Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΒΟΥΚΟΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΒΙΩΝ - Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος 1-37

Επιτάφιος θρήνος για τον Άδωνη

Ο Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος του Βίωνα από τη Σμύρνη, του τρίτου -μετά τον Θεόκριτο και τον Μόσχο- σημαντικότερου βουκολικού ποιητή, είναι ένα σύντομο ποίημα (98 εξάμετροι στίχοι) που έχει χαρακτήρα θρήνου. Αναφέρεται στον θάνατο του ωραίου Άδωνη, ερωμένου της Αφροδίτης, ο οποίος, σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή του μύθου, είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, όταν ένα αγριογούρουνο τον τραυμάτισε θανάσιμα στον μηρό. Η Αφροδίτη, απαρηγόρητη για τον χαμό του, παρακάλεσε την Περσεφόνη και πέτυχε να περνάει ο Άδωνης έξι μήνες το χρόνο πάνω στη γη. Με τον θάνατό του συνδεόταν η γονιμική τελετή των Αδωνίων που γιορταζόταν μια φορά κάθε χρόνο σε πολλές ελληνικές πόλεις: γυναίκες -γιατί μόνον αυτές συμμετείχαν-τοποθετούσαν το ομοίωμα του Άδωνη σε φέρετρο, έκαιγαν θυμιάματα, ενώ σε πήλινα αγγεία φύτευαν σπόρους που βλάσταιναν και, όπως ήταν σύντομη η ζωή του Άδωνη, "πέθαιναν" γρήγορα (Ἀδώνιδος κῆποι)· αφού θρηνούσαν μια μέρα, έριχναν το ομοίωμα και τους "κήπους" στη θάλασσα. Το ποίημα πρέπει να φανταστεί κανείς ότι λέγεται κατά τη διάρκεια του θρήνου των Αδωνίων (ίσως λίγο πριν να ριχτεί το ομοίωμα στη θάλασσα) από γυναίκα που συμμετέχει στην τελετή. Οι εναλλασσόμενες εικόνες (η προτροπή στην Άρτεμη να ξυπνήσει, ο Άδωνης στα όρη, το πένθος της Αφροδίτης κ.o.κ.) θυμίζουν κάπως, όπως έχει παρατηρηθεί, τον αντιφωνικό και διαλογικό χαρακτήρα των μοιρολογιών. Το εφύμνιο, που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, αφού άλλοτε αναφέρεται στον Άδωνη άλλοτε στην Αφροδίτη, αντιστοιχεί επίσης στα επιφωνήματα με τα οποία εκφράζεται ο πόνος στα μοιρολόγια.

Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος 1-37

Αἰάζω τὸν Ἄδωνιν, «ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·
«ὤλετο καλὸς Ἄδωνις», ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.
μηκέτι πορφυρέοις ἐνὶ φάρεσι Κύπρι κάθευδε·
ἔγρεο, δειλαία, κυανόστολα καὶ πλατάγησον
5 στήθεα καὶ λέγε πᾶσιν, «ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις».
αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.
κεῖται καλὸς Ἄδωνις ἐν ὤρεσι μηρὸν ὀδόντι,
λευκῷ λευκὸν ὀδόντι τυπείς, καὶ Κύπριν ἀνιῇ
λεπτὸν ἀποψύχων· τὸ δέ οἱ μέλαν εἴβεται αἷμα
10 χιονέας κατὰ σαρκός, ὑπ᾽ ὀφρύσι δ᾽ ὄμματα ναρκῇ,
καὶ τὸ ῥόδον φεύγει τῶ χείλεος· ἀμφὶ δὲ τήνῳ
θνᾴσκει καὶ τὸ φίλημα, τὸ μήποτε Κύπρις ἀποίσει.
Κύπριδι μὲν τὸ φίλημα καὶ οὐ ζώοντος ἀρέσκει,
ἀλλ᾽ οὐκ οἶδεν Ἄδωνις ὅ νιν θνᾴσκοντα φίλησεν.
15 αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.
ἄγριον ἄγριον ἕλκος ἔχει κατὰ μηρὸν Ἄδωνις,
μεῖζον δ᾽ ἁ Κυθέρεια φέρει ποτικάρδιον ἕλκος.
τῆνον μὲν περὶ παῖδα φίλοι κύνες ὠρύονται
καὶ Νύμφαι κλαίουσιν Ὀρειάδες· ἁ δ᾽ Ἀφροδίτα
20 λυσαμένα πλοκαμῖδας ἀνὰ δρυμὼς ἀλάληται
πενθαλέα νήπλεκτος ἀσάνδαλος, αἱ δὲ βάτοι νιν
ἐρχομέναν κείροντι καὶ ἱερὸν αἷμα δρέπονται·
ὀξὺ δὲ κωκύοισα δι᾽ ἄγκεα μακρὰ φορεῖται
Ἀσσύριον βοόωσα πόσιν, καὶ παῖδα καλεῦσα.
25 ἀμφὶ δέ νιν μέλαν αἷμα παρ᾽ ὀμφαλὸν ᾀωρεῖτο,
στήθεα δ᾽ ἐκ μηρῶν φοινίσσετο, τοὶ δ᾽ ὑπὸ μαζοὶ
χιόνεοι τὸ πάροιθεν Ἀδώνιδι πορφύροντο.
«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν», ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.
ὤλεσε τὸν καλὸν ἄνδρα, σὺν ὤλεσεν ἱερὸν εἶδος.
30 Κύπριδι μὲν καλὸν εἶδος ὅτε ζώεσκεν Ἄδωνις,
κάτθανε δ᾽ ἁ μορφὰ σὺν Ἀδώνιδι. «τὰν Κύπριν αἰαῖ».
ὤρεα πάντα λέγοντι, καὶ αἱ δρύες «αἴ τὸν Ἄδωνιν»·
καὶ ποταμοὶ κλαίοντι τὰ πένθεα τᾶς Ἀφροδίτας,
καὶ παγαὶ τὸν Ἄδωνιν ἐν ὤρεσι δακρύοντι,
35 ἄνθεα δ᾽ ἐξ ὀδύνας ἐρυθαίνεται, ἁ δὲ Κυθήρα
πάντας ἀνὰ κναμώς, ἀνὰ πᾶν νάπος οἰκτρὸν ἀείδει,
«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

***
Τον Άδωνη θρηνολογώ, τον όμορφο που εχάθη,
«πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε.
Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις,
βάλε τα μαύρα σου, πικρή, και να στηθοκοπιέσαι,
σύρε φωνή, ο Άδωνης χάθηκεν, ο καλός σου.5

Τον Άδωνη θρηνολογώ κι οι Έρωτες θρηνούνε.

Στα όρη κείτετ᾽ ο καλός, στο πόδι λαβωμένος,
πληγή στον άσπρο του μηρό από το άσπρο δόντι·1
κι ως ξεψυχάει, την Κύπριδα φαρμάκι την ποτίζει·
στάζει το αίμα ολόμαυρο στη σάρκα τη χιονάτη,10
τα μάτια σβήνουν, φεύγουνε τα ρόδα των χειλιών του,
σβήνει μαζί του το φιλί κι η Κύπριδα το χάνει.
Τι κι αν νεκρός, η Κύπριδα το φίλημα το θέλει,
μα δεν το νιώθει το φιλί ο Άδωνης που σβήνει.

Τον Άδωνη θρηνολογώ κι οι Έρωτες θρηνούνε.15

Βαθιά πληγή έχει ο Άδωνης απάνω στο μερί του,
βαθύτερη μες στην καρδιά η έρμη Αφροδίτη.
Και τα καλά του τα σκυλιά ουρλιάζουν γύρωθέ του,
κλαίνε οι Νύμφες των Βουνών·2 ξυπόλυτ᾽ η Κυθέρεια,3
με τα μαλλιά της ξέπλοκα πλανιέτ᾽ αλαλιασμένη,20
σέρνει το μαύρο πένθος της στα δάση, στα ρουμάνια,
το αίμα της το ιερό τ᾽ αγκάθια το συνάζουν·
στις λαγκαδιές γυροβολά, θρηνολογεί και σκούζει,
τον άντρα τον Ασσύριο4 καλεί, το παλικάρι.
Ολόμαυρο το αίμα του στάζει στον αφαλό του,25
βάφονται κατακόκκινα του Άδωνη τα στήθη,
το στέρνο το χιονόλευκο κι εκείνο πορφυραίνει.

«Αλί της της Κυθέρειας», οι Έρωτες θρηνούνε.

Όσον εζούσε ο Άδωνης, όμορφ᾽ η Αφροδίτη,30
πέθαν᾽ εκείνος κι έδυσε το κάλλος της μαζί του.
«Αλί της» λένε τα βουνά, «αλί του» λεν τα δέντρα,
για το δικό της τον καημό και τα ποτάμια κλαίνε,
δακρύζουν για τον Άδωνη στα όρη οι νερομάνες.
Και τα λουλούδια άλικα βάφοντ᾽ από τον πόνο·35
μες στα φαράγγια η θεά σέρνει πικρό τραγούδι:

«Αλί της της Κυθέρειας, ο Άδωνης εχάθη».
------------------
1 Ο Άδωνης παρουσιάζεται στο ποίημα άλλοτε να πεθαίνει και άλλοτε να είναι ήδη πεθαμένος. Επειδή ο θάνατος δεν είναι ακαριαίος, η περιγραφή του Άδωνη που ψυχορραγεί επιτρέπει και τις δύο διατυπώσεις.
2 Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Άδωνης είχε ανατραφεί από τις (προστάτιδες του κυνηγιού) Νύμφες των Βουνών (Ὀρειάδες Νύμφαι) της Κύπρου.
3 Επίθετο της Αφροδίτης που συνδέεται με τη λατρεία της στα Κύθηρα.
4 Αναφορά στην καταγωγή του Άδωνη (της λατρείας του πιο συγκεκριμένα) από τη Μεσοποταμία.
 

Ο Αριστοτέλης και η θεωρία της πράξης για την ιδανική εξουσία

Αποδεχόμενοι ότι η πολιτειακή οργάνωση αποσκοπεί στην ευδαιμονία και κατανοώντας ότι συλλογική ευτυχία δίχως την αρετή είναι αδύνατο να υπάρξει, τίθεται το δίλημμα της πραγμάτωσης του ενάρετου βίου σε ατομικό επίπεδο σε σχέση με τη συμμετοχή στα πολιτικά αξιώματα ή την αποστασιοποίηση από αυτά: «…γιατί άλλοι αποδοκιμάζουν την ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων με το επιχείρημα ότι ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι κάτι διαφορετικό από το βίο του πολιτικού και συγκεντρώνει την πιο μεγάλη προτίμηση, και άλλοι ότι αυτός είναι ο άριστος βίος, διότι είναι αδύνατο να ευτυχεί κάποιος που δεν ενεργοποιείται καθόλου πολιτικά…». (1325a 18 – 22).
 
Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στα κοινά, ως διεκδίκηση αξιωμάτων συντείνει σ’ αυτό που ονομάζουμε άριστο βίο ή όχι; Και, για να τεθεί διαφορετικά, κατά πόσο η αναζήτηση των αξιωμάτων στο πλαίσιο της πολιτειακής συμμετοχής αποτελεί εχέγγυο ευτυχίας;
 
Το βέβαιο είναι ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει απάντηση που να διασφαλίζει με τρόπο απόλυτο τη μία ή την άλλη εκδοχή, αφού και οι δύο απόψεις εμπεριέχουν την υπερβολή. Η ευτυχία δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με την ανάληψη θέσεων εξουσίας, αλλά ούτε και να αποκοπεί εντελώς από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς η ενασχόληση με τα κοινά σηματοδοτεί τη συμμετοχή ως επισφράγιση της πολιτειακής αξιοπιστίας. Ένα πολίτευμα, όταν οι πολίτες είναι τελείως αδιάφοροι για τη λειτουργία του, δεν μπορεί παρά να θρέψει τη διαφθορά : «Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι και οι δύο απόψεις έχουν σωστά και λανθασμένα σημεία». (1325a 23 – 24).
 
Το ζήτημα είναι ο τρόπος που ορίζει κανείς τη θέση εξουσίας: «Σύμφωνα με την πρώτη άποψη ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι ποιοτικά ανώτερος από το βίο του δεσποτικού ανθρώπου». (1325a 24 – 25). Εφόσον, λοιπόν, η εξουσία εκλαμβάνεται ως δεσποτική υπεροχή, τότε πράγματι η αναζήτηση των αξιωμάτων δεν αντανακλά καμιά ιδιαίτερη αξία. Γιατί η δεσποτική εξουσία αρμόζει στους δούλους και το να εξουσιάζει κανείς δούλους δεν αποτελεί σημαντική επιδίωξη: «Αυτό είναι αλήθεια, γιατί δεν είναι καθόλου άξιο σεβασμού και εκτίμησης να ασκεί κανείς εξουσία σε δούλο, ο οποίος είναι πράγματι δούλος, καθώς οι εντολές για την επιτέλεση των αναγκαίων δεν έχουν κανένα στοιχείο ποιοτικής ανωτερότητας». (1325a 25 – 27).
 
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης από το πρώτο κιόλας βιβλίο των «Πολιτικών» έχει ξεκαθαρίσει ότι αποδέχεται τη δουλεία ως κάτι δοσμένο από τη φύση, το ενδιαφέρον δε στρέφεται στην έννοια του δεσποτισμού που δικαίως – κατά τον Αριστοτέλη – απευθύνεται στους φύσει δούλους, αλλά στη γενίκευση του όρου, καθώς απευθύνεται πλέον προς πάσα κατεύθυνση: «Από την άλλη όμως και η αντίληψη ότι κάθε εξουσία είναι δεσποτική, δεν είναι σωστή, γιατί δε διαφέρει η άσκηση της εξουσίας των ελεύθερων ανθρώπων από εκείνη των δούλων λιγότερο από όσο διαφέρει ο φύσει ελεύθερος από τον φύσει δούλο». (1325a 27 – 30).
 
Από τη στιγμή που έχει ήδη επισημανθεί από το πρώτο βιβλίο ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας (η δεσποτική που απευθύνεται σε δούλους, η βασιλική που απευθύνεται σε ελεύθερους αλλά όχι ισότιμους, όπως οι γυναίκες και τα παιδιά και η πολιτική που απευθύνεται σε ελεύθερους και ισότιμους ανθρώπους) είναι φανερό ότι η εξουσία που τίθεται δεσποτικά απέναντι σε όλους αποτελεί διαστρέβλωση, αφού λειτουργεί απολύτως ισοπεδωτικά. Είναι η κατάχρηση της εξουσίας, που εκλαμβάνεται ως άλλοθι της επιβολής και που, με βεβαιότητα, θα οδηγήσει στις αυθαιρεσίες. Υπό αυτές τις συνθήκες ασφαλώς και δεν είναι εποικοδομητικό να αναλώνεται κανείς στη διεκδίκηση αξιωμάτων.
 
Η αντίληψη της εξουσίας ως δεσποτική αρχή δεν είναι τίποτε άλλο από το απροκάλυπτο πρόταγμα της προσωπικής ισχύος, που επιθυμεί να μετατρέψει τον πολίτη σε δούλο. Κι όταν γίνεται λόγος για δεσποτική αρχή, δεν εννοείται μόνο η ευθεία αυταρχικότητα μιας δικτατορίας (ούτε βέβαια και αποκλείεται) αλλά – πρωτίστως – η συμφεροντολογική εκδοχή της εξουσίας ως ατομική επικράτηση, δηλαδή ως έπαθλο που οφείλει να προσδώσει τα ανταλλάγματα. Η διακυβέρνηση που αποσκοπεί στο προσωπικό συμφέρον καταπατώντας τη δημόσια ωφέλεια απαξιώνει συνειδητά τον πολίτη υποβαθμίζοντας τη θέση του, ως κάτι ανάξιο να ληφθεί υπόψη.
 
Η διαιώνιση μιας τέτοιας διακυβέρνησης είναι συγκαλυμμένη δουλεία, αφού μόνο ο δούλος δεν υπολογίζεται. Γι’ αυτό και μεταξύ ομοίων πρέπει η εξουσία να αλλάζει χέρια, ώστε όλοι να αναλάβουν την ευθύνη της: «Γιατί για τους όμοιους το καλό και το δίκαιο συνίσταται στην εκ περιτροπής ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων, καθώς αυτό είναι ίσο και όμοιο». (1325b 7 – 8).
Η πεποίθηση ότι όλοι «εκ περιτροπής» πρέπει να αναλαμβάνουν τα πολιτικά αξιώματα είναι ξεκάθαρη απάντηση στο κατά πόσο πρέπει να ασχολείται κανείς ή όχι με τα θέματα της πολιτείας. Η απαξίωση των πολιτικών εξελίξεων και η απροθυμία συμμετοχής στο βάθος κρύβουν την απογοήτευση, που σταδιακά φέρνει την αποστασιοποίηση. Η εξουσία που εκλαμβάνεται ως υγιής υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, η εξουσία δηλαδή που διέπεται από αξίες δικαίου και σεβασμού, πραγματώνεται με τη  διασφάλιση της ισότητας, που πλέον μετουσιώνεται σε καθήκον για κάθε ελεύθερο άνθρωπο: «… το μη ίσο για τους ίσους και το μη όμοιο για τους όμοιους είναι αντίθετα με τη φύση και βέβαια τίποτε αντίθετο με τη φύση δεν είναι καλό». (1325b 8 – 10).
 
Με άλλα λόγια, είναι η ίδια η φύση που ωθεί τον άνθρωπο στην υπεράσπιση της ισότητας – μεταξύ πράγματι ίσων – όπως είναι και πάλι η φύση που τον καθοδηγεί, ώστε να δημιουργήσει κοινωνία. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την αξιοκρατική αντίληψη στη διαχείριση της εξουσίας, αφού η αναγνώριση της ισότητας και της ομοιότητας των ελεύθερων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο από την αμοιβαία αναγνώριση της αξίας τους. Αν αυτό ανατραπεί με την παρουσία ενός ανθρώπου που ξεχωρίζει ανάμεσα στους άριστους, τότε το δίκαιο είναι να αναλάβει αυτός και τα αξιώματα: «Γι’ αυτό και αν κάποιος άλλος είναι ανώτερος από τους άριστους στην αρετή και στην πρακτική δεξιότητα, είναι καλό αυτόν να ακολουθούμε και δίκαιο να τον υπακούμε». (1325b 10 – 12).
 
Το ενδεχόμενο αυτό βέβαια τίθεται απολύτως υποθετικά, αφού στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί, όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από το τρίτο βιβλίο των «Πολιτικών».
 
Κι εδώ, βέβαια, το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ανώτερο των αρίστων είναι η «πρακτική δεξιότητα» που πρέπει να τον χαρακτηρίζει. Ότι η απραξία είναι αρνητικό το έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «… είναι λάθος να επαινεί κανείς την απραγία περισσότερο από την ενεργοποίηση κάποιου, γιατί η ευδαιμονία είναι πράξη και επιπλέον οι πράξεις των δικαίων και συνετών ανθρώπων οδηγούν σε πολλά και καλά αποτελέσματα». (1325a 31 – 34).
 
Η αποφθεγματική διατύπωση, που θέλει την ευδαιμονία να είναι πράξη, είναι η αντίληψη της ευτυχίας που κερδίζεται με την ανθρώπινη ενεργητικότητα. Ο άνθρωπος, ως απόλυτα υπεύθυνος για τη μοίρα του, οφείλει να ενεργήσει προκειμένου να πετύχει αυτά που επιθυμεί. Η αποδοχή της μοίρας είναι η παθητικότητα που επιφέρει την αδράνεια κι αυτό δεν ταιριάζει στους πραγματικά ελεύθερους. Η μετατόπιση της ευθύνης στον άνθρωπο δε λειτουργεί εκ του πονηρού, ως άλλοθι μιας άδικης κοινωνίας που θέλει να ρίξει και την ευθύνη σ’ αυτούς που αδικούνται, αλλά ως ειλικρινής αισιόδοξη οπτική, που θέλει τον άνθρωπο δυνατό να διαμορφώσει την τύχη του.
 
Γι’ αυτό πρέπει η πολιτεία να διέπεται από δικαιοσύνη. Για να εξασφαλίζεται η ελευθερία των πολιτών να πράξουν προς την κατεύθυνση της ευτυχίας τους. Η κοινωνία της ανισότητας, με τις ακραίες ταξικές διαφορές, τους εκπαιδευτικούς κι εργασιακούς αποκλεισμούς, της αναξιοκρατίας και των υπόγειων διασυνδέσεων είναι πριν απ’ όλα ανελεύθερη, ακριβώς επειδή δεν αφήνει τους πολίτες να πράξουν.
 
Όμως, η φράση «πρακτική δεξιότητα» δεν αναφέρεται τόσο στη διάθεση της δράσης, ως ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση όλων των ερεθισμάτων προς την επιθυμητή κατεύθυνση, όσο – κυρίως – στη δυνατότητα εφαρμογής όλων των γνώσεων κι όλων των θεωρητικών κεκτημένων στις καθημερινές προκλήσεις που θα έλθουν. Κι αυτό έχει να κάνει με την προσαρμοστικότητα του ελιγμού που αναγκαστικά θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Η ανεφάρμοστη θεωρητική γνώση τείνει στο άχρηστο. Ο άριστος είναι εκείνος που θα προσδώσει τις χειροπιαστές διαστάσεις: «Χρειάζεται όμως να διαθέτει αυτός» (εννοείται ο άριστος) «όχι μόνο αρετή αλλά και ικανότητα που θα του επιτρέπει να είναι πρακτικός. Αλλά αν αυτά καλώς λέγονται και αν οφείλουμε να ορίσουμε την ευδαιμονία ως ευπραγία, ο πρακτικός είναι άριστος βίος και για όλη την πόλη συλλογικά και για τον καθένα ξεχωριστά». (1325b 12 – 16).
 
Υπό αυτή την έννοια, η εξουσία είναι αδύνατο να νοηθεί απλώς ως μια θεωρητική κατασκευή. Τα θεμέλια της πολιτείας, ο νόμος και η εκπαίδευση, δεν έχουν καμία αξία, ακόμη κι αν σε επίπεδο ιδεών είναι τέλεια, εφόσον είναι αδύνατο να πραγματωθούν. Γι’ αυτό οφείλουν να προσαρμόζονται στην ιδιοσυγκρασία, τις παραδόσεις, την ιστορία και την κουλτούρα του λαού που θα υπηρετήσουν. Η ιδανική νομοθεσία μιας πόλης δε σημαίνει ότι θα είναι εξίσου ιδανική και σε μια άλλη,  γιατί μπορεί να μην εκπληρώνει τις πρακτικές προϋποθέσεις που ορίζονται από την εκεί νοοτροπία, ώστε να γίνει αποδεκτή. Κι αν δε γίνει αποδεκτή, θα παραμείνει ανεφάρμοστη, δηλαδή θα αποτύχει.
 
Μια προοδευτική νομοθετική μεταρρύθμιση, όταν γίνεται απότομα μέσα σε μια οπισθοδρομική κοινωνία, είναι πολύ πιθανό να αποτύχει. Καμία πρόοδος δεν επέρχεται απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται η συμβολή της παιδείας, που επίσης, θα είναι μακροχρόνια, αφού δεν είναι εύκολο να αλλάξουν αντιλήψεις παγιωμένες στη λαϊκή συνείδηση. Ο πρακτικός νομοθέτης είναι αυτός που θα διαχειριστεί τις ισορροπίες υπηρετώντας την πρόοδο χωρίς να φέρει συγκρούσεις. Η θεωρητική ακαμψία δεν μπορεί να προσφέρει κοινωνικά κι ως εκ τούτου δεν ανήκει στα γνωρίσματα του άριστου.
 
Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης σπεύδει να διευκρινίσει: «Όμως ο πρακτικός βίος δεν υφίσταται κατ’ ανάγκη μόνο σε σχέση με τους άλλους, όπως νομίζουν ορισμένοι, ούτε μόνο εκείνες οι θεωρήσεις είναι πρακτικές που αποβλέπουν στα θετικά αποτελέσματα της πρακτικής εφαρμογής τους, αλλά πολύ περισσότερο οι αυτοτελείς και αυτόνομες θεωρήσεις και σκέψεις». (1325b 16 – 21).
 
Βρισκόμαστε στο σημείο που ταυτίζεται η θεωρητική και η πρακτική σκέψη, αφού η δυνατότητα της πρακτικής εφαρμογής προϋποθέτει τη νόηση. Η σκέψη, ως διανοητική ενέργεια, ακόμη και αφηρημένων εννοιών, όσο αυτόνομη ή αυτοτελής κι αν είναι, όσο μεμονωμένη ή ατομική, είναι αδύνατο να στερηθεί το πρακτικό της υπόβαθρο, καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγει από τα όρια των δομών που συνθέτουν τον υπαρκτό κόσμο. Ακόμη και η πιο ακραία επιστημονική φαντασία, ακόμη και η ολοκληρωτική ανατροπή όλων των γήινων δεδομένων, έχουν πάντα μία αρχή· τα γήινα δεδομένα που πρέπει να ανατραπούν.
 
Η σκέψη δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τις γνώσεις του ανθρώπου που την παράγει ούτε από το γλωσσικό του υπόβαθρο. Με άλλα λόγια, υπάρχει αναπόφευκτη σύνδεση της σκέψης και της πράξης: «Μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι οι αρχιτέκτονες (οι αρχιμάστορες) στις διανοητικές διεργασίες και πράττουν και είναι συντελεστές των εξωτερικών πράξεων». (1325b 21 – 23).
 
Η έννοια «αρχιτέκτονες» όπως γράφει ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο, «αρχιμάστορες», όπως εύστοχα προτείνει η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, είναι ακριβώς η πρακτική διάσταση της σκέψης. Κι ο άνθρωπος που σκέφτεται ένας μάστορας είναι, ένας μάστορας του πνεύματος που μπορεί να αναδημιουργεί, ακόμη και να ανατρέπει τον κόσμο, αντιπαραβάλλοντας το δικό του. Γι’ αυτό και μπορεί να γίνει συντελεστής «εξωτερικών πράξεων», γιατί η σκέψη, ως εσωτερική πράξη, μπορεί να μετουσιωθεί σε κοινωνική προοπτική προξενώντας εξωτερικές πράξεις: «Διαφορετικά δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καλή η κατάσταση του θεού και του σύμπαντος κόσμου, αν δεν υπάρχουν εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». (1325b 28 – 30).
 
Ο Αριστοτέλης θα λέγαμε ότι προλειάνει το έδαφος και για το Χέγκελ. Η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου παραθέτει: «Οι εσωτερικές πράξεις συντίθενται με τις εσωτερικές και στην ενότητά τους διατρέχουν τον κόσμο και το θεό. Η διπλή αυτή πράξη παρατηρείται και στη χεγκελιανή σύλληψη της Ιδέας η οποία συλλαμβάνεται ως η απόλυτη ενότητα της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας. Ως παραγωγός του κόσμου εξωτερικεύεται διαρκώς, επιστρέφοντας στον εαυτό της. Η σημασία της πράξης στη χεγκελιανή φιλοσοφία αλλά και η μαρξική κριτική στη χεγκελιανή σύλληψη της πράξης έχει ενδιαφέρον να συνδεθούν με την αριστοτελική αντίληψη για την πράξη των στίχων αυτών». (σελ. 304 – 305).
 
Με άλλα λόγια, αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη θεϊκή ισορροπία ανάμεσα στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο. Ο θεός, ως σύμβολο της πιο ολοκληρωτικής τελειότητας, και ολόκληρο το σύμπαν, ως ενσάρκωση του θεού μέσα στις τέλειες δομές του φυσικού κόσμου, είναι η άριστη κατάσταση που προκύπτει στις «εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». Κι αν πρέπει να το πούμε ακόμη απλούστερα, η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο δεν είναι τίποτε άλλο από τη σύμπλευση των εξωτερικών πράξεων σε σχέση με τις εσωτερικές που ορίζουν οι επιθυμίες.
 
Αλίμονο σ’ αυτόν που κάνει αυτά που απεχθάνεται. Είναι καταδικασμένος στη δυστυχία. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του ιδανικού βίου, που προκύπτει από την αρμονία της σκέψης με την πράξη (εσωτερικότητας – εξωτερικότητας). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορεί να οριστεί και ο άριστος βίος σε συλλογικό επίπεδο, ως αρμονία που προκύπτει από την άριστη πολιτειακή οργάνωση της πόλης. Αρκεί να είναι ξεκάθαρες οι προτεραιότητες, ως συλλογική εσωτερικότητα, ώστε να πραγματωθεί και το πρακτικό κομμάτι της εξωτερίκευσής τους.
 
Οι κοινωνίες που στα λόγια προάγουν αξίες διαφορετικές από αυτές που υπηρετούν σε επίπεδο εξουσίας, πέρα από υποκριτικές, είναι τελικά αδιέξοδες, αφού νομοτελειακά προάγουν τη συλλογική δυστυχία: «Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι ο ίδιος βίος είναι κατ’ ανάγκη ο άριστος βίος και για τον καθένα άνθρωπο ξεχωριστά και για τις πόλεις και για τους ανθρώπους συλλογικά». (1325b 30 – 32).
 
Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος τέταρτος

Αριστοτέλης – Ο χαρακτήρας των νέων, των ηλικιωμένων και των ανδρών

Οι γέροι έχουν μακρό παρελθόν, οι νέοι μακρό μέλλον. Οι γέροι γίνονται οι μνήμες τους, οι νέοι οι ελπίδες τους. Οι γέροι είναι διστακτικοί, γιατί θυμούνται τις αποτυχίες, οι νέοι είναι παράτολμοι, γιατί δεν τις έχουν γνωρίσει ακόμη.. Οι γέροι αγαπούν να θυμούνται, οι νέοι θυμούνται να αγαπούν.

Περί των ηθών των νέων

Και τώρα θα μιλήσουμε για τα ήθη. Ας εξετάσουμε σε ποιες ψυχικές καταστάσεις βρίσκονται οι άνθρωποι, ανάλογα με τα πάθη τους, τις ιδιότητες, την ηλικία και την καλή ή κακή τύχη. Ονομάζω πάθη την οργή, την επιθυμία και τα παρόμοια, για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως και ιδιότητες τις αρετές και τις κακίες. Ασχοληθήκαμε και πρωτύτερα μ' αυτές και εκθέσαμε τι τάσεις έχουν και τι πράξεις εκτελούν, ανάλογα με τις ιδιότητές τους. Ηλικίες πάλι είναι η νεανική, η ανδρική και η γεροντική. Τέλος ονομάζω τύχη την καταγωγή, τον πλούτο, τις διάφορες ικανότητες, καθώς και τα αντίθετά τους και γενικά την ευτυχία και τη δυστυχία.

Σχετικά με τα ήθη, οι νέοι αισθάνονται σφοδρές επιθυμίες και μπορούν να εκπληρώσουν εκείνο που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες πάλι, που σχετίζονται με το σώμα αισθάνονται κυρίως τις ερωτικές και δεν μπορούν να κυριαρχήσουν επάνω τους. Είναι ευμετάβλητοι και γρήγορα χορταίνουν με κείνα που επιθύμησαν και γι' αυτό ενώ δοκιμάζουν σφοδρές επιθυμίες, πολύ γρήγορα αδιαφορούν. Επειδή η θέλησή τους, ενώ είναι έντονη δεν είναι ταυτόχρονα και μεγάλη ― όπως συμβαίνει στον άρρωστο με την πείνα και με τη δίψα.

Έχουν ροπή προς την οργή, παραφέρονται εύκολα και ακολουθούν εκείνο που αποφάσισαν πάνω στο θυμό τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατηθούν. Και τούτο, επειδή από εγωισμό δε δέχονται την περιφρόνηση και αγανακτούν όταν νομίζουν πως αδικούνται.

Αγαπούν τις τιμές κι ακόμα πιο πολύ τη νίκη, επειδή τα νιάτα θέλουν να υπερέχουν και η νίκη είναι ένα είδος υπεροχής. Αγαπούν αυτά τα δύο πιο πολύ παρά το χρήμα ή ―καλύτερα― δεν τους ενδιαφέρει το χρήμα ολότελα, επειδή ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει τι θα πει φτώχεια κι αυτό εκφράζει το γνωστό απόφθεγμα του Πιττακού για τον Αμφιάραο.

«Μα εσύ δεν είχες ακόμα δοκιμάσει τον έρωτα προς το χρήμα, πώς λοιπόν τα χέρια σου ήταν έτοιμα να αρπάξουν;»

Οι νέοι δεν έχουν κακές διαθέσεις. Είναι μάλλον καλοί, επειδή δεν είδαν ακόμη πολλά παραδείγματα διεφθαρμένων ανθρώπων.

Είναι ευκολόπιστοι, επειδή ακόμα δεν τους έχουν εξαπατήσει συχνά.

Είναι γεμάτοι ελπίδες κι αυτό συμβαίνει επειδή η φύση τούς έχει προικίσει με κάποιο είδος θέρμης, σαν εκείνη που νιώθουν αυτοί που έχουνε πιει πολύ κρασί. Αλλά η ιδιότητά τους αυτή οφείλεται και στο ότι δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει πολλές αποτυχίες. Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον, ενώ η ανάμνηση το παρελθόν.

Και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό. Αλήθεια, στην αρχή της ύπαρξης δεν μπορεί να υπάρξει καμιά ανάμνηση, ενώ όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Και γι' αυτό το λόγο εύκολα εξαπατώνται, επειδή και εύκολα σχηματίζουν ελπίδες.

Και επειδή ρέπουν προς την οργή και προς την ελπίδα, είναι γενναίοι επειδή η μια ιδιότητά τους συντελεί στο να μη φοβούνται, ενώ η άλλη τους δίνει θάρρος. Αλήθεια, κανένας δε φοβάται όταν είναι θυμωμένος, ενώ η ελπίδα της επιτυχίας μάς κάνει θαρραλέους.

Είναι ντροπαλοί, επειδή ξέρουν μόνο εκείνα που έχουν διδαχθεί σύμφωνα με τους νόμους και δεν υποθέτουν πως υπάρχουν κι άλλα ευχάριστα πράγματα.

Είναι μεγαλόψυχοι, επειδή δεν τους ταπείνωσε ακόμα ο αγώνας της ζωής, ούτε δοκίμασαν ανάγκες. Εξάλλου όποιος πιστεύει πως είναι άξιος μεγάλων πραγμάτων είναι και μεγαλόψυχος. Αυτό όμως το πιστεύουν όσοι έχουν πολλές ελπίδες.

Προτιμούν να κάνουν ό,τι τους φαίνεται ωραίο παρά ό,τι τους συμφέρει, επειδή οι πράξεις τους υπαγορεύονται πιο πολύ από την καρδιά παρά από τον ψυχρό υπολογισμό, κι ενώ αυτός, λογαριάζει το συμφέρον, η αρετή λογαριάζει το ωραίο.

Οι νέοι αγαπούν τους φίλους τους και τους συντρόφους τους πιο πολύ, παρά όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία και τούτο, επειδή νιώθουν μεγάλη ευχαρίστηση να ζουν μαζί με τους άλλους κι ακόμα δεν έχουν αρχίσει να σχηματίζουν κρίσεις με βάση το συμφέρον τους για κανένα πράγμα, λοιπόν ούτε και για τους φίλους τους. Όλα τα σφάλματά τους προέρχονται από την υπερβολή, επειδή οι νέοι δεν τηρούν το λόγο του Χίλωνα (μηδέν άγαν).

Αλήθεια, υπερβάλλουν σε όλα. Αγαπούν υπερβολικά, μισούν υπερβολικά και το ίδιο συμβαίνει και για όλες τις άλλες πράξεις τους.

Πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα κι ανακατεύονται στα πάντα και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι υπερβολικοί. Αν συμβεί να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, αυτό οφείλεται στην αυθάδεια και όχι σε κακία. Αισθάνονται εύκολα οίκτο, επειδή θεωρούν όλους τους ανθρώπους απλούς και ενάρετους. Αλήθεια κρίνουν τους άλλους με τη δική τους αθωότητα και γι' αυτό πιστεύουν ότι, κάτι που παθαίνει κάποιος άλλος, δεν αξίζει να το πάθει.

Αγαπούν τα γέλια και γι' αυτό τους αρέσουν τα πειράγματα, όπου με ευγένεια στρέφονται κατά των άλλων.

Περί των ηθών της γεροντικής ηλικίας

Αυτά είναι τα ήθη των νέων. Οι γεροντότεροι κι όσοι έχουν περάσει πια την ανδρική ηλικία έχουν σχεδόν τον αντίθετο χαρακτήρα.

Αλήθεια, επειδή έχουν ζήσει πολλά χρόνια, επειδή έχουν εξαπατηθεί πολλές φορές, επειδή οι ίδιοι έχουν κάνει πολλά σφάλματα κι επειδή οι περισσότερες πράξεις των ανθρώπων είναι κακές, δεν είναι βέβαιοι για τίποτε κι όχι μονάχα δεν κάνουν υπερβολές παρά και ενεργούν πάντοτε λιγότερο απ' ό,τι πρέπει. Πάντοτε λένε ότι νομίζουν, όχι ότι ξέρουν καλά. Κι όταν τα λεγόμενά τους προκαλούν αντιρρήσεις, προσθέτουν πάντοτε «ίσως», «μπορεί».

Εκφράζονται για όλα τα πράγματα μ' αυτόν τον τρόπο και με κανένα δεν εκφράζονται με βεβαιότητα. Έχουν κακό χαρακτήρα, επειδή το να υποπτεύεται κανείς για κάθε τι δείχνει κακό χαρακτήρα. Και είναι καχύποπτοι, δεν πιστεύουν κανέναν και δεν πιστεύουν γιατί έχουν πείρα.

Για τον ίδιο λόγο ούτε σφοδρά αγαπούν ούτε σφοδρά μισούν, αλλά σύμφωνα με το λόγο του Βία αγαπούν, σαν να επρόκειτο την άλλη μέρα να μισήσουν και μισούν σαν να επρόκειτο την άλλη μέρα ν' αγαπήσουν.

Είναι μικρόψυχοι επειδή τους έχει ταπεινώσει ο αγώνας της ζωής, γιατί αλήθεια οι επιθυμίες τους δε στρέφονται πια προς τίποτα το μεγάλο και το ανώτερο, αλλά βλέπουν μόνο πώς θα τα οικονομήσουν. Είναι φιλοχρήματοι από τη μια, γιατί έχουν ανάγκη από το χρήμα κι από την άλλη, γιατί έχουν δοκιμάσει πόσο δύσκολο είναι να τ' αποκτήσει κανείς και πόσο εύκολο να το χάσει.

Είναι δειλοί και όλα τους φοβίζουν, επειδή βρίσκονται σε ψυχική κατάσταση εντελώς αντίθετη από κείνη που έχουν οι νέοι. Αλήθεια είναι ολότελα ψυχροί, ενώ εκείνοι, καθώς έχουμε πει, είναι θερμοί. Γι' αυτό τα γερατειά δημιουργούν διάθεση για δειλία, επειδή και κείνος που φοβάται παγώνει. Αγαπούν υπερβολικά τη ζωή τους και μάλιστα όσο βλέπουν ότι ζυγώνει το τέλος τους. Κι αυτό, επειδή η επιθυμία αναφέρεται πάντοτε σε κείνο που δεν έχουμε και κυρίως επιθυμούμε ό,τι μας λείπει.

Αγαπούν τον εαυτό τους πιο πολύ από ό,τι πρέπει ― κι είναι κι αυτό ένα είδος μικροψυχίας. Η ζωή τους κανονίζεται σύμφωνα με το συμφέρον τους κι όχι σύμφωνα με κείνο που είναι λεβέντικο. Κι αυτό συμβαίνει πιο πολύ από ό,τι πρέπει, ακριβώς εξαιτίας της φιλαυτίας τους. Αλήθεια, το συμφέρον είναι καλό για μας τους ίδιους, ενώ το ωραίο είναι αυτό το ίδιο καλό.

Δεν είναι ντροπαλοί, αλλά μάλλον ξεδιάντροποι κι αυτό συμβαίνει επειδή, καθώς αποβλέπουν στο συμφέρον τους και όχι στο ωραίο, δεν ενδιαφέρονται για τη γνώμη των άλλων. Η πείρα τους τούς δίδαξε να μην τρέφουν ελπίδες, επειδή τα περισσότερα πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο είναι δυσάρεστα και η έκβασή τους είναι προς το χειρότερο. Αλλά και η δειλία τους είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν τρέφουν ελπίδες.

Ζουν πιο πολύ με την ανάμνηση παρά με την ελπίδα, επειδή η πολλή ζωή τους έχει περάσει πια και δεν τους μένει παρά λίγη, και η ελπίδα στρέφεται προς το μέλλον, ενώ η ανάμνηση προς τα περασμένα. Αυτή είναι και η αιτία της φλυαρίας τους. Αλήθεια, συνεχώς διηγούνται όσα τους έχουν συμβεί, επειδή βρίσκουν ηδονή στην ανάμνησή τους.

Ο θυμός τους είναι έντονος, όχι όμως και μεγάλος.

Από τις επιθυμίες τους, άλλες τούς έχουν ολότελα εγκαταλείψει κι άλλες είναι πολύ αδύνατες κι έτσι, είτε δεν εκδηλώνουν καμιά επιθυμία, είτε κι αν την εκδηλώσουν, δεν είναι σε θέση να την πραγματοποιήσουν. Έτσι επιδιώκουν μόνο ό,τι μπορεί να τους φέρει κέρδος. Και γι' αυτό, όσοι έχουν φτάσει σ' αυτή την ηλικία φαίνονται εγκρατείς. Επειδή οι επιθυμίες τούς έχουν εγκαταλείψει κι έχουν υποδουλωθεί μόνο στο κέρδος.

Τη ζωή τους ρυθμίζει ο υπολογισμός πιο πολύ παρά το αίσθημα. Ο υπολογισμός όμως οδηγεί στο συμφέρον, ενώ το αίσθημα στην αρετή. Αν συμβεί να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, αυτό οφείλεται στον κακό τους χαρακτήρα και όχι σε αυθάδεια.

Και οι γέροι επίσης αισθάνονται οίκτο, όχι όμως για την ίδια αιτία που τον αισθάνονται οι νέοι. Αλήθεια οι νέοι δοκιμάζουν αυτό το αίσθημα από ανθρωπισμό, οι γέροι από αδυναμία. Αυτό, αλήθεια, συντελεί στο να νομίζουν πως από τη μια στιγμή στην άλλη πρόκειται να τους συμβεί κάτι κακό κι η ψυχική αυτή κατάσταση, καθώς είπαμε, είναι κείνη που τους κάνει να δοκιμάζουν οίκτο και γι' αυτό συνεχώς γκρινιάζουν και δεν τους αρέσουν ούτε τα αστεία ούτε τα γέλια. Επειδή ο γκρινιάρης είναι το αντίθετο του εύθυμου ανθρώπου.

Αυτός είναι ο χαρακτήρας των νέων και των γέρων και, κατά συνέπεια, επειδή στον καθένα είναι ευπρόσδεκτα τα λόγια που ταιριάζουν ή πλησιάζουν προς το χαρακτήρα του, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιους λόγους πρέπει να χρησιμοποιούμε, ώστε και μεις οι ίδιοι και η αγόρευσή μας να φαίνεται ότι συμφωνεί με το χαρακτήρα του ακροατηρίου μας.

Περί των ηθών της Ανδρικής ηλικίας

Όσοι βρίσκονται στην ακμή της ηλικίας τους είναι φανερό πως έχουν χαρακτήρα διάμεσο, ανάμεσα στο νεανικό και στο γεροντικό και πως αποφεύγουν τις υπερβολές και του ενός και του άλλου.

Κατά συνέπεια δεν είναι ούτε υπερβολικά θαρραλέοι (γιατί αυτό καταντά θράσος), ούτε πάλι εξαιρετικά δειλοί, παρά κρατούν τη σωστή στάση ανάμεσα στα δυο.

Δεν εμπιστεύονται βέβαια στον πρώτο τυχόντα, όμως πάλι δεν δυσπιστούν προς όλο τον κόσμο, παρά σχηματίζουν ξεχωριστή κρίση για κάθε πρόσωπο ― κι αυτή η κρίση πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια.

Η ζωή τους δεν ρυθμίζεται μόνο από το συμφέρον, ούτε πάλι μόνο από το ωραίο, αλλά από το συγκερασμό των δύο αυτών.

Δεν είναι ούτε φιλάργυροι, ούτε άσωτοι. Κρατούν το μέτρο που πρέπει. Το ίδιο συμβαίνει και σχετικά με το θυμό τους και με τις επιθυμίες τους.

Είναι φρόνιμοι, χωρίς γι' αυτό να 'ναι δειλοί και είναι ανδρείοι, χωρίς γι' αυτό να τους εγκαταλείπει η φρόνηση, ενώ στους γέρους και στους νέους οι δυο αυτές ιδιότητες χωρίζονται.

Αλήθεια, οι νέοι είναι γενναίοι, αλλά ολότελα ασυλλόγιστοι, οι γέροι πάλι φρόνιμοι, αλλά δειλοί. Γενικά οι ώριμοι άντρες ενώνουν τα προτερήματα και της νεανικής και της γεροντικής ηλικίας. Ενώ στις δυο αυτές ηλικίες υπάρχουν υπερβολές και ελλείψεις, εκείνοι κρατούν το μέτρο που πρέπει. Το σώμα ακμάζει ανάμεσα στα τριάντα και στα τριανταπέντε χρόνια και το πνεύμα γύρω στα σαράντα εννιά. Αυτά έπρεπε να ειπωθούν σχετικά με τους χαρακτήρες των νέων, των γερόντων και των ωρίμων ανθρώπων

Η αμφιβολία μετά το χωρισμό

χωρισμος αμφ.Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεχωρίσεις αν το πιο επώδυνο στάδιο είναι αυτό της λήψης της απόφασης για τον χωρισμό ή των αμφιβολιών που μπορεί στην πορεία κατά στιγμές, να προκύπτουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις χωρισμού οι αμφιβολίες το πρώτο διάστημα που ακολουθεί τον χωρισμό, έρχονται και καρφώνονται σαν έμμονες ιδέες που βασανίζουν, εγκλωβίζουν και δεν αφήνουν να προχωρήσουμε παρακάτω: 
  • Μήπως δεν έπρεπε να χωρίσω;
  • Μήπως να έδινα άλλη μια ευκαιρία;
  • Αν συμπεριφερόμουν διαφορετικά …
  • Αν άλλαζα αυτή μου τη συνήθεια
  • Αν έκανα περισσότερη υπομονή;
  • Αν πηγαίναμε σε σύμβουλο γάμου
  • Αν με τον καιρό άλλαζε;
  • Αν με τον καιρό κατάφερνα να τον/την αλλάξω … Αν, αν, αν ….
‘Αν που έρχονται και παίρνουν τη θέση των άλλων ερωτημάτων που θα βοηθούσαν περισσότερο αν προβλημάτιζαν τώρα σ’ αυτήν τη μεταβατική φάση, όπως:
  • Τι θέλω τώρα για τη ζωή μου;
  • Ποια λάθη μου να μην επαναλάβω;
  • Τι έμαθα για τον εαυτό μου μέσα από αυτήν τη σχέση;
  • Τι θα μου λείψει και θα προσπαθήσω να πάρω μαζί μου από τη σχέση αυτή;
Γιατί όμως αυτές οι αμφιβολίες έρχονται; Η παρουσία τους σημαίνει την έλλειψη ορθότητας στην απόφαση μου να χωρίσω;
Όχι βέβαια.
 
Η παρουσία τους δείχνει την ανασφάλεια και σύγχυση στην οποία βρίσκομαι. Όταν απομακρυνόμαστε χρονικά από μια εμπειρία μας, αυτή πλέον γίνεται ανάμνηση. Η ανάμνηση δεν είναι ίδια με το βίωμα της εμπειρίας. Το βίωμα στην ανάμνηση είναι διαφορετικό από αυτό της εμπειρίας. Έτσι για παράδειγμα, ένας καβγάς τη στιγμή που τον βιώνουμε μπορεί να μας δίνει την αίσθηση της ‘κάθαρσης’, ‘εκτόνωσης’ και ‘υπερέντασης’ ενώ όταν θυμόμαστε αυτόν τον καβγά μπορεί να τον θυμόμαστε ως κάτι θλιβερό, τραυματικό και απειλητικό. Οι αναμνήσεις λοιπόν αλλοιώνουν το βίωμα της εμπειρίας, άλλες φορές μεγενθύνουν, άλλες φορές υποτιμούν τα συναισθηματικά φορτία, πολλές φορές αποκλίνουν τελείως και από την πραγματικότητα της εμπειρίας μας.
 
Οι αμφιβολίες μας λοιπόν μετά από έναν χωρισμό έχουν να κάνουν με τις αναμνήσεις μας από τη σχέση αυτή. Οι αναμνήσεις αυτές προσδιορίζουν αρκετά την τωρινή μας συναισθηματική κατάσταση και όχι καθαρά το βίωμα της εμπειρίας μέσα στη σχέση. Μέσα από τις αναμνήσεις που έχουμε από τη σχέση από την οποία αποφασίσαμε να φύγουμε, φιλτράρουμε συναισθήματα, επιλέγουμε στιγμές που κουβαλάμε στη μνήμη μας και αυτά καθορίζουν την ανάμνηση που έχουμε από τη σχέση αυτή. Έτσι, η σχέση αυτή μπορεί να γίνει πολύ πιο αφόρητη ή πολύ πιο ευχάριστη ως ανάμνηση, τώρα που αποστασιοποιηθήκαμε με την απόφαση χωρισμού.
 
Πώς επαναξιολογώ λοιπόν την απόφασή μου; Κατά τη γνώμη μου, δεν την επαναξιολογώ; Συμπεράσματα εκ των υστέρων, δεν μπορούν να βγουν, γιατί οδηγούν απλά σε εναλλακτικές άπειρες αφηγήσεις. Τα συμπεράσματα βγαίνουν όταν βιώνονται οι καταστάσεις, όταν γεύομαι τη σχέση μου με τον άλλον, τη στιγμή που έχω επαφή με το βίωμα μου και με τον εαυτό μου ώστε να αγγίξω τη δική μου ‘γνήσια και απόλυτη αλήθεια’. Είμαι ευτυχισμένος μέσα σ’ αυτό που ζω; Με ικανοποιεί το ‘μέχρι τώρα’ ώστε να το συνεχίσω; Η μεγαλύτερη παγίδα στις σχέσεις είναι η προσπάθεια να τη διατηρήσω έχοντας την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο άλλος στο μέλλον. Ανειλικρινές απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι στον άλλον.
 
Το μόνο υλικό που έχω λοιπόν, για να αξιολογήσω μια κατάσταση είναι ‘το μέχρι τώρα’ βάση του οποίου θα καθορίσω ‘το από δω και πέρα’ και όχι το ενδεχόμενο ‘αν’ που έρχεται στρέφοντας το βλέμμα μου σε ένα ενδεχόμενο μέλλον. Και αν αυτό το υλικό, το ‘μέχρι τώρα’, με οδήγησε στην απόφαση του χωρισμού …. από εκεί και πέρα αναθεώρηση ‘δεν χωράει’.
 
Πίστη και εμπιστοσύνη λοιπόν στον εαυτό για την απόφαση που πήρε, γιατί καμία αμφιβολία δεν μπορεί να σταθεί έγκυρη στο βίωμα της εμπειρίας μου!

Συναισθήματα

Συναισθήματα, ψυχική υγεία
Ο ορισμός του συναισθήματος είναι μάλλον δύσκολος. Ίσως όμως ένας αυστηρός ορισμός και να μη χρειάζεται, καθώς είναι μια εμπειρία, που όλοι βιώνουμε συνεχώς. Σε γενικές γραμμές συναίσθημα είναι η ευάρεστη ή δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που συνοδεύεται από ελαφριές μεταβολές των λειτουργιών του οργανισμού και είναι αποτέλεσμα κάποιου γεγονότος ή εμπειρίας. Οι πιο πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι έχουμε δέκα βασικά συναισθήματα: οργή, φόβος, θλίψη, αηδία, περιφρόνηση, έκπληξη, χαρά, αμηχανία, ενοχή, ντροπή. Όλα τα υπόλοιπα προκύπτουν από τα παραπάνω και τους συνδυασμούς αυτών.

Από πολύ μικροί μαθαίνουμε ότι υπάρχουν καλά και κακά συναισθήματα και ότι πολλά από αυτά δεν πρέπει να τα δείχνουμε. Επίσης μαθαίνουμε να μη δίνουμε τόση σημασία στο συναίσθημάμας, καθώς συχνά θεωρείται ότι δεν είναι αξιόπιστη πηγή κι ότι η λογική βοηθάει περισσότερο στη λήψη αποφάσεων. Κάποιοι θεωρούν ότι το συναίσθημα είναι το αντίθετο της λογικής. Ωστόσο σύμφωνα με ευρήματα της νευροεπιστήμης ούτε ο εγκέφαλος διαχωρίζει τόσο ευκρινώς την σκέψη από το συναίσθημα. Συναίσθημα και γνωστικές διεργασίες είναι αλληλένδετα, αλληλοεπηρεάζονται και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και με το σώμα. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το συναίσθημα ορίζεται κι ως η προδιάθεση για συγκεκριμένη δράση, άρα είναι η κινητήρια δύναμη των πράξεων μας.

Σαφώς τα συναισθήματα ενδέχεται να μας οδηγήσουν και σε παρορμητικές συμπεριφορές. Αυτό, όμως, συνήθως συμβαίνει επειδή δεν έχουμε μάθει να τα ακούμε και να τα επεξεργαζόμαστε. Τα συναισθήματα είναι πολύ σημαντικά, επειδή μας μεταφέρουν πολύ σημαντικές πληροφορίες. Για αυτό χρειάζεται να είμαστε σε διαρκή επαφή μαζί τους. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις πληροφορίες που μας μεταφέρουν, χρειάζεται κατ’ αρχάς να αποδεχτούμε ότι έχουμε μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων. Ο χαρακτηρισμός κάποιων συναισθημάτων ως «αρνητικά» έχει να κάνει κυρίως με τη διάθεση, που μας αφήνουν ή με το ότι μπορεί να μην είναι ευχάριστα για τους άλλους.
Πράγματι μπορεί κάποια συναισθήματα να είναι περισσότερο δυσάρεστα ή και δύσκολα. Όλα τα συναισθήματα όμως είναι χρήσιμα, υπάρχουν για κάποιο λόγο και εξυπηρετούν ένα σκοπό. Επίσης όλα τα συναισθήματα, που νιώθουμε είναι δικά μας. Για ό,τι νιώθουμε είμαστε υπεύθυνοι εμείς. Συχνά θεωρούμε ότι οι άλλοι μας προκαλούν συγκεκριμένα συναισθήματα, λέμε π.χ. «Με σταναχωρείς». Σίγουρα οι άλλοι είναι η αφορμή για να νιώσουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, όμως ακόμα και στην ίδια κατάσταση δεν αισθανόμαστε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Το συναίσθημα είναι μια καθαρά υποκειμενική εμπειρία.

Για αυτό, καλό είναι να μάθουμε να αποκωδικοποιούμε τα μηνύματα, που μας φέρνουν και να τους δίνουμε το χώρο, που χρειάζονται μέσα μας, για να υπάρξουν. Μόλις τα αφήσουμε να υπάρξουν, τα ονοματίσουμε, τα αποδεχτούμε, μπορούμε σιγά σιγά να δούμε και το γιατί αισθανόμαστε έτσι. Σε αυτή τη διαδικασία ίσως είναι χρήσιμος ο διαχωρισμός μεταξύ πρωτογενών και δευτερογενών συναισθημάτων. Τα πρωτογενή συναισθήματα είναι αυτά που έρχονται ως ενστικτώδεις αντιδράσεις σε ένα ερέθισμα.

Για παράδειγμα, νιώθουμε χαρά μόλις δούμε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Τα πρωτογενή συναισθήματα έρχονται σαν άμεσες, αυτόματες αντιδράσεις σε ένα ερέθισμα και δεν πηγάζουν από τη σκέψη μας. Για αυτό μας φέρνουν πολύ σημαντικά μηνύματα και λειτουργούν ως οδηγοί της συμπεριφοράς μας και των πράξεών μας.

Τα δευτερογενή συναισθήματα ακολουθούν τα πρωτογενή και συνήθως είναι αποτέλεσμα των σκέψεών μας. Πρόκειται για συνειδητές ή ασυνείδητες αξιολογικές κρίσεις των πρωτογενών συναισθημάτων. Όταν αυτό που νιώθουμε έρχεται σε σύγκρουση με τους κανόνες και τα «πρέπει», που έχουμε θέσει, τότε δημιουργείται ένα δευτερογενές συναίσθημα.

Συχνά, λοιπόν, τα δευτερογενή συναισθήματα έρχονται σα «λογοκρισία» στα πρωτογενή. Όταν δηλαδή έχουμε ένα συναίσθημα που δεν θα «έπρεπε» να το νιώθουμε, τότε γεννάται ένα δευτερογενές συναίσθημα για να το καλύψει. Για παράδειγμα μπορεί σε μια δεδομένη κατάσταση να αισθάνομαι φόβο, αλλά επειδή είμαι άντρας ή επειδή είμαι μεγάλη ή επειδή μπορεί να με κοροϊδέψουν ή επειδή θα έπρεπε να είμαι πιο δυνατός, κ.λπ θεωρώ ότι δεν πρέπει να αισθάνομαι φόβο· και τότε θυμώνω με τον εαυτό μου και ο θυμός γίνεται το κυρίαρχο συναίσθημα.

Ο θυμός είναι ένα ωραίο παράδειγμα. Είναι ένα συναίσθημα, που δεν είναι πολύ ευχάριστο, εξακολουθεί όμως να είναι πολύ χρήσιμο. Ο θυμός μπορεί να μας μεταφέρει σημαντικές πληροφορίες σε μια κατάσταση, π.χ. ότι κάτι/ κάποιος μας προσβάλει ή ότι κάτι δε μας αρέσει. Από την άλλη συχνά έρχεται να καλύψει άλλα συναισθήματα, όπως ο φόβος, η θλίψη, η στεναχώρια, η μοναξιά, κ.λπ. Για να δούμε τι ισχύει κάθε φορά πρέπει να στραφούμε στον εσωτερικό μας κόσμο και να αφουγκραστούμε τα μηνύματα, που μας φέρνει, χωρίς άμυνες. Έτσι θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις επιθυμίες μας.

Μην αφήνοντας τον εαυτό μας να βιώσει δυσάρεστα ή δύσκολα συναισθήματα, τελικά του μαθαίνουμε να μη βιώνει συναισθήματα. Γενικά η μη αποδοχή και αποφυγή των συναισθημάτων ακόμη κι αν φέρει μια προσωρινή ανακούφιση, μακροπρόθεσμα περισσότερο δημιουργεί εσωτερικές συγκρούσεις παρά φέρνει ηρεμία και τελικά δεν είναι ένας παραγωγικός τρόπος αντιμετώπισης.

Αν κατακρίνουμε τα συναισθήματά μας, τα απορρίπτουμε ή τα απωθούμε είναι βέβαιο ότι δε θα μπορέσουμε να ηρεμήσουμε, όσο κι αν αυτό είναι το ζητούμενο. Θα είναι ένα καζάνι που βράζει μέσα μας και τελικά θα υπερχειλίσει, οδηγώντας μας ίσως και σε σπασμωδικές συμπεριφορές. Δε χρειάζεται να μην αφηνόμαστε να βιώσουμε όλα τα συναισθήματα, αλλά χρειάζεται να βρούμε ένα λειτουργικό τρόπο διαχείρισής τους.

Αν τα αποδεχτούμε και τα κατανοήσουμε τότε έχουμε μια πολύτιμη γνώση για τον εαυτό μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούμε τον έλεγχο πάνω στα συναισθήματά μας και έτσι μπορούμε υπεύθυνα πια να επιλέξουμε ποια συμπεριφορά να ακολουθήσουμε. Διότι αποκτώντας τον έλεγχο έχουμε την ευκαιρία να επιλέξουμε πώς θα διαχειριστούμε το κάθε μας συναίσθημα και πώς θα αντιδράσουμε με βάση αυτό.

Μέσα από την αποδοχή και την κατανόηση του συναισθήματος μας, λοιπόν, αποδεχόμαστε και κατανοούμε καλύτερα και τον εαυτό μας. Έτσι μπορούμε να είμαστε πιο ενήμεροι για ό,τι συμβαίνει μέσα μας και άρα μπορούμε να επικοινωνήσουμε καλύτερα τις ανάγκες μας και στους άλλους και γενικά να είμαστε σε μια πιο ανοιχτή κι ειλικρινή σύνδεση μαζί τους· δομικό στοιχείο για πιο λειτουργικές σχέσεις.

Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις να δίνεις

Δίνω άρα υπάρχω

Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν χειροτερέψει με το πέρασμα του χρόνου για πολλούς και διάφορους λόγους. Έχει γίνει ο άνθρωπος ένα ον που τον απασχολεί μόνο η προσωπική του ικανοποίηση χωρίς να τον ενδιαφέρει καθόλου ο σύντροφος, ο φίλος, ο συνάδελφος. Δυστυχώς ή ευτυχώς όταν αποφασίζουμε να ενταχθούμε σε μία κοινωνική ομάδα είτε σε μια ερωτική σχέση, βάση λογικής παύουμε να δρούμε αυτοβούλως, δεν είμαστε πλέον μόνοι δεν αποφασίζουμε μόνο για τον εαυτό μας. Αν κάποιος δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό αποσύρεται και απομονώνεται ζώντας όπως επιθυμεί.

Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία εκτός της οικονομικής κρίσης, περνάει και κρίση αξιών, ηθικής, ευγένειας, ενσυναίσθησης, παιδείας και πολλών άλλων πραγμάτων που θα μπορούσαν να καταστήσουν βιώσιμη τη συνύπαρξή μας. Ο άνθρωπος έχει πάψει να είναι ευχαριστημένος και ζητά συνεχώς κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Αν πάρουμε το ερωτικό κομμάτι οι σύντροφοι είναι πάντα προβληματισμένοι με κάτι, η χαρά έχει περιοριστεί, υπάρχει τεράστια ανάλωση σε πράγματα δευτερευούσης σημασίας, αφήνοντας τα σημαντικά να περνούν. Ζητάμε πράγματα από ανθρώπους που δεν μπορούν να μας τα δώσουν, όχι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί πολύ απλά οι άλλοι είναι οι άλλοι, δεν είμαστε εμείς. Η κατανόηση του χαρακτήρα του διπλανού μας και η αποδοχή του, απαιτεί κάτι που πολύ δύσκολα το συναντάμε στις μέρες μας και λέγεται «Αγάπη».

Δεν αγαπά ο κόσμος πια. Αντιθέτως, βάζει το εγώ του μπροστά, την κτητικότατα και ένα τεράστιο «θέλω». Ακόμα και ο έρωτας είναι ένα γιγάντιο εγωιστικό συναίσθημα που επιτάσσει στον εγκέφαλό μας την κατάκτηση του απέναντι, με κάθε κόστος, πολλές φορές ο εγωισμός- έρωτας μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στην τρέλα (ακόμα και στην αυτοκτονία) γιατί δεν μπορεί να δεχτεί μια ενδεχόμενη απόρριψη. Κοινώς το συναίσθημα αυτό προκαλεί μια μεγάλη ψυχική ανάταση στις αρχές και μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικό στο τέλος κι όλο αυτό γιατί; Γιατί δεν πήρα αυτό που ΘΕΛΩ από έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται, που ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ να μου το δώσει κι εκεί έχουμε ακόμα πιο αλλόκοτες συμπεριφορές.

Η αγάπη όμως; Η αγάπη είναι κάτι άλλο, είναι κάτι μαγικό και δυστυχώς σπάνιο. Το συναίσθημα αυτό μπορεί να νικήσει τα πάντα και ο τρόπος που το καταφέρνει είναι διότι δεν ζητά αντάλλαγμα. Όταν κάνεις κάτι ανιδιοτελώς γίνεσαι αυτομάτως ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις να δίνεις ακόμα κι αν υπάρχουν άνθρωποι που θα δώσουν βάση σε αυτά που δεν δίνεις, γιατί από κεκτημένη ταχύτητα ζητούν πράγματα που τα έχουν ήδη μπροστά τους άλλα η απληστία τους τυφλώνει. Όταν δίνεις δεν κάνεις τον άλλον σπουδαίο, αλλά τον εαυτό σου. Η αγάπη αγγίζει το θείο.

Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται δουλοπρεπές το παραπάνω και να αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος του να δώσω χωρίς να πάρω. Για όσους το υποστηρίζουν αυτό έχω να πω ότι προφανώς δεν έχουν αγαπηθεί οι ίδιοι ποτέ, οπότε είναι αδύνατον να κατανοήσουν το μέγεθος του συναισθήματος ή αγαπήθηκαν και δεν το κατάλαβαν, δείγμα της γενικής αδιαφορίας τους προς τον συνάνθρωπο.

Η αλήθεια είναι πως για να καταφέρεις να αγαπήσεις θα πρέπει πρώτα από όλα να έχεις κατανοήσει τον εαυτό σου, τις λειτουργίες σου και τις αντοχές σου. Όλα αυτά, μαζί με τις εμπειρίες της ζωής σε κάνουν να δεις τη ζωή με άλλο μάτι. Γιατί εκτός από την οπτική της απαξίωσης του συνανθρώπου υπάρχει και ο δρόμος της κατανόησης, που οδηγεί στη σωτηρία της ψυχής.

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ... Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.

Μιλώντας για την ντροπή χωρίς ντροπή

Ο κοινωνικός παράγοντας που πυροδοτεί το συναίσθημα της ντροπής είναι το «βλέμμα του άλλου».

Αν και το συναίσθημα της ντροπής τείνει να εμποδίζει τον λόγο και να οδηγεί το άτομο στο κρύψιμο του εαυτού, της ντροπιαστικής πράξης ή καθαυτής της ντροπής (Lewis, 1998; Tantam, 1998), στο παρόν κείμενο θα μιλήσουμε για μερικά κεντρικά σημεία που αφορούν το ιδιαίτερα επίπονο αυτό συναίσθημα. Όπως έχει οριστεί λοιπόν, η ντροπή είναι ένα επίπονο συναίσθημα το οποίο συχνά συνδέεται με την αντίληψη ότι κάποιος έχει ατομικά χαρακτηριστικά (π.χ. σχήμα σώματος), στοιχεία προσωπικότητας (π.χ. να είναι βαρετός) ή έχει εμπλακεί σε συμπεριφορές (π.χ. να έχει πει ψέματα), που οι άλλοι θα βρουν μη- ελκυστικές και που θα οδηγήσουν στην απόρριψή του ή σε κάποιου είδους υποβιβασμό του. Περιλαμβάνει ολόκληρο το άτομο, την ψυχή και το σώμα του και εμπεριέχει την ενημερότητα για τον «ελαττωματικό εαυτό» κάποιου (Tangney & Dearing, 2002).

Η ένταση της ντροπής ποικίλει μεταξύ των ανθρώπων, όμως η αρχική ντροπή αναμένεται να εκφραστεί οπωσδήποτε σε όλους. Εάν ένα άτομο δεν εκδηλώνει ούτε νιώθει ντροπή, ακόμη και στην παιδική του ηλικία, τότε θεωρείται ότι υπολείπεται κάποιας ικανότητας, όπως σα να μη διαθέτει κάποια γνωστική ικανότητα (Heller, 2003). Παρ’ όλα αυτά, απαιτούνται ειδικές συνθήκες για την ανάπτυξη μιας χρόνιας αίσθησης κατωτερότητας και μιας ειδικής ευαισθησίας στα συναισθήματα ντροπής και οι πραγματικές ανεπάρκειες δεν επαρκούν για να εξηγήσουν αυτά τα συναισθήματα (Shapiro, 2003).

Το συναίσθημα της ντροπής είναι πιθανότερο να οδηγήσει σε απομάκρυνση από τις ευθύνες και στη δημιουργία κάθε είδους δικαιολογιών προκειμένου να αποφευχθεί η ντροπή και η ταπείνωση (Gilbert, 2003). Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά μεταξύ ντροπής και ενοχής, καθώς στην ενοχή το άτομο τείνει να προσπαθεί να επανορθώσει και επιθυμεί να ομολογήσει και να απολογηθεί για τις πράξεις του (Tangney & Dearing, 2002). Τις τεχνικές αποφυγής της ντροπής μπορεί να τις συναντήσει κανείς και στην περίπτωση της «θετικής ντροπής». Το συναίσθημα της ντροπής είναι δυσάρεστο, ακόμη και αν κάποιον τον τιμούν, εάν στα πλαίσια αυτής της τιμής το άτομο δέχεται μια ποσότητα προσοχής που τον φέρνει σε αμηχανία (Heller, 2003).

Ο Lewis (2003) αναφέρει τέσσερα βασικά διακριτικά χαρακτηριστικά της φαινομενολογίας της ντροπής. Το πρώτο είναι η επιθυμία να κρυφτεί κανείς ή να εξαφανιστεί. Το δεύτερο είναι ο έντονος πόνος, η δυσφορία και ο θυμός. Το τρίτοχαρακτηριστικό της ντροπής είναι το συναίσθημα της αναξιότητας και της ανεπάρκειας. Τοτέταρτο στοιχείο της είναι η συγχώνευση του υποκειμένου με το αντικείμενο. Δηλαδή, στην ντροπή γινόμαστε τόσο το αντικείμενο όσο και το υποκείμενο αυτού του συναισθήματος. Η ντροπή διακόπτει κάθε δραστηριότητα, αφού ο εαυτός επικεντρώνεται ολοκληρωτικά στον ίδιο τον εαυτό, και το αποτέλεσμα είναι η ανικανότητα να σκεφτεί κανείς καθαρά, να μιλήσει, να δράσει. Αυτό το τέταρτο στοιχείο είναι ένας ακόμη παράγοντας που διαφοροποιεί την ντροπή από την ενοχή. Η ντροπή είναι το απόλυτο κλείσιμο του κύκλου εαυτός – αντικείμενο. Στην ενοχή, παρ’ όλο που υποκείμενο είναι ο εαυτός, το αντικείμενο είναι εξωτερικό από τον εαυτό (Lewis, 2003).

Η οικογένεια του ατόμου στο σύνολό της παίζει σημαντικό ρόλο στην ευαισθησία που εμφανίζει το άτομο στο συναίσθημα της ντροπής. Παραμένει ασαφές κατά πόσο είναι περισσότερο παθογόνος η απουσία σημάτων αξίας ή η παρουσία πιο ευθέων ντροπιαστικών και μειωτικών σημάτων (Gilbert και συν., 1996). Η αντίληψη ότι η ντροπή «δένει» με σκηνές που αφορούν ρόλους και συναισθηματικές μνήμες οι οποίες έχουν στον πυρήνα τους το αίσθημα ενός υποδεέστερου εαυτού μειωμένης αξίας, αποτελεί την κεντρική ιδέα πολλών θεωρητικών (Gilbert, 2003). Γενικά επισημαίνεται πως, τόσο οι αξιολογήσεις του εαυτού σε σχέση με τους άλλους, όσο και οι πεποιθήσεις για το πώς βλέπουν οι άλλοι τον εαυτό, σχετίζονται σημαντικά με τον τύπο των γονεϊκών σχέσεων που θυμούνται τα άτομα να έχουνε βιώσει (Benn και συν., 2005). Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να αναδυθεί το συναίσθημα της ντροπής, χρειάζεται να είναι παρόν αυτό (συνθήκη, άτομο, λόγια) που την πυροδοτεί. Ο κοινωνικός παράγοντας που πυροδοτεί το συναίσθημα της ντροπής είναι το «βλέμμα του άλλου» (Heller, 2003).

Η ντροπή συνιστά ένα πολύπλοκο συναίσθημα, η διαχείριση του οποίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από το θεραπευτή. Στην περίπτωση μιας ασθένειας, σπάνια το άτομο θα ομολογήσει ότι νιώθει ντροπή. Μπορεί, όμως, να μιλήσει για το ότι νιώθει «άνευ αξίας», «αόρατος», «αξιολύπητος», «γελοίος ή ανόητος». Είναι χρήσιμο, λοιπόν, να γίνει γνωστήη γλώσσα της ντροπής. Οι περισσότεροι ασθενείς μαζί με το αίσθημα της ντροπής μπορεί να εκφράζουν άρνηση, απόσυρση ή θυμό. Λόγω της ντροπής μπορεί να αποσύρονται, να καλύπτονται και να προσπαθούν να ξεφύγουν, κάτι που γενικά ορίζουμε ως «αντίσταση». Το χαμήλωμα του βλέμματος, τα νευρικά γέλια και άλλες παρόμοιες αντιδράσεις είναι δείγματα ντροπής (Tangney & Dearing, 2002).

Μερικοί τρόποι βοήθειας είναι η λεκτικοποίηση των γεγονότων που σχετίζονται με την ντροπή, η γνωστική επανεκτίμηση, η εκπαίδευση των ατόμων να διαχωρίζουν την ντροπή από την ενοχή. Η αποδοχή από την πλευρά του ειδικού ενισχύει την αυτοεικόνα του ατόμου που ντρέπεται (Tangney & Dearing, 2002). Βέβαια, διαφορετικοί άνθρωποι χρειάζονται διαφορετικά επίπεδα εγγύτητας ή απόστασης για να νιώσουν άνετα. Σε αυτό παίζει ρόλο και το πολιτισμικό περιβάλλον από το οποίο προέρχεται το άτομο.Έτσι, η εμφάνιση της ντροπής στη θεραπευτική συνεδρία μπορεί να σημαίνει ότι ο δεσμός είναι ή πολύ στενός ή πολύ απόμακρος (Retzinger, 1998).

Οι συνέπειες του συναισθήματος της ντροπής είναι σχεδόν πάντα επίμονες και καταστρεπτικές. Οι ασθενείς αντιδρούν στο ότι υποφέρουν από ντροπή και ταπείνωση απέναντι στους ειδικούς υγείας, υποκρύπτοντας πληροφορίες και παραποιώντας μηνύματα. Θα ήταν λοιπόν σκόπιμο να αναφέρουμε ότι, οι επαγγελματίες υγείας είναι ανάγκη να είναι ευαισθητοποιημένοι πάνω σε βασικά θέματα ψυχολογίας των ασθενών. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι πολύ πιο εύκολη η προσέγγιση των ασθενών αλλά και η συμμόρφωσή τους στο εκάστοτε θεραπευτικό σχήμα, καθώς ένα λεπτό ζήτημα, όπως το συναίσθημα της ντροπής, φαίνεται πως μπορεί να μπλοκάρει τη θεραπευτική πορεία, εάν δεν γίνει αντιληπτό και δεν αντιμετωπισθεί.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1941 ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (ΜΕΡΟΣ Β')

Η Μάχη των Οχυρών

Οι Γερμανικές επιχειρήσεις εναντίον της «Γραμμής Μεταξά», του πυλώνα της Ελληνικής άμυνας στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Η Γερμανική πολεμική τεχνολογία αποδεικνύεται ανεπαρκής στη μάχη εναντίον των Ελληνικών οχυρών. Οι ανδραγαθίες των Ελλήνων στρατιωτών, υπαξιωματικών και αξιωματικών στα οχυρά Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλουκίου, Παλιουριώνων, Ρούπελ, Λίσσε, Μαλιάγκας, Περιθωρίου, Πυραμιδοειδούς, Νυμφαίας και Εχίνου.

Εισαγωγή

Πριν από την εισβολή τους στην Ελλάδα, στις 6 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί είχαν παρακολουθήσει με έκπληξη αλλά και θαυμασμό τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου και συνειδητοποίησαν το μαχητικό πνεύμα του Ελληνικού στρατού. Παρά ταύτα, οι Γερμανοί ανέμεναν επιτιθέμενοι να κάνουν περίπατο στην Ελλάδα, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού μας πολεμούσε στην Αλβανία τους Ιταλούς.

Στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο είχαν παραμείνει τέσσερις μόλις Ελληνικές μεραρχίες που θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν δύο Γερμανικά σώματα στρατού! Ο πυλώνας της Ελληνικής άμυνας στο σημείο εκείνο ήταν η περίφημη «Γραμμή Μεταξά» που ξεκινούσε από το όρος Μπέλες (Ποποτλίβιτσα) και έφθανε μέχρι και τη Θράκη (Εχίνος, Νυμφαία). Την αμυντική αυτή γραμμή αποτελούσαν συνολικά 21 οχυρά, τα οποία πλαισίωναν και δευτερευούσης σημασίας αμυντικά έργα. 

Ο σχεδιασμός και η κατασκευή αυτών των έργων έδιναν σαφές αμυντικό πλεονέκτημα στους Έλληνες υπερασπιστές τους απέναντι σε κάθε αντίπαλο που θα εισέβαλε από τη Βουλγαρία, εφόσον ήταν πλήρως επανδρωμένα. Λόγω όμως των τεράστιων απαιτήσεων του Ελληνοϊταλικού πολέμου, πολλοί στρατιώτες και πολεμικό υλικό που βρίσκονταν στα οχυρά μεταφέρθηκαν στην Αλβανία, μέχρι και τον Μάρτιο του 1941. 

Έτσι, την παραμονή της γερμανικής εισβολής, τα περισσότερα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά» παρουσίαζαν σημαντικές ελλείψεις σε προσωπικό και οπλισμό. Επίσης, υπήρχε μεγάλη έλλειψη αντιαεροπορικών πυροβόλων, η οποία, σε συνδυασμό με την αδυναμία της Ελληνικής αλλά και της Βρετανικής αεροπορίας, που επιχειρούσε τότε στην Ελλάδα να καλύψει από αέρος τη «Γραμμή Μεταξά», καθιστούσε τα οχυρά ιδιαίτερα ευάλωτα στη Γερμανική αεροπορία. 

Όπως φάνηκε εξάλλου στη συνέχεια, ο λόγος που τα οχυρά άντεξαν τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς της Luftwaffe οφειλόταν στην εξαιρετική κατασκευή τους. Το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο είχε σχεδιάσει να καταλάβει τα οχυρά της «Γραμμής Μεταξάς» με κατά μέτωπο επίθεση πεζών δυνάμεων υπό την κάλυψη πυροβολικού, τεθωρακισμένων -σε μέρος της «Γραμμής Μεταξά»- και αεροπορίας. 

Η τακτική αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη, καθώς οι Γερμανοί στη διάρκεια των επιχειρήσεών τους εναντίον των Ελληνικών οχυρών υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στο τέλος, οι Γερμανοί μπόρεσαν να εισβάλουν με επιτυχία στην Ελλάδα χάρη στη 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία τους, που υπερφαλάγγισε τη «Γραμμή Μεταξά» μέσω της περιοχής των Σκοπίων. Στην περίπτωση όμως των Ελληνικών οχυρών στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο, οι Γερμανοί γρήγορα διαπίστωσαν ότι η πολεμική τεχνολογία τους αποδείχθηκε άχρηστη, αφού αυτά παρέμεναν σχεδόν αλώβητα μετά τους συνεχείς βομβαρδισμούς τους.


Επίσης, παρά τις προσπάθειες των μυστικών υπηρεσιών τους, δεν μπόρεσαν να πληροφορηθούν την ακριβή θέση και τον αριθμό των Ελληνικών οχυρών, καθώς και τις βασικές παραμέτρους και τα σχέδια της κατασκευή τους. Το αποτέλεσμα ήταν να υποτιμήσουν την αξία τους πριν από το ξεκίνημα των συγκρούσεων, κάτι που πλήρωσαν ακριβά με το αίμα εκατοντάδων στρατιωτών τους. 

Η απόκρουση των Γερμανών επιτιθεμένων στα περισσότερα οχυρά οφειλόταν κυρίως στον αγώνα που έδωσαν οι υπερασπιστές τους, οι οποίοι, εκτός από το προσωπικό τους θάρρος και την άρτια εκπαίδευσή τους, μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τα πλεονεκτήματα που τους έδινε η κατασκευή των οχυρών. Σε όλα τα οχυρά κατεγράφησαν ανδραγαθίες Ελλήνων αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών, μονίμων και εφέδρων. 

Όμως, τα περισσότερα παραδείγματα αφορούν σε οχυρά που δέχτηκαν κατά μέτωπο επίθεση από τα Γερμανικά στρατεύματα, δηλαδή τις φρουρές των Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλουκίου, Παλιουριώνων, Ρούπελ, Λίσσε, Μαλιάγκας, Περιθωρίου, Πυραμιδοειδούς, Νυμφαίας και Εχίνου. 

Οι μονάδες του Γερμανικού XVIII Ορεινού Σώματος που επιχείρησαν εναντίον των Ελληνικών θέσεων στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο ήταν η 72α Μεραρχία Πεζικού που επιτέθηκε στον υποτομέα του Κάτω Νευροκόπιου, το 125ο (ενισχυμένο) Σύνταγμα εναντίον του υποτομέα Σιδηροκάστρου, η 5η Ορεινή Μεραρχία στους υποτομείς Θύλακος-Ρουπέσκο και η 6η Ορεινή Μεραρχία στον υποτομέα Ροδόπολης. 

Παράλληλα με το XVIIΙ σώμα, το ΧΧΧ σώμα στρατού επιτέθηκε στη Δυτική Θράκη όπου υπήρχαν τα οχυρά του Νυμφαία και του Εχίνου. Όλες οι μονάδες αυτές υπάγονταν στη 12η Στρατιά υπό τον στρατάρχη Von List, ανώτατο Γερμανό διοικητή στη διάρκεια της εισβολής στα Βαλκάνια. 

ΥΠΟΤΟΜΕΑΣ ΡΟΔΟΠΟΛΗΣ Η Μάχη της Ομορφοπλαγιάς 6 Απριλίου 1941

Ο υποτομέας της Ροδόπολης δεν διέθετε οχυρά και έτσι ουσιαστικά δεν αποτελούσε τμήμα της «Γραμμής Μεταξά», αλλά υποτυπώδη οργάνωση εδάφους. Οι Ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν ελάχιστες και δεν αναμενόταν ότι θα μπορούσαν να κρατήσουν για πολύ τη Γερμανική επίθεση. Έτσι, τα δεδομένα αυτά οδήγησαν το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο να αναθέσει στην 6η Ορεινή Μεραρχία τις επιχειρήσεις στη Ροδόπολη.


Η μεραρχία αυτή ήταν μία νεοσύστατη μονάδα της οποίας ο επικεφαλής, υποστράτηγος Schörner, συγκαταλεγόταν στους πιο φανατικούς ναζί, στο επίλεκτο αυτό όπλο και διατηρούσε στενή σχέση με τον Χίτλερ. Το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, οι καταδρομείς της 6ης Ορεινής Μεραρχίας εισέβαλαν ταυτόχρονα από δύο διαφορετικά σημεία της οροσειράς του Μπέλες στη Ροδόπολη. 

Το πρώτο βρισκόταν κοντά στο λεγόμενο «τριεθνές», στην περιοχή όπου τα σύνορα της Ελλάδας συναντούσαν αυτά της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, ενώ το δεύτερο ήταν ανατολικότερα, κοντά στο χωριό Ανω Πορρόια. Οι βάσεις αντίστασης του Ελληνικού στρατού, στις οποίες επικεντρώθηκαν οι δύο αιχμές της Γερμανικής επίθεσης, αποτελούνταν από δυνάμεις δύο ταγμάτων πεζικού, του ΙΙ/70 και του ΙΙ/91. 

Οι Γερμανοί εξουδετέρωσαν μέσα σε λίγες ώρες το ΙΙ/70 Τάγμα, επιτυγχάνοντας μια σημαντική νίκη με λίγες σχετικά απώλειες. Όμως, το γεγονός ότι το 1/3 των ανδρών του ΙΙ/70 Τάγματος, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής του τάγματος, έχασε τη ζωή του ή τραυματίστηκε την πρώτη κιόλας ημέρα του πολέμου, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι έδωσαν σκληρό αγώνα μέχρι να επικρατήσει ο εισβολέας. 

Στο ανατολικό κέντρο αντίστασης του υποτομέα Ροδόπολης, το ΙΙ/91 Τάγμα παρέταξε μία πολύ αποτελεσματική άμυνα απέναντι στο 141ο Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομέων, δίνοντας για πάνω από έξι ώρες -μεταξύ 06:00-12:00- σκληρότατη μάχη τακτικής στο οροπέδιο Ομορφοπλαγιά του όρους Μπέλλες, τρία χιλιόμετρα από τα Άνω Πορρόια. Στη μάχη αυτή επικεφαλής του 141ου Συντάγματος ήταν ο ίδιος ο διοικητής της 6ης Ορεινής Μεραρχίας, στρατηγός Schörner. 

Μάλιστα, όταν σκοτώθηκε ο διοικητής του συντάγματος αντισυνταγματάρχης Ebeling, ο Schörner, ανέλαβε και «επιχειρησιακός» διοικητής του συντάγματος. Στην Ομορφοπλαγιά, οι Έλληνες στρατιώτες αντιστάθηκαν λυσσαλέα στη Γερμανική υπεροπλία, υποχρεώνοντας τον Schörner να διατάξει τις βαριές Γερμανικές πυροβολαρχίες που βρίσκονταν στο έδαφος της Βουλγαρίας, αλλά και τους πιλότους των βομβαρδιστικών αεροπλάνων κάθετης εφόρμησης «Στούκας» καθώς και τους χειριστές των βομβαρδιστικών αεροπλάνων, να επικεντρώσουν τη συντεταγμένη δράση τους πάνω στις θέσεις του συγκεκριμένου τάγματος. 

Πράγματι, οι Γερμανικοί βομβαρδισμοί μετέτρεψαν σε κόλαση φωτιάς ολόκληρη την περιοχή όπου βρισκόταν το ΙΙ/91 Τάγμα και αρκετοί από τους άνδρες του κάηκαν ζωντανοί. Παρά ταύτα, όσοι επιβίωσαν ξεκίνησαν λίγο πριν από το μεσημέρι ελιγμό υποχώρησης, πολεμώντας ταυτόχρονα τους Γερμανούς και κατάφεραν να συμπτυχθούν στην κυρίως Ελληνική γραμμή άμυνας στον ορεινό όγκο των Κρουσσίων, για να συνεχίσουν τον αγώνα όπως ακριβώς προβλεπόταν στο σχέδιο μάχης.


Προκειμένου να υποχωρήσουν οι άνδρες του ΙΙ/91 Τάγματος με ασφάλεια, τα πολυβολεία Π8-Π7, τα πιο σημαντικά «σημεία στήριξης» των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή της Ροδόπολης έπρεπε να καθυστερήσουν την προέλαση των Γερμανών καταδρομέων. Το Π7 κατελήφθη μέσα σε σύντομο σχετικά χρόνο από τους Γερμανούς, αλλά οι άνδρες του Π8 αντιστάθηκαν μόνοι για πάνω από τέσσερις ώρες. 

Επρόκειτο για το διοικητή του πολυβολείου, λοχία Δημήτριο Ίτσιο, και δύο μονάχα στρατιώτες, όλοι τους κάτοικοι του γειτονικού χωριού των Άνω Πορρόιων. Στο διάστημα αυτό, οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να προωθηθούν προς τα Άνω Πορρόια για να ανακόψουν την υποχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων προς τα Κρούσσια. Ο Ίτσιος, που ήταν και ο χειριστής του πολυβόλου του Π8, ξόδεψε και τις 33.000 σφαίρες που υπήρχαν στο πολυβολείο του προτού αυτός και οι άνδρες του παραδοθούν στους Γερμανούς. 

Στη μάχη της Ομορφοπλαγιάς το 141ο Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομέων είχε πάνω από 200 νεκρούς στρατιώτες και 10 αξιωματικούς. Μέχρι τότε, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καμία μονάδα ορεινών καταδρομέων του Γερμανικού στρατού δεν είχε υποστεί τόσο μεγάλες απώλειες μέσα σε μία μόλις ημέρα ως συνέπεια κάποιας μάχης. Θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι τόσες απώλειες δεν είχαν οι Γερμανοί σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας τους στη Γιουγκοσλαβία!

Είναι βέβαιο ότι η ηρωική αντίσταση του λοχία Ίτσιου και των ανδρών του στο Π8 προξένησε ένα μεγάλο ποσοστό των Γερμανικών απωλειών: ενώ το ΙΙ/91 Τάγμα πολεμούσε στην Ομορφοπλαγιά, η δράση του συγκεκριμένου πολυβολείου με τα επιτυχημένα πυρά του είχε προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς και παράλληλα κάλυπτε και τους άνδρες του ΙΙ/70 όσο αυτοί πολεμούσαν στο οροπέδιο έξω από τα πολυβολεία. 

Ο στρατηγός Schörner αντελήφθη τη δράση του Π8, διότι πέρα από τις μεγάλες απώλειες που προκάλεσε στους άνδρες του ανέτρεψε και το σχεδιασμό του από την πρώτη κιόλας ημέρα της επίθεσης. Όταν τελικά παραδόθηκαν οι άνδρες του Π8, ο Schörner πληροφορήθηκε ότι διοικητής του πολυβολείου ήταν ένας έφεδρος λοχίας. Φαίνεται ότι το γεγονός αυτό έθιξε τον εγωισμό του Γερμανού στρατηγού, ο οποίος διέταξε την εν ψυχρώ δολοφονία του Ίτσιου. 

Τη διαταγή ανέλαβε να εκτελέσει ένας διερμηνέας του Γερμανικού συντάγματος, ο οποίος, αφού συνεχάρη τον Ίτσιο, τον πυροβόλησε στο κεφάλι με το περίστροφό του. Το γεγονός ότι ο Schörner διέταξε να μην πειραχτούν οι δύο στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν μαζί με τον Ίτσιο δείχνει ότι δεν ενήργησε εν θερμώ, αλλά η οργή του είχε συγκεκριμένο στόχο, το διοικητή του Π8 που «τραυμάτισε» τη μονάδα και τον εγωισμό του.


Το πρώτο λοιπόν Γερμανικό έγκλημα πολέμου στην Ελλάδα συνέβη στη Ροδόπολη και αποτελούσε την προσωπική εκδίκηση ενός ναζιστή στρατηγού προς έναν Έλληνα έφεδρο λοχία, συμβολικό ίσως για το τι θα επακολουθούσε σε ολόκληρο τον Ελληνικό λαό.


 Ο Λοχίας Ίτσιος κείται νεκρός λίγα λεπτά μετά την άνανδρη 
δολοφονία του.
Οι δύο στρατιώτες του Π8 επιβίωσαν και μετά τον πόλεμο έκαναν γνωστό το έγκλημα των Γερμανών. Σήμερα, δύο φωτογραφίες, που βρέθηκαν έπειτα από σχεδόν 70 χρόνια, επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες των στρατιωτών του λοχία Ίτσιου που έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας του, δείχνοντας ότι πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι με περίστροφο ενώ είχε ήδη παραδοθεί. 

Μετά την κατάληψη των Άνω Πορρόιων, οι άνδρες της 6ης Ορεινής Μεραρχίας κινήθηκαν προς τα Κρούσσια. Οι Έλληνες υπερασπιστές βρέθηκαν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση λόγω των αδιάκοπων βομβαρδισμών της γερμανικής αεροπορίας και των ελλείψεων σε εφόδια και κυρίως πυρομαχικά. Παρά ταύτα, μέχρι και τις 8 Απριλίου συνέχιζαν να αντιστέκονται στην προέλαση της 6ης Ορεινής Μεραρχίας. 

Όμως, εκείνη την ημέρα η Γερμανική 2α Τεθωρακισμένη Μεραρχία πέρασε τα Ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα -έχοντας περάσει σχεδόν αμαχητί μέσα από τα Σκόπια- και ξεκίνησε να πλαγιοκοπεί τις θέσεις των Ελλήνων από τα ανατολικά. Απέκτησε επαφή με την 6η Ορεινή Μεραρχία και οι άνδρες των δύο μονάδων ξεκίνησαν από κοινού επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων. 

Η συντριπτική αριθμητική υπεροπλία των Γερμανών, τα εκατοντάδες άρματα μάχης και η καθολική υπεροχή της Γερμανικής αεροπορίας έκριναν τη μάχη. Η Ελληνική αντίσταση κάμφθηκε και το πρωί της 9ης Απριλίου 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη. Με τον τρόπο αυτό απέκοψαν όλες τις Ελληνικές δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης από την υπόλοιπη Ελλάδα και την Αλβανία όπου βρισκόταν τότε ο μεγάλος όγκος του στρατού μας. 

Την ίδια ημέρα, ο αντιστράτηγος Μπακόπουλος, διοικητής του ΤΣΑΜ (Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας) συνθηκολόγησε με τους Γερμανούς. Με βάση τους όρους της ανακωχής, οι φρουρές των οχυρών που αντιστέκονταν ακόμη θα έπρεπε να παραδοθούν στους Γερμανούς.


ΥΠΟΤΟΜΕΙΣ ΘΥΛΑΚΟΣ ΚΑΙ ΡΟΥΠΕΣΚΟ Ιστίμπεη-Κελκαγιά - Αρπαλούκι 6 - 8 Απριλίου 1941

Το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο έδωσε μεγάλη έμφαση στη γρήγορη διάσπαση της «Γραμμής Μεταξά» στο ανατολικό Μπέλες, μεταξύ του όρους Ρουπέσκο και του υψώματος Παλιουριώνες στους υποτομείς του Θύλακος και του Ρουπέσκο. Πεζοπόρα τμήματα θα έθεταν υπό τον έλεγχό τους το τοπικό οδικό δίκτυο και μέσω αυτού θα προωθούνταν και θα καταλάμβαναν δύο κομβικά σημεία στην περιοχή, το χωριό Νέο Πετρίτσι και τις γέφυρες του Στρυμόνα στα Λουτρά. 

Με τον τρόπο αυτό οι Γερμανοί θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν τα βαρέα πυροβόλα τους μέσα στο Ελληνικό έδαφος, καθώς και τα μηχανοκίνητα μέσα τους. Στη συνέχεια, θα προωθούνταν πέρα από την ανατολική όχθη του Στρυμόνα καταλαμβάνοντας τόσο το οδικό όσο και το σιδηροδρομικό δίκτυο της Ανατολικής Μακεδονίας. 

Η αποστολή αυτών των τμημάτων θα ολοκληρωνόταν με την κατάληψη της νότιας εξόδου της στενωπού του Ρούπελ και την εξουδετέρωση κάθε προσπάθειας ενίσχυσης των Ελληνικών δυνάμεων στον υποτομέα του Σιδηροκάστρου. Στον υποτομέα του θύλακος υπήρχαν τρία οχυρά: το Ιστίμπεη και το Κελκαγιά, πολύ κοντά στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο, και το Αρπαλούκι νοτιότερα. Στην περιοχή υπήρχε επίσης και ένας αριθμός εξωτερικών αμυντικών έργων (πυροβολεία, πολυβολεία κ.ά.). 

Το Ελληνικό Ι/91 Τάγμα αποτελούσε τη δύναμη προφυλακής που θα υπερασπιζόταν τα οχυρά αμυνόμενο από εξωτερικές θέσεις. Στις 05:20 της 6ης Απριλίου 1941 στον υποτομέα του θύλακος επιτέθηκε η Γερμανική 5η Ορεινή Μεραρχία με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ringel. Επρόκειτο για μία από τις έμπειρες και καλύτερες μονάδες των επίλεκτων Γερμανών ορεινών καταδρομέων. Η επιλογή τους δεν έγινε τυχαία αφού θα επιχειρούσαν στον πιο δύσκολο τομέα της «Γραμμής Μεταξά». 

Ο πρώτος στόχος της 5ης Ορεινής Μεραρχίας ήταν τα οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά. Και τα δύο χτυπήθηκαν με πυρά πυροβόλων ευθυτενούς τροχιάς, τα περίφημα αντιαεροπορικά 88άρια, καθώς οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν συνεχείς βολές κατευθείαν στα φατνώματα των πολυβολείων. Τους Γερμανούς διευκόλυνε ιδιαίτερα το γεγονός ότι σε μικρή απόσταση από την κορυφή του βουνού, όπου βρισκόταν το οχυρό Ιστίμπεη, από την πλευρά της Βουλγαρίας, υπήρχαν κορυφογραμμές με το ίδιο ή και ψηλότερο υψόμετρο, όπου είχαν στήσει το ορεινό πυροβολικό τους πριν ακόμη από την ημέρα της εισβολής. 

Έτσι, αμέσως σχεδόν με την έναρξη των επιχειρήσεών τους άρχισαν να βομβαρδίζουν αλύπητα το συγκεκριμένο οχυρό. Εκτός όμως από το Γερμανικό πυροβολικό, το Ιστίμπεη βομβαρδίστηκε ταυτόχρονα από αέρος με Στούκας. Στην αρχή των βομβαρδισμών, οι υπερασπιστές του Ιστίμπεη αιφνιδιάστηκαν και υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Όμως, γρήγορα εφάρμοσαν μία έξυπνη τακτική: μόλις ξεκινούσαν οι βομβαρδισμοί απομακρύνονταν από τα πολυβολεία του οχυρού και αποσύρονταν στα βαθύτερα σημεία του.


Αμέσως μόλις σταματούσαν οι βομβαρδισμοί, γνωρίζοντας ότι οι Γερμανοί ορεινοί καταδρομείς και σκαπανείς θα επιτίθεντο, επέστρεφαν στα πολυβολεία και άνοιγαν μαζικά πυρ εναντίον των πεζοπόρων δυνάμεων που πλησίαζαν στο Ιστίμπεη. Έτσι, λίγοι μόνο Γερμανοί κατόρθωσαν να φθάσουν μέχρι τα πολυβολεία του οχυρού ώστε να πετάξουν μέσα σε αυτά εκρηκτικά. Πριν αυτά εκραγούν, οι παράτολμοι υπερασπιστές τα πετούσαν πίσω στους Γερμανούς προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες. 

Όμως αυτή η τακτική απασχόλησε αρκετά τους υπερασπιστές του Ιστίμπεη, ώστε οι Γερμανοί να στείλουν καταδρομείς και σκαπανείς στην κορυφή του υψώματος όπου βρισκόταν το οχυρό. Αυτοί ξεκίνησαν αμέσως να εφαρμόζουν μία απλή αλλά αποτελεσματική τακτική κατά του Ιστίμπεη: «Έκτιζαν» τα φατνώματα των πολυβολείων ρίχνοντας μπάζα πάνω από τα πολυβολεία μέσα στα ατσάλινα δίχτυα της παραλλαγής τους. 

Έτσι, ουσιαστικά «έκλειναν» τα πολυβολεία αφού οι χειριστές των πολυβόλων δεν μπορούσαν να δουν έξω. Και στο Κελκαγιά, οι Γερμανοί κατάφεραν μέσα σε λίγη ώρα να γίνουν κύριοι της κορυφής του οχυρού βάζοντας σε θανάσιμο κίνδυνο τους υπερασπιστές της. Οι Γερμανοί που είχαν καταλάβει τις κορυφές των οχυρών δεν θα ήταν δυνατό να απομακρυνθούν παρά μόνο από επίθεση των υπερασπιστών τους. Αυτό συνέβη στο Ιστίμπεη και το Κελκαγιά με επιτυχία. 

Όμως, σύντομα οι Γερμανοί ανακατέλαβαν τις κορυφές των δύο οχυρών στη διάρκεια αντεπιθέσεων. Τότε οι διοικητές των οχυρών ζήτησαν από το Ελληνικό πυροβολικό στα μετόπισθεν να βομβαρδίσει τα ίδια τα οχυρά τους! Η ενέργεια αυτή έγινε με επιτυχία και απέτρεψε την κατάληψη των οχυρών στις 6 Απριλίου. Ειδικά, στο Ιστίμπεη τα Ελληνικά πυρά εξουδετέρωσαν το ένα τρίτο της δύναμης του 3ου Τάγματος του 85ου Συντάγματος που βρισκόταν τη στιγμή εκείνη στην κορυφή του οχυρού καθώς οι άνδρες αυτοί βρέθηκαν ακάλυπτοι στα Ελληνικά πυρά. 

Οι υπερασπιστές του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά, από τους διοικητές μέχρι και τον τελευταίο στρατιώτη, έδωσαν έναν υπεράνθρωπο και συγκλονιστικό αγώνα ξεπερνώντας κατά πολύ την «εκτέλεση του καθήκοντος». Όμως, η σκληρότητα των μαχών έδειξε και την αποφασιστικότητα και από την πλευρά των Γερμανών. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν η αυταπάρνηση και η γενναιότητα των καταδρομέων του 3ου Τάγματος, οι οποίοι δεν εγκατέλειψαν την κορυφή του Ιστίμπεη ακόμη και όταν τα βλήματα του Ελληνικού πυροβολικού έπεφταν πάνω τους σκορπώντας το θάνατο. 

Οι Γερμανοί καταδρομείς δεν υποχωρούσαν και κυριολεκτικά αγκιστρώθηκαν πάνω στην κορυφή του οχυρού. Κάποια στιγμή, αργά το απόγευμα της 6ης Απριλίου, το Ελληνικό πυροβολικό εξάντλησε όλα τα βλήματα που διέθετε. Τότε η φρουρά «εφ' όπλου λόγχη» του Ιστίμπεη επιτέθηκε στους Γερμανούς δίνοντας μαζί τους μάχη σώμα με σώμα. Και πάλι όμως οι Έλληνες εξάντλησαν τα πυρομαχικά τους και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο οχυρό.


Έτσι τη νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου το Γερμανικό 3ο Τάγμα ενισχύθηκε με νέες δυνάμεις και συνέχισε το καταστροφικό του έργο στο Ιστίμπεη, δηλαδή το «κτίσιμο» των θυρίδων των Ελληνικών πολυβολείων. Ο Ringel γνώριζε καλά ότι η 7η Απριλίου θα ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη τόσο για το Κελκαγιά όσο και για το Ιστίμπεη. Οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. 

Από την πλευρά τους, οι υπερασπιστές του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά αγρυπνούσαν και αυτοί. Ο Γεώργιος Αποστολόπουλος, ένας από τους αξιωματικούς στο Ιστίμπεη, κατέγραψε στο ημερολόγιό του τα εξής: 
 
«Τα πολυβόλα μας έχουν τοποθετηθεί σε νέες ασφαλέστερες θέσεις εντός των στοών. Οι αξιωματικοί γυρίζουν συνεχώς από θέσεως εις θέσιν ενθαρρύνοντες διά της παρουσίας των τους μαχητάς. Συχνά επισκεπτώμεθα και τους τραυματίας μας. Κανείς δεν μπορεί να μείνη ασυγκίνητος στο περιβάλλον του Αναρρωτηρίου». 

Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι διακρίνονταν ξαφνικά δέσμες φωτός από μικρούς φακούς. Στις ελάχιστες θυρίδες που οι Γερμανοί δεν είχαν μπλοκάρει, οι χειριστές των πολυβόλων ανέμεναν ξάγρυπνοι με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Σχεδόν όλοι τους ήταν τραυματισμένοι. Όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες, στριμωγμένοι στα βαθύτερα σημεία των οχυρών, άυπνοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, κρατούσαν τα όπλα τους και περίμεναν. 

Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, το οξυγόνο ελάχιστο και οι υπερασπιστές των οχυρών δυσκολεύονταν ακόμη και να αναπνεύσουν. Το ξημέρωμα της 7ης Απριλίου, ο αγώνας ζωής και θανάτου ξεκίνησε και πάλι για τους υπερασπιστές του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά. Λόγω της προώθησης της 6ης Ορεινής Μεραρχίας στη Ροδόπολη, αποφασίστηκε από το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο η αποχώρηση της XVIII Μεραρχίας από τους υποτομείς Θύλακος και Ρουπέσκο. 

Οι δυνάμεις της Ελληνικής μεραρχίας καθώς υποχωρούσαν κατέστρεφαν δρόμους και γέφυρες ώστε να εμποδίσουν την προέλαση των Γερμανικών δυνάμεων. Διάβηκαν τον Στρυμόνα και προωθήθηκαν νοτίως του ποταμού. Οι φρουρές των οχυρών είχαν εξαιρεθεί από την τακτική αυτή υποχώρηση, κάτι που σήμαινε ότι θα έπρεπε να συνεχίσουν τον αγώνα αποκομμένοι, δίχως καμία εξωτερική βοήθεια. 

Οι φρουρές τους δεν ενημερώθηκαν γι’ αυτή τη δυσάρεστη εξέλιξη. Επιπλέον, όλα τα πυροβόλα στα μετόπισθεν είχαν εξαντλήσει τα αποθέματα των πυρομαχικών τους. Δίχως καμία εξωτερική βοήθεια, το τέλος των οχυρών του υποτομέα Θύλακος ήταν προδιαγεγραμμένο. Στις 06:00 της 7ης Απριλίου 1941, με το πρώτο φως της μέρας, οι Γερμανοί καταδρομείς «έκτισαν» και τις τελευταίες θυρίδες στο Ιστίμπεη.


Στο Κελκαγιά τα πολυβολεία είχαν εξουδετερωθεί όλα από την προηγούμενη ημέρα. Τώρα οι καταδρομείς αναζητούσαν τις εισόδους των οχυρών προκειμένου να τις ανατινάξουν και να εισέλθουν σε αυτά, κάτι που μοιραία θα οδηγούσε στην παράδοση ή στην εξουδετέρωση των φρουρών. Σε μία κίνηση ηρωισμού, μερικοί υπερασπιστές του Κελκαγιά και του Ιστίμπεη μετέφεραν τα τελευταία πολυβόλα τους σε σημεία των οχυρών που είχαν καταστραφεί από τις εκρήξεις των Γερμανικών βλημάτων. 

Μέσα σε αυτά τα χαλάσματα είχαν διανοιχτεί ρήγματα και στα σημεία αυτά αποφάσισαν αυτοί οι ηρωικοί υπερασπιστές να συνεχίσουν τον αγώνα. Έκπληκτοι οι Γερμανοί καταδρομείς άρχισαν να δέχονται πυρά, όχι πια από τα «κτισμένα» πολυβολεία, αλλά μέσα από τα χαλάσματα των οχυρών. Στο Κελκαγιά είχαν απομείνει δύο μόνο μέλη πληρώματος του τελευταίου Ελληνικού πολυβόλου που αγωνίζονταν μέσα στα ερείπια και τελικά απανθρακώθηκαν όταν τους επιτέθηκε μία ομάδα Γερμανών σκαπανέων εφόδου με φλογοβόλα. 

Στο χώρο εκείνο, νωρίς το πρωί, οι καταδρομείς εντόπισαν την κύρια είσοδο του οχυρού. Την ανατίναξαν και άρχισαν να πετάνε μέσα στη στοά του οχυρού μεγάλο αριθμό «κεριών καπνού» (καπνογόνα). Στη συνέχεια, εφόρμησαν μέσα στη στοά του οχυρού από την κατεστραμμένη είσοδο οι σκαπανείς εφόδου φορώντας αντιασφυξιογόνες προσωπίδες. 

Οι Έλληνες υπερασπιστές φόρεσαν και αυτοί τις αντιασφυξιογόνες προσωπίδες τους και ακολούθησε μάχη στη διάρκεια της οποίας οι Γερμανοί απωθήθηκαν. Όμως και μετά την υποχώρησή τους, οι Γερμανοί συνέχιζαν να πετάνε μέσα στο οχυρό καπνογόνα. Ήταν τόσο πυκνός ο καπνός που είχε πλέον συγκεντρωθεί μέσα στις στοές ώστε λίγα λεπτά αργότερα οι υπερασπιστές έχαναν τις αισθήσεις τους ο ένας μετά τον άλλο, καθώς άρχισε να τελειώνει το οξυγόνο στις προσωπίδες τους. 

Ο διοικητής του Κελκαγιά, λοχαγός Ζακυνθινός, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε σωτηρία πια για το οχυρό του και έτσι, με τη σύμφωνη γνώμη και των άλλων αξιωματικών, αποφάσισε να παραδώσει το οχυρό. Προτού το κάνει, κατέστρεψε το τηλεφωνικό κέντρο και έκαψε τα απόρρητα έγγραφα για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Καθώς οι υπερασπιστές πνίγονταν από τον καπνό, έπαψε η αντίσταση εναντίον των Γερμανών. 

Οι εισβολείς μαζεύτηκαν γύρω από το οχυρό, κυρίως στην είσοδό του, περιμένοντας τη φρουρά του να παραδοθεί. Ένας Γερμανός λοχαγός με πιστόλι στο χέρι μπήκε μέσα στην είσοδο του οχυρού και βεβαιώθηκε ότι η φρουρά όντως επρόκειτο να παραδοθεί. Ο λοχαγός συνεχάρη τη φρουρά για την ηρωική άμυνα που παρέταξε και κατόπιν ζήτησε να δει τους Άγγλους μαχητές που βρίσκονταν στο οχυρό.


Αφού πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε ούτε ένας Άγγλος εκεί, εξέφρασε τον ειλικρινή θαυμασμό του στους Έλληνες. Λίγα λεπτά αργότερα, από την κύρια είσοδο άρχισαν να βγαίνουν οι υπερασπιστές πετώντας τις προσωπίδες από τις οποίες δεν μπορούσαν πια να αναπνεύσουν αφού είχε τελειώσει το οξυγόνο τους. 

Το οχυρό Κελκαγιά ήταν το πρώτο στη «Γραμμή Μεταξά» που κατελήφθη στις 07:45 της 7ης Απριλίου 1941. Συνολικά παραδόθηκαν στους Γερμανούς τέσσερις Έλληνες αξιωματικοί και 150 στρατιώτες. Ο Ringel με έκπληξη αντίκρισε τη μικρή αυτή δύναμη που επάνδρωνε το οχυρό Κελκαγιά. Οι Γερμανικές πηγές αναφέρουν ότι μέσα στο οχυρό οι Γερμανοί βρήκαν 20 νεκρούς στρατιώτες, αριθμός που συμφωνεί με τις Ελληνικές πηγές. 

Στις 06:00 της ίδιας ημέρας, οι καταδρομείς του 2ου Τάγματος του 85ου Συντάγματος άρχισαν και πάλι τις επιθέσεις εναντίον του Ιστίμπεη, με στόχο να «κτίσουν» και τις τελευταίες θυρίδες. Εκείνη την ώρα, περίπου, ο διοικητής του οχυρού ταγματάρχης Πικουλάκης πληροφορήθηκε από τον Ζακυνθινό ότι η φρουρά του Κελκαγιά δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αγώνα και ότι θα παραδινόταν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα, όταν διακόπηκε η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο οχυρών, σημάδι ότι είχε επέλθει το τέλος του Κελκαγιά. 

'Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο τον Ringel, η είδηση της πτώσης του Κελκαγιά όχι μόνο δεν πτόησε, αλλά αντίθετα, ενδυνάμωσε την αποφασιστικότητα των υπερασπιστών του Ιστίμπεη να συνεχίσουν το δικό τους αγώνα. Αυτό φάνηκε αμέσως μετά την πτώση του Κελκαγιά, όταν δυνάμεις του Γερμανικού 100ού Συντάγματος που είχαν πάρει μέρος στην κατάληψη του Κελκαγιά άρχισαν να προωθούνται στα βορειοανατολικά του Ιστίμπεη προκειμένου να συνδράμουν το 85ο Σύνταγμα στην κατάληψη του οχυρού. 

Τότε μέσα από τα ερείπια του κατεστραμμένου βορειοανατολικού τομέα του Ιστίμπεη ξεπρόβαλαν δύο πολυβόλα που άρχισαν να βάλλουν εναντίον τους. Οι συγκεκριμένοι Έλληνες πολυβολητές κατάφεραν με τις βολές τους να εμποδίσουν για αρκετή ώρα το 100ό Σύνταγμα να συνενωθεί με το 2ο Τάγμα του 85ου Συντάγματος. Η αντίστασή τους έληξε μόνο όταν ολόκληρος ο 7ος Λόχος επιτέθηκε εναντίον τους και τους εξουδετέρωσε με τη ρίψη πολλών χειροβομβίδων. 

Οι μόνες εστίες αντίστασης που είχαν απομείνει πια στο Ιστίμπεη ήταν μικρές ομάδες στρατιωτών που είχαν συνολικά δύο ή τρία πολυβόλα και τον ατομικό οπλισμό τους. Αυτές οι ομάδες χτυπούσαν άτακτα τους Γερμανούς μέσα από τα χαλάσματα του οχυρού. Πριν ακόμη οι εισβολείς απαντήσουν, έφευγαν από εκείνο το σημείο και εμφανίζονταν σε άλλα σημεία των χαλασμάτων απ’ όπου και πάλι έβαλλαν κατά των Γερμανών. Ήταν μια άμυνα απελπισμένη και συνάμα τραγικά ηρωική που κέρδισε το θαυμασμό του Ringel.


Όλοι οι υπόλοιποι επιζώντες της φρουράς του Ιστίμπεη είχαν αποσυρθεί στα έγκατα των στοών του οχυρού. Στις διάφορες γωνίες των στοών είχαν στήσει τα τελευταία πολυβόλα τους. Πολλοί από αυτούς ήταν τραυματίες. Δεν υπήρχε καμία πιθανότητα σωτηρίας, καθώς και η υποστήριξη από το Ελληνικό πυροβολικό είχε πάψει από το προηγούμενο απόγευμα. Γερμανοί σκαπανείς εφόδου κατάφεραν να ανατινάξουν το αντιαεροπορικό πυροβολείο που βρισκόταν στην κορυφή του οχυρού. 

Το αντιαεροπορικό είχε ήδη καταστραφεί το προηγούμενο πρωί, αλλά η νέα έκρηξη διέλυσε το μεταλλικό προστατευτικό θόλο, αποκαλύπτοντας κάτω από αυτό τον αεραγωγό που οδηγούσε στο κέντρο του οχυρού. Οι Γερμανοί πίστευαν ότι αυτός ήταν και ο κεντρικός αεραγωγός ολόκληρου του οχυρού και ότι ακριβώς από κάτω βρισκόταν το διοικητήριο. 

Μέσα από το μεγάλο άνοιγμα του πυροβολείου σκαπανείς εφόδου άδειασαν 200 λίτρα βενζίνης που είχαν μεταφέρει στην κορυφή του Ιστίμπεη τις πρώτες πρωινές ώρες και ακολούθως πέταξαν στον αεραγωγό χειροβομβίδες και εκρηκτικά προκαλώντας μία εκκωφαντική έκρηξη. Αμέσως ξεπήδησαν τεράστιες φλόγες και καπνός μέσα από το οχυρό. Η ενέργεια αυτή όμως απέτυχε να κάψει τους υπερασπιστές, όπως ήλπιζαν οι Γερμανοί, αφού η βενζίνη δεν ήταν αρκετή για να πλημμυρίσει τις στοές. 

Όμως, η ατμόσφαιρα μέσα στις στοές του οχυρού έγινε αποπνικτική, εξαιτίας των έντονων αναθυμιάσεων. Στις 09:00 ξεκίνησε μία σημαντική επιχείρηση σκαπανέων εφόδου στο βόρειο τομέα του οχυρού. Οι άνδρες της ομάδας αυτής εντόπισαν μία από τις βοηθητικές εισόδους του Ιστίμπεη, δίπλα σ’ ένα καταστραμμένο πολυβολείο. Αμέσως ανατίναξαν τη μεταλλική της πόρτα και άρχισαν να πετάνε καπνογόνα, όπως έγινε και στο Κελκαγιά. Στη συνέχεια, αφού φόρεσαν αντιασφυξιογόνες μάσκες, εισήλθαν στην στοά του οχυρού από την ανατιναγμένη είσοδο. 

Καθώς οι Γερμανοί σκαπανείς εφόδου βάδιζαν μέσα στη σκοτεινή στοά έπεσαν πάνω στα πολυβόλα που είχαν τοποθετηθεί σε διάφορες γωνίες των στοών. Οι Έλληνες πολυβολητές είχαν προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους εναντίον εχθρικής διείσδυσης μέσα στο οχυρό και έτσι δεν αιφνιδιάστηκαν από τους Γερμανούς. Επακολούθησε σκληρή μάχη μέσα στις στοές του Ιστίμπεη, στη διάρκεια της οποίας οι Γερμανοί σκαπανείς εφόδου υπέστησαν μεγάλες απώλειες. 

Μόνο οκτώ από αυτούς επιβίωσαν και κατάφεραν να βγουν μέσα από τα χαλάσματα του Ιστίμπεη παίρνοντας μαζί τους και μερικούς αιχμαλώτους. Αυτοί ήταν και οι πρώτοι από τη φρουρά του οχυρού που έπεσαν στα χέρια των Γερμανών και έτσι η ανάκρισή τους παρουσίασε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Ringel. Τότε ο Γερμανός στρατηγός πληροφορήθηκε ότι ο διοικητής του Ιστίμπεη ήταν ένας ταγματάρχης ο οποίος έχαιρε της γενικής εκτίμησης και του σεβασμού όλων των ανδρών του.


Αυτό που τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν το γεγονός ότι οι μικρές ομάδες που ακόμη αγωνίζονταν μέσα στα χαλάσματα του Ιστίμπεη είχαν χάσει κάθε επικοινωνία με την κεντρική διοίκηση του οχυρού. Δρούσαν εντελώς αυτόνομα και θα παραδίδονταν μόνο εάν τους διέταζε ο ίδιος ο ταγματάρχης τους. Ο συνεχιζόμενος αγώνας των υπερασπιστών υπό αυτές τις συνθήκες κέρδισε τον ειλικρινή θαυμασμό του Ringel, όπως αποτυπώθηκε στα απομνημονεύματά του: 

«Η μάχη συνεχίζεται με σκληρές συγκρούσεις μικρών ομάδων διακατεχόμενες και από τις δύο πλευρές από αληθινό στρατιωτικό πνεύμα. Δεν είναι το μίσος τού ενός για τον άλλο που τους παρακινεί σε αυτήν την άνευ προηγουμένου σε αυτόν τον πόλεμο μάχη, αλλά το θάρρος και η ψυχραιμία ανδρών, που το πεπρωμένο τούς έφερε ως εδώ, για να το εκπληρώσουν. Και δεν υπάρχει κανένας ανάμεσά τους που δεν θα έδινε το χέρι του στον αντίπαλο, μόλις σωπάσουν τα όπλα, καθώς διακατέχονται από το αίσθημα της τιμής». 

Γύρω στις 11:00 το Ιστίμπεη είχε αρχίσει να κατακλύζεται από καπνό από τα καπνογόνα που πετούσαν οι Γερμανοί από διάφορα σημεία και κυρίως από την ανατιναγμένη είσοδο. Επιπλέον, η βενζίνη που συνέχιζε να καίει για πάνω από δύο ώρες στον κεντρικό αεραγωγό του οχυρού είχε δηλητηριάσει το λιγοστό οξυγόνο. Ο διοικητής Πικουλάκης κάλεσε τους αξιωματικούς του οχυρού σε σύσκεψη στην οποία αποφασίστηκε η παράδοση του Ιστίμπεη. 

Λίγο μετά τις 11:00 ο Πικουλάκης μαζί με έναν άλλο -Γερμανομαθή αξιωματικό εμφανίστηκε στην κεντρική είσοδο του οχυρού κρατώντας ένα άσπρο πανί. Ο ίδιος ο Ringel τούς πλησίασε και τους έθεσε τούς όρους παράδοσης. Ο Πικουλάκης επέστρεψε στο οχυρό και ενημέρωσε με αγγελιαφόρους τους στρατιώτες που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του οχυρού για την εξέλιξη αυτή.

Υπήρξαν αρκετοί που αρνήθηκαν να παραδοθούν και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να μεταπειστούν. Μόλις στις 16:00 εξήλθε από το οχυρό και ο τελευταίος Έλληνας υπερασπιστής του και μόνο τότε οι Γερμανοί εισήλθαν σε αυτό. Επρόκειτο για το δεκανέα Γεώργιο Αγιαννιτόπουλο, ο οποίος αναφέρει στα πολεμικά απομνημονεύματά του: 

«Βγήκα τελευταίος (από το Ιστίμπεη) βλέποντας τους στρατιώτες έτοιμους σε φάλαγγα και τον Ταγματάρχη στην είσοδο του οχυρού μας σε παράταξη με τους Γερμανούς αξιωματικούς [….]. Ράγισε η καρδιά μου, πήγε να σπάσει, γιατί τα πολυβόλα του οχυρού Μπουμπουτλίβιτσα (Ποποτλίβιτσα) έβαζαν. 


Αυτοί δεν είχαν παραδοθεί ακόμα. Εβαζαν για αντιπερισπασμό. Δάκρυσα εγώ ο σκληρός που είχα σκοτώσει τόσους Γερμανούς! Γιατί, μα γιατί να παραδοθούμε; Επρεπε να πέσουμε ως τον τελευταίο. Σκούπισα τα μάτια μου κρυφά και κοίταξα τον Λοχία που έκανε και αυτός το ίδιο. Ολα είχαν χαθεί… Τώρα πήραμε το μεγάλο δρόμο της αιχμαλωσίας. 
 
Ποίοι; Εμείς οι νικητές, οι ήρωες του Ιστίμπεη. Είχαμε ακόμη δύο ώρες ημέρα. Ξεκινήσαμε σε φάλαγγα για τα Βουλγαρικά σύνορα. Περνώντας από το πεδίο βολής του Β17, του τομέα που εγώ πολεμούσα, ήταν ακόμη σκοτωμένοι Γερμανοί διάσπαρτοι παντού. Σκεφτόμουνα ότι όλοι αυτοί είχαν περάσει από τα χέρια μου. Λυπήθηκα. Τι κάνει ο πόλεμος!». 

Σύμφωνα με Γερμανικές πηγές, από τους υπερασπιστές του Ιστίμπεη, συνολικά οκτώ αξιωματικοί και 450 Έλληνες στρατιώτες παραδόθηκαν, ενώ 45 ήταν συνολικά οι πεσόντες. Ανάμεσα στους 458 αιχμαλώτους οι 100 ήσαν τραυματίες. Ο Ringel σημειώνει ότι οι καταδρομείς του απέδωσαν τιμές στους υπερασπιστές του Ιστίμπεη καθώς εκείνοι αποχωρούσαν από το οχυρό, χαιρετώντας τους διά χειραψίας, κάτι που επιβεβαιώνεται από τους Έλληνες. 

Οι Έλληνες αιχμάλωτοι από το Ιστίμπεη και το Κελκαγιά μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στη Βουλγαρία. Η συμπεριφορά των Γερμανών απέναντι στους Έλληνες αιχμαλώτους ήταν σε γενικές γραμμές καλή, όσο αυτοί βρίσκονταν σε Ελληνικό έδαφος. Όμως, στο Πετρίτσι στη Βουλγαρία εγκλείστηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων υπό άθλιες συνθήκες, όπου παρέμειναν για έναν περίπου μήνα μέχρις ότου, έπειτα από διαταγή του Χίτλερ, αφέθησαν ελεύθεροι. 

Η κατάληψη του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά άνοιξε ένα μεγάλο ρήγμα στην Ελληνική αμυντική γραμμή στον υποτομέα του Θύλακος, το οποίο ο Ringel έσπευσε αμέσως να εκμεταλλευτεί με αιχμή του δόρατος το 2ο Τάγμα του 85ου Συντάγματος. Άμεσος στόχος του ήταν ο έλεγχος του αμαξιτού δρόμου που οδηγούσε από το Ιστίμπεη στο Νέο Πετρίτσι, μέσω του οποίου οι Γερμανοί σχεδίαζαν να μεταφέρουν τα μηχανοκίνητα τμήματα της μεραρχίας, καθώς και τα βαρέα πυροβόλα της. 

Πράγματι, το απόγευμα, η 5η Μεραρχία κατέλαβε ένα βασικό στόχο της, το Νέο Πετρίτσι. Μέχρι τις 21:15 είχαν εισέλθει στο χωριό όλες οι δυνάμεις του 2ου Τάγματος. Οι Γερμανοί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους το σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής και διανυκτέρευσαν στο χωριό. Το 2ο Τάγμα που τόσο δεινοπάθησε εναντίον του Ιστίμπεη κρατήθηκε στην εφεδρεία και παρέμενε στο οχυρό, όπου και διανυκτέρευσε.


Το συγκεκριμένο τάγμα δεν πήρε μέρος στις επιχειρήσεις των επόμενων δύο ημερών μέχρι και τη λήξη των συγκρούσεων στα οχυρά. Το 100ό Σύνταγμα μετά την κατάληψη του Κελκαγιά και παρά τη συνεχιζόμενη αντίσταση του Ιστίμπεη ανέλαβε να καταλάβει το Αρπαλούκι, το οποίο από τα τρία οχυρά του Θύλακος είχε τη μεγαλύτερη απόσταση από την Ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Βρισκόταν στα μετόπισθεν του Ιστίμπεη και του Κελκαγιά και αποστολή του ήταν να καλύπτει με τα πυρά των πυροβόλων του τα άλλα δύο οχυρά. 

Λόγω της θέσης του οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να το προσβάλουν πριν από την 7η Απριλίου παρά μόνο από αέρος με Στούκας. Πριν όμως οι Γερμανικές δυνάμεις ορεινών καταδρομέων και σκαπανέων εφόδου επιτεθούν στο Αρπαλούκι, κατέλαβαν ύστερα από μάχη το έργο «Δίδυμοι», που αποτελούσε το βασικό εξωτερικό οχυρωματικό έργο στην άμυνα του Αρπαλουκίου.

Η κατάληψη των «Διδύμων» έδωσε στους Γερμανούς τη δυνατότητα να πλήξουν με πυρά πυροβολικού το Αρπαλούκι από κοντινή απόσταση. Οι Γερμανικοί βομβαρδισμοί ήταν τόσο σφοδροί που μέσα σε λίγη ώρα κατέστρεψαν όλα τα εξωτερικά έργα του Αρπαλουκίου. Οι απώλειες της Ελληνικής φρουράς ήταν βαρύτατες. Έτσι το απόγευμα της 7ης Απριλίου το οχυρό δεν διέθετε καμία εξωτερική προστασία και ο διοικητής του, ταγματάρχης Καραθάνος, αντελήφθη ότι ήταν ζήτημα χρόνου να καταληφθεί και το δικό του οχυρό με τον ίδιο τρόπο όπως και το Κελκαγιά και το Ιστίμπεη. 

Υπολόγιζε ότι μέχρι και το επόμενο απόγευμα, οι Γερμανοί θα βρίσκονταν πάνω στην κορυφή του οχυρού του αφού πρώτα θα είχαν εξουδετερώσει τα πολυβολεία του. Επιπλέον, με την παύση των πυρών του Έλληνικού πυροβολικού από τα μετόπισθεν έσβηνε και η παραμικρή ελπίδα σωτηρίας για το Αρπαλούκι. Έτσι, αποφάσισε την έξοδο της φρουράς του Αρπαλουκίου πριν από την έλευση των Γερμανών.

Στις 03:30 της 8ης Απριλίου 1941, περισσότεροι από 200 άνδρες της φρουράς του Αρπαλουκίου εκκένωσαν το οχυρό δίχως να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, οι οποίοι ακόμη δεν είχαν φθάσει κοντά σε αυτό. Η φρουρά κατευθύνθηκε προς τον Στρυμόνα με στόχο να περάσει από τις γέφυρες απέναντι στα Λουτρά. Στις 07:00 οι άνδρες του 3ου Τάγματος του 100ού Συντάγματος ξεκίνησαν μία μεγάλη κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Αρπαλουκίου. 

Προς μεγάλη έκπληξή τους δεν δέχτηκαν πυρά από το οχυρό και έτσι έφτασαν προσεκτικά στην κεντρική είσοδό του, όπου ανακάλυψαν ότι το οχυρό είχε εκκενωθεί από τη φρουρά του. Σύμφωνα με το ημερολόγιο της Γερμανικής μονάδας, στο Αρπαλούκι οι εισβολείς βρήκαν τα πτώματα 50 Ελλήνων στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί εκεί την προηγούμενη μέρα. Ενώ το Γερμανικό 3o Τάγμα έθετε υπό τον έλεγχό του το Αρπαλούκι, η φρουρά του Αρπαλουκίου βρισκόταν στον Στρυμόνα και προσπαθούσε να διαβεί το ποτάμι από τις γέφυρες στα Λουτρά.


Καθώς, όμως, τις βρήκε κατεστραμμένες εγκλωβίστηκε στη δυτική όχθη του Στρυμόνα με τους Γερμανούς στα νώτα της. Για κακή τύχη των Ελλήνων, στην περιοχή έτυχε να βρίσκονται Γερμανοί καταδρομείς του 7ου και του 8ου Λόχου του 85ου Συντάγματος που είχαν σταλεί εκεί το προηγούμενο απόγευμα για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο των γεφυρών. Στις 15:00 άρχισε σφοδρή μάχη μεταξύ της φρουράς του Αρπαλουκίου και αυτών των δυνάμεων. 

Ο 13ος Λόχος του 100ού Γερμανικού Συντάγματος, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή, ακούγοντας τους πυροβολισμούς έφθασε και αυτός στα Λουτρά και πήρε μέρος στη μάχη. Για δύο ώρες οι άνδρες της φρουράς Αρπαλουκίου αντιστάθηκαν στις συνδυασμένες Γερμανικές δυνάμεις οι οποίες τους είχαν περικυκλώσει στην όχθη του Στρυμόνα. Όταν τελείωσαν τα πυρομαχικά των Ελλήνων, αυτοί επιτέθηκαν στους Γερμανούς με τις ξιφολόγχες τους. 

Όμως, περικυκλώθηκαν και στο τέλος αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Συνολικά οι Γερμανοί συνέλαβαν στην όχθη του Στρυμόνα 200 Έλληνες στρατιώτες και δύο αξιωματικούς. Οι Έλληνες είχαν τουλάχιστον επτά νεκρούς σε αυτή τη μάχη και οι Γερμανοί πολύ περισσότερους.

Ποποτλίβιτσα - Ρουπέσκο 6 - 10 Απριλίου 1941

Η διάσπαση της Ελληνικής άμυνας στον υποτομέα του Ρουπέσκο είχε δευτερεύουσα σημασία για τους Γερμανούς σε σχέση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις στους υποτομείς Ροδόπολης και Θύλακος. 

Ωστόσο, δεν σκόπευαν να παρακάμψουν κανένα τμήμα της Ελληνικής άμυνας ώστε να μην αφήσουν τα νώτα τους ακάλυπτα στην προέλασή τους. Η εκτίμηση του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου ήταν ότι θα αρκούσαν οι βομβαρδισμοί των Στούκας και του πυροβολικού τους για να καταστραφούν τόσο το οχυρό της Ποποτλίβιτσας -που αποτελούσε το βασικό αμυντικό σημείο των Ελλήνων στην περιοχή-, όσο και τα πολυβολεία στο όρος Ρουπέσκο τα οποία είχε επανδρώσει ένας λόχος. 

Για το λόγο αυτό οι Γερμανοί ήταν σίγουροι ότι θα επαρκούσε ένα μόλις τάγμα ορεινών καταδρομέων για να φέρει σε πέρας όλες τις επιχειρήσεις στον υποτομέα. Ο Ringel ανέθεσε αυτήν την αποστολή στο Ι Τάγμα του 85ου Συντάγματος και στο 2ο Λόχο Σκαπανέων Εφόδου του Μηχανικού (του 95ου Ορεινού Τάγματος Μηχανικού). Την 6η Απριλίου οι Γερμανοί απέτυχαν να καταλάβουν το οχυρό Ποποτλίβιτσα, παρά το γεγονός ότι οι λόχοι του Ι Τάγματος πραγματοποίησαν τρεις διαδοχικές επιθέσεις εναντίον του συγκεκριμένου οχυρού.


Η πιο θεαματική από αυτές υπήρξε η αναρρίχηση ομάδας καταδρομέων από την πλέον απότομη πλευρά του βουνού. Το σημείο εκείνο δεν φυλασσόταν και οι Γερμανοί καταδρομείς κατάφεραν να αναρριχηθούν μέχρι εκεί μεταφέροντας βαριά πολυβόλα. Το οχυρό Ποποτλίβιτσα σώθηκε τότε, χάρη σε μία μαζική έξοδο και επίθεση των υπερασπιστών της, οι οποίοι υποχρέωσαν τους Γερμανούς σε άτακτη υποχώρηση, όπως κατέγραψε o Gert Habedanck, ένας Γερμανός στρατιωτικός δημοσιογράφος που κάλυπτε δημοσιογραφικά τις Γερμανικές επιχειρήσεις στη «Γραμμή Μεταξά» για το υπουργείο Προπαγάνδας της χώρας του: 

«Στην Ποποτλίβιτσα οι Έλληνες έκαναν ακόμη και αντεπίθεση για να εξουδετερώσουν ένα από τα πολυβόλα μας. Επιτέθηκαν από πάνω από την πλαγιά και από τις δύο πλευρές του πολυβόλου. Το πλήρωμα (του πολυβόλου) έβαλλε απεγνωσμένα αλλά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους όταν το πολυβόλο κόλλησε. Ένας Έλληνας στρατιώτης έριξε τον εαυτό του πάνω στο πολυβόλο και χτυπήθηκε με το πλήρωμα. Όλοι μαζί έπεσαν στο έδαφος και κατρακύλησαν στην κατηφόρα της πλαγιάς, μέχρι που το πλήρωμα κατάφερε να τον υπερνικήσει». 

Η απόπειρα των Γερμανών στις 6 Απριλίου 1941 να καταλάβουν τα πολυβολεία στο Ρουπέσκο επίσης απέτυχε παταγωδώς. Το έργο αυτό είχε ανατεθεί στον 1ο Λόχο του 1ου Τάγματος του 85ου Συντάγματος, το οποίο όμως υπέστη μεγάλες απώλειες από τη δράση Ελλήνων ελεύθερων σκοπευτών που σκότωναν τους Γερμανούς έναν έναν μέσα στο στενό μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν προκειμένου να πλησιάσουν στα πολυβολεία. 

Τα Ελληνικά πυρά απεδείχθησαν τόσο αποτελεσματικά ώστε κατάφεραν να αποκόψουν τον 1ο Λόχο από τον κορμό των Γερμανικών δυνάμεων, καθώς οι άντρες του εγκλωβίστηκαν σε μία πλευρά του Ρουπέσκο. Όποιος Γερμανός αποτολμούσε να σηκωθεί δεχόταν τα πυρά των Ελλήνων. Για τρεις ολόκληρες ημέρες, 6-9 Απριλίου, οι συγκεκριμένοι Γερμανοί στρατιώτες είχαν τεθεί εκτός δράσης και παρέμεναν αποκομμένοι από το υπόλοιπο τάγμα χωρίς τρόφιμα και επικοινωνία με τη διοίκησή τους. 

Όμως, την 7η Απριλίου το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο υποχρεώθηκε να εκκενώσει όλες τις μονάδες προφυλακής (ΧVIII Μεραρχία) από τη «Γραμμή Μεταξά». Έτσι, στον υποτομέα του Ρουπέσκο, οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα Σουλτανίτσα μόλις αυτό εκκενώθηκε από τους Έλληνες. Το σημείο αυτό έδινε τη δυνατότητα στους Γερμανούς να χτυπήσουν το οχυρό Ποποτλίβιτσα με ορεινά πυροβόλα, καλύπτοντας παράλληλα τις επιθέσεις των ορεινών καταδρομέων εναντίον του οχυρού. 

Επίσης, μέσω της Σουλτανίτσας οι Γερμανοί πέρασαν στα μετόπισθεν του οχυρού Ποποτλίβιτσας και νωρίς το πρωί της 8ης Απριλίου 1941 κατέλαβαν τη Βυρώνεια όπου βρισκόταν το κέντρο διοίκησης ολόκληρου του υποτομέα του Ρουπέσκο. Καθώς οι Γερμανοί είχαν στο μεταξύ καταλάβει το Ιστίμπεη, το Κελκαγιά και το Αρπαλούκι, οι ομάδες σκαπανέων εφόδου που επιχείρησαν εκεί άρχισαν να ενισχύουν την προσπάθεια των ανδρών του 85ου Συντάγματος εναντίον του οχυρού Ποποτλίβιτσας.


Αυτοί οι σκαπανείς εφόδου με τη συνδρομή καταδρομέων, και παρά τη λυσσώδη αντίσταση των Ελλήνων υπερασπιστών, κατάφεραν να αγκιστρωθούν σε διάφορα σημεία του βουνού Ποποτλίβιτσα, απ’ όπου οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να τους εκδιώξουν. Έτσι, οι Γερμανοί ξεκίνησαν να καταλαμβάνουν ένα ένα τα πολυβολεία μέχρι και την κορυφή του βουνού. Παρά ταύτα, οι υπερασπιστές αμύνθηκαν γενναία προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. 

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι υπήρξαν πολυβολεία όπου όλοι οι υπερασπιστές τους σκοτώθηκαν στη διάρκεια της μάχης. Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Γερμανών σώμα με σώμα σ’ ένα περιβάλλον απίστευτα εχθρικό προσέλαβαν μια πρωτόγονη μορφή. Ο Ringel περιγράφει τις μάχες των ανδρών του με τους υπερασπιστές του οχυρού Ποποτλίβιτσα με τον εξής τρόπο: 

«Η σύγκρουση είναι τρομερή. Η μάχη διεξάγεται με υποκόπανους, ξιφολόγχες, χειροβομβίδες και μαχαίρια ακόμα με νύχια και με δόντια. Τέτοιου είδους μάχη σώμα με σώμα δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο στρατιωτική εκπαίδευσης». 

Στις 8 Απριλίου οι Γερμανοί εξουδετέρωσαν αρκετά από τα πολυβολεία αυτά και πραγματοποίησαν επίθεση από διαφορετικά σημεία του οχυρού Ποποτλίβιτσα, κατορθώνοντας να αναρριχηθούν μέχρι και την κορυφή, όπου βρίσκονταν οι κύριες εγκαταστάσεις του οχυρού. Έτσι στις 19:00 της 8ης Απριλίου 1941 παραδόθηκαν όσοι υπερασπιστές είχαν επιζήσει. Σύμφωνα με Γερμανικές πηγές, αιχμαλωτίστηκαν 123 Έλληνες, ενώ πάνω από 70 σκοτώθηκαν στη διάρκεια της μάχης στο οχυρό αυτό. 

Το οχυρό Ποποτλίβιτσα υπήρξε το οχυρό με τους περισσότερους πεσόντες υπερασπιστές στη διάρκεια της Μάχης των Οχυρών. Όμως, η πτώση του οχυρού Ποποτλίβιτσα δεν τερμάτισε τις επιχειρήσεις στον υποτομέα του Ρουπέσκο. Οι άνδρες στα τρία πολυβολεία τής απέναντι κορυφής του Ρουπέσκο συνέχιζαν να πολεμούν. Το απόγευμα της 9ης Απριλίου, ενώ οι άνδρες του Ι Τάγματος του 85ου Συντάγματος ετοιμάζονταν να τους επιτεθούν, πληροφορήθηκαν περιχαρείς την Ελληνική συνθηκολόγηση στη Θεσσαλονίκη. 

Με λευκές σημαίες και φωτοβολίδες προσπάθησαν να τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων στρατιωτών στο Ρουπέσκο, η χαμηλή νέφωση όμως εμπόδιζε την οπτική επαφή. Έτσι, την επόμενη ημέρα (10 Απριλίου), απέστειλαν στους Έλληνες μία αντιπροσωπία για να τους ενημερώσουν για τη συνθηκολόγηση και να ζητήσουν την παράδοσή τους.


Όμως, με έκπληξη οι Γερμανοί διαπίστωσαν ότι ολόκληρη η φρουρά είχε εκκενώσει το Ρουπέσκο στη διάρκεια της νύκτας της 9ης προς 10ης Απριλίου 1941. Ήταν φανερό ότι ο λόχος που υπερασπιζόταν το Ρουπέσκο είχε πληροφορηθεί την είδηση της συνθηκολόγησης, αλλά δεν σκόπευε να παραδοθεί στους Γερμανούς. 

Οι άνδρες εκμεταλλεύτηκαν τη χαμηλή νέφωση και κατήλθαν από την πιο απότομη πλευρά της κορυφής, περνώντας απαρατήρητοι από τους Γερμανούς, οι οποίοι το πρωί εντόπισαν τα ίχνη τους μέσα στο χιόνι. Πίσω τους, μέσα στα ορύγματα, είχαν αφήσει τις σορούς των συντρόφων τους που είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια των προηγούμενων ημερών. Αυτούς έβλεπαν οι Γερμανοί απέναντι, από το οχυρό Ποποτλίβιτσα, στις 9 Απριλίου, και τους εξέλεβαν ως ζωντανούς μαχητές. Έτσι, στο Ρουπέσκο οι Γερμανοί δεν συνέλαβαν ούτε έναν αιχμάλωτο.

ΥΠΟΤΟΜΕΑΣ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ Ρούπελ - Παλιουριώνες Κάλη - Καρατάς

Η βασική δίοδος μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, στην Ανατολική Μακεδονία, είναι η στενωπός του Ρούπελ που διαχωρίζει το όρος Αγκίστρι από την οροσειρά του Μπέλες. Στο πέρασμα των αιώνων, τα ορμητικά νερά του Στρυμόνα βοήθησαν στη διάνοιξη της στενωπού, με αποτέλεσμα σήμερα να φθάνει σε κάποια σημεία της και τα 1.500 μέτρα. 

Ήδη, από την αρχαιότητα, οι εισβολείς από το Βορρά έκαναν επιδρομές μέσω του Ρούπελ εναντίον του βασιλείου της Μακεδονίας. Στα Βυζαντινά χρόνια για τον έλεγχό της οι Βυζαντινοί και οι Βούλγαροι έδωσαν πολλές και σκληρές μάχες. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, το 1913, εκπονήθηκε σχέδιο από το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο για την ανέγερση οχυρώσεων κατά μήκος του περάσματος. 

Όμως, το μόνο οχυρό που ανεγέρθηκε τελικά ήταν αυτό του Ρούπελ, στο ύψωμα Άγκιστρο, πάνω ακριβώς στη δίοδο. Τον Μάιο του 1916, στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δυνάμεις Γερμανών και Βουλγάρων κατέλαβαν αμαχητί το οχυρό του Ρούπελ. Την κατάληψή του ακολούθησε η παράδοση ολόκληρου του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς, σχεδόν δίχως να δοθεί μάχη. 

Στη συνέχεια, οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην απροστάτευτη Ανατολική Μακεδονία, την οποία και κατείχαν μέχρι την ήττα τους στη μάχη του Σκρά το 1918. Έτσι, η ντροπή της παράδοσης του 1916 στιγμάτισε το όνομα του Ρούπελ καθιστώντας το συνώνυμο της ανανδρίας.

Σ
τις κλάσεις στρατιωτών που υπηρετούσαν στο Ρούπελ, από το 1918 μέχρι και το 1941, υπήρχε η αντίληψη ότι υπηρετούσαν σε ένα σημείο όπου τα Ελληνικά όπλα είχαν ντροπιαστεί και ότι θα έπρεπε να «ξεπλύνουν» την ντροπή. Όταν λοιπόν τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί επιτέθηκαν στο Ρούπελ, οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν εκεί όχι μόνο για την υπεράσπιση της πατρίδας τους αλλά και για την αποκατάσταση του ονόματος του οχυρού. 

Το 1936, όταν ξεκίνησε και πάλι η οχύρωση της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, η χρηματοδότηση αυτή τη φορά υπήρξε γενναία και η στενωπός του Ρούπελ αποτέλεσε το βασικό σημείο στήριξης ολόκληρης της Ελληνικής αμυντικής γραμμής. Πάνω ακριβώς στο παλαιό οχυρό, στην αρχή της στενωπού, κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο και ισχυρότερο οχυρό ολόκληρης της «Γραμμής Μεταξά». 

Επρόκειτο για ένα μεγάλο συγκρότημα που εκτεινόταν σε μέτωπο 2,5 χλμ. και ήταν διαιρεμένο σε δύο επιμέρους τομείς, το Ουσίτα και το Κυρίως Συγκρότημα. Οι δύο αυτοί τομείς μαζί αποτελούνταν από 123 συνολικά επιφανειακά έργα (πολυβολεία, πυροβολεία, παρατηρητήρια και ολμοβολεία). Το Ρούπελ επάνδρωναν 27 αξιωματικοί και 950 οπλίτες, καταμερισμένοι στους εξής λόχους και στεγανά έργα:
  • Ο Α’ Λόχος στο «Ουσίτα», 
  • Ο Β’ Λόχος στον «Είσοδος», 
  • Ο Γ’ Λόχος στο «Μολών Λαβέ», 
  • Ο Δ’ Λόχος στον «Προφήτη Ηλία», 
  • Ο Ε’ Λόχος στον «Εξοδος» και 
  • Ο Θ’ Λόχος στη «Νωτιαία Αμυνα». 
Η αποστολή της φρουράς του Ρούπελ ήταν να εμποδίσει την εχθρική προέλαση από την Κούλα -πάνω στην Ελληνοβουλγαρική μεθόριο- προς το Σιδηρόκαστρο και επίσης προς το Ρουπελέσκο, νότια του οχυρού. Το Ρούπελ πλαγιοφύλασσε τόσο τα οχυρά Κάρατας και Κάλη στα βορειοανατολικά όσο και το οχυρό Παλιουριώνες, δυτικά στην απέναντι όχθη του Στρυμόνα. Ο επιμέρους τομέας Ουσίτα βρισκόταν στο πιο κρίσιμο σημείο της άμυνας του Ρούπελ αφού γειτνίαζε με τον Στρυμόνα. 

Έτσι η φρουρά του Ουσίτα ήταν επιπλέον υπεύθυνη να παρεμποδίσει την προώθηση εχθρικών δυνάμεων στην ανατολική όχθη του Στρυμόνα και να καλύπτει με πυρά το κυρίως οχυρό σε τυχόν επιθέσεις από τα δυτικά. Το Ρούπελ ανήκε στο Δυτικό Υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου που διοικείτο από τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Πλευράκη. Διοικητής του Ρούπελ ήταν ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος.


Το Ουσίτα υπαγόταν και αυτή στον Δουράτσο, αλλά διοικείτο από το λοχαγό Κοπίτσα. Το Ρούπελ στηριζόταν στην κάλυψη πυροβολικού κυρίως από το οχυρό Καρατάς και τους Παλιουριώνες, αλλά και από τις Ελληνικές πυροβολαρχίες στο μετόπισθεν, δηλαδή στη VIα Ομάδα Πυροβολικού Θέσεως και τη VIβ Ομάδα Πυροβολικού Θέσεως. Οι δυνάμεις πεζικού που αποτελούσαν την προφυλακή ολόκληρου του υποτομέα ανήκαν στο 41ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Ασημακόπουλο και υπαγόταν στη 14η Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Παπακωνσταντίνο. 

Το τάγμα προφυλακής του Ρούπελ ήταν το ΙΙ/81 Τάγμα υπό τον ταγματάρχη Χαρίλαο Καλλιγέρη. Το οχυρό Παλιουριώνες, αν και είχε ανεγερθεί στη δυτική πλευρά της στενωπού του Ρούπελ, δεν ανήκε στον υποτομέα Σιδηροκάστρου αλλά του Θύλακος. Αποστολή του οχυρού ήταν η πλαγιοφύλαξη του Ρούπελ από τα δυτικά. Οι Παλιουριώνες αποτελούνταν από τρία στεγανά συγκροτήματα και δύο μεμονωμένα πολυβολεία. 

Το κυρίως έργο του οχυρού είχε ανεγερθεί σε υψόμετρο 368 μέτρων και πολύ κοντά του βρίσκονταν δύο μικρότερα έργα, το 224 και το 368. Το συνολικό ανάπτυγμα των υπόγειων καταφυγίων του οχυρού ήταν 832 μέτρα και το μήκος των στοών συγκοινωνίας 1.762 μέτρων. Οι Παλιουριώνες είχαν επανδρωθεί με δύναμη 15 αξιωματικών και 585 στρατιωτών και διοικητής του οχυρού το 1941 ήταν ο ταγματάρχης Χατζηγεωργίου. 

Η διάβαση του Ρούπελ αποτελούσε το βασικό στόχο της Γερμανικής επίθεσης στη Μακεδονία. Ο έλεγχός της θα έδινε τη δυνατότητα στους εισβολείς να προωθήσουν ταχύτατα τεθωρακισμένες μονάδες, βαριές πυροβολαρχίες και μηχανοκίνητα μέσα προς το Σιδηρόκαστρο και τις Σέρρες. Με αυτό τον τρόπο θα απέκοπταν τις τοπικές Ελληνικές δυνάμεις από την κεντρική διοίκησή τους στη Θεσσαλονίκη. 

Στην περιοχή αμέσως δυτικά του Στρυμόνα, το Δεξιό Συγκρότημα Κρούσης, αποτελούμενο από το 1ο (ενισχυμένο) Τάγμα του 100ού Συντάγματος υπό τον ταγματάρχη Soury, θα επιτίθετο στο οχυρό Παλιουριώνες. Η επιχείρηση αυτή θα διασφάλιζε τη δεξιά πλευρά της επίθεσης εναντίον του Ρούπελ. Τα άλλα δύο συγκροτήματα κρούσης αποτελούνταν από δυνάμεις του 125ου Συντάγματος Πεζικού. Διοικητής του συντάγματος ήταν ο συνταγματάρχης Peterson.

 Στο κέντρο της Γερμανικής επίθεσης, το Κεντρικό Συγκρότημα Κρούσης, αποτελούμενο από το 1ο Τάγμα (ενισχυμένο) του 125ου Συντάγματος υπό τον ταγματάρχη Maers, θα εξουδετέρωνε το δυτικότερο τομέα του οχυρού Ρούπελ, δηλαδή το Ουσίτα. Μετά την κατάληψή της, το τάγμα θα προωθείτο στο νότιο άκρο της στενωπού του Ρούπελ μέσω του δρόμου που ακολουθεί τη ροή του Στρυμόνα.


Τέλος, στο ανατολικό τομέα του οχυρού θα δρούσε το Αριστερό Συγκρότημα Κρούσης, αποτελούμενο από το 2ο Τάγμα του 125ου Συντάγματος υπό τον ταγματάρχη Ens και το 3ο Τάγμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Julius Pieper. Αποστολή του 2ου Τάγματος ήταν να διεισδύσει στα μετόπισθεν του Ρούπελ και να καταλάβει το ύψωμα 520 που ήταν πάνω από τα Λουτρά του Στρυμόνα και τις γέφυρές του. 

Από εκεί θα ήλεγχε τα νώτα του οχυρού εξουδετερώνοντας κάθε απόπειρα ανεφοδιασμού του, ενώ παράλληλα θα διασφάλιζε και τον έλεγχο των γεφυρών των Λουτρών απ’ όπου το Γερμανικό σύνταγμα θα περνούσε τον Στρυμόνα αφού θα είχε καταλάβει το Ρούπελ. Το 3ο Τάγμα είχε αποστολή να εκπορθήσει τον ανατολικό τομέα του Ρούπελ και να καλύψει την προέλαση του 2ου Τάγματος, απασχολώντας τις Ελληνικές δυνάμεις. 

Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι το Ρούπελ είχε οχυρωθεί από τους Έλληνες και έτσι αποφάσισαν ότι το οχυρό θα έπρεπε να καταστραφεί εκ θεμελίων προτού ξεκινήσουν οι χερσαίες επιθέσεις. Ήταν βέβαιοι ότι ο συνδυασμένος βομβαρδισμός του οχυρού από βαριά πυροβόλα και Στούκας θα το αχρήστευαν ολοκληρωτικά. Στη συνέχεια ό,τι είχε απομείνει από το οχυρό θα καταλαμβανόταν από άνδρες του 125ου Συντάγματος Πεζικού, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί στις επιχειρήσεις αυτές στη διάρκεια των προηγούμενων μηνών στη Γαλλία, σε διάφορα σημεία της «Γραμμής Μαζινό». 

Προκειμένου όμως να μπορέσουν οι Γερμανοί να προωθηθούν με ασφάλεια μέσω της στενωπού του Ρούπελ, θα έπρεπε να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και των δύο oχθών του ποταμού Στρυμόνα. Ακόμη και στην περίπτωση που το Ρούπελ καταλαμβανόταν, η πρόσβαση μέσω της στενωπού δεν θα ήταν εφικτή αν δεν έθεταν οι Γερμανοί υπό τον έλεγχό τους και τους Παλιουριώνες. 

Όμως, λόγω του υψομέτρου που είχε ανεγερθεί το συγκεκριμένο οχυρό και τις απότομες πλαγιές του βουνού, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο αποφάσισε ότι εναντίον του θα επιχειρούσαν καταδρομείς και όχι οι πεζικάριοι του 125ου Συντάγματος. Αφού στον υποτομέα του Θύλακος θα δρούσε η έμπειρη 5η Ορεινή Μεραρχία, οι καταδρομείς αυτής της μεραρχίας θα επιτίθεντο και στους Παλιουριώνες. 

Ο Ringel ανέθεσε τη συγκεκριμένη αποστολή στο 1ο Τάγμα του 100ού Συντάγματος Ορεινών Καταδρομέων. Έτσι, η επιχείρηση κατά των Παλιουριώνων έφερε πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τις Γερμανικές επιχειρήσεις στον υποτομέα Θύλακος.


Η Γερμανική Επίθεση στο Ρούπελ και τους Παλιουριώνες 6 - 9 Απριλίου 1941

Στις 05:30 της 6ης Απριλίου 1941 η Γερμανική πολεμική μηχανή, η πιο ισχυρή που είχε δει μέχρι τότε η ανθρωπότητα, επιτέθηκε μαζικά στο Ρούπελ. Το βαρύ πυροβολικό που οι Γερμανοί είχαν εγκαταστήσει σε μικρή απόσταση από την Ελληνοβουλγαρική μεθόριο άρχισε να χτυπά με τα πυρά του αλύπητα το οχυρό. Ανά διαστήματα, τα πυρά αυτά σταματούσαν για λίγα λεπτά προκειμένου και η Γερμανική αεροπορία να βομβαρδίσει διάφορα σημεία του οχυρού με Στούκας. 

Εκτός από το Ρούπελ, την ίδια ώρα, οι Γερμανοί βομβάρδιζαν και τους Παλιουριώνες και τα οχυρά της Κάλης και του Καρατάς. Μεταξύ 06:00 και 08:00, δεκάδες Στούκας πραγματοποίησαν τέσσερις επιχειρήσεις βομβαρδισμού ρίχνοντας εκατοντάδες τόνους βομβών. Με δεδομένο ότι το οχυρό βομβαρδίστηκε ανηλεώς και τις επόμενες τρεις μέρες, είναι βέβαιο ότι κανένα άλλο μεμονωμένο κτιριακό συγκρότημα δεν είχε δεχθεί τόσο σφοδρά πυρά στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τότε. 

Ενώ το Ρούπελ βομβαρδιζόταν, οι άνδρες του 125ου Συντάγματος ξεκίνησαν τις επιχειρήσεις τους. Επιτέθηκαν πρώτα στις Ελληνικές δυνάμεις προφυλακής οι οποίες έπειτα από σύντομη μάχη υποχώρησαν και έτσι οι Γερμανοί κατέλαβαν την περιοχή μπροστά από το οχυρό του Ρούπελ. 

Την ίδια ώρα, οι Γερμανοί πραγματοποίησαν και μία εντυπωσιακή αμφίβια επιχείρηση. Σκαπανείς του Μηχανικού προσπάθησαν να φθάσουν στα μετόπισθεν του Ρούπελ και να καταστρέψουν ένα ελληνικό πολυβολείο που είχαν εντοπίσει από αεροφωτογραφία. Οι άνδρες του Μηχανικού επιβιβάστηκαν σε τρεις λέμβους και άρχισαν να κατεβαίνουν τον Στρυμόνα. 

Σύντομα εντοπίστηκαν από τους υπερασπιστές τόσο του Ρούπελ όσο και των Παλιουριώνων και οι περισσότεροι εξουδετερώθηκαν από τα πυρά και των δύο οχυρών. Όταν οι άνδρες του 1ου και του 3ου Τάγματος έφθασαν σε μικρή απόσταση από το Ρούπελ, η περιοχή ήταν γεμάτη κρατήρες και καπνούς από τους βομβαρδισμούς που είχαν προηγηθεί. Μόλις και διακρινόταν το απέναντι ύψωμα, στο οποίο εκτιμούσαν ότι οι Έλληνες είχαν μερικά πολυβόλα σε εξωτερικά έργα. 

Από την πλευρά των Ελλήνων δεν υπήρχε καμία αντίδραση. Οι Γερμανοί πίστευαν ότι όσοι βρίσκονταν εκεί είχαν πλέον εξουδετερωθεί και θα έβρισκαν μόνο πτώματα μέσα στα συντρίμμια. Στην πραγματικότητα, οι χιλιάδες βόμβες είχαν σκοτώσει μόλις οκτώ από τους 950 Έλληνες που επάνδρωναν το Ρούπελ και είχαν αχρηστεύσει τρία πολυβόλα από τα 85 που βρίσκονταν συνολικά στις θυρίδες του.

 
Ακόμη όμως και αυτά αντικαταστάθηκαν σχεδόν αμέσως από εφεδρικά. Τη στιγμή εκείνη λοιπόν παρακολουθούσαν υπομονετικά και αθόρυβα τους προελαύνοντες Γερμανούς περίπου χίλιοι Έλληνες περιμένοντας το σύνθημα για να ανοίξουν πυρ. Στις 08:15 στο δρόμο που περνούσε μεταξύ του Στρυμόνα και του Ρούπελ, οι άνδρες του 1ου Τάγματος του 120ού Συντάγματος ολοκλήρωναν τη διάνοιξη διόδων στο πρώτο αντιαρματικό εμπόδιο και ετοιμάζονταν να κάνουν το ίδιο και στο δεύτερο. 

Αυτό περίμεναν και οι υπερασπιστές του Ρούπελ: τα πολυβολεία του οχυρού και των Παλιουριώνων άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ κατά πάνω τους. Λόγω των συνδυασμένων διασταυρούμενων πυρών, οι συγκεκριμένοι Γερμανοί δεν μπορούσαν να καλυφτούν και υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Ακόμη και στη διάρκεια της υποχώρησής τους, οι άνδρες του 1ου Τάγματος δέχονταν καταιγιστικά πυρά με αποτέλεσμα να καταστραφεί ένα μεγάλο μέρος της μονάδος. 

Την ίδια ώρα, πυρά από το Ρούπελ έπεφταν πάνω στο 3ο Τάγμα ενώ προωθείτο στο ανατολικό μέρος του οχυρού. Οι άνδρες αυτοί καθηλώθηκαν μπροστά στο Ρούπελ, με μόνη προστασία τούς κρατήρες που είχαν διανοιχθεί από τους προηγούμενους βομβαρδισμούς. Λίγο πιο μπροστά και ανατολικά τους βρίσκονταν καθηλωμένοι και οι άνδρες του 2ου Τάγματος, που με βάση το αρχικό σχέδιο του Γερμανικού επιτελείου θα παρέκαμπταν το Ρούπελ με σκοπό να προωθηθούν στα μετόπισθεν του οχυρού. 

Οι ώρες περνούσαν και όποιος από αυτούς τους Γερμανούς τολμούσε να σηκωθεί δεχόταν τα πυρά των πολυβολητών του Ρούπελ. Μόλις το απόγευμα, οι Γερμανοί σχεδίασαν μία επιχείρηση για να μπορέσουν να επαναλάβουν την επίθεση που είχε διακοπεί από τα Ελληνικά πυρά. Τα Στούκας θα πραγματοποιούσαν και πάλι μαζικό βομβαρδισμό του ανατολικού τομέα του Ρούπελ και αμέσως μετά το βομβαρδισμό αυτό, οι άνδρες του 3ου Τάγματος θα επιτίθεντο όλοι μαζί κατά του Ρούπελ. 

Οι Γερμανοί ήταν βέβαιοι ότι οι δράσεις αυτές θα απασχολούσαν τους Έλληνες, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους άνδρες του 2ου Τάγματος να περάσουν στα Ελληνικά μετόπισθεν απαρατήρητοι. Και αυτό το σχέδιο όμως απέτυχε, καθώς οι Γερμανοί του 3ου Τάγματος χτυπήθηκαν καίρια από τους Έλληνες πολυβολητές όταν άρχισαν να εφορμούν εναντίον του Ρούπελ. 

Όσον αφορά στον ελιγμό του 2ου Τάγματος, λίγοι μόνο άνδρες του στην αρχή της επιχείρησης μπόρεσαν να περάσουν απαρατήρητοι και έτσι να σωθούν. Όταν ο μεγάλος όγκος των ανδρών του 2ου Τάγματος προσπάθησε να προχωρήσει, οι Έλληνες άνοιξαν πυρ κατά πάνω τους εξουδετερώνοντας πολλούς από αυτούς. Οι υπόλοιποι καθηλώθηκαν στο έδαφος, αντιλαμβανόμενοι ότι είτε υποχωρούσαν είτε επιτίθεντο, οι Έλληνες θα τους θέριζαν με τα πολυβόλα τους.


Μπροστά σ’ αυτή την κρίσιμη κατάσταση, ο διοικητής του 2ου Τάγματος ταγματάρχης Ens διέταξε τους άνδρες του να πραγματοποιήσουν κανονικά την επιχείρηση. Με έκπληξη οι πολυβολητές του Ρούπελ έβλεπαν τους Γερμανούς να τρέχουν ακάλυπτοι μπροστά στις θέσεις τους. Επρόκειτο κυριολεκτικά για μια επιχείρηση αυτοκτονίας από την οποία ελάχιστοι βγήκαν ζωντανοί, ανάμεσά τους και ο Ens. 

Οι άνδρες αυτοί ήταν μερικές μόνο δεκάδες και έφθασαν μέχρι το ύψωμα της Γκολιάμας όπου και οχυρώθηκαν. 16 άνδρες του 2ου Τάγματος παρέμειναν καθηλωμένοι στις θέσεις τους μπροστά στο Ρούπελ και την επόμενη ημέρα το πρωί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από ένα Ελληνικό περίπολο με επικεφαλής τον υπολοχαγό Νιάνιο. Στη διάρκεια της 6ης Απριλίου οι Γερμανοί, εκτός από εκατοντάδες απώλειες σε έμψυχο υλικό, έχασαν και τα περισσότερα πυροβόλα εφόδου, καθώς και τα τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού. 

Οι μεγάλες απώλειες που υπέστη το 125ο Σύνταγμα στη διάρκεια της πρώτης ημέρας του πολέμου το έπληξε καίρια και έτσι μεταξύ της 7ης και 9ης Απριλίου δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει καμία άλλη αξιόλογη ενέργεια εναντίον του Ρούπελ. Ελάχιστοι άνδρες του 125ου Συντάγματος έφθασαν σε κοντινή απόσταση στο Ρούπελ και σε καμία περίπτωση δεν απείλησαν να εκπορθήσουν έστω και κάποιο τμήμα του οχυρού. Η πλήρης αποτυχία των Γερμανών αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι υπερασπιστές του Ρούπελ ξόδεψαν ελάχιστες από τις χιλιάδες χειροβομβίδες του οχυρού. 

Το Ρούπελ υπήρξε ο κυματοθραύστης των εισβολέων που τόλμησαν να περάσουν στην Ελλάδα μέσω της ομώνυμης διάβασης δίπλα στον Στρυμόνα. Το επίλεκτο 125ο (ενισχυμένο) Σύνταγμα που ένα χρόνο νωρίτερα είχε διακριθεί στη Μάχη της Γαλλίας, ουσιαστικά καταστράφηκε στην προσπάθειά του να καταλάβει το Ρούπελ. Επιπλέον, στο Ρούπελ κάμφθηκε και η αλαζονεία του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου που θεωρούσε ότι το οχυρό θα έπεφτε εύκολα ως αποτέλεσμα συνδυασμού επιθέσεων του πεζικού και συνεχών βομβαρδισμών από μακριά. 

Στην περίπτωση αυτή η Γερμανική τεχνολογία -Στούκας, τεθωρακισμένα πυροβόλα, φλογοβόλα κ.ά.- απέτυχε να καταβάλει την Ελληνική τεχνολογία, δηλαδή το ίδιο το οχυρό, αλλά και το θάρρος των υπερασπιστών του. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι υπερασπιστές του Ρούπελ αντιμετώπισαν ένα πολύ σκληρό και φανατισμένο αντίπαλο που αδιαφορούσε πλήρως για τη ζωή του. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι άνδρες του 125ου Συντάγματος εφορμούσαν κατά κύματα εναντίον του Ρούπελ και υφίσταντο σοβαρές απώλειες από τα Ελληνικά πυρά, ακόμη και μετά την αρχική επίθεση και τον αιφνιδιασμό τους, όταν αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά τη φοβερή δύναμη πυρός του Ρούπελ.


Στους Παλιουριώνες τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα για τους Γερμανούς, αφού δεν κατόρθωσαν ούτε καν να πλησιάσουν κοντά στο οχυρό. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, οι επιθέσεις τους εξουδετερώνονταν πριν ακόμα ξεκινήσουν εξαιτίας των εύστοχων βολών του Ελληνικού πυροβολικού που είχε επισημάνει τις θέσεις συγκέντρωσής τους. 

Η συντριβή του 125ου Συντάγματος στο Ρούπελ και η αποτυχία του 1ου Τάγματος του 100ού Συντάγματος της 5ης Ορεινής Μεραρχίας να εκπορθήσει τους Παλιουριώνες σφράγισαν τα γεγονότα και των υπόλοιπων ημερών μέχρι και την ημέρα της Ελληνικής συνθηκολόγησης. Η μοναδική εξέλιξη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως θετική για τους Γερμανούς ήταν η διείσδυση των υπολειμμάτων του 2ου Τάγματος υπό τον ταγματάρχη Ens στα μετόπισθεν των Ελλήνων. 

Όπως όμως αποδείχθηκε, η δύναμη αυτή ήταν πολύ μικρή για να αναλάβει κάποια επιθετική ενέργεια εναντίον του Ρούπελ. Οι επιζώντες στρατιώτες της εξαιτίας τόσο του μικρού αριθμού τους όσο και της έλλειψης πυροβόλων δεν ήταν σε θέση να αποκλείσουν το Ρούπελ, αλλά ούτε να παράσχουν αποτελεσματική συνδρομή στους άλλους Γερμανούς που προσπαθούσαν να προελάσουν στη στενωπό του Ρούπελ και να εκπορθήσουν το οχυρό. 

Ιδιαίτερα αποτελεσματικό για τους υπερασπιστές του Ρούπελ αποδείχτηκε το πυροβολικό στη θέση Κρακόρ που τους κάλυπτε αποτελεσματικά. Επρόκειτο για τη 2η Πυροβολαρχία υπό το λοχαγό Αλέξανδρο Κυριακίδη. Όμως, στις 7 Απριλίου 1941, οι θέσεις της συγκεκριμένης πυροβολαρχίας βομβαρδίστηκαν από 40-50 Στούκας, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο Κυριακίδης, ο υποδιοικητής του, ανθυπολοχαγός Βλάχος, και οκτώ ακόμη άνδρες της πυροβολαρχίας. 

Το πρωί της 9ης Απριλίου εκδηλώθηκε η μεγάλη επίθεση των δυνάμεων του ελληνικού 41ου Συντάγματος εναντίον των Γερμανών που βρίσκονταν στην Γκολιάμα, στα μετόπισθεν του Ρούπελ. Η μάχη υπήρξε από τις σκληρότερες του Ελληνογερμανικού πολέμου, με την ιδιαιτερότητα οι Γερμανοί να είναι οι αμυνόμενοι και οι Έλληνες οι επιτιθέμενοι. Οι Ελληνικοί λόχοι προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν την αριθμητική τους υπεροχή πραγματοποιώντας κατά μέτωπο επίθεση από διαφορετικά σημεία. 

Όμως, οι Γερμανοί ήταν καλά οχυρωμένοι και διέθεταν πληθώρα πυρομαχικών και όπλων που είχαν λάβει από ρίψεις αεροσκαφών τους. Έτσι, καθώς οι Έλληνες σκαρφάλωναν στην Γκολιάμα δέχονταν καταιγισμό πυρών από τους Γερμανούς. Σε κάποια σημεία έφτασαν μέχρι και την κορυφή, όπου και έδωσαν μάχη σώμα με σώμα με τους αμυνομένους.


Οι Γερμανοί δεν θα κατάφερναν να τους απωθήσουν αν, λίγο μετά την εκδήλωση της Ελληνικής επίθεσης, δεκάδες Γερμανικά μαχητικά αεροπλάνα δεν κατέκλυζαν τον ουρανό πάνω από την Γκολιάμα πολυβολώντας τους Έλληνες καθώς ανέβαιναν το λόφο. Το μεσημέρι αναγκάστηκαν να σταματήσουν την επίθεση και να συμπτυχθούν στα Λουτρά. Οι απώλειες που υπέστησαν οι Έλληνες ήταν βαρύτατες -περίπου 150 νεκροί και τραυματίες- αλλά και οι Γερμανοί είχαν επίσης πολλές απώλειες.

Παράδοση Ρούπελ και Παλιουριώνων 10 Απριλίου 1941

Την ώρα που Έλληνες και Γερμανοί πολεμούσαν στην Γκολιάμα, στη Θεσσαλονίκη ο διοικητής του ΤΣΑΜ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση βάσει της οποίας οι δυνάμεις του θα παραδίδονταν στους Γερμανούς. Όταν ο Δουράτσος πληροφορήθηκε από μία Γερμανική αντιπροσωπία ότι είχε γίνει η συνθηκολόγηση και ότι θα έπρεπε να παραδώσει το Ρούπελ, απάντησε με μία φράση που έμεινε στην Ιστορία: 

«Τα Οχυρά παραδίδονται μόνο όταν κυριευθώσι παρά του αντιπάλου». 

Αμέσως συγκάλεσε σύσκεψη με όλους τους αξιωματικούς και εκεί αποφασίστηκε η συνέχιση του αγώνα. Όμως, στις 23:30 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς και λίγο αργότερα και γραπτώς ότι πράγματι είχε υπογραφεί ανακωχή. Ο Δουράτσος επικοινώνησε με το διοικητή του, Γεώργιο Πλευράκη, ο οποίος και του επιβεβαίωσε ότι οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και ότι ήταν ζήτημα λίγων μόλις ημερών να χτυπήσουν το Ρούπελ από τα μετόπισθεν. 

Οι τελευταίες πυροβολαρχίες εξάλλου που υποστήριζαν το οχυρό δεν διέθεταν πλέον άλλα πυρομαχικά. Με πόνο ψυχής ο Δουράτσος ανακοίνωσε στους αξιωματικούς του ότι ήταν μάταιη πλέον η περαιτέρω αντίσταση του Ρούπελ και ότι θα παρέδιδε το οχυρό την άλλη μέρα στους Γερμανούς.

«Τὴν 6ην ὥραν τῆς 10ης Ἀπριλίου μετέβην αὐτοπροσώπως πρὸς συνάντησιν μετὰ τοῦ Γερμανοὺ ἀξ/κού διὰ τὸν καθορισμὸν ὁρισμένων λεπτομερειῶν σχετικῶν μὲ τὴν ἀποχώρησιν. Πράγματι συναντήσας τοῦτον εἰς τὸν καθορισθέντα ἐκ τῆς προηγουμένης χῶρον, καὶ ἀφοῦ μὲ συνεχάρη καί μοι διεβίβασεν καὶ τὰ συγχαρητήρια τῆς Διοικήσεως τοῦ διὰ τὴν ἡρωικὴν ἀντίστασιν τοῦ Ὀχυροῦ καὶ τὸν θαυμασμὸν τοῦ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν τονίσας μοι ὅτι ἀποτελεῖ δι’ αὐτοὺς τιμὴν διότι ἐπολέμισαν καὶ ὑπερηφάνειαν διότι ἐπολέμισαν μεθ’ ἑνὸς τόσον ἠρωικοὺ Στρατοῦ καὶ ἀφοῦ μου ἀνέφερεν ὅτι τὴν γραμμὴ μας εὗρον ἀνανωτέρας τῆς τοιαύτης Μαζινὼ καὶ ἰσότιμον τῆς τοιαύτης Ζέκφριντ (sic), ἠξίωσα παρὰ τούτου ὅτι 
 
1) Οὐδεὶς Γερμανὸς στρατιώτης να εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ὀχυρὸν πρὸ τῆς ἀποχωρήσεώς μας. 
2) Τὴν διάθεσιν μεταφορικῶν μέσων διὰ τὴν μεταφορὰν τροφίμων διὰ τοὺς ὁπλίτας καὶ τῶν ἀποσκευῶν τῶν ἀξιωματικῶν».


Με το πέρας των διαπραγματεύσεων, ξεκίνησε η αποχώρηση της φρουράς του οχυρού. Μόνον μετά από αυτή μπήκαν οι Γερμανοί στο Ρούπελ. Η φρουρά του Ρούπελ στις τέσσερις συνεχείς μέρες του σκληρού αγώνα που έδωσε, έχασε 14 μόλις άνδρες από τους 950. Αντίθετα, οι Γερμανικές απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες ανήλθαν σε τουλάχιστον 800 άνδρες. Σύμφωνα με τον Δουράτσο, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν τρία μεγάλα νεκροταφεία για να θάψουν τους νεκρούς που είχαν μόνο στο Ρούπελ. 

Οι Έλληνες εξήλθαν από το Ρούπελ ως νικητές, ενώ οι Γερμανοί το παρέλαβαν σαν να ήταν αυτοί οι ηττημένοι. Φωτογραφίες που ελήφθησαν από τους Γερμανούς κατά την αποχώρηση των Ελλήνων από το Ρούπελ δείχνουν τους Έλληνες στρατιώτες να αποχωρούν από το οχυρό απόλυτα συντεταγμένα με εμφανή στα πρόσωπά τους την ταλαιπωρία που υπέστησαν αλλά ταυτόχρονα και την περηφάνια για την ηρωική αντίστασή τους κατά τις προηγούμενες μέρες. 

Στους Παλιουριώνες, όπως και στο Ρούπελ, οι Έλληνες αρνήθηκαν την 9η Απριλίου να παραδώσουν το οχυρό τους. Όμως, την επόμενη ημέρα το πρωί, μετά την επιβεβαίωση της συνθηκολόγησης, ο ταγματάρχης Χατζηγεωργίου παρέδωσε τελικά το οχυρό στους Γερμανούς. Ο Γερμανός διοικητής του 100ού Συντάγματος Ορεινών Καταδρομέων, συνταγματάρχης Utz, τίμησε τον αγώνα των Ελλήνων διατάσσοντας να γίνει η ανάρτηση της Γερμανικής σημαίας μόνο μετά την αποχώρηση και του τελευταίου Έλληνα από το οχυρό. 

Επίσης, παρέταξε ένα τάγμα που παρουσίασε όπλα κατά την αποχώρηση του διοικητή και της φρουράς του οχυρού. Στη συνέχεια, ο Utz μίλησε στους άνδρες του 1ου Τάγματος στην κορυφή των Παλιουριώνων. Ο αρχιλοχίας Diebel, ο οποίος παραβρέθηκε σε αυτήν την ομιλία, σημειώνει: 

«Πάνω στο ύψωμα 307.5 (Παλιουριώνες) παρατάσσονται το 1ο τάγμα και το υπόλοιπο μέρος του 3ου τάγματος. Η πολεμική σημαία του Ράιχ αναρτάται. Ο Συνταγματάρχης βγάζει λόγο χωρίς να αναφέρεται στους νεκρούς μας. Δεν θεωρώ σωστό να στήσουμε εδώ πάνω στο ύψωμα που δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε γλέντι». 

Μετά την παράδοσή της, η Ελληνική φρουρά προωθήθηκε συντεταγμένα προς το Σιδηρόκαστρο και στη συνέχεια στις Σέρρες, που είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς το απόγευμα της 10ης Απριλίου. Εκεί κρατήθηκαν για λίγες εβδομάδες και στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθεροι. Στη διάρκεια της κράτησης των μαχητών του Ρούπελ, τον αντισυνταγματάρχη Πλευράκη, επισκέφθηκε ο συνταγματάρχης Peterson, διοικητής του πολύπαθου 125ου Συντάγματος. Σύμφωνα με τον Πλευράκη, ενώ συζητούσε με τον Peterson, κάποια στιγμή ο Γερμανός διοικητής άρχισε να δακρύζει και του είπε: 

«Δεν θρηνώ ως στρατιώτης, διότι η θυσία ήταν επιβεβλημένη, αλλά κλαίω ως άνθρωπος διότι εκ του Συντάγματός μου έμειναν ολίγοι μόνον άνδρες».


ΥΠΟΤΟΜΕΑΣ ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ

Γενικά

Η περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου αποτελεί μία από τις κύριες εισόδους της Ανατολικής Μακεδονίας από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό, η αμυντική θωράκισή της υπήρξε βασική προτεραιότητα στο σχεδιασμό του Γενικού Επιτελείου μετά το 1935. Καθώς το φυσικό περιβάλλον της περιοχής δεν ευνοούσε ιδιαίτερα την άμυνά της περιοχής, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο γνώριζε ότι αυτή θα έπρεπε να επικεντρωθεί σε οχυρωματικά έργα. 

Έτσι, μέχρι το 1940, είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση των οχυρών στη γραμμή: Μαλιάγκα - Συνδετικόν και Μαλιάγκα - Περιθώρι - Παρταλούσκα - Ντάσαβλη - Λίσσε - Χελώνη - Πυραμιδοειδές. Τα οχυρά αυτά μαζί με τα μικρότερα έργα -αντιαρματικές τάφρους και εξωτερικά πολυβολεία- κάλυπταν ένα ευρύ μέτωπο 20 χιλιομέτρων. Το Λίσσε μαζί με δύο γειτονικά του οχυρά, το Πυραμιδοειδές και το Ντάσαβλη, αποτελούσαν το Γ’ Συγκρότημα Οχυρών. 

Αποστολή των συγκεκριμένων οχυρών ήταν να εμποδίσουν την εχθρική διέλευση προς τη Δράμα, μέσω των δύο διαβάσεων στην περιοχή, δηλαδή του Γρανίτη και του Πανοράματος (διάβαση Καλαποτίου). Το Λίσσε ήταν το μεγαλύτερο από τα οχυρά του Γ’ Συγκροτήματος και το δεύτερο μεγαλύτερο σε όλη την περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου, ύστερα από αυτό της Μαλιάγκας. Το εμβαδόν του οχυρού ήταν ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο και αποτελείτο από 4 στεγανά συγκροτήματα, από τα οποία το κυρίως συγκρότημα του οχυρού βρισκόταν στην κορυφή του υψώματος 771.

Βορειοανατολικά του συγκροτήματος 771 βρισκόταν το συγκρότημα της Χελώνης. Το συγκρότημα αυτό είχε εφοδιαστεί με αντιαρματικά πυροβόλα και έτσι ο ρόλος του ήταν κυρίως να εμποδίσει τη διέλευση τεθωρακισμένων στις διαβάσεις που προστάτευε το Λίσσε. Συνολικά, όλα τα συγκροτήματα του Λίσσε είχαν ανάπτυγμα υπόγειων καταφυγίων 790 τ.μ., ενώ το μήκος των στοών ήταν 950 τ.μ. 

Το Λίσσε επάνδρωναν 12 αξιωματικοί και 457 στρατιώτες. Λόγω της στρατηγικής θέσης του οχυρού τους, οι άνδρες της φρουράς του Λίσσε είχαν αναλάβει να εκπληρώσουν αρκετούς στόχους. Ο πιο σημαντικός ήταν να εμποδίσουν -σε συνεργασία με τη φρουρά του Πυραμιδοειδούς τον εισβολέα να κινηθεί από το υψίπεδο του Κάτω Νευροκοπίου πιο νότια. Το Λίσσε είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να μην έχει ουσιαστικά καμία νεκρή γωνία γύρω από το ύψωμά του. 

Ακόμη και περιοχές πλησίον του οχυρού, που ήταν εκτός βολής των πολυβόλων του, ήταν δυνατό να ασφαλιστούν με τις βολές των όλμων του. Αυτό σήμαινε ότι ακόμη και αν σταματούσε η υποστήριξη του Λίσσε από άλλες δυνάμεις εκτός του οχυρού, η φρουρά του ήταν σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικά και μόνη της το οχυρό της. Ανατολικά του Λίσσε, βρισκόταν το μικρότερο οχυρό, Πυραμιδοειδές.


Είχε ανεγερθεί στις βορειοδυτικές προσβάσεις του υψώματος Προφήτης Ηλίας, περίπου 2,5 χιλιόμετρα από το χωριό Γρανίτης. Το Πυραμιδοειδές βρισκόταν πλησίον της εισόδου της στενωπού προς Γρανίτη και έτσι ήταν ιδανικό σημείο για την άμυνα σε αυτή τη διάβαση. Το οχυρό Ντάσαβλη ήταν κτισμένο στη δυτικότερη άκρη του ομώνυμου αντερείσματος και τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του χωριού Οχυρόν. 

Επειδή αυτό το σημείο δεν μπορούσε να καλυφθεί από το Λίσσε, χρειάστηκε να κατασκευαστεί εκεί ένα χωριστό οχυρό. Το Ντάσαβλη αποτελείτο από ένα στεγανό έργο που είχε ανάπτυγμα των υπογείων καταφυγίων 125 τ.μ. και μήκος στοών ακριβώς το ίδιο. Στο δυτικό άκρο του υψιπέδου του Νευροκοπίου, το δρόμο προς Σέρρες προστάτευαν τα οχυρά Παρταλούσκα και Περιθώρι. Τα οχυρά εδώ ανήκαν στο συγκρότημα Καρατάγ και τελούσαν υπό διαφορετική κεντρική διοίκηση από αυτά του Γ’ Συγκροτήματος Οχυρών. 

Το σημαντικότερο από τα δύο ήταν το Περιθώρι που είχε ανεγερθεί στους ανατολικούς πρόποδες του Καραντάγ, λίγες εκατοντάδες μέτρα βορειοδυτικά του ομώνυμου χωριού. Το συγκεκριμένο οχυρό περιβαλλόταν από το υψίπεδο του Κάτω Νευροκοπίου και βορείως του βρισκόταν το Ύψωμα Σύλλα, όπου είχε εγκατασταθεί μία μικρή Ελληνική δύναμη προκάλυψης εφοδιασμένη με πολυβόλα. Το οχυρό Περιθώρι αποτελείτο από τρία στεγανά συγκροτήματα με ανάπτυγμα των υπογείων καταφυγίων του 304 τ.μ. και των στοών 485. 

Συνολικά, το Περιθώρι επάνδρωναν 8 αξιωματικοί και 215 στρατιώτες. Η Παρταλούσκα είχε ανεγερθεί στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του ομώνυμου υψώματος, 1,5 χλμ. νοτιοανατολικά από το χωριό Περιθώρι. Επρόκειτο για ένα περίκλειστο στεγανό συγκρότημα με ανάπτυγμα των υπογείων καταφυγίων 187 τ.μ. και των στοών 190. Λόγω της θέσης της, η Παρταλούσκα ήταν σύνδεσμος μεταξύ των πολύ ισχυρότερων οχυρών, Λίσσε και Περιθώρι. 

Ο ρόλος του οχυρού ήταν να εμποδίσει τη διέλευση τεθωρακισμένων προς την Κάτω Βροντού. Τα οχυρά Μαλιάγκα, Περσέκ και Μπαμπαζώρα ανήκαν και αυτά στο συγκρότημα Καραντάγ και είχαν ανεγερθεί στο δυτικότερο σημείο του. Αποστολή των φρουρών τους ήταν να εμποδίσουν την προώθηση εχθρικών τμημάτων μέσω του Βαθυτόπου προς Σέρρες. Η Μαλιάγκα ήταν το μεγαλύτερο από αυτά τα οχυρά. Βρισκόταν βόρεια του Περιθωρίου στους βόρειους πρόποδες του ομώνυμου υψώματος. 

Αποτελείτο από δύο μεγάλα στεγανά συγκροτήματα και τρία μικρότερα. Είναι ενδιαφέρον ότι τα σκέπαστρα και τα πολυβολεία της Μαλιάγκας είχαν ανεγερθεί σε τρία διαδοχικά επίπεδα. Με αυτό τον τρόπο, τα πυρά των πολυβολείων διασταυρώνονταν και έτσι πολλαπλασιαζόταν η αποτελεσματικότητά τους. Το ανάπτυγμα των καταφυγίων της Μαλιάγκας ήταν 724 τ.μ. και των στοών 1.227 μ. Συνολικά, όλα τα συγκροτήματα επάνδρωναν 19 αξιωματικοί και 587 στρατιώτες.

Το οχυρό Μπαμπαζώρα, πολύ μικρότερο σε σχέση με τη Μαλιάγκα, είχε ανεγερθεί στους πρόποδες του υψώματος Καρά, 1,5 χλμ. νοτιοδυτικά από το Βαθύτοπο. Αποτελείτο από τρία συγκροτήματα, Α, Β και Γ, και ήταν επανδρωμένο με 5 αξιωματικούς και 169 στρατιώτες. Οι Ελληνικές δυνάμεις, που υποστήριζαν αμυντικά τα οχυρά του υποτομέα Κάτω Νευροκοπίου, αποτελούνταν από διάφορους σχηματισμούς που ανήκαν είτε στην XIV Μεραρχία ή στην VII Μεραρχία. 

Ο βασικός σχηματισμός ήταν το Συγκρότημα Οχυρών Καραντάγ υπό το συνταγματάρχη Σαλβάνο και έδρα την Κάτω Βροντού. Πολύ σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Κάτω Νευροκοπίου έπαιξε το Ελληνικό πυροβολικό από θέσεις εκτός των οχυρών, το οποίο κάλυπτε σε μεγάλο βαθμό όλη την περιοχή.

Το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο είχε παντελή άγνοια για τα αμυντικά σχέδια των Ελλήνων και εκτιμούσε ότι στην ευρύτερη περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου βρίσκονταν μόνο δύο Ελληνικές αμυντικές γραμμές που απαρτίζονταν από ολιγάριθμες δυνάμεις πεζικού. Αυτή η άγνοια δικαιολογεί το γεγονός ότι ανέθεσε τις επιχειρήσεις στην 72α Μεραρχία Πεζικού, οι άνδρες της οποίας δεν είχαν εκπαιδευτεί στον ανορθόδοξο πόλεμο των οχυρών, ενώ δεν διέθεταν σημαντικό αριθμό σκαπανέων εφόδου του Μηχανικού παρά μόνον ορισμένα τεθωρακισμένα. 

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν έκαναν καμία σοβαρή προσπάθεια να πληροφορηθούν την αμυντική διάταξη των Ελλήνων στην περιοχή εκείνη. Η αλήθεια είναι ότι οι Γερμανικές δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Νευροκόπι θεώρησαν περιττό να κάνουν προπαρασκευαστικές ενέργειες. 

Καθώς υπήρξαν από τις πιο επίλεκτες Γερμανικές δυνάμεις που το 1940 πολέμησαν και διακρίθηκαν στη Μάχη της Γαλλίας. Για τους συγκεκριμένους στρατιώτες οι επιχειρήσεις τους κατά των Γάλλων αποτελούσαν το μεγάλο τους άθλο. Αυτές που σχεδιάζονταν εναντίον της Ελλάδας ίσως να μη φάνταζαν μια εύκολη υπόθεση, αλλά δεν θεωρούνταν και κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Σύντομα, όμως, οι άνδρες της 72ας Μεραρχίας θα ανακάλυπταν την αυταπάτη τους.

Η Γερμανική Επίθεση στο Κάτω Νευροκόπι 6 - 9 Απριλίου 1941

Μαλιάγκα

Στις 05:20 της 6ης Απριλίου 1941, η 72η Μεραρχία Πεζικού ξεκίνησε την επίθεσή της εναντίον του υποτομέα Νευροκοπίου, μεταξύ Βαθύτοπου και Κάτω Νευροκοπίου, με τρεις ομάδες κρούσης που αποτελούνταν από διάφορα τμήματα της Μεραρχίας. Η ταυτόχρονη επίθεση και των τριών ομάδων κρούσης ξεκίνησε πολύ καλά, όσο αυτές συναντούσαν μόνο Ελληνικές δυνάμεις προφυλακής.

Με βάση το σχέδιο άμυνας, οι Ελληνικοί λόχοι προκάλυψης με την έναρξη της Γερμανικής επίθεσης συμπτύχθηκαν στα μετόπισθεν σε διάφορα σημεία του όρους Καραντάγ, όπου και δημιούργησαν γραμμή στήριξης για την άμυνα της περιοχής. Και οι τρεις αιχμές της Γερμανικής επίθεσης δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από τα Ελληνικά πολυβολεία της Μαλιάγκας, καθώς και από το πυροβολικό σε εξωτερικές θέσεις πλησίον της Μαλιάγκας. 

Οι Γερμανοί είχαν βαριές απώλειες και οι επιζώντες σκόρπισαν για να γλιτώσουν από τον καταιγισμό των Ελληνικών πυρών. Στη διάρκεια της 6ης Απριλίου και τη νύκτα 6ης προς 7η , οι Γερμανοί έκαναν αρκετές προσπάθειες να προωθήσουν πυροβόλα για να μπορέσουν να βομβαρδίσουν τη Μαλιάγκα. 

Αυτά όμως πλήττονταν καίρια από τους άνδρες του οχυρού, καθώς και το Ελληνικό πυροβολικό που με τα επιτυχημένα πυρά του κατέστρεψε αρκετά από αυτά τα πυροβόλα. Το πρωί της 7ης Απριλίου, οι Γερμανοί δέχτηκαν ένα ισχυρό ακόμη χτύπημα. Μόλις η 2η Μοίρα του 172ου Γερμανικού Συντάγματος Πυροβολικού έφθασε στο υψίπεδο του Νευροκοπίου και άρχισε να χτυπά τη Μαλιάγκα με άμεσες βολές, δέχτηκε στις 09:00 καταιγισμό Ελληνικών βολών με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές απώλειες και να χάσει μιάμιση πυροβολαρχία. 

Το ίδιο πρωί δυνάμεις του 1ου Γερμανικού Τάγματος επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και κατέλαβαν το Υψωμα Κουρή και τα πυροβόλα μίας Ελληνικής πυροβολαρχίας που βρισκόταν εκεί. Όμως, λίγη ώρα αργότερα, οι Έλληνες επιτέθηκαν και ανακατέλαβαν το ύψωμα και τα πυροβόλα τους. Στη διάρκεια της μάχης, οι Έλληνες έπιασαν αρκετούς Γερμανούς αιχμαλώτους που στη συνέχεια παρέδωσαν για φύλαξη στο οχυρό Παρταλούσκα. 

Το απόγευμα της 7ης Απριλίου, το 1ο Τάγμα του 124ου Γερμανικού Συντάγματος προσπάθησε να οργανώσει και πάλι μία μεγάλη επίθεση κατά της Μαλιάγκας. Ομως, η επίθεση εξουδετερώθηκε προτού καν εκδηλωθεί, όταν το Ελληνικό πυροβολικό άνοιξε πυρ στους χώρους συγκέντρωσης του τάγματος. Τότε ο διοικητής του 124ου Συντάγματος επικοινώνησε με το διοικητή της 72ης Μεραρχίας, υποστράτηγο Mattenklott, και του ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατόν με τις δυνάμεις και τα μέσα που διέθετε να καταλάβει τη Μαλιάγκα. 

Ο Γερμανός στρατηγός διέταξε τότε το 1ο Τάγμα να παρακάμψει το οχυρό μέσω του χωριού Δασωτόν και να προσπαθήσει να αιφνιδιάσει τη φρουρά του από ανατολικά. Σε μια κίνηση αντιπερισπασμού-υποστήριξης της επίθεσης, το 2ο Τάγμα θα προωθείτο δυτικά και μέσω του χωριού Περιθώρι θα προέλαυνε στην Κάτω Βροντού. Όμως τη νύχτα της 7ης προς 8η Απριλίου το τάγμα αυτό έχασε το δρόμο και έστριψε σε λάθος κατεύθυνση.

Δίχως να το γνωρίζουν οι επικεφαλής αξιωματικοί, είχαν οδηγήσει τους στρατιώτες σε μία περιοχή μεταξύ της Μαλιάγκας και του Περιθωρίου. Οι Έλληνες και των δύο οχυρών εντόπισαν την κίνηση του τάγματος και έτσι με το πρώτο φως της μέρας την 8η Απριλίου άνοιξαν πυρ κατά πάνω τους με τα πολυβόλα και τους όλμους των οχυρών. Οι απώλειες του συγκεκριμένου τάγματος υπήρξαν ιδιαίτερα βαριές. 

Όλη την ημέρα οι Γερμανοί στρατιώτες δέχονταν πυρά από διαφορετικά σημεία και προσπαθούσαν να καλυφθούν μέσα στις πτυχώσεις του εδάφους και τις μικρές χαράδρες. Οι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν το χάος στο οποίο είχαν περιέλθει οι Γερμανοί και έτσι πραγματοποίησαν και αρκετές εφόδους στα νώτα του 2ου Τάγματος από κρυφές εξόδους του οχυρού Μαλιάγκας που οι Γερμανοί δεν είχαν εντοπίσει. 

Πολλοί Γερμανοί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στη διάρκεια της μάχης, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν και ο ταγματάρχης, διοικητής του 2ου Τάγματος. Μόλις το βράδυ οι λιγοστοί επιζώντες Γερμανοί μπόρεσαν να αποσυρθούν προς το Δασωτόν και να απομακρυνθούν έτσι από το Ελληνικό πεδίο βολής.

Παράλληλα με την επιχείρηση αυτή της 8ης Απριλίου, οι Γερμανοί πραγματοποίησαν την ίδια μέρα και άλλη μία κατά της Μαλιάγκας. Το 1ο Γερμανικό Τάγμα με προσκολλημένο τον 1ο Λόχο του 72ου Τάγματος Μηχανικού, έναν ουλαμό αντιαεροπορικών πυροβόλων και έναν ουλαμό πυροβόλων εφόδου, επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του υψώματος της Μαλιάγκας. Οι Γερμανικοί λόχοι δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από τη Μαλιάγκα και το Λίσσε, αλλά κατάφεραν να εισχωρήσουν από αυτήν την πλευρά σε κάποια εξωτερικά έργα της Μαλιάγκας. 

Δεν μπόρεσαν όμως να προσεγγίσουν το κυρίως τμήμα του οχυρού και στη συνέχεια αναγκάστηκαν να εκκενώσουν και αυτά τα εξωτερικά έργα εξαιτίας των επιτυχημένων Ελληνικών πυρών. Η Ελληνική συνθηκολόγηση της 9ης Απριλίου 1941 έθεσε τέλος σε όλες τις Γερμανικές επιχειρήσεις εναντίον της Μαλιάγκας.

Περιθώρι - Παρταλούσκα - Σύλλα

Η Ομάδα Κρούσης Κέντρου των Γερμανών αποτελείτο από το 105ο Σύνταγμα και από το 2ο Τάγμα του 266ου Συντάγματος. Ο βασικός στόχος των μονάδων αυτών ήταν το οχυρό Περιθώρι. Το ξημέρωμα της 6ης Απριλίου 1941, το 2ο Τάγμα άρχισε να προωθείται στο δρόμο προς Κάτω Βροντού που περνούσε πολύ κοντά από το οχυρό του Περιθωρίου. Μόλις οι πρώτοι στρατιώτες του τάγματος έφθασαν σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων από το οχυρό στις 09:30, τα πολυβολεία του οχυρού άνοιξαν αιφνιδιαστικά πυρ εναντίον τους.

Η προέλαση σταμάτησε και οι Γερμανοί πεζικάριοι καθηλώθηκαν. Κάποιοι Γερμανοί κατέφυγαν στο λοφίσκο του νεκροταφείου του Περιθωρίου που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του οχυρού και από εκεί άρχισαν να χτυπούν τα φατνώματα του οχυρού με αυτόματα. Γρήγορα, όμως, αυτή η ομάδα εξολοθρεύτηκε όταν δέχτηκε καταιγισμό όλμων τόσο από το Περιθώρι όσο και από την Παρταλούσκα. 

Οι υπόλοιποι άνδρες του 2ου Τάγματος είχε πάρει θέσεις στο δασύλλιο Βασίλκα. Αυτοί με πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς κατάφεραν να εξουδετερώσουν πέντε πολυβολεία του οχυρού στο Περιθώρι, που βρίσκονταν στο πιο προωθημένο τομέα του οχυρού (Δ’ Διμοιρία). Όμως, η Ελληνική απάντηση σε αυτή τη Γερμανική πρόκληση υπήρξε άμεση. Ενώ τα αντιαεροπορικά 88άρια συνέχιζαν να βάλλουν κατά των φατνωμάτων του Περιθωρίου, οι παρατηρητές του οχυρού επεσήμαιναν τις θέσεις τους μέσα στη Βασίλκα και τις διαβίβασαν στο πυροβολικό του οχυρού. 

Μέσα σε λίγα λεπτά, όλα τα πυροβόλα της 3ης Γερμανικής Πυροβολαρχίας καταστράφηκαν όταν το Ελληνικό πυροβολικό άνοιξε πυρ κατευθείαν πάνω στις θέσεις τους. Οι επιζώντες Γερμανοί του 2ου Τάγματος του 266ου Συντάγματος αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στις 17:00 στην οδό Περιθωρίου-Βαθυτόπου, καθώς τα πυρά του Ελληνικού πυροβολικού συνεχίζονταν. Εκεί ο διοικητής του τάγματος, αφού αναδιοργάνωσε τους άνδρες του, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Περιθωρίου μόλις ξημέρωνε, την 7η Απριλίου. 

Πριν αυτό συμβεί, μία ομάδα Γερμανών κατέλαβε το χωριό Περιθώρι τη νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου. Οι υπερασπιστές του οχυρού αντελήφθησαν αυτή την εχθρική κίνηση και εξουδετέρωσαν όλους του άνδρες με βολές όλμων. Στις 05:30 την 7η Απριλίου, οι άνδρες του 2ου Τάγματος του 266ου Συντάγματος και του 5ου Λόχου του 105ου Συντάγματος εφόρμησαν κατά του οχυρού του Περιθωρίου. Γρήγορα η επίθεση καθηλώθηκε μπροστά από το οχυρό, όπου οι Γερμανοί βρέθηκαν σε μία ακάλυπτη περιοχή και άρχισαν να υφίστανται σοβαρές απώλειες. 

Όμως, στις 06:50 ένα μεγάλο τμήμα του 5ου Λόχου του 105ου Συντάγματος έφθασε στον τομέα της Δ’ Διμοιρίας όπου τα πολυβολεία είχαν καταστραφεί την προηγούμενη μέρα. Ο λόχος κατέστρεψε με χειροβομβίδες μερικά ακόμη εξωτερικά πολυβολεία και έτσι βρέθηκε σε νεκρά σημεία του οχυρού που δεν μπορούσαν να χτυπηθούν από τους υπερασπιστές με τα πολυβόλα τους. Οι άνδρες του 5ου Λόχου έδραξαν την ευκαιρία και άρχισαν να διεισδύουν στο οχυρό Περιθώρι διαμέσου της Δ’ Διμοιρίας. 

Ο Δαράτος είδε τους Γερμανούς να ανεβαίνουν το ύψωμα προς τη Δ’ Διμοιρία και να χάνονται μέσα στα πολυβολεία και κατάλαβε ότι το Περιθώρι βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο. Αμέσως διέταξε να σβήσουν όλα τα φώτα μέσα στο οχυρό και οι πολυβολητές στις φωλιές πολυβόλων των στοών να ετοιμαστούν για μάχη. Επίσης, διέταξε να τεθούν σε λειτουργία όλα τα χειροκίνητα συστήματα εξαερισμού για την περίπτωση που οι Γερμανοί έριχναν αέρια μέσα στις στοές του οχυρού. Ο ίδιος έσπευσε αμέσως στο υπόγειο του οχυρού, όπου και συγκέντρωσε όσους άνδρες βρήκε εκεί.

Σε αυτούς χορήγησε χειροβομβίδες και ξιφολόγχες. Όταν οι άνδρες του 5ου Λόχου άρχισαν να καταφθάνουν στις υπόγειες στοές του Περιθωρίου, οι στρατιώτες αυτοί με συνεχόμενα πυρά και ρίψεις χειροβομβίδων κατόρθωσαν να σταματήσουν την προέλασή τους. Η μάχη μέσα στο Περιθώρι διήρκεσε 3 ώρες και υπήρξε από τις πιο λυσσαλέες του Ελληνογερμανικού πολέμου, γιατί οι Γερμανοί δεν αιφνιδιάστηκαν -όπως είχε συμβεί στην περίπτωση του Ιστίμπεη- από την Ελληνική αντίσταση. 

Όμως, οι Γερμανοί δεν εκμεταλλεύτηκαν την εισχώρηση του 5ου Λόχου μέσα στο Περιθώρι, καθώς οι δυνάμεις που ακολουθούσαν καθηλώθηκαν από τα πολυβολεία του οχυρού και από τα πυροβόλα στα μετόπισθεν που κατόπιν αιτήματος του Δαράτου συγκέντρωναν τα πυρά τους στους Γερμανούς που προωθούνταν προς τον τομέα της Δ’ Διμοιρίας. 

Μάλιστα, ο Δαράτος διέταξε τους χειριστές επτά βομβιδοβόλων να ρίχνουν στις νεκρές γωνίες του τομέα που δεν μπορούσαν να χτυπήσουν τα πολυβόλα. Οι υπερασπιστές του οχυρού, αν και γνώριζαν ότι μεγάλη Γερμανική δύναμη είχε εισχωρήσει στο εσωτερικό του οχυρού και αυτό κινδύνευε να καταληφθεί, δεν έχασαν την ψυχραιμία τους αλλά παρέμεναν στις θέσεις τους εκτελώντας πιστά τις διαταγές του διοικητή τους. 

Έτσι, ο 5ος Γερμανικός Λόχος έχασε την επαφή του με την υπόλοιπη ομάδα κρούσης και δεν μπορούσε να ανεφοδιαστεί μέσα στις στοές με αποτέλεσμα τα πυρομαχικά του να αρχίσουν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, είχαν σβήσει όλα τα φώτα μέσα στις στοές, αλλά γνώριζαν κάθε σημείο του οχυρού και έτσι μπορούσαν να σχεδιάσουν την αντεπίθεσή τους. 

Με μια αστραπιαία κίνηση ο Δαράτος έστειλε μια μικρή ομάδα ανδρών που επιτέθηκε στους Γερμανούς αναγκάζοντάς τους να φύγουν από το εσωτερικό του οχυρού, αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς και τραυματίες - ανάμεσά τους και το διοικητή του Λόχου. Όμως, όταν βρέθηκαν έξω από το οχυρό οι Γερμανοί έπεσαν πάνω στο φράγμα πυρός από τα πολυβόλα και τα βομβιδοβόλα του οχυρού που τους προκάλεσαν νέες απώλειες. 

Οι Έλληνες ανακατέλαβαν όλα τα πολυβολεία που είχαν πέσει στα χέρια του 5ου Λόχου. Ο Δαράτος στις 12:00 ενημέρωσε τηλεφωνικά τη Μεραρχία για την εξουδετέρωση των Γερμανών μέσα στις στοές του Περιθωρίου. Από τις 13:30 οι υπερασπιστές του Περιθωρίου πρόσεξαν ότι οι επιθέσεις των Γερμανών είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Μάλιστα, όσοι από αυτούς κατείχαν θέσεις μπροστά στο οχυρό τις εγκατέλειπαν.

Ο Δαράτος παρατήρησε ότι ανάμεσα σε αυτούς τους στρατιώτες ήταν και πολλοί τραυματίες που περπατούσαν με δυσκολία. Στο πεδίο της μάχης είχαν απομείνει μόνο τα δεκάδες πτώματα των Γερμανών που είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της επίθεσης. Ο λόγος αυτής της ξαφνικής σύμπτυξης των Γερμανών δεν άργησε να γίνει αντιληπτός από τους Έλληνες. 

Στις 16:30 εκδηλώθηκε η πιο σφοδρή επίθεση εναντίον του Περιθωρίου, υποστηριζόμενη από οκτώ βαριά άρματα μάχης και όλες τις προσκεκολλημένες πυροβολαρχίες στην ομάδα κρούσης. Οι δυνάμεις αυτές είχαν ως βάση εξόρμησής τους το δασύλλιο της Βασίλκας. Για να έχουν καλύτερα αποτελέσματα, οι Γερμανοί μετέφεραν τέσσερις πυροβολαρχίες σε κοντινή απόσταση από το οχυρό. 

Τα φατνώματα του οχυρού δέχτηκαν σφοδρό πυρ από αυτά τα πυροβόλα. Τα Γερμανικά πεζοπόρα τμήματα με την υποστήριξη του πυροβολικού και των τεθωρακισμένων προσπάθησαν να πλησιάσουν το οχυρό. Όμως, για άλλη μία φορά, το συντονισμένο πυρ του οχυρού του Περιθωρίου και του πυροβολικού του Σύλλα σταμάτησε τη Γερμανική επίθεση. Ένα από τα Γερμανικά άρματα μάχης καθώς και αρκετά πυροβόλα καταστράφηκαν από τα Ελληνικά πυρά.

Η μόνη απώλεια των Ελλήνων από την τρίωρη απογευματινή επίθεση των Γερμανών ήταν ένας τραυματίας πολυβολητής. Η αποτυχία των επανειλημμένων επιθέσεων της 7ης Απριλίου δεν πτόησε τους Γερμανούς, οι οποίοι ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν και νέα επίθεση την άλλη μέρα. Στη διάρκεια της νύκτας της 7ης προς 8η Απριλίου προέβησαν σε διάφορες ενέργειες, όπως κατάληψη θέσεων και προώθηση αρμάτων μάχης που θα ενίσχυαν την επίθεση όταν αυτή θα εκδηλωνόταν.

Στις 8 Απριλίου, στις 06:00, δύο λόχοι του 2ου Τάγματος του 266ου Συντάγματος πραγματοποίησαν κατά μέτωπο επίθεση κατά του Περιθωρίου, εφορμώντας στα συγκροτήματα της Β’ και της Γ’ Διμοιρίας. Παράλληλα, άλλα τμήματα του τάγματος επιτέθηκαν στο συγκρότημα της Α’ Διμοιρίας μέσω του χωριού του Περιθωρίου, καθώς και στα υψώματα του Σύλλα. Υστερα από μάχη δύο ωρών, οι Γερμανοί καθηλώθηκαν σε απόσταση 80-100 μέτρων από τα συρματοπλέγματα των Β’ και Γ’ Διμοιριών.

Η επίθεση και των Γερμανών από το χωριό επίσης αναχαιτίστηκε από τα πυρά των πολυβόλων της Α’ Διμοιρίας. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στη βάση εξόρμησής τους μέσα στο χωριό. Όμως, στις 08:00, μία ομάδα Γερμανών κατάφερε να μεταφέρει μικρό αριθμό πυροβόλων ευθυτενούς τροχιάς σε απόσταση 400 μέτρων από τον τομέα της Δ’ Διμοιρίας.


Αν και οι άνδρες αυτής της ομάδας δέχτηκαν αμέσως τα πυρά τόσο από το Περιθώρι όσο και από τα Ελληνικά πυροβόλα στο μετόπισθεν, κατάφεραν να κρατήσουν για αρκετά λεπτά τις θέσεις τους και να υποστηρίξουν με τα πυρά των πυροβόλων τους μία έφοδο που πραγματοποίησαν Γερμανοί στρατιώτες που είχαν καθηλωθεί μπροστά από τα πολυβολεία της Β’ και της Γ’ Διμοιρίας. Αυτή η έφοδος στέφθηκε με επιτυχία για τους Γερμανούς, που κατόρθωσαν να φθάσουν στα πρώτα πολυβολεία της Β’ Διμοιρίας.

Μπροστά στο νέο θανάσιμο κίνδυνο που αντιμετώπιζε το Περιθώρι, ο Δαράτος συγκρότησε μία ομάδα αντεπίθεσης που αποτελείτο κυρίως από τραυματιοφορείς και νοσοκόμους. Εξορμώντας από μια έξοδο του οχυρού που οι Γερμανοί δεν γνώριζαν, αυτοί οι Έλληνες μαχητές επιτέθηκαν με σφοδρότητα σε όσους αντιπάλους τους ήταν μπροστά στο τομέα της Β’ και της Γ’ Διμοιρίας. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν από την επίθεση των Ελλήνων και ιδιαίτερα από την ορμητικότητά της.

Η μάχη υπήρξε άγρια και γρήγορα τελείωσαν τα πυρομαχικά και από τις δύο πλευρές. Στο τέλος Γερμανοί και Έλληνες πάλευαν με τα χέρια, ώσπου οι πρώτοι υποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και τραυματίες. Καθώς όμως υποχωρούσαν άρχισαν να δέχονται εκ νέου τα πυρά από τους όλμους και τα πολυβόλα του οχυρού που έβαλλαν και πάλι εναντίον τους. Οι Έλληνες επέστρεψαν στο οχυρό μεταφέροντας τους Γερμανούς που είχαν τραυματιστεί στη μάχη, καθώς και τους τέσσερις Έλληνες τραυματίες της ίδιας μάχης.

Κανένας Έλληνας δεν σκοτώθηκε στη διάρκεια της σύγκρουσης αυτής. Στις επιχειρήσεις κατά του Περιθωρίου το 2o Τάγμα του 266oυ Συντάγματος υπέστη σοβαρές απώλειες. Έτσι αποφασίστηκε τα υπολείμματά του να μη συμμετέχουν πλέον στις επιχειρήσεις και στις 8 Απριλίου επέστρεψαν στο Σύνταγμά τους. Στη θέση του 2ου Τάγματος στάλθηκε το 3ο Τάγμα του 266ου Συντάγματος, το οποίο και το μεσημέρι της 8ης Απριλίου είχε αρχίσει να παίρνει θέση στην περιοχή Δασωτό, καθώς τα υπολείμματα του 2ου Τάγματος ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν.

Σύμφωνα με τις Γερμανικές πηγές, μία νέα επίθεση ορίστηκε για τη νύχτα της 8ης προς 9η Απριλίου εναντίον του οχυρού Περιθώρι. Όμως δεν εκδηλώθηκε τότε, αλλά ούτε και την 9η Απριλίου. Εκείνη τη μέρα οι Γερμανοί οργάνωσαν επιχειρήσεις πεζικάριων στους λόφους γύρω από το Περιθώρι. Στη διάρκεια μίας τέτοιας επίθεσης ένας Γερμανικός λόχος κατέλαβε το Υψωμα Σύλλα. Οι 15 Ελληνες που υπερασπίζονταν το ύψωμα υπό τον ανθυπολοχαγό Ξενίδη συνέλαβαν πριν υποχωρήσουν με κινηματογραφικό τρόπο τέσσερις Γερμανούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και έναν λοχαγό, τους οποίους και μετέφεραν στο Περιθώρι.

Όμως, η κατάληψη του υψώματος Σύλλα σήμαινε ότι το οχυρό του Περιθωρίου είχε κυκλωθεί από παντού. Έτσι ο Δαράτος οργάνωσε επιχείρηση για την ανακατάληψη του υψώματος. Συνεννοήθηκε με το διοικητή της Μαλιάγκας, λοχαγό Θεοδωρόπουλο, προκειμένου να οργανώσουν από κοινού την αντεπίθεση. Στις 12:00 της 9ης Απριλίου η ομάδα εφόδου από το Περιθώρι, αποτελούμενη και από τους 15 στρατιώτες της αρχικής δύναμης του Σύλλα, καθώς και το βοηθητικό προσωπικό του οχυρού (μαγείρους, νοσοκόμους κ.ά.) -πολλοί από τους οποίους είχαν πολεμήσει την προηγούμενη μέρα τους Γερμανούς μπροστά στη Β’ και τη Γ’ Διμοιρία- εφόρμησε στους Γερμανούς στο Ύψωμα Σύλλα.


Όμως ο στρατιώτης Βασιλειάδης, που υποστήριζε την επίθεση με το πολυβόλο στο πολυβολείο Β19, τραυματίστηκε θανάσιμα από Γερμανική σφαίρα. Έτσι ο Δαράτος άρπαξε το πολυβόλο και άρχισε να χτυπά τους Γερμανούς καλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την έφοδο των ανδρών του. Την ώρα που οι Γερμανοί προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν την έφοδο από τους άνδρες του Περιθωρίου αιφνιδιάστηκαν από μία δεύτερη ομάδα εφόδου.

Επρόκειτο για μία διμοιρία από το οχυρό Μαλιάγκα με επικεφαλής τον ίδιο το διοικητή του οχυρού, λοχαγό Θεοδωρόπουλο, που επιτέθηκε στα νώτα των Γερμανών στο Σύλλα. Ύστερα από αγώνα μισής ώρας, οι Γερμανοί άρχισαν να υποχωρούν από το Σύλλα κατευθυνόμενοι προς το δασύλλιο της Βασίλκας. Εκεί όμως δέχθηκαν πυρά από το οχυρό της Μαλιάγκας με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να χάσουν τη ζωή τους.

Παρά την εξολόθρευση εκατοντάδων αντρών τους, οι Γερμανοί σχεδίασαν νέα επίθεση εναντίον του Περιθωρίου το απόγευμα της 9ης Απριλίου. Η Ελληνική συνθηκολόγηση όμως ματαίωσε την όλη επιχείρηση και έτσι γλίτωσαν τη ζωή τους οι στρατιώτες του 3ου Τάγματος του 266ου Συντάγματος. 

Λίσσε - Ντάσαβλη - Πυραμιδοειδές Μάχη της Κρέστης

Όπως και στα άλλα οχυρά, στο Κάτω Νευροκόπι, έτσι και στο Λίσσε οι Γερμανοί συνάντησαν ελάχιστη αντίσταση από τις δυνάμεις προφυλακής στο ξεκίνημα της εισβολής τους. Μάλιστα, μέχρι και το μεσημέρι, σχεδόν έξι ώρες από την έναρξη της Γερμανικής επίθεσης, η μόνη ενέργεια της φρουράς του Λίσσε εναντίον των Γερμανών ήταν η κατάρριψη από τα αντιαεροπορικά του οχυρού ενός βομβαρδιστικού Dornier 17 που πετούσε προκηρύξεις πάνω από το οχυρό που απευθύνονταν στους Ελληνες στρατιώτες καλώντας τους να παραδοθούν.

Το πλήρωμα του αεροπλάνου έπεσε στα χέρια των Ελλήνων και ήταν οι πρώτοι Γερμανοί που αιχμαλωτίστηκαν στη διάρκεια του Ελληνογερμανικού πολέμου. Τα τάγματα του 105ου Συντάγματος καθώς προέλαυναν κατά του Λίσσε έστηναν τα πυροβόλα των 88 χλστ. και έριχναν κατά του οχυρού.

Από εκεί δεν υπήρχε καμία αντίδραση, κάτι που έδινε την εντύπωση στους Γερμανούς ότι οι βολές των αντιαεροπορικών πυροβόλων τους είχαν εξουδετερώσει τους περισσότερους Ελληνες. Στην πραγματικότητα, το οχυρό είχε υποστεί μικρές ζημιές και κανένας από τη φρουρά δεν είχε πάθει το παραμικρό. Ο διοικητής του Λίσσε, ταγματάρχης Δετοράκης, είχε διατάξει τους πολυβολητές του να ανοίξουν πυρ μόνο όταν οι Γερμανοί θα έφθαναν στα 800 μέτρα απόσταση από το οχυρό.
 

Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι υπήρχαν Έλληνες οχυρωμένοι στην κορυφή του υψώματος, αλλά όχι ότι ήταν οχυρό. Ο αντισυνταγματάρχης Muller, διοικητής του 105ου Συντάγματος, έκρινε ότι επαρκούσε μόνο η δύναμη ενός τάγματος για να καταλάβει το Λίσσε και το χωριό Οχυρό που βρισκόταν στις πρόποδές του. Ανέθεσε λοιπόν στο 3ο Τάγμα να συνεχίσει την επίθεση προς το Λίσσε και διέταξε το 2ο Τάγμα να κάνει μία παράκαμψη δυτικά του χωριού και του υψώματος για να διασφαλίσει γρήγορα τον έλεγχο της διάβασης Καλαποτίου προς Προσοτσάνη, καταλαμβάνοντας το ύψωμα της Κρέστης.

Στη συνέχεια θα προωθούνταν προς τη Μικρόπολη. Με αυτό τον τρόπο θα ολοκληρωνόταν η διάσπαση της Ελληνικής αμυντικής γραμμής προς Νότο και θα άνοιγε ο δρόμος για τη Γερμανική προέλαση στην Ανατολική Μακεδονία. Οι άνδρες του 2ου και του 3ου Τάγματος προέλασαν δίχως να αναμένουν την έλευση του πυροβολικού και των τεθωρακισμένων και έσπευσαν να εκτελέσουν τις αποστολές που τους είχαν ανατεθεί. Το 2ο Τάγμα στράφηκε νοτιοδυτικά του Λίσσε, προς την κατεύθυνση της Κρέστης.

Στις 14:00 το τάγμα άρχισε να κινείται νοτίως του οχυρού Λίσσε μέσα από μια ελώδη περιοχή μεταξύ των οχυρών Παρταλούσκα και Ντάσαβλη. Τότε οι Γερμανοί του συγκεκριμένου τάγματος δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από το Ελληνικό πυροβολικό και στις 17:00 αναγκάστηκαν να κρυφτούν μέσα σε μεγάλους θάμνους για να αποφύγουν το Ελληνικό πυρ. Τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ χειρότερα για το 3ο Τάγμα.

Οι στρατιώτες συνέχισαν να προωθούνται με κατεύθυνση το Λίσσε. Η απόστασή τους από το οχυρό όλο και λιγόστευε και οι Ελληνες αξιωματικοί με δυσκολία συγκρατούσαν τους πολυβολητές να μην ανοίξουν πυρ με τα πολυβόλα. Οπως κατέγραψε ο Αναστάσιος Μπιλάλης, διοικητής λόχου στο Λίσσε, ο ενθουσιασμός των στρατιωτών βλέποντας τους Γερμανούς να κατευθύνονται προς το οχυρό ήταν ασυγκράτητος

«Τὶς ὦρες ἐκεῖνες ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ κόπου πολλοῦ μπορέσαμε νὰ συγκρατήσουμε τὴν πολεμικὴν διάθεσιν καὶ ὁρμὴν τῶν ὁπλιτῶν μας. Ἀλλὰ ἡ διαταγὴ ἦτο διαταγή. Ἔπρεπε νὰ ἐπιτύχουμε τὸν αἰφνιδιασμὸν ποὺ ἐπιζητούσαμε… Καὶ νὰ ἡ στιγμή». 

Μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν το οχυρό σε απόσταση 800 μέτρων, ο ταγματάρχης Δετοράκης έδωσε το σύνθημα και τα μετωπικά πολυβολεία από το Λίσσε ξεκίνησαν καταιγισμό πυρών. Η εμπροσθοφυλακή του τάγματος υπέστη σοβαρές απώλειες και οι επιζώντες άρχισαν να οπισθοχωρούν άτακτα. 

«Ἡ εὐστοχία τοῦ πυρὸς ἐπὶ τῆς ἀνθρωπομάζης ταύτης ὑπῆρξε τοιαύτης ὥστε ἐπῆλθε τελεία σύγχισις καὶ ἀνάμειξις τῶν τμημάτων ἐχόντων μεγάλας ἀπωλείας. Παρὰ τὰ φονικὰ πυρά μας ὁ ἐχθρὸς ἐνισχυθεῖς δι’ ἑνὸς Τάγματος εἰσέτι ἐνεργεῖ καὶ δευτέραν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ ὀχυροῦ Λύσσε, ἀδίκως ὅμως θυσιάζει τοὺς ἄνδρας τοῦ διότι τὸ πῦρ τῶν ὀργάνων τοῦ ὀχυροῦ εἶναι συνεχὲς καὶ ἀδιαπέραστον ὁ δὲ ἐνθουσιασμὸς τῶν μαχητῶν μου ἀκράτητος».
 

Μπροστά στη λυσσαλέα αντίσταση του Λίσσε το Γερμανικό τάγμα συμπτύχθηκε και άρχισε να κατευθύνεται προς το χωριό Οχυρό απέναντι από το Λίσσε. Εκεί οι στρατιώτες αναζήτησαν κάλυψη στα σπίτια του χωριού. Λίγο αργότερα, έφθασαν μπροστά από το Λίσσε τα πρώτα τέσσερα από τα συνολικά 20 Γερμανικά βαριά άρματα μάχης τα οποία έδρασαν εναντίον του Λίσσε. Αυτά στράφηκαν πρώτα κατά της διμοιρίας στο έργο «Χελώνη». Οι χειριστές των αντιαρματικών πυροβόλων περίμεναν τα άρματα να πλησιάσουν σε απόσταση 400 μέτρα για να ανοίξουν πυρ.

Αυτό έγινε, με αποτέλεσμα να καταστρέψουν τα τρία από τα τέσσερα άρματα φονεύοντας τα πληρώματά τους. Παράλληλα με την επίθεση των τεθωρακισμένων στο Λίσσε, άλλα άρματα μάχης επιτέθηκαν στην Ουσόγια σε υποστήριξη της Ανατολικής Ομάδας Κρούσης, που απαρτιζόταν από το 10ο Λόχο (ενισχυμένο) του 266ου Συντάγματος και η οποία εκινείτο προς τα υψώματα της Ουσάγιας, όπου και δέχθηκε τα φονικά πυρά από τα πυροβολεία και πολυβολεία του Πυραμιδοειδούς.

Το αντιαρματικό πυροβόλο του Πυραμιδοειδούς, μάλιστα, κατέστρεψε ένα από τα τεθωρακισμένα που βρέθηκε σε απόσταση 500 μέτρα από το οχυρό. Όταν το πλήρωμα εξήλθε από το άρμα, οι Έλληνες πολυβολητές σκόρπισαν το θάνατο με τα πολυβόλα τους. Στο χωριό Οχυρό, όπου το 3ο Γερμανικό Τάγμα είχε λάβει θέσεις μέσα στα σπίτια, άρχισαν να καταφτάνουν νωρίς το απόγευμα οι βαριές πυροβολαρχίες που ήταν προσκολλημένες στο 105ο Σύνταγμα.

Οι Γερμανοί έστησαν πολλά πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς μέσα στα σπίτια του χωριού και άρχισαν να χτυπάνε τα φατνώματα του Λίσσε. Οι υπερασπιστές με τη σειρά τους απαντούσαν στο Γερμανικό βομβαρδισμό χτυπώντας με τα πολυβόλα και τους όλμους τα κτίρια μέσα από τα οποία είχαν δει τους Γερμανούς να ανοίγουν πυρ. Ταυτόχρονα, άνοιξαν πυρ και εναντίον των λόχων του 3ου Τάγματος που επιχειρούσαν να επιτεθούν στους πρόποδες του υψώματος, εμποδίζοντάς τους έτσι να προσεγγίσουν το Λίσσε.

Για να μπορέσουν να πετύχουν καλύτερα αποτελέσματα, οι Γερμανοί μετέφεραν έξι πυροβολαρχίες σε απόσταση 1.800 μέτρων από το Λίσσε στο ανοιχτό πεδίο. Τα περισσότερα από αυτά τα όπλα δεν πρόλαβαν να χρησιμοποιηθούν καν, αφού γρήγορα καταστράφηκαν από τις βολές της VIIβ ομάδας Πυροβολικού που ευρίσκετο στα μετόπισθεν του Λίσσε και του πυροβολικού του Πυραμιδοειδούς.

Οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν το Λίσσε και αποφασίστηκε να εγκαταλείψει το 3ο Τάγμα την πολιορκία του οχυρού και να ενωθεί με το 2ο Τάγμα που ήδη εκινείτο στην περιοχή μεταξύ των οχυρών Παρταλούσκα και Ντάσαβλη. Όμως, πριν γίνει αυτό, δόθηκε διαταγή στο 1ο Τάγμα του 105ου Συντάγματος να αντικαταστήσει το 3ο Τάγμα στο χωριό Οχυρό και να επαναλάβει τις επιθέσεις εναντίον του Λίσσε.
 

Πράγματι, στη 01:00 της 7ης Απριλίου, το 3ο Τάγμα ξεκίνησε σε φάλαγγα την πορεία του προς τις θέσεις του 2ου Τάγματος. Μέσα σε μία ώρα είχε ολοκληρωθεί η αντικατάσταση του 3ου Τάγματος από το 1ο Τάγμα. Μαζί με το τάγμα αυτό κατέφθασαν μεγάλες δυνάμεις πυροβολικού που θα υποστήριζαν την προσπάθεια των στρατιωτών του να εκπορθήσει το Λίσσε. Πέντε Γερμανικές πυροβολαρχίες άρχισαν να βάλλουν κατά του οχυρού.

Ταυτόχρονα, οι άνδρες του 1ου Τάγματος πήραν θέσεις μάχης στους πρόποδες του Λίσσε, καθώς το πυροβολικό τους χτυπούσε τα φατνώματα του οχυρού και ανέμεναν το σύνθημα να εφορμήσουν. Στις 05:50 το σύνθημα δόθηκε και εκατοντάδες Γερμανοί πεζικάριοι πραγματοποίησαν μια κατά μέτωπο έφοδο ανηφορίζοντας το ύψωμα του οχυρού. Αμέσως δέχτηκαν καταιγισμό πυρών, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες.

Στις 14:05 προσπάθησαν να επιτεθούν και πάλι, δίχως όμως να πετύχουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Στο μεταξύ, το 3ο Τάγμα, καθώς προέλαυνε δυτικά προς την περιοχή όπου βρισκόταν το 2ο Τάγμα, δέχτηκε πυρά από το Ελληνικό πυροβολικό. Ωστόσο, κατάφερε στη συνέχεια να ξεφύγει την προσοχή των Ελλήνων οι οποίοι δεν πίστευαν ίσως ότι θα μπορούσε μία μεγάλη εχθρική δύναμη να προωθηθεί μέσα από την ελώδη περιοχή.

Επιπλέον, όλη η προσοχή των υπερασπιστών του Λίσσε συνέχιζε να είναι στραμμένη προς το χωριό Οχυρό, απ’ όπου το Γερμανικό πυροβολικό έβαλλε και από όπου περίμεναν επίθεση από το Γερμανικό 1ο Τάγμα. Είναι ξεκάθαρο ότι οι άνδρες αυτού του τάγματος κάλυπταν την προέλαση του 3ου Τάγματος νότια και οι επιθέσεις τους στο Λίσσε ήταν κινήσεις αντιπερισπασμού που κάλυπταν τη Γερμανική προέλαση νοτιότερα του Λίσσε.

Όλη τη νύχτα οι άνδρες του Λίσσε χτυπούσαν με όλμους τους Γερμανούς στο χωριό Οχυρό, ενώ εκείνοι απαντούσαν με βολές των πυροβόλων ευθυτενούς τροχιάς. Οι Γερμανοί ήδη την πρώτη μέρα είχαν γύρω στους 40 τραυματίες μέσα στο χωριό Οχυρό. Αναγκάστηκαν μάλιστα να μετατρέψουν την εκκλησία του χωριού σε πρόχειρο ιατρείο για τους τραυματίες. Εντελώς παράτυπα, οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει ένα πολυβόλο στο καμπαναριό της εκκλησίας που έριχνε εναντίον του Λίσσε.

Επίσης, δεν είχαν αναρτήσει σε εμφανή σημεία της εκκλησίας το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού. Ετσι τα ολμοβολεία του Λίσσε, τη νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου χτύπησαν την εκκλησία με πυρά, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο όλοι οι Γερμανοί τραυματίες και το ιατρικό προσωπικό. Πριν ξημερώσει η 7η Απριλίου 1941, το 3ο Τάγμα ενώθηκε με το 2ο Τάγμα και την αυγή άρχισαν να προωθούνται μαζί νότια.
 

Οι Έλληνες αντιλήφθηκαν αυτή την κίνηση των Γερμανών πολύ αργά και έτσι όταν το Ελληνικό πυροβολικό άνοιξε πυρ εναντίον τους, κατάφερε να χτυπήσει μόνο την οπισθοφυλακή της μεγάλης φάλαγγας. Τα Γερμανικά τάγματα άρχισαν τότε να εκτελούν τις αποστολές που τους είχαν ανατεθεί.

Στις 09:30 το 2ο Τάγμα επιτέθηκε στην Κρέστη και το 3ο Τάγμα επιχείρησε να καταλάβει την είσοδο στη διάβαση του Καλαποτίου. Μισή ώρα αργότερα, οι άνδρες του 3ου Τάγματος εισχώρησαν στη διάβαση του Καλαποτίου και άρχισαν να προελαύνουν προς Μικρόπολη. Όμως, στη διάρκεια της προέλασής τους δέχτηκαν επιθέσεις από Ελληνικές δυνάμεις πεζικού που τους περικύκλωσαν. Τελικά, με μεγάλη δυσκολία οι Γερμανοί αυτοί κατάφεραν να συμπτυχθούν προς την Κάτω Βροντού.

Το 2ο Τάγμα μόλις έφθασε στο Υψωμα της Κρέστης, στις 10:00, ενεπλάκη σε βίαια μάχη με τις εκεί Ελληνικές δυνάμεις, ένα λόχο και μία διμοιρία πολυβόλων. Οι Γερμανοί κατάφεραν να απωθήσουν τους Έλληνες και να καταλάβουν το ύψωμα. Αυτή η επιτυχία σήμαινε ότι αν το 3ο Τάγμα επιχειρούσε να εισχωρήσει και πάλι στη διάβαση του Καλαποτίου, οι άνδρες του 2ου Τάγματος από την Κρέστη θα μπορούσαν να τους καλύψουν.

Την ώρα που η Κρέστη έπεφτε στα χέρια των Γερμανών, όλα τα οχυρά της ευρύτερης περιοχής δέχτηκαν ταυτόχρονες επιθέσεις από άρματα και πεζικό. Η Ντάσαβλη, το Περιθώρι και η Παρταλούσκα επικοινώνησαν με τον διοικητή του Λίσσε, ταγματάρχη Δετοράκη, ζητώντας επειγόντως υποστήριξη από το πυροβολικό του οχυρού του. Όλες αυτές οι Γερμανικές ενέργειες έγιναν προς υποστήριξη των δυνάμεων που επιχειρούσαν στην Κρέστη και η διοίκηση της 72ας Μεραρχίας έπαιρνε ένα κρίσιμο ρίσκο στη συγκεκριμένη κίνηση.

Ο υποστράτηγος Ζωιόπουλος, διοικητής της VII Μεραρχίας, πληροφορήθηκε ότι οι Γερμανοί είχαν καταλάβει θέσεις στην Κρέστη και ότι θα μπορούσαν να διασπάσουν την Ελληνική γραμμή και να κινηθούν νότια προς Σέρρες και Δράμα. Επρεπε με κάθε μέσο να τεθεί εκτός μάχης το 2ο Γερμανικό Τάγμα στην Κρέστη. Καθώς η Κρέστη ήταν στα όρια της ΧΙV Μεραρχίας και της VΙ Μεραρχίας, σχηματίστηκε μία ισχυρή δύναμη δύο Ελληνικών ταγμάτων που αποτελούνταν από δυνάμεις και των δύο μεραρχιών.

Οι Έλληνες που θα έπαιρναν μέρος στην επιχείρηση μεταφέρθηκαν στην Κρέστη με φορτηγά. Τα οχήματα αυτά έσερναν και τα πυροβόλα των δύο πυροβολαρχιών που θα υποστήριζαν την επίθεση. Η ομίχλη καθυστέρησε την ανάπτυξη αυτής της ομάδας προς την Κρέστη, αλλά τελικά στις 11:00 της 8ης Απριλίου ξεκίνησε την επίθεση κατά των Γερμανών. Η μάχη υπήρξε λυσσαλέα και στο τέλος οι Έλληνες ανακατέλαβαν τμήμα του υψώματος και απώθησαν τους Γερμανούς στο βορειοδυτικό τμήμα.
 

Στις νέες θέσεις τους οι Γερμανοί δεν είχαν πια την υποστήριξη του πυροβολικού τους και τα πυρομαχικά και τα εφόδιά τους άρχισαν να τελειώνουν. Επιπλέον, ήταν δύο μέρες νηστικοί. Ύστερα από τέσσερις ώρες μάχης, οι επιζώντες Γερμανοί παραδόθηκαν. Το 2ο Τάγμα έπαψε να υφίσταται και σύμφωνα με Ελληνικές πηγές 250 Γερμανοί αιχμαλωτίστηκαν, ανάμεσά τους και ο διοικητής του τάγματος, ένας αντισυνταγματάρχης.

Όλοι οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στην Κάτω Βροντού, όπου απελευθερώθηκαν μόλις 24 ώρες αργότερα, μετά την Ελληνική συνθηκολόγηση.

Παράδοση Οχυρών Κάτω Νευροκοπίου, 10 Απριλίου 1941

Την 9η Απριλίου οι μάχες στο Νευροκόπι έβαιναν υπέρ των Ελλήνων. Οι Γερμανοί δεν είχαν καταλάβει ούτε ένα οχυρό και σε κανένα σημείο δεν είχαν καταφέρει να διασπάσουν την Ελληνική αμυντική γραμμή. Μέχρι εκείνη την ημέρα, το επίσημο ημερολόγιο της 72ης Μεραρχίας ανέφερε ότι είχε απώλειες περίπου 700 στρατιώτες. Στην πραγματικότητα, ήταν πολύ περισσότερες, καθώς ο αριθμός των 1.800 νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων Γερμανών που καταγράφουν οι Ελληνικές πηγές φαίνεται πιο ρεαλιστικός.

Όμως, το απόγευμα της 9ης Απριλίου, οι Γερμανοί στην περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου πληροφορήθηκαν ότι στη Θεσσαλονίκη είχε υπογραφεί η Ελληνική συνθηκολόγηση. Όπως συνέβη σε όλα τα οχυρά που συνέχισαν να αγωνίζονται, έτσι και σε αυτά του Κάτω Νευροκοπίου εμφανίστηκαν Γερμανοί με λευκές σημαίες που ζητούσαν από τους διοικητές των οχυρών να παραδοθούν.

Ωστόσο, κανένας διοικητής δεν δέχθηκε να παραδώσει το οχυρό του στους Γερμανούς απεσταλμένους που τους ζήτησαν να επικοινωνήσουν με τους προϊσταμένους στις μεραρχίες τους.

Ένας από αυτούς ήταν ο συνταγματάρχης Σαλβάνος, διοικητής του Συγκροτήματος Καραντάγ, που μόλις μία μέρα νωρίτερα είχε ηγηθεί των Ελληνικών δυνάμεων στην Κρέστη που είχε νικήσει το Γερμανικό 1ο Τάγμα του 105ου Συντάγματος. Ο Σαλβάνος ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα, παρά τη συνθηκολόγηση, και διέταξε τα τμήματα υπό τη διοίκησή του να παραμείνουν στις θέσεις τους, μαχόμενοι όπως και τις προηγούμενες μέρες.

Το βράδυ όμως θα συμπτύσσονταν στο 28ο χιλιόμετρο Ανω Βροντού - Σέρρες, απ’ όπου θα κινούνταν προς τη Χαλκιδική, με σκοπό τη συνέχιση της αντιστάσεως. Την απόφαση αυτή πληροφορήθηκαν οι προϊστάμενοι του Σαλβάνου, οι οποίοι κατόπιν αφόρητων πιέσεων τον υποχρέωσαν να εκτελέσει τους όρους της συνθηκολόγησης και να διατάξει τους άνδρες του να παραδοθούν.
 

Παρά την αλλαγή στάσης του Σαλβάνου, όλοι οι διοικητές των οχυρών του Νευροκοπίου συνέχισαν να αρνούνται να παραδώσουν τα οχυρά τους στους Γερμανούς. Τα λόγια του Δετοράκη που περιγράφουν τα συναισθήματά του όταν το απόγευμα της 9ης Απριλίου πληροφορήθηκε και επίσημα ότι είχε υπογραφεί συνθηκολόγηση και ότι θα έπρεπε να παραδώσει το Λίσσε, είναι συγκλονιστικά:

«Ἀπὸ τὴν ὥρα αὐτὴν μύριαι σκέψεις ἐβασάνιζον τὸν νοῦ μου. Τί ἔπρεπε νὰ πράξω. Νὰ ὑπακούσω εἰς τὰ διαταγᾶς τῶν ἀνωτέρων μου; Ἢ νὰ ἀμυνθῶ μέχρις ἐσχάτων; Κατερχόμενος τὴν κλίμακα τοῦ παρατηρητήριού μου μὲ προσέβλεπον περίλυποι οἱ ἡρωικοὶ ὀπλίται μου οἵτινες εἶχον πληροφορηθῆ τὰ διατρέξαντα ὑπὸ τῶν τηλεφωνητῶν…..περιφερόμενος περίλυπος ἐντὸς τοῦ ὀχυροῦ εὑρέθην πρὸ τῶν κλινῶν τῶν τραυματιῶν καὶ μὴ γνωρίζοντες οἱ ἀτυχεῖς τὰ θλιβερὰ γεγονότα χαρούμενοι μὲ ὑπεδέχθησαν νὰ ἀκούσουν καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ στόμα μου πατριωτικὰ λόγια καὶ τὸ εὖγε διὰ τὸν ἡρωισμόν τους. Σφίγγων τὴν καρδία μου καὶ κρύβων τὸν πόνο μου τοὺς καληνύκτισα καὶ ἀπῆλθον.»

Τελικά με τη σύμφωνη γνώμη του υποδιοικητή του, λοχαγού Μπιλάλη, και όλης της φρουράς του Λίσσε, ο Δετοράκης αρνήθηκε να υπακούσει στις εντολές των ανωτέρων του. Έτσι το πρωί της 10ης Απριλίου, ο Δετοράκης και ο Μπιλάλης έσπευσαν στην Κάτω Βροντού να απαιτήσουν από τους προϊσταμένους τους να συνεχίσουν τον αγώνα.

Όταν όμως συνειδητοποίησαν ότι οι Γερμανοί είχαν κυκλώσει το Λίσσε με μεγάλες δυνάμεις και ότι δεν θα ήταν δυνατόν να συμπτυχθεί η φρουρά, διέταξαν τελικά αυτή να παραδοθεί στους Γερμανούς. Την επόμενη μέρα, στις 11 Απριλίου, ο διοικητής της 72ης Μεραρχίας, υποστράτηγος Mattenklott, ζήτησε να δει τον Δετοράκη με τον οποίο συζήτησε πολλές λεπτομέρειες σχετικά με την άμυνα που είχε παραθέσει εναντίον των επιθέσεων του 105ου Συντάγματος.

Ο Γερμανός στρατηγός αρχικά σκόπευε να εκτελέσει (!) τον Δετοράκη και τον Μπιλάλη για το θάνατο των αντρών του στην εκκλησία του χωριού Οχυρόν. Όμως πείστηκε από τα επιχειρήματά τους ότι η εκκλησία, αν και είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο, αποτελούσε νόμιμο στρατιωτικό στόχο. Στο τέλος, ο Mattenklott συνεχάρη τον Δετοράκη για την άριστη άμυνα που παρέταξε η φρουρά του Λίσσε και του ζήτησε να διαβιβάσει τα συγχαρητήριά του και στους στρατιώτες του.

Το απόγευμα της 9ης Απριλίου εμφανίστηκε μπροστά στο Περιθώρι μία ομάδα Γερμανών με λευκές σημαίες, με τους οποίους συνομίλησε ο Δαράτος. Η φρουρά του Περιθωρίου ξέσπασε σε ζητωκραυγές μόλις τους είδε να ανεβαίνουν το ύψωμα προς το οχυρό, γιατί νόμιζαν ότι είχαν έλθει να παραδοθούν. Όμως, ο Δαράτος γνώριζε την πικρή αλήθεια, ότι δηλαδή είχαν έλθει να ζητήσουν την παράδοση του Περιθωρίου: ο διοικητής του οχυρού Παρταλούσκα είχε πληροφορηθεί τα νέα της συνθηκολόγησης μέσω ασυρμάτου και ειδοποίησε τηλεφωνικά με τη σειρά του τον Δαράτο, καθώς και τους άλλους διοικητές των οχυρών.
 

Οι κήρυκες έδωσαν στον Δαράτο προθεσμία μέχρι και την άλλη μέρα το πρωί (10 Απριλίου) για να επικοινωνήσει με τους προϊσταμένους του και να επιβεβαιώσει την είδηση της συνθηκολόγησης. Πράγματι, ο Δαράτος επικοινώνησε με το Συγκρότημα του Καραντάγ, αλλά και με τη μεραρχία του, και έμαθε ότι πράγματι είχε γίνει η συνθηκολόγηση και ότι θα έπρεπε να παραδώσει το Περιθώρι στους Γερμανούς και να οδηγήσει τους άνδρες του στις Σέρρες. Γρήγορα όλη η φρουρά πληροφορήθηκε τα νέα και τότε οι στρατιώτες

«ἐξέσπασαν σὲ κραυγᾶς λέγοντες ὅτι ἐμεῖς δὲν ἐγκαταλείπομεν τὸ σπίτι μας, θὰ πεθάνωμεν ἐντὸς αὐτοῦ καὶ θὰ μείνωμεν πιστοὶ στὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἐδώσαμε διὰ τὸ ὀχυρόν».

Την επόμενη μέρα, ήλθαν και πάλι οι κήρυκες ζητώντας την παράδοση του Περιθωρίου και ο Δαράτος για να κερδίσει χρόνο ισχυρίστηκε ότι δεν στάθηκε δυνατό να επικοινωνήσει με τους προϊσταμένους του, διότι οι Γερμανικοί βομβαρδισμοί είχαν καταστρέψει το τηλεφωνικό δίκτυο. Ζήτησε να μεταβεί ο ίδιος στην έδρα του συγκροτήματος στην Κάτω Βροντού, με την άδεια των Γερμανών, αφού το Περιθώρι ήταν ήδη κυκλωμένο από αυτούς.

Στην Κάτω Βροντού, ο Δαράτος διατάχθηκε να πάρει τους άνδρες του και να πάει στις Σέρρες. Όταν επέστρεψε στο Περιθώρι, βλέποντας ότι δεν ήταν δυνατή η διαφυγή των αντρών του, έκαψε όλα τα απόρρητα έγγραφα και διέταξε την καταστροφή των όπλων και τη διανομή των τροφίμων στους στρατιώτες. Στις 12:20 της 10ης Απριλίου 1941, η φρουρά του Περιθωρίου, που τόσο σκληρά είχε αγωνιστεί για το οχυρό της, το εγκατέλειψε κάτω από το βλέμμα των Γερμανών που είχαν έλθει να το παραλάβουν.

Όπως και με το Περιθώρι, έτσι και τα περισσότερα οχυρά παραδόθηκαν τελικά στους Γερμανούς από τους διοικητές τους. Η φρουρά της Παρταλούσκας εκκένωσε το οχυρό πριν από την άφιξη των Γερμανών εκεί, αλλά τελικά και αυτή οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία στις Σέρρες. Το οχυρό Πυραμιδοειδές δεν ήταν περικυκλωμένο από τους Γερμανούς και λόγω της θέσης του μέσα στη διάβαση του Γρανίτη στάθηκε δυνατόν για τη φρουρά του να συμπτυχθεί στη Δράμα πριν από την έλευση των Γερμανών.

Από εκεί ο διοικητής του Πυραμιδοειδές, λοχαγός Ρογκάκος, και πολλοί στρατιώτες του προωθήθηκαν στη Χαλκιδική. Ο Ρογκάκος κατάφερε τελικά ύστερα από πολλές περιπέτειες να φθάσει στη Μέση Ανατολή, όπου και συνέχισε τον αγώνα εναντίον των δυνάμεων του Άξονα.

ΥΠΟΤΟΜΕΑΣ ΘΡΑΚΗΣ 

Γενικά

Εξαιτίας του πεδινού περιβάλλοντος της Δυτικής Θράκης, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο γνώριζε ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο ο στρατός να την υπερασπιστεί στην περίπτωση που μεγάλες δυνάμεις εισέβαλλαν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό η περιοχή είχε επανδρωθεί μόνο με δύο ταξιαρχίες πεζικού, την Ταξιαρχία Νέστου με έδρα διοίκησης την Ξάνθη και την Ταξιαρχία Εβρου με έδρα το Σουφλί.
 

Καθώς δεν υπήρχε καν η ψευδαίσθηση ότι οι μικρές αυτές δυνάμεις θα μπορούσαν να νικήσουν μεγάλους εχθρικούς σχηματισμούς, ως αποστολή τους ορίστηκε η επιβράδυνση των εχθρικών τμημάτων που θα προωθούνταν στο κυρίως μέτωπο της Ανατολικής Μακεδονίας. Όταν οι δύο ταξιαρχίες δεν θα μπορούσαν πλέον να συγκρατήσουν τον εχθρό, η Ταξιαρχία Νέστου θα διερχόταν τον ποταμό Νέστο από τα δυτικά προκειμένου να ενωθεί με της δυνάμεις του ΤΣΑΜ.

Από την άλλη πλευρά της Θράκης, οι άνδρες της Ταξιαρχίας Έβρου θα περνούσαν μέσω του ποταμού Έβρου στην Ανατολική Θράκη, όπου θα παραδίδονταν στους Τούρκους. Στη Θράκη είχαν ανεγερθεί δύο οχυρά, ο Εχίνος στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου και η Νυμφαία στον τομέα της Ταξιαρχίας Έβρου. Η άμυνα των δύο αυτών οχυρών ήταν κατώτερη σε σχέση με τα υπόλοιπα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά».

Επιπλέον, η θέση των οχυρών ήταν τέτοια που παρείχε τη δυνατότητα στον εχθρό να τα περικυκλώσει αμέσως και να τα αποκόψει από τα μετόπισθεν. Η αποστολή των φρουρών τους ήταν να καθυστερήσουν την εχθρική προέλαση στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατόν και στη συνέχεια, όταν πλέον κάθε αντίσταση θα ήταν αδύνατη, να προσπαθήσουν να υποχωρήσουν. Όμως, η σύμπτυξη των φρουρών του Εχίνου και της Νυμφαίας δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση, αφού θα βρίσκονταν περικυκλωμένες από εχθρικές ισχυρές δυνάμεις.

Το οχυρό Εχίνος βρισκόταν στο βορειοανατολικό αντέρεισμα του ομώνυμου υψώματος με υψόμετρο 780 μ. Αποτελείτο από το βασικό συγκρότημα που ήταν στο ψηλότερο σημείο της κορυφής και κάποια άλλα συγκροτήματα έργων. Η φρουρά αποτελείτο συνολικά από 26 αξιωματικούς και 806 στρατιώτες. Η αποστολή τους ήταν να παρεμποδίσουν τη διέλευση εχθρικών δυνάμεων στην οδό Πασμάκη-Εχίνος-Ξάνθη.

Το οχυρό Νυμφαία είχε κατασκευαστεί στο ύψωμα 510 σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων από το ομώνυμο χωριό και 15 χλμ. από την Κομοτηνή. Το οχυρό αποτελούνταν από τρία στεγανά συγκροτήματα και επτά μεμονωμένα πολυβολεία. Τη φρουρά αποτελούσαν 14 αξιωματικοί και 464 στρατιώτες, αποστολή των οποίων ήταν να παρεμποδίσουν τον εχθρό να χρησιμοποιήσει την οδό Κίρτσαλη Νυμφαία-Κομοτηνή.

Η άμυνα της Θράκης ήταν λοιπόν εξαιρετικά ευάλωτη, ενώ η Γερμανική δύναμη που εισέβαλε στη Δυτική Θράκη ήταν τεράστια και δυσανάλογα ισχυρή σε σχέση με την Ελληνική. Απέναντι στις δύο ταξιαρχίες και τις φρουρές των δύο οχυρών, οι Γερμανοί παρέταξαν το 30ό Σώμα Στρατού που αποτελείτο από δύο μεραρχίες πεζικού, την 50ή και την 164η. Το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο είχε σχεδιάσει με τέτοιο τρόπο τις επιχειρήσεις στη Θράκη, ώστε η δύναμη αυτή να μπορούσε στη συνέχεια να εισβάλει στην Ανατολική Μακεδονία από ανατολικά.
 

Πρώτα όμως θα έπρεπε να εξουδετερωθούν οι δυνάμεις στη Δυτική Θράκη και να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της περιοχής. Οι Γερμανοί ασφαλώς και γνώριζαν ότι η Δυτική Θράκη δεν είχε οχυρωθεί και διέθετε μόνο μερικές αδύναμες μονάδες. Από την άποψη αυτή, ο αριθμός των στρατευμάτων που έστειλαν οι Γερμανοί στη Θράκη φαντάζει υπερβολικά μεγάλος και ίσως ερμηνεύεται και με πολιτικά κριτήρια.

Οι Γερμανοί μάλλον ήθελαν να κλείσουν το μέτωπο στη Θράκη ταχύτατα διότι τυχόν συνεχιζόμενη εμπλοκή τους εκεί θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα με τους Τούρκους.

Επίθεση στη Δυτική Θράκη

Στις 05:20 της 6ης Απριλίου 1941 ξεκίνησε η εισβολή στη Θράκη. Το 30ό Σώμα Στρατού με τις δύο μεραρχίες πεζικού, την 164η και την 50ή, επιτέθηκε στη Δυτική Θράκη μέσω δύο παράλληλων συγκοινωνιακών αξόνων με αφετηρία το έδαφος της Βουλγαρίας. Ο δυτικός άξονας, όπου έδρασε η 164η Μεραρχία, ακολουθούσε το δρόμο Φιλιππούπολης-Ξάνθης και στόχος της ήταν η κατάληψη της τελευταίας. Τομέας δράσης της 50ης Μεραρχίας ήταν ο δρόμος από τη Βουλγαρία στην Κομοτηνή με βασικούς στόχους την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη.

Μετά την κατάληψη των δύο αυτών πόλεων, η 50ή Μεραρχία θα κινούνταν δυτικά με στόχο την Καβάλα. Στον ανατολικό αυτό άξονα της Γερμανικής εισβολής στη Θράκη, το μόνο σημαντικό εμπόδιο αποτελούσε το οχυρό Νυμφαία. Η Ταξιαρχία Έβρου, που βρισκόταν στον τομέα δράσης της 50ης Μεραρχίας, είχε μειωμένο αριθμό στρατιωτών και ελάχιστα μέσα ώστε να θεωρείται σοβαρή απειλή γι’ αυτήν.

Η 50ή Μεραρχία επιτέθηκε στον ανατολικότερο τομέα της Δυτικής Θράκης σε τρεις φάλαγγες. Οι άνδρες στην αριστερή φάλαγγα απώθησαν γρήγορα την Ταξιαρχία Έβρου και έφθασαν μέσα σε λίγες ώρες στην Κομοτηνή, την οποία και κατέλαβαν. Παρά τη μειονεκτική θέση της, η Ελληνική ταξιαρχία προσπάθησε να παρεμποδίσει την περαιτέρω προώθηση των Γερμανών μετά την Κομοτηνή αλλά δέχτηκε ισχυρή πίεση. Κινδυνεύοντας να περικυκλωθεί από τους αριθμητικά υπέρτερους Γερμανούς, πέρασε αναγκαστικά τον Έβρο και μπήκε στην Ανατολική Θράκη.

Οι Τούρκοι συνέλαβαν και αφόπλισαν τους 100 αξιωματικούς και τους 2.000 στρατιώτες της. Ο διοικητής της ταξιαρχίας έφεδρος υποστράτηγος Ζήσης, μη αντέχοντας την ντροπή εξαιτίας της παράδοσης των όπλων στους Τούρκους, στις 9 Απριλίου 1941 αυτοκτόνησε στο χωριό Ύψαλα της Ανατολικής Θράκης.

Από την 50ή Μεραρχία, τη δυσκολότερη αποστολή ανέλαβαν οι άντρες στην κεντρική φάλαγγα που αντιμετώπισαν τη φρουρά του οχυρού Νυμφαία. Μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν το οχυρό, οι Έλληνες υπερασπιστές τούς καθήλωσαν με τα πυρά τους. Οι Γερμανοί δεν είχαν μαζί τους πυροβόλα καθώς οι δρόμοι και οι γέφυρες στην ευρύτερη περιοχή είχαν καταστραφεί από το Ελληνικό Μηχανικό.
 

Μέχρι να αφιχθεί το πυροβολικό τους μπροστά στο οχυρό Νυμφαία, πραγματοποιούσαν εφόδους με πεζοπόρα τμήματα υπό την κάλυψη εναέριων βομβαρδισμών από Στούκας. Μέχρι και το πρωί της 7ης Απριλίου η φρουρά του Νυμφαία είχε αποκρούσει 4 γερμανικές εφόδους, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους επιτιθεμένους. Όμως, εκείνη την ημέρα οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν το οχυρό Νυμφαία ενισχύθηκαν με πυροβολαρχίες και έτσι ξεκίνησε μαζικός βομβαρδισμός του οχυρού με αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα.

Στις 18:00 τμήματα σκαπανέων εφόδου μπόρεσαν να καταλάβουν την κορυφή του οχυρού. Αφού κατέστρεψαν με εκρηκτικά τα πολυβολεία του οχυρού, έριξαν καπνογόνα στο εσωτερικό του. Ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης Αναγνώστου, αναγκάστηκε να το παραδώσει στους Γερμανούς στις 23:30 της 7ης Απριλίου.

Εναντίον του Εχίνου επιτέθηκε το ενισχυμένο 2ο Τάγμα του 382ου Συντάγματος. Όπως και με τη Νυμφαία έτσι και στον Εχίνο οι Γερμανοί δεν είχαν αρχικά μαζί τους πυροβολικό, λόγω της καταστροφής των δρόμων από το Ελληνικό Μηχανικό. Άλλες Γερμανικές δυνάμεις της 164ης Μεραρχίας παρέκαμψαν τον Εχίνο και κατέλαβαν την Ξάνθη στις 7 Απριλίου δίχως να συναντήσουν αντίσταση.

Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατιώτες του 382ου Συντάγματος βρίσκονταν γύρω από τον Εχίνο. Οι υπερασπιστές του οχυρού, αν και περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, δεν έχασαν το θάρρος τους και άνοιγαν πυρ στον εχθρό από οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν εμφανιζόταν. Στις 7 Απριλίου, το 3ο Τάγμα του 382ου Συντάγματος έφτασε και αυτό στον Εχίνο προκειμένου να ενισχύσει τις Γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονταν ήδη εκεί.

Ο διοικητής του συγκεκριμένου τάγματος, ταγματάρχης Fett, ανέλαβε επικεφαλής των επιχειρήσεων εναντίον του Εχίνου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κατέφθασαν και οι Γερμανικές πυροβολαρχίες. Οι ισχυρές αυτές δυνάμεις πήραν θέσεις εξόρμησης στους βόρειους πρόποδες του υψώματος του οχυρού Εχίνος. Κατόπιν σκληρής μάχης, στις 8 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το συγκρότημα «Μ» του Εχίνου και να συλλάβουν 60 Έλληνες στρατιώτες.

Στη συνέχεια, οι Γερμανοί ξεκίνησαν από εκεί στο συγκρότημα «Αναρρωτηρίου». Σκαπανείς εφόδου έφτασαν δίπλα στα φατνώματα αυτού του συγκροτήματος και άρχισαν να πετάνε καπνογόνα. Όμως, οι υπερασπιστές του συγκεκριμένου συγκροτήματος κατάφεραν να διαφύγουν χρησιμοποιώντας τις εξωτερικές τάφρους επικοινωνίας και να φτάσουν στο κεντρικό συγκρότημα του Εχίνου.
 

Έτσι, τη νύχτα της 8ης προς 9η Απριλίου τα συγκροτήματα «Μ» και «Αναρρωτηρίου» είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν επίσης καταστρέψει όλα τα πολυβολεία του κεντρικού συγκροτήματος του οχυρού. Ο διοικητής του Εχίνου, ταγματάρχης Δρακούσης, κατόπιν σύσκεψης με τους άλλους αξιωματικούς του οχυρού, αποφάσισε να προχωρήσει στην εκκένωση της φρουράς του σύμφωνα με το σχέδιο άμυνας.

Στις 03:00 της 9ης Απριλίου, οι 18 αξιωματικοί και οι 550 στρατιώτες διέφυγαν από το οχυρό δίχως οι Γερμανοί να αντιληφθούν το παραμικρό. Η φρουρά προωθήθηκε προς το χωριό Κένταυρος με σκοπό να φτάσει μέχρι την Ξάνθη, όμως στον Κένταυρο ο Δρακούσης πληροφορήθηκε ότι η Ξάνθη και η Κομοτηνή είχαν ήδη καταληφθεί από τους Γερμανούς. Οι άντρες του Εχίνου βρίσκονταν περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς και δεν είχαν οδό διαφυγής.

Έτσι, το μεσημέρι της 9ης Απριλίου, παραδόθηκαν στους Γερμανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στο χωριό του Εχίνου και στη συνέχεια στην Ξάνθη. Ενώ ο Εχίνος αντιστεκόταν ακόμη μεταξύ 6ης και 7ης Απριλίου, η Ταξιαρχία Νέστου δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί την Ξάνθη γιατί είχε εμπλακεί σε σκληρό αγώνα με το 440ό Σύνταγμα της 164ης Μεραρχίας.

Η αριθμητική υπεροχή των Γερμανών άρχισε να ασκεί μεγάλη πίεση στην Ελληνική ταξιαρχία και έτσι ξεκίνησε η σύμπτυξή της προς τον Νέστο με βάση το σχέδιο άμυνας. Μόλις όλοι οι άντρες της ταξιαρχίας πέρασαν πάνω από τη γέφυρα της Σταυρούπολης, Έλληνες μηχανικοί την ανατίναξαν, ενώ η Γερμανική εμπροσθοφυλακή βρισκόταν 200 μέτρα μακριά της.

Η ανατίναξη της γέφυρας έγινε κυριολεκτικά μπροστά στους Γερμανούς στρατιώτες του 440ου Συντάγματος που έτρεχαν να την καταλάβουν ανέπαφη. Αμέσως μετά οι Έλληνες επάνδρωσαν τις θέσεις μάχης στη δυτική όχθη του Νέστου και άνοιξαν πυρ εναντίον των Γερμανών στην ανατολική όχθη του ποταμού. Οι Γερμανοί καθηλώθηκαν από τα ελληνικά πυρά και καθώς τα νερά του Νέστου σε εκείνο το σημείο ήταν ορμητικά, δεν κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τα πλωτά τους μέσα για να περάσουν απέναντι.

Μετά την κατάληψη του οχυρού Νυμφαίας, στις 7 Απριλίου, και οι δυνάμεις της 50ής Μεραρχίας προωθήθηκαν στην ανατολική όχθη του Νέστου. Οι συγκεκριμένες δυνάμεις έφτασαν στους Τοξότες, απ’ όπου βομβάρδισαν με το πυροβολικό τους την περιοχή Παραδείσου στη δυτική όχθη του Νέστου. Οι Γερμανοί θεώρησαν ότι ο βομβαρδισμός αυτός εξουδετέρωσε τους άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου σ’ εκείνο το σημείο της όχθης και έτσι προσπάθησαν να φτάσουν ως εκεί με λέμβους.
 

Όμως, η Ταξιαρχία Νέστου πήρε θέση ακριβώς απέναντι από το σημείο το οποίο προσέγγιζαν οι γερμανικές λέμβοι. Καθώς αυτές έφταναν στη δυτική όχθη του Νέστου, οι Έλληνες άνοιξαν πυρ με τα πολυβόλα τους. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν οι πρώτες πέντε λέμβους των Γερμανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Το πρωί της 10ης Απριλίου 1941 οι άντρες της Ταξιαρχίας Νέστου πληροφορήθηκαν τη συνθηκολόγηση. Πολλοί από αυτούς προσπάθησαν να διαφύγουν στα νησιά του Βορείου Αιγαίου μέσω της Κεραμωτής.

Οι Γερμανοί συνέλαβαν πολλούς από αυτούς όταν κατέλαβαν τα νησιά και λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Τουρκία και από εκεί στη Μέση Ανατολή. Το απόγευμα της 10ης Απριλίου 1941 οι Γερμανοί διάβηκαν τον Νέστο και κατέλαβαν τη δυτική του όχθη δίχως να συναντήσουν αντίσταση.

Αναδιοργάνωση των Γερμανικών Δυνάμεων και Τροποποίηση της Ελληνοβρετανικής Διάταξης

Το XL Σώμα Πάντσερ, το οποίο προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια επιθέσεων κατά μήκος της νότιας Γιουγκοσλαβίας, ξεκίνησε την επίθεσή του στις 5.30 πμ της 6ης Απριλίου και προωθήθηκε κατά μήκος των Βουλγαρικών συνόρων σε δύο ξεχωριστά σημεία. Μέχρι το βράδυ της 8ης Απριλίου η Leibstandarte SS Adolf Hitler είχε καταλάβει την Πρίλαπο (Prilep), αποκόπτοντας μία σημαντική σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ του Βελιγραδίου και της Θεσσαλονίκης και απομονώνοντας τη Γιουγκοσλαβία από τους συμμάχους της.

Στο σημείο αυτό οι Γερμανοί κατείχαν εδάφη, τα οποία ήταν κατάλληλα για την συνέχιση των επιθετικών ενεργειών τους. Διατηρώντας μία μικρή δύναμη ασφαλείας στα μετόπισθεν του Σώματος για την απόκρουση μίας ξαφνικής αντεπίθεσης από την κεντρική Γιουγκοσλαβία, στοιχεία της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ κατευθύνθηκαν δυτικά για να ενωθούν με τους Ιταλούς στα Αλβανικά σύνορα.

Το βράδυ της 9ης Απριλίου ο διοικητής του ΧL Σώματος Παντσερ, Στρατηγός Στούμμε, ανέπτυξε τις δυνάμεις του βόρεια του Μοναστηρίου, προετοιμαζόμενος για την επέκταση των επιθέσεων πέρα από τα Ελληνικά σύνορα προς τη Φλώρινα. Η θέση αυτή εγκυμονούσε τον κίνδυνο να περικυκλώσει τόσο τους Έλληνες στην Αλβανία όσο και το Ελληνοβρετανικό Συγκρότημα W στις περιοχές της Φλώρινας, της Έδεσσας και της Κατερίνης.

Γι΄ αυτό το λόγο ο Στρατηγός Ουίλσον αποφάσισε στις 8 Απριλίου την μετατόπιση της αμυντικής του διάταξης δυτικότερα, με μέτωπο προς τα βόρεια, για να αποφράξει τον διάδρομο από τη Μεγάλη Πρέσπα μέχρι την Βεύη, στην τοποθεσία Κλειδί. Η νέα διάταξη που ολοκληρώθηκε στις 10 Απριλίου είχε ανάπτυγμα περίπου 170 χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των στρατευμάτων.
 

Σε μία αποτίμηση της κατάστασης, στις 9 Απριλίου, ο Στρατάρχης Λιστ εξέφρασε τη γνώμη ότι, ως αποτέλεσμα της γρήγορης προώθησης των αυτοκινούμενων μονάδων, η 12η Στρατιά του βρισκόταν τώρα σε πλεονεκτική θέση για να αποκτήσει πρόσβαση προς την κεντρική Ελλάδα διασπώντας τις εχθρικές γραμμές πίσω από τον ποταμό Αξιό. Βασιζόμενος σε αυτή του την εκτίμηση ο Λιστ ζήτησε τη μεταφορά της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ από την 1η Ομάδα Πάντσερ στο XL Σώμα Πάντσερ.

Θεώρησε ότι η παρουσία της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ θα έδινε επιπλέον δύναμη στην γερμανική προέλαση μέσω του περάσματος του Μοναστηρίου.

Για τη συνέχιση της εκστρατείας δημιούργησε δύο επιθετικές ομάδες, μια Ανατολική υπό τη διοίκηση του XVIII Ορεινού Σώματος (5η και 6η Ορεινές Μεραρχίες, 2η Μεραρχία Πάντσερ, 72η Μεραρχία Πεζικού) η οποία θα ενεργούσε κατά του άξονα Θεσσαλονίκη-Λιτόχωρο και μία Δυτική υπό το XL Σώμα Πάντσερ (5η και 9η Μεραρχίες Πάντσερ, Leibstandarte SS Adolf Hitler, 73η Μεραρχία Πεζικού) η οποία θα ενεργούσε κατά του άξονα Φλώρινα-Λάρισα.

Μέχρι το πρωί της 10ης Απριλίου το XL Σώμα Πάντσερ είχε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για τη συνέχιση της επίθεσής του και συνέχισε την προέλαση προς την κατεύθυνση της Κοζάνης. Αντίθετα προς κάθε προσδοκία, το πέρασμα του Μοναστηρίου είχε αφεθεί αφύλακτο και οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία. Η πρώτη επαφή με τα Συμμαχικά στρατεύματα πραγματοποιήθηκε βόρεια της Βεύης στις 11.00 πμ της 10ης Απριλίου.

Στην νέα γραμμή άμυνας που είχαν ταχθεί οι Ελληνοβρετανικές δυνάμεις έγινε φανερό, όπως εκτίμησε ο Ουίλσον, ότι δεν μπορούσαν να αντέξουν την γερμανική επίθεση στην τοποθεσία Κλειδίου, με αποτέλεσμα η τοποθεσία Βερμίου να περιέλθει σε κίνδυνο. Διέταξε λοιπόν στις 11 Απριλίου νέα σύμπτυξη στην τοποθεσία Σινιάτσικο- Βουρινός- Καμβούνια- Πιέρια- Όλυμπος, η οποία ήταν πιο ισχυρή.

Οι Βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν τη ζώνη από την ακτή Πλαταμώνα έως την καμπή Αλιάκμονα, ενώ οι Ελληνικές Μεραρχίες Πεζικού ΧΙΙ (Συνταγματάρχης Γ. Καραμπάτος) και 20ή (Συνταγματάρχης Μ. Παπακωνσταντίνου) έπρεπε να εξασφαλίσουν τα στενά Σιάτιστας και Κλεισούρας αντίστοιχα. Η Μεραρχία Ιππικού (Υποστράτηγος Γ. Στανωτάς) με την 21η Ταξιαρχία τάχθηκε επί των ορέων Βαρνούς και Βέρνο.

Το συγκρότημα του Υποστράτηγου Μακέη (1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία και το Ελληνικό Σύνταγμα Δωδεκανησίων), που σχηματίστηκε για να «…αναχαιτίσει τον αστραπιαίο πόλεμο προς την κοιλάδα της Φλώρινας», όπως το έθεσε ο Γουίλσον, μετά επιβραδυντικό αγώνα στην στενωπό Κλειδίου, θα συμπτυσσόταν στην νέα τοποθεσία άμυνας και θα διαλύονταν.
 

Η Διείσδυση στο Μοναστήρι και Διάσπαση της Άμυνας

Αμέσως μετά την κατάληψη της Φλώρινας το μεσημέρι της 10ης Απριλίου, δυνάμεις της LSSAH και της 9ης Μεραρχίας Πάντζερ επιτέθηκαν στην στενωπό Κλειδίου όπου αποκρούστηκαν από τα εύστοχα πυρά του Βρετανικού πυροβολικού. Την επόμενη μέρα λόγω χιονόπτωσης και ισχυρού ψύχους η επίθεση των Γερμανών σταμάτησε. Μόνο στο τέλος της μέρας πραγματοποιήθηκε μια επίθεση από δύο Γερμανικά τάγματα, η οποία αποκρούστηκε.

Στις 12 Απριλίου, υπό τις ίδιες δυσμενής καιρικές συνθήκες, η μετωπική επίθεση της LSSAH κατά της στενωπού διέσπασε την γραμμή άμυνας των Βρετανών υποχρεώνοντας τους σε υποχώρηση. Ένα Αυστραλιανό και ένα Ελληνικό Τάγμα πεζικού που αμύνονταν στα δυτικά της στενωπού υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση, ενώ ανατολικά της στενωπού το Σύνταγμα Δωδεκανησίων απεσύρθη κατόπιν διαταγής.

Δυτικότερα, σύμφωνα με τις διαταγές που είχε δώσει ο Ουίλσον για υποχώρηση, οι ΧΙΙ και 20ή Μεραρχίες ξεκίνησαν την σύμπτυξή τους την νύχτα της 11ης και 12ης Απριλίου αντίστοιχα. Η κίνηση αυτών των μονάδων έγινε υπό δριμύ ψύχος, χιόνια και βροχή και μόνο ένα μέρος των δυνάμεών τους κατάφερε να φτάσει στις διαβάσεις Κλεισούρας και Σιάτιστας.

Επιπλέον πολλοί από τους οπλίτες που οι περιοχές καταγωγής τους είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς και γνωρίζοντας ότι οι οπλίτες και αξιωματικοί του ΤΣΑΜ αφέθηκαν ελεύθεροι, άρχισαν να διαρρέουν προς τις εστίες τους. Έτσι το αξιόμαχο αυτών των Μεραρχιών που έπρεπε να αντιμετωπίσουν επίλεκτες γερμανικές μονάδες, όπως η LSSAH, ήταν ιδιαίτερα χαμηλό.

Υπ΄αυτές τις συνθήκες, ο Ουίλσον, γνωρίζοντας ότι δεν θα αποστέλνονταν ενισχύσεις από την Αίγυπτο και φοβούμενος ότι οι Γερμανοί θα μπορούσαν να εισβάλουν στα Ιωάννινα και στα Γρεβενά, αποφάσισε στις 13 Απριλίου σύμπτυξη των βρετανικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες.

Μετά την διάσπαση στο Κλειδί η Γερμανική προέλαση συνεχίστηκε προς νότια και την 13η Απριλίου έλαβε επαφή με την 1η Τεθωρακισμένη Βρετανική Ταξιαρχία. Η ταξιαρχία αυτή είχε ως αντικειμενικό σκοπό να επιβραδύνει την Γερμανική προέλαση για να καλύψει την σύμπτυξη των υποχωρούντων Ελληνοβρετανικών δυνάμεων.
 

Με την υποχωρητική κίνηση να γίνετε επιτυχώς, στην περιοχή της Πτολεμαΐδας έγινε η μοναδική αρματομαχία κατά την επιχείρηση Μαρίτα, που έληξε με πλήρη νίκη των Γερμανών καθώς κατέστρεψαν 32 Βρετανικά άρματα ενώ αυτοί απώλεσαν μόλις τέσσερα. Ταυτόχρονα η LSSAH κατευθύνθηκε δυτικά προς την Καστοριά, μέσω της στενωπού της Κλεισούρας. Τα ταλαιπωρημένα τμήματα της 20ής Μεραρχίας που αντιμετώπισαν τους Γερμανούς στην Κλεισούρα κατόρθωσαν να αντισταθούν για ένα εικοσιτετράωρο.

Τελικά όμως οι επιτηθέμενοι κατάφεραν να διανοίξουν την στενωπό και μπορούσαν πλέον να προελάσουν νοτιοδυτικά και να αποκλείσουν την υποχώρηση του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ), αλλά και των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία. Την νύχτα 14/15 Απριλίου ο διοικητής του ΤΣΚΜ, Υποστράτηγος Χ. Καράσσος, βλέποντας την ισχυρή Γερμανική προέλαση, διέταξε τις δύο μεραρχίες πού είχε υπό τις διαταγές του, 20ή και ΧΙΙ, σε σύμπτυξη δυτικά του Αλιάκμονα.

Παρότι η σύμπτυξη έγινε κανονικά, πλέον τα πρώτα σημάδια της ιδέας για το άσκοπο της συνέχισης του αγώνα και η προσπάθεια όλων να αποφύγουν την αιχμαλωσία είχαν σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των ανδρών που είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Έτσι όταν αυτές οι μονάδες δέχτηκαν επίθεση από πυροβολικό και αεροπορία σχεδόν διαλύθηκαν, με αποτέλεσμα στις 16 Απριλίου η συνεργασία Ελληνικών και Βρετανικών δυνάμεων να πάψει οριστικά.

Η 9η Μεραρχία Πάντσερ, αφού κατέλαβε την Κοζάνη στις 14 Απριλίου, κατευθύνθηκε νότια και καταδιώκοντας τους Βρετανούς έφτασε στην κατεστραμμένη γέφυρα του Αλιάκμονα βόρεια των Σερβίων. Οι τρεις επιθέσεις που κάναν οι Γερμανοί την επόμενή μέρα αποκρούστηκαν από την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία.

Η αποτυχία αυτή υποχρέωσε τον Στρατηγό Στούμε να παρακάμψει την τοποθεσία Αλιάκμονα και με την 5η Μεραρχία Πάνστερ, αφού κατέλαβε την 16η Απριλίου τα Γρεβενά και μετά από δύο μέρες την Καλαμπάκα, κινήθηκε προς την Λαμία, αποστέλλοντας παράλληλα ένα τμήμα προς την διάβαση Μετσόβου.

Η επιτυχία της σύμπτυξης των Βρετανικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες εξαρτιόταν από την επιτυχή άμυνα στον παραλιακό διάδρομο του Πλαταμώνα και τα στενά των Τεμπών που οδηγούσαν προς στην Λάρισα, στην οποία συνέκλιναν όλοι οι σημαντικοί δρόμοι από την Βόρεια Ελλάδα. Για να αντιμετωπίσουν την Γερμανική επίθεση οι Βρετανοί τοποθέτησαν την 5η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία με τρία τάγματα στα στενά Πέτρας και ένα τάγμα στην διάβαση Πλαταμώνα και την 4η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία μαζί με 3 συντάγματα πεδινού πυροβολικού στο στενό των Σερβίων μέχρι τον Αλιάκμονα.
 

Στο μεταξύ, καθώς η ταχεία προέλαση του XL Σώματος Πάνσερ υποχρέωσε το Συγκρότημα W σε υποχώρηση καθιστώντας περιττή μία επίθεση στο Βέρμιο, το ΧVIII Ορεινό Σώμα Στρατού ξεκίνησε την εξόρμηση του καταλαμβάνοντας την Βέροια στις 11 Απριλίου. Αμέσως μετά στράφηκε προς τα νότια, με σκοπό να καταλάβει τις διαβάσεις του Ολύμπου (Στενά Πέτρας-διάβαση Πλαταμώνα- Τέμπη) και να εισβάλει στην Θεσσαλική πεδιάδα.

Παράλληλα έστειλε μια πλαγιοφυλακή προς τα στενά των Σερβίων. Πλέον οι μάχες των επόμενων ημερών, από την πλευρά των Βρετανών, είχαν χαρακτήρα μαχών οπισθοφυλακών, διότι οι δυνάμεις τους δεν είχαν πρόθεση να δώσουν μάχες εκ παρατάξεως.

Στις 15 Απριλίου η 2η Μεραρχία Πάντσερ χώρισε τις δυνάμεις της σε δύο φάλαγγες. Η μία δυτικά προς τα στενά Πόρτας υποχρέωσε τους Νεοζηλανδούς να συμπτυχθούν προς τον Άγιο Δημήτριο, ενώ η ανατολική προς τον Πλαταμώνα άσκησε ισχυρή πίεση δημιουργώντας κίνδυνο υπερκέρασης από την κατεύθυνση Πλαταμώνα- Τέμπη -Λάρισα.

Την επόμενη μέρα η Γερμανική 6η Ορεινή Μεραρχία ξεκίνησε υπερκερωτικό ελιγμό και μέσα από δύσβατα δρομολόγια έφτασε στην έξοδο των Τεμπών στις 17 Απριλίου. Το πρωί της 18ης Απριλίου η μάχη για το φαράγγι των Τεμπών έληξε, όταν το Γερμανικό πεζικό πέρασε τον ποταμό Πηνειό χρησιμοποιώντας προγεφυρώματα και τα στρατεύματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας περικύκλωσαν το νεοζηλανδικό τάγμα, το οποίο εξοντώθηκε.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 19ης Απριλίου τμήματα της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ εισήλθαν στη Λάρισα, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, και κατέλαβαν το αεροδρόμιο, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν αφήσει τα αποθέματα εφοδίων τους άθικτα. Η κατάληψη των δέκα φορτίων προμηθειών και καυσίμων επέτρεψε στις μονάδες των Γερμανών να συνεχίσουν την προέλασή τους δίχως στάση.

Το λιμάνι του Βόλου, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν επιβιβάσει πολυάριθμα στρατεύματα τις τελευταίες ήμερες, έπεσε στις 21 Απριλίου και οι Γερμανοί βρήκαν μεγάλες ποσότητες ντίζελ και αργού πετρελαίου.
 

Μάχη της Στενωπού Κλειδίου

Η Μάχη της στενωπού Κλειδίου, επίσης γνωστή και ως Μάχη της Bεύης, έλαβε χώρα στις 11 και 12 Απριλίου 1941, μεταξύ των Συμμαχικών δυνάμεων και των στρατευμάτων της Ναζιστικής Γερμανίας και αποτέλεσε τμήμα της ευρύτερης Γερμανικής εισβολής (επιχείρηση Μαρίτα) στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Υπόβαθρο

Οι Γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ελλάδα μέσω της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου του 1941. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ότι οι δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας θα αναχαίτιζαν τη Γερμανική επίθεση μέχρι οι Ελληνικές δυνάμεις να επιστρέψουν από τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία σε μία νέα αμυντική γραμμή μεταξύ του όρους Ολύμπου και του ποταμού Αλιάκμονα.

Το πρωινό της 10ης Απριλίου το Γερμανικό 40ο Σώμα Τεθωρακισμένων (XL Panzer Corps) προωθήθηκε από το Μοναστήρι για να καταλάβει την Φλώρινα, 13 χιλιόμετρα νότια των Γιουγκοσλαβικών συνόρων, δια μέσω του περάσματος του Μοναστηρίου. Επόμενος στόχος ήταν να φτάσει στην Κοζάνη, να διαιρέσει τις Ελληνοβρετανικές δυνάμεις και σε συνεργασία με το XVIII Ορεινό Σώμα Στρατού να εγκλωβίσει το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα.

Το ενισχυμένο Μηχανοκίνητο Σύνταγμα Σωματοφυλακή SS Αδόλφος Χίτλερ (Leibstandarte SS Adolf Hitler - LSSAH), υπό τη διοίκηση του Σεπ Ντίντριχ (Sepp Dietrich), με την υποστήριξη της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ (δηλ. Τεθωρακισμένων) (9. Panzer-Division), προωθήθηκε ακόμα νοτιότερα και κατέλαβε τη πόλη της Βεύης στις 11 Απριλίου.

Οι σύμμαχοι αποφάσισαν να προσπαθήσουν να καθυστερήσουν τους εισβολείς. Ένας μεικτός σχηματισμός Αυστραλών, Βρετανών, Νεοζηλανδών και Ελλήνων, γνωστός με την ονομασία «Δύναμη Μακέι» (Mackay Force), συγκροτήθηκε βιαστικά με σκοπό, όπως το έθεσε ο διοικητής των δυνάμεων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας στην Ελλάδα στρατηγός Χένρι Μέτλαντ Γουίλσον, «να σταματήσουν τον καταιγιστικό πόλεμο στην κοιλάδα της Φλώρινας».

Ο σχηματισμός πήρε το όνομά του από τον διοικητή του, Αυστραλό υποστράτηγο Ίβεν Μακέι (Maj. Gen. Iven Mackay). Οι Αυστραλοί και οι Νεοζηλανδοί ήταν κουρασμένοι από το μακρύ και ξαφνικό ταξίδι από τη Βόρεια Αφρική και δεν ήταν προετοιμασμένοι για τον Ευρωπαϊκό χειμώνα των Ελληνικών βουνών.
 

Δυνάμεις

Οι συμμαχικές δυνάμεις που κατείχαν το πέρασμα του Κλειδιού προέρχονταν κυρίως από την 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία Πεζικού του Ταξίαρχου Τζορτζ Βάσεϊ: τα 2/4 (μειον ένα λόχο) και 2/8 Τάγματα, υποστηριζόμενα από το 9ο Τάγμα των Βασιλικών Τυφεκιοφόρων (9th Battalion, King's Royal Rifle Corps).

Το πεζικό υποστηρίζονταν από τμήματα του Νεοζηλανδικού 27ου Τάγματος Πολυβόλων (27th (Machine Gun) Battalion), του 2/1 Αντιαρματικού Συντάγματος (2/1st Anti-Tank Regiment), του Βρετανικού 2ου Συντάγματος, Πυροβολικού του Βασιλικού Ιππικού (Royal Horse Artillery) και άλλα μικρότερα τμήματα αυστραλιανών και Βρετανικών μονάδων πυροβολικού. Τα υπόλοιπα τμήματα της Δύναμεις Μακέι βρίσκονταν σε αμυντικές θέσεις σε κάποια απόσταση από το πέρασμα.

Ο ταγματάρχης Φριτζ Βιτ (Sturmbannführer Fritz Witt) οδήγησε την ομάδα μάχης των SS η οποία επιτέθηκε στο πέρασμα, με την ονομασία Kampfgruppe Witt (KG Witt), και αποτελούνταν από δύο τάγματα πεζικού, δύο αποσπάσματα ελαφρού πεζικού, ένα απόσπασμα βαρέος πεζικού, τρία αντιαρματικά αποσπάσματα, δύο αποσπάσματα μηχανικού, ένα λόχο ελαφρών οβιδοβόλων και ένα αντιαεροπορικό απόσπασμα των 88 mm.

Υποστηρίζονταν από αριθμό αυτοκινούμενων πυροβόλων των 75mm Sturmgeschütz III, τα οποία ονομάστηκαν «tanks» από το συμμαχικό πεζικό. Τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Σύμμαχοι δεν πίστεψαν ότι τα τεθωρακισμένα οχήματα θα ήταν σε θέση να κινηθούν στις απότομες βραχώδεις πλαγιές, που περιέβαλαν το πέρασμα.

Η Μάχη

Το πέρασμα του Κλειδιού είναι περίπου 100 με 500 μέτρα πλατύ, ένα φαράγγι με απότομες, βραχώδεις και άδενδρες πλευρές ως και 1000 μέτρα σε ύψος.

Στις 11 Απριλίου τρία από τα τάγματα πεζικού του Βάσεϊ πήραν θέσεις κατά μήκος του μήκους 16 χιλιομέτρων μετώπου: το 2/8 Τάγμα βρίσκονταν στην κορυφογραμμή στα ανατολικά του περάσματος, οι Βρετανοί Τυφεκιοφόροι σε μία κορυφή στη δυτική πλευρά βλέποντας προς το βορρά και το 2/4 Τάγμα στα δυτικά των Τυφεκιοφόρων. Νεοζηλανδοί πυροβολητές τοποθετήθηκαν μεταξύ του πεζικού. Το συμμαχικό πυροβολικό επικεντρώθηκε στο πέρασμα καθεαυτό.

Στην κορυφή του περάσματος επικρατούσε ψύχος, με τη βροχή να μετατρέπεται σε χιονοθύελλα, δυσκολεύοντας το συμμαχικό σχηματισμό στο να αναπαυθεί. Οι SS άρχισαν μία σειρά από αναγνωριστικές επιθέσεις το απόγευμα της 11ης Απριλίου. Παράλληλα προσέγγισαν κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, όπως έγραψε ένα Αυστραλός αξιωματικός του πυροβολικού: Με όλη του την αυθάδεια [ο Γερμανός διοικητής έστειλε] φορτηγά στον κεντρικό δρόμο... σε απόσταση 3000 γιαρδών από το πεζικό μας και προετοιμάστηκαν να αποβιβαστούν.
 

Στην αρχή δεν μπορούσαν να πιστέψω ότι ήταν ο εχθρός, όλα ήταν τόσο ήρεμα και σιωπηλά. Στη συνέχεια όμως έβγαλαν κάποιο νόημα. Οι διαταγές μου δόθηκαν γρήγορα από τον ασύρματο και οι πρώτες ριπές ούρλιαξαν στον αέρα... Μερικές έντονες στιγμές αργότερα και οπισθοχώρησαν οι Ούννοι [οι Γερμανοί], όμως πέντε φορτηγά έμειναν στον δρόμο ως σιωπηλή απόδειξη ότι οι στρατιώτες μου μπορούσαν να στοχεύσουν.

Περισσότερο παρατεταμένες επιδρομές πραγματοποιήθηκαν στις θέσεις που κατείχε το 2/8 Τάγμα. Αυτές έγιναν περισσότερο επιθετικές καθώς πλησίαζε το βράδυ. Σύμφωνα με τους Αυστραλούς: «παρότι ήταν ξεκομμένοι και εξουθενωμένοι από την πορεία προς τη θέση τους και τον κρύο καιρό, το 2/8 Τάγμα κατάφερε να τους απομακρύνει».

Το πρωινό της 12ης Απριλίου το χιόνι ήταν στρωμένο σε πάχος 30 εκατοστών στις πλαγιές των λόφων. Ως το χάραμα πολλοί Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, που κατείχαν θέσεις στις πλαγιές, υπέφεραν από κρυοπαγήματα και ήταν ανίκανοι να χειριστούν τα όπλα τους αποτελεσματικά. Όμως, είχαν εκδοθεί διαταγές για τακτική υποχώρηση προς τη γραμμή του Αλιάκμονα, η οποία θα άρχιζε το ίδιο βράδυ.

Η κύρια Γερμανική επίθεση άρχισε στις 8.30 πμ. Χτύπησαν με δύναμη τον τομέα του 2/8 Τάγματος, κοντά στο σημείο που γειτνίαζε με τον τομέα των Βασιλικών Τυφεκιοφόρων. Στοιχεία των SS, με τη κάλυψη πολυβόλων και όλμων, υπερέβησαν τη θέση μίας αυστραλιανής διμοιρίας. Οι τυφεκιοφόροι, θεωρώντας ότι το 2/8 Τάγμα υποχωρούσε, υποχώρησε προς το κέντρο.

Η κίνηση αυτή άνοιξε το πέρασμα στους Γερμανούς, δημιούργησε ένα κενό μεταξύ των 2/4 και 2/8 ταγμάτων, έκοψε την επικοινωνία μεταξύ του Βάσεϊ και του 2/8 Τάγματος και άφησε τα Αυστραλιανά αντιαρματικά όπλα χωρίς την προστασία πεζικού. Οι δύο λόχοι του 2/8 Τάγματος στην δυτική πλευρά αναγκάστηκαν τότε να υποχωρήσουν προς τις πλαγιές. Όμως, σύμφωνα με τον Αυστραλό ιστορικό Γκάβιν Λονγκ:

Στις 2.00 μμ... ο αντισυνταγματάρχης Τζον Μίτσελ του 2/8... διέταξε μία αντεπίθεση με την οποία ανακατέλαβε ζωτικό έδαφος στην κορυφογραμμή... Μετά από έξι ώρες συνεχών συγκρούσεων στο πέρασμα και στις πλαγιές στα ανατολικά, το 2/8 κρατούσε ακόμα τις κορυφές παρόλο που η αριστερή πλευρά τους είχε καταρρεύσει.
 

Οι Τυφεκιοφόροι, όμως, υποχωρούσαν γοργά στο δρόμο περίπου δύο μίλια προς τα πίσω και πέντε από τα έξι πολυβόλα υποστήριξης του 2/1 Αντιαρματικού Συντάγματος έμειναν χωρίς προστασία και εγκαταλείφθηκαν. Έτσι η κορυφογραμμή που κρατούνταν από το 2/8 Τάγμα δημιούργησε μία βαθιά προεξοχή. Σύμφωνα με τον Λονγκ, ο Βάσεϊ ενημερώθηκε για την υποχώρηση των τυφεκιοφόρων από αξιωματικούς άλλων μονάδων, όμως αρνήθηκε να το πιστέψει.

Στις 4 μμ το Ελληνικό Δωδεκανησιακό Σύνταγμα, στα αριστερά των αυστραλιανών θέσεων, είχε ολοκληρώσει την υποχώρηση που είχε σχεδιαστεί από τη συμμαχική ανώτατη διοίκηση. Αυτό άφησε το 2/8 Τάγμα εκτεθειμένο από δύο πλευρές και σύντομα βρισκόταν υπό τα πυρά πυροβόλων από τα ανατολικά. Σύμφωνα με μία επίσημη αυστραλιανή περιγραφή ο Βάσεϊ...

...συνειδητοποίησε ότι οι άνδρες του δεν θα κατόρθωναν να υποχωρήσουν με τάξη. Στις 5.00 μμ τηλεφώνησε τον διοικητή του 2/4 Τάγματος... με την κωδική φράση που υποδείκνυε ότι η υποχώρηση ήταν τώρα απαραίτητη – η στέγη στάζει

Στις 5.30 μμ Γερμανικά αυτοκινούμενα πυροβόλα προωθήθηκαν μαζικά κατά μήκος του τομέα του 2/8 Τάγματος. Ένας Γερμανός αυτόπτης μάρτυρας, ο αντισυνταγματάρχης Κουρτ "Πάντσερ" Μάγιερ, έγραψε αργότερα:

Τα βαριά Sturmgeschütz σκαρφάλωσαν τις πλαγιές από τον πάτο της κοιλάδας. Παρακολουθούσαμε τα πυροβόλα να προωθούνται εντυπωσιασμένοι. Σκαρφάλωναν ολοένα και ψηλότερα και έπειτα έπεσαν στην μάχη. Κανείς δεν θεωρούσε δυνατή τη χρήση τους όμως τώρα βρίσκονταν εκεί πάνω, παρέχοντας πολύτιμη υποστήριξη στο πεζικό.

Εντελώς σοκαρισμένοι από την εντύπωση που τους προκάλεσε ο Γερμανικός βομβαρδισμός Βρετανοί αιχμάλωτοι κατέβηκαν από το βουνό. Ήταν ψηλοί, δυνατοί άνδρες και τρομεροί αντίπαλοι.

Αυτή η κίνηση των Γερμανών σφράγισε την ήττα των Συμμάχων στη Βεύη. Το 2/8 Τάγμα οδηγήθηκε σε μία χαοτική υποχώρηση, με τις μονάδες του να χωρίζονται και τους αξιωματικούς να διατάσσουν την εγκατάλειψη μέχρι και των ελαφρών όπλων ώστε να επιταχυνθεί η υποχώρηση. Οι απώλειες μεταξύ του Αυστραλιανού πεζικού θα ήταν χειρότερες, αν το 2/1 Σύνταγμα Αντιαρματικών και το Βασιλικό Έφιππο Πυροβολικό δεν κρατούσαν τις θέσεις τους στο κέντρο του περάσματος μέχρι που οι Γερμανοί ήταν μόνο 400 μέτρα μακριά.

Συνέπειες

Το 2/8 Τάγμα ουσιαστικά καταστράφηκε ως μαχητική δύναμη για το υπόλοιπο της Ελληνικής εκστρατείας. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές όταν έφτασε τις θέσεις υποχώρησής του στο Ροδώνα το τάγμα μπόρεσε να συγκεντρώσει μόνο 250 άνδρες και από αυτούς μόνο οι 50 έφεραν όπλα. Παρόλο που το 2/4 Τάγμα είχε γλυτώσει την ορμή της Γερμανικής επίθεσης στη Βεύη, 70 από τους άνδρες του πιάστηκαν αιχμάλωτοι σε ένα Γερμανικό οδόφραγμα κατά τη διάρκεια της υποχώρησής του προς το Σωτήρα.
 

Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν την κατοχή 480 αιχμαλώτων στην Βεύη με απώλειες 37 νεκρών, 95 τραυματιών και 2 αιχμαλώτων. Για τον Βιτ η νίκη υπερσκιάστηκε από τον θάνατο του αδερφού του, επίσης μέλους του LSSAH, το όχημα του οποίου χτυπήθηκε από νάρκη κατά τη διάρκεια της μάχης.

Ο Υπολοχαγός Γκερντ Πλέις, ο αρχηγός της διμοιρίας της οποία οι άνδρες κατέλαβαν το υψηλότερο σημείο, παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού, την ανώτατη Γερμανική επιβράβευση για την ανδρεία στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον 14 ακόμα μέλη της KGW παρασημοφορήθηκαν με το Σιδηρούν Σταυρό Πρώτης Τάξης.

Παρά την ήττα και τις βαριές απώλειες, οι ενέργειες της Δύναμης Μακέι στη Βεύη κέρδισαν δύο μέρες για την υποχώρηση και την ανασυγκρότηση των συμμαχικών δυνάμεων στο νότο.

Υποχώρηση της Στρατιάς Ηπείρου

Στο μέτωπο της Αλβανίας ο Ελληνικός Στρατός κατείχε σταθερά το έδαφος που είχε κερδίσει. Κατά την διάρκεια της Γερμανικής εισβολής οι Ελληνικές δυνάμεις στο μέτωπο αυτό αποτελούνταν από

1) Το ΤΣΗ (Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου) υπό τον Αντιστράτηγο Ι. Πιτσίκα, με τo Α΄ Σώμα Στρατού (ΙΙ, III και VIII Μεραρχίες Πεζικού), το Β΄ Σώμα Στρατού (Ι, ΙV, V, VI, XI, XV και XVII Μεραρχίες Πεζικού) και

2) Το ΤΣΔΜ (Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) υπό τον Αντιστράτηγο Γ. Τσολάκογλου, με τις ΙΧ, Χ, ΧΙΙΙ, ΧVI Μεραρχίες Πεζικού, την 21η Ταξιαρχία Πεζικού και την Μεραρχία Ιππικού. Η κατάσταση αυτών των μονάδων δεν ήταν ικανοποιητική καθώς η δύναμή τους ήταν 10-20% κάτω από την προβλεπόμενη, ενώ υπήρχαν μεγάλες ελλείψεις σε μεταφορικά μέσα, πυρομαχικά και όπλα.

Καθώς η όλο και βαθύτερη Γερμανική διείσδυση στην Ελληνική επικράτεια είχε σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, άρχισε να εμφιλοχωρεί στις διοικήσεις των στρατευμάτων στην Ήπειρο η ιδέα ότι κάθε επιπλέον αντίσταση είναι μάταιη. Η πεντάμηνη χειμερινή εκστρατεία είχε καταπονήσει στρατιώτες και αξιωματικούς και κάθε προσπάθεια σύμπτυξης παρουσίαζε τον κίνδυνο αποσύνθεσης των μονάδων.
 

Επιπλέον, ο χρόνος οργανωμένης σύμπτυξης είχε εκτιμηθεί στον ένα μήνα περίπου, διάστημα μεγάλο για τέτοιου είδους επιχείρηση στις δεδομένες συνθήκες. Όμως, ο διοικητής του ΤΣΗ Αντιστράτηγος Πιτσίκας ήταν αρνητικός στις προτάσεις για συνθηκολόγηση που του έκαναν οι διοικητές του Α΄ και Β΄ Σώμα Στρατού στις 11 Απριλίου.

Ο Παπάγος, από το Στρατηγείο του στην Αθήνα, ήθελε να παραμείνει νικητής των Ιταλών μέχρι τέλους και δεν ήθελε να αφήσει έδαφος που είχε κερδίσει με αγώνες και να παραδοθεί σε έναν αντίπαλο, όπως οι Ιταλοί, γι αυτό δεν έδωσε έγκαιρα διαταγή σύμπτυξης. Ο στρατηγός Oυίλσον περιέγραψε αυτή τη διστακτικότητα ως «φετιχιστικό δόγμα ότι ούτε μία πιθαμή [γιάρδα] γης δεν έπρεπε να παραχωρηθεί στους Ιταλούς».

Μετά την συγκατάθεση του Παπάγου, τα πρώτα Ελληνικά στρατεύματα του ΤΣΔΜ άρχισαν να αποσύρονται το βράδυ της 12ης Απριλίου ενώ οι δυνάμεις του ΤΣΗ ξεκίνησαν την σύμπτυξή τους τη νύχτα 13/14 Απριλίου. Η υποχώρηση των Συμμάχων προς τις Θερμοπύλες άφησε εκτεθειμένο ένα πέρασμα κατά μήκος της Πίνδου από όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να πλευρίσουν την οπισθοφυλακή του Ελληνικού στρατού.

Όμως το πλέον ανησυχητικό ήταν το γεγονός της πτώσης του ηθικού των ανδρών, που σε συνδυασμό με τα κρούσματα ανυπακοής και φυγής προς τα μετόπισθεν, έφεραν τα πρώτα σημάδια ολοκληρωτικής διάλυσης του Ελληνικού Στρατού. Στις 16 Απριλίου ο Πιτσίκας, ζητώντας πολιτική επέμβαση ωστε να εγκριθεί η λύση της συνθηκολόγησης, ανέφερε στον Αρχιστράτηγο :

Φρονούμεν ότι είναι αδύνατος κάθε περαιτέρω αντίστασις. Ενδεχόμενη διάλυσις του Στρατού θα δημιουργήση εσωτερικάς ανωμαλίας και ληστρικάς ορδάς με απεργράπτους συμφοράν διά την χώραν. Η απάντηση του Παπάγου ήταν αρνητική, διότι η συνθηκολόγηση θα έφερνε τα βρετανικά στρατεύματα που εξακολουθούσαν να μάχονται στην Ελλάδα σε αδύναμη θέση.

Ο Παπάγος κατεύθυνε Ελληνικές μονάδες προς το πέρασμα του Μετσόβου, όπου αναμένονταν να επιτεθούν οι Γερμανοί. Εν το μεταξύ, το απόγευμα της 18ης Απριλίου συζητήθηκε από το Ελληνικό υπουργικό συμβούλιο το ζήτημα της άμεσης απομάκρυνσης των Βρετανικών στρατευμάτων και της επίσπευσης της ανακωχής, κάτι τέτοιο όμως έβρισκε τελείως αρνητικό τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, που απέρριψε τις προτάσεις αυτές διότι θα ισοδυναμούσαν με σπίλωση της χώρας και ρήξη με τους Βρετανούς.
 

Η αδυναμία εξεύρεσης λύσης στο δίλημμα να μην υποκύψει η χώρα στον εχθρό ή να προχωρήσει σε άμεση συνθηκολόγηση, οδήγησε τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή στην αυτοκτονία, έχοντας προηγουμένως πει στον Βασιλιά ότι αισθανόταν πως απέτυχε στο σκοπό που του είχε εμπιστευθεί.

Το βράδυ, οι διοικητές του Α΄ και Β΄ Σώματος Στρατού, στρατηγοί Δεμέστιχας και Μπάκος, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να στείλουν στην κυβέρνηση ένα τελεσίγραφο δωδεκάωρης διάρκειας, μετά την παρέλευση του οποίου οι τρείς σωματάρχες (Α΄, Β΄ και Γ΄ ΣΣ) θα σχημάτιζαν κυβέρνηση υπό τον μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα και θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς για συνθηκολόγηση και μη παράδοση στους Ιταλούς.

Η απόφαση αυτή διαβιβάστηκε στον Διοικητή του ΤΣΗ για να την συνυπογράψει και να την προωθήσει στην Αθήνα, όμως ο Πιτσίκας δεν την απέστειλε καθώς ήθελε να αποφύγει να είναι αυτός που θα έπαιρνε την ευθύνη για την συνθηκολόγηση.

Την 19η Απριλίου οι δρόμοι υποχώρησης στην Ήπειρο και την Αλβανία δέχτηκαν ολοήμερο βομβαρδισμό από την Ιταλική και την Γερμανική αεροπορία. Η LSSAH, η οποία μέχρι τότε είχε φτάσει στα Γρεβενά, κινήθηκε προς τα δυτικά και κατέλαβε την διάβαση του Μετσόβου, αποκόπτοντας με αυτήν την κίνηση την οδό υποχώρησης του Ελληνικού Στρατού.

Φωτογραφικό Υλικό