Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ, [ΛΟΓΓΙΝΟΣ] - Περὶ ὕψους 2, 7.2-8.1, 10, 12.3-5

Το υψηλό στη λογοτεχνία

Στα χειρόγραφα η πραγματεία Περὶ ὕψους παραδίδεται ως έργο (α) Ανωνύμου, (β) Διονυσίου ή Λογγίνου και (γ) Διονυσίου Λογγίνου. Παλαιότερα εθεωρείτο έργο του Κάσσιου Λογγίνου (3ος αι. μ.Χ.), είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι γράφτηκε κατά τον 1ο αι. μ.Χ. Για λόγους πρακτικούς χρησιμοποιείται και σήμερα συμβατικά το όνομα Λογγίνος. Η πραγματεία έχει τη μορφή επιστολής με αποδέκτη τον Ποστούμιο Τερεντιανό, πιθανώς κάποιον Ρωμαίο φίλο ή μαθητή του συγγραφέα. Αφορμή για τη συγγραφή στάθηκε το ομότιτλο σύγγραμμα του Καικίλιου από την Καλή Ακτή της Σικελίας, ο οποίος -σύμφωνα με τον συγγραφέα του Περὶ ὕψους- πραγματευόταν το θέμα με τρόπο που δεν ικανοποιούσε. Αν και η πραγματεία Περὶ ὕψους δεν σώζεται ολόκληρη (υπολογίζεται ότι έχει εκπέσει κατά τη χειρόγραφη παράδοση του έργου περίπου το 1/3), η δομή της είναι ευδιάκριτη: στην αρχή συζητείται το ερώτημα αν το υψηλό είναι διδακτό ή αποτελεί έμφυτο χάρισμα· ακολούθως αναφέρονται λάθη που μπορεί να διαπράξει κανείς στην προσπάθειά του να επιτύχει το υψηλό και θίγεται το ζήτημα της φύσης του υψηλού· έπεται αναφορά στις πηγές του υψηλού και στις αιτίες για την παρακμή της λογοτεχνίας. Η ίδια η έννοια του ὕψους δεν ορίζεται, καθίσταται ωστόσο σαφές και από τα παραδείγματα που παρατίθενται ότι δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο ύφος, αλλά συνίσταται στην ύπαρξη βαθυστόχαστης σκέψης συνυφασμένης με την "άκρα τελειότητα και κορύφωση της γλωσσικής έκφρασης" που οδηγούν τον αναγνώστη στην έκσταση. Το ὕψος αποτελεί "την ηχώ μιας μεγάλης ψυχής". Με την έννοια αυτή του υψηλού συνάδει και το ύφος του ίδιου του έργου, το οποίο δεν θυμίζει το συστηματικό και ξηρό ύφος παρόμοιων πραγματειών.

Περὶ ὕψους 2, 7.2-8.1, 10, 12.3-5

[2.1] ἡμῖν δ᾽ ἐκεῖνο διαπορητέον ἐν ἀρχῇ, εἰ ἔστιν ὕψους τις ἢ βάθους τέχνη, ἐπεί τινες ὅλως οἴονται διηπατῆσθαι τοὺς τὰ τοιαῦτα ἄγοντας εἰς τεχνικὰ παραγγέλματα. γεννᾶται γάρ, φησί, τὰ μεγαλοφυῆ καὶ οὐ διδακτὰ παραγίνεται, καὶ μία τέχνη πρὸς αὐτὰ τὸ πεφυκέναι· χείρω τε τὰ φυσικὰ ἔργα, ὡς οἴονται, καὶ τῷ παντὶ δειλότερα καθίσταται ταῖς τεχνολογίαις κατασκελετευόμενα. [2.2] ἐγὼ δὲ ἐλεγχθήσεσθαι τοῦθ᾽ ἑτέρως ἔχον φημί, εἰ ἐπισκέψαιτό τις ὅτι ἡ φύσις, ὥσπερ τὰ πολλὰ ἐν τοῖς παθητικοῖς καὶ διηρμένοις αὐτόνομον, οὕτως οὐκ εἰκαῖόν τι κἀκ παντὸς ἀμέθοδον εἶναι φιλεῖ, καὶ ὅτι αὐτὴ μὲν πρῶτόν τι καὶ ἀρχέτυπον γενέσεως στοιχεῖον ἐπὶ πάντων ὑφέστηκεν, τὰς δὲ ποσότητας καὶ τὸν ἐφ᾽ ἑκάστου καιρὸν ἔτι δὲ τὴν ἀπλανεστάτην ἄσκησίν τε καὶ χρῆσιν ἱκανὴ πορίσαι καὶ συνενεγκεῖν ἡ μέθοδος, καὶ ὡς ἐπικινδυνότερα, αὐτὰ ἐφ᾽ αὑτῶν δίχα ἐπιστήμης, ἀστήρικτα καὶ ἀνερμάτιστα ἐαθέντα τὰ μεγάλα, ἐπὶ μόνῃ τῇ φορᾷ καὶ ἀμαθεῖ τόλμῃ λειπόμενα· δεῖ γὰρ αὐτοῖς ὡς κέντρου πολλάκις οὕτω δὲ καὶ χαλινοῦ. [2.3] (ὅπερ γὰρ ὁ Δημοσθένης ἐπὶ τοῦ κοινοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀποφαίνεται βίου, μέγιστον μὲν εἶναι τῶν ἀγαθῶν τὸ εὐτυχεῖν, δεύτερον δὲ καὶ οὐκ ἔλαττον τὸ εὖ βουλεύεσθαι, ὅπερ οἷς ἂν μὴ παρῇ συναναιρεῖ πάντως καὶ θάτερον, τοῦτ᾽ ἂν καὶ ἐπὶ τῶν λόγων εἴποιμεν, ὡς ἡ μὲν φύσις τὴν τῆς εὐτυχίας τάξιν ἐπέχει, ἡ τέχνη δὲ τὴν τῆς εὐβουλίας.) τὸ δὲ κυριώτατον, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ εἶναί τινα τῶν ἐν λόγοις ἐπὶ μόνῃ τῇ φύσει οὐκ ἄλλοθεν ἡμᾶς ἢ παρὰ τῆς τέχνης ἐκμαθεῖν δεῖ.
[7.2] φύσει γάρ πως ὑπὸ τἀληθοῦς ὕψους ἐπαίρεταί τε ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ γαῦρόν τι ἀνάστημα λαμβάνουσα πληροῦται χαρᾶς καὶ μεγαλαυχίας, ὡς αὐτὴ γεννήσασα ὅπερ ἤκουσεν. [7.3] ὅταν οὖν ὑπ᾽ ἀνδρὸς ἔμφρονος καὶ ἐμπείρου λόγων πολλάκις ἀκουόμενόν τι πρὸς μεγαλοφροσύνην τὴν ψυχὴν μὴ συνδιατιθῇ μηδ᾽ ἐγκαταλείπῃ τῇ διανοίᾳ πλεῖον τοῦ λεγομένου τὸ ἀναθεωρούμενον, πίπτῃ δέ, ἂν αὐτὸ συνεχὲς ἐπισκοπῇς, εἰς ἀπαύξησιν, οὐκ ἂν ἔτ᾽ ἀληθὲς ὕψος εἴη μέχρι μόνης τῆς ἀκοῆς σῳζόμενον. τοῦτο γὰρ τῷ ὄντι μέγα, οὗ πολλὴ μὲν ἡ ἀναθεώρησις, δύσκολος δὲ μᾶλλον δ᾽ ἀδύνατος ἡ κατεξανάστασις, ἰσχυρὰ δὲ ἡ μνήμη καὶ δυσεξάλειπτος. [7.4] ὅλως δὲ καλὰ νόμιζε ὕψη καὶ ἀληθινὰ τὰ διὰ παντὸς ἀρέσκοντα καὶ πᾶσιν. ὅταν γὰρ τοῖς ἀπὸ διαφόρων ἐπιτηδευμάτων βίων ζήλων ἡλικιῶν λόγων ἕν τι καὶ ταὐτὸν ἅμα περὶ τῶν αὐτῶν ἅπασι δοκῇ, τόθ᾽ ἡ ἐξ ἀσυμφώνων ὡς κρίσις καὶ συγκατάθεσις τὴν ἐπὶ τῷ θαυμαζομένῳ πίστιν ἰσχυρὰν λαμβάνει καὶ ἀναμφίλεκτον. [8.1] ἐπεὶ δὲ πέντε, ὡς ἂν εἴποι τις, πηγαί τινές εἰσιν αἱ τῆς ὑψηγορίας γονιμώταται, προϋποκειμένης ὥσπερ ἐδάφους τινὸς κοινοῦ ταῖς πέντε ταύταις ἰδέαις τῆς ἐν τῷ λέγειν δυνάμεως, ἧς ὅλως χωρὶς οὐδέν, πρῶτον μὲν καὶ κράτιστον τὸ περὶ τὰς νοήσεις ἁδρεπήβολον, ὡς κἀν τοῖς περὶ Ξενοφῶντος ὡρισάμεθα· δεύτερον δὲ τὸ σφοδρὸν καὶ ἐνθουσιαστικὸν πάθος· ἀλλ᾽ αἱ μὲν δύο αὗται τοῦ ὕψους κατὰ τὸ πλέον αὐθιγενεῖς συστάσεις, αἱ λοιπαὶ δ᾽ ἤδη καὶ διὰ τέχνης, ἥ τε ποιὰ τῶν σχημάτων πλάσις (δισσὰ δέ που ταῦτα, τὰ μὲν νοήσεως, θάτερα δὲ λέξεως), ἐπὶ δὲ τούτοις ἡ γενναία φράσις, ἧς μέρη πάλιν ὀνομάτων τε ἐκλογὴ καὶ ἡ τροπικὴ καὶ πεποιημένη λέξις· πέμπτη δὲ μεγέθους αἰτία καὶ συγκλείουσα τὰ πρὸ αὑτῆς ἅπαντα, ἡ ἐν ἀξιώματι καὶ διάρσει σύνθεσις.
[10.1] φέρε νῦν, εἴ τι καὶ ἕτερον ἔχοιμεν ὑψηλοὺς ποιεῖν τοὺς λόγους δυνάμενον, ἐπισκεψώμεθα. οὐκοῦν ἐπειδὴ πᾶσι τοῖς πράγμασι φύσει συνεδρεύει τινὰ μόρια ταῖς ὕλαις συνυπάρχοντα, ἐξ ἀνάγκης γένοιτ᾽ ἂν ἡμῖν ὕψους αἴτιον τὸ τῶν ἐμφερομένων ἐκλέγειν ἀεὶ τὰ καιριώτατα καὶ ταῦτα τῇ πρὸς ἄλληλα ἐπισυνθέσει καθάπερ ἕν τι σῶμα ποιεῖν δύνασθαι· ὃ μὲν γὰρ τῇ ἐκλογῇ τὸν ἀκροατὴν τῶν λημμάτων, ὃ δὲ τῇ πυκνώσει τῶν ἐκλελεγμένων προσάγεται. οἷον ἡ Σαπφὼ τὰ συμβαίνοντα ταῖς ἐρωτικαῖς μανίαις παθήματα ἐκ τῶν παρεπομένων καὶ ἐκ τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἑκάστοτε λαμβάνει. ποῦ δὲ τὴν ἀρετὴν ἀποδείκνυται; ὅτι τὰ ἄκρα αὐτῶν καὶ ὑπερτεταμένα δεινὴ καὶ ἐκλέξαι καὶ εἰς ἄλληλα συνδῆσαι· [10.2] φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θέοισιν
ἔμμεν᾽ ὤνηρ, ὄττις ἐνάντιός τοι
ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἆδυ φωνεί-
σας ὐπακούει
καὶ γελαίσας ἰμέροεν, τό μ᾽ ἦ μὰν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν.
ὠς γὰρ ἔς σ᾽ ἴδω βρόχε᾽, ὤς με φωνὰς
οὐδὲν ἔτ᾽ εἴκει·
ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε· λέπτον δ᾽
αὔτικα χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμακεν·
ὀππάτεσσι δ᾽ οὐδὲν ὄρημμ᾽, ἐπιρρόμ-
βεισι δ᾽ ἄκουαι·
†εκαδε μ᾽ ἴδρως ψυχρὸς† κακχέεται, τρόμος δὲ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι· τεθνάκην δ᾽ ὀλίγου ᾽πιδεύης
φαίνομ᾽ ‹ἔμ᾽ αὔτᾳ·›
ἀλλὰ πὰν τόλματον, †ἐπεὶ καὶ πένητα† [10.3] οὐ θαυμάζεις ὡς ὑπ‹ὸ τὸ› αὐτὸ τὴν ψυχὴν τὸ σῶμα, τὰς ἀκοὰς τὴν γλῶσσαν, τὰς ὄψεις τὴν χρόαν, πάνθ᾽ ὡς ἀλλότρια διοιχόμενα ἐπιζητεῖ, καὶ καθ᾽ ὑπεναντιώσεις ἅμα ψύχεται καίεται, ἀλογιστεῖ φρονεῖ, {ἢ γὰρ} ‹θαρρεῖ› φοβεῖται †ἢ παρ᾽ ὀλίγον τέθνηκεν ἵνα μὴ ἕν τι περὶ αὐτὴν πάθος φαίνηται, παθῶν δὲ σύνοδος; πάντα μὲν τοιαῦτα γίνεται περὶ τοὺς ἐρῶντας, ἡ λῆψις δ᾽ ὡς ἔφην τῶν ἄκρων καὶ ἡ εἰς ταὐτὸ συναίρεσις ἀπειργάσατο τὴν ἐξοχήν.
[12.3] ὅθεν, οἶμαι, κατὰ λόγον ὁ μὲν ῥήτωρ ἅτε παθητικώτερος πολὺ τὸ διάπυρον ἔχει καὶ θυμικῶς ἐκφλεγόμενον, ὁ δέ, καθεστὼς ἐν ὄγκῳ καὶ μεγαλοπρεπεῖ σεμνότητι, οὐκ ἔψυκται μέν, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως ἐπέστραπται. [12.4] οὐ κατ᾽ ἄλλα δέ τινα ἢ ταῦτα, ἐμοὶ δοκεῖ, φίλτατε Τερεντιανέ, (λέγω δέ, ‹εἰ› καὶ ἡμῖν ὡς Ἕλλησιν ἐφεῖταί τι γινώσκειν) καὶ ὁ Κικέρων τοῦ Δημοσθένους ἐν τοῖς μεγέθεσι παραλλάττει. ὁ μὲν γὰρ ἐν ὕψει τὸ πλέον ἀποτόμῳ, ὁ δὲ Κικέρων ἐν χύσει, καὶ ὁ μὲν ἡμέτερος διὰ τὸ μετὰ βίας ἕκαστα, ἔτι δὲ τάχους ῥώμης δεινότητος, οἷον καίειν τε ἅμα καὶ διαρπάζειν σκηπτῷ τινι παρεικάζοιτ᾽ ἂν ἢ κεραυνῷ, ὁ δὲ Κικέρων ὡς ἀμφιλαφής τις ἐμπρησμός, οἶμαι, πάντη νέμεται καὶ ἀνειλεῖται, πολὺ ἔχων καὶ ἐπίμονον ἀεὶ τὸ καῖον καὶ διακληρονομούμενον ἄλλοτ᾽ ἀλλοίως ἐν αὐτῷ καὶ κατὰ διαδοχὰς ἀνατρεφόμενον. [12.5] ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὑμεῖς ἂν ἄμεινον ἐπικρίνοιτε, καιρὸς δὲ τοῦ Δημοσθενικοῦ μὲν ὕψους καὶ ὑπερτεταμένου ἔν τε ταῖς δεινώσεσι καὶ τοῖς σφοδροῖς πάθεσι καὶ ἔνθα δεῖ τὸν ἀκροατὴν τὸ σύνολον ἐκπλῆξαι, τῆς δὲ χύσεως ὅπου χρὴ καταντλῆσαι· τοπηγορίαις τε γὰρ καὶ ἐπιλόγοις κατὰ τὸ πλέον καὶ παρεκβάσεσι καὶ τοῖς φραστικοῖς ἅπασι καὶ ἐπιδεικτικοῖς, ἱστορίαις τε καὶ φυσιολογίαις, καὶ οὐκ ὀλίγοις ἄλλοις μέρεσιν ἁρμόδιος.

***
[2,1] Το ερώτημα από το οποίο πρέπει να αρχίσουμε είναι: υπάρχει κάποια μέθοδος διδασκαλίας του υψηλού και του βαθυστόχαστου λόγου; Ορισμένοι1 πιστεύουν ότι πλανώνται ολωσδιόλου όσοι ανάγουν πράγματα σαν αυτά σε κανόνες τεχνικής. Οι μεγαλοφυΐες, ισχυρίζονται, γεννιούνται, δεν διαμορφώνονται μέσα από διδασκαλίες. Ο δρόμος είναι ένας και μοναδικός: το φυσικό χάρισμα. Τα έργα της προικισμένης φύσης, έτσι πιστεύουν, [2] υποβιβάζονται και κατεξευτελίζονται όταν αποσκελετώνονται με τις επεξεργασίες που συνιστούν τα τεχνικά εγχειρίδια. Εγώ ωστόσο υποστηρίζω πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, αν αναλογιστούμε τα εξής: α) όταν εκρήγνυται το πάθος και ανεβαίνει ο τόνος της έκφρασης η φύση κατά κανόνα δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις. Αλλά και τότε ακόμα υπακούει σε κάποιο προγραμματισμό, δεν είναι παντελώς ακαθοδήγητη. β) Πράγματι το φυσικό χάρισμα συνιστά το πρωταρχικό και πρότυπο στοιχείο κάθε δημιουργίας. Όμως τις ποιοτικές σχέσεις και την κατάλληλη στιγμή, και ακόμη τη σωστή άσκηση και εφαρμογή, αυτά είναι σε θέση να τα επινοήσει και να τα προσφέρει η μέθοδος. γ) Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα διατρέχουν σοβαρούς κινδύνους αν αφεθούν μόνα τους χωρίς καλλιέργεια συστηματική, αστήρικτα και ανερμάτιστα, εγκαταλειμμένα στις παρορμήσεις τους και στην τόλμη που γεννά η απειρία. Ναι, όπως χρειάζονται πολλές φορές το βουκέντρι, άλλο τόσο χρειάζονται, και το χαλινάρι. [3] (Αυτό που λέει σε έναν αφορισμό του ο Δημοσθένης γενικά για τη ζωή του ανθρώπου ισχύει και για τη λογοτεχνία: «το μέγιστο από τα αγαθά είναι η καλή τύχη. Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι η ευθυκρισία. Η έλλειψη του δευτέρου συνεπάγεται μοιραίως και την απώλεια του πρώτου».2 Στη λογοτεχνία τώρα, το φυσικό χάρισμα αντιστοιχεί με την καλή τύχη, η συμμόρφωση προς τους κανόνες της τέχνης με την ευθυκρισία!). Και το σπουδαιότερο: ορισμένα στυλιστικά επιτεύγματα εξαρτώνται αποκλειστικώς από τη φύση του δημιουργού. Αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση μόνο με τη βοήθεια της ανάλυσης του κειμένου μπορούμε να την κάνουμε.
...
[7,2] Το αληθινό ύψος κάνει την ψυχή μας να επαίρεται, και ορθώνοντας αγέρωχα το ανάστημά της γεμίζει χαρά και υπερηφάνεια σαν να είχε η ίδια πια δημιουργήσει αυτό που άκουσε.
[3] Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος στοχαστικός, που ξέρει από λογοτεχνία, διαβάσει κάτι πολλές φορές, και αυτό το ανάγνωσμα δεν παρασύρει την ψυχή του σε μια ανώτερη θεώρηση των πραγμάτων ούτε και εγκαταλείπει μες στη διάνοιά του κάτι περισσότερο από τις γυμνές λέξεις για να τον προβληματίσει, αλλά όσο το διερευνάς τόσο χάνει τη σημασία του, τότε πια αυτό δεν έχει ύψος αληθινό, γιατί διαρκεί τόσο μόνο όσο ηχεί μέσα στα αυτιά μας. Το αληθινά υψηλό κεντρίζει συνεχώς τη σκέψη μας, είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να του αντισταθείς, και η ανάμνησή του μένει πάντα ζωηρή στο μυαλό μας και δεν ξεθωριάζει. [4] Με μια λέξη, ωραίο και αληθινό ύψος είναι ό,τι αρέσει για πάντα στους πάντες! Όταν άνθρωποι με διαφορετική απασχόληση, με διαφορετικό τρόπο ζωής, με διαφορετικές προτιμήσεις, ηλικίες και γλώσσες έχουν για τα ίδια έργα την ίδια και απαράλλακτη γνώμη, τότε αυτή η ομόφωνη κρίση και επιδοκιμασία κριτών που δεν έχουν τίποτε το κοινό μεταξύ τους γίνονται πίστη σταθερή και αναμφίλεκτη στην αξία των έργων που θαυμάζουμε.
[8,1] Πέντε είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, οι πιο παραγωγικές πηγές της υψηγορίας -κοινή τους βάση βέβαια η φυσική ευχέρεια στην έκφραση· χωρίς αυτήν την προϋπόθεση τίποτε δεν μπορείς να επιτύχεις.
α) Πρώτη και σημαντικότερη είναι η ικανότητα να συλλαμβάνεις υψηλά διανοήματα. (Αυτό το θέμα πάντως το έχω διασαφήσει στη μελέτη μου για τον Ξενοφώντα).
β) Δεύτερη, το σφοδρό και εμπνευσμένο πάθος. (Βέβαια οι δύο αυτές πηγές είναι μάλλον φυσικά χαρίσματα· οι υπόλοιπες τρεις εξαρτώνται και από κάτι άλλο: τη μελέτη και την άσκηση).
γ) Ορισμένα σχήματα λόγου. (Τα σχήματα αυτά είναι δύο ειδών: διανοίας και λέξεως).
δ) Η ρωμαλέα φρασεολογία, όπου εντάσσονται η επιλογή των λέξεων, οι μεταφορές και οι νεολογισμοί.
ε) Η πέμπτη αιτία μεγέθους, που κλείνει και τον κατάλογο, είναι η επιβλητική και εξυψωμένη σύνθεση.
...
[10,1] Αςδούμε τώρα αν υπάρχει και κάτι άλλο που να προσδίδει ύψος στο λόγο. Το κάθε θέμα εμπεριέχει ορισμένα στοιχεία που είναι συνυφασμένα με την πρώτη ύλη του. Σε κάθε περίπτωση συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση του ύψους είναι η επιλογή των πιο σημαντικών από τα ουσιώδη αυτά χαρακτηριστικά, και η συναρμογή του ενός με το άλλο σε ένα ενιαίο οργανικό σύνολο. Ο αναγνώστης γοητεύεται αφενός με την επιλογή των τυπικών χαρακτηριστικών και αφετέρου με το αρμονικό συνταίριασμα των επιλεγμένων. Πρόσεξε επί παραδείγματι τι κάνει η Σαπφώ όταν περιγράφει τα βασανιστικά συναισθήματα που νιώθουν οι τρελά ερωτευμένοι: παίρνει το υλικό της από τις αντιδράσεις που τα συνοδεύουν κατά κανόνα και στην ίδια τη ζωή. Πού λοιπόν αποκαλύπτεται η μεγάλη της τέχνη; Στο ότι ακριβώς είναι φοβερή και στην επιλογή των πιο εντυπωσιακών και εντόνων συμπτωμάτων και στο συνδυασμό του ενός με το άλλο·
[2] Μου φαίνεται ότι είναι ίσος με τους θεούς
εκείνος ο άντρας που κάθεται απέναντί σου
κι ακούει από κοντά τη γλνκειά σου μιλιά και το θελκτικό σου γέλιο.
Αυτό την καρδιά μου εμένα μέσα στο στήθος συνταράζει!
Μόλις γυρίσω έστω για λίγο να σε δω, σβήνει η φωνή μου.
Η γλώσσα μου χίλια κομμάτια. Μια φλόγα λεπτή
τρέχει παρευθύς κάτω από το δέρμα μου.
Τα μάτια μου σκοτεινιάζουν, βουίζουν τα αυτιά,
ψυχρός ιδρώτας περιλούζει το κορμί μου και σύγκορμη
με συνεπαίρνει μια τρεμούλα. Πιο πράσινη κι από τη χλόη -
Μου φαίνεται πως λίγο ακόμη και θα ξεψυχήσω.
Αλλά όλα πρέπει να τ᾽ αποτολμήσω, γιατί κι ένας στερημένος...
[3] Δεν σου προκαλεί το θαυμασμό ο τρόπος με τον οποίο την ίδια στιγμή προσπαθεί να συγκεντρώσει το μυαλό και το σώμα της, την ακοή και τη γλώσσα της, τα μάτια και το χρώμα της -όλα αυτά σαν να ήταν ξένα που έφυγαν μακριά; Κι έτσι ταυτοχρόνως σε γρήγορη εναλλαγή παγώνει και φλέγεται, χάνει το νου της και ορθοφρονεί, έχει κουράγιο και φοβάται. Φοβάται; -σχεδόν έχει πεθάνει. Δίνει λοιπόν την εντύπωση πως δεν είναι ένα και μόνο πάθος που την ταλανίζει, αλλά σύνδρομο παθών! Όλα αυτά βέβαια τα συναισθήματα τα νιώθουν οι ερωτευμένοι, αλλά, όπως είπα, η επιλογή των βιαιοτέρων και η σύνθεσή τους σε ενιαίο σύνολο δημιούργησαν το έξοχο καλλιτέχνημα.
...
[12,3] Ο Δημοσθένης συνεπώς -μια δυνατή πυρά φλογίζει την ψυχή του γιατί το πάθος του είναι σφοδρότερο, ενώ ο Πλάτων επιβλητικός πάντοτε και μεγαλόπρεπα κόσμιος δεν είναι βέβαια ψυχρός αλλά του λείπει αυτή η θέρμη. [4] Μου φαίνεται λοιπόν, φίλτατε μου Τερεντιανέ (αν σαν Έλληνας που είμαι μπορώ να έχω άποψη γι᾽ αυτά), πως η βασική διαφορά του κικερώνειου από το δημοσθενικό μέγεθος δεν βρίσκεται πουθενά αλλού παρά στο ακόλουθο σημείο: ο Δημοσθένης υψώνεται κατακόρυφα, ο Κικέρων διαχέεται.3 Ο δικός μας ρήτορας είναι βίαιος, γρήγορος, ρωμαλέος, δεινός! Στο πέρασμά του καίει και διαρπάζει τα πάντα. Θα τον συνέκρινα λοιπόν με κεραυνό που χτυπά ή με αστραπή θύελλας. Ο Κικέρων αντιθέτως μου φαίνεται όμοιος με πελώρια πυρκαγιά που ξεδιπλώνεται μεγαλόπρεπα και όλα γύρω της τα καταβροχθίζει. Η καυστική της επενέργεια είναι δυνατή και διαρκής. Καθώς διαχέει τις φλόγες της, έτσι εδώ αλλιώς εκεί, υποδαυλίζεται από μόνη της ακατάπαυστα και φουντώνει. [5] Μα γι᾽ αυτά τα θέματα η κρίση η δική σας θα ήταν εγκυρότερη. Το ύψος πάντως και ο υπερτεταμένος λόγος του Δημοσθένη είναι κατάλληλα σε μεγαλοποιήσεις, σε εκφράσεις σφοδρού πάθους και γενικά όπου χρειάζεται να εντυπωσιασθεί ο ακροατής. Η σωστή στιγμή του κικερώνειου ξεχειλίσματος είναι όπου πρέπει ο ακροατής να κατακλυσθεί από το ρεύμα του λόγου. Αυτό το ύφος συνεπώς ταιριάζει κυρίως σε αναπτύξεις κοινών τόπων και σε επίλογους, αλλά επίσης σε παρεκβάσεις, σε κάθε λογής περιγραφές και εγκωμιασμούς, σε ιστορικές και επιστημονικές εκθέσεις και σε πολλά άλλα μέρη του λόγου.
-----------------
1 Δεν γνωρίζουμε ποιους εννοεί ο συγγραφέας. Στην αρχαιότητα ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ποιητική δημιουργία είναι αποτέλεσμα θεϊκής έμπνευσης.
2 Δημοσθένης, Κατ᾽ Ἀριστοκράτους 113.
3 Η σύγκριση του Δημοσθένη με τον Κικέρωνα επανέρχεται σε αρκετούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Με τη σύγκριση των δύο εκφραζόταν εμμέσως ο ανταγωνισμός Ελλάδας και Ρώμης.

Αντίπαλα Στρατόπεδα

Ίσως η πιο αντιπροσωπευτική περίοδος του χρόνου, στην οποία οι συντροφικές/ερωτικές σχέσεις φαίνονται καθαρότερα από οποιαδήποτε άλλην, είναι το καλοκαίρι. Ξεκινάει συνήθως το όλο θέμα με τις μεγαλύτερες προσδοκίες, τις καλύτερες προϋποθέσεις και καταλήγει σε μεγάλες απογοητεύσεις, αδιέξοδα ή στην καλύτερη περίπτωση, βουβά, αντίπαλα στρατόπεδα.

Αν γνώριζαν οι άνθρωποι να έφτιαχναν σχέσεις, θα ήξερα και να χωρίζουν. Ούτε το ένα ούτε το άλλο λειτουργεί ομαλά και ειρηνικά. Και δεν διαφέρουν σε τίποτα μεταξύ τους. Τα περισσότερα ζευγάρια είναι έτσι κι αλλιώς χωρισμένα στην ουσία τους, έστω και αν ζούνε μαζί «για τα μάτια του κόσμου» ή «για τα παιδιά». Όπως επίσης, και τα περισσότερα χωρισμένα ζευγάρια είναι ακόμα μαζί, έστω και αν έχουν «πάρει διαζύγιο» ή αν έχει ο καθένας «προχωρήσει τη ζωή σου».

Η καλά κρυμμένη αυτή πραγματικότητα είναι μια από τις τραγικότερες που εμποδίζει για όποιον μπορεί να δει και ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια της σύγχρονης κοινωνίας.

Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από τα στήνεις έναν άλλο άνθρωπο απέναντί σου, να τον κρίνεις - νομίζοντας φυσικά πως δεν το κάνεις, «απλώς επιλέγεις» - και να αποφασίζεις να διαχωρίσεις τον εαυτό σου από αυτόν… είτε πρακτικά και ολοκληρωτικά, είτε νοητικά και συναισθηματικά είτε όλα μαζί. Έτσι οχυρώνεται το εγώ, πιστεύοντας πως βλέπεις, ξέρεις και αποφασίζεις. Και είναι τόσο ουτοπία και εικονική πραγματικότητα αυτό, που η μη συνειδητοποίησή του είναι τουλάχιστον τραγική (ή κωμικοτραγική).

Ποτέ όλ’ αυτά δεν οδηγούν σε εσωτερική γαλήνη, όσο «πολιτισμένα» κι αν διεξάγονται, ποτέ δεν φτιάχνουν αλλά καταστρέφουν ανθρώπους, ποτέ δεν προχωράμε, μόνο μένουμε στάσιμοι… ό,τι κι αν νομίζουμε, με όποιον «άλλον» κι αν είμαστε!

Στη θεωρία είναι βέβαια όλα ρόδινα, και από λόγια, όλοι τα καταφέρνουμε τέλεια. Η πραγματικότητα όμως της κοινωνίας, των ανθρώπων γύρω μας, των δικών μας σχέσεων, της εσωτερικής γνώσης μας που εσκεμμένα ή ασυνείδητα αγνοούμε, αποδεικνύει τραγικά, πως δεν είναι ακριβώς έτσι! Είναι φανερό ότι δεν έχουμε καταλάβει, όπως είναι και φανερό ότι δεν είμαστε οι περισσότεροι πραγματικά ευτυχισμένοι.

Επιστρέφοντας από τις «διακοπές», οι περισσότεροι θα επιστρέψουν στη ρουτίνα της υποχρέωσης, στο κυνήγι του φόβου και της ασφάλειας, στα διαδικαστικά καθημερινά, αγνοώντας το τεράστιο αυτό εσωτερικό κενό, που θα κρυφτεί, θα αγνοηθεί, θα υποτιμηθεί… μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, τις επόμενες διακοπές ή μέχρι η ίδια η ζωή να αποφασίσει να το εμφανίσει σαν αναπάντεχο μπροστά μας… αλλά και πάλι δεν αντιλαμβανόμαστε κάτω από την επιφάνεια που ψάχνουμε για απαντήσεις.

Κάποια στιγμή όμως, χρειάζεται να αναρωτηθούμε αληθινά και με θάρρος...όχι δημόσια, όχι νοητικά, όχι μεταξύ μας, όχι επιφανειακά, μα με αγνή ειλικρίνεια, με τον Εαυτό μας, με μια και μόνο συνειδητή πρόθεση, να μάθουμε επιτέλους:

Τι χάνω;
Τι δεν κατάλαβα;
Τι κάνω;
Πού/πώς βρίσκομαι;
Τι δεν βλέπω;

Γιατί, το σίγουρο είναι ότι ενόσω υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος απέναντί σου, δεν αντιλαμβάνεσαι ολόκληρη την πραγματικότητα. Ενόσω αισθάνεσαι διαχωρισμένος από έστω κι έναν άνθρωπο που υπήρξε ή υπάρχει στη ζωή σου, σίγουρα δεν κατανοείς, σίγουρα δεν μπορείς να είσαι γαλήνιος και ευτυχισμένος... Και να είσαι σίγουρος πως «δεν προχωράς μπροστά»… όποια σχέδια κι αν κάνεις, ό,τι και αν προγραμματίζεις, ό,τι κι αν θέλεις ή πιστεύεις πως γνωρίζεις πού πας!

Και όχι, ούτε «διαζύγιο» έχεις πάρει, ούτε μπορείς να φτιάξεις οποιαδήποτε άλλη σχέση, μα ούτε και μπορείς να προχωράς πραγματικά Μόνος… πιστεύοντας πως έχεις απαλλαγεί και πως είσαι «ελεύθερος». Δεν είσαι!

Γιατί δεν μιλάμε για τις σχέσεις μας;

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ τους ανθρώπους, τις σχέσεις ή αυτές που θέλουν να ονομάζονται «συντροφικές σχέσεις». Τα πράγματα είναι τραγικά συμβατικά, άχαρα και αποκαρδιωτικά.

Δεν χρειάζομαι στατιστικές ή γκάλοπ για να γνωρίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι με αυτούς που επέλεξαν να είναι μαζί στη ζωή. Τα μάτια της καρδιάς βλέπουν αυτά που ο νους θέλει να αγνοεί.

Σχέσεις συμβατικές, εαυτοί κρυμμένοι, ζωές άχαρες και ρουτινιάρικες, μικρές διακοπές χαράς σε ένα σύνολο θλίψης, ενοχής και εσωτερικού πόνου. Και είναι τραγικό…

Ο καθένας μας κάνει «τον έξυπνο» στη ζωή και στον περίγυρό του, συζητώντας για πολιτική, επιστήμη, φιλοσοφία, περιβαλλοντική συνείδηση, εναλλακτικό τρόπο ζωής κλπ, αλλά τα θεμελιώδη θέματα της ζωής του, δεν τα έχει λύσει, δεν έχει βρει απαντήσεις… εν τέλει, δεν είναι ενιαίος, ευτυχισμένος και συνδεδεμένος με το «άλλο του μισό».

Δεν είναι τόσο δύσκολο να εντοπίσεις τα θλιμμένα μάτια πίσω από το χαμόγελο, την άγνοια πίσω από το απλανές βλέμμα στο κενό, τη δυστυχία πίσω από γεμάτες ζωές με πράγματα, στόχους, σχέδια και προγραμματισμούς, μεγάλα λόγια και φιλοσοφίες, όταν το βίωμα απουσιάζει.

Σύμβουλοι, θεραπευτές, ειδικοί και μη… όλοι έχουν αποτύχει στο πρωταρχικό ζητούμενο που θεμελιώνει κάθε άλλη δραστηριότητα του ανθρώπου. Κάποια στιγμή θα πρέπει να το παραδεχτούν αυτό. Αλλά πιο σημαντικό είναι να παραδεχτούμε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας στον εαυτό του, ότι δεν ζει πραγματικά, ότι απλά επιβιώνει… και έχει τεράστια διαφορά!

Είναι τραγικά αποκαλυπτικό το ότι έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε οτιδήποτε άλλο σημαντικότερο από τις σχέσεις μας. Κυνηγάμε διάφορα, ορίζουμε αναγκαίες και «ώριμες» τις επιλογές καριέρας, οικονομικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής ένταξης, οικογενειακής σταθερότητας κλπ, άλλα όμως, όχι τις σχέσεις μας. Αυτές μπαίνουν στο περιθώριο γρήγορα ή συνεχίζουμε την αναζήτηση χωρίς να βρίσκουμε, χωρίς να φτάνουμε, χωρίς να αισθανόμαστε πραγματικά ποτέ πλήρεις, ευτυχισμένοι, σε τέλεια αρμονία με τον άλλον.

Πού πήγε το πάθος, η αφοσίωση, ο θαυμασμός, η κατανόηση, η φροντίδα και όλα όσα νομίζουμε πως ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας ή σε κάποια συγκεκριμένη βιολογική ηλικία; Όλοι έχουμε μια «έξυπνη» απάντηση για να διώχνουμε τις δύσκολες προσωπικές ερωτήσεις του εαυτού μας. Όλοι μιλάμε στον πληθυντικό εννοώντας εμάς και την πολύ προσωπική ζωή μας. Όλοι συμβουλεύουμε άλλους ενώ εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βρει τις κατάλληλες, διαχρονικές απαντήσεις.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να αναλύσω το θέμα… το κάθε «θέμα», η κάθε σχέση είναι εντελώς ξεχωριστή.

Δεν ασχολούμαι με τη συμβουλευτική… συνεχίζοντας την παρανοϊκή πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είμαστε μικροί και αδύναμοι για να βρίσκουμε μόνοι μας τις απαντήσεις.

Δεν πέφτω στην παγίδα να δίνω απαντήσεις υπεκφυγής, φιλοσοφικοθεωρίες ή «ουράνια λόγια» κούφιας πνευματικής σύνδεσης.

Το όλο σκηνικό – συλλογικό επίπεδο – είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικό!

Σώζονται οι σχέσεις; Φυσικά… το θέλεις;

Μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι μαζί; Φυσικά… το αντέχεις;

Υπάρχει ο «ιδανικός» σύντροφος; Φυσικά… τον αναγνωρίζεις;

Πρώτα όμως χρειάζεται να παραδεχτείς ότι ΕΙΝΑΙ το σημαντικότερο θέμα της ζωής σου και το έχεις αφήσει τελευταίο, το έχεις παραμελήσει, το έχεις υποτιμήσει... και ουσιαστικά κάνεις κύκλους (αν προσέξεις) γύρω από το θυμό, την ενοχή, τις ανικανοποίητες προσδοκίες, τη ματαιότητα και την έλλειψη πάθους.

Τρόποι να Ξεπεράσεις το Θυμό

    θυμός
Κάνε ένα διάλειμμα.
Άφησε το χρόνο και την απόσταση να σε απομακρύνουν από την πηγή του θυμού σου. Όταν μπορείς, σήκω και φύγε. Η αύξηση της αδρεναλίνης που αισθάνεσαι, φυσιολογικά θα μειωθεί ή θα πέσει τελείως σε είκοσι λεπτά, ιδιαίτερα αν κάνεις κάποια σωματική άσκηση, όπως περπάτημα ή γυμναστική. Γι’ αυτό λοιπόν, κάνε ένα διάλειμμα και κινήσου. Η κίνηση βοηθάει
 
Άφησε το.
Μπορείς να συμφιλιωθείς ή να συμβιβαστείς; Τα έξυπνα, ενήλικα άτομα που έχουν αυτοπεποίθηση, μπορούν να τα κάνουν και τα δύο. Το ζήτημα δεν είναι αν θα’ πρεπε να συμφιλιωθείς, αλλά αν μπορείς. Είσαι πεισματάρης ή μπορείς να βρεις μια εναλλακτική λύση; Αν είσαι απόλυτος, όπως ήμουν συχνά εγώ, αναρωτήσου αν επιδιώκοντας τον έλεγχο παλεύεις μόνο και μόνο για να διατηρήσεις το θυμό σου, ή προσπαθείς πράγματι να λύσεις το πρόβλημα. Μήπως προσπαθείς κάπως υπερβολικά να αποδείξεις ότι μόνο εσύ έχεις δίκιο; Αν θυμώνεις εύκολα, τότε πιθανόν να είσαι και ισχυρογνώμων. Άφησέ το να περάσει: Δεν μπορείς, μόνο αν πεις «δεν μπορώ».
 
Διαπραγματεύσου.
Βρες κοινά σημεία. Προσπάθησε να κρατήσεις τη συζήτηση πάνω στο θέμα και μην υπεισέρχεσαι στην προσωπικότητα του άλλου. Αν τον βρίσεις ή μειώσεις τη συμπεριφορά και τη γνώμη του, χάνεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Μην ξεγελάς τον εαυτό σου: Αν σε μια διαφωνία περάσεις το δικό σου γελοιοποιώντας τον άλλον, τότε τον έχεις πείσει για τη δύναμή σου τη συγκεκριμένη στιγμή. Κι έχεις κάνει έναν εχθρό, που με την πρώτη ευκαιρία θα σε εκδικηθεί.
Έχουμε την τάση να θυμόμαστε όποιον μας πληγώνει. Διαπραγματεύσου, μη χειραγωγείς. Ρώτησε τον εαυτό σου, «ενδιαφέρομαι πράγματι για το συμφέρον του άλλου ή προσπαθώ απλώς να δικαιολογήσω τις θέσεις μου; Προσπαθώ να λύσω τη διαφορά μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ή να κερδίσω;»
 
Πρόσεχε τα λόγια σου!
Αν είσαι υπερβολικός όταν μιλάς και χρησιμοποιείς λέξεις όπως «ποτέ» ή «πάντα», βγάλ’ τες από το λεξιλόγιό σου. Τις περισσότερες φορές η υπερβολή στα λόγια υποδηλώνει μια απειλή: «Δεν μπορώ να το δεχτώ με τίποτα αυτό!» Αν χρησιμοποιείς απειλητικές λέξεις, θα επιτύχεις μερικώς: Η πρόθεσή σου θα γίνει αντιληπτή. Και, όπως ακριβώς όταν κερδίζεις με εκφοβισμούς και βρισιές, έτσι κάθε φορά που συντρίβεις τον άλλον, να ξέρεις ότι μια μέρα θα σ’ το ανταποδώσει με το παραπάνω. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν δυνατή μνήμη, ιδιαίτερα όταν χρειάζεται να καταπιούν τον εξευτελισμό, για να ξεπεράσουν τη δύσκολη στιγμή. Επίσης, όπως συμβαίνει και με τη φράση «δεν μπορώ», η γλώσσα που χρησιμοποιείς καθορίζει τον κόσμο σου.
Αν επιβάλλεις στον εαυτό σου να αναζητά θετικές και εποικοδομητικές λέξεις για κάθε περίπτωση, θα σκέφτεσαι κι εσύ θετικά και εποικοδομητικά: Είσαι ό,τι σκέφτεσαι.
 
Άκου.
Υπάρχει περίπτωση να έχεις δίκιο. Αυτό όμως θα το μάθεις μόνο, εάν καταστέλλεις το θυμό σου ενώ ακούς. Αναρωτήσου, «πώς μπορώ να δω καλύτερα την άποψη του άλλου;» Αν ακούς με προσοχή, μερικές φορές θα διαπιστώσεις πως υπάρχει ένα μυστικό πρόγραμμα. Όταν, για παράδειγμα, ένα παιδί παρεκτρέπεται για να τραβήξει την προσοχή, ο καλός γονιός εξετάζει την ανάρμοστη συμπεριφορά και τα αίτια που κρύβονται πίσω της.
Συνήθως έχουμε την τάση να ξεχνάμε τη μεγάλη αλήθεια που βρίσκεται σ’ αυτό, όταν ενηλικιωθούμε.
 
Αγκάλιασε.
Ναι, είπα αγκάλιασε. Αν θυμώσεις με κάποιον που αγαπάς, αγκάλιασέ τον. Και να το εννοείς. Μπορεί να μη θέλεις καθόλου να τον αγκαλιάσεις, πράγμα που αποτελεί έναν επιπλέον λόγο για να το κάνεις. Δύσκολα παραμένεις θυμωμένος, όταν ο άλλος σου δείχνει ότι σε αγαπά, κι αυτό ακριβώς κάνει, όταν σε αγκαλιάζει. Αν είσαι θυμωμένος με κάποιον με τον οποίο το σωματικό αγκάλιασμα δεν θα ήταν κατάλληλη συμπεριφορά, χρησιμοποίησε λέξεις για να τον αγκαλιάσεις..
 
Ζήτησε συγνώμη.
Τα λάθη στη ζωή μας είναι φυσιολογικά και πολύτιμα. Όταν προσπαθούμε να κρύψουμε τα σφάλματά μας, συνήθως αποτυγχάνουμε. Ο θυμός μας σιγοβράζει: Θεωρούμε προσβλητικές τις επικρίσεις για τη συμπεριφορά μας και γινόμαστε υποκριτές, επιθετικοί και δυσάρεστοι. Φίλε μου, χαλάρωσε. Πες, «λυπάμαι», όταν τα έχεις κάνει θάλασσα. Αυτή η απλή παραδοχή θα σβήσει το θυμό σου σαν τη σταγόνα που πέφτει σε αναμμένο σπίρτο. Επιπλέον, όταν ζητάς ειλικρινά συγνώμη, αναλαμβάνεις την ευθύνη των πράξεών σου: Έχεις τον έλεγχο. Όσο για το ποιος θα έχει την τελευταία λέξη σε μια διαφωνία που σε κάνει να βγάζεις καπνούς από τα αυτιά σου, άφησε τον άλλον να την έχει. Μάλιστα, δες το ως έναν υψηλό στόχο: να βεβαιωθείς ότι την τελευταία λέξη θα την έχει ο άλλος. Ο μόνος σίγουρος τρόπος να κερδίσεις μια μάχη είναι να την αποφύγεις – και ο μόνος σίγουρος τρόπος να τη διαιωνίσεις είναι να θέλεις να έχεις την τελευταία λέξη. Η συζήτηση είναι μια πεταλούδα. Η λογομαχία μια αλογόμυγα. Τι θα προτιμούσες να σου παρουσιαστεί στο πικνίκ σου;
 
Βάζε τα πράγματα στη σωστή τους θέση.
Το να αργήσεις λίγο, να βρεις το μπουφάν σου λερωμένο, τη βρύση σου σπασμένη, αυτά είναι μικροπροβλήματα. Το να αντιμετωπίζεις καρκίνο στο τελικό στάδιο, να ζεις τη φρίκη του πολέμου, αυτά είναι σοβαρά προβλήματα. Τα μικροπροβλήματα είναι απλώς ενοχλητικά, τα άλλα είναι σοβαρή υπόθεση. Γι’ αυτό φύλαξε την ενέργειά σου για τους μεγάλους μπελάδες.
Για να μπορείς να βάζεις τα πράγματα στη σωστή τους θέση, είναι πάντα σκόπιμο να ρωτάς: «Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;»
 
Κατάστρωσε ένα σχέδιο.
Πώς θα χειριστείς μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο που σου προξενεί θυμό; Πρώτα, ρώτησε τον εαυτό σου: «Τι θέλω να πετύχω;», «Τι χρειάζομαι; Μήπως η επίλυση του προβλήματος απαιτεί τη βοήθεια κάποιου άλλου; Τι δυνατότητες έχω; Ποιες λογικές διευθετήσεις μπορώ να κάνω;»
Κάτσε κάτω και κατάστρωσε ένα σχέδιο. Θα τα χάσεις όταν δεις πόσο καλύτερα θα σε κάνει να αισθανθείς, γιατί πλέον: Έχεις τον έλεγχο.
 
Ζήτησε βοήθεια.
Ανάλογα πάντα με το πρόβλημα, μπορείς να ζητήσεις βοήθεια από φίλους και συγγενείς, μέχρι επαγγελματίες συμβούλους. Τα καλά νέα είναι πως, αν έχεις προδιάθεση να θυμώνεις – αν αρπάζεσαι με το παραμικρό, – υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια. Το να τη ζητάς είναι ένδειξη δύναμης, ωριμότητας και θάρρους, όχι αδυναμία. Η αποκάλυψη των συναισθημάτων σου σε κάποιον που εμπιστεύεσαι όχι μόνο σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, αλλά και σε βοηθάει να ανακαλύψεις τα πραγματικά αίτια του θυμού σου.

ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΤΕ

Εγώ είμαι ελεύθερος, ασυμβίβαστος, ολόκληρος, όχι το μερικό, όχι το σχετικό, αλλά η ολική Αλήθεια, που είναι αιώνια.

Γι' αυτό και επιθυμώ, όποιος προσπαθεί να με καταλάβει να είναι ελεύθερος και όχι να κατασκευάζει από τα λόγια μου ένα κλουβί, μια θρησκεία, μια αίρεση.

Θα πρέπει αντίθετα να απελευθερωθείτε από όλους τους φόβους, από το φόβο της θρησκείας, από το φόβο της σωτηρίας, από το φόβο της πνευματικότητας, από το φόβο της αγάπης, από το φόβο του θανάτου, από το φόβο της ίδιας της ζωής.

Όπως ένας καλλιτέχνης ζωγραφίζει από ευχαρίστηση, γατί έτσι αυτο-εκφράζεται, το ίδιο κάνω κι εγώ και όχι επειδή περιμένω κάτι από κάποιον.

Αν έρθει στον ύπνο σου η Μόρα...

Αν έρθει στον ύπνο σου η Μόρα...

Ήταν χειμώνας. Το δωμάτιο ήταν κρύο. Τα πάντα ήταν κρύα. Ίσως απλά να ήταν κουρασμένη, ίσως και να είχε πολλά στο μυαλό της. Σίγουρα είχε πολλά στο μυαλό της. Το μόνο σίγουρο ήταν πως η Αγγελική δεν είχε κοιμηθεί για μέρες. Το μυαλό της έλιωνε και η έλλειψη ενέργειας την καταπλάκωνε. Δεν αισθανόταν ασφαλής. Ακόμα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αγκάλιαζε το μαξιλάρι, γυρνούσε στα παπλώματα που την έπνιγαν. Τα πετούσε από πάνω της μα πνιγόταν ακόμα.

Το νερό απ’ τη βρύση δεν έλεγε να πάψει να στάζει. Ήταν σαν οι σταγόνες να έπεφταν σιγά-σιγά και για ώρα στο μέτωπό της, δημιουργώντας έναν απίστευτο πονοκέφαλο. Σηκώθηκε να την κλείσει και έπειτα ήλεγξε τα δωμάτια.

Είχε το προαίσθημα πως δεν ήταν μόνη, παρ’ όλα αυτά δε βρήκε κανέναν στο σπίτι. Σε μια ατμόσφαιρα αποσύνθεσης, ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα κλαδιά έγδερναν τα παράθυρα του δωματίου της ενώ ο οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν μανιωδώς τα τζάμια, προμηνύοντας κάποιο μεγάλο κρεσέντο. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο απ’ την τηλεόραση που έσπαγε το σκοτάδι και τη μοναξιά της. Κοίταξε την ώρα. Τρεις και κάτι ψιλά. Προσπάθησε να κερδίσει όποια χαμένη ώρα ύπνου.

Ξάπλωσε ανάσκελα. Μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κοιμηθεί. Έκλεισε τα μάτια και άκουγε το ρολόι που χτυπούσε ρυθμικά. Δεν πέρασε κάμποση ώρα και τότε συνέβη. Η Αγγελική ένιωσε τα παπλώματα να σφίγγουν πάνω της. Το ρολόι σταμάτησε να χτυπάει. Ένιωσε πίεση στο στήθος. Η ανάσα της κόπηκε λόγω αυτής και του τρόμου που την κυρίευσε. Κάποιος ή κάτι βρισκόταν πάνω της.

Δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια από τον φόβο. Είχε παραλύσει. Ήταν αδύνατον να αναπνεύσει, να κοιτάξει, να κουνηθεί ή να σκεφτεί. Πήγε να φωνάξει αλλά είχε χάσει τη φωνή της, καταφέρνοντας να εκπνεύσει μονάχα βουβούς ήχους.

 Ανοίγοντας μετά βίας ελάχιστα τα μάτια της, κατάφερε να δει μια σκιά, μια φιγούρα μαυροφορεμένης γριάς. Τα ξανάκλεισε. Ήταν ανίκανη να κάνει το οτιδήποτε. Φοβόταν για τη ζωή της, για το τι θα συνέβαινε στα επόμενα δευτερόλεπτα. Η πίεση γινόταν όλο και μεγαλύτερη, οι ανάσες όλο και πιο κοφτές. Ήταν σαν να της έκλεβαν τη ζωή. Αργά, βασανιστικά και ακατάπαυστα. Έχανε κάθε ζεστασιά που της είχε απομείνει. Ένιωθε την ψυχή να εγκαταλείπει το σώμα της, τις τρίχες του κορμιού της να ανασηκώνονται. Άνοιξε για ακόμη μια φορά δειλά τα μάτια της, αντικρίζοντας τα κατάμαυρα μάτια της γριάς. Μια αστραπή έκανε το δωμάτιο να λάμψει και τη σκιά να εξαφανιστεί.

Η Αγγελική πετάχτηκε πάνω. Άναψε τα φώτα και κοίταξε γύρω της. Κανείς και τίποτα. Ήταν εφιάλτης; Θα μπορούσε να ήταν; Η ανάσα της συνέχιζε να ήταν βαριά, το στήθος της πονούσε. Είχε ακούσει την ιστορία. Της την είχαν αφηγηθεί μα εκείνη δεν τα πίστευε αυτά. Αντιθέτως, γελούσε και κορόιδευε όσους τη διηγιόντουσαν γύρω από φωτιές στην εξοχή, λιώνοντας και τρώγοντας ζαχαρωτά.

Λέγεται (για κάποιους μυθολογία και για άλλους πραγματικότητα), πως η γριά Μόρα είναι ένα σατανικό πνεύμα που ξέφυγε απ’ το βασίλειο των σκιών. Ένα κακόβουλο πλάσμα που σε «επισκέπτεται» κατά τη διάρκεια του ύπνου, κάθεται πάνω σου, σε παραλύει και σου κλέβει την ψυχή τρεφόμενη από την αρνητική ενέργεια.

Η Αγγελική μόλις την είχε νιώσει. Έψαχνε εξηγήσεις. Κρύος ιδρώτας έσταζε ακόμα στο μέτωπό της. Όλοι μας έχουμε δει όνειρα, πόσω μάλλον εφιάλτες. Κάποιοι τους έχουμε ζήσει, προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε το πραγματικό απ’ το φανταστικό και το ψέμα απ’ την αλήθεια. Η Αγγελική έκανε το ίδιο. Όμως, όσο λογικά και να ήθελε να σκεφτεί, το συναίσθημα παρέμενε.

Έμεινε ξύπνια μέχρι το ξημέρωμα στο κρεβάτι, έχοντας τα πόδια τραβηγμένα κοντά στο σώμα της. Ακόμα ένα βράδυ είχε περάσει χωρίς να κλείσει μάτι. Μπορεί να ήταν παραισθήσεις λόγω της έλλειψης ύπνου. Μπορεί να ήταν όντως εφιάλτης, κάτι σαν πόλεμος με δαίμονες στο κεφάλι της. Έτσι κι αλλιώς, αποδείξεις δεν υπήρχαν, πέρα από ένα παράθυρο που βρήκε ανοιχτό το επόμενο πρωί και ας το είχε κλειδώσει αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Απ’ ό,τι φαίνεται, στο μυαλό αρέσει να παίζει και μάλιστα όχι τα ομορφότερα παιχνίδια.

Μετά το περιστατικό, η Αγγελική κατάφερνε να κοιμάται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, βρίσκοντας ευκαιρίες να ξεκουράζεται όταν ακόμα ο ήλιος έφεγγε στον ουρανό, ώστε να μπορεί να μείνει όλο το βράδυ ξύπνια. Είχε την ανάγκη να βρίσκεται σε επιφυλακή στην περίπτωση που το επεισόδιο θα έπαιζε σε επανάληψη.

Για καλή της τύχη, όσο περνούσε ο καιρός, έβρισκε λύσεις και προσπερνούσε τα εμπόδια που αντιμετώπιζε στην καθημερινότητά της. Πλέον αισιόδοξη, είχε πια αρχίσει να ηρεμεί και να χαμογελάει. Η αίσθηση της ξένης παρουσίας στο σπίτι είχε αρχίσει σταδιακά να εξασθενεί.

Η Μόρα δεν πέρασε ποτέ ξανά απ’ το σπίτι της Αγγελικής. Πού να είναι τώρα άραγε; Σε ποια σκοτεινά σοκάκια να μοιράζει ψύχος; Ποιες πόρτες να χτυπάει και ποιο σώμα θα αγκαλιάσει; Ίσως και το δικό σας. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Όπως είχε πει άλλωστε και τότε η Αγγελική, «είναι απλώς μια φανταστική ιστορία». Σωστά;

Κοιμηθείτε ήρεμα, είναι μονάχα σκιές. Σβήστε τα φώτα. ...Όλα τα φώτα. Καλή σας νύχτα και όνειρα γλυκά.

Κάθε τέχνη είναι μορφή λογοτεχνίας

Κάθε τέχνη είναι μορφή λογοτεχνίας, γιατί κάθε τέχνη έχει γίνει για να λέει κάτι. Υπάρχουν δύο τρόποι να λες- να μιλάς και να σιωπάς. Οι άλλες τέχνες εκτός της λογοτεχνίας δεν είναι παρά προβολές μιας εκφραστικής σιωπής.

Σε κάθε τέχνη εκτός της λογοτεχνίας πρέπει να ψάξεις την σιωπηρή φράση που περικλείει, ή το ποίημα, ή το μυθιστόρημα, ή το δράμα. Όταν λέμε «συμφωνικό ποίημα», μιλάμε με ακρίβεια και όχι με μεταφορά ή ευκολία.

Η υπόθεση φαίνεται λιγότερο απλή για τις τέχνες του λόγου, αλλά εάν προσπαθήσουμε να θεωρούμε ότι οι γραμμές, τα σχέδια, οι όγκοι, τα χρώματα, η αντιπαράθεση και οι αντιθέσεις είναι φαινόμενα λεκτικά που έχουν γίνει χωρίς λόγια, ή μάλλον με πνευματικά ιερογλυφικά, τότε θα καταλάβουμε πώς να αντιλαμβανόμαστε τις πλαστικές τέχνες· ακόμα και αν δεν μπορούμε να τις κατανοήσουμε, θα έχουμε ήδη, τουλάχιστον, το βιβλίο που περιέχει τον αριθμό και την δεκτική ψυχή που περιέχει την αποκρυπτογράφηση. Αυτό είναι αρκετό μέχρις ότου έρθει το υπόλοιπο.

Μπορεί ο νους να ελευθερωθεί μέσα σε μια στιγμή;

Πεθαίνουμε είτε από γηρατειά είτε από κάποια αρρώστια είτε από κάποιο σοβαρό ατύχημα, χωμένοι στη δυστυχία, στη σύγκρουση, στον πόνο, στη θλίψη. Υπάρχει η θλίψη που νιώθουμε όταν έρθει η στιγμή, εξαιτίας της προσκόλλησής μας σε ανθρώπους και πράγματα που αφήνουμε πίσω μας − το φίλο σου, τη γυναίκα σου ή τον άντρα σου, τα βιβλία σου, το όνομά σου, τις εμπειρίες σου, τη φήμη σου, τη διασημότητά σου, το χαρακτήρα που υποτίθεται ότι έχεις χτίσει. Όλα αυτά τ’ αφήνεις πίσω σου και είσαι απέραντα φοβισμένος γι’ αυτό.

Παρατηρήστε το τώρα που ζείτε, πριν εξασθενήσει ο οργανισμός, πριν φθαρεί το σώμα και πεθάνει. Η σκέψη μπροστά στο φόβο λέει στον εαυτό της: «Εντάξει, το σώμα φεύγει, αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω· θα συνεχίσω μέσα από τα βιβλία που έχω γράψει, θα συνεχίσω μέσα από τα παιδιά μου, θα συνεχίσω μέσα από την επιχείρηση που δημιούργησα και την άφησα σε κάποιον άλλο...» Αυτό λένε ότι είναι –με κάποιο τρόπο− «αθανασία». Αλλά το βιβλίο, η επιχείρηση, το όνομα κι αυτά φθείρονται, αφού περνάνε ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλο. Οπότε η σκέψη απαντάει σ’ αυτό: «Εντάξει, το ξέρω, αλλά θα ξαναγεννηθώ σε μια επόμενη ζωή».

Όλη η Ανατολή αυτό πιστεύει. Έτσι, η σκέψη, μη βλέποντας την ίδια την παροδικότητά της, μη βλέποντας το οικοδόμημα που έχει χτίσει γύρω της σαν «εγώ» και την παροδικότητά του, λέει: «Εγώ είμαι η αιτία, και η αιτία πρέπει να συνεχίσει». Κι αυτή η αιτία είναι χρόνος που λέει: «Θα συνεχίσω, θα συνεχίσω καλυτερεύοντας όλο και πιο πολύ τον εαυτό μου και θα συναντήσω τον Θεό· δεν μπορώ να τον φτάσω τώρα εκεί όπου βρίσκεται, αλλά θα συνεχίσω, σιγά σιγά, μέχρι τελικά να τελειοποιήσω τον εαυτό μου και να φτάσω σ’ αυτόν». Και φτάνει σ’ αυτό που η ίδια έχει προβάλει σαν Θεό.

Η συνείδηση κάθε ανθρώπου είναι η συνείδηση όλης της ανθρωπότητας. Είναι ένα απέραντο ποτάμι, που δεν έχει αρχή, που πάντα συνεχίζει να κυλάει, εσύ και εγώ και ο άλλος είμαστε μέρος του. Και εγώ και ο άλλος πεθαίνουμε. Τι γίνονται όλες οι επιθυμίες μου, τι γίνονται όλοι οι φόβοι μου, οι ανησυχίες μου, οι προσδοκίες μου, οι φιλοδοξίες μου, το τεράστιο φορτίο θλίψης που κουβαλούσα για χρόνια, τι γίνονται όλα αυτά όταν το σώμα πεθάνει;

Ανακατεύονται με το ποτάμι της ανθρωπότητας και μένουν σ’ αυτό. Είναι μέρος αυτού του ποταμού. Δεν ήταν ποτέ δικά σου. Δεν είναι δικά μου, είναι μέρος αυτού του ποταμού, που εκδηλώθηκε με την μορφή του Χ, του Ψ και λοιπά. Αυτό το ποτάμι είναι φτιαγμένο από επιθυμία, φόβο, απελπισία, μοναξιά, όπως και από τα αντίθετά τους.

Αυτά είναι το ποτάμι. Και είμαστε μέρος αυτού του ποταμού. Κι όταν το σώμα πεθάνει, οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι τραγωδίες και οι δυστυχίες −και τα αντίθετά τους– συνεχίζονται. Εγώ πεθαίνω, αλλά το ποτάμι συνεχίζει. Το ποτάμι που είναι επιθυμία. Γιατί αυτό είναι το ποτάμι. Και το ποτάμι εκδηλώνεται με μια μορφή, ένα όνομα...

Από τη στιγμή, όμως, που μια εκδήλωση του ποταμού εγκαταλείπει το ποτάμι, γι’ αυτήν υπάρχει πλήρης ελευθερία από το ποτάμι. Το ποτάμι εκδηλώνεται μέσα από τον Χ, και αν ο Χ χρησιμοποιώντας αυτή την «εκδήλωση» δεν ελευθερώσει εντελώς τον εαυτό του από το ποτάμι, ξαναγυρίζει σ’ αυτό. Αυτό το ονομάζουν «μετενσάρκωση». Όλοι θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η σκέψη όλων των ανθρώπινων όντων υπάρχει και κυλάει σαν ένα μεγάλο ποτάμι, και σ’ αυτό το ποτάμι παραμένουν οι σκέψεις σου για τον εαυτό σου κι όταν φύγεις. Όταν ακολουθείτε κάποια οργάνωση, κάποια ομάδα, κι αυτό το περιβάλλον σάς επιβάλλει να είστε κάτι, εσείς μεταμφιέζεστε σαν να είστε έξω από το ποτάμι, αλλά βρίσκεστε ακόμα εκεί· στην καθημερινή σας ζωή είστε ακόμα εκεί, γιατί εξακολουθείτε να κυνηγάτε τα ίδια πράγματα που κυνηγάει κάθε άνθρωπος, υπάρχει μια συνεχής έγνοια για τον εαυτό σας μέσα στο ποτάμι, στο οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι.

Όταν πεθαίνεις, οι σκέψεις για το «εγώ» σου συνεχίζουν να υπάρχουν σ’ αυτό το ποτάμι, όπως συνεχίζουν και τώρα −ως χριστιανός, ως βουδιστής, ή ως ό,τι άλλο θέλετε-, ως πλεονέκτης, ως φθονερός, ως φιλόδοξος, ως φοβισμένος, ως κυνηγός της ευχαρίστησης· αυτό είναι το ανθρώπινο ποτάμι στο οποίο βρίσκεται κανείς παγιδευμένος. Αν δεν βγείτε απ’ αυτό τώρα, προφανώς θα συνεχίσετε να υπάρχετε και να «μπαινοβγαίνετε» σ’ αυτό το ποτάμι.

Το «εγώ» δεν είναι κάτι πραγματικό το ίδιο από μόνο του, που σαν την κάμπια που πάει από φύλλο σε φύλλο, περιπλανιέται από τη μια ύπαρξη στην άλλη μαζεύοντας εμπειρίες κι αποκτώντας σοφία ώσπου να φτάσει το ύψιστο, πράγμα που φανταζόμαστε ότι είναι η τελειοποίηση. Αυτή η αντίληψη είναι εσφαλμένη, είναι απλώς μια γνώμη και όχι μια πραγματικότητα. Την πραγματική πορεία του «εγώ» και τις διαδικασίες της μπορεί κανείς να τις διακρίνει μόλις αντιληφθεί πώς −μέσα από την άγνοιά του, τις τάσεις του, τις επιθυμίες του− ανασχηματίζεται και κάθε λεπτό επαναεδραιώνει τη συνέχισή του.

Μπορεί, λοιπόν, ποτέ αυτό το εμπόδιο, αυτή η εσωτερική «τριβή», αυτή η αντίσταση στην κίνηση της ζωής, δηλαδή αυτό που είναι γνωστό ως «εγώ», μπορεί ποτέ να τελειοποιηθεί; Μπορεί η επιθυμία να τελειοποιηθεί; Σίγουρα ο εγωισμός δεν μπορεί να γίνει ευγενέστερος, να γίνει αγνότερος εγωισμός· δεν μπορεί παρά να συνεχίζει να παραμένει αυτό που είναι. Η ιδέα ότι με την πάροδο του χρόνου το «εγώ» θα γίνει τέλειο είναι απόλυτα ψεύτικη και εσφαλμένη.

Αν δεν έχετε μέσα σας αγάπη σήμερα, κάνοντας κάποιες πρακτικές ή ακολουθώντας διάφορες «πειθαρχίες», θα γεμίσετε με αγάπη την άλλη εβδομάδα ή του χρόνου; Αυτές θα σας γεμίσουν με αγάπη; Ή μήπως η αγάπη γεννιέται μόνο όταν αυτός που κάνει την προσπάθεια σταματάει, δηλαδή όταν δεν υπάρχει πια η οντότητα που λέει, «είμαι κακός και πρέπει να γίνω καλός»; Αυτή η αναγνώριση ότι είμαι κακός και η επιθυμία μου να γίνω καλός μοιάζουν, γιατί βγαίνουν μέσα από την ίδια πηγή, που είναι το «εγώ».

Και μπορεί να μπει αμέσως τέλος σ’ αυτό το ίδιο το «εγώ» που λέει, «είμαι κακός και πρέπει να γίνω καλός», χωρίς να χρειαστεί καθόλου χρόνος; Αυτό σημαίνει να μην είστε οτιδήποτε· να μην προσπαθείτε να γίνετε κάτι ή να μην είστε τίποτα. Αν μπορεί κανείς να το δει πραγματικά αυτό, κάτι που είναι ένα απλό γεγονός, αν μπορεί να έχει άμεση αντίληψή του, τότε όλα τα άλλα είναι αυταπάτες.

Τότε θ’ ανακαλύψει κανείς ότι η επιθυμία να κάνει και αυτή την κατάσταση που αντιλήφθηκε μόνιμη είναι επίσης μια ψευδαίσθηση, επειδή σ’ αυτή την επιθυμία εμπεριέχεται προσπάθεια. Αν κανείς καταλάβει βαθιά ολόκληρη την επιθυμία για μονιμότητα, την παρόρμηση για συνέχεια, αν δει την ψευδαίσθηση αυτής της επιθυμίας, τότε έρχεται μια τελείως διαφορετική κατάσταση που δεν είναι το αντίθετό της.

Μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε μια άμεση αντίληψη χωρίς την παρεμβολή του χρόνου; Σίγουρα αυτό είναι το πραγματικά επαναστατικό. Δεν υπάρχει επανάσταση που να περνάει μέσα από το χρόνο, μέσα απ’ αυτή τη μιζέρια του να θέλει κανείς αδιάκοπα να γίνει κάτι. Αυτό κάνει κάθε αναζητητής. Είναι παγιδευμένος στη φυλακή της θλίψης και το μόνο που κάνει είναι να μεγαλώνει και να διακοσμεί το κελί του· αλλά βρίσκεται πάντα στη φυλακή, επειδή ψυχολογικά λαχταράει να γίνει κάτι που δεν είναι.

Και δεν είναι δυνατόν να δει την αλήθεια αυτού του πράγματος κι έτσι να μην είναι τίποτα; Το ζήτημα δεν είναι να πει κανείς «Δεν πρέπει να είμαι τίποτα» και μετά να ρωτάει πώς να γίνει «τίποτα», πράγμα που είναι πολύ τραγελαφικό, παιδιάστικο και ανώριμο, το ζήτημα είναι να δει κανείς το γεγονός άμεσα, σε μια στιγμή, κι όχι χρησιμοποιώντας χρόνο γι’ αυτό.

Έχετε διαμορφωθεί να πιστεύετε ότι ο Θεός, η «Αλήθεια» −αυτό το εξαιρετικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αδιάκοπα− βρίσκεται κάπου μακριά, και ανάμεσα σ’ αυτό το πράγμα και στο «εγώ» υπάρχει ένα κενό διάστημα, ένας χοντρός τοίχος ματαιοδοξίας, απληστίας, φιλοδοξίας, φόβου και λοιπά.

Λέτε λοιπόν: «Χρειάζομαι χρόνο για να γκρεμίσω τον τοίχο, να τον διαλύσω για να δω αυτή την ομορφιά, αυτή την καλοσύνη». Αλλά εκείνο που σας λέω είναι ότι ο χρόνος δεν θα το κάνει ποτέ αυτό. Είτε έχετε μία είτε εκατοντάδες ζωές, όσο θα σκέφτεστε με βάση το χρόνο δεν θα γίνει ποτέ. Όλα τα ιερά βιβλία σας, όλοι σας οι γκουρού, σας έχουν πει ότι χρειάζεστε χρόνο· ποια είναι, όμως, η οντότητα που χρειάζεται χρόνο για να γκρεμίσει τον τοίχο, ποιος είναι αυτός που λέει: «Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και στην “Αλήθεια”»;

 Αυτή η ίδια η οντότητα είναι εκείνη που δημιουργεί το χρόνο, επειδή αυτή η οντότητα θέλοντας να πετύχει κάτι σκέφτεται με βάση το «να φτάσει» σ’ αυτό· το «πότε» και «πώς» θα «φτάσει» σ’ αυτό. Έτσι, έχει δημιουργήσει αυτή την ιδέα, αυτή την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «εγώ» και σ’ εκείνη την «Αλήθεια», κι έχοντας δημιουργήσει αυτή την απόσταση, αυτό το κενό που είναι χρόνος, ρωτάει: «Πώς θα το γεφυρώσω;»

Δείτε το αυτό, σας παρακαλώ. Οποιαδήποτε κίνηση του νου προς αυτό που ονομάζει, «Αλήθεια» δημιουργεί χρόνο, κι επομένως ποτέ δεν μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα. Όσο υπάρχει η οντότητα που λέει, «θα πειθαρχήσω, θα ελέγξω τον εαυτό μου, θα εξασκούμαι κάθε μέρα να είμαι ενάρετος για να ρίξω τον τοίχο ανάμεσα στον εαυτό μου και στην “Αλήθεια”», αυτή η ίδια η οντότητα είναι που δημιουργεί τον τοίχο, την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και στην «Αλήθεια». Επίσης, η αρετή είναι απαραίτητη, γιατί η αρετή φέρνει ελευθερία, τάξη, αλλά η αρετή από μόνη της δεν οδηγεί στην «Αλήθεια».

Η αρετή αναγνωρίζεται από την κοινωνία, και για να ζήσετε στην κοινωνία πρέπει να είστε ενάρετοι. Ίσως πολλοί από σας εδώ να είναι ενάρετοι, καλοί, ευγενικοί, σπλαχνικοί, ανεπιτήδευτοι, κι όμως να μην έχουν εκείνο το εξαιρετικά δημιουργικό «κάτι» που χωρίς αυτό η αρετή έχει πολύ λίγη σημασία και είναι απλώς ένα κοινωνικό βερνίκι που δίνει τη δυνατότητα στην κοινωνία να λειτουργεί ομαλά.

Η αρετή δεν φτάνει.

Όσο ο νους σκέφτεται με βάση το «να γίνει κάτι», να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, όσο λέει, «είμαι εδώ και πρέπει να φτάσω εκεί»· όσο θέλει να είναι κάποιος, να έχει εξουσία, να αποκτήσει πλούτη, να είναι μεγάλο διευθυντικό στέλεχος· όσο ο νους λέει, «θα ολοκληρωθώ και θα φτάσω στο Θεό», δεν μπορεί παρά να χρειάζεται χρόνο.

Τώρα: αν μπορέσεις να δεις και να κατανοήσεις αυτό το γεγονός, τότε εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν υπάρχεις, δεν είσαι τίποτα −όχι «ένα τίποτα»−, δεν είσαι τίποτα που να θέλει να γίνει κάτι, και τότε για σένα δεν υπάρχει χρόνος. Τότε δεν υπάρχει κανένα χάσμα ανάμεσα σε εσένα και σε κάτι, δεν υπάρχει κανένα «εγώ», δεν υπάρχει «εκείνη η Αλήθεια που πρέπει να φτάσεις», δεν υπάρχει παρά μόνο μια κατάσταση ύπαρξης· τότε απλώς υπάρχεις και μέσα απ’ αυτή την κατάσταση έρχεται μια εξαιρετική χαρά. Τότε δεν υπάρχει καμιά ψυχολογική πάλη, καμιά σπατάλη ενέργειας. Και πρέπει να έχει κανείς άφθονη ενέργεια, αλλά όχι μέσα από έλεγχο.

Αν, για παράδειγμα, θέλοντας να φτάσεις σε «εκείνη την Αλήθεια» πεις: «θα πάρω όρκο αγαμίας, θα πειθαρχήσω τις επιθυμίες μου για να έχω πιο πολλή ενέργεια», αυτά είναι απλώς άλλο ένα παζάρι. Όλα αυτά είναι τρόποι και κόλπα του νου για να πετύχει κάτι, για να φτάσει κάπου. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που έχει πάρει όρκο αγαμίας δεν ξέρει από αγάπη, γιατί ασχολείται με τον εαυτό του και την προσωπική του ολοκλήρωση.

Το σημαντικό, λοιπόν, είναι να το δει κανείς όλο αυτό: πώς ο νους έχει δημιουργήσει μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και σ’ εκείνη την Αλήθεια που νομίζει πως υπάρχει κάπου που πρέπει να φτάσει. Όσο γίνεται οποιαδήποτε κίνηση του νου προς ένα στόχο δεν μπορεί παρά να υπάρχουν και στάδια προς αυτόν, δεν μπορεί παρά να υπάρχει χρόνος.

Τώρα: απλώς με το να ακούσει κανείς αυτό το γεγονός, να το δει και να το κατανοήσει βαθιά μέσα του, ελευθερώνει το νου από το χρόνο. Αλλά μπορείς να το ακούσεις και να το κατανοήσεις μόνο όταν δεν θέλεις να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι, όταν δεν θέλεις να γίνεις οτιδήποτε, μόνο όταν ο νους σου είναι ξεγυμνωμένος απ’ όλες τις εμπειρίες· όταν είσαι όπως τώρα που ακούτε· που δεν «υπνωτίζεστε» από μένα και είστε ήσυχοι επειδή ακούτε κάτι που είναι αλήθεια. Κι αν μπορέσετε ν’ ακούσετε ήσυχα έστω και για ένα λεπτό, για ένα δευτερόλεπτο, τότε θ’ ανακαλύψετε ότι αυτή η ίδια η ησυχία, αυτή η ίδια η σιωπή τούτου του δευτερολέπτου κρύβει μέσα της όλη την αφθονία, την ομορφιά, την καλοσύνη και τον πλούτο της Αλήθειας. Εκείνη τη στιγμή υπάρχει πλήρης προσοχή χωρίς κανένα κίνητρο κι αυτή η απόλυτη προσοχή δεν επιθυμεί να έχει τίποτα περισσότερο, δεν θέλει να γίνει καλύτερη. Αυτή η απόλυτη προσοχή είναι το «καλό», κι επομένως δεν υπάρχει κάτι καλύτερο.

Εκείνο που λέω είναι ότι ο νους μπορεί να ελευθερωθεί αμέσως κι ότι δεν υπάρχει καμιά σταδιακή διαδικασία με την οποία ελευθερώνουμε το νου χρησιμοποιώντας χρόνο. Μόνο ο νους που είναι πολύ ήσυχος μπορεί να είναι ελεύθερος, κι αυτή η ησυχία δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί με αντίτιμο τη συγκέντρωση γνώσης και αρετής, ακολουθώντας γκουρού, μπαίνοντας σε ομάδες, κάνοντας πρακτικές· δεν μπορεί κανείς να τη γνωρίσει μέσα από πειθαρχίες ή θυσίες.

Άτλαντας: Ο αταλάντευτος Κοσμοκράτωρ

Στην ελληνική μυθολογία και κατά τον Ησίοδο, ο Άτλας ήταν η μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη.

Ήταν γιος του Ιαπετού ή του Αιθέρα ή του Ποσειδώνα ή του Ουρανού και της Ωκεανίδας Κλυμένης, ή της Ωκεανίδας Ασίας, ή της Ασίας ή της Ημέρας ή της Λιβύης...

Αδελφός του Μενοίτιου, του Προμηθέα και του Επιμηθέα, σύζυγος της Εσπερίδας η κόρη του Έσπερου, που θεωρούνταν επίσης αδερφός του, από την οποία απέκτησε επτά κόρες, τις Ατλαντίδες ή Εσπερίδες· ή κατά άλλη εκδοχή σύζυγος της Ωκεανίδας Πλειόνης από την οποία απέκτησε τις επτά Πλειάδες· ή της Ησιόνης που του γέννησε την Ηλέκτρα· ή της Αίθρας που ήταν κόρη του Ωκεανού από την οποία απέκτησε τον Ύαντα και δώδεκα κόρες.

Ήταν πατέρας πολλών παιδιών ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο Έσπερος για την ευσέβεια, τη δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό του. Θύελλα τον άρπαξε από το βουνό Άτλας και καταστερίστηκε για την ευσέβεια του. Αναφέρεται και ως πατέρας της Πασιφάης, της Καλυψώς και της αρκαδικής ηρωίδας Μαίρας· που του γέννησε ένα γιο, τον Αύσονα. Τιμωρήθηκε από τον Δία, όπως και οι άλλοι τρεις Υαπετίδες αδελφοί του.

Ο Άτλαντας και οι Εσπερίδες

Ο Ησίοδος γράφει στην Θεογονία:
"Και ο Ιαπετός την κόρη του Ωκεανού με τους ωραίους αστραγάλους
πήρε γυναίκα του, την Κλυμένη, κι ανέβηκε μαζί της σε κοινό κρεβάτι.
Εκείνη τον Άτλαντα το γενναιόψυχο του γέννησε παιδί,
γέννησε και το μεγαλοφάνταστο Μενοίτιο και τον Προμηθέα,
τον εύστροφο με τους ποικίλους δόλους, και τον Επιμηθέα τον ασυλλόγιστο,
που έγινε του κακού η αρχή για τους θνητούς τους σιτοφάγους.
Αφού πρώτος αυτός υποδέχτηκε την πλασμένη από το Δία γυναίκα,
την παρθένα [την Πανδώρα]. Τον υβριστή Μενοίτιο ο Δίας που μακριά ηχεί
στο έρεβος ξαπέστειλε χτυπώντας τον με τον γεμάτο αιθάλη κεραυνό
για την αλαζονεία του και την υπεροπτική του ανδρεία.
Κι ο Άτλας τον πλατύ ουρανό βαστά με το κεφάλι και τα χέρια του
τ' ακάματα σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,
μπροστά απ' τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες."

(Ησ. Θεογ. 507-519)

Στη Τιτανομαχία ήταν αρχηγός των Τιτανιδών (γιων των Τιτάνων) και μάλιστα ο δυνατότερος και ο επιδεξιότερος, που όμως μετά τη νίκη του ο Δίας τον τιμώρησε για πάντα υποχρεώνοντας τον να φέρει στους ώμους του τον Ουράνιο θόλο.Ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, ήταν μάλλον γιατί συμμάχησε με τους αντιπάλους του Δία, τους Τιτάνες, είτε γιατί μαζί με τα τρία αδέρφια του κρατούσαν γενικά περιφρονητική στάση απέναντι στον Δία ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν ως βασιλιά των θεών.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Δίας τον εκδικήθηκε, γιατί κατασπάραξε τον Διόνυσο, μαζί με τους άλλους Τιτάνες.

Μετά την επικράτηση των Ολυμπίων οι τέσσερις γιοι του Ιαπετού εισέπραξαν την τιμωρία τους: ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος κατακεραυνώνονται και γκρεμίζονται από τον Δία στο Έρεβος. Ο Προμηθέας καρφώνεται στον Καύκασο στο ανατολικό άκρο της Γης.

Ο Άτλαντας βυθίζεται στα Τάρταρα βαθιά κάτω από τη Γη στο δυτικό άκρο, κοντά στα σύνορα του Χάους, εκεί όπου οι Εσπερίδες φυλάνε τα χρυσά μήλα και στο σημείο που βρίσκονται οι ρίζες της Γης, του Πόντου, του Ουρανού και του Τάρταρου.

Στο εξής θα ήταν καταδικασμένος να στηρίζει με τη δύναμή του τον Ουρανό πάνω από τη Γη.

Επειδή τη "θεία τιμωρία" αυτή την υπέμενε με θαυμαστή και παραδειγματική εγκαρτέρηση έλαβε το όνομα Άτλας, (<αρχ. Ἄτλας<α- αθροιστ. + τλᾶ- | τλη-, από όπου και απαρ. τλῆ-ναι "τολμώ") συγγενεύει με το επίθετο "αταλάντευτος", που σημαίνει στερεός, σταθερός, ανθεκτικός, αυτός που υπομένει να σηκώνει βάρη.

Ο Άτλαντας και ο Προμηθέας

Όνομα συγγενικό με της Αταλάντης, του Τάλω- του ηλιακού θεού της Κρήτης- όπως επίσης του Ταλαού του Τάνταλου και του Τελαμώνα. Οι ποιητές τον χαρακτήριζαν κρατερόφρονα και με σθένος κραταιόν. Οι άνθρωποι πίστευαν εκείνη την εποχή πως ο Κόσμος ήταν σαν ένα τεράστιο κτίριο με θεμέλια, κίονες και οροφή. Ο Άτλας θα κρατούσε την κολόνα ή τις κολόνες, όπου πατά ο Ουρανός στη Γη ή τον άξονα του Κόσμου.

Άλλοι πάλι φαντάζονταν πως θα σήκωνε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού ή τον Ουρανό και τη Γη μαζί.

Επιπλέον, ο Άτλαντας, λόγω της θέσης του κατείχε απέραντη σοφία και γνώση οικουμενική.Ήξερε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα περίεργα που κρύβονται στις αβύσσους του Ωκεανού. Γνώριζε τα μυστικά του Ουρανού, όπως και το ότι ο Κόσμος είναι μια μεγάλη σφαίρα. Κατά τον Απολλόδωρο ο Άτλαντας δεν σήκωνε τον ουρανό στη Δύση, στην Εσπερία αλλά στη χώρα των Υπερβόρειων. Εκεί πήγε και τον βρήκε ο Ηρακλής, ενώ νωρίτερα είχε περάσει από τον Καύκασο, το άλλο όριο του κόσμου, το ανατολικό. Εκεί, ο άλλος τιμωρημένος αδελφός, ο Προμηθέας,από ευγνωμοσύνη στον ήρωα που τον απάλλαξε από τον αετό που του έτρωγε το συκώτι, του υπέδειξε να πείσει τον Άτλαντα να πάρει για λογαριασμό του τα μήλα των Εσπερίδων, λέγοντάς του ότι θα κρατούσε στη θέση του το στερέωμα του ουρανού όσο θα κρατούσε το εγχείρημά του. Και ο Άτλαντας πήγε στον κήπο των Εσπερίδων, έκοψε τρία μήλα και τα έφερε στον Ηρακλή.

Όμως δεν ήθελε πια να κρατά τον ουρανό και σκόπευε να τον αφήσει στους ώμους του Ηρακλή. Αλλά εκείνος τον ξεγέλασε με τέχνασμα· του είπε να κρατήσει μόνο στιγμιαία τον ουρανό, ώστε να βάλει στο κεφάλι του μια κουλούρα ύφασμα για να τον σηκώνει πιο εύκολα. Ο Άτλαντας άφησε κάτω τα μήλα και παρέλαβε τον ουρανό· τότε ο Ηρακλής τα άρπαξε και έφυγε. Κάποιοι λένε ότι δεν τα πήρε από τον Άτλαντα, αλλά ότι ο ίδιος τα έκοψε, αφού πρώτα σκότωσε το φίδι που τα φύλαγε. Υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή.

Άτλαντας και Ηρακλής

Ληστές είχαν αρπάξει τις κόρες του Άτλαντα, τις Εσπερίδες. Ο Ηρακλής καταφέρνει να τους σκοτώσει και να ξαναφέρει τις κόρες πίσω στον πατέρα τους. Εκείνος τότε, για να τον ανταμείψει, του μεταφέρει τις απέραντες γνώσεις του, τα μυστικά του Ουρανού και την αστρονομία.

Ο Οβίδιος θέλει τον Άτλαντα πάμπλουτο βασιλιά της Μαυριτανίας με πολλά κοπάδια διαφόρων ζώων και απέραντους κήπους με τα περίφημα μήλα, για την προστασία των οποίων είχε υψώσει τείχη και έβαλε ένα δράκοντα να τα φυλά.

Αρνήθηκε να φιλοξενήσει τον Περσέα, όταν έμαθε την καταγωγή του, γιατί χρησμός από τη Θέτιδα στον Παρνασσό τον είχε προειδοποιήσει ότι ένας γιος του Δία θα του έκλεβε τα μήλα. Ο Περσέας προσπάθησε να τον πείσει, αλλά δεν τα κατάφερε όσο κι αν τον παρακάλεσε. Και τότε έβγαλε από το σακούλι του το κεφάλι της Μέδουσας και τον απολίθωσε.

Ο Περσέας πετρώνει τον Άτλαντα με το κεφάλι της Μέδουσας

Έτσι, ο Τιτάνας μεταβλήθηκε στο ομώνυμο βουνό, οι ώμοι και τα χέρια του έγιναν κορυφές με ψηλότερη αυτή του κεφαλιού του, τα μαλλιά και η γενειάδα του έγιναν δάση, τα κόκαλά του έγιναν βράχια. Και το κάθε μέρος έγινε τεράστιο και ο ουρανός με τα αστέρια αναπαύονταν σε αυτόν .

Είναι πιθανό η ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης να στηρίζεται στην περιγραφή του ομώνυμου βουνού στην Αφρική από τον Ηρόδοτο που οι κορυφές του δεν διακρίνονται ούτε χειμώνα ούτε καλοκαίρι από τα νέφη που τις καλύπτουν. Οι ντόπιοι ονομάζουν το βουνό κίονα του ουρανού και τους εαυτούς τους Άτλαντες.

Κατά τον Πλάτωνα ο Άτλας ήταν ένας από τους δέκα βασιλείς της Ατλαντίδας.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει τον Άτλαντα ως γιο του Ουρανού τον θεωρεί ως τον πρώτο αστρονόμο που δίδαξε στους ανθρώπους τους νόμους του ουρανού.

Γι' αυτό οι άνθρωποι πίστεψαν ότι ολόκληρο το σύμπαν στηρίζεται στους ώμους του Άτλαντα, ο μύθος δηλαδή υπαινίσσεται την ανακάλυψη και περιγραφή του σφαιρικού σύμπαντος από τον Άτλαντα που από το πανύψηλο αυτό βουνό της Αφρικής από το οποίο γλίστρησε και έπεσε στη παρακείμενη θάλασσα δίνοντας τόσο στο βουνό όσο και στη θάλασσα το όνομά του Άτλας και Ατλαντικός. (Διόδ. 60.2)

Ο ρόλος του Άτλαντα είναι, όπως είδαμε, να κρατά τον Ουρανό, καθώς στέκεται ανάμεσα σ' αυτόν και στη Γη. Με αυτή την έννοια, ο Άτλαντας είναι ένας τρόπος να συμβολίζεται η πράξη της δημιουργίας του Κόσμου.

Ο Κόσμος προέκυψε από το Χάος, που μέχρι τότε επικρατούσε και όπου όλα ήταν ανακατεμένα μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα στοιχεία του Σύμπαντος χωρίστηκαν και ο Κόσμος διακρίθηκε στα μέρη του. Έτσι και ο Άτλαντας χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη, κάτι δηλαδή σαν αυτό που είχε πράξει ο Κρόνος για πρώτη φορά.

Φαίνεται πως για τους αρχαίους ο Άτλας και οι τέσσερις γιοί του Ιαπετού συμβόλιζαν τους ακρογωνιαίους λίθους στο οικοδόμημα του κόσμου, καθώς και τα σημεία προσανατολισμού τους.

Επίσης, με τη θέση και τις απέραντες γνώσεις που είχε θεωρούνταν δικαιολογημένα ο εφευρέτης και πρώτος δάσκαλος της αστρονομίας.

Τα λέιζερ θα αντικαταστήσουν τα μπουζί

serveimage-3Παρά τη διαρκή πρόοδο στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, φαίνεται πως ο κινητήρας εσωτερικής καύσης (ΚΕΚ) έχει ακόμα δεκαετίες ζωής. Οπότε έχει νόημα η εξέλιξή του, προκειμένου να γίνει ακόμη πιο λιτοδίαιτος σε καύσιμο και να μολύνει λιγότερο το περιβάλλον.

Στα πλαίσια αυτά, είναι πιθανόν σύντομα να αποχαιρετίσουμε οριστικά το μπουζί -ένα από τα πιο εμβληματικά μέρη του ΚΕΚ, το οποίο τον συνοδεύει από το 1860, οπότε και εφευρέθηκε από τον Βέλγο Étienne Lenoir.

Ο λόγος; Ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου Φυσικών Επιστημών της Ιαπωνίας (NINS) δουλεύουν πάνω στη δημιουργία αναφλεκτήρων λέιζερ. Οι οποίοι πιστεύουν πως τελικά θα αντικαταστήσουν τα κοινά μπουζί στους κινητήρες.

Τα «μπουζί» λέιζερ έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Δεν είναι μόνο ότι προσφέρουν καλύτερες επιδόσεις και χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου. Παράλληλα μειώνουν και τις εκπομπές ρύπων στην ατμόσφαιρα.

Τα συμβατικά μπουζί κάνουν τη δουλειά τους δημιουργώντας με ρεύμα υψηλής τάσης έναν ηλεκτρικό σπινθήρα στο άκρο τους που βρίσκεται μέσα στον θάλαμο καύσης. Ο σπινθήρας αναφλέγει το καύσιμο μείγμα, προκαλώντας την ελεγχόμενη έκρηξή του. Αυτή η έκρηξη είναι που σπρώχνει το έμβολο προς τα κάτω, προκαλώντας τη λειτουργία του κινητήρα.

serveimage-2

Ένα βλαβερό παράγωγο της διαδικασίας αυτής είναι τα τοξικά οξείδια του αζώτου (NOx) που μολύνουν την ατμόσφαιρα και συμβάλλουν σημαντικά στο «νέφος» και την όξινη βροχή. Οι κινητήρες εκπέμπουν λιγότερα οξείδια αζώτου όταν το εύφλεκτο μείγμα περιέχει περισσότερο αέρα και λιγότερο καύσιμο, όταν δηλαδή καταναλώνουν ένα  «φτωχό μείγμα» όπως αποκαλείται.
Όμως ένα τέτοιο μείγμα για να καεί απαιτεί πολύ μεγαλύτερη ενέργεια.

Κάτι τέτοιο είναι μεν εφικτό με τη σημερινή τεχνολογία, όμως το απαιτούμενο βολτάζ θα έλιωνε τα ηλεκτρόδια των μπουζί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα οι αναφλεκτήρες λέιζερ μπορούν να αναφλέξουν πολύ φτωχότερα μείγματα χωρίς τον κίνδυνο να αυτοκαταστραφούν. Πολύ απλά επειδή δεν έχουν ηλεκτρόδιο.

Οι επιστήμονες του NINS ελπίζουν να ξεπεράσουν κι άλλο ένα μειονέκτημα των μπουζί. Το ότι αναφλέγουν μόνον το καύσιμο μείγμα που βρίσκεται γύρω από την ακίδα τους. Αυτό διότι μεγάλο μέρος της ενέργειας της έκρηξης απάγεται σαν θερμότητα από τα γύρω μέταλλα του κυλίνδρου και της κεφαλής, προτού φτάσει στο έμβολο.

Το λέιζερ αντίθετα μπορεί να εστιάσει την ενεργειακή ακτίνα του στο κέντρο του κυλίνδρου, από όπου η έκρηξη του μείγματος θα εκτεινόταν πιο συμμετρικά –και τρεις φορές πιο γρήγορα από ό,τι με ένα μπουζί, σύμφωνα με τις μετρήσεις.

Έτσι όμως οι μηχανικοί θα μπορέσουν να μεταβάλλουν και τον χρονισμό του κινητήρα. Δηλαδή να αλλάξουν τη χρονική στιγμή δημιουργίας του σπινθήρα της καύσης. Αυτό γιατί το λέιζερ δημιουργεί έναν παλμό ενέργειας σε νανοδευτερόλεπτα (δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου), ενώ το μπουζί σε μόλις χιλιοστά του δευτερολέπτου. Δηλαδή τα λέιζερ είναι ένα εκατομμύριο φορές ταχύτερα.
Για την καύση του μείγματος, ένα λέιζερ θα πρέπει να μπορεί να εστιάσει το φως με ένταση περίπου 100 γιγαβάτ ανά τετραφωνικό εκατοστό, με ενεργειακούς παλμούς των 10 μιλιτζάουλ (millijoule).

Ως τώρα κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν μόνον μέσω μεγάλων, μη αποδοτικών και μάλλον ασταθών λέιζερ. Οι επιστήμονες του NINS όμως κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μικρό, στιβαρό και αποδοτικό λέιζερ που τα καταφέρνει εξίσου καλά.

Το πέτυχαν υπερθερμαίνοντας κεραμικές πούδρες τις οποίες κατόπιν ανέμειξαν με διαφανή στερεά υλικά, στα οποία τέλος ενσωμάτωσαν μεταλλικά ιόντα προκειμένου να «χειριστούν» –δηλ. ρυθμίσουν- τις ιδιότητές τους.

Έτσι ο αναφλεκτήρας λέιζερ που κατασκεύασαν έχει πλάτος μόλις 9 χιλιοστά και μήκος 11 χιλιοστά. Αποτελείται από δύο κολλημένα μεταξύ τους μέρη κατασκευασμένα από κράμα ύτριου-αλουμινίου-γαλλίου και εκπέμπει δύο παλμούς που αναφλέγουν το μείγμα σε δύο διαφορετικά σημεία του θαλάμου καύσης, προκαλώντας την ταχύτερη αλλά και πιο ομοιόμορφη έκρηξη.

Μάλιστα τώρα οι Ιάπωνες προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα λέιζερ τριών ταυτόχρονων παλμών. Το λέιζερ αυτό δεν μπορεί να καύσει το μείγμα με έναν παλμό, μπορεί όμως να δημιουργήσει πολλαπλούς παράλληλους παλμούς με διάρκεια 800 πικοσεκόντ (τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου).

Για την ώρα ο αναφλεκτήρας λέιζερ δεν έχει δοκιμαστεί σε αυτοκίνητο. Η επιστημονική ομάδα συζητά τώρα τους όρους συνεργασίας με έναν μεγάλο κατασκευαστή μπουζί και με την DENSO Corporation, έναν γίγαντα στην κατασκευαστή αυτοκινητικών ανταλλακτικών.

Η έρευνά τους θα παρουσιαστεί τον ερχόμενο μήνα στο Συνέδριο Λέιζερ και Ηλεκτρο-Οπτικής στην Βαλτιμόρη.

Το μέλλον είναι εδώ: Ρομπότ κάνει εγχείρηση μόνο του... και ξεπερνά ακόμα και έμπειρους χειρούργους

Τα ρομπότ έκαναν ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για να αποκτήσουν τη δική τους αυτονομία στο χειρουργείο, φιλοδοξώντας να κλέψουν λίγη από τη δόξα των αυτόνομων οχημάτων της Google.
 
Για πρώτη φορά, ένα αυτόνομο ρομπότ - υπό την απλή επίβλεψη αλλά όχι καθοδήγηση ενός γιατρού- έκανε με επιτυχία μια χειρουργική επέμβαση σε μαλακούς ιστούς ενός πειραματόζωου.
 
Το ρομπότ τα κατάφερε καλύτερα τόσο από τους έμπειρους χειρουργούς, όσο και από την υπάρχουσα σήμερα υποβοηθούμενη από ρομπότ χειρουργική επέμβαση. Η δοκιμή αφορούσε επέμβαση εντέρου σε ζωντανούς χοίρους. Το ρομπότ έκοψε και έραψε ξανά το έντερο με μεγάλη ακρίβεια.
 
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Παιδιατρικής Χειρουργικής Καινοτομίας Sheikh Zayed (ιδρύθηκε το 2010 με δωρεά από την κυβέρνηση του Αμπού Ντάμπι) και του Τμήματος Επιστήμης των Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον Αζάντ Σέιντμαν, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Science Translational Medicine".
 
Σήμερα η ρομποτική χειρουργική βασίζεται στον χειρουργό, ο οποίος καθοδηγεί χειροκίνητα το ρομπότ και η έκβαση της εγχείρισης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εκπαίδευση και την εμπειρία του γιατρού. Μέχρι τώρα είχαν γίνει πρόοδοι στην αυτόνομη ρομποτική χειρουργική μόνο για επεμβάσεις σε σκληρούς ιστούς, όπως τα οστά. Τώρα, για πρώτη φορά, έγινε κάτι ανάλογο και σε μαλακούς ιστούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν τους τένοντες, τους μυς, τα νεύρα, τα αιμοφόρα αγγεία, το δέρμα, τον λιπώδη ιστό κ.α.
 
Οι μαλακοί ιστοί εμφανίζουν συνεχείς και απρόβλεπτες αλλαγές κατά την εγχείριση, γι' αυτό οι χειρουργοί πρέπει να κάνουν συνεχείς προσαρμογές, πράγμα που έως τώρα ήταν πέρα από τις δυνατότητες ενός ρομπότ. Όμως το νέο ρομποτικό σύστημα STAR (Smart Tissue Autonomous Robot) διαθέτει έναν ελαφρύ ρομποτικό βραχίονα και χειρουργικά εργαλεία ακριβείας, τεχνολογίες τρισδιάστατης όρασης και «έξυπνης» απεικόνισης, καθώς και ειδικό λογισμικό με εξελιγμένους αλγόριθμους. Όλα αυτά του επιτρέπουν να παίρνει αποφάσεις και να «πλοηγείται» σε πραγματικό χρόνο και με μεγάλη επιτηδειότητα στον μαλακό ιστό.
 
Οι ερευνητές σύγκριναν την αποτελεσματικότητα του STAR με παρόμοια χειρουργική επέμβαση που έγινε μέσω λαπαροσκόπησης από έμπειρα χέρια χειρουργών (με εμπειρία τουλάχιστον επτά ετών), καθώς και με την ημι-αυτόνομη επέμβαση που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του δημοφιλούς ρομποτικού συστήματος «Ντα Βίντσι». Σε όλες τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές, το αυτόνομο ρομποτικό σύστημα STAR είχε ίδιες ή και ανώτερες επιδόσεις, ακόμη και στην αναστόμωση (επανένωση) του εντέρου των πειραματόζωων. Όλοι οι χοίροι ήσαν καλά μετά την επέμβαση και δεν εμφάνισαν επιπλοκές.
 
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι ο αυτόνομος ρομποτικός χειρουργός STAR μπορεί να πιάσει δουλειά στα νοσοκομεία μέσα στην επόμενη διετία.
 
Στόχος των ερευνητών είναι σταδιακά να καταστήσουν αυτόνομους τους ρομποτικούς χειρουργούς, θεωρώντας ότι εξοβελίζοντας τον ανθρώπινο παράγοντα, στο μέλλον θα μειώσουν την πιθανότητα λάθους. Τα ρομπότ θα κάνουν μόνα τους την εγχείρηση και οι γιατροί απλώς θα παρακολουθούν, επεμβαίνοντας μόνο αν χρειασθεί. Παραμένει όμως ερώτημα κατά πόσο οι άνθρωποι θα εμπιστεύονταν τα ρομποτικά χειρουργικά χέρια.

Η θεωρίας της Πληροφορίας και της Κυβερνητικής

Τι είναι η θεωρία των πληροφοριών

Η θεωρία των πληροφοριών γεννήθηκε σαν μια τελείως καινούργια επιστήμη που μας έδωσε τη δυνατότητα να εξετάσουμε επίμαχα προβλήματα από ένα ψηλότερο πλεονεκτικό σημείο γνώσης. Οι νόμοι και τα θεωρήματα της επιστήμης αυτής υποκίνησαν συναρπαστικές ιδέες στη βιολογία και στη γλώσσα, στη θεωρία των πιθανοτήτων, την ψυχολογία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στη μελέτη της κοινωνίας. Ακριβώς όπως οι αρχές της νέας επιστήμης της ενέργειας έδωσαν καινούργιες γνώσεις που εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τους ορίζοντες της μηχανολογίας, έτσι και η θεωρία των πληροφοριών άνοιξε καινούργια παράθυρα στο πεδίο μιας γνώσης τόσο πλατιάς όσο η φύση, τόσο πολύπλοκης όσο ο ανθρώπινος νους.

Οι βιολόγοι και οι φιλόσοφοι εισηγήθηκαν ότι το σύμπαν και οι ζωντανές μορφές που περιέχει βασίζονται στην τυχαιότητα, όχι όμως και στο τυχαίο συμβάν. Για να το θέσουμε διαφορετικά οι δυνάμεις της τύχης και της αντι-τύχης συνυπάρχουν σε μια συμπληρωματική σχέση. Το τυχαίο στοιχείο ονομάζεται εντροπία, ο παράγων του χάους, που τείνει να ανακατέψει το τακτοποιημένο, να καταστρέψει το νόημα. Το μη τυχαίο στοιχείο είναι η πληροφορία, που εκμεταλλεύεται την αβεβαιότητα που ενυπάρχει μέσα στην αρχή της εντροπίας για να γεννήσει καινούργιες δομές, για να πληροφόρηση τον κόσμο με νέους τρόπους.

Η θεωρία των πληροφοριών δείχνει ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι δυνάμεις της αντι-τύχης είναι εξίσου καθολικοί με τις δυνάμεις της τύχης, παρ' όλο που η εντροπία εμφανίζεται σαν η συντριπτικά ισχυρότερη αρχή. Η σωστή μεταφορική εικόνα για τη διαδικασία της ζωής μπορεί να μην είναι ένα ζευγάρι ζάρια ή ο περιστρεφόμενος τροχός της ρουλέτας, αλλά οι προτάσεις μιας γλώσσας, που μεταφέρουν πληροφορίες εν μέρει προβλέψιμες και εν μέρει απρόβλεπτες. Οι προτάσεις αυτές κατασκευάζονται με κανόνες που παράγουν πολύ από το λίγο, γεννώντας έναν απεριόριστο πλούτο νοήματος από ένα πεπερασμένο απόθεμα λέξεων. Δίνουν στη γλώσσα την ικανότητα να είναι γνωστή και παρ' όλα αυτά γεμάτη εκπλήξεις, περιορισμένη και παρ' όλα αυτά απροσδόκητη μέσα στους περιορισμούς της.

Το νόημα και η τάξη, λέει η θεωρία, μπορούν να κυριαρχήσουν πάνω στην ασυναρτησία και το χάος. Ο κόσμος δεν είναι ανάγκη να κατρακυλήσει στο απλό, το ομοιόμορφο και το κοινότυπο, αλλά μπορεί να προχωρήσει προς την κατεύθυνση των πλουσιότερων και συνθετότερων δομών, φυσικών και νοητικών. Η ζωή, όπως και η γλώσσα, παραμένει «δομημένη». Η κλασική εικόνα της εντροπίας υπονοούσε ότι η δομή είναι η εξαίρεση και το χάος ο κανόνας. Η θεωρία των πληροφοριών μας υποδεικνύει, αντίθετα, ότι η τάξη είναι απόλυτα φυσιολογική: ο δομημένος άνθρωπος κατοικεί μέσα σε ένα δομημένο σύμπαν.

Η πληροφορία είναι μια λέξη που ποτέ δεν ήταν εύκολο να διευκρινιστεί τελείως. Στην πιο οικεία της έννοια η πληροφορία σήμερα σημαίνει ειδήσεις, νέα, γεγονότα και ιδέες που αποκτώνται και περνάνε σαν γνώση. Όμως στο μεσαίωνα είχε διάφορες εκλαϊκευμένες και κυριολεκτικές χρήσεις. Εκτός από εκείνες που θα αναγνωρίζαμε, η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί και με πιο ενεργό, εποικοδομητικό νόημα, σαν κάτι που δίνει ένα συγκεκριμένο σχήμα ή χαρακτήρα στην ύλη και στο πνεύμα· μια δύναμη που διαμορφώνει τη συμπεριφορά, ασκεί, διδάσκει, εμπνέει ή καθοδηγεί.

Μόνον από το 1940 και πέρα η πληροφορία ορίστηκε ως επιστημονικός όρος και ο ορισμός αυτός ήταν τελείως καινούργιος, διαφορετικός από όλους όσους βρίσκει κανείς στα συνηθισμένα λεξικά. Παρ' όλα αυτά, κατά έναν περίεργο τρόπο, η έννοια της πληροφορίας, που περιγράφεται με αρκετά μεγάλη ακρίβεια ώστε να ικανοποιεί και τους μαθηματικούς και τους μηχανικούς των τηλεπικοινωνιών ταυτόχρονα, αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη γοητεία για τους μη επιστήμονες. Η λέξη άρχισε να ξαναπαίρνει μερικές από τις παλιές της έννοιες που είχαν πέσει σε αχρηστία. Η πληροφορία άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ενεργητικού παράγοντα που δεν κάθεται έτσι απλά και παθητικά, αλλά «πληροφορεί» τον υλικό κόσμο, περίπου όπως τα μηνύματα των γονιδίων διδάσκουν το μηχανισμό του κυττάρου πώς να οικοδομήσει έναν οργανισμό ή όπως τα σήματα από έναν ραδιοπομπό οδηγούν την πολύπλοκη πορεία ενός διαστημόπλοιου στο ταξίδι του μέσα στο διάστημα.

Έτσι η πληροφορία αναδύθηκε σαν μια παγκόσμια αρχή που λειτουργεί μέσα στον κόσμο, δίνοντας σχήμα στο ασχημάτιστο, προσδιορίζοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των έμβιων μορφών και ακόμη καθορίζοντας, μέσα από ειδικούς κώδικες, τα αχνάρια της ανθρώπινης σκέψης. Με αυτόν τον τρόπο η πληροφορία εκτείνεται πάνω από όλα τα ανόμοια πεδία, των υπολογιστών του διαστημικού αιώνα, της κλασικής Φυσικής, της μοριακής Βιολογίας και της ανθρώπινης επικοινωνίας, της εξέλιξης της γλώσσας και της εξέλιξης του ανθρώπου.

Είναι προφανές ότι η φύση δεν μπορεί πια να ιδωθεί μόνο σαν ύλη και ενέργεια. Ούτε μπορούν όλα της τα μυστικά να ξεκλειδωθούν με τα κλειδιά της Χημείας και της Φυσικής, παρ' όλη την εκθαμβωτική επιτυχία που είχαν οι δύο αυτοί κλάδοι της επιστήμης στον αιώνα μας. Μια τρίτη συνιστώσα είναι απαραίτητη για οποιαδήποτε εξήγηση του κόσμου που διεκδικεί την πληρότητα. Στις παντοδύναμες θεωρίες της Χημείας και της Φυσικής πρέπει να προστεθεί ένας καινουργιοφερμένος επισκέπτης: η θεωρία των πληροφοριών. Η φύση πρέπει να ερμηνευτεί σαν ύλη, ενέργεια και πληροφορία.

Η πληροφορία απέκτησε επιστημονική έννοια όταν ανέτειλε η εποχή των ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, στο πρώτο μέρος του αιώνα μας. Οι επιστήμονες τη χειρίστηκαν με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι προκάτοχοι τους στον δέκατο ένατο αιώνα είχαν χειριστεί την έννοια της ενέργειας. Της έπλασαν μια θεωρία, την εφοδίασαν με νόμους, τη στόλισαν με εξισώσεις και στην πράξη την ξεζουμίσανε από όση ασάφεια και όσο μυστήριο μπόρεσαν.

Ο Claude Shannon και η θεωρία της πληροφορίας

Στην καθαρή της μορφή η θεωρία των πληροφοριών ήταν μια ανακάλυψη των μηχανικών. Οι πιο περίβλεπτες πρακτικές επιτυχίες της αναφέρονται στην εκπομπή των εικόνων της έγχρωμης τηλεόρασης, στη σχεδίαση των συστημάτων ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, στην ανάκτηση ανέπαφων μηνυμάτων από μακρινά διαστημόπλοια. Παρουσιάστηκε στον κόσμο με τη μορφή δύο εργασιών του Claude Shannon της Bell Telephone Laboratories, που δημοσιεύτηκαν στο Bell System Technical Journal τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1948. Στην ουσία οι εργασίες αποτελούνται από μία σειρά από θεωρήματα που έχουν να κάνουν με το πρόβλημα της αποστολής μηνυμάτων από μια θέση σε μια άλλη, γρήγορα, οικονομικά και αποτελεσματικά. Αλλά η πιο πλατιά και πιο συναρπαστική συνέπεια της δουλειάς του Shannon έγκειται στο γεγονός ότι στάθηκε ικανή να καταστήσει την έννοια της πληροφορίας τόσο λογική και σαφή, που να μπορεί να τοποθετηθεί μέσα σε ένα τυπικό πλαίσιο ιδεών.

Χειριζόμενος την πληροφορία με όρους σαφώς καθορισμένους αλλά και τελείως αφηρημένους, ο Shannon μπόρεσε να τη γενικεύσει, εδραιώνοντας νόμους που ισχύουν όχι μόνο για λίγους τύπους πληροφοριών αλλά για όλα τα είδη και παντού. Παρ' όλο που οι εργασίες του φαίνονται τελείως δυσνόητες και τεχνικές σε πρώτη ανάγνωση, προσφέρουν νέους τρόπους θεώρησης των διεργασιών του κόσμου, που μοιάζουν ακατανόητες όταν τις δει κανείς μέσα από το πρίσμα των κλασικών ιδεών. Το πλήρες νόημα τους δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Παρά το γεγονός ότι τα θεωρήματα της θεωρίας των πληροφοριών προορίζονταν, κυρίως, για τους ραδιοηλεκτρολόγους και τους μηχανικούς των τηλεπικοινωνιών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έρευνα οποιουδήποτε συστήματος που εκπέμπει ένα «μήνυμα» από μια θέση σε μια άλλη.

Ακριβώς όπως οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν περιορίζονται σε ειδικούς τρόπους κινήσεων ιδιαίτερων τύπων σωμάτων, έτσι και οι νόμοι των πληροφοριών του Shannon είναι καθολικοί και αναγκάζουν τους επιστήμονες και τους άλλους διανοούμενους ν' αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι και η ίδια η πληροφορία είναι καθολική έννοια. Πράγματι, θεωρήματα του είχαν ερμηνευτεί τόσο πλατιά που ο Shannon, ανήσυχος μπροστά στην αίγλη που είχε δημιουργηθεί γύρω από το θέμα και αμήχανος μπροστά στο ρεύμα της δημοσιότητας που είχε θέσει σε κίνηση, δημοσίευσε μια ανακοίνωση το 1956 για να προειδοποιήσει τον κόσμο ότι η θεωρία των πληροφοριών ίσως παραφούσκωσε και έφτασε σε μια σπουδαιότητα που ξεπερνάει τα πραγματικά της επιτεύγματα. Σπάνια η φύση αποκαλύπτει ταυτόχρονα περισσότερα από λίγα μυστικά της. Ήταν όμως φανερό από την αρχή ότι η θεωρία έριχνε φως σε βαθιά θεμελιώδη ερωτήματα, πολύ πιο πέρα από τα όρια της ραδιοηλεκτρολογίας. Εισέβαλλε σε πολλούς διανοητικούς χώρους, σχετιζόταν με παράδοξα άλυτα επί αιώνες, πρότεινε νέες προοπτικές σε προβλήματα με τα οποία είχε παλέψει η Φιλοσοφία σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της.

Οι εργασίες του Shannon είχαν να κάνουν με θέματα που ήταν κοινά διανοητικά προβλήματα: τάξη και αταξία, σφάλματα και έλεγχος των σφαλμάτων, δυνατότητες και πραγματοποίηση των δυνατοτήτων, αβεβαιότητα και τα όρια της αβεβαιότητας. Οι επιστήμονες ακόμη ερευνούν με μανία το αίνιγμα, του γιατί τα προϊόντα της φύσης είναι τόσο απίθανα, γιατί εμφανίζουν τόσο μεγάλη τάξη αφού η πιο πιθανή κατάσταση γι' αυτά είναι όλο ακαταστασία και λάθη, μια υποταγή στις δυνάμεις της αταξίας μέσα στο σύμπαν, που μοιάζουν να κυριαρχούν παντού με τρόπο φυσικό. Αυτό θεωρείται ακόμη ένα από τα πιο ανησυχητικά παράδοξα της επιστήμης. Είναι πρώτος ξάδελφος του αιώνιου ερωτήματος της Φιλοσοφίας: «Γιατί υπάρχει κάτι και όχι τίποτα;». Στις εργασίες του το 1948 ο Shannon απέδειξε ότι, αντίθετα με εκείνο που θα μπορούσε να περιμένουμε, το «κάτι», ένα μήνυμα, μπορεί να επικρατήσει ανάμεσα στο «τίποτε», την άσκοπη αταξία ή το θόρυβο.

Το πιο εντυπωσιακό από όλα ήταν ότι η έκφραση του Shannon για την ποσότητα της πληροφορίας, το πρώτο ακριβές επιστημονικό μέτρο, ο πρώτος ικανοποιητικός ορισμός αυτού του αδιαφιλονίκητου προϊόντος του εικοστού αιώνα, είχε την ίδια μορφή με την εξίσωση που είχε επινοηθεί πολλά χρόνια νωρίτερα, το δέκατο ένατο αιώνα, για τον πιο ιδιόμορφο και φευγαλέο φυσικό νόμο, το αξίωμα της εντροπίας.

Ο Shannon είχε βάλει σαν στόχο να λύσει ένα ειδικό πρόβλημα της ραδιοφωνικής και τηλεφωνικής επικοινωνίας και η λύση στην οποία κατέληγε με αυστηρές επαγωγικές μεθόδους ήταν στην ουσία πανομοιότυπη με τον τύπο της εντροπίας που είχε διατυπωθεί στη Φυσική της Βικτωριανής εποχής. Η εξίσωση αυτή ήταν μια μαθηματική έκφραση της τάσης που έχουν όλα τα πράγματα να γίνουν πιο ακατάστατα όταν αφήνονται να εξελιχθούν από μόνα τους, της τάσης που έχει η ενέργεια να υφίσταται ορισμένους μετασχηματισμούς κατά τη φυσική πορεία των γεγονότων, που την καθιστούν πιο ανοργάνωτη και όχι τόσο χρήσιμη, υποβαθμίζοντας την ποιότητα της χωρίς να μειώνουν την ποσότητα της.

Η εντροπία ήταν μια υπερβολικά ελκυστική έννοια για τους μη επιστήμονες του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, καθώς πρότεινε ότι το χάος είναι ο ύστατος προορισμός όλων των πραγμάτων. Οδήγησε σε πολλές εξάρσεις της φαντασίας αμφίβολης αξίας και ενέπνευσε εκκεντρικούς τύπους αλλά και αξιοσέβαστους στοχαστές. Έγινε ένα σημείο αναφοράς, μια μεταφορική έννοια στην οποία επέστρεφαν ξανά και ξανά οι φιλόσοφοι, οι θεολόγοι, οι ιστορικοί της εποχής εκείνης, με περισσότερο ενθουσιασμό παρά σύνεση. Αυτός ο «νόμος» της Φυσικής, που ανήγγελλε ότι το σύμπαν οδεύει προς μια κατάσταση απόλυτης αταξίας, είχε μια εμφανή επίπτωση στις νοητικές συνήθειες. Και τώρα, εδώ, στην εργασία του Shannon, η ίδια αυτή έννοια εμφανίστηκε με μια διαφορετική αμφίεση, μέσα σε ένα νέο πλαίσιο.

Η εξίσωση της εντροπίας του Shannon υποδήλωνε τελικά μια ισχυρή αναλογία ανάμεσα στην ενέργεια και την πληροφορία. Η εντροπία ήταν ο συνδετικός κρίκος. Με τον τρόπο αυτό συνένωνε δύο κόσμους σκέψης, δύο εποχές. Η ενέργεια ήταν το κυρίαρχο θέμα της Βικτωριανής επιστήμης, καθώς οι μηχανές όλο και περισσότερο δάμαζαν τις δυνάμεις της φύσης για να κάνουν τη δουλειά του ανθρώπου. Η ίδια έννοια υπάρχει και στην τέχνη και στη λογοτεχνία της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα στα ποιήματα του William Blake. Το ρομαντικό κίνημα ενδιαφερόταν πολύ για την ενέργεια και τις διάφορες μετατροπές της. Τα κατάλοιπα του εμφανίζονται και αργότερα στα έργα του Freud, ο οποίος θεωρούσε τα ένστικτα και τις ανάγκες σαν ριπές ενεργειακών στροβιλισμών μέσα στον εγκέφαλο. Η ατμομηχανή ήταν το έμβλημα της βιομηχανικής επανάστασης, ακριβώς όπως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι το έμβλημα της πληροφοριακής επανάστασης. Όσο ανόμοια και αν φαίνονται αυτά τα δύο, στην πραγματικότητα είναι συνδεδεμένα μέσα από τη θεωρία του Shannon.

Οι εργασίες του Shannon εκδοθήκανε πέντε μόνο χρόνια πριν ο James Watson και ο Francis Crick αποκαλύψουν τα μυστικά του DNA στο εργαστήριο Cavendish του Cambridge. Η διπλή έλικα του DNA βρέθηκε ότι αποτελούσε ένα πληροφοριακό σύστημα, όμως οι σημαντικότερες συνέπειες αυτής της ανακάλυψης δεν ερευνήθηκαν επί αρκετά χρόνια. Ο ίδιος ο Shannon, παρ' όλο που προειδοποιούσε με δημοσιεύματα τους εργαζόμενους σε άλλα πεδία να είναι επιφυλακτικοί και να μην εφαρμόζουν τη θεωρία των πληροφοριών αδιακρίτως, παραδέχθηκε ότι η θεωρία θα μπορούσε να έχει μεγάλη σχέση με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα γονίδια και το νευρικό σύστημα και άφησε ανοιχτή μια πιθανότητα ότι «το ανθρώπινο ον δρα σαν ένας ιδανικός αποκωδικοποιητής». Η θεωρία των πληροφοριών διέσχισε καλπάζοντας όλη τη διαδρομή από την ευφορία ως τη διάλυση της μαγείας μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε την πρώτη παρουσίαση της. Λίγο μετά τη δημοσίευση των θεωρημάτων του Shannon, το περιοδικό Fortune διατυμπάνιζε:

Οι μεγάλες επιστημονικές θεωρίες, όπως οι μεγάλες συμφωνίες και τα μεγάλα μυθιστορήματα, είναι από τα πιο υπέροχα -και πιο σπάνια- δημιουργήματα του ανθρώπου. Αυτό που τοποθετεί την επιστημονική θεωρία ξεχωριστά και, κατά κάποια έννοια, πιο ψηλά από τα άλλα δημιουργήματα είναι ότι μπορεί να αλλάζει γρήγορα και σε βάθος την άποψη του ανθρώπου για τον κόσμο του. Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια εμφανίστηκε μια καινούργια θεωρία που μοιάζει να φέρει μερικές από τις ίδιες εκείνες σφραγίδες της μεγαλοφυίας.

Αργότερα, σε μια υπερβολική αντίδραση, η θεωρία των πληροφοριών κατατάχθηκε στις αποτυχίες. Ειπώθηκε ότι δεν οδηγούσε σε μεγάλες φωτοχυσίες. Αλλά γύρω στα 1970 άρχισε να ωριμάζει και να κερδίζει σε βάθος ξαναπαίρνοντας αρκετή από την πρωτινή της λάμψη. Την εποχή εκείνη έγιναν οι πιο διεισδυτικές ενδοσκοπήσεις μέσα στη δομή της γενετικής πληροφορίας και έφεραν μαζί τους σημαντικές καινούργιες προοπτικές για την ημιτελή θεωρία της εξέλιξης.

Ο Shannon έχει μια ήρεμη και αυτο-αποδοκιμαζόμενη προσωπικότητα. Είναι μετριόφρων, διστάζει να παρουσιάσει τις ιδέες του στο κοινό και μοιάζει να αδιαφορεί για τα χειροκροτήματα και την αναγνώριση. Είναι τελείως αντιπαραγωγικός. Μερικά από τα έργα του παραμένουν αδημοσίευτα ακόμη και σήμερα, παρ' όλο που οι συνάδελφοι του τον εκλιπαρούσαν να τα γράψει σε δημοσιεύσιμη μορφή. Ο Robert Fano, καθηγητής της ηλεκτρολογίας στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ) έλεγε για τον Shannon:

Υπάρχει ένας σημαντικός όγκος δουλειάς που έγινε στη δεκαετία του πενήντα και που δεν τυπώθηκε ποτέ. Δε θέλει να γράφει κανένας άλλος τις εργασίες του στη θέση του, αλλά δε θέλει ούτε να τις γράφει ο ίδιος. Είναι τόσο απλό και τόσο πολύπλοκο. Δεν απαντάει στα γράμματα. Δεν του αρέσει να διδάσκει. Δεν του αρέσει να δίνει διαλέξεις. Οι διαλέξεις του είναι όμορφες, όλες είναι διαμάντια. Ακούγονται σαν αυθόρμητες αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πολύ προσεκτικά προετοιμασμένες.

Η ζωή του Shannon

Ο Shannon γεννήθηκε στο Petoskey του Michigan το 1916. Υπήρξε προπτυχιακός σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο του Michigan και μεταπτυχιακός σπουδαστής στο ΜΙΤ. Μου είπε ότι η ιδέα να μετρήσει την πληροφορία με μια μορφή εντροπίας του ήρθε στο νου όταν ήταν επιστημονικός συνεργάτης στο Princeton το 1940-41 και σπούδαζε κάτω από την καθοδήγηση του Hermann Weyl, ενός από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς και φιλοσόφους της εποχής του. Λίγοι, όμως, από τους επιστήμονες του περιβάλλοντος του Shannon γνώριζαν τις ιδέες που ανέπτυσσε αθόρυβα. Ο J.R. Pierce, ένας ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος που είχε στενή σχέση με τον Shannon λίγο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και οι δυο τους ήταν στα εργαστήρια της Bell Telephone, θυμάται ότι τον είχε ρωτήσει αν είχε αποδείξει τίποτε νέα θεωρήματα και, αν ναι, να τα γράφει σε ένα σημειωματάριο. Ο Pierce είναι σίγουρος ότι το σημειωματάριο, που τώρα έχει χαθεί, περιείχε μερικά θεωρήματα. Έτσι, όταν εμφανίστηκε η θεωρία του Shannon, λέει ο Pierce, «έσκασε σαν βόμβα και μάλιστα σαν βόμβα βραδυφλεγής».

Ένας άλλος συνάδελφος, ο Edward Moore, που τώρα βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο του Wiskonsin, περιέγραφε τον Shannon σαν περφεξιονίστα που δούλευε με πολύ γρήγορο ρυθμό αλλά αρνιόταν να δώσει μια εργασία για δημοσίευση, αν δεν την είχε τελειοποιήσει και γυαλίσει ώσπου να λάμψει όσο γίνεται περισσότερο, «θα μπορούσε να αφήσει μια εργασία του να κάθεται για πέντε χρόνια, νομίζοντας ότι έπρεπε να τη βελτιώσει, αναρωτιόμενος αν είχε κάνει τη σωστή εκλογή μεταβλητών σε αυτήν ή την άλλη εξίσωση», έλεγε ο Moore. «Μετά, ενώ ακόμη σχεδίαζε τις βελτιώσεις, εμφανιζόταν κάποιος άλλος με ένα παρόμοιο αποτέλεσμα, σωστό αλλά τόσο άκομψο, που ο Shannon στη θέση του θα ντρεπόταν για την κακή ποιότητα της δουλειάς».

Καθώς περνούσε ο καιρός, ο Shannon γλιστρούσε ανεπαίσθητα έξω από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Δεν αγαπούσε τη ρουτίνα του. «Γύρω στα 1960-61 είχε αρχίσει να χάνεται και τον έβλεπαν όλο και λιγότερο στο γραφείο του», θυμάται ο Fano, που είχε φροντίσει να έρθει ο Shannon στο ΜΙΤ ως επισκέπτης καθηγητής των Επιστημών, το 1956.

Το 1963 δεν εμφανίστηκε σχεδόν καθόλου. Στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα άρχισε να παίζει στο χρηματιστήριο. Του κινήθηκε το ενδιαφέρον γι' αυτό, ενώ εργαζόταν πάνω σε ένα σημαντικό επιστημονικό πρόβλημα, το διαμερισμό μιας ανεξάρτητης χρονοσειράς. Ο μέσος όρος των τιμών του χρηματιστηρίου είναι ένα καλό παράδειγμα μιας τέτοιας σειράς, γιατί οι διακυμάνσεις του μέσα στο χρόνο επηρεάζονται από ένα πλήθος διαφορετικών παραγόντων. Ο Shannon προσπάθησε να βρει τεχνικές για να διαχωρίσει τις διάφορες επιρροές και διάλεξε το χρηματιστήριο σαν απεικονιστικό παράδειγμα. Δεν πιστεύω ότι κατέληξε πουθενά ως προς το μαθηματικό πρόβλημα, έμαθε όμως να παίζει καλά στο χρηματιστήριο.

Ο Norbert Wiener

Ένα δεύτερο πρόσωπο, επίσης στο ΜΙΤ, που συνέβαλε ενεργά στη γένεση της θεωρίας των πληροφοριών ήταν τόσο διαφορετικός από τον Shannon, όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Αυτός ήταν ο Norbert Wiener, ένας σπινθηροβόλος και εκκεντρικός χαρακτήρας που διαλαλούσε με φανφάρες τα επιτεύγματα του, που ήταν πράγματι σημαντικά. Ο Shannon είχε παρακολουθήσει μερικά από τα μαθήματα του Wiener στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Το 1947, ένα χρόνο πριν τη δημοσίευση της θεωρίας του Shannon, ο Fano δούλευε για τη διδακτορική του διατριβή στο ΜΙΤ. Πού και πού ο Wiener έμπαινε μέσα στο γραφείο του Fano ρουφώντας το πούρο του και έλεγε. «Η πληροφορία είναι εντροπία». Μετά έκανε μεταβολή και έβγαινε από το δωμάτιο χωρίς άλλη κουβέντα. Στην πραγματικότητα ο Wiener είχε συλλάβει κάτι από τη σχέση ανάμεσα στην πληροφορία και την εντροπία. Πολύς άλλος κόσμος είχε την ίδια γενική ιδέα. Κυκλοφορούσε στον αέρα. Τουλάχιστον μισή ντουζίνα ερευνητικά κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Αγγλία δούλευαν πάνω στα μαθηματικά της επικοινωνίας και στο διαχωρισμό των μηνυμάτων από το θόρυβο από πς αρχές της δεκαετίας του 1940. Αλλά οι περισσότερες προσπάθειες για την επίλυση αυτών των προβλημάτων ήταν αναμφισβήτητα ad hoc, δεν περιείχαν καμιά ιδέα για το πώς τα διάφορα μέρη του θέματος θα μπορούσαν να ταιριάξουν μεταξύ τους σ' ένα συνεπές σύνολο. Ο Julian Bigelow, ένας συνάδελφος του Wiener στο ΜΙΤ, περιγράφει αυτές τις αναζητήσεις σαν «μαθηματική ξυλουργική», ενώ ο Shannon ήταν μοναδικός και καταλυτικός στην αντίληψη ότι όλα όσα είχαν θεωρηθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη σαν μια συλλογή από ξεχωριστά θέματα περιλάμβαναν στην πραγματικότητα «διαφορετικές όψεις μιας νέας και αναδυόμενης επιστήμης».

Ο Wiener έγραφε μια ανασκόπηση των εργασιών του Shannon αλλά στην ανασκόπηση του έδειξε μια περίεργη έλλειψη κατανόησης για τα επιτεύγματα του Shannon. Αυτή η φαινομενική βραδύνοια μπορεί να είχε σχέση με την ασυνήθιστη και ιδιαίτερα εγωκεντρική προσωπικότητα του Wiener.

Η κόρη του, τώρα Κα Barbara Raisbeck, θυμάται ότι ο Wiener απέφευγε συνήθως να διαβάζει τα έργα των αντιπάλων του μαθηματικών. «Ήταν πολύ ματαιόδοξος και πολύ πολύπλοκος άνθρωπος και δούλευε καλύτερα μόνος του», έλεγε η Κα Raisbeck. «Είχε την αίσθηση ότι, αν δεν έδινε σημασία στους ανταγωνιστές του, αυτοί απλούστατα θα εξαφανίζονταν. Επιπλέον φοβόταν μήπως χρησιμοποιήσει τις ιδέες των άλλων από απροσεξία». Ο Gordon Raisbeck, γαμπρός του Wiener, πιστεύει ότι ο Wiener είχε διαβάσει και καταλάβει τα αποτελέσματα του Shannon αλλά προσποιούταν ότι δεν τα καταλάβαινε. «Το να τα καταλάβει θα σήμαινε και την παραδοχή του ότι δεν τα είχε ανακαλύψει ο ίδιος», έλεγε ο Raisbeck. «Ο Norbert Wiener δεν ήθελε να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. Τον άκουσα πολλές φορές να δίνει διαλέξεις πάνω στη θεωρία των πληροφοριών χωρίς να αναφέρει καθόλου τον Shannon, κάτι που ήταν πραγματικό κατόρθωμα».

Ο Wiener είχε πολύ βοηθήσει τον Shannon στα χρόνια του πολέμου στο ΜΙΤ, όταν και οι δύο δούλευαν σε στρατιωτικά προγράμματα, και ο Shannon είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τη στατιστική θερμοδυναμική. Όμως ο Julian Bigelow, που βρισκόταν κοντά στον Wiener την εποχή εκείνη, μου έλεγε: «είμαι απόλυτα βέβαιος ότι ο Wiener δεν είχε συνειδητοποιήσει τελείως, όπως ο Shannon, την ανάγκη για μια καταληπτή θεωρία της επικοινωνίας, ούτε το γεγονός ότι αυτή ήταν έτοιμη να γεννηθεί έτσι κι αλλιώς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο».

Ο Wiener είναι περισσότερο γνωστός ως ιδρυτής της Κυβερνητικής, μιας εξαιρετικά πλατιάς επιστήμης που περιλαμβάνει τη θεωρία των πληροφοριών σαν ένα από πολλά συμπληρωματικά σύνολα ιδεών. Η Κυβερνητική είναι η επιστήμη της διατήρησης της τάξης μέσα σ' ένα σύστημα, είτε το σύστημα αυτό είναι φυσικό, είτε είναι τεχνητό. Αφού όλα τα πράγματα στον κόσμο έχουν την τάση να γίνονται εντροπικά, ακατάστατα, οι άτακτες αποκλίσεις τους από την τάξη πρέπει να διορθώνονται συνέχεια. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση πληροφοριών σχετικά με τη συμπεριφορά του συστήματος, έτσι ώστε να του επιβάλλεται μια διαφορετική, τακτικότερη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό το σύστημα διατηρείται στην κανονική πορεία του. Ο όρος Κυβερνητική προέρχεται από την ελληνική λέξη κυβερνήτης και περιέχει την έννοια της σταθερότητας, της αδιάκοπης και σωστής λειτουργίας. Η αρρώστια είναι εντροπική, ακανόνιστη, ένα λάθος στο σύστημα των ζώντων οργανισμών, ενώ η θεραπεία είναι κυβερνητική, γιατί επαναφέρει το σώμα στην αρχική του κατάσταση, διορθώνοντας το λάθος. Η φυσική επιλογή είναι επίσης κυβερνητική, γιατί απορρίπτει τις γενετικές μεταλλάξεις που αποκλίνουν από τον κανόνα με ανεπιθύμητους τρόπους. Ο Wiener έβλεπε την κοινωνία των ανθρώπων σαν ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, που διατηρείται στην τάξη με τον κυβερνητικό μηχανισμό των νόμων της.

Η Κυβερνητική ενισχύει τη συνέπεια. Επιτρέπει μεταβολές, αλλά οι μεταβολές πρέπει να είναι τακτικές και να υπακούουν στους κανόνες. Είναι μία παγκόσμια αρχή ελέγχου που μπορεί να εφαρμοστεί στις επικοινωνίες όλων των ειδών. Δεν έχει σημασία αν το σύστημα είναι ηλεκτρικό, χημικό, μηχανικό, βιολογικό ή οικονομικό.

Η ιδιοσυγκρασία του Wiener ήταν τελείως διαφορετική από τον γεμάτο ενδοιασμούς και μετρημένο Shannon. Ήταν ένας φιλόδοξος, χαριτωμένα αυτοπροβαλλόμενος μαθηματικός με παγκόσμιο ανάστημα, την εποχή που η Αμερική είχε καταφανή έλλειψη από τέτοιες γηγενείς διασημότητες. Υπήρξε ένα παιδί θαύμα και η πρόωρη διανοητική του ανάπτυξη είχε αφήσει μια αποφασιστική σφραγίδα πάνω στην προσωπικότητα του. Ζούσε σε μια κατάσταση πασίγνωστης ανασφάλειας ως προς την πρόοδο του ταλέντου του μέρα με την ημέρα και ζητούσε συνεχώς επιβεβαίωση από τους συναδέλφους του. Αδέξιος από τη φύση του, σε σημείο που ακόμη και το γράψιμο ήταν γι' αυτόν μπελάς, νευρωτικός, υπεροπτικός, κακός ακροατής, κάτοχος πολλών γλωσσών -αν και ήταν δύσκολο να τον παρακολουθήσει κανείς όποια σχεδόν γλώσσα και αν μιλούσε- αφόρητος διοικητικός κατά δική του ομολογία, ο Wiener ήταν παρ' όλα αυτά ένας εξαιρετικά ικανός μαθηματικός, ένας από τους καλύτερους που γέννησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χάρισε δόξα στο Τμήμα Μαθηματικών του ΜΙΤ, που δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μέτριο την εποχή που εκείνος έγινε μέλος του.

Σαν παιδί ο Wiener είχε προγυμναστεί από τον πατέρα του, τον Leo Wiener, έναν κάτοχο των Σλαβικών γλωσσών, ικανό για υπεράνθρωπα νοητικά επιτεύγματα, που απαιτούσε τα ίδια από το γιο του. Ύστερα από πολλές ώρες μελέτης ο νεαρός Wiener έπρεπε να δουλέψει στον οικογενειακό λαχανόκηπο, ενώ ο πατέρας του περπατούσε πάνω κάτω διαβάζοντας δυνατά Τολστόι, επιλέγοντας φράσεις που επαινούσαν τα αποτελέσματα της σκληρής χειρωνακτικής εργασίας.

Ο Wiener έπεσε με τα μούτρα στα επιστημονικά αναγνώσματα από την ηλικία των τεσσάρων χρόνων, είχε αποφοιτήσει στα δέκα, πήρε το πτυχίο του στα δεκαπέντε, συνέχισε με σπουδές Φιλοσοφίας στο Cornell και στην ηλικία των δεκαοκτώ είχε τελειώσει μια διδακτορική διατριβή πάνω στη σχέση ανάμεσα στα Μαθηματικά και τη Φιλοσοφία. Μετά πήρε μια υποτροφία για το Cambridge, όπου σπούδασε κοντά στον Bertrand Russel και τον G. H. Hardy, τον θεωρητικό των αριθμών.

Στο Cambridge ο Wiener βρέθηκε κάτω από την επίδραση του Hardy σε ορισμένα θέματα, όχι όμως σε όλα. Τα ερωτήματα στα οποία διαφωνούσαν είναι ίσως πιο ενδιαφέροντα από εκείνα στα οποία συμφωνούσαν. Ο Hardy πίστευε με πάθος στην καθαρότητα των Μαθηματικών. Υποστήριζε την άποψη ότι μια μαθηματική εξίσωση έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι σωστή, αν είναι ωραία και είναι με βεβαιότητα σχεδόν λάθος, αν είναι άσχημη. Η ιδέα ότι τα Μαθηματικά θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται για υλικούς σκοπούς ήταν προσβλητική για τον Hardy. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν πίστευε ότι τέτοιοι σκοποί μπορούσαν καν να υπάρξουν. Αναρωτιόταν αν οι ισχυρισμοί του Wiener, ότι τα προβλήματα της Φυσικής του είχαν εμπνεύσει μερικές από τις καλύτερες του μαθηματικές εργασίες, δεν ήταν απλώς μια προσποίηση. Πράγματι ο Wiener πίστευε ότι η άρνηση του Hardy να πάρει μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκινούσε εν μέρει από τα συναισθήματα αποστροφής για τη μιζέρια που προκαλούσε αυτός ο πόλεμος. Ένα άλλο κίνητρο, ίσως αδιαχώριστο από το πρώτο, ήταν η απέχθεια για την παραποίηση της ομορφιάς των Μαθηματικών από τον πόλεμο για στρατιωτικούς σκοπούς.

Ο Wiener δεν συμμεριζόταν αυτή την σχολαστική αντίληψη, ότι δηλαδή τα Μαθηματικά υπάρχουν για χάρη του ίδιου του ενάρετου εαυτού τους. Κατηγορούσε τη σύγχρονη τάση για διαίρεση της γνώσης σε δυο ξεχωριστά φέουδα, το καθένα με το δικό του γλωσσάρι και κηρυγμένο απαγορευμένη περιοχή για τους επιστήμονες άλλων πεδίων, θεωρούσε τον Leibniz, που έζησε τον δέκατο έβδομο και στην αρχή του δέκατου όγδοου αιώνα, ως τον τελευταίο άνθρωπο που είχε τον έλεγχο όλων των σημαντικών ιδεών της εποχής του. Ο ίδιος ο Wiener αισθανόταν πολύ έντονα ότι η αφηρημένη δύναμη των Μαθηματικών - και αυτός ήταν η πεμπτουσία του καθαρού μαθηματικού σε όλα τα θέματα της τεχνικής - θα έπρεπε να αγγίζει τον αληθινό κόσμο των γεγονότων και των ζωντανών αντικειμένων. Στο Cambridge ο Russel του έβαλε την ιδέα ότι ένας μαθηματικός πρέπει να έχει μια οξεία φυσική αντίληψη, και στο Goettingen ο θαυμασμός του Wiener για τον David Hilbert, ένα γίγαντα των γερμανικών Μαθηματικών στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, οφειλόταν εν μέρει στην προσγειωμένη ιδιοσυγκρασία του Hilbert.

Ο Wiener είχε πολύ πλατιά πνευματικά ενδιαφέροντα. Είχε δουλέψει σαν μεροκαματιάρης συγγραφέας για την Encyclopedia Americana και υπήρξε δημοσιογράφος στο παλιό Boston Herald, όπου άντεξε μόνο μερικούς μήνες. Είχε ακόμη γράφει ένα μυθιστόρημα, The Tempter. Η βιολογία ήταν ένα από τα πρώτα ενδιαφέροντά του και στα Μαθηματικά υπήρξε μάλλον μια ώριμη άνθηση παρά ένα πραγματικό παιδί-θαύμα. Ήταν ένας εξαιρετικά ανεξάρτητος και εκλεκτικός διανοούμενος που έβρισκε τη θρησκευτική ορθοδοξία και τον πολιτικό ολοκληρωτισμό εξίσου απεχθείς. Όταν άρχισε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος στην Ευρώπη, εξαιτίας της μυωπίας του και της γενικής φυσικής του κατάστασης αποκλείστηκε από τη στρατιωτική θητεία, εκείνος όμως αναζήτησε τρόπους για να φανεί χρήσιμος στην πολεμική προσπάθεια μέσα από την έρευνα. Κατάφερε να εξασφαλίσει μια μικρή επιχορήγηση για να εργαστεί πάνω σε έναν τρόπο ελέγχου των αντιαεροπορικών πυρών και μετά για ένα στρατιωτικό ερευνητικό πρόγραμμα υψίστης σημασίας.

Τον καιρό εκείνο τα διαθέσιμα όπλα ήταν σχεδόν ανίσχυρα απέναντι στα γερμανικά βομβαρδιστικά, που πετούσαν ψηλότερα και γρηγορότερα από εκείνα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Τον Οκτώβριο του 1940, τρεις μήνες από τότε που άρχισε ο βομβαρδισμός της Αγγλίας, υπολογίσανε ότι είχαν ριχτεί περισσότερες από 10.000 βολές από αντιαεροπορικά όπλα των τριών ιντσών για κάθε αεροπλάνο που είχε καταρριφθεί πάνω από το Λονδίνο. Εκείνο τον καιρό, ενώ τα βρεταννικά όπλα σκόρπιζαν τα πυρά τους σχεδόν στην τύχη πάνω στους εισβολείς, το εργαστήριο Βell έριξε μια ιδέα που είχε δει στο όνειρο του ένας από τους ερευνητές του: ένα ηλεκτρονικό στόχαστρο που θα υπολόγιζε και θα προέβλεπε τη θέση του αεροπλάνου μερικά δευτερόλεπτα μετά την εκπυρσοκρότηση του όπλου. Ξεκίνησε μια εντατική ερευνητική προσπάθεια με τη χρησιμοποίηση επιστημόνων από τα Bell laboratories και το ΜΙΤ, όπου βρισκόταν τότε και ο Wiener, για τη σχεδίαση αυτόματων διατάξεων που θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν ένα αεροπλάνο, να υπολογίσουν τη θέση, τη διεύθυνση και την ταχύτητα του και να προβλέπουν πού θα βρίσκεται όταν το αντιαεροπορικό βλήμα θα έχει διασχίσει την απόσταση από το όπλο ως το στόχο.

Το πρόβλημα του να πετύχει κανείς ένα μακρινό, ιδιότροπα κινούμενο αεροπλάνο ήταν απόλυτα οικείο σε οποιονδήποτε χαρτοπαίκτη: πώς να κάνει κανείς κερδοφόρες επιλογές σε περιπτώσεις που είναι τόσο προσεκτικά διευθετημένες ώστε να είναι απρόβλεπτες. Τα αγγλικά πληρώματα που προσπαθούσαν να καταρρίψουν τα γερμανικά βομβαρδιστικά δαιμονίζονταν από δύο τουλάχιστον αιτίες αβεβαιότητας. Για να ρίξουν μια βολή δεν ήταν αρκετό να σκοπεύσουν απλώς απευθείας το εχθρικό αεροπλάνο. Εφόσον ο στόχος κινείτο στον ουρανό με ταχύτητα περίπου ίση με εκείνην του αντιαεροπορικού βλήματος, τα πληρώματα έπρεπε να σκοπεύουν μπροστά από το αεροπλάνο σε μια απόσταση τριάντα φορές περίπου το μήκος του αεροπλάνου. Για να βρει ο πύραυλος το στόχο του με τη χρησιμοποίηση αυτής της νέας διάταξης, το σήμα του ραντάρ θα έπρεπε να φτάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και η πτήση του βομβαρδιστικού θα έπρεπε να είναι όσο γίνεται πιο προβλέψιμη. Όμως στην οθόνη ενός ραντάρ τα στίγματα που ανιχνεύουν την πορεία ενός αεροπλάνου παραμορφώνονται από τυχαίες ηλεκτρικές παρεμβολές στην ατμόσφαιρα και ο πιλότος του αεροπλάνου βάζει φυσικά όλα του τα δυνατά για να μπερδέψει τα πληρώματα των αντιαεροπορικών πετώντας όσο πιο ιδιόμορφα και απρόβλεπτα μπορεί.

Η επιστήμη της Κυβερνητικής

Σε αυτή την πολεμική δραστηριότητα ο Norbert Wiener αφιέρωσε όλη του την έντονη νευρωτική ενέργεια και συνένωσε όλα τα νήματα ενός έργου ζωής στις αλληλένδετες έννοιες της πιθανότητας, της αβεβαιότητας και εκείνου που αποκάλεσε «υπέρτατο πεπρωμένο των Μαθηματικών, την ανακάλυψη της τάξης μέσα στην αταξία». Η ατελής κατάσταση της τεχνικής του ραντάρ στην αρχή του πολέμου επέβαλε στους επιστήμονες την αποστολή να διαχωρίσουν το συστηματικό μήνυμα από την αταξία της ανεπιθύμητης ηλεκτρικής παρεμβολής, το «θόρυβο». Στη γλώσσα της επικοινωνίας ο θόρυβος είναι οτιδήποτε αλλοιώνει την ακεραιότητα ενός μηνύματος: ο ατμοσφαιρικός στατικός ηλεκτρισμός σε ένα ραδιόφωνο, η παραποίηση σε ένα τυπωμένο κείμενο, η παραμόρφωση της εικόνας στην οθόνη της τηλεόρασης. Όταν ένα σήμα που ξεκινάει από τη γη ανακλάται πάνω σε ένα εχθρικό αεροπλάνο στον ουρανό, διαχέεται και ξαναγυρίζει στη γη σε πολύ ασθενέστερη μορφή. Όσο ασθενέστερο γίνεται, τόσο περισσότερο αλλοιώνεται από τον άτακτο θόρυβο της ατμόσφαιρας και των κυκλωμάτων του ίδιου του δέκτη του ραντάρ.

Ο Wiener είχε κάνει μια ειδική μελέτη της τυχαίας συμπεριφοράς στα νεανικά του χρόνια στο Cambridge, όταν ο Bertrand Russel του είχε υποδείξει μερικές εργασίες του Einstein, μεταξύ των οποίων και μία πάνω στην κίνηση Brown. Αυτή η εργασία άνοιγε μια προοπτική σε νέες ιδέες που ο Wiener βρήκε ιδιαίτερα του γούστου του. Αργότερα έγραφε ότι «έμοιαζαν να βρίσκονται σε αρμονία με μια βασική όψη της δικής μου προσωπικότητας». Η κίνηση Brown πήρε το όνομα της από έναν βοτανολόγο του δέκατου όγδοου αιώνα, τον Robert Brown ο οποίος, ενώ περιεργαζόταν στο μικροσκόπιο αιωρήματα κόκκων γύρης μέσα σε νερό, παρατήρησε ότι οι κόκκοι δεν έμεναν ακίνητοι αλλά αναπηδούσαν συνέχεια μπρος-πίσω σ' ένα είδος χορού. Όσο πιο ζεστό ήταν το νερό, τόσο πιο γρήγορα χόρευαν οι κόκκοι της γύρης, αλλά δεν μπορούσε κανείς να προβλέπει ποια τροχιά θα χάραζε ένας κόκκος μέσα στο χώρο. Έμοιαζαν να κινούνται με την ίδια πιθανότητα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ο Einstein έδειξε ότι στην κίνηση Brown οι κόκκοι της γύρης στην πραγματικότητα γρονθοκοπούνται από αναρίθμητα αόρατα μόρια νερού. Ένας κόκκος σπρώχνεται προς μια κατεύθυνση, όχι κατευθείαν με ένα μόνο χτύπημα αλλά έμμεσα, σαν αποτέλεσμα της διαφοράς του αριθμού των κτυπημάτων που δέχεται πάνω στα διάφορα μέρη της επιφάνειας του.

Ο Einstein ανακάλυψε ότι η κίνηση Brown συναντάται κατά γενικό κανόνα στη φύση. Τα Μαθηματικά της δεν βασίζονται στην απλή λογική του αίτιου και αιτιατού αλλά στην τύχη και τη στατιστική. Εκεί βρισκόταν και η γοητεία της για τους επιστήμονες του εικοστού αιώνα, ακόμη και για κάποιον που, σαν τον Brown, πίστευε ότι ο θεός δεν παίζει ζάρια με το σύμπαν.

Ο Wiener δεν είχε ενδοιασμούς σχετικά με την ιδέα μιας θεότητας που παίζει ζάρια. Από τα μεγαλοφυή παιδικά του χρόνια ήταν φιλύποπτος απέναντι σε οποιοδήποτε φορμαλισμό που μύριζε βεβαιότητα, πληρότητα ή αιτιότητα. Πράγματι στα δέκα του χρόνια έγραψε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στη θεωρία της Αγνοίας, βασισμένο πάνω στην πεποίθηση ότι κανένας μηχανισμός τόσο ανακριβής όσο ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να επινοήσει μια θεωρία που να είναι τόσο τέλεια και πλήρης ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αλλαγές. Καθώς επεκτείνονταν οι μαθηματικοί του ορίζοντες έφτασε κάποτε να συνειδητοποιήσει ότι η δύναμη να δημιουργεί κανείς κάτι καινούργιο από κάτι παλιό δεν μπορεί να υπάρξει, με τη σωστή έννοια, μέσα σε έναν κόσμο όπου το κάθε τι είναι αναγκαίο και τίποτε δεν είναι αβέβαιο.

Ο Wiener αναγνώριζε, όπως και οι άλλοι επιστήμονες της ίδιας περιόδου, ότι ο θόρυβος σε ένα δέκτη ραντάρ, που προκαλείται από τον άτακτο συνωστισμό ή την αραίωση ενός πλήθους ηλεκτρονίων καθώς τρέχουν μέσα στα σύρματα, είναι παρόμοιος με την κίνηση Brown και υπόκειται στο ίδιο είδος μαθηματικής επεξεργασίας. Πολύ πιο ενδιαφέρουσα ήταν η συνειδητοποίηση ότι η αποστολή και η λήψη μηνυμάτων έχει πάρα πολλά κοινά με την κίνηση Brown. Μπορεί να φαίνεται τεράστιο το άλμα από τους κόκκους της γύρης του δέκατου όγδοου αιώνα στην επικοινωνία του αιώνα των υπολογιστών, αλλά η σύνδεση είναι ολοφάνερη και η επίγνωση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες. Ο κρίκος που συνδέει τις δύο έννοιες είναι η Στατιστική, ένας κλάδος της θεωρίας των πιθανοτήτων, η κεντρική αρχή που βρίσκεται πίσω από μερικές από τις βαθύτερες ανακαλύψεις της σύγχρονης Φυσικής.

Ένα μήνυμα, όπως και η τροχιά ενός κόκκου γύρης, είναι μια αλληλουχία γεγονότων διασπαρμένων στο χρόνο. Τα γεγονότα αυτά δεν είναι τελείως γνωστά από πριν. Η τιμή μιας μετοχής, που ανεβοκατεβαίνει στη διάρκεια των συναλλαγών μέσα σε μια μέρα στο χρηματιστήριο, αποτελεί μια σειρά του ίδιου είδους. Οι μαθηματικοί ονομάζουν τις σειρές αυτές στοχαστικές από την ελληνική λέξη στόχος, μάντεμα. Οι σειρές δεν είναι πάντα τελείως απρόβλεπτες, αλλά μπορούν να περιέχουν ένα στοιχείο άγνωστο. Κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει απλώς μια μετοχή της ΙΒΜ και να προβλέψει κατηγορηματικά πόσο θα πουλιέται ύστερα από δύο ώρες, μπορεί όμως να κάνει μια πληροφορημένη πρόβλεψη. Με τον ίδιο περίπου τρόπο μια φράση του πεζού λόγου είναι μια σειρά από γράμματα και λέξεις που υπακούουν σε ορισμένους στατιστικούς κανόνες. Υπάρχει μια εσωτερική συνέπεια έτσι που, για κάποιον που γνωρίζει τους κανόνες, η αλληλουχία δεν είναι απόλυτα απρόβλεπτη. Αν δοθεί η μισή φράση, μπορεί κανείς να προβλέπει την άλλη μισή ή να πλησιάσει αρκετά κοντά ή τουλάχιστον να προβλέψει το επόμενο γράμμα. Όμως όλη η ιδέα σε ένα μήνυμα, όλη η ιδέα στη συγγραφή της επόμενης φράσης ενός βιβλίου, είναι ότι θα πρέπει να περιέχει κάτι καινούργιο, κάτι το απροσδόκητο. Αλλιώς δεν θα υπήρχε καν λόγος να γραφτεί.

Μόνον η πιθανή πορεία ενός κόκκου γύρης αιωρούμενου μέσα στο νερό, μόνον οι πιθανές διακυμάνσεις στην τιμή μιας μετοχής της ΙΒΜ, μόνον οι πιθανές διατάξεις των γραμμάτων και των λέξεων σε μια τυπωμένη σελίδα μπορούν να προβλεφθούν. Όταν ένας μαθηματικός κάνει μια τέτοια πρόβλεψη, δε θεωρεί ένα μοναδικό μέλλον, αλλά ένα πλήθος από ταυτόχρονα μέλλοντα, που όλα μαζί μπορούμε να πούμε ότι συνυπάρχουν με μια αφηρημένη έννοια. Η Στατιστική δεν μπορεί να κάνει τίποτε με ένα μόνο μέρος των δεδομένων. Ένα απομονωμένο γεγονός δεν έχει κανένα νόημα. Πρέπει να αποτελεί μέρος ενός διαγράμματος από πολλά δυνατά γεγονότα, το καθένα από τα οποία έχει μια ορισμένη πιθανότητα να πραγματοποιηθεί.

Στη Μηχανική του Νεύτωνα βασίλευε η απόλυτη αιτιοκρατία. Πίστευαν ότι, αν γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια τι κάνει ένα αντικείμενο τώρα, μπορούμε να προβλέψουμε ακριβώς τι θα κάνει οποιαδήποτε μελλοντική χρονική στιγμή. Ο Wiener πίστευε ακράδαντα ότι ένας επιστήμονας δεν μπορεί ποτέ να έχει πλήρη γνώση για το τι κάνει ένα τμήμα του σύμπαντος τη στιγμή που το κοιτάμε. Επομένως δεν έχουμε καμιά ελπίδα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα και με λεπτομέρειες ποιο θα είναι το μέλλον του. Ο επιστήμονας πρέπει να προσπαθήσει να υπερνικήσει την αβεβαιότητα ως προς το μέλλον θεωρώντας μια ομάδα από διάφορα ενδεχόμενα και προσδίδοντας μια κατάλληλη πιθανότητα σε κάθε ενδεχόμενο. Τότε μπορεί να πει τι θα μπορούσε να συμβεί κάτω από αυτό ή το άλλο σύνολο συνθηκών.

Για να προβλέψει κανείς πού θα βρίσκεται ένα γερμανικό αεροπλάνο ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, έτσι ώστε να μπορέσουν τα βομβαρδιστικά πληρώματα να το σκοπεύσουν από πριν και να χτυπήσουν το στόχο, θα πρέπει να λύσει ένα πρόβλημα Στατιστικής. Η πιθανή πορεία του αεροπλάνου είναι μια από τις πολλές δυνατές πορείες. Ο διαχωρισμός των μηνυμάτων από το θόρυβο επιτυγχάνεται επίσης με τρόπο στατιστικό. Τα μηνύματα ακολουθούν κάποιο ορισμένο πρότυπο και τα πρότυπα αλλάζουν με έναν τρόπο που καθορίζεται εν μέρει, αλλά μόνον εν μέρει, από την προϊστορία τους.

Αυτό αποτέλεσε μια καθαρή ρήξη με την αιτιοκρατία. Για την εποχή εκείνη ήταν μια εκπληκτική ανακάλυψη. Με μια ευρύτερη έννοια βοήθησε στην εδραίωση του εννοιολογικού πλαισίου της νέας θεωρίας των πληροφοριών που εισέβαλε στο προσκήνιο τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Η κλασική θεωρία της επικοινωνίας, που είχε αρχίσει να υπονομεύεται γύρω στα 1920, ήταν αιτιοκρατική, Νευτωνική. Επεξεργαζόταν τα μηνύματα σαν απλά γεγονότα. Ο Wiener, σαν τον Shannon, έσπασε αποφασιστικά τις αλυσίδες αυτού του παλιού τρόπου σκέψης. Αναγνώρισε ότι δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για ένα συγκεκριμένο στοιχείο πληροφορίας - ένα σήμα, ένα γράμμα σε μια σελίδα, ένα στίγμα στην οθόνη του ραντάρ. Σε μια συνηθισμένη συνομιλία μεταφέρεται πληροφορία όταν ο ομιλητής λέει κάτι που μεταβάλλει τη γνώση του ακροατή. Αυτό σημαίνει ότι ο ακροατής βρίσκεται σε μια κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με το μήνυμα που θα ακούσει. Λέμε αβεβαιότητα και όχι απόλυτη άγνοια, γιατί ξέρει τουλάχιστον ότι το μήνυμα θα είναι ένα από μια σειρά δυνατών μηνυμάτων. Μπορεί να είναι πάρα πολύ απίθανο και επομένως πολύ δύσκολο να προβλεφθεί ή να είναι εξαιρετικά πιθανό, οπότε ο ακροατής θα μπορούσε να το προβλέψει με ευκολία. Πάντως το μήνυμα δε θα είναι αδύνατο, με την έννοια ότι θα παραβιάζει κατάφωρα τους γραμματικούς κανόνες ή το νόημα. Αλλιώς δε θα μπορούσε καν να ονομαστεί πληροφορία. Μέσα στο μυαλό του ακροατή, όπως και στα διαγράμματα και τους πίνακες του στατιστικολόγου, υπάρχει ένα πλήθος από δυνατότητες ή ενδεχόμενα, μερικά πιο πιθανά από τα άλλα. Όταν ο ομιλητής στέλνει το μήνυμα του, πραγματοποιεί μια από αυτές τις πιθανότητες, αποκλείοντας τις άλλες και διαλύοντας την αβεβαιότητα του ακροατή.

Πρέπει όμως να σημειώσουμε προσεκτικά το γεγονός ότι μεγαλύτερη ποσότητα αβεβαιότητας διαλύεται, αν εκλέξουμε το μήνυμα μέσα από μια μεγάλη σειρά πιθανών μηνυμάτων και αν επιπλέον πρόκειται για ένα πάρα πολύ απίθανο μήνυμα. Για το λόγο αυτό ένα μήνυμα θα πρέπει να εξετάζεται όχι μονωμένα, αλλά σε σχέση με όλα τα δυνατά μηνύματα, ακριβώς όπως η πορεία ενός αεροπλάνου αποτελεί μέρος ενός διαγράμματος που περιλαμβάνει όλες τις δυνατές πορείες. Αυτό είναι ένα σημείο κεντρικής σημασίας στη θεωρία των πληροφοριών, στατιστικό ως το μεδούλι του. Οι αυθεντίες στα αστυνομικά μυθιστορήματα, για να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα, κοπιάζουν για να εξασφαλίσουν ότι η αβεβαιότητα του αναγνώστη θα διατηρηθεί ως την ύστατη στιγμή όπου, όταν τελικά ξεσκεπαστεί ο κακός, αποδεικνύεται ότι ναι μεν ήταν ένας δυνατός ύποπτος αλλά ήταν και εξαιρετικά απίθανος.

Ο Wiener εργάστηκε πάνω στο πρόβλημα της πρόβλεψης σαν να κρεμόταν η μοίρα ολόκληρου του πολέμου από την επιτυχία του. Κατάπινε χάπια βενζιδρίνης για να κρατηθεί ξύπνιος στις μαραθώνιες ολονύχτιες συζητήσεις και μετά τον έπιανε πανικός για τις πιθανές επιδράσεις μιας τέτοιας εξαντλητικής προσπάθειας πάνω στην ήδη σοβαρά περιορισμένη ικανότητα του να κρατήσει στρατιωτικά μυστικά. (Ολόκληρο το πρόγραμμα ελέγχου των αντιαεροπορικών πυρών ήταν εξαιρετικά απόρρητο). Υπάρχει μαρτυρία ότι άλλοι ερευνητές της εποχής του πολέμου, πιο κοντά στον πυρετό της μάχης, διασκέδαζαν με την τόσο μεγάλη ιδέα που είχε ο Wiener για τη σημασία του ρόλου του. Ο Edward Poitras ένα από τα τέσσερα μέλη της επιτροπής που κατηύθυνε την έρευνα αυτού του προγράμματος, θυμάται ότι ο Wiener έφτασε στο σημείο να πάει στο πεδίο βολής στο Φρούριο Μονρόε στη Βιργινία για να «αποκτήσει την αίσθηση» των πυροβόλων όταν τα πυροδοτούσαν. Ο Poitras δε θεωρούσε αυτές τις επισκέψεις και πάρα πολύ σοβαρές. «Περιφέραμε τον Wiener ειρωνικά, κρατώντας τον από το χέρι, σαν να ήτανε παιδάκι», έλεγε. «Ήταν πολύ παράξενος χαρακτήρας. Η σχέση του με τον έλεγχο των πυρών ήταν στην πραγματικότητα τελείως ασήμαντη και περιφερειακή».

Ο Wiener εξέθεσε τις ιδέες του σε μια απόρρητη πολεμική αναφορά προς την Επιτροπή Ερεύνης Εθνικής Αμύνης, που αργότερα κυκλοφόρησε και μεταξύ των συναδέλφων του. Η αναφορά αυτή έγινε γνωστή στους κύκλους της ελίτ σαν Κίτρινος Κίνδυνος, εξαιτίας του χρώματος του εξωφύλλου του και της τρομακτικής δυσκολίας του περιεχομένου της. Η τεχνική του Wiener ήταν τόσο περίπλοκη, ώστε ένα μεγάλο μέρος της αναφοράς ήταν ακατάληπτο ακόμη και για τους πιο εξελιγμένους τεχνικούς.

Ο Κίτρινος Κίνδυνος, που στην πραγματικότητα είχε γραφτεί από τον Julian Bigelow από τις σημειώσεις που κρατούσε ο Wiener πάνω στον πίνακα του Δωματίου 2-224 στο ΜΙΤ, ήταν μια σπουδαία συμβολή σε μια σημαντική όψη της θεωρίας των πληροφοριών. Ο Wiener παρ' όλα αυτά δε θεωρούσε τη δουλειά του σαν μια θεωρία της επικοινωνίας.

Η σύνδεση με τη θεωρία των πληροφοριών ήταν περισσότερο σιωπηρή στον Κίτρινο Κίνδυνο παρά σαφής. «Ο Wiener δεν έγινε ποτέ τόσο άμεσα εμπειρικός, ώστε να συζητήσει τέτοια ερωτήματα όπως "χωρητικότητα διώρυγας", "εντροπία πηγής" ή "κωδικοποίηση μηνύματος", οντότητες πάνω στις οποίες οικοδόμησε ο Shannon τη θεωρία του», λέει ο Bigelow. «Οι έννοιες του Wiener ήταν η "κίνηση Brown", "ασυνεχές χάος" και "γραμμικοί τελεστές". Ήταν πιο κατανοητές για τους μαθηματικούς παρά για τους επιστήμονες των επικοινωνιών της εποχής εκείνης. Δύο ή τρεις δεκαετίες αργότερα συνειδητοποιήθηκε ότι η δουλειά του Wiener σχετιζόταν με μια σημαντική άποψη της θεωρίας των επικοινωνιών, αλλά οι έννοιες του ήταν κατά κάποιο τρόπο συγκαλυμμένες από την ανάγκη του Wiener να τις εκφράσει με μαθηματική μορφή ελάχιστα συσχετισμένη με τις εφαρμογές».

Όπως και νάναι η αμερικανικής σχεδιάσεως ηλεκτρική διάταξη προσδιορισμού της μελλοντικής θέσης του στόχου για τις αντιαεροπορικές βολές, μπήκε σε λειτουργία στην ανατολική ακτή της Αγγλίας τον Αύγουστο του 1944, λιγότερο από δύο μήνες μετά την εμφάνιση στον ουρανό του πρώτου κύματος γερμανικών ιπταμένων βομβών. Επέφεραν μια εκπληκτική βελτίωση στην ακρίβεια. Πριν την εγκατάσταση τους μόνο τα 10 τοις εκατό των πυραύλων VI καταρρίπτονταν από τη γη. Μετά, τα 50 τοις εκατό καταστρέφονταν. Το πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Wiener σ' αυτή την πρακτική επιτυχία σηκώνει συζήτηση, είχε πάντως φτάσει στο συμπέρασμα πολύ νωρίτερα μέσα από τις έρευνες του ότι ένα παράθυρο είχε ανοιχτεί σε ένα καινούργιο διανοητικό τοπίο. «Ήταν ξεκάθαρο για μένα, σχεδόν από την αρχή», έγραφε στα απομνημονεύματα του, «ότι αυτές οι νέες έννοιες επικοινωνίας και ελέγχου εμπεριέχουν μια νέα ερμηνεία του ανθρώπου, της γνώσης του ανθρώπου για το σύμπαν και την κοινωνία».