Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ - Πολιτικὰ 1, 1252b27-1253a39

Ο σχηματισμός της πόλεως

Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη δεν αποτελούν ενιαίο έργο αλλά συνένωση διαφορετικών πραγματειών, στις οποίες συζητούνται θέματα πολιτικής φιλοσοφίας: η οργάνωση της οικογένειας ως προστάδιου του κράτους (βιβλίο Ι), παλαιότερα υπαρκτά και ιδανικά πολιτεύματα (βιβλίο II), η έννοια του πολίτη και η κατάταξη των πολιτευμάτων (βιβλίο III), κατηγορίες και υποκατηγορίες πολιτευμάτων (βιβλία IV-VI), το ιδανικό πολίτευμα (βιβλία VII-VIII). Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί τμήμα ενός κεφαλαίου, στο οποίο ο Αριστοτέλης εφαρμόζει με λαμπρό τρόπο τη γενετική μέθοδο: ανασυνθέτει -στηριζόμενος μάλλον περισσότερο στη φαντασία παρά σε ιστορικά δεδομένα- τα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης μέχρι τη δημιουργία της πόλεως (της υψηλότερης κατά τη γνώμη του μορφής πολιτικής οργάνωσης). Επιδίωξή του είναι να προσδιορίσει την ουσία της πόλεως-κράτους και να υπερασπίσει τον "φυσικό" της χαρακτήρα απέναντι στις απόψεις ορισμένων σοφιστών, που υποστήριζαν ότι οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί σύμβαση μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Αφού έχει αναφερθεί στην οικογένεια, τη μικρότερη μορφή κοινωνίας, και στην κώμη (χωριό), που δεν αποτελεί παρά άθροισμα περισσότερων οικογενειών, εκθέτει τις απόψεις του για τη δημιουργία της πόλεως. Στην έκθεση του Αριστοτέλη είναι εμφανής η επίδραση των βιολογικών του μελετών καθώς και η τελολογική οπτική στην εξέταση των φαινομένων.

Πολιτικὰ 1, 1252b27-1253a39

[1252b27-29] ἡ δ᾽ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν [1252b30-34] ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν. διὸ πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν, εἴπερ καὶ αἱ πρῶται κοινωνίαι. τέλος γὰρ αὕτη ἐκείνων, ἡ δὲ φύσις τέλος ἐστίν· οἷον γὰρ ἕκαστόν ἐστι τῆς γενέσεως τελεσθείσης, ταύτην φαμὲν τὴν φύσιν εἶναι ἑκάστου, ὥσπερ ἀνθρώπου ἵππου οἰκίας. ἔτι τὸ οὗ ἕνεκα καὶ τὸ τέλος βέλτιστον· [1253a1-4] ἡ δ᾽ αὐτάρκεια καὶ τέλος καὶ βέλτιστον. ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος· ὥσπερ [1253a5-9] καὶ ὁ ὑφ᾽ Ὁμήρου λοιδορηθεὶς «ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιος»· ἅμα γὰρ φύσει τοιοῦτος καὶ πολέμου ἐπιθυμητής, ἅτε περ ἄζυξ ὢν ὥσπερ ἐν πεττοῖς. διότι δὲ πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος ζῷον πάσης μελίττης καὶ παντὸς ἀγελαίου ζῴου μᾶλλον, δῆλον. οὐθὲν γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ· λόγον δὲ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων· [1253a10-14] ἡ μὲν οὖν φωνὴ τοῦ λυπηροῦ καὶ ἡδέος ἐστὶ σημεῖον, διὸ καὶ τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει ζῴοις (μέχρι γὰρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε, τοῦ ἔχειν αἴσθησιν λυπηροῦ καὶ ἡδέος καὶ ταῦτα σημαίνειν ἀλλήλοις), ὁ δὲ λόγος ἐπὶ τῷ δηλοῦν ἐστι τὸ συμφέρον καὶ τὸ βλαβερόν, [1253a15-19] ὥστε καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον· τοῦτο γὰρ πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον, τὸ μόνον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν· ἡ δὲ τούτων κοινωνία ποιεῖν οἰκίαν καὶ πόλιν. καὶ πρότερον δὲ τῇ φύσει πόλις ἢ οἰκία καὶ ἕκαστος ἡμῶν ἐστιν. [1253a20-24] τὸ γὰρ ὅλον πρότερον ἀναγκαῖον εἶναι τοῦ μέρους· ἀναιρουμένου γὰρ τοῦ ὅλου οὐκ ἔσται ποὺς οὐδὲ χείρ, εἰ μὴ ὁμωνύμως, ὥσπερ εἴ τις λέγοι τὴν λιθίνην (διαφθαρεῖσα γὰρ ἔσται τοιαύτη), πάντα δὲ τῷ ἔργῳ ὥρισται καὶ τῇ δυνάμει, ὥστε μηκέτι τοιαῦτα ὄντα οὐ [1253a25-29] λεκτέον τὰ αὐτὰ εἶναι ἀλλ᾽ ὁμώνυμα. ὅτι μὲν οὖν ἡ πόλις καὶ φύσει καὶ πρότερον ἢ ἕκαστος, δῆλον· εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι᾽ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός.
[1253a30-34] φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος. ὥσπερ γὰρ καὶ τελεωθεὶς βέλτιστον τῶν ζῴων ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων. χαλεπωτάτη γὰρ ἀδικία ἔχουσα ὅπλα· ὁ δὲ ἄνθρωπος ὅπλα ἔχων φύεται φρονήσει καὶ ἀρετῇ, [1253a35-39] οἷς ἐπὶ τἀναντία ἐστι χρῆσθαι μάλιστα. διὸ ἀνοσιώτατον καὶ ἀγριώτατον ἄνευ ἀρετῆς, καὶ πρὸς ἀφροδίσια καὶ ἐδωδὴν χείριστον. ἡ δὲ δικαιοσύνη πολιτικόν· ἡ γὰρ δίκη πολιτικῆς κοινωνίας τάξις ἐστίν, ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ δικαίου κρίσις.

***
[1252b27] Η ολοκληρωμένη κοινωνία που σχηματίζεται από περισσότερες κώμες αποτελεί πόλη,η οποία διαθέτει ήδη, για να το πούμε απλά, πλήρη αυτάρκεια. Και ενώ σχηματίστηκε για να εξασφαλίζει την επιβίωση, διατηρείται, επειδή διασφαλίζει την ευζωία.
[30] Συνεπώς, κάθε πόλη υπάρχει φύσει, εφόσον βέβαια αυτό ισχύει και για τις πρώτες μορφές κοινωνίας. Γιατί η πόλη είναι ο σκοπός χάριν του οποίου υπάρχουν οι άλλες μορφές κοινωνίας, και η φύση είναι καθεαυτήν σκοπός, αφού η κατάληξη της εξελικτικής ανάπτυξης ενός πράγματος λέμε ότι αποτελεί τη φύση του (όπως στην περίπτωση ενός ανθρώπου, ενός αλόγου, ενός σπιτιού). Επιπλέον, σκοπός και τέλος1 ταυτίζονται με την τελειότητα. Και η αυτάρκεια συνιστά συγχρόνως και σκοπό και τελειότητα.
[1253a] Από τα παραπάνω λοιπόν είναι φανερό ότι η πόλη ανήκει στα πράγματα που υπάρχουν εκ φύσεως, ότι ο άνθρωπος είναι ον που ζει από τη φύση του σε πόλη, και ότι όποιος είναι από τη φύση του και όχι λόγω τυχαίων συνθηκών άπολις είναι ή αχρείος ή ανώτερος από τους κοινούς ανθρώπους. Όπως εκείνος που λοιδορείται από τον Όμηρο ότι είναι «χωρίς γενιά, χωρίς νόμους, χωρίς εστία».2 [5] Γιατί, όποιος είναι εκ φύσεως έτσι, είναι συγχρόνως και φιλοπόλεμος, όπως ακριβώς ένα μοναχικό πιόνι σε παιχνίδι με πεσσούς.
Η αιτία για την οποία ο άνθρωπος είναι σε μεγαλύτερο βαθμό προορισμένος να ζει σε κοινωνία πόλης απ᾽ όσο η μέλισσα ή οποιοδήποτε ζώο που ζει σε αγέλη είναι λοιπόν προφανής. Διότι η φύση, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουμε, δεν κάνει τίποτα μάταια. [10] Από την άλλη, ο άνθρωπος είναι το μόνο από τα ζώα που διαθέτει λόγο. Η φωνή βέβαια εξυπηρετεί την έκφραση της οδύνης και της χαράς, γι᾽ αυτό και υπάρχει και στα άλλα ζώα (η φύση τους, με άλλα λόγια, έχει εξελιχθεί μέχρι του σημείου να αισθάνονται την οδύνη και τη χαρά, και να δείχνουν τα αισθήματα αυτά το ένα στο άλλο). Αλλά ο λόγος υπάρχει για να εκφράζει το επωφελές και το επιζήμιο, και επομένως και το δίκαιο και το άδικο. [15] Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζώα: μόνος αυτός έχει αντίληψη του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου. Και είναι η κοινότητα αυτών των πραγμάτων που κάνει την οικογένεια και την πόλη.
Ας προσθέσουμε ότι ως προς τη φυσική τάξη των πραγμάτων η πόλη προηγείται της οικογένειας και του καθενός από εμάς ξεχωριστά. Διότι το όλον προηγείται κατ᾽ ανάγκην του μέρους.3 [20] Εάν, για παράδειγμα, καταστρέψει κανείς το σώμα ως σύνολο, δεν θα υπάρχει πόδι ούτε χέρι, παρά μόνον ως όνομα -όπως όταν μιλά κανείς για "πέτρινο χέρι" (γιατί ένα νεκρό χέρι θα είναι πράγματι "πέτρινο"). Όλα τα πράγματα καθορίζονται από το έργο τους και τη δύναμή τους. Συνεπώς, όταν δεν έχουν πια τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, δεν θεωρούνται τα ίδια πράγματα παρά μόνο κατ᾽ όνομα. [25] Είναι λοιπόν φανερό ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως και προηγείται του ατόμου. Διότι, αν ο καθένας, όταν χωριστεί από το σύνολο, δεν είναι αυτάρκης, θα είναι στην ίδια κατάσταση, όπως όλα τα μέρη προς το σύνολο. Όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης, και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός.
[30] Είναι λοιπόν φυσική η ορμή που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους για την κοινωνία αυτού του είδους. Και εκείνος που πρώτος την οργάνωσε υπήρξε μέγιστος ευεργέτης. Γιατί όπως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από όλα τα ζώα, όταν φτάσει στην τελειότητα του, έτσι γίνεται και το χειρότερο, όταν απομακρυνθεί από τον νόμο και το δίκαιο. Διότι η αδικία που έχει όπλα είναι τρομερή. Ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα που σκοπό έχουν να υπηρετούν τη φρόνηση και την αρετή, τα οποία όμως πάρα πολύ εύκολα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για το αντίθετο. [35] Αυτός είναι ο λόγος που ο άνθρωπος χωρίς αρετή είναι το πιο ανό­σιο και άγριο ον, και το χειρότερο όσον αφορά στις ερωτικές ηδονές και στη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη όμως είναι χαρακτηριστικό της πόλης, αφού η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί θεσμό της κοινωνίας της πόλης, ενώ η δικαιοσύνη η ίδια είναι ο καθορισμός του τί είναι δίκαιο.
------------------
1 Εδώ με την αρχαία σημασία: "ο σκοπός για τον οποίο κάτι υπάρχει".
2 Ιλιάδα Θ 63.
3 Το όλον προηγείται του μέρους υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να θεωρήσει κανείς κάτι ως μέρος ενός συνόλου, εάν δεν υπάρχει ήδη το σύνολο.

Δεν υπάρχουν καλοί φίλοι, γιατί δεν είσαι καλός φίλος

Αποτέλεσμα εικόνας για amigos de verdadeΔεν υπάρχουν καλοί φίλοι, γιατί δεν είσαι καλός φίλος… Έτεινα να υποπτεύομαι εκείνους που συστηματικά αναμασούν πως δε βρίσκουν κανένα φίλο, πως όλοι τούς πρόδωσαν κάποτε, πως φιλίες γίνονται μονάχα κατά τα παιδικά χρόνια, αργότερα αποκλείονται, και άλλα τέτοια αδιέξοδα και απαισιόδοξα.

Υποψιαζόμουν δηλαδή πως οι ίδιοι, που τα λένε αυτά με πίκρα, δεν είναι εντάξει. Πως δε θέλουν ν’ αγαπούν. Πως δεν επιθυμούν στ’ αλήθεια να μπουν στην ευθύνη μιας γνήσιας σχέσης. Πως δεν έχουν διάθεση να προσφέρουν, να ανέχονται, να ακούνε, να βγουν από το καβούκι τους. Πως δε θέλουν τίποτα στον εαυτό τους να αλλάξουν. Πως δεν έχουν όρεξη να νοιαστούν. Πως δεν τους αφήνει καιρό και διαύγεια η φιλαυτία.

Προτιμούν, λοιπόν, να μιλούν με απογοήτευση για την ανύπαρκτη φιλία, για την έστω μεγάλη δυσκολία να βρουν ειλικρινείς φίλους. Αφού είναι έτσι η παλιοκατάσταση, δικαιολογούνται να αδρανούν, να μένουν μόνοι. Δεν είναι απογοητευμένοι όμως, γιατί ποτέ τους δεν αφέθηκαν να γοητευτούν. Είναι εγωιστικά περιχαρακωμένοι σε μια θανάσιμη δήθεν ασφάλεια.

Μ’ αρέσει και μου δίνει δύναμη η φράση που είδα κάπου γραμμένη, δε θυμάμαι πού: Όλοι παραμερίζουν μπροστά σ’ εκείνον που ξέρει καλά πού πηγαίνει. Η φιλία είναι τόσο αναγκαία, τόσο λαχταριστή, ανήκει τόσο στενά στις δυνάμεις της ζωής, που περιφέρεται σε δρόμους και σε δρομάκια, σε μονοπάτια και σοκάκια, και ζητά να πραγματωθεί. Πώς γίνεται κάποιοι να μην τη συναντούν ποτέ τους;

Η φιλία όμως απαιτεί να είσαι γενναιόδωρος, να είσαι εσύ αυτός που θα βάλει πρώτος το χέρι στην τσέπη. Το χέρι στην τσέπη! Η καταλυτική στιγμή που κρίνει την ειλικρίνεια όλων των σχέσεων, όλων των δηλώσεων, όλων των αποφάσεων. Το τίμημα και η γενναιοψυχία. Αυτό είναι και το δικό της διαβατήριο, αυτό τα δικά της διόδια για να περάσεις στην ευτυχία της φιλίας.

Γιατί η φιλία είναι η πραγματική οικογένεια, και οι φίλοι είναι οι συγγενείς της καρδιάς μας. Το αίμα της καρδιάς το πιο ισχυρό απ’ το αίμα της σάρκας, και χαρά σ’ αυτόν που η καρδιά του έχει ζωντανό, πλούσιο, κόκκινο αίμα, αίμα που περισσεύει και επιθυμεί να δοθεί. Είναι εκείνος το τύπος ανθρώπου που έχει φίλους. Που δεν μπορεί παρά να έχει φίλους, έστω έναν πραγματικό φίλο. Που η ροπή να δώσει είναι γι’ αυτόν μια φυσική κίνηση. Όπως η ανάγκη ύστερα από οδοιπορία σε φλογισμένη έρημο να πέσεις στη δροσερή θάλασσα, κάποιο μεσημέρι καυτό.

«Κι αν με προδώσουν;» αναρωτιούνται οι πιο μίζεροι. «Αν σε προδώσουν, κακό δικό τους», απαντώ. Τα όμορφα στη ζωή μας κερδίζονται από απόπειρες, από ρίσκο, από προηγούμενες ήττες. Δίχως ρίσκο και αποδοχή της πιθανής απώλειας, κανένας δεν κάνει βήμα μπροστά. Και το έχουμε πει, όποιος μένει στατικός και ακίνητος δε μένει στάσιμος όπως νομίζει αλλά ανεπαισθήτως βουλιάζει, θάβεται. Άλλο σύνεση κι άλλο καχυποψία. Άλλο προσοχή κι άλλο προκατάληψη. Οι καχύποπτοι προσβάλλουν τον άλλο και τον γαργαλούν να τους κάνει εκείνο που φοβούνται πως θα τους κάνει.

Κάποιος γνωστός μου δυσπιστούσε για τους ανθρώπους υπερβολικά. Όλο υποψιαζόταν πως θα τον κλέψουν, πως θα του τη φέρουν, πως θα τον ζημιώσουν. Και όντως δεν έχω δει τόση κακοτυχία όση στη δική του περίπτωση. Παρά την εξαιρετική νοημοσύνη του, την ευστροφία του, κατάφερνε τελικά να είναι συνεχώς χαμένος και εξαπατημένος. Τον έκλεψαν δεκάδες φορές, του προκάλεσαν ζημιές απίστευτες. Τον εκμεταλλεύτηκαν συγγενείς και γνωστοί, ζούσε μια διαρκή χασούρα.

Το μόνο «θετικό» σ’ όλη αυτή τη ζημιογόνο για τον γνωστό μου κατάσταση ήταν ότι του επιβεβαίωνε τη θεωρία πως οι άνθρωποι είναι απατεώνες. Ποτέ δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πόσο βαθιά στο παράλογο μπορεί να προχωρήσει ο εγωισμός. Πόσο αυτοκαταστροφικό μπορεί να γίνει το πείσμα.

Ο βασικός λόγος που οι άνθρωποι νιώθουμε καταπιεσμένοι

Εκφραστείτε με πάθος!

Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που έμαθα από τις εμπειρίες μου είναι ότι η συναισθηματική ανεντιμότητα μπορεί να οδηγήσει σε τρομερά οδυνηρές καταστάσεις. Θα ζήσουμε τέτοιες στιγμές, αν αδυνατούμε να παραδεχτούμε τα συναισθήματά μας. Είναι η συνειδητή μας απόπειρα ν’ αρνηθούμε κάποιο συναίσθημα

Το κάνουμε από φόβο μερικές φο­ρές. Από φόβο επειδή, κατά κάποιο τρόπο, αισθανόμαστε δια­φορετικά. Ακόμη πιο συχνά, όμως, το κάνουμε όταν είμαστε συγχυσμένοι και αβέβαιοι όσο αφορά τον ίδιο μας τον εαυτό ή τη συναισθηματική μας εμπειρία. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικός καταλύτης όσο αφορά τη συναισθηματική ανεντιμότητα από την ενσυνείδητη αντίδρασή μας σε ό,τι μας έχουν πει για το ορθό ή το λάθος όσων αισθανόμαστε.

Πού μαθαίνουμε ότι είναι καλό να νιώθουμε ή πως είναι καλό αυτό που νιώθουμε; Υποθέτω πως ελάχιστες οικογένειες συζητούν ανοιχτοί και με ειλικρίνεια τη συναισθηματική πλευρά της ζωής. Δεν εννοώ ό,τι συμβαίνει στη ζωή, αλλά αυτό που νιώθουμε σε σχέση με ό,τι συμβαίνει. Όταν είμαστε παιδιά, μας μαθαίνουν τα πάντα για καθετί σχεδόν, εκτός από τα πραγ­ματικά συναισθήματά μας. Μαθαίνουμε σίγουρα τι δεν πρέπει να νιώθουμε και γιατί δεν πρέπει να το νιώθουμε.

Όταν, ω­στόσο, αποφασίσουμε να ρισκάρουμε και ν’ αφήσουμε ελεύ­θερα τα συναισθήματά μας, διατρέχουμε τον κίνδυνο να εκ- φράσουμε ό,τι νιώθουμε. Εννιά στις δέκα φορές που το κά­νουμε αυτό, είναι βέβαιο ότι εξοργίζουμε κάποιον. Έτσι αρχί­ζει να δημιουργείται η σύγχυση. Ελάχιστοι γνωρίζουμε τη δια­φορά ανάμεσα στην αναγνώριση και την έκφραση των συναι­σθημάτων μας.

Οι ενήλικοι, ενώ πιστεύουν ότι οι ίδιοι είναι ελεύθεροι να νιώσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, για κά­ποιον ανεξήγητο λόγο θεωρούν ότι αυτό δεν ισχύει και για τα παιδιά. Από πολύ νωρίς, τα παιδιά δέχονται το εξής σχεδόν υποσυνείδητο μήνυμα: «Ό,τι αισθάνομαι πρέπει να συμπί­πτει με ό,τι νομίζουν οι άλλοι ότι πρέπει να αισθάνομαι ή με ό,τι επιθυμούν να νιώθω». Τίποτα δεν απέχει περισσότερο α­πό την αλήθεια, τίποτα δε μας μπλέκει σε πιο πολλά προ­βλήματα από αυτό το είδος των συναισθημάτων. Αντιδρώντας στα μηνύματα της παιδικής ηλικίας, χάνουμε δύο πολύ ση­μαντικά μαθήματα: (1) πώς να προσδιορίσουμε τι νιώθουμε και (2) πώς να εκφράσουμε σωστά ό,τι νιώθουμε. Για να σπά­σουμε το φράγμα των δηλητηριωδών συναισθημάτων που ξε­χύνονται γενικά στις σχέσεις, πρέπει να καταφέρουμε να προσ­διορίσουμε τι νιώθουμε και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας τη συναισθηματική ελευθερία.

Είναι ό,τι ονομάζουμε αναγνώριση. Από τη στιγμή που θα το πετύχουμε, θα μπορούμε να διαλέξουμε ή ν’ αποφασίσουμε τι -αν υπάρχει κάτι- μας αρέσει να κάνουμε για ό,τι νιώθουμε. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδράμε ονομάζεται έκφραση. Η σύγχυση που βασανίζει τους περισσοτέρους από μας οφείλεται στ’ ότι δεν έχουμε ανακα­λύψει το σωστό τρόπο έκφρασης όσων νιώθουμε. Οι γονείς και οι κηδεμόνες μας προσπαθούσαν να ελέγξουν τους... α­νάρμοστους τρόπους έκφρασής μας και, κάνοντάς το αυτό, μας έμαθαν να καταπιέζουμε ασυνείδητα κάθε συναίσθημα. Όποιο κίνδυνο κι αν εγκυμονούν το συναίσθημα και η έκ­φραση, είναι οι μόνοι σίγουροι τρόποι για να διαφυλάξουμε τη συναισθηματική υγεία μας. Είναι, επίσης, τα θεμέλια της συναισθηματικής υγείας, που παίζουν ζωτικό ρόλο στην ανά­πτυξη ικανοποιητικών σχέσεων με διάρκεια.

Ως αποτέλεσμα των εμπειριών της παιδικής ηλικίας μας, αρνούμαστε μερικές φορές αυτό που νιώθουμε ή και το γεγονός ό­τι νιώθουμε. Πώς εκτονώνουμε την οργή μας; Την οργή, που δεν είναι παρά η καλυμμένη πλευρά του ανέκφραστου πάθους και που αποτελεί πιθανότατα τη μεγαλύτερη άρνηση του συ­ναισθηματικού ρεπερτορίου μας; Το σωστό, βέβαια, είναι να μην οργιζόμαστε, αλλά αν μας σπρώξουν στην οργή οι ανθρώ­πινες αδυναμίες μας, είναι καλύτερο να μην την εκδηλώσουμε! Όταν νιώθουμε κάτι και προσπαθούμε να μην το εκδηλώσου­με, οι άλλοι μπορεί να οργιστούν μαζί μας. Μπορεί να μας μι­λήσουν απότομα ή και να μας βρίσουν. Στο μεσοδιάστημα, ό­ταν δεν είμαστε σίγουροι για το τι αισθανόμαστε, συγχυζόμαστε ακόμη περισσότερο και κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί νιώθουμε ετσι. Πώς θα διακρίνουμε ποια από τα γουργουρητά του στο­μαχιού μας οφείλονται σε δυσπεψία και ποια σε φόβο; Το φό­βο που μας κάνει να διπλωθούμε στα δύο από πόνο; Παρόμοια ενόχληση φέρνει και η ασιτία! Αμφότερα τα αίτια προκαλούν δυ­σθυμία, αδυναμία και κακοδιαθεσία. Ένα κομμάτι πίτσα θα γιάτρευε ίσως τη μία από αυτές τις ενοχλήσεις. Πώς ξέρετε, ό­μως, τη θεραπεία για το φόβο, αν πρόκειται πράγματι για φό­βο; Άλλο ν’ αναρωτιέσαι όταν είσαι μεγάλος κι άλλο να αναρω­τιέσαι για παρόμοια πράγματα όταν είσαι άμαθο παιδί. Στο με­σοδιάστημα, οι περισσότεροι ενήλικοι κουβαλούν μαζί τους τις απορίες που τους βασάνιζαν όταν ήταν παιδιά.

Στις σχέσεις…

Έκφραση σημαίνει να έχει κά­ποιος την πνευματική ωριμότητα και το θάρρος ν’ αφήσει κά­ποιον άλλο να πληροφορηθεί την αλήθεια. Πρόκειται για δύο στοιχεία που μας θυμίζουν ότι η αγάπη δε μας στερεί την ι­κανότητα να παίρνουμε αποφάσεις ή να επιλέγουμε.

Αν και καμία εμπειρία στη ζωή δεν αφυπνίζει περισσότε­ρα συναισθήματα απ’ ό,τι οι σχέσεις, πολύ συχνά, ενώ είμαστε δεσμευμένοι, δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να νιώσει. Μη βιαστείτε να πείτε «σε αγαπώ». Μη σπεύσετε να κάνετε πολλές ερωτήσεις.

Θυμηθείτε τι συνέβη πριν, την πρώτη ή την τελευ­ταία φορά που υποκριθήκατε.

Οι συμπεριφορές που βασίζο­νται στα πρότυπα που μας έχουν διδάξει οι άλλοι μας κάνουν συχνά να ξεχνάμε τη διαφορά ανάμεσα στην παραδοχή και την έκφραση των συναισθημάτων μας. Παραδοχή σημαίνει, ε­πίσης, να εμπλεκόμαστε αυθόρμητα, χωρίς προϋποθέσεις, σε κάποια συναισθηματική εμπειρία. Είναι ό,τι αποκαλοΰμε α­ποστασιοποίηση, που σημαίνει ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ζήσει μια εμπειρία, χωρίς την προσδοκία να πάνε όλα όπως θέλουμε εμείς. Στην προσπάθειά μας να ορίσουμε τη συναι­σθηματική καταλληλότητα, θυμόμαστε ότι την τελευταία φορά που εκφράσαμε τις ανησυχίες, τις υποψίες ή τις αγωνίες μας, οι άλλοι μας επέκριναν ή είπαν ότι δεν έπρεπε να αισθανθούμε έτσι. Ως αντίδραση σε αυτό, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως το ίδιο το συναίσθημα είναι ανάρμοστο και όχι η έκφρα­σή του. Δεν υπάρχουν όμως ανάρμοστα συναισθήματα.

Υπάρχει άλλη μία πλευρά των ανομολόγητων συναισθημά­των που πρέπει ν’ αναφερθεί εδώ, η οποία μπορεί ν αποδοθεί με τον όρο «έμμονη σκέψη». Το θέμα θίγουν πρώτοι οι καλοπρο­αίρετοι φίλοι μας. «Μην το πολυσκέφτεσαι», μας λένε, εννοώντας ότι δεν πρέπει να μας απασχολούν πολύ αρνητικά συναισθή­ματα ή οδυνηρές εμπειρίες. Ποτέ δε μας λένε, βέβαια, να μην ασχοληθούμε με θετικά πράγματα. Το να ασχοληθούμε με κάτι αρνητικό επομένως, δεν είναι ευχάριστη εμπειρία για τον ψυ­χισμό μας. Όταν ακούμε την παρότρυνση «μην το πολυσκέφτεσαι», το ερμηνεύουμε ως «μην αισθάνεσαι», «μην παραδέχεσαι». Και όμως είναι πολύ σημαντικό να εξερευνούμε τον εαυτό μας και να ξέρουμε τι είναι αυτό που νιώθουμε και γιατί.

Εφιάλτες, Πώς να τους διαχειριστείτε

Υπάρχει ένας εφιάλτης που σε έχει τρομάξει όταν ήσουν παιδί ή τώρα; Υπάρχει ένας εφιάλτης που έρχεται και ξανάρχεται στα όνειρά σου;

Οι εφιάλτες είναι μια σειρά σκέψεων, εικόνων και αισθήσεων που έρχονται στον ύπνο μας να μας ταράξουν, δημιουργώντας αρνητικά συναισθήματα όπως τρόμο, φόβο, στεναχώρια, θυμό ή απόγνωση. Όπως και τα όνειρα, έτσι και οι εφιάλτες έχουν κάποιον λόγο ύπαρξης και σημαίνουν κάτι για τον καθένα ατομικά.

Όνειρα και Ενέργεια
Τα όνειρά μας σχετίζονται με την ενέργεια που έχουμε ως άτομα. Όλα όσα σκέφτεται και νιώθει κανείς στη διάρκεια της ημέρας εμφανίζονται ως η πραγματικότητά του όχι μόνο στον ξύπνιο του, αλλά και στον ύπνο του.

Τα όνειρα και οι εφιάλτες σχετίζονται άμεσα με όσα αισθάνεσαι και όσα σου τραβούν την προσοχή. Στον ύπνο δεν έχουμε αντιστάσεις ή την εσωτερική μας λογοκρισία, οπότε ο εσωτερικός μας κόσμος έρχεται εύκολα στην επιφάνεια. Έτσι, στα όνειρα και τους εφιάλτες μας εμφανίζονται πράγματα που υπάρχουν στο υποσυνείδητό μας, τα οποία όμως δεν τα γνωρίζουμε και δεν τα έχουμε περάσει απαραιτήτως από το φίλτρο του ρεαλισμού.

Τι σημαίνει όταν βλέπεις εφιάλτες;
Στον ύπνο μας βλέπουμε όνειρα και εφιάλτες που σχετίζονται με τη συναισθηματική μας πραγματικότητα.

Όταν λοιπόν έχεις εφιάλτες αυτό σημαίνει ότι έχεις στρες στην καθημερινότητά σου. Το στρες συνδέεται με συναισθηματική ένταση, με φόβο, αγωνία, ανησυχία, αρνητικά συναισθήματα που πιθανότατα δεν ξέρεις πώς να τα διαχειριστείς.

Στα όνειρα και τους εφιάλτες, ωστόσο, η πραγματικότητα εμφανίζεται μέσα από συμβολισμούς και δεν αποτελεί αντικαθρέφτισμα της ζωής σου.

Τα όνειρα μας βοηθάνε να βάλουμε σε μια σειρά διάφορα ψήγματα αναμνήσεων, να σκεφτούμε διαφορετικές λύσεις στα προβλήματά μας και να επεξεργαστούμε τα συναισθήματά μας.

Οι εφιάλτες είναι ένας παράγοντας που διευκολύνει μια απόφαση, τη διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος. Είναι κατά κάποιον τρόπο ένας τρόπος να διαχειριστείς το πρόβλημά σου με έναν διαφορετικό, όχι απαραίτητα γραμμικό ή λογικό τρόπο. Είναι ένα μήνυμα προς τον εαυτό ότι «κάτι με τρομάζει/με φοβίζει/με ενοχλεί, αλλά μπορώ να κάνω κάτι για να μειώσω το αρνητικό συναίσθημα και να διαχειριστώ το πρόβλημα».

Να πώς να αξιοποιήσεις τους εφιάλτες σου και να έχεις καλύτερο ύπνο:

Ξαναπαίξε τον εφιάλτη στο μυαλό σου.
Μόλις ξυπνήσεις από έναν εφιάλτη, ξαναδιηγήσου τον στον εαυτό σου, φέρε τον ξανά στο νου σου με κάθε λεπτομέρεια. Καθώς τον θυμάσαι, θα πρέπει να τον επεξεργαστείς με τον εξής τρόπο: άρχισε να φαντάζεσαι διάφορα στοιχεία του εφιάλτη και να τα διορθώνεις επί τόπου, ώστε ο εφιάλτης να μην είναι πια τρομακτικός. Άλλαξε τα πρόσωπα, τις καταστάσεις, τους χαρακτήρες, το αποτέλεσμα, ώστε να αλλάξει ο συναισθηματικός τόνος του ονείρου και να νιώσεις καλά. Σου φαίνεται απλοϊκή αυτή η τεχνική; Και όμως, σου δίνει λύση και ένα θετικό συναίσθημα. Δεν έχεις παρά να την δοκιμάσεις για να διαπιστώσεις πόσο δυνατή είναι!

Ανάλυσε το όνειρό σου.
 Σημείωσε σε χαρτί το όνειρό σου, σε χρόνο ενεστώτα, δηλαδή σαν να συμβαίνει τώρα. Για παράδειγμα, είμαι σε μία ζούγκλα, και βλέπω ότι πολλά φίδια βγαίνουν μέσα από τα παπούτσια μου και τρέχουν να κρυφτούν στα χόρτα, κλπ, κλπ. Στη συνέχεια, πάρε τη θέση κάθε σημαντικού στοιχείου του ονείρου ή του εφιάλτη σου (πχ γίνε το φίδι, γίνε τα χόρτα) και ξαναδιηγήσου τον εφιάλτη από αυτή την οπτική γωνία. Όχι μόνο θα απελευθερωθείς από τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά θα δεις αν το όνειρο σχετίζεται με κάποια έκφανση της ζωής σου.

Ξάπλωσε και πριν κοιμηθείς σκέψου διάφορα καλά, θετικά πράγματα.
  Κάνε όμορφες σκέψεις, σκέψου όμορφα πράγματα που σου προκαλούν ευχαρίστηση, ακόμα και κάτι πολύ απλό, όπως τη μυρωδιά από το αγαπημένο σου φαγητό, ή το άρωμα ενός λουλουδιού, σκέψου ευχάριστες αναμνήσεις ή εμπειρίες και αφήσου στο θετικό συναίσθημα. Επίσης, μπορείς να ξαναφέρεις στο μυαλό σου οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη θετική εμπειρία είχες μέσα στη μέρα σου: ένα φιλί, μια αγκαλιά, ένα κομπλιμέντο, ένα αρωματικό φλιτζάνι καφέ… οτιδήποτε. Με αυτό τον τρόπο βοηθάς τον εαυτό σου να μπει σε ένα θετικό κλίμα και έτσι να μην έχεις εφιάλτες (οι εφιάλτες σχετίζονται με τις κακές σκέψεις και τα αρνητικά συναισθήματα που φέρνουμε στο κρεβάτι όταν σκεφτόμαστε και ξανασκεφτόμαστε προβλήματα και φόβους).

Δημιούργησε τη δική σου χαλαρωτική ρουτίνα πριν κοιμηθείς.
Βαθιές χαλαρωτικές αναπνοές, χαλαρωτική μουσική, ένα ζεστό μπάνιο, αιθέρια έλαια στο δωμάτιο ή το μαξιλάρι σου, ένας θετικός οραματισμός, όλα αυτά αποτελούν υπέροχες μεθόδους χαλάρωσης για το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα. Δημιουργώντας μια χαλαρωτική ρουτίνα πριν κοιμηθείς, στην ουσία εκπαιδεύεις τον εγκέφαλό σου να χαλαρώνει και να συνδέει την κατάσταση της χαλάρωσης με τον ύπνο, οπότε έτσι είναι λιγότερο πιθανό να έχεις εφιάλτες. 

Μη διεγείρεις το σώμα σου πριν τον ύπνο.
  Όλοι ξέρουμε ότι καλό είναι να μη φάμε ένα μεγάλο γεύμα πριν τον ύπνο, να μην πιούμε πολύ (ναι, θα κοιμηθούμε αλλά άσχημα και σε λήθαργο, οπότε δεν είναι καλό για τον οργανισμό μας), να μη βλέπουμε ταινίες που μας κρατάνε σε εγρήγορση ή να κάνουμε γυμναστική. Όλα αυτά ξυπνάνε το σώμα, αντί να το βοηθήσουν να ηρεμήσει και να χαλαρώσει για να κοιμηθεί. Αυτή η αφύπνιση συμβάλλει στο να έχεις εφιάλτες. 

Μοιράσου τον εφιάλτη!
  Αλήθεια! Θα σου κάνει καλό αν μιλήσεις σε κάποιον για τον εφιάλτη που είδες ή αν απλώς τον σημειώσεις σε ένα φύλλο χαρτί. Θα βγάλεις το αρνητικό συναίσθημα από μέσα σου, θα μειωθεί το στρες σου και θα νιώσεις καλύτερα.

Οι εφιάλτες είναι σύμπτωμα ενός βαθύτερου συναισθηματικού ζητήματος που σε απασχολεί και που πρέπει να έρθει στο φως, να το αντιληφθείς συνειδητά. Τα όνειρα είναι η πόρτα στο ασυνείδητο. Αν λοιπόν έχεις εφιάλτες, είναι σημαντικό να τους διαχειριστείς όταν είσαι ξύπνιος και παράλληλα να μειώσεις το στρες στη ζωή σου. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξετάσεις τον κάθε τομέα της ζωής σου, οικογένεια, κοινωνική ζωή, σχέση/γάμο, επάγγελμα και να δεις ποιες είναι οι πηγές του στρες σου και να τις αντιμετωπίσεις.

Αντί να προσπαθείς να ξεφορτωθείς τους εφιάλτες σου, χρησιμοποίησέ τους για να αυξήσεις τη συνειδητότητά σου. Αντιμετώπισε τον κάθε εφιάλτη σου σαν μία εσωτερική κραυγή για επίλυση κάποιου προβλήματος που σε απασχολεί. Αξιοποίησε τον κάθε εφιάλτη σου ως ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη και αυτοβελτίωση.

Οι εφιάλτες μπορεί να σου προξενούν φόβο, αλλά δε χρειάζεται να τους φοβάσαι!

Η μεταμόρφωση του μυθικού άτρωτου πολεμιστή Καινέα

<Ο Καινεύς (δεξιά) μάχεται εναντίον Κενταύρου. Αττική λήκυθος με διακόσμηση υπερτεθέντων χρωμάτων, περ. 500-490 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Στην Ιλιάδα  ο Καινέας γενεαλογείται ως πατέρας του Κορώνου και παππούς του Λεοντέα, αρχηγού των Λαπιθών. Σύμφωνα με μία άποψη ο Καινέας ήταν χθόνια θεότητα, ενώ σύμφωνα με άλλη άποψη ήταν μία υπόσταση του θεού Άρη. Ως άντρας έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία και στο κυνήγι τουΚαλυδώνιου Κάπρου...

 Ο Μύθος μας λέει ότι ο  Ποσειδώνας πλάγιασε κάποτε με την Νύμφη Καινίδα, κόρη του Έλατου  και τηςΙππέας από την Μαγνησία ή λένε μερικοί του Κορώνου του Λαπίθη, και της είπε να του ζητήσει κάποιο ερωτικό δώρο.

-Μεταμόρφωσε με, του είπε εκείνη, σε άτρωτο πολεμιστή, βαρέθηκα να είμαι γυναίκα.
Τότε ο Ποσειδώνας της άλλαξε το φύλλο, και η Καινίδα έγινε Καινεύς και είχε τόση επιτυχία στον πόλεμο ώστε οι Λαπίθες δεν άργησαν να την εκλέξουν βασιλιά τους. Γέννησε μάλιστα και γιο η Καινίς, τον Κόρωνο, που ο Ηρακλής τον σκότωσε πολλά χρόνια αργότερα ενώ μαχόταν για λογαριασμό του Αιγίμιου του Δωριέα.

Με τα μυαλά φουσκωμένα από αυτή την καινούρια του κατάσταση, ο Καινεύς κάρφωσε δόρυ καταμεσής στην αγορά εκεί όπου συναθροίζονταν οι άνθρωποι, και τους ανάγκασε να κάνουν θυσίες σε αυτό, σαν το δόρυ να ήταν θεός, και να μην τιμούν καμία άλλη θεότητα.
Ποσειδών και Καινίς
 
Πληροφορούμενος την αλαζονεία του Καινέα, ο Ζεύς υποκίνησε τους Κενταύρους να κάνουν φονικό. Στους γάμους του Πειρίθου, οι Κένταυροι ρίχθηκαν ξαφνικά καταπάνω στον Καινέα, αλλά αυτός δεν δυσκολεύτηκε διόλου να σκοτώσει πέντε - έξι από δαύτους, επειδή τα όπλα τους εξοστρακίζονταν από τομαγεμένο δέρμα του χωρίς να τον τραυματίζουν καθόλου.
Ωστόσο, οι Κένταυροι που είχαν απομείνει, τον χτύπησαν κατακέφαλα με κορμούς από έλατα ώσπου τον έχωσαν μέσα στο χώμα και πάνω του στοίβαξαν σωρό τους κορμούς. Βυθίσθηκε όρθιος μέσα στη γη  και ο Καινεύς πέθανε σκασμένος. Σε λίγο ξεπετάχτηκε από εκεί ένα πουλί με φτερά στο χρώμα της άμμου, που ομάντης Μόψος, ο οποίος ήταν παρών, το αναγνώρισε ότι ήταν η ψυχή της Καινίδας και όταν πήγαν να το θάψουν, το πτώμα ήταν πάλι γυναικείο.
 
 
Σε αυτόν τον μύθο είναι πλεγμένα τρία ξεχωριστά νήματα.  
Πρώτο η μεταμόρφωση της Καινίδας σε άντρα πολεμιστή είναι ένα έθιμο που σε κάποια μέρη της Αλβανίας συνεχίζει να υπάρχει.Τα κορίτσια που κατατάσσονται σε πολεμικές ομάδες είναι πάντα ντυμένα άντρες έτσι ώστε όταν σκοτώνονται στην μάχη ο εχθρός να δοκιμάζει μεγάλη έκπληξη όταν ανακαλύπτει το φύλλο τους.

Δεύτερο η άρνηση των Λαπιθών να δεχθούν την ελληνική επικυριαρχία, το δόρυ που μπήγεται στην γη για να γίνει αντικείμενο λατρείας είναι πιθανό ότι ήταν μαγιόξυλο προς τιμή της Νέας Σεληνοθεάς Καινίδας ή Ελάτης στην οποία ήταν αφιερωμένο το έλατο. Οι Λαπίθες ηττήθηκαν ύστερα από τους Αιολείς της Ιωλκού, οι οποίοι, με την βοήθεια των συμμάχων τους Κενταύρων, τους υπέταξαν στον θεό τους Ποσειδώνα, αλλά δεν ανακατεύτηκαν στους φυλετικούς νόμους.

Όπως και στο Άργος μόνο η αρχηγός της γενιάς θα υποχρεώθηκε να φοράει ψεύτικη γενειάδα για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της να ενεργεί ως δικαστής και στρατιωτικός ηγέτης: έτσι η Καινίς έγινε Καινεύς και η Ελάτη έγινε Έλατος.

Τρίτο, η ιεροτελεστία που καταγράφεται σε μελανόμορφο πιθάρι λαδιού όπου γυμνοί άνδρες οπλισμένοι με τσεκούρια χτυπούν ξόανο της Μητέρας Γης στο κεφάλι, προφανώς για να απελευθερώσουν την Κόρη, το Πνεύμα του Νέου Έτους: Καινίς σημαίνει καινούρια.

Το είδος του πουλιού με τα φτερά στο χρώμα της άμμου το οποίο ξεπετιόταν από το ξόανο θα εξαρτιόταν από την εποχή όπου γινόταν η ιεροτελεστία. Αν ήταν άνοιξη, το πουλί αυτό μπορεί να ήταν κούκος.
Ακολουθεί απόσπασμα από τον Ακουσίλαο σχετικά με τον παραπάνω μύθο:
Με την Καινή, την κόρη του Ελάτου, σμίγει ο Ποσειδών. Κατόπιν -επειδή αυτή δεν ήθελε να γεννήσει παιδιά ούτε από εκείνον ούτε από άλλον- την κάνει ο Ποσειδών άντρα άτρωτο, που είχε τη μεγαλύτερη δύναμη από τους ανθρώπους εκείνου του καιρού. Και όταν δοκίμαζε κανείς να τον τρυπήσει με σίδερο ή χαλκό, έπεφτε πολύ εύκολα την ίδια στιγμή στα χέρια του.

Και γίνεται αυτός βασιλιάς των Λαπιθών και έκανε συχνά πολέμους με τους Κενταύρους. Αυτός τώρα έστησε μια λόγχη στην αγορά και πρόσταξε να τη λογαριάζουν για θεό. Στους θεούς όμως αυτό δεν άρεσε, και σαν τον είδε ο Δίας να κάνει αυτά που έκανε, τον απειλεί και στέλνει εναντίον του τους Κενταύρους. Και εκείνοι τον χτυπούν και τον ρίχνουν χάμω όπως ήταν όρθιος, και τον χώνουν στη γη και βάζουν από πάνω ένα βράχο για μνήμα, και πεθαίνει.

Καινῇ δὲ τῇ Ἐλάτου μίσγεται Ποσειδῶν. ἔπειτα (οὐ γὰρ ἦν αὐτῷ ἱερὸν παῖδας τεκὲν οὔτ᾽ ἐξ ἐκείνου οὔτ᾽ ἐξ ἄλλου οὐδενός) ποιεῖ αὐτὸν Ποσε̣ιδέων ἄνδρα ἄτρωτον, ἰσχὺν ἔχοντα μεγίστην τῶν ἀνθρώπων τῶν τότε, καὶ ὅτε τις αὐτὸν κεντοίη σιδήρῳ ἢ χαλκῷ, ἡλίσκετο μάλιστα χρημάτων. καὶ γίγνεται βασιλεὺς οὗτος Λαπιθέων καὶ τοῖς Κενταύροις πολεμέεσκε.

ἔπειτα στήσας ἀκόντιον ἐν ἀγορῇ θεὸν ἐκέλευεν ἀριθμεῖν. θεοῖσι δ᾽ οὐκ ἦεν ἀρεστόν, καὶ Ζεὺς ἰδὼν αὐτὸν ταῦτα ποιοῦντα ἀπειλεῖ καὶ ἐφορμᾷ τοὺς Κενταύρους, κἀκεῖνοι αὐτὸν κατακόπτουσιν ὄρθιον κατὰ γῆς καὶ ἄνωθεν πέτρην ἐπιτιθεῖσιν σῆμα, καὶ ἀποθνῄσκει.

Συγκατοίκηση πριν το γάμο: Επηρεάζει το μέλλον της σχέσης;

Εδώ και αρκετά χρόνια οι επιστήμονες μελετούν το λεγόμενο «φαινόμενο της συγκατοίκησης» προκειμένου να διαπιστώσουν εάν η συμβίωση πριν το γάμο είναι πιθανό να οδηγήσει σε διαζύγιο αργότερα ή αντιθέτως εάν βοηθά να τεθούν οι βάσεις για μια υγιή και μακροχρόνια σχέση.
 
Τι δείχνουν άραγε οι επιστημονικές μελέτες επί του θέματος;
Παλαιότερα, τα στοιχεία έδειχναν ότι η συγκατοίκηση είναι πιο πιθανό να οδηγήσει αργότερα σε διαζύγιο, ενώ οι πιο πρόσφατες μελέτες δείχνουν πως το μέλλον της σχέσης δεν επηρεάζεται από το αν οι δύο σύντροφοι θα αποφασίσουν να περάσουν από το «δοκιμαστικό στάδιο» πριν παντρευτούν.
 
Τι ισχύει τελικά και γιατί παρατηρείται αυτή η αλλαγή στα δεδομένα;
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση The Journal of Marriage and Family περιελάμβανε δείγμα σχεδόν 3.500 Αμερικανών ηλικίας 15-44 ετών και είχε σαν στόχο να εξετάσει τις πιθανότητες χωρισμού/διαζυγίου ανάλογα με το αν το ζευγάρι είχε συγκατοικήσει πριν παντρευτεί. Ποσοστό 63% των συμμετεχόντων είχαν συγκατοικήσει πριν παντρευτούν. Συνολικά (ασχέτως συγκατοίκησης) περίπου 20% των συμμετεχόντων πήραν τελικά διαζύγιο. Οι ερευνητές δεν εντόπισαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στη συγκατοίκηση και στις πιθανότητες χωρισμού ή διαζυγίου.
 
Γιατί λοιπόν οι πρώτες μελέτες επί του θέματος έδειχναν ότι η συγκατοίκηση οδηγεί συχνά το ζευγάρι στο χωρισμό;
 
Οι συντάκτες της παραπάνω μελέτης υποστηρίζουν ότι μια πιθανή εξήγηση είναι ότι με την πάροδο των ετών η συγκατοίκηση πριν το γάμο «απενοχοποιήθηκε» ως κοινωνικό φαινόμενο και εξαπλώθηκε σημαντικά, άρα οποιαδήποτε συσχέτιση με τις πιθανότητες διαζυγίου γίνεται όλο και πιο ασήμαντη.
 
Άλλοι επιστήμονες που μελετούν το φαινόμενο υποστηρίζουν μια διαφορετική θεωρία: Οι πρώτες μελέτες δεν έλαβαν υπ’ όψιν το σημαντικό παράγοντα ότι, κατά μέσο όρο, το ζευγάρι αποφάσιζε να συγκατοικήσει σε αρκετά μικρή ηλικία, άρα η ηλικία και όχι η συγκατοίκηση είναι τελικά αυτή που παίζει τον κύριο ρόλο στην μετέπειτα πορεία της σχέσης.
 
Η θεωρία αυτή υποστηρίζεται από μελέτη του 2014, η οποία υπέδειξε ότι οι πιθανότητες διαζυγίου συσχετίζονται με την ηλικία στην οποία το ζευγάρι άρχισε να «συμπεριφέρεται» σαν παντρεμένο και όχι με την ηλικία στην οποία τελικά παντρεύτηκε. Στο πλαίσιο αυτό, το «φαινόμενο της συγκατοίκησης» δεν φαίνεται να παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.
 
Μην σας τρομάζει λοιπόν η ιδέα της συγκατοίκησης εάν σκέφτεστε να το δοκιμάσετε, απλώς σκεφτείτε μήπως δεν έχετε φτάσει ακόμη σε ηλικία που νιώθετε έτοιμοι για το βήμα αυτό.

Κατασκεύασαν στο εργαστήριο ανθρώπινους εγκεφάλους

Άλλη μία ομάδα ερευνητών στις ΗΠΑ -μεταξύ των οποίων μία Ελληνίδα επιστήμων- ανακοίνωσε ότι ανέπτυξε στο εργαστήριο μικροσκοπικούς εγκεφάλους, που διαθέτουν πολλούς νευρώνες και άλλα κύτταρα του κανονικού ανθρώπινου εγκεφάλου.
 
Οι μικροσκοπικοί εγκέφαλοι διαθέτουν επίσης μερικές -ασφαλώς ούτε κατά διάνοια όλες- από τις φυσιολογικές λειτουργίες, όπως τη δημιουργία μυελίνης που μονώνει τα νεύρα, αλλά και την αυθόρμητη εκδήλωση ηλεκτροχημικής δραστηριότητας, που μπορεί να καταγραφεί με ηλεκτρόδια και η οποία παραπέμπει στη σκέψη, αν και σε πρωτόγονη μορφή.
 
Ο εργαστηριακός εγκέφαλος, που μπορεί να αναπαραχθεί σε μαζική κλίμακα, προορίζεται να βοηθήσει την φαρμακολογική και άλλη έρευνα πάνω στις διάφορες νευρολογικές παθήσεις (Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον, πολλαπλή σκλήρυνση, αυτισμό κ.α.), ενώ θα μειώσει και την ανάγκη να γίνονται ανάλογα τεστ σε ζώα.
 
Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής και της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, με επικεφαλής τον καθηγητή τοξικολογίας Τόμας Χάρτουνγκ, έκαναν τη σχετική ανακοίνωση σε συνέδριο της Αμερικανικής Ένωσης για την Προώθηση της Επιστήμης (AAAS) στην Ουάσιγκτον. Στην ερευνητική ομάδα συμμετέχει η Ελληνίδα Γεωργία Μακρή, που πήρε το διδακτορικό της από το Ινστιτούτο Παστέρ στην Αθήνα και σήμερα είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Νευρολογίας του Τζονς Χόπκινς.
 
Οι μίνι-εγκέφαλοι έχουν διάμετρο όσο το μάτι μιας μύγας ή ενός μολυβιού -το μέγεθος που έχει ο εγκέφαλος ενός εμβρύου δύο μηνών- και είναι οριακά ορατοί με γυμνό μάτι. Εκατοντάδες χιλιάδες αντίγραφά τους μπορούν να παραχθούν σε κάθε «φουρνιά» (καλλιέργεια). Εκτός από τις νευρολογικές παθήσεις, έχουν ήδη αρχίσει δοκιμές για την αξιοποίηση των εργαστηριακών εγκεφάλων σε περιπτώσεις ιογενών λοιμώξεων, τραυμάτων και εγκεφαλικών επεισοδίων.
 
Οι επιστήμονες δήλωσαν αισιόδοξοι ότι τέτοιοι μίνι-εγκέφαλοι θα αλλάξουν δραματικά τον τρόπο που δοκιμάζονται τα νέα φάρμακα από πλευράς ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Οι μίνι-εγκέφαλοι έχουν ως «πρώτη ύλη» δερματικά ενήλικα κύτταρα, που -μετά από γενετικό επαναπρογραμματισμό- μετατρέπονται σε πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, παρόμοια με τα εμβρυικά, και τελικά εξειδικεύονται σε εγκεφαλικά κύτταρα.
 
Οι εν λόγω μικροσκοπικοί εγκέφαλοι είναι «μπάλες» κυττάρων, που αναπτύσσουν δομές παρόμοιες των κανονικών εγκεφάλων μέσα σε διάστημα δύο μηνών στο εργαστήριο. Θεωρούνται ανώτεροι για την μελέτη των εγκεφαλικών παθήσεων, σε σχέση με τα ευρέως χρησιμοποιούμενα πειραματόζωα όπως οι αρουραίοι και τα ποντίκια, επειδή αποτελούνται από κύτταρα ανθρώπων και όχι τρωκτικών.
 
Όπως ανέφερε ο Χάρτουνγκ, «το 95% των φαρμάκων, αφότου έχουν δοκιμασθεί σε ζώα, δείχνουν πολλά υποσχόμενα, αλλά στη συνέχεια αποτυγχάνουν, όταν δοκιμάζονται στους ανθρώπους, πράγμα που σημαίνει μεγάλη σπατάλη χρόνου και χρημάτων».
 
«Δεν είμαστε αρουραίοι, όπως δεν είμαστε ούτε μπάλες κυττάρων. Όμως μπορούμε να πάρουμε καλύτερες πληροφορίες από αυτές τις κυτταρικές μπάλες, παρά από τα τρωκτικά», τόνισε.
 
Άλλες επιστημονικές ομάδες στις ΗΠΑ και την Αυστρία έχουν ήδη δημιουργήσει μεγαλύτερους μίνι-εγκεφάλους, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να αναπαραχθούν μαζικά σε πανομοιότυπη μορφή.
 
«Ο δικός μας μίνι-εγκέφαλος δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε κατ’ ανάγκη ο καλύτερος. Όμως είναι ο πιο τυποποιημένος. Και όταν δοκιμάζει κανείς φάρμακα, αυτό είναι καθοριστικό», δήλωσε ο Χάρτουνγκ. «Επιπλέον, αν τέτοια μοντέλα του εγκεφάλου χρησιμοποιηθούν από κάθε εργαστήριο, τότε θα μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε σε ευρεία κλίμακα τα πειράματα στα ζώα», πρόσθεσε.
 
Ο Αμερικανός τοξικολόγος ήδη κατέθεσε αίτηση για την κατοχύρωση της σχετικής πατέντας, ενώ αναπτύσσει και την εταιρεία Organome για την παραγωγή τους, η οποία αναμένεται να αρχίσει έως το τέλος του 2016, σε συνεργασία με την εταιρεία Atera του Λουξεμβούργου.

Έως το 2020 θα έχουν "έρθει" τα ρομπότ στις... διακοπές

To 80% των ταξιδιωτών από την Ασία, την Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Λατινική Αμερική, θεωρεί ότι τα ρομπότ θα παίζουν σημαντικό ρόλο στις ζωές τους μέχρι το 2020, με τα τρία τέταρτα να εκτιμούν ότι θα καλυτερεύσει σημαντικά τη ζωή τους. 
 
Τα 2/τρίτα μάλιστα, αναφέρουν ότι θα αισθάνονται άνετα με τη χρήση των ρομπότ στην ταξιδιωτική βιομηχανία. Αυτό αποκαλύπτει έρευνα που διενήργησε η Travelzoo σε δείγμα 6.000 ταξιδιωτών, στο πλαίσιο του πρότζεκτ για το «Μέλλον των Ταξιδίων», που διερευνά την δεκτικότητα των καταναλωτών έναντι των ρομπότ στη βιομηχανία ταξιδίων και τουρισμού.
 
Ο πρόεδρος της εταιρίας Richard Singer, θα αναφερθεί στα ευρήματα αυτά σήμερα, στην έκθεση ΙΤΒ του Βερολίνου, σε πάνελ που θα συμμετέχει και ρομπότ της Toshiba, Chihira Kanae, που μοιάζει περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα στον άνθρωπο, και θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στην Ευρώπη. 
 
Μερικές εθνικότητες ταξιδιωτών είναι πιο επιφυλακτικές στα ρομπότ. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι ήταν οι πιο αντίθετοι στη χρήση ρομπότ, ενώ οι Κινέζοι και οι Βραζιλιάνοι ήταν οι πιο θετικοί στην υιοθέτησή τους στο χώρο του τουρισμού (το 92% των κινέζων είναι άνετοι στην ιδέα).
 
Τα πλεονεκτήματα που βρίσκουν οι ερωτηθέντες στα ρομπότ σχετίζονται με τις ικανότητές τους, τη διαχείριση των πληροφοριών κτλ. Περισσότεροι από τα 3 τέταρτα των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι τα ρομπότ θα ήταν καλύτερα από τους ανθρώπους στη διαχείριση δεδομένων (81%) και στη διαχείριση διαφορετικών γλωσσών (79%), ενώ το 76% πιστεύει ότι τα ρομπότ έχουν καλύτερη μνήμη. Το 81% των ερωτηθέντων επέλεξαν ως προτέρημα των ρομπότ την αδιάλειπτη ενέργεια.

Για την «Ψυχολογία του Αθεϊσμού»

Είναι γνωστό ότι πολλοί νεοαπολογητές χρησιμοποιούν όλο και πιο συχνά πλέον, τα κείμενα των αιρετικών -για αυτούς- καθολικών ή προτεσταντών, αφού προφανώς το μυαλό εκείνων είναι πιο ανεπτυγμένο από των ορθοδόξων, για να μας φέρουν “ενδιαφέρουσες” θεωρίες, που θα αποδείξουν τον...θρίαμβο της Ορθοδοξίας.


Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Εισαγωγή στην Ψυχολογία του Αθεϊσμού» του “ψυχολόγου” Paul C. Vitz. Μεταφρασμένη από την ΟΟΔΕ εδώ.

Όταν το πρωτοδιάβασα γέλασα. Η λογική και τα επιχειρήματα του είναι λαϊκίστικης ψυχολογίας επιπέδου μεσημεριανάδικου. Μετά διαπίστωσα μεγάλο αριθμό σελίδων που τον αναφέρουν και προφανώς θεωρούν τις απόψεις του επιστημονικές και σπουδαίες.

Βέβαια στο θέμα της ψυχολογίας έχουμε τον τελευταίο καιρό γίνει μάρτυρες πολλών παπάδων ή θεολόγων που είναι και “ψυχολόγοι” και προσπαθούν να χρησιμοποιούν ότι τους συμφέρει από τα πορίσματα της ψυχολογικής έρευνας για να πείσουν τους πιστούς τους ότι όλα είναι καλά στην δοξασία τους. Με μια φωτεινή μοναδική εξαίρεση, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την ψυχολογία, μόνο στα σημεία εκείνα που θα ωφελήσουν την θρησκεία τους.

Ας δούμε λοιπόν κάποια από αυτά που λέει ως επιχειρήματα πως τα χρησιμοποιεί και τι θέλει να βγάλει...

Ξεκινάει με τον Φρόιντ ως εξής:
Όσο για τον Φρόϋντ, οι κριτικές του για την θρησκεία –και ειδικά για τον Χριστιανισμό- είναι πασίγνωστες, και θα τις αναλύσουμε σε λίγο. Προς το παρόν, μας φτάνει να γνωρίζουμε πόσο βαθειά είχε απασχολήσει τον Φρόϋντ και την σκέψη του, το ζήτημα του Θεού και της θρησκείας.
[...]
Όπως και να 'χει το θέμα, σκοπεύω να δείξω πως οι ψυχολογικές θεωρίες -που χρησιμοποιούνται αρκετά επιτυχημένα για την ερμηνεία της θρησκείας- είναι δίκοπο μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξ ίσου για την ερμηνεία του αθεϊσμού. Η σάλτσα για τον πιστό είναι σάλτσα και για τον μη-πιστό.
Φυσικά εδώ κάνει μια πολύ απλή συναίρεση θεωρώντας ότι ξέρει καλά τι είναι αθεϊσμός και ότι έχει μία μονοδιάστατη αιτία, και φυσικά μπορεί να ψυχαναλυθεί με τον ίδιο τρόπο που αναλύονται ψυχολογικά οι θρησκείες ή η κάθε θρησκεία.

Για να καταλάβουμε τι εννοώ θα πρέπει να οριστεί ο άθεος. Αλλά πριν οριστεί, είναι προφανώς ανάγκη να οριστεί ο θεός. Φυσικά εδώ τα πράγματα από πλευράς επιστήμης και ψυχολογίας είναι δύσκολα. Θεϊστές υπάρχουν πολλοί και θεοί χιλιάδες. Μάλιστα ακόμα και η κάθε θρησκεία έχει χιλιάδες σέχτες που η κάθε μια βλέπει τον θεό της λίγο διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Άρα από πλευράς επιστήμης είναι σχετικά δύσκολο να οριστεί ξεκάθαρα η έννοια “θεός”, πόσο μάλλον η έννοια “άθεος”.

Στην Δύση λόγω του χριστιανικού παρελθόντος, θεωρούμε σχεδόν δεδομένο, αν και δεν είναι, τον ορισμό του θεού ως τον Ιεχωβά, όπως περίπου τον φαντάζονται οι Εβραίοι, αλλά με δύο επί πλέον προσθήκες, του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, σε μια διανοητική κατασκευή που ορίστηκε τον 4ο αι. από την πρώτη και δεύτερη οικουμενική σύνοδο, και ανάλογα την σέχτα έχει ή δεν έχει κάποιες ιδιότητες.

Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας εδώ θεωρεί ως άθεο αυτόν που δεν δέχεται καμία πίστη στον Ιεχωβά αυτόν με ή χωρίς την προσθήκη που είπαμε, αφού δεν αναφέρεται στην θεότητα γενικά, φέρνει συνέχεια αποσπάσματα της Αγίας Γραφής και μάλιστα της Παλαιάς Διαθήκης για να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, και τέλος μιλάει ταυτόχρονα για χριστιανούς και Εβραίους. Βέβαια αν καταφέρει το “εγχείρημα” αυτό θα το δούμε στο τέλος. Το θέμα είναι ότι και από πλευράς θεϊσμού σαν επιστήμονας (αν ήταν) μιλάει μονόπλευρα.

Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα προσθέτει:
Έτσι, μου φαίνεται σαν έγκυρη θεολογία, αλλά και έγκυρη ψυχολογία, να πούμε πως οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να αποτελέσουν εμπόδια για την πίστη και για την συμπεριφορά, και πως πολύ συχνά, μπορεί να υπάρχουν και υποσυνείδητοι παράγοντες επίσης. Επί πλέον, σαν πόρισμα, είναι λογικό να προταθεί πως οι άνθρωποι ποικίλουν πολύ, ως προς το βαθμό που αυτοί οι παράγοντες υπάρχουν στην ζωή τους.
Μια θεώρηση που ισχύει για τα πάντα, αλλά χρειάζεται και θεολογική τεκμηρίωση γιατί μην ξεχνάμε το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Και συνεχίζει, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σπούδασε στο Στάνφορντ:
Η Αγία Γραφή το λέει ξεκάθαρα, πως πολλά παιδιά –ακόμα και μέχρι τρίτης ή τέταρτης γενεάς- υποφέρουν από τις αμαρτίες των πατέρων τους, έστω και αν πρόκειται για αμαρτίες πατέρων που πιθανόν να ήσαν πιστοί. Εν ολίγοις, το πρώτο σημείο μου είναι, πως ορισμένοι άνθρωποι έχουν πολύ πιο σοβαρά ψυχολογικά εμπόδια για να πιστέψουν, απ’ ότι έχουν άλλοι –σημείο που συγκλίνει με την ξεκάθαρη προτροπή της Γραφής πως δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, όσο και αν καλούμεθα να διορθώσουμε το κακό.
Νομίζω ότι η επιστημοσύνη του κυρίου αυτού τρώθηκε ανεπανόρθωτα μόνο από αυτή την θεώρηση. Το απόσπασμα-προτροπή της Αγίας Γραφής που βρήκε να χρησιμοποιήσει, δείχνει την θέση ενός ταγμένου χριστιανού, που δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι αντικειμενικός επιστήμονας και διαφαίνεται επίσης η τάση ενός φονταμενταλισμού που ξέρουμε καλά τι κινδύνους υποκρύπτει. Η αναφορά στις αμαρτίες που μεταφέρονται μέχρι τρίτης γενεάς, δείχνει ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα από την ψυχανάλυση.

Και συνεχίζει με το γνωστό επιχείρημα της “ελεύθερης βούλησης” που έχει φανεί πλέον ότι δεν είναι και πολύ ελεύθερη, ξεχνώντας ότι υπάρχουν ένας σωρός θρησκείες και θεότητες, σαν ο Ιεχωβάς να είναι μοναδικός και χωρίς ανταγωνιστή, δηλαδή αγνοεί τα εκατομμύρια του κόσμου που δεν έχουν ιδέα για τον θεό του, αλλά άλλους θεούς:
Το δεύτερο σημείο μου, σαν αξίωση, είναι πως –παρά τις σοβαρές δυσκολίες στην απόκτηση πίστης- όλοι μας έχουμε παρά ταύτα την ελευθερία επιλογής να δεχθούμε τον Θεό, ή να Τον απορρίψουμε. Αυτή η αξίωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το πρώτο σημείο.

Φαίνεται να υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη σε μεγάλο μέρος της Δυτικής διανοούμενης κοινωνίας, πως η πίστη στον Θεό βασίζεται σε ένα σωρό από παράλογες, ανώριμες ανάγκες και επιθυμίες, ενώ ο αθεϊσμός ή ο σκεπτικισμός προέρχεται από μια δήθεν λογική, σοβαρή εκτίμηση της πραγματικότητας.
Ακολουθεί η θεώρησή του για τα “τα κοινωνικά και προσωπικά κίνητρα” της αθεΐας, όπως τα φαντάζεται μετά από το προσωπικό του βίωμα:
οι λόγοι που έγινα και που παρέμεινα αθεϊστής-σκεπτικιστής από την ηλικία των 18 μέχρι τα 38 μου, ήσαν επιφανειακοί, παράλογοι και μάλλον χωρίς καμία διανοουμενίστικη ή ηθική ακεραιότητα. Οι κύριοι συντελεστές που εμπλέκονται στην επιλογή μου να γίνω αθεϊστής (αν και δεν τους είχα εντοπίσει τότε) είναι οι εξής: Ντρεπόμουν λιγάκι, που προερχόμουν από μια Μέσο-Δυτική Πολιτεία, επειδή φάνταζε τρομερά ανιαρή, στενόχωρη, και επαρχιώτικη. Σίγουρα, δεν είναι και τόσο ρομαντικό ή εντυπωσιακό, να κατάγεται κανείς από το Σινσινάτι του Οχάϊο, έχοντας ακαθόριστες, ανακατεμένες, Γερμανο-Αγγλο-Ελβετικές ρίζες… εν ολίγοις, να είσαι μια δυσβάσταχτα μεσοαστική προσωπικότητα… Αυτό το είδος κοινωνικής πίεσης έχει σπρώξει πάρα πολλούς μακριά από την πίστη στον Θεό, και απ’ όλα όσα συσχετίζονται –κατ’ αυτούς- με την πίστη αυτή.
[...]
Ένας άλλος κυρίαρχος λόγος που επιθυμούσα να γίνω αθεϊστής, ήταν πως επιζητούσα την αποδοχή των ισχυρών και «δικτυωμένων» επιστημόνων στον χώρο της ψυχολογίας.
[...]
Όμως, οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όσο και αν διαφωνούσαν επί των θεωριών της ψυχολογίας, ήσαν οπωσδήποτε ενωμένοι (απ’ όσα μπορούσα να διακρίνω) σε δύο πράγματα, ήτοι, την έντονη φιλοδοξία τους για ατομική καριέρα, και την απόρριψη της θρησκείας.
Έτσι, μάθαμε ότι οι καθηγητές στο Στάνφορντ είναι όλοι αθεϊστές και μάλιστα ενωμένοι στην αθεΐα τους όπως “μπόρεσε να διακρίνει” ο συγγραφέας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο “ψυχολόγος” αυτός, ενώ δείχνει μια ενοχική μεταμέλεια για την αθεϊστική εξέλιξη της εφηβικής του επανάστασης, προσπαθεί να κατηγορήσει συλλήβδην το σύνολο των καθηγητών του πανεπιστημίου του (ένα πανεπιστήμιο που είναι ολόκληρη πόλη), σαν να έφταιξαν αυτοί που δεν ήταν πιστοί, για το δικό του πρόβλημα.
Και συνεχίζει:
Τέλος, στην λίστα αυτών των επιφανειακών (αλλά οπωσδήποτε ισχυρών) παράλογων πιέσεων για να γίνω αθεϊστής, οφείλω να προσθέσω και την απλή, προσωπική μου άνεση.
[...]
Χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρειες, δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστείτε τις σεξουαλικές απολαύσεις που θα έπρεπε να απορρίψω, αν επρόκειτο να γίνω συνειδητός πιστός. Επίσης, ήξερα πως θα μου στοίχιζε σε χρόνο, και σε χρήμα. Θα υπήρχαν οι εκκλησιασμοί, οι εκκλησιαστικές συνάξεις, χρόνος για προσευχή και ανάγνωση της Γραφής, χρόνος για την βοήθεια συνανθρώπων… Αδύνατον… Ήμουν ήδη πάρα πολύ απασχολημένος. Προφανώς θα μου αναστάτωνε πολύ το πρόγραμμά μου, αν γινόμουν θρήσκος…
[...]
Δεν μπορώ παρά να υποθέσω, πως κάπως έτσι είναι οι ρηχοί λόγοι που κρύβονται πίσω από τις απόψεις πολλών απίστων…
[...]
Κάνοντας μια ανασκόπηση σε όλα αυτά τα κίνητρα, μπορώ να πω με κάθε ειλικρίνεια πως μια επιστροφή στον αθεϊσμό θα μου παρείχε τη ίδια γοητεία, με μια επιστροφή στην εφηβεία…
Τα κίνητρα λοιπόν για να γίνει άθεος ήταν να ξεφύγει από την μικροαστική ζωή της επαρχίας, να ενταχθεί στο πανεπιστημιακό κατεστημένο, να απολαύσει ελεύθερα και να έχει την προσωπική του άνεση. Δεν μας λέει από τι περιβάλλον ξεκίνησε -η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι αυτό ήταν έντονα χριστιανικό και τελικά ποτέ δεν έφυγε πλήρως από μέσα του, αλλά στο θέμα μας δεν έχει και πολύ σημασία.

Φυσικά είναι προφανές ότι αυτά σαν κριτήρια αθεϊσμού, μπορεί να ισχύουν ίσως για μερικούς από τους εισερχόμενους στο Στάνφορντ, απαρίθμησε τέσσερις, αλλά σίγουρα δεν έχουν να κάνουν με το παγκόσμιο ρεύμα άρνησης της θρησκείας, που είναι πανάρχαιο, και φυσικά καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα η βολή, η άνεση είναι να μην είσαι αρνητής της θρησκείας. Αλλά τελικά ό,τι και να λέει ο συγγραφέας, ένας άνθρωπος που θέλει κοινωνική αναγνώριση πρέπει να δείχνει στους γύρω του ότι ασπάζεται το τρίπτυχο θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη και την Αμερική ακόμα. Αυτή είναι η πραγματική βολή. Ειδικά στην Ελλάδα, αυτό είναι έτσι σε αισχρό σημείο και μάλιστα όχι τόσο στο θέμα της πατρίδας ή της οικογένειας, όσο κυρίως της θρησκείας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου βολικό κοινωνικά να δηλώνει κάποιος άθεος. Δεν αναφέρει καν σαν κριτήριο αθεΐας τον εχέφρονα νου που δεν δέχεται καμιά φαντασιακή θεώρηση χωρίς βάσιμο ορθολογικό έρεισμα.

Το θέμα της ηθικής έχει αναλυθεί ήδη. Ηθική υπήρχε πριν την θρησκεία και θα υπάρχει και μετά από αυτή. Από τα πρώτα φιλοσοφικά στοιχεία τεκμηρίωσης σε θέματα ηθικής είναι τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη που δεν προβλέπουν καμιά θεϊκή πρόταση ή παρέμβαση στο θέμα της ηθικής, αλλά την πρακτική ανάγκη του ανθρώπου. Αλώστε η κοινωνική ηθική που αντανακλάται στους νόμους των κοινωνιών δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική ηθική, τουλάχιστον στις χώρες της Δύσης. Ο ίδιος ο Φρόιντ στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» (κεφ. 8) κάνει την διάκριση θεϊκής και κοινωνικής ηθικής και στην υπεροχή της κοινωνικής για το μέλλον του πολιτισμού.

Φυσικά οι θρησκευόμενοι έχουν πεισθεί απόλυτα και εδώ αδυνατεί ο Λόγος να κάνει κάνει κάτι, ότι η ηθική έχει εξωανθρώπινη προέλευση και δη από έναν ή πολλούς θεούς, ανάλογα τι πιστεύει ο κάθε θεϊστής. Η λογική ότι “χωρίς θεό όλα επιτρέπονται”, έχει καταρριφθεί από την ίδια τη δράση των χριστιανών ή άλλων θεϊστών για την επικράτησή τους και όχι μόνον, που ακόμα και με θεό για πολλούς από αυτούς όλα επιτρέπονται και όλα τα έχουν κάνει.

Πάμε τέλος στο ζουμί της υπόθεσης, στα “ψυχολογικά κίνητρα”. Αναφέρει λοιπόν στην συνέχεια για τον Φρόιντ:
Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η κεντρική Φροϋδική άποψη για την πίστη στον Θεό είναι πως μια τέτοια πίστη είναι επισφαλής, εξ αιτίας της ψυχολογικής της προέλευσης. Δηλαδή, θεωρεί πως ο Θεός είναι μια προβολή των ιδιαίτερων, έντονων, υποσυνείδητων επιθυμιών μας. «Θεός» είναι η εκπλήρωση επιθυμιών που πηγάζουν από τις παιδιάστικες ανάγκες για προστασία και ασφάλεια. Επειδή λοιπόν αυτές οι επιθυμίες είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητες, η οποιαδήποτε άρνηση της ερμηνείας αυτής δεν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη.
Η αλήθεια είναι ότι ο Φρόιντ στο «Μέλλον της Αυταπάτης» που ασχολείται πάρα κάτω, αναλύει τις θρησκείες και την θρησκευτικότητα από κάθε λογική άποψη, προσθέτοντας ή μάλλον αναζητώντας την ψυχολογική προέλευση που αποτελεί ένα σχετικά μικρό τμήμα της ανάλυσης του.

Το συμπέρασμα όπως το θέτει ο συγγραφέας είναι λάθος. Δεν βγάζει αναξιόπιστη την επιθυμία για τον θεό, ως έχουσα ψυχολογική προέλευση. Πρώτα βγάζει την θρησκεία άχρηστη, λογικά όπως είχαν κάνει άλλοι ήδη πριν από αυτόν, και μετά ψάχνει το ψυχολογικό κομμάτι όπως θα δούμε παρακάτω.

Παίρνει λοιπόν δύο φράσεις από το εν λόγω βιβλίο και τις παρουσιάζει πάρα κάτω.

Η πρώτη είναι: «Οι θρησκευτικές ιδέες έχουν προκύψει από τις ίδιες ανάγκες με όλα τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού, ήτοι, εκ της ανάγκης για προστασία απέναντι στην συντριπτική δύναμη της φύσης» (σελ.21)(44).
Μόνο που η φράση έχει και συνέχεια: «Σε αυτή την ανάγκη προστέθηκε και ένα δεύτερο κίνητρο, αυτό της τάσης του ανθρώπου να διορθώνει τις επώδυνες ατέλειες του πολιτισμού, (εδώ μιλάει για την ηθική) που την αγνοεί για να βγάλει το συμπέρασμά του».

Η δεύτερη φράση είναι η: «Συνεπώς, τα θρησκευτικά πιστεύω είναι: αυταπάτες, εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας… Όπως ήδη γνωρίζουμε, η τρομερή αίσθηση της αδυναμίας στην παιδική ηλικία προξένησε την ανάγκη για προστασία –για προστασία μέσω αγάπης– πράγμα που το παρείχε ο πατέρας… Έτσι, η αγαθή διακυβέρνηση μιας θείας Πρόνοιας κατευνάζει τον φόβο που έχουμε για τους κινδύνους της ζωής» (σελ. 30)(61).

Για να βγάλει το παρακάτω συμπέρασμα:
Στην πρώτη παράγραφο, ο Φρόϋντ παραλείπει να παρατηρήσει πως τα επιχειρήματά του εις βάρος των θρησκευτικών πεποιθήσεων ισχύουν (για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του) εξ ίσου για ΟΛΑ τα επιτεύγματα του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ψυχανάλυσης! Δηλαδή, αν η ψυχική προέλευση ενός διανοητικού επιτεύγματος ακυρώνει την αξία της αλήθειάς του, τότε, η Φυσική, η Βιολογία, πόσο μάλλον η ίδια η Ψυχανάλυση, είναι εξ ίσου ευάλωτη, από την ίδια κατηγορία.
Αυτό δείχνει κάποιον που δεν έχει διαβάσει Φρόιντ ή κάποιον που θέλει να αποκρύψει τι λέει ο Φρόιντ. Ειδικά ο Φρόιντ είναι από αυτούς που σε όλα τα θέματα μιλάει και για την αντίστοιχη επίδραση της ψυχανάλυσης. Στο συγκεκριμένο σημείο (νωρίτερα) μπορεί να μην μιλάει ειδικά για αυτήν αλλά μιλάει για τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού. Φυσικά ο συγγραφέας εδώ προσπαθεί να βάλει την επιστήμη και την θρησκεία στο ίδιο καλούπι, μόνο που η Φυσική, η Βιολογία και η Ψυχανάλυση, είναι αποδεκτές ως έχουν από την ανθρωπότητα από τα απτά επαναλαμβανόμενα αποτελέσματά τους και φυσικά δεν συμπεριφέρονται σαν θρησκείες, κάτι που και ο Φρόιντ τονίζει.

Συνεχίζει με τα αποφθέγματά του:
Στην δεύτερη παράγραφο, ο Φρόϋντ κάνει μια άλλη περίεργη δήλωση, ήτοι, πως οι αρχαιότερες και «πιο πιεστικές επιθυμίες» της ανθρωπότητας ήσαν για την αγαπητική, προστατευτική καθοδήγηση ενός παντοδύναμου, αγαπητικού Πατέρα –για μια θεία Πρόνοια. Όμως, αν αυτές οι επιθυμίες ήσαν όντως τόσο δυνατές και αρχαίες όσο διατείνεται, θα περίμενε κανείς πως όλες οι προ Χριστού θρησκείες θα υπερτόνιζαν τον Θεό ως ένα αγαθό πατέρα. Αυτό όμως, κάθε άλλο παρά ίσχυε για την παγανιστική θρησκεία του Μεσογειακού κόσμου. [...] Μάλιστα, ο Ιουδαϊσμός και ακόμα περισσότερο ο Χριστιανισμός, είναι από πολλές απόψεις ξεχωριστές, ακριβώς λόγω της έμφασής τους στον Θεό ως αγαπητικό Πατέρα. Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος αυτές τις δύο διανοουμενίστικες γκάφες...
Παραπλανητική λογική, απαντά μόνο σε εξειδίκευση του Φρόιντ· ο ίδιος ο Φρόιντ, κάνει πλήρη ανάλυση δημιουργίας του θρησκευτικού φαινομένου στο 3o κεφάλαιο και στο τέλος του 3ου μιλάει για τον μονοθεϊσμό και λίγο πιο κάτω τονίζει: “Οι θρησκευτικές αντιλήψεις που συνοψίσαμε πιο πάνω είχαν μια μακρά εξελικτική πορεία, στη διάρκεια της οποίας υιοθετήθηκαν από διαφορετικούς πολιτισμούς σε διάφορες φάσεις τους. Επέλεξα μια μόνο από αυτές τις φάσεις εξέλιξης αυτήν η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην τελική μορφή που κυριάρχησε στον σύγχρονο λευκό χριστιανικό πολιτισμό μας” (40).

Ήδη όμως στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερόταν σε σύγχρονά του παραδείγματα και τελειώνει το κεφ 5 ως εξής: “και στα παλαιότερα χρόνια άσκησαν οι θρησκευτικές αντιλήψεις μια ισχυρότατη επιρροή στον άνθρωπο παρά την αδιαμφισβήτητη έλλειψη πειστηρίων. Αυτό είναι ένα καινούργιο ψυχολογικό πρόβλημα. Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα σε τι συνίσταται η εσωτερική δύναμη αυτών των δογμάτων και σε ποια συνθήκη οφείλουν την ανεξάρτητη από λογική επιβεβαίωση επίδρασή τους”.

Σε απάντηση αυτών των δύο προχωράει ο Φρόιντ ότι αυτή “Συνάγεται από την εξέταση της ψυχικής γέννησης των θρησκευτικών αντιλήψεων. Αυτές ενώ παρουσιάζονται ως κανονικές διδαχές, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα απόσταγμα πείρας, ή ένα τελικό συμπέρασμα της σκέψης, παρά αυταπάτες εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας... κ.λπ., κ.λπ.”.

Φυσικά, παρακάτω εξηγεί και τι εννοεί με τον όρο “αυταπάτες” καταλήγοντας ότι “ονομάζουμε μια πεποίθηση αυταπάτη, όταν η εκπλήρωση της επιθυμίας παίζει πρωταρχικό ρόλο στα κίνητρά της και παραβλέπουμε εδώ τη σχέση της με την υπαρκτή πραγματικότητα, με τον ίδιο τρόπο που και η ίδια η αυταπάτη παραιτείται από την επιβεβαίωσή της”.

Βλέπουμε λοιπόν ότι με δύο μικρά αποσπάσματα βγάζει τον Φρόιντ, τον δημιουργό και πατέρα της επιστήμης που σπούδασε ο συγγραφέας, άχρηστο που κάνει γκάφες, ενώ αν διαβάσει κανείς το πλήρες κείμενο έχει απόλυτη συνέπεια στην λογική. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, εάν δεν το διάβασε ή θέλει να πει κάτι για να πλήξει την επιστημονική συνέπεια του Φρόιντ και συνειδητά χρησιμοποιεί ό,τι θέλει, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια αυτών που λέει, αφού κανένα από τα πρόβατα που τον διαβάζουν δεν θα ψάξει ποτέ βιβλίο του άθεου Φρόιντ για να τον διαψεύσει.

Συνεχίζουμε λοιπόν με το κείμενο:
Μπορεί να αποδειχθεί, πως αυτή η θεωρία δεν είναι στην πραγματικότητα ένα αναπόσπαστο μέρος της ψυχανάλυσης, και συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλείται οποιαδήποτε θεμελιώδη υποστήριξη από την ψυχαναλυτική θεωρία. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτόνομο επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, η κριτική στάση του Φρόϋντ προς την θρησκεία και εναντίον της θρησκείας, είναι βαθειά ριζωμένη στις προσωπικές του προκαταλήψεις...
Μπορεί να αποδειχθεί λέει δεν το αποδεικνύει όμως. Αναφέρει ότι η ορολογία στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι τόσο ψυχαναλυτική και είναι επαναφορά της θεωρίας του Feuerbach, από την άλλη, ότι ο ίδιος ο Φρόιντ είπε ότι ήταν προσωπικές του απόψεις σε επιστολή στον πρώιμο ψυχαναλυτή και πιστό Προτεστάντη πάστορα και φίλο του Oscar Pfister.

Η ψυχαναλυτική θεώρηση γίνεται στο τέλος του 4ου κεφαλαίου (48-49) που είναι με αφορμή την θέση θεού-ζώου που είχε αναπτύξει στο Τοτέμ και Ταμπού και την προσωποποίηση του θεού στην κατεύθυνση της σχέσης παιδιού πατέρα. Στη σχέση δοξασίας αυταπάτης στο 6ο κεφάλαιο, και στο μισό 8ο κεφάλαιο για την αναλογία με τις νευρώσεις που είναι καθαρά ψυχαναλυτικές, φυσικά σε όλο το κείμενο φαίνεται η επίδραση της στον ξεκάθαρο λόγο του Φρόιντ. Μπορεί λοιπόν το λεξιλόγιο να μην είναι το σύνηθες ψυχαναλυτικό, αυτό όμως χωρίς να εκλείπει, κάνει το βιβλίο πιο ευχάριστο στην ανάγνωση και τους θεϊστές πιο δυστυχείς.

Νομίζω όμως ότι σε αυτό μπορεί να δώσει απάντηση ο ίδιος ο Φρόιντ μέσα από το έργο του.
Στο τέλος του 3ου κεφ.: “Και τώρα ιδού το ερώτημα: Τί είναι αυτές οι αντιλήψεις υπό το φως της ψυχολογίας, από που έλκουν την υψηλότατη εκτίμηση της οποίας χαίρουν και –για να προχωρήσουμε προσεκτικά– ποια είναι η πραγματική τους αξία;” ( 41).

7ο κεφ.: “Μετά αναδύθηκε μέσα μου το ερώτημα αν η δημοσίευση αυτού του κειμένου θα έφερνε συμφορά στην υπόθεση της ψυχανάλυσης. Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι δικό μου δημιούργημα, το οποίο έχει δεχτεί μεγάλη δυσπιστία και κακοβουλία. Όταν εκθέτω τόσο δυσάρεστες απόψεις, θα αρπάξουν την ευκαιρία να μεταθέσουν τις επιθέσεις τους από το πρόσωπό μου στην ψυχανάλυση. [...] Αυτός ο θόρυβος θα είναι πράγματι δυσάρεστος για μένα, κι αυτό λόγω του ότι πολλοί από τους συνεργάτες μου δεν συμμερίζονται τις αντιλήψεις μου για τα θρησκευτικά ζητήματα. Όμως η ψυχανάλυση άντεξε πολλές μπόρες, ας εκτεθεί λοιπόν και σε αυτήν. Όλα όσα είπα εδώ ενάντια στην αξία της αλήθειας των θρησκειών, δεν χρειάστηκαν την ψυχανάλυση, είχαν ήδη ειπωθεί πολύ πριν από την γέννησή της από άλλους. Αν με την βοήθεια της ψυχαναλυτικής μεθόδου επεξεργαστούμε επιχειρήματα ενάντια στον βαθμό αληθείας της θρησκείας, τόσο το χειρότερο για την θρησκεία· αλλά και οι υπερασπιστές της θρησκείας θα έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν την ψυχανάλυση, για να εκτιμήσουν σε όλο της το εύρος την συναισθηματική αξία του θρησκευτικού δόγματος” (73).

Αυτό έδωσε νομίζω απάντηση στον κο Vitz για το αν είναι ή όχι κομμάτι της ψυχαναλυτικής θεωρίας ή προσωπικό πρόβλημα (όπως θέλει να νομίζει) του πρώτου ανθρώπου που έμαθε να ψυχαναλύεται μόνος του. Η αναφορά στο πρόβλημα συνεργασίας με τους συναδέλφους του που δεν μπορούν να δεχτούν τέτοια θέματα (είμαστε στο 1927, 6 χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ) δείχνει τον τρόπο που έπρεπε να απευθύνεται σε θεϊστές χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα η ίδια η ψυχανάλυση. Φυσικά την πρόταση του Φρόιντ για την χρήση της ψυχανάλυσης από την θρησκεία για ανάδειξη των αληθειών της, προφανώς ήταν δύσκολη για τον κύριο Vitz και προτίμησε να ασχοληθεί με την αθεΐα θεωρώντας το πιο βατό για αυτόν.

Ας δούμε όμως σε γενικές γραμμές την θεώρηση των θέσεων του Φρόιντ για την θρησκεία από τον Φρομ που είναι λίγο πιο συνεπής στο βιβλίο αυτό για να έχουμε μια πιο καλύτερη εικόνα, με πράσινα γράμματα είναι τα αντίστοιχα τμήματα που σχολίασε ο Vlitz:
Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στην αδυναμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές δυνάμεις της φύσης και τις εσωτερικές ενστικτώδεις δυνάμεις του. Παρουσιάζεται η θρησκεία σε ένα πρώιμο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης όταν ο άνθρωπος δεν ήταν ακόμη σε θέση να χρησιμοποιεί την λογική του για να τις αντιμετωπίσει και πρέπει είτε να τις απωθεί είτε να τις δαμάζει με την βοήθεια άλλων συναισθηματικών δυνάμεων. Έτσι αντί να αντιμετωπίζει αυτές τις δυνάμεις με την λογική τις αντιμετωπίζει με άλλες αντισταθμιστικές συναισθηματικές δυνάμεις, που σκοπός τους είναι να καταστέλλουν και να ελέγχουν αυτά που ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος να αντιμετωπίσει με την λογική.

Κατά την επεξεργασία αυτή ο άνθρωπος αναπτύσσει αυτό που ο Φρόιντ αποκαλεί “αυταπάτη” και που το υλικό της προέρχεται, από τις προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας. Ο άνθρωπος ευρισκόμενος αντιμέτωπος με επικίνδυνες, ανεξέλεγκτες και ακατανόητες δυνάμεις, τόσο στον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό του κόσμο, ανατρέχει στο παρελθόν και φέρνει στη μνήμη του εμπειρίες που είχε στην παιδική του ηλικία, τότε που ένιωθε προστατευμένος από έναν πατέρα, τον οποίο θεωρούσε ως την υπέρτατη σοφία και δύναμη, και του οποίου την αγάπη και προστασία μπορούσε να κερδίσει υπακούοντας στις προσταγές του και αποφεύγοντας να παρακούσει τις απαγορεύσεις του.

Επομένως, σύμφωνα με τον Φρόιντ, η θρησκεία είναι επανάληψη των παιδικών εμπειριών. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τις απειλητικές δυνάμεις, με τον ίδιο τρόπο που που έμαθε, όταν ήτα παιδί, αντιμετωπίζει την ανασφάλειά του, δηλαδή με το να βασίζεται στον πατέρα, να τον θαυμάζει, να τον φοβάται. Ο Φρόιντ συγκρίνει την θρησκεία με τις ιδεοληπτικές νευρώσεις που συναντούμε στα παιδιά.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, η θρησκεία είναι συλλογική νεύρωση, που προκαλείται από συνθήκες όμοιες με κείνες που δημιουργούν τη νεύρωση της παιδικής ηλικίας, στην προσπάθειά του να δείξει γιατί οι άνθρωποι σχημάτισαν την ιδέα του θεού. Αλλά φυσικά βγαίνει επιπλέον ότι η χίμαιρα της θεϊστικής αντίληψης αποδεικνύεται όταν αποκαλυφθεί ότι είναι μια αυταπάτη, βασισμένη στους ανθρώπινους πόθους” (Φρομ, 22-).

Φυσικά το βιβλίο του Φρόιντ είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε θέματα και απόψεις για τις θρησκείες και συνιστώ σε όποιον το βρει να το διαβάσει όλο (είναι άλλωστε σχετικά μικρό).

Ας δούμε τώρα πως θέλει να χρησιμοποιήσει ο Vitz την ιδέα–εμμονή του Φρόιντ στο Οιδιπόδειο και λέω εμμονή, γιατί ήταν ο πρώτος που το ανακάλυψε και αυτός που του έδωσε και περισσότερη σημασία. Οι μεταγενέστεροι ψυχαναλυτές δεν αρνούνται την σημασία του, αλλά δεν είναι τόσο απόλυτοι στην ολιστική επίδρασή του. Συνεχίζοντας λοιπόν την λογική ότι οι προηγούμενες θέσεις ήταν προσωπικό πρόβλημα του Φρόιντ, βγάζει το συμπέρασμα ότι έγινε άθεος από το πρόβλημα που είχε με τον πατέρα του:
Ο Φρόϋντ πολύ συχνά περιέγραφε τον Θεό ως ένα ψυχολογικό ισοδύναμο του πατέρα, έτσι, μια φυσιολογική εκδήλωση ενός Οιδιπόδειου κινήτρου θα ήταν οι πανίσχυρες, ασυνείδητες επιθυμίες για την μη-ύπαρξη του Θεού. Συνεπώς, μέσα στο Φροϋδικό πλαίσιο, ο αθεϊσμός είναι μια αυταπάτη που έχει προκληθεί από την Οιδιπόδεια επιθυμία για θανάτωση του πατέρα και την αντικατάστασή του με τον εαυτό του. Το να συμπεριφέρεται κανείς σαν να μην υπάρχει ο Θεός, είναι μια προφανής -αλλά όχι τόσο διακριτικά καμουφλαρισμένη– επιθυμία να Τον θανατώσουμε, όπως επίσης, όταν βλέπουμε σε ένα όνειρο την μορφή του γονέα να φεύγει, ή να εξαφανίζεται, είναι εξ ίσου ένδειξη μιας τέτοιας επιθυμίας. Η έκφραση «Ο ΘΕΟΣ ΠΕΘΑΝΕ» δεν είναι παρά μια εκπλήρωση Οιδιπόδειας επιθυμίας, χωρίς προσωπείο...
Άρα για αυτόν το συμπέρασμα είνα προφανές:
Τώρα πλέον, ο άνθρωπος και όχι ο Θεός, είναι η συνειδητά εντοπισμένη, υπέρτατη πηγή καλωσύνης και ισχύος στο Σύμπαν. Οι ουμανιστικές φιλοσοφίες δοξάζουν τον άνθρωπο και τις «δυνατότητές» του, με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία δοξάζει τον Δημιουργό. Έχουμε μεταβεί –καθοδικά- από τον ένα Θεό, στους πολλούς θεούς, στο «όλοι είναι θεοί». Στην ουσία, ο άνθρωπος –με τον ναρκισσισμό και τις Οιδιπόδειες επιθυμίες του– παλεύει να επιτύχει, εκεί που απέτυχε ο Σατανάς, δηλαδή, να βάλει τον εαυτό του στον θρόνο του Θεού...
Επειδή και ο ίδιος αναρωτιέται για την γενίκευση που νωρίτερα έδωσε στο Οιδιπόδειο, βγάζει μια καινούργια έννοια αυτή του “προβληματικού πατέρα” που την υπερκαλύπτει.

Αναφέρει λοιπόν πάλι από τον Φρόιντ:
Η Ψυχανάλυση, που μας έμαθε τον ενδόμυχο σύνδεσμο μεταξύ του πατρικού συμπλέγματος και τη πίστη στον Θεό, μας έδειξε πως ο προσωπικός Θεός λογικά δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα εξυψωμένο πατέρα, και καθημερινά μας αποδεικνύει πως τα νεαρά άτομα χάνουν την θρησκευτική τους πίστη μόλις καταρρεύσει η εξουσία του πατέρα τους.
Και αναλύει τι εννοεί στον όρο του “προβληματικός πατέρας”:
Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι εμφανώς αδύναμος, δειλός, και ανάξιος σεβασμού, ακόμα και αν είναι «καλός» κατά τα άλλα.
Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι σωματικά, σεξουαλικά ή ψυχολογικά βίαιος.
Μπορεί να απουσιάζει, λόγω θανάτου ή εγκαταλείποντας ή αφήνοντας την οικογένεια.
Ακολουθούν και άλλοι γνωστοί αθεϊστές που δεν τα είχαν καλά με τον πατέρα τους και το ρεπερτόριο μεγάλωσε με αυτούς που τον έχασαν νωρίς. Φέρνοντας στα χείλη μας την εξής προφανή ερώτηση: Μα όλοι όσοι απορρίπτουν ή χάνουν νωρίς τον πατέρα τους είναι άθεοι; Επειδή καταλαβαίνει το λογικό άλμα λέει και ο ίδιος παρακάτω:
Προφανώς, πρέπει να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες για να υποστηριχθεί η θεωρία του «προβληματικού πατέρα», όμως οι πληροφορίες που ήδη υπάρχουν είναι ουσιώδεις. Είναι απίθανο, να είναι τυχαίες.
Όχι βέβαια, αλλά δεν φθάνει μια συνθήκη όσο και σοβαρή να είναι για να έχει μία ψυχολογική συνέπεια. Το θέμα είναι αν κάποιος που δεν είναι ενεργός αθεϊστής-σκεπτικιστής που συμμετέχει στα κοινά, έχει την διάθεση ή την δυνατότητα να εκφράσει τα προβλήματα που έχει με τον πατέρα του δημόσια; Η δημόσια αυτοψυχανάλυση προϋποθέτει συγκεκριμένο είδος ανθρώπου ίσως και κοινωνικού περίγυρου. Η έκφραση ενός οικογενειακού προβλήματος επίσης απαιτεί συγκεκριμένους ανθρώπους. Υπάρχουν πολλοί καθώς πρέπει άνθρωποι που δεν θέλουν τα “εν οίκω” να δημοσιοποιούνται και μια τέτοια ιδιοσυγκρασία ταιριάζει περισσότερο σε έναν χριστιανό παρά αθεϊστή.

Και στο τέλος καταλήγει:
Καταλήγοντας, επιτρέψτε μου να επισημάνω πως, όσο και αν υπερισχύουν τα επιδερμικά κίνητρα για να γίνει κανείς αθεϊστής, συνεχίζουν παρά ταύτα να υπάρχουν ριζωμένες και οι πιο βαθειές, και ανησυχητικές πηγές του αθεϊσμού.
Δηλαδή ο ίδιος γράφει ότι αυτά που λέει τελικά δεν είναι σοβαρά.

Το κείμενο δεν διαφέρει από αντίστοιχα κείμενα δήθεν επιστημόνων νεοαπολογητών. Ο κος Vitz δεν πήγε για να σπουδάσει ψυχανάλυση αλλά για να χρησιμοποιήσει την ψυχανάλυση και για να αποδείξει την αλήθεια της θρησκευτικής του σέχτας. Η προσπάθεια του να βρει τα “ψυχολογικά κίνητρα” του αθεϊσμού είναι γελοία, γιατί θεωρεί τον θεϊσμό του ως απόλυτα φυσιολογική κατάσταση, ενώ την έλλειψη πρόβλημα. Το χειρότερο όμως είναι ότι θέλει να γελοιοποιήσει την επιστήμη του και τον πρωτεργάτη της, αναφέροντας φανταστικές γκάφες και αναδεικνύοντας αφύσικη συμπεριφορά πίσω από την μη αποδοχή φαντασιακών θεοτήτων, όπως αυτών που δημιουργήθηκαν την εποχή του Χαλκού από Χαλδαίους βοσκούς, από έναν εχέφρονα νου που δεν μεγάλωσε σε θεϊστικό περιβάλλον ή που δεν αποδέχεται και δεν καταπίνει σαν θέσφατο, ότι του σερβίρει η παράδοση ή το περιβάλλον του, χωρίς προφανείς αποδείξεις.

Θα έλεγε κανείς ότι αν δεχθούμε την λογική του ευφάνταστου κυρίου Vitz, ο άνθρωπος από γεννησιμιού του είναι θεϊστής και δεν πρωτομαθαίνει για την θρησκεία από τους γονείς του και το περιβάλλον του, αλλά εγγενώς πιστεύει σε κάθε δοξασία των γονιών του, από κληρονομικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες που υπήρχαν ήδη πριν γεννηθεί ή δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την γέννηση και τον καθορίζουν, πράγμα τελείως παράλογο που φυσικά παρόλα αυτά, αφήνει έξω όσους γεννήθηκαν σε μη θεϊστικό περιβάλλον.

Η αναφορά του στην θεωρία του Φρόιντ περί ισοδυναμίας θεού πατέρα (εγώ θα έβαζα καλύτερα αντιστοίχησης), δεν δείχνει να τον αφορά, εκτός από το σημείο που αυτό επηρεάζει τους άθεους, που σημαίνει ότι όπως και όλοι οι φανατικοί θεϊστές, προτιμά την ασφάλεια της παιδικής ηλικίας και την ευθύνη και προστασία ενός υπερφυσικού μπαμπά, από την πραγματική του ενηλικίωση, που σημαίνει από πλευράς του, άρνηση της ανάληψης των ευθυνών του.

Δυστυχώς η σημερινή κοινωνία απαιτεί ενήλικες ανθρώπους, όπως λέει και ο Φρόιντ στο κεφ. 9, και όχι αιώνια παιδιά και παλιμπαιδισμούς κύριε Vitz.

Τι βρίσκεται πέρα από το παρατηρήσιμο σύμπαν Hubble

Λίγες θεωρίες πληρούν τις προϋποθέσεις για την περίφημη ερώτηση που τέθηκε στον Niels Bohr, από όσο η τρέχουσα θεωρία του Big Bang για την προέλευση του Σύμπαντος: Ρώτησαν λοιπόν τον Niels Bohr, κάποτε: “Συμφωνούμε όλοι ότι η θεωρία σας είναι τρελή. Το ερώτημα που μας χωρίζει είναι το κατά πόσον αυτή είναι τόσο τρελή ώστε να έχει μια ευκαιρία να είναι σωστή. "

Τελευταία υπάρχει ένα ολοένα αυξανόμενο σύνολο δεδομένων και θεωριών που ζητούν απάντηση στο αν το Σύμπαν μπορεί να είχε ξεκινήσει με ένα Big Bang, πριν 13,75 δισεκατομμύρια χρόνια. Αρκετοί κορυφαίοι κοσμολόγοι, όπως ο Sean Carroll του Caltech και ο Neil Turok του Cambridge αντιτίθενται στο επικρατέστερο μοντέλο του «Big Bang» και πιστεύουν πως στο μέλλον θα δούμε πράγματα, που θα μας κάνουν να αναρωτιόμαστε πώς πιστεύαμε ένα γεγονός (δηλαδή τη Μεγάλη Έκρηξη), ενώ είχε διαψευσθεί από τόσα πολλά στοιχεία;.

Η προέλευση του Big Bang (δηλαδή, η κατάσταση εκείνης της "ύπαρξης", η οποία οδήγησε στην Μεγάλη Έκρηξη) είναι από μαθηματική σκοπιά μια σκοτεινή κατάσταση — μια "ανωμαλία" μηδενικού όγκου που περιείχε άπειρη πυκνότητα και άπειρη ενέργεια. Το γιατί αυτή υπήρχε αυτή η ανωμαλία ή ιδιομορφία, το πώς ξεκίνησε, και γιατί εξερράγη έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες να αμφισβητήσουν και να προκαλούν ακόμα και τα ίδια θεμέλια της θεωρίας του Big Bang.

Προβλήματα στη θεωρία του Big Bang

Έχει επισημανθεί ότι η επιταχυνόμενη διαστολή περιορίζεται στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του γνωστού σύμπαντος και δεν είναι συμβατή με ένα σύμπαν εκρηκτικής προέλευσης, αλλά, αντίθετα, είναι ένδειξη μιας ελκτικής δύναμης — ένα “σύμπαν μέσα σε μια μαύρη τρύπα” της οποίας η υπερ-βαρύτητα επηρεάζει την ερυθρή μετατόπιση και την φωτοβολία — δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση ενός σύμπαντος το οποίο επιταχύνεται, καθώς αυτό απομακρύνεται μακριά, όταν αντί τα αστέρια να πλησιάζουν προς την μαύρη τρύπα επιταχύνονται ολοένα και πιο γρήγορα προς την καταδίκη τους.

Άλλοι επιστήμονες παρατηρούν ότι και η ερμηνεία των ερυθρών μετατοπίσεων, όπως υποστηρίζει η θεωρία του Big Bang, παρουσιάζει ελλείψεις και μη αξιοπιστία. Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχουν λίγα στοιχεία που να υποστηρίζουν την πεποίθηση ότι από τις μετατοπίσεις προς το ερυθρό μπορούμε να μετρήσουμε σίγουρα την απόσταση ή τον χρόνο. Επειδή αυτά είναι πολύ μεταβλητά και επηρεάζονται από τόσους πολλούς παράγοντες, που οι εκτιμήσεις της ηλικίας, του χρόνου, και της απόστασης μπορεί να διαφέρουν έως και 3 δισεκατομμύρια χρόνια ακόμα, αν κάνουμε μετρήσεις του ίδιου άστρου εντός λίγων μόλις χρόνων.

Αν και το «Big Bang» παρουσιάζεται συχνά σαν να είναι αποδεδειγμένο γεγονός, υπάρχει μια πληθώρα στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων και πρόσφατων αποκαλύψεων από τις διάφορες διαστημικές αποστολές και άλλα ευρήματα στην θεμελιώδη φυσική, που ενδεχομένως να μας λένε μια διαφορετική ιστορία.

Μεγάλα Τείχη

Ένα από τα πρώτα προβλήματα βρέθηκαν στις Μεγάλης Κλίμακας Δομές στο Σύμπαν. Τα τελευταία χρόνια, υπήρξαν μια σειρά από πολύ σοβαρές προκλήσεις για την τρέχουσα θεωρία της κοσμικής εξέλιξης και την πίστη πως το σύμπαν άρχισε μόλις 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Η ύπαρξη αυτών των «υπερσμηνών», «Μεγάλων Τειχών» και «Μεγάλων Ελκυστών», θα μπορούσαν να έχουν οργανωθεί, να βρίσκονται στη σημερινή τους θέση και να έχουν το σημερινό μέγεθος τους μόνο σε ένα σύμπαν που να είναι ηλικίας τουλάχιστον 80 έως 250 δισεκατομμυρίων ετών. Τα μεγαλύτερα υπερσμήνη — για παράδειγμα, η "Κόμη" — επεκτείνεται έως και 320 εκατομμύρια έτη φωτός!

Το 1986, ο Brent Tully του Πανεπιστημίου της Χαβάης ανέφερε ανίχνευση γαλαξιακών υπερσμηνών με μήκος 300 εκατομμύρια έτη φωτός και πάχους 100 εκατομμύρια έτη φωτός. Με τις ταχύτητες που υποτίθεται ότι οι γαλαξίες κινούνται, θα χρειάζονταν 80 δισεκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο τεράστιο σύμπλεγμα γαλαξιών.

Το 1989 μια ομάδα με επικεφαλής τους John Huchra και Margaret Geller στο Κέντρο για για την Αστροφυσική του Harvard, ανακάλυψε “Το Μεγάλο Τείχος”, μια σειρά από γαλαξίες που παρατάσσονται έτσι που να δημιουργούν ένα "τείχος" γαλαξιών μήκους 500 εκατομμυρίων ετών φωτός (mly), πλάτους 200 mly, και πάχους 15 mly. Αυτή η υπερδομή θα απαιτούσε τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί.

Μια ομάδα Βρετανών, Αμερικανών και Ούγγρων αστρονόμων έχει αναφέρει ακόμη μεγαλύτερες δομές. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, το σύμπαν διασχίζεται από τουλάχιστον 13 “Μεγάλη Τείχη”, σαν ποτάμια γαλαξιών μήκους 320 εκατομμύρια έτη φωτός σε μια παρατηρούμενη περιοχή 7 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας. Βρήκε λοιπόν γαλαξίες να συγκεντρώνονται σε ζώνες που να απέχουν μεταξύ τους απόσταση περίπου 600 εκατομμύρια έτη φωτός. Το μοτίβο από αυτά τα συμπλέγματα (σμήνη) εκτείνεται κατά μήκος σε, περίπου, επτά δισεκατομμύρια έτη φωτός. Αυτό το τεράστιο κέλυφος και το μοτίβο του κενού θα απαιτούσε σχεδόν 150 δισεκατομμύρια χρόνια για να διαμορφωθεί, με βάση την ταχύτητα κίνησής τους, όπως παράγεται από την καθιερωμένη κοσμολογία του Big Bang.

Το "Μεγάλο Τείχος Sloan" των γαλαξιών που εντοπίστηκαν από την έρευνα Sloan Digital, θεωρείται ως η μεγαλύτερη δομή που παρατηρήθηκε ποτέ στο Σύμπαν. Έχει μήκος 1.360 εκατομμύρια έτη φωτός ή 80% περισσότερο από το Μεγάλο Τείχος που ανακαλύφθηκε από τους Geller και Huchra. Ξεκινά περίπου από το κεφάλι της Ύδρας έως τα πόδια της Παρθένου. Θα πρέπει να χρειάστηκαν τουλάχιστον 250 δισεκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί.

Κι άλλα προβλήματα

Έπειτα, υπάρχει το πρόβλημα της βαρύτητας. Το Σύμπαν με μήκος Hubble, το οποίο αποτελείται από τα αστέρια και τους γαλαξίες που μπορούν να παρατηρηθούν με την τρέχουσα τεχνολογία, φαίνεται να είναι οργανωμένο σε σμήνη γαλαξιών που χωρίζονται από μια συλλογή από γιγάντιες φυσαλίδες, όπως τα κενά. Τα Μεγάλα Τείχη είναι πολύ μεγάλα και ογκώδη για να έχουν σχηματιστεί από την αμοιβαία βαρυτική έλξη των μεμονωμένων γαλαξιών του.

Με βάση την κοσμολογική αρχή, που είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του μοντέλου του Big Bang, οι κοσμολόγοι προέβλεπαν ότι η κατανομή της ύλης θα είναι ομοιογενής σε όλο το σύμπαν, υπονοώντας έτσι ότι η κατανομή των γαλαξιών θα είναι ουσιαστικά ομοιόμορφη. Δεν θα υπήρχαν σμήνη γαλαξιών μεγάλης κλίμακας ή μεγάλα κενά στο χώρο. Όμως, αντίθετα με ότι πρεσβεύει η θεωρία του «Big Bang», βρισκόμαστε σε ένα πολύ «άμορφο» σύμπαν.

Πολλοί από τους μεγαλύτερους φυσικούς στον κόσμο πιστεύουν ότι μπαίνουμε σε μια «χρυσή εποχή» των κοσμολογικών ανακαλύψεων. Οι αστρονόμοι που εργάζονται για την αποστολή WMAP εξέπληξαν την επιστημονική κοινότητα με την ανακοίνωσή τους ότι η πρώτη γενιά άστρων στο σύμπαν γεννήθηκε μόλις μετά από 200 εκατομμύρια χρόνια από το Big Bang, την έναρξη του σύμπαντος.

Η ηλικία του σύμπαντος σταθερά έχει σπρωχθεί προς τα πίσω στο χρόνο, από τα 2 στα 8 δισεκατομμύρια χρόνια αφού οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η Γη ήταν 4,6 δισεκατομμυρίων χρονών, ενώ τώρα οι εκτιμήσεις είναι για 13.750 εκατομμύρια χρόνια.

Το Διαστημικό Τηλεσκόπιο νέας γενιάς James Webb, διάδοχος του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble, με δεκαπλάσια ισχύ συγκέντρωσης του φωτός, που πρόκειται να πετάξει το 2014, μπορεί να ανιχνεύσει όλο και πιο μακρινούς γαλαξίες. Ομοίως, ραδιοτηλεσκόπια με υπερ-υψηλή ανάλυση, όπως το Atacama Large Millimeter Array (ALMA) στη Χιλή, που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία το 2012, θα ανιχνεύσει ακόμα πιο βαθιά μέσα στο σύμπαν, και πιθανώς να πιέσει προς τα πίσω την έναρξη του υποθετικού Big Bang, καθώς θα ανιχνεύει ακόμα πιο μακρινούς γαλαξίες.