψυχή του ανθρώπου θα εξορμήσει από τη γη προς τα άνω με τη βοήθεια της αρμονίας και θα δώσει: στην πρώτη ζώνη, την αυξητική και μειωτική ενέργεια, στη δεύτερη ζώνη, τη μηχανή των κακών έξεων και το δόλο ανενέργητο, στην τρίτη ζώνη την επιθυμία της απάτης ανενέργητη, στην τέταρτη ζώνη την προφάνεια της αρχοντιάς απλεονέκτητη, στην πέμπτη ζώνη το ανούσιο θράσος και την προπέτεια της τόλμης, στην έκτη ζώνη τις κακές αφορμές του πλούτου ανενέργητες και στην έβδομη ζώνη θα δώσει το ενεδρεύον ψεύδος.

Εδάφ. 26.

Και τότε γυμνή η ψυχή του ανθρώπου από τις ενέργειες της αρμονίας θα φθάσει στην όγδοη ζώνη με τις δικές της δυνάμεις, και θα υμνήσει μαζί με τις εκεί ψυχές τον πατέρα, και θα δεχθεί τα συγχαρητήριά τους. Έτσι, ισότιμη πλέον η ψυχή με τις εκεί ψυχές οι οποίες θα την υποδεχθούν και θα τη συγχαρούν, θα ενωθεί μαζί τους και θα ακούσουν όλες μαζί τον ύμνο των υπεράνω της ζώνης των ψυχών προς το θεό. Και τότε όλες μαζί οι ψυχές θα υψωθούν προς τον πατέρα και θα συγχωνευθούν εκεί μαζί του… Και τώρα που τα είδες, τ’άκουσες και τα έμαθες όλα αυτά, κατέβα Ερμή πίσω στη γη και γίνου εκεί οδηγός στους άξιους γιατί χάρη σε σένα θα σωθεί το ανθρώπινο γένος.

Εδάφ. 27.

ΕΡΜΗΣ, απολογούμενος:
– Αυτά μου αποκάλυψε ο Ποιμάνδρης που είχε μπει στο είναι μου. Κι εγώ αφού ευχαρίστησα και ευλόγησα τον πατέρα όλων, υψώθηκα απ’ αυτόν, δυναμώθηκα, διδάχθηκα τα πάντα τα της φύσης στη μεγίστη θέα, κι άρχισα να κηρύττω στους ανθρώπους το κάλλος της ευσέβειας και της γνώσης ως ακόλουθα:

«Άνδρες γηγενείς που παραδοθήκατε στον ύπνο στο μεθύσι και στην αγνωσία του θεού, ξυπνήστε, παύσατε την κραιπάλη θελγόμενοι από την κτηνώδη αυτή ευχαρίστησή σας».

Εδάφ. 28.

Εκείνοι με άκουσαν και με περικύκλωσαν ομαδικά, και εγώ τους είπα. «Γιατί άνδρες γηγενείς παραδοθήκατε στον θάνατο αφού έχετε εξουσία στην αθανασία; Μετανοήστε όσοι βρίσκεσθε στην άγνοια’ απαλλαγείτε από το φωτεινό σκοτάδι’ μεταλάβατε της αθανασίας’ εγκαταλείψατε την φθορά!».

Εδάφ. 29.

Από τους ακροατές μου εκείνους άλλοι άρχισαν να φλυαρούν και να απέρχονται, ακολουθώντας τον δρόμο του θανάτου, άλλοι δε πέσανε στο γόνατά μου και με παρακαλούσαν να συνεχίσω να τους διδάξω. Εγώ τους είπα να σηκωθούν όρθιοι και γενόμενος καθοδηγός του γένους μας, άρχισα να τους διδάσκω το πως, με ποίο τρόπο μπορούν να διασωθούν. Κι εκείνοι άκουσαν τους σοφούς λόγους μου, ετράφησαν με το ποτό της Αμβροσίας, και καθώς άρχισε ο ήλιος να δύει τους παρεκάλεσα να ευχαριστήσουν τον θεό και ν’ αποσυρθούν ο καθένας στα σπίτια των.

Εδάφ. 30.

Εγώ δε, την ευεργεσία του Ποιμάνδρη την κατέγραψα στο είναι μου, και πληρωθείς όπως το ήθελα, ένιωσα πως ο ύπνος του σώματός μου έγινε αληθινή όραση, η σιωπή μου εγγύηση του αγαθού, και η εκφορά του λόγου μου γέννημα αγαθών. Αυτά μου συνέβησαν όταν διδάχτηκα νοερά τους αυθεντικούς λόγους του Ποιμάνδρη, κι έγινα θεόπνευστος.

Το μήνυμα είναι απλό - συγχώρησε τον εαυτό σου για τα πράγματα που τα έχεις θαλασσώσει

Το πιο δύσκολο άτομο να συγχωρήσουμε, είναι συχνά ο ίδιος μας ο εαυτός. Άσχετα με το αν τα θαλασσώσαμε στον τελικό του κολεγίου, βλάψαμε τα συναισθήματα κάποιου, ξυπνήσαμε αργά για την δουλειά μας, όταν είχαμε μια σημαντική συνάντηση, ή συμπεριφερθήκαμε πραγματικά αδέξια σε μια κοινωνική εκδήλωση, πρέπει να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και να προχωρήσουμε.


Πρέπει να δεχθούμε ότι έχουμε ελαττώματα. Ένας από τους μόνιμους φόβους μου είναι ότι το άγχος μου συμπαρασύρει προς τα κάτω εκείνους που αγαπώ. Μισώ το άγχος μου που μου δίνει αυτόν τον επί πλέον φόβο ότι είμαι τίποτα άλλο από βάρος για τους ανθρώπους που αγαπώ. Δεν μπορώ να σας πω πόσο χρόνο έχω σπαταλήσει κτυπώντας τον εαυτό μου για το γεγονός ότι έχω άγχος. Και ποιος είναι ο λόγος; Δεν είναι κάτι που μπορώ να αλλάξω στον εαυτό μου - μπορώ να το διαχειριστώ μέχρι ένα σημείο, αλλά πέρα από αυτό, είναι έξω από τον έλεγχό μου.

Πρέπει να δεχθώ ότι το άγχος αποτελεί μέρος του εαυτού μου. Πολλοί από εμάς έχουμε πράγματα που αρνούμαστε να δεχτούμε για τους εαυτούς μας, και συνεχίζουμε να προσπαθούμε και να παλεύουμε. Αντί να βομβαρδίζουμε τον εαυτό μας με αρνητικές σκέψεις, «Ω, ήμουν τόσο αδέξιος - άκουσα τα λόγια που βγήκαν από το στόμα μου;» πρέπει να μάθουμε να γελάμε με τον εαυτό μας. Να αποβάλουμε τις ανησυχίες μας ότι θα φανούμε ανόητοι. Να αγκαλιάσουμε τις αδυναμίες, ή τις ιδιορρυθμίες, ή τα ελαττώματα που μας κάνουν ανθρώπινα όντα.

Η αυτο-συγχώρεση είναι σημαντική για την ισορροπία. Όταν κάνεις κάποιο λάθος ή πληγώσεις κάποιον, παραδέξου το. Αλλά μην αφήσεις τον εαυτό σου να το χρησιμοποιήσει ως καύσιμο που θα δυναμώσει την φωτιά της αυτο-απέχθειας. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, ακόμη και εσύ.


Επέκτεινε την χάρη που δίνεις στους άλλους, και στον εαυτό σου. Έχουμε δύο επιλογές - συγχωρούμε τον εαυτό μας για τα λάθη που κάνουμε, ή συνεχίζουμε να πολλαπλασιάζονται το μίσος για τον εαυτό μας. Το μήνυμα είναι απλό - συγχώρησε τον εαυτό σου για τα πράγματα που τα έχεις θαλασσώσει, και αγκάλιασε το ποιος είσαι – με τα ελαττώματα και όλα.

Όσοι κι αν περάσουν υπάρχει αυτός ο κάποιος που δε μας περνά

Το έχεις νιώσει κι εσύ. Ξέρεις πώς είναι. Όλοι ξέρουμε. Γιατί όλοι μας κάποια στιγμή το αισθανθήκαμε. Δεν έχει σημασία αν είναι ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος έρωτας. Δεν είναι ποσοτικό το ζήτημα. Ερωτευόμαστε, παθιαζόμαστε, ονειρευόμαστε, σχεδιάζουμε, το ζούμε. Κι αυτό είναι σημαντικό. Να μπορείς να νιώσεις. Να μην είσαι κενός από συναισθήματα. Η συναισθηματική νοημοσύνη σου να είναι ενεργή κι αυτό να σε κάνει ευτυχισμένο.

Ωστόσο, έρχεται εκείνος ο ένας. Αυτός που σε αποδυναμώνει. Που παραλύεις στη σκέψη του, που δεν κοιμάσαι στη θύμησή του, που δεν περνάει στιγμή χωρίς να τον σκεφτείς. Σκέφτεσαι, ναι. Μονίμως. Κι είναι ο ίδιος που ενώ πια δεν υπάρχει στη ζωή σου, πάλι τον σκέφτεσαι. Έντονα, δυνατά και κατ’ εξακολούθηση. Σε άλλο μοτίβο πια. Κι ίσως πιο εκλογικευμένα. Ίσως, είπα.

Αυτό το πρόσωπο έγινε κομμάτι τη ζωής σου χωρίς να το καταλάβεις. Γινόταν κάθε μέρα κομμάτι σου κι εσύ εξακολουθούσες να μην το αντιλαμβάνεσαι. Ώσπου πια μεγαλώσατε, και μεγαλώσατε τόσο που γίνατε ίδιοι. Που ξεκινήσατε να μοιάζετε. Οι φιγούρες σας, οι κινήσεις των χεριών σας, οι μορφασμοί σας, τόσο που σας περνούσαν για συγγενείς. Όμως ξεκίνησαν να μοιάζουν κι οι αντιδράσεις σας. Όσο άλλαζες του έμοιαζες κι αυτό δεν έχει πάντα θετικό αποτέλεσμα. Κι αυτό το μοναδικό πρόσωπο έγινε η δική σου ιστορία.

Ίσως να χώρισαν οι δρόμοι σας με τον πιο απρόσωπο τρόπο. Ίσως με ένα «Θέλω να προχωρήσω», τόσο άψυχα και τόσο εγωιστικά να τελείωσε, όμως κατάλαβες ότι είχε δίκιο. Γιατί τη στιγμή που η φθορά επήλθε, τόλμησε να αποχωρήσει και να διαφυλάξει αυτό που είχατε δημιουργήσει απ’ την αρχή. Τόλμησε ο ίδιος και για τους δυο σας. Για να μην εκμηδενίσει αυτό το νέο κομμάτι που είχατε φτιάξει μαζί. Τη στιγμή εκείνη απλά φεύγεις με αξιοπρέπεια και κλαις γιατί κατάλαβες ότι θα προχωρήσεις κι εσύ, όμως σαν μονάδα πια. Μια ανεξάρτητη οντότητα που δεν ήθελες να γίνεις τότε.

Όσο κι αν στεναχωριέσαι, όσο κι αν πενθείς σχεδόν, τη στιγμή που φεύγεις, οφείλεις να τον αγαπάς περισσότερο. Γιατί με τον τρόπο του κατάλαβες ότι ένιωσε το ίδιο χωρίς κανένα ψεγάδι απογοήτευσης. Οφείλεις να σκεφτείς πως ίσως ήταν και τύχη αυτό το ξαφνικό δέσιμο απ’ την πρώτη στιγμή, αυτή η αμεσότητα χωρίς δεύτερη σκέψη που τη μοιραζόσουν κι είχες ανταπόκριση!

Γιατί υπάρχουν κι αυτοί που ερωτεύτηκαν χωρίς ανταπόκριση και δεν ήταν ποτέ σε σχέση με τον έρωτά τους. Άλλοι μπορεί να έζησαν μαζί και κάποια στιγμή να χώρισαν οι δρόμοι τους και κάποιοι άλλοι μπορεί αυτή τη στιγμή να είναι ακόμα μαζί. Το κοινό τους σημείο είναι ένα: Ότι κανείς τους δεν πρόκειται να ξεχάσει.

Ούτε εσύ. Ούτε εγώ. Και χαίρομαι. Μπορεί να πέρασαν και σένα απ’ το μυαλό σου σκέψεις πως δεν το χειρίστηκες σωστά, πως αν γυρνούσες το χρόνο πίσω θα το διαχειριζόσουν διαφορετικά, όμως είναι λάθος. Δε γυρνάς το χρόνο ούτε τον τρέχεις.

Φέρθηκες κι ένιωσες όπως είχες τη δύναμη τότε να το κάνεις. Μη σε τρομάζει που δεν μπορείς να ξεχάσεις, δε θα γίνει ποτέ αυτό. Όχι γιατί δεν μπορείς να προχωρήσεις, ίσα-ίσα, αλλά γιατί με εκείνον τον άνθρωπο έμαθες πώς είναι να ερωτεύεσαι με ανιδιοτέλεια. Πώς είναι να λυπάσαι με όλη σου την ψυχή. Πώς είναι να νιώθεις στον έπακρον. Να νιώθεις με υπερβολή! Και δεν ξέρεις πόσο υγιές είναι όλο αυτό.

Κι όταν τελικά φτάσεις στο σημείο να τα σκεφτείς όλα αυτά με ψυχραιμία, τότε και μόνο τότε θα μπορείς να ξανανιώσεις, να ξαναδώσεις και να παραδοθείς με έναν τρόπο διαφορετικό, ιδανικό για τα σημερινά σου δεδομένα.

Γιατί άλλαξες κι εσύ και τα συναισθήματά σου μπορεί να είναι πιο μετρημένα πια, αλλά δε θα συγκρίνονται με εκείνα. Μεγάλωσες κι όσα είσαι έτοιμος να μοιραστείς, είναι πια σημαντικά όπως κι εσύ και δυνατά όσα κι εσύ. Γιατί οι εμπειρίες κι ο χρόνος σε δυνάμωσαν.

Μεγαλώνοντας βέβαια βάζεις και περισσότερα φίλτρα, αλλά δεν ξέρω αν είναι απαραίτητα κακό αυτό. Να είσαι μόνο έτοιμος να δεις αυτό που θα έρθει

Λογική ή διαίσθηση; Τι σας χαρακτηρίζει περισσότερο;

Μπορεί σε κάποιο στάδιο της ζωής σας να ακολουθήσατε κάποιο προαίσθημα, διαίσθηση ή απλά μια υποψία για να πάρετε μια απόφαση. Ή μπορεί να είστε πιο ορθολογικό άτομο και να σκέφτεστε τα πράγματα σε βάθος πριν πάρετε μια απόφαση. Παρακάτω θα βρείτε μερικά σημάδια που θα σας βοηθήσουν να ανακαλύψετε τι σας χαρακτηρίζει περισσότερο.

Ορθολογικά άτομα και διαισθητικά άτομα
Αυτό δεν είναι απόλυτο· όλοι έχουμε μερικές φορές κάποια διαίσθηση και σίγουρα όλοι σκεφτόμαστε τα προβλήματά μας και άλλα πράγματα πριν λάβουμε μια απόφαση. Ωστόσο, δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι υπάρχουν ορισμένα άτομα που είναι περισσότερο διαισθητικά από κάποια άλλα. Μερικοί άνθρωποι επιτρέπουν πιο συχνά στα προαισθήματά τους να τους καθοδηγούν, ενώ άλλοι που είναι πιο επιφυλακτικοί σκέφτονται τα πράγματα πολύ περισσότερο πριν κάνουν οποιαδήποτε κίνηση.

Συνήθως, αυτοί οι τρόποι συμπεριφοράς και λήψης αποφάσεων συνδέονται με την προσωπικότητά μας. Ωστόσο, κάτι που προκαλεί αρκετό ενδιαφέρον και θα πρέπει να γνωρίζετε είναι ότι δεν είναι εντελώς παράλογο να ακολουθείτε τη διαίσθησή σας για ορισμένα πράγματα. Για την ακρίβεια, καθόλου παράλογο. Στην πραγματικότητα, οι ειδικοί θεωρούν ότι πολλές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τα προαισθήματα και τη διαίσθηση. Αλλά δεν προέρχονται από απερίσκεπτες ενέργειες. Θα σας εξηγήσουμε το λόγο παρακάτω.

1. Διαισθητικά άτομα
Διαίσθηση, προαίσθημα… Όλοι τα γνωρίζουμε. Είναι ξαφνικά συναισθήματα που σας ενημερώνουν ότι μάλλον είναι καλύτερα να πάρετε ένα συγκεκριμένο δρόμο.Για παράδειγμα, ότι κάποιος δεν έχει καλή επιρροή πάνω σας και ότι καλό είναι να τον αποφύγετε…

Συχνά δεν αποδεχόμαστε αυτά τα προαισθήματα ως λογικά καθώς προέρχονται καθαρά από ανθρώπινα συναισθήματα και αισθήματα και όχι από τον εγκέφαλό μας, γεγονός που θα καθιστούσε αυτή την ενέργεια λογική και επαγωγική. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Τα προαισθήματα είναι πραγματικά γρήγορες κρίσεις αξιολόγησης που προέρχονται από την προσωπικότητά σας και από προηγούμενες εμπειρίες. Οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή σας αποθηκεύεται και φυλάσσεται μαζί με τα αισθήματα που σας προκάλεσε αυτό. Κατά συνέπεια, όταν έρχεστε αντιμέτωποι με κάποιο ερέθισμα, εμφανίζονται ξαφνικά συναισθήματα που σας λένε να «κάνετε αυτό, να πάτε από εκεί, να πάρετε το ρίσκο, να επιλέξετε αυτό το άτομο ή να γυρίσετε». Πρόκειται για περιστατικά που βασίζονται σε αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί στο παρελθόν. Σχετίζονται επίσης με την προσωπικότητά σας.
Όλα αυτά κρύβονται πίσω από τον περίπλοκο κόσμο των διαισθήσεων, αυτά τα ξαφνικά συναισθήματα που εμφανίζονται στο μυαλό σας χωρίς να γνωρίζετε πραγματικά το λόγο. Όντως υπάρχουν άτομα που πάντα ακολουθούν τη διαίσθησή τους και δεν την αγνοούν. Δίνουν προσοχή και υπακούουν σε αυτό που πολλοί άνθρωποι αποκαλούν ένστικτο.

Αλλά προσέξτε. Θα πρέπει να θυμάστε ότι επειδή αυτά τα αισθήματα και τα κρυφά προαισθήματα που έχουμε μέσα στην καρδιά μας είναι πολύ γρήγορα, δεν είναι πάντα η καλύτερη ή σωστή απάντηση. Δεν είναι πάντα αποτελεσματικά. Συνεπώς, άλλοι άνθρωποι είναι πιο επιφυλακτικοί και ας έχουν αυτό το προαίσθημα ή τη διαίσθηση· προτιμούν να τα παραμερίζουν και να είναι πιο προσεκτικοί. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν περισσότερο ορθολογική προσωπικότητα.

2. Ορθολογικά άτομα
Η ορθολογική σκέψη καθοδηγείται από συνειδητές πληροφορίες: για οτιδήποτε έχουμε ακριβώς μπροστά μας, για οτιδήποτε βλέπουμε και αγγίζουμε, για οτιδήποτε μπορούμε να συγκρίνουμε με άλλα πράγματα μέσω άλλων πληροφοριών ή διαβάζοντας.

Οι αποφάσεις των ορθολογικών ατόμων είναι πολύ πιο αργές και προσεκτικές. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν λιγότερες πηγές· απλώς είναι πιο σκεπτικοί και ίσως λίγο περισσότερο ανασφαλείς. Ωστόσο, μερικές φορές αυτό μπορεί να είναι καλό καθώς τους βάζει στη διαδικασία να κάνουν έναν «τυπικό έλεγχο» πριν πάρουν μια απόφαση. Αυτά τα άτομα φοβούνται επίσης να κάνουν λάθη και πάντα ψάχνουν για τη σωστή απάντηση και την καλύτερη απόφαση.

Κατά συνέπεια, είναι πιο προσεκτικοί αλλά μερικές φορές οι άνθρωποι δεν έχουν τόσο χρόνο για να πάρουν μια απόφαση. Επιπλέον, μερικές φορές δεν μπορούμε να πάρουμε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε πριν αποφασίσουμε για κάτι. Για παράδειγμα, δεν μπορείτε να ξέρετε τα πάντα για έναν άνθρωπο πριν αποφασίσετε αν θέλετε να τον ερωτευτείτε ή όχι. Απλώς συμβαίνει και γι’ αυτό το λόγο, στην πραγματικότητα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι διαισθητικοί. Τα συναισθήματα πάντα υπερτερούν έναντι της λογικής. Οι άνθρωποι είναι πλήρως συναισθηματικά όντα.

Είναι καλύτερα να διατηρείτε μια ισορροπία. Μην βιάζεστε όταν πρέπει να πάρετε μια απόφαση αλλά παράλληλα να μην είστε και τόσο επιφυλακτικοί. Συνήθως, η ανασφάλεια προέρχεται από κάποιο είδος υπαρξιακού πόνου. Επομένως, είναι καλύτερο να διατηρείτε μια ισορροπία και στις δυο πλευρές.

Συμφωνείτε; Εσείς σε ποια κατηγορία ανήκετε; Είστε περισσότερο ορθολογικό ή διαισθητικό άτομο;