Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ - Ἱστορίαι 7, 69.2, 71.2-6, 75

Η τελευταία πράξη του δράματος

Τον Ιούλιο τον 413 π.Χ. και ενώ οι αθηναϊκές δυνάμεις είχαν συμπληρώσει δύο και πλέον χρόνια στη Σικελία, χωρίς να έχουν επιτύχει τον στόχο τους, φθάνουν στη Σικελία ισχυρές ενισχύσεις υπό τους Αθηναίους στρατηγούς Δημοσθένη και Ευρυμέδοντα. Παρά τις ενισχύσεις, η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε, περίπου ένα μήνα αργότερα, οι Αθηναίοι στρατηγοί, για να αποφύγουν τα χειρότερα, αποφασίζουν την αποχώρηση των αθηναϊκών δυνάμεων. Μεσολαβεί μια έκλειψη της σελήνης και ο δεισιδαίμων Νικίας αναβάλλει την αναχώρηση, έως ότου περάσουν τρεις φορές εννέα ημέρες, όπως συνιστούσαν οι μάντεις. Στο διάστημα αυτό οι Συρακούσιοι καταφέρνουν να πετύχουν μια νίκη εναντίον των Αθηναίων στο λιμάνι των Συρακουσών και, με αναπτερωμένο ηθικό, θεωρούν ότι ήρθε η ώρα για την τελική αναμέτρηση. Για το λόγο αυτό αποφασίζουν να κλείσουν την είσοδο του Μεγάλου λιμένα των Συρακουσών, όπου βρίσκεται και ο αθηναϊκός στόλος, ώστε οι Αθηναίοι να μην έχουν δυνατότητα διαφυγής. Οι Αθηναίοι, από την πλευρά τους, αναδιπλώνονται στην ξηρά, οικοδομώντας ένα αισθητά μικρότερο τείχος, ανασυντάσσουν τις χερσαίες δυνάμεις, επανδρώνουν με τις "πλεονάζουσες" δυνάμεις τα πλοία και είναι έτοιμοι να ναυμαχήσουν. Την ύστατη στιγμή ο Νικίας, ο οποίος είχε ήδη προηγουμένως μιλήσει στους στρατιώτες, κάνει δραματική έκκληση, απευθυνόμενος ονομαστικά σε κάθε τριήραρχο.

Στις περικοπές που ανθολογούνται περιλαμβάνεται η έκκληση του Νικία, η περιγραφή της πιο κρίσιμης φάσης της ναυμαχίας και η συγκλονιστική στιγμή της αποχώρησης του αποδεκατισμένου αθηναϊκού στρατού.

Πριν από 165 χρόνια, ο ιστορικός Macaulay, αναφερόμενος στο έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη, έγραφε σε επιστολή του: «Σας διαβεβαιώ ότι δεν υπάρχει στον κόσμο πεζό κείμενο, ούτε ο Περί του στεφάνου, που να το εκτιμώ τόσο όσο το έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη. Είναι το αποκορύφωμα της ανθρώπινης τέχνης.»

Αν η κρίση αυτή ισχύει για το έβδομο βιβλίο γενικά, ισχύει, πιστεύουμε, κατά μείζονα λόγο για τα αποσπάσματα που ακολουθούν.

Ἱστορίαι 7, 69.2, 71.2-6, 75

[7.69.2] ὁ δὲ Νικίας ὑπὸ τῶν παρόντων ἐκπεπληγμένος καὶ ὁρῶν οἷος ὁ κίνδυνος καὶ ὡς ἐγγὺς ἤδη {ἦν}, ἐπειδὴ καὶ ὅσον οὐκ ἔμελλον ἀνάγεσθαι, καὶ νομίσας, ὅπερ πάσχουσιν ἐν τοῖς μεγάλοις ἀγῶσι, πάντα τε ἔργῳ ἔτι σφίσιν ἐνδεᾶ εἶναι καὶ λόγῳ αὐτοῖς οὔπω ἱκανὰ εἰρῆσθαι, αὖθις τῶν τριηράρχων ἕνα ἕκαστον ἀνεκάλει, πατρόθεν τε ἐπονομάζων καὶ αὐτοὺς ὀνομαστὶ καὶ φυλήν, ἀξιῶν τό τε καθ᾽ ἑαυτόν, ᾧ ὑπῆρχε λαμπρότητός τι, μὴ προδιδόναι τινὰ καὶ τὰς πατρικὰς ἀρετάς, ὧν ἐπιφανεῖς ἦσαν οἱ πρόγονοι, μὴ ἀφανίζειν, πατρίδος τε τῆς ἐλευθερωτάτης ὑπομιμνῄσκων καὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἀνεπιτάκτου πᾶσιν ἐς τὴν δίαιταν ἐξουσίας, ἄλλα τε λέγων ὅσα ἐν τῷ τοιούτῳ ἤδη τοῦ καιροῦ ὄντες ἄνθρωποι οὐ πρὸς τὸ δοκεῖν τινὶ ἀρχαιολογεῖν φυλαξάμενοι εἴποιεν ἄν, καὶ ὑπὲρ ἁπάντων παραπλήσια ἔς τε γυναῖκας καὶ παῖδας καὶ θεοὺς πατρῴους προφερόμενα, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ παρούσῃ ἐκπλήξει ὠφέλιμα νομίζοντες ἐπιβοῶνται.
[7.71.2] πάντων γὰρ δὴ ἀνακειμένων τοῖς Ἀθηναίοις ἐς τὰς ναῦς ὅ τε φόβος ἦν ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος οὐδενὶ ἐοικώς, καὶ διὰ τὸ ‹ἀνώμαλον› τῆς ναυμαχίας ἀνώμαλον καὶ τὴν ἔποψιν ἐκ τῆς γῆς ἠναγκάζοντο ἔχειν. [7.71.3] δι᾽ ὀλίγου γὰρ οὔσης τῆς θέας καὶ οὐ πάντων ἅμα ἐς τὸ αὐτὸ σκοπούντων, εἰ μέν τινες ἴδοιέν πῃ τοὺς σφετέρους ἐπικρατοῦντας, ἀνεθάρσησάν τε ἂν καὶ πρὸς ἀνάκλησιν θεῶν μὴ στερῆσαι σφᾶς τῆς σωτηρίας ἐτρέποντο, οἱ δ᾽ ἐπὶ τὸ ἡσσώμενον βλέψαντες ὀλοφυρμῷ τε ἅμα μετὰ βοῆς ἐχρῶντο καὶ ἀπὸ τῶν δρωμένων τῆς ὄψεως καὶ τὴν γνώμην μᾶλλον τῶν ἐν τῷ ἔργῳ ἐδουλοῦντο· ἄλλοι δὲ καὶ πρὸς ἀντίπαλόν τι τῆς ναυμαχίας ἀπιδόντες, διὰ τὸ ἀκρίτως ξυνεχὲς τῆς ἁμίλλης καὶ τοῖς σώμασιν αὐτοῖς ἴσα τῇ δόξῃ περιδεῶς ξυναπονεύοντες ἐν τοῖς χαλεπώτατα διῆγον· αἰεὶ γὰρ παρ᾽ ὀλίγον ἢ διέφευγον ἢ ἀπώλλυντο. [7.71.4] ἦν τε ἐν τῷ αὐτῷ στρατεύματι τῶν Ἀθηναίων, ἕως ἀγχώμαλα ἐναυμάχουν, πάντα ὁμοῦ ἀκοῦσαι, ὀλοφυρμὸς βοή, νικῶντες κρατούμενοι, ἄλλα ὅσα ἐν μεγάλῳ κινδύνῳ μέγα στρατόπεδον πολυειδῆ ἀναγκάζοιτο φθέγγεσθαι. [7.71.5] παραπλήσια δὲ καὶ οἱ ἐπὶ τῶν νεῶν αὐτοῖς ἔπασχον, πρίν γε δὴ οἱ Συρακόσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἐπὶ πολὺ ἀντισχούσης τῆς ναυμαχίας ἔτρεψάν τε τοὺς Ἀθηναίους καὶ ἐπικείμενοι λαμπρῶς, πολλῇ κραυγῇ καὶ διακελευσμῷ χρώμενοι, κατεδίωκον ἐς τὴν γῆν.
[7.75.1] μετὰ δὲ τοῦτο, ἐπειδὴ ἐδόκει τῷ Νικίᾳ καὶ τῷ Δημοσθένει ἱκανῶς παρεσκευάσθαι, καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο. [7.75.2] δεινὸν οὖν ἦν οὐ καθ᾽ ἓν μόνον τῶν πραγμάτων, ὅτι τάς τε ναῦς ἀπολωλεκότες πάσας ἀπεχώρουν καὶ ἀντὶ μεγάλης ἐλπίδος καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ πόλις κινδυνεύοντες, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ στρατοπέδου ξυνέβαινε τῇ τε ὄψει ἑκάστῳ ἀλγεινὰ καὶ τῇ γνώμῃ αἰσθέσθαι. [7.75.3] τῶν τε γὰρ νεκρῶν ἀτάφων ὄντων, ὁπότε τις ἴδοι τινὰ τῶν ἐπιτηδείων κείμενον, ἐς λύπην μετὰ φόβου καθίστατο, καὶ οἱ ζῶντες καταλειπόμενοι τραυματίαι τε καὶ ἀσθενεῖς πολὺ τῶν τεθνεώτων τοῖς ζῶσι λυπηρότεροι ἦσαν καὶ τῶν ἀπολωλότων ἀθλιώτεροι. [7.75.4] πρὸς γὰρ ἀντιβολίαν καὶ ὀλοφυρμὸν τραπόμενοι ἐς ἀπορίαν καθίστασαν, ἄγειν τε σφᾶς ἀξιοῦντες καὶ ἕνα ἕκαστον ἐπιβοώμενοι, εἴ τινά πού τις ἴδοι ἢ ἑταίρων ἢ οἰκείων, τῶν τε ξυσκήκων ἤδη ἀπιόντων ἐκκρεμαννύμενοι καὶ ἐπακολουθοῦντες ἐς ὅσον δύναιντο, εἴ τῳ δὲ προλίποι ἡ ῥώμη καὶ τὸ σῶμα, οὐκ ἄνευ ὀλίγων ἐπιθειασμῶν καὶ οἰμωγῆς ὑπολειπόμενοι, ὥστε δάκρυσι πᾶν τὸ στράτευμα πλησθὲν καὶ ἀπορίᾳ τοιαύτῃ μὴ ῥᾳδίως ἀφορμᾶσθαι, καίπερ ἐκ πολεμίας τε καὶ μείζω ἢ κατὰ δάκρυα τὰ μὲν πεπονθότας ἤδη, τὰ δὲ περὶ τῶν ἐν ἀφανεῖ δεδιότας μὴ πάθωσιν. [7.75.5] κατήφειά τέ τις ἅμα καὶ κατάμεμψις σφῶν αὐτῶν πολλὴ ἦν. οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἢ πόλει ἐκπεπολιορκημένῃ ἐῴκεσαν ὑποφευγούσῃ, καὶ ταύτῃ οὐ σμικρᾷ· μυριάδες γὰρ τοῦ ξύμπαντος ὄχλου οὐκ ἐλάσσους τεσσάρων ἅμα ἐπορεύοντο. καὶ τούτων οἵ τε ἄλλοι πάντες ἔφερον ὅ τι τις ἐδύνατο ἕκαστος χρήσιμον, καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ οἱ ἱππῆς παρὰ τὸ εἰωθὸς αὐτοὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν σιτία ὑπὸ τοῖς ὅπλοις, οἱ μὲν ἀπορίᾳ ἀκολούθων, οἱ δὲ ἀπιστίᾳ· ἀπηυτομολήκεσαν γὰρ πάλαι τε καὶ οἱ πλεῖστοι παραχρῆμα. ἔφερον δὲ οὐδὲ ταῦτα ἱκανά· σῖτος γὰρ οὐκέτι ἦν ἐν τῷ στρατοπέδῳ. [7.75.6] καὶ μὴν ἡ ἄλλη αἰκία καὶ ἡ ἰσομοιρία τῶν κακῶν, ἔχουσά τινα ὅμως τὸ μετὰ πολλῶν κούφισιν, οὐδ᾽ ὣς ῥᾳδία ἐν τῷ παρόντι ἐδοξάζετο, ἄλλως τε καὶ ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος τοῦ πρώτου ἐς οἵαν τελευτὴν καὶ ταπεινότητα ἀφῖκτο. [7.75.7] μέγιστον γὰρ δὴ τὸ διάφορον τοῦτο {τῷ} Ἑλληνικῷ στρατεύματι ἐγένετο, οἷς ἀντὶ μὲν τοῦ ἄλλους δουλωσομένους ἥκειν αὐτοὺς τοῦτο μᾶλλον δεδιότας μὴ πάθωσι ξυνέβη ἀπιέναι, ἀντὶ δ᾽ εὐχῆς τε καὶ παιάνων, μεθ᾽ ὧν ἐξέπλεον, πάλιν τούτων τοῖς ἐναντίοις ἐπιφημίσμασιν ἀφορμᾶσθαι, πεζούς τε ἀντὶ ναυβατῶν πορευομένους καὶ ὁπλιτικῷ προσέχοντας μᾶλλον ἢ ναυτικῷ. ὅμως δὲ ὑπὸ μεγέθους τοῦ ἐπικρεμαμένου ἔτι κινδύνου πάντα ταῦτα αὐτοῖς οἰστὰ ἐφαίνετο.

***
[69] Ο Νικίας, εξ άλλου, τον οποίον η κατάστασις των πραγμάτων ετρόμαζε και ο οποίος έβλεπε πόσον μεγάλος και πόσον επικείμενος ήτο ο κίνδυνος [2] (καθόσον τα πλοία από στιγμής εις στιγμήν έμελλαν να εκκινήσουν) εδοκίμασε ό,τι συνήθως δοκιμάζουν οι άνθρωποι εις τας παραμονάς δυσκόλων αγώνων. Ενόμισε, δηλαδή, ότι αι ετοιμασίαι των όλαι ήσαν ατελείς εισέτι, και αι προς τον στρατόν παραινέσεις του όχι ακόμη επαρκείς. Διά τούτο, προσφωνών ένα έκαστον από τους τριηράρχους όχι μόνον με το όνομά του, αλλά και με το όνομα του πατρός του και της φυλής του, απήτει, από εκείνους, οι οποίοι είχαν οπωσδήποτε διακριθή δι᾽ ανδραγαθίαν, να μη προδώσουν αυτήν, και από εκείνους, των οποίων οι πρόγονοι ήσαν επιφανείς, να μη αμαυρώσουν την κληρονομικήν των δόξαν. Υπενθύμιζε συγχρόνως εις αυτούς ότι ήσαν πολίται της πλέον ελευθέρας πατρίδος και ότι ο ιδιωτικός βίος εκάστου ήτο εξησφαλισμένος εντός αυτής από πάσαν έξωθεν επέμβασιν. Προσέθεσεν ακόμη όσα όμοια περίπου εκάστοτε λέγουν οι άνθρωποι εις τοιαύτας περιστάσεις, επικαλούμενοι το καθήκον προς τας γυναίκας και τα τέκνα και τους πατρίους θεούς, καθόσον, κρίνοντες αυτά χρήσιμα εις την παρούσαν φοβεράν στιγμήν, τα επικαλούνται, χωρίς ν᾽ αποτρέπονται εκ του φόβου μήπως θεωρηθούν λέγοντες τετριμμένα πράγματα.
...
[71] Επειδή όλας των τας ελπίδας οι Αθηναίοι είχαν αναθέσει εις τον στόλον, ο φόβος των περί του μέλλοντος ήτο μεγαλύτερος παρά ποτε άλλοτε, και επειδή αι τύχαι της ναυμαχίας ενηλλάσσοντο, το αυτό κατ᾽ ανάγκην συνέβαινε και εις τας περί αυτής εντυπώσεις των εκ της ξηράς. [3] Διότι, ευρισκόμενοι παρά πολύ πλησίον των γινομένων, και κοιτάζοντες προς διάφορα σημεία έκαστος, οσάκις μερικοί ήθελαν ίδει πουθενά τους ιδικούς των επικρατούντας, ανελάμβαναν θάρρος και ήρχιζαν απευθύνοντες επικλήσεις προς τους θεούς, όπως μη τους ματαιώσουν την ελπίδα της αισίας παλινοστήσεώς των. Άλλοι πάλιν, βλέποντες εις άλλο σημείον της ναυμαχίας ηττωμένους τους ιδικούς των, εξέφεραν κραυγάς και ολοφυρμούς, ενώ συγχρόνως η θέα των γινομένων κατέβαλλε το φρόνημά των περισσότερον από το των μαχομένων. Και πάλιν άλλοι, των οποίων το βλέμμα προσηλώνετο εις σημείον, όπου η ναυμαχία ήτο αμφίρροπος, ευρίσκοντο εις χειροτέραν από τους άλλους αγωνίαν διά το επί μακρόν αναποφάσιστον της πάλης, αντικατοπτρίζοντες εις αυτάς ταύτας τας περιδεείς κινήσεις του σώματός των, τας κινήσεις και εναλλαγάς των αισθημάτων των, διότι ανά πάσαν στιγμήν είχαν το αίσθημα ότι ή παρά τρίχα θα σωθούν ή παρά τρίχα θα χαθούν. [4] Και εφόσον η νίκη ήτον αναποφάσιστος ημπορούσε κανείς εις ένα και τον αυτόν στρατόν, τον Αθηναϊκόν, ν᾽ ακούση συγχρόνως όλα, ολοφυρμούς, αλαλαγμούς, «νικώμεν», «χανόμεθα» και κάθε άλλο είδος κραυγών, αι οποίαι δεν ημπορούν να λείψουν από το μέσον πολυαρίθμου στρατού, ευρισκομένου εις μεγάλον κίνδυνον. [5] Ανάλογος ήτο και η αγωνία των επιβαινόντων του στόλου Αθηναίων, μέχρις ότου τέλος, μετά πάλην, επί μακρόν παραταθείσαν, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των εξηνάγκασαν τους Αθηναίους εις υποχώρησιν, και μη δίδοντες εις αυτούς ούτε στιγμήν ν᾽ ανασάνουν, τους κατεδίωξαν θριαμβευτικώς μέχρι της παραλίας, παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά μεγάλων κραυγών.
...
[75] Την μεθεπομένην της ναυμαχίας, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης εθεώρησαν ότι αι ετοιμασίαι είχαν συμπληρωθή, ο στρατός εξεκίνησε τέλος. [2] Η κατάστασις των Αθηναίων ήτον αληθώς τρομερά, όχι μόνον από της απόψεως ότι απήρχοντο, αφού είχαν χάσει ολόκληρον τον στόλον των, και αντί των μεγάλων ελπίδων, με τας οποίας είχαν έλθει, δεν υπελείποντο εις αυτούς παρά κίνδυνοι μόνον διά το κράτος των και τους εαυτούς των, αλλά και δι᾽ όσα έτυχε ν᾽ αντιληφθή έκαστος κατά την εγκατάλειψιν του στρατοπέδου, οδυνηρά διά τους οφθαλμούς και του σώματος και της ψυχής. [3] Διότι επειδή οι νεκροί έμεναν άταφοι, οσάκις κανείς ήθελεν ίδει επί του εδάφους το πτώμα κανενός εκ των ιδικών του, εβυθίζετο εις λύπην, ανάμικτον με φόβον, ενώ οι ασθενείς και τραυματίαι, οι οποίοι εγκατελείποντο ζώντες, ήσαν διά τους ζώντας πολύ μεγαλυτέρα αιτία λύπης ή οι αποθανόντες και ήσαν δυστυχέστεροι από τους πεσόντας. [4] Διότι διά των ικεσιών και των θρήνων, εις τους οποίους κατέφευγαν, έφεραν τους απερχομένους εις φοβεράν αμηχανίαν. Εζήτουν να τους πάρουν μαζί τους και εκάλουν ονομαστί κάθε φίλον και συγγενή που έβλεπαν. Εκρεμνώντο επάνω εις τους συντρόφους των του καταυλισμού, την στιγμήν που εκείνοι έφευγαν και τους ηκολούθουν εφόσον ημπορούσαν, όταν δ᾽ αι σωματικαί και αι ψυχικαί δυνάμεις των τους επρόδιδαν, απεσπώντο, εκφέροντες επικλήσεις προς τους θεούς και οιμωγάς, μόλις ακουομένας πλέον. Ως εκ τούτου, ο στρατός ολόκληρος, με οφθαλμούς πλημμυρισμένους από δάκρυα και μη γνωρίζοντες τι να κάμουν, μετά δυσκολίας απεφάσιζαν να ξεκινήσουν, μολονότι επρόκειτο ν᾽ αφήσουν χώραν εχθρικήν, και τα δεινά που είχαν ήδη υποφέρει και τα δεινά που τους επεφύλαττε το άδηλον μέλλον ήσαν τοιαύτα, οποία οσαδήποτε δάκρυα δεν ημπορούσαν ν᾽ ανακουφίσουν. [5] Επεκράτει ωσαύτως κατήφεια και εντροπή διά την θέσιν, εις την οποίαν είχαν περιέλθει. Ενόμιζε κανείς, τωόντι, ότι απετέλουν ουσιαστικώς όχι στρατόν, αλλά τον διαφεύγοντα πληθυσμόν πόλεως, παραδοθείσης μετά μακράν πολιορκίαν, και μάλιστα πόλεως μεγάλης. Διότι το όλον πλήθος των συναπερχομένων δεν ήτο μικρότερον των σαράντα χιλιάδων. Και όχι μόνον οι άλλοι εβάσταζαν ό,τι καθένας ημπορούσε, αλλά και οι οπλίται και οι ιππείς, παρά την επικρατούσαν δι᾽ αυτούς τουλάχιστον συνήθειαν, εσήκωναν οι ίδιοι τα τρόφιμά των, άλλοι μεν δι᾽ έλλειψιν υπηρετών και άλλοι ένεκα δυσπιστίας προς αυτούς, καθ᾽ όσον πολλοί εκ τούτων είχαν αυτομολήσει και προηγουμένως, αλλ᾽ οι πλείστοι, αμέσως μετά την τελευταίαν ήτταν. [6] Αλλά και τα τρόφιμα αυτά ήσαν ανεπαρκή, διότι αι τροφαί του στρατοπέδου είχαν εξαντληθή. Και η άλλη αθλιότης, μολονότι το γεγονός ότι όλοι εσυμμερίζοντο εξ ίσου το κακόν, έφερεν, όπως κάθε κοινή μετ᾽ άλλων συμφορά, κάποιαν ανακούφισιν, ήτον εν τούτοις δυσβάστακτος εις την παρούσαν περίστασιν, [7] όταν ιδίως εσυλλογίζοντο από ποίαν λαμπρότητα και δόξαν των πρώτων ημερών είχαν καταλήξει εις τοιαύτην κατάπτωσιν. Καθόσον ουδέποτε, πράγματι, Ελληνικόν στράτευμα υπέστη τοιαύτην μετάπτωσιν τύχης. Ενώ είχαν έλθει διά να υποδουλώσουν άλλους, κατήντησε να φεύγουν εκ φόβου μήπως μάλλον αυτοί αντιθέτως υποδουλωθούν. Αντί των ευχών και των παιάνων, υπό την συνοδείαν των οποίων είχαν εκπλεύσει εκ Πειραιώς, εξεκίνουν τώρα αντιθέτως, ακούοντες λόγους δυσοιώνους. Αντί να επιβαίνουν στόλου ως ναύται, επορεύοντο ήδη πεζή, όλας των τας ελπίδας αναθέτοντες εις τους οπλίτας αντί του στόλου. Και όμως, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, όλα αυτά εφαίνοντο εις αυτούς ανεκτά.

ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Η αρετή είναι θεμελιακή έννοια της ηθικής. Σημαίνει τελειότητα κυρίως των πνευματικών δυνάμεων, των εκδηλουμένων στις πράξεις. Κατά τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών Κ. Σπετσιέρη, «η πεποίθησις αυτή αποβαίνει πυξίς ζωής ευγενεστέρας μερίδος του Ελληνισμού και Ρωμαϊσμού, διαδοθείσα δια των Στωϊκών θεωριών». (1)

Το προαιώνιο ελληνικό πολιτιστικό άσμα, που ασταμάτητα μέλπουν οι λύρες του Απόλλωνα από τα βάθη των αιώνων, έτερψε και έθρεψε, τέρπει και τρέφει την ανθρωπότητα όλη, «διδάσκοντάς της την ουσία της Ζωής, τη χαρά της Ζωής, την αξία της ελευθερίας, την αθανασία του πνεύματος, την Ανθρώπινη, μ’ ένα λόγο, Αρετή, που αποτελεί την ύψιστη επίτευξη και την ύπατη τελείωση της ύπαρξης των λογικών όντων…».

Η τραγικότητα της αεικύμαντης ανθρώπινης Μοίρας συνίσταται στον ατελεύτητο αγώνα, στην αείδρομη προσπάθεια να υψωθούμε σε μια «τελείωση», που να συγκρατεί και να διαιωνίζει την ανθρώπινη διάρκειά μας, που να αχεί συθέμελα στις συνειδήσεις όλων των Ανθρώπων και να τις δονεί σύψυχα σαν ασίγητο και αείλαλο μήνυμα, σαν ανεκρίζωτη και ανέκρωτη κατηγορηματική προσταγή. Είναι συνεχής υπέρβαση του τώρα προς το τέλειο, διαρκής κίνηση προς το αγαθό.

Όπως αποκαλύπτουν τα ομηρικά έπη, ο όρος αρετή αρχικά, στην αρχαία Ελλάδα, υποδηλούσε όχι μόνο ανθρώπινα προτερήματα, αλλά και διακεκριμένες ιδιότητες των Θεών ή και ζώων επίλεκτου είδους. Στις τελευταίες, όμως, ραψωδίες των ομηρικών έπων (2), εμφανίζεται η αρετή με κάποιο ηθικό περιεχόμενο.

Ο Ησίοδος παρουσιάζει την αρετή, με κατεξοχήν ηθικό υπόβαθρο, στο έργο του «Έργα και Ημέραι». (3)

Μετέπειτα, στην αρχαία Ελλάδα, με ακαταπόνητη εμμονή, ασχολήθηκε και μελέτησε την έννοια της αρετής η φιλοσοφία. Ο Κων/νος Δεσποτόπουλος, πρύτανης της Παντείου, επισημαίνει σχετικά: «Ο κλονισμός της καθιερωμένης ηθικής αξιολογίας, σύνδρομος και απότοκος της αναταραχής των όρων της κοινωνικής ζωής, στα χρόνια πριν την ακμή της φιλοσοφίας και ύστερα, εκφρασμένος μάλιστα σε ακραία ένταση με την υπερκριτική των σοφιστών, είχε δημιουργήσει την ιστορική ανάγκη, άρα και την ευκαιρία, να τεθεί ριζικά το ηθικό πρόβλημα, έτσι και το πρόβλημα της αρετής». (4)

Υψούται και εξαίρεται η αρετή, σαν θεμελιακό και βασικό κοινωνικό αγαθό των Ελλήνων, από τον Ηρόδοτο/VII 102/, με τα λόγια που ο έκπτωτος βασιλιάς της Σπάρτης Δημάρατος απευθύνει προς το βασιλιά της Περσίας Ξέρξη: «…τη Ελλάδι πενίη μεν αεί κοτε σύντροφός έστι, αρετή δε επακτός έστι, από τε σοφίης κατεργασμένη και νόμου ισχυρού. Τη διαχρεωμένη η Ελλάς την τε πενίην απαμύνεται και την δεσποσύνην».

Ο Σωκράτης εξέλαβε την αρετή επιστήμη ή φρόνηση ή σοφία, ανεξάρτητη από την αυθαιρεσία του υποκειμένου, ώστε η ύπαρξη της γνώσης να εγγυάται την παρουσία και της αρετής «ώσθ’ άμα συμβαίνειν ειδέναι τε την δικαιοσύνην και είναι δίκαιον». Συνεπώς, ο Σωκράτης, όπως άλλωστε μαρτυρεί και το απόφθεγμά του «ουδείς εκών κακός», θεωρούσε αξερίζωτο και αμάραντο στήριγμα της ηθικής συμπεριφοράς τη λογική του ανθρώπου και την άκαμπτη επιβολή και επιρροή της επάνω στις άλλες ψυχικές δυνάμεις, από φυσιολογικό αντιδραστικό σπασμό της ζωντάνιας της.

Ο Πλάτωνας, όμως, με θαυμαστή καθαρότητα παρουσίασε την ατέλεια της σωκρατικής έννοιας της αρετής, σαν σοφίας ή επιστήμης, στο διάλογο «Μένων», στον οποίο αποθαρρυντικά καταλήγει: «αρετή αν είη ούτε φύσει ούτε διδακτόν, αλλά θεία μοίρα παραγιγνομένη άνευ νου, οις αν παραγίγνηται». (5) Εξακρίβωσε ότι οι παντοδαπές αλογικές δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής, πολύτροπες και πολυώνυμες, – φόβοι, πόθοι, πάθη – αντιστρατευόμενες στην υψηλοφάνταστη, δημιουργική δύναμη της λογικής, κλυδωνίζουν και κλονίζουν τη θέση ότι η γνώση ή επίγνωση των υπαγορεύσεων της αρετής οδηγεί, απαρασάλευτα και σταθερά, στην πραγμάτωση και ενσάρκωση της αρετής.

Μετά, όμως, από την απογοητευτική αυτή θέση, ο Πλάτωνας, στο έργο του «Πολιτεία», επιδιώκει και κατορθώνει μια συνθετική έννοια της αρετής, δοσμένη με μεγαλόπνοη και υψήγορη ανάπτυξη και προσαρμοσμένη, μεγαλήγορα, σε μια σύμφωνη θεωρία της ψυχής, που διακρίνει τρία βασικά μέρη της : «λογιστικόν», «θυμοειδές», «επιθυμητικόν». (6)

Θεωρείται σκόπιμο και εποικοδομητικό να τονιστεί ιδιαίτερα ότι ο Πλάτωνας εξαίρει το «θυμοειδές», το αγωνιστικό μέρος της ψυχής, δηλαδή το βουλητικό στοιχείο, όπως, επίσης, προβάλλει και το άλλο δυναμικό ψυχικό στοιχείο, τον «έρωτα», αποσπώντας και εξαπολύοντας και αυτόν, σαν έκπαγλο όραμα, πάνω από τη βοή και το θόρυβο του «επιθυμητικού».

Ο Κων/νος Δεσποτόπουλος γράφει: «Προβλήθηκαν, εξ άλλου, από τον Πλάτωνα, και ο έρωτας και το θυμοειδές στην ιδιαίτερη λειτουργία τους: ο έρως, όπου αβίαστο ανάβλυσμα του συναισθήματος είτε αυθόρμητο άνοιγμα της φαντασίας, όπως στην ποίηση. Το θυμοειδές, όπου κατανίκηση αντιδράσεων είτε υπερνίκηση εμποδίων, όπως στην πράξη». (7)

Ο τριμερής διαχωρισμός της ανθρώπινης ψυχής και η ανάθεση ιδιαίτερου έργου στο καθένα από τα τρία μέρη, παρέχει την κρηπίδα για το σύστημα των αρετών, όπου εναρμονισμένες διαλάμπουν σαν άπεφθος χρυσός η ανδρεία, η σωφροσύνη και η σοφία, τρεις κύριες αρετές καταξιωμένες τότε στην ελληνική πραγματικότητα και κυρωμένες με χρυσή, αλύμαντη σφραγίδα στις ελληνικές συνειδήσεις.

Η σύνθεση, συνεργία και αρμονική συνένωση των τριών αυτών βασικών αρετών συνεπιφέρει και συγκροτεί, σε κατάκορφη έξαρση, κοσμογονική, κοσμοπλαστική, μια συνολική αρετή, που ονομάζεται από τον Πλάτωνα «δικαιοσύνη». Η συνολική αυτή αρετή ενδημεί στην εσωτερική άρθρωση της ψυχής, θάλλει με την ευταξία και ευπείθεια των ψυχικών δυνάμεων, ακμάζει με την έλλογη ελευθερία σκέψης και δράσης. Οι ζωοδότες χυμοί και ανθοφυείς δυνάμεις της «δικαιοσύνης», της άυλης αυτής κιβωτού των ηθικών αξιών, εδραιώνουν την εσωτερική μας αρμονία και συνοχή, άρα θεμελιώνουν, απαρασάλευτα, την ενότητα της προσωπικότητάς μας. Προβάλλεται από τον Πλάτωνα η «δικαιοσύνη» σαν καθορισμένη «έξις», συνεπώς, μάλλον σαν υπαρξιακός, γονοτυπικός τρόπος και όχι σαν απλή αποδοχή και επιδοκιμασία κανόνων συμπεριφοράς.

Η αρετοπλασία, η βασική αυτή επιδίωξη της «ορθής πολιτείας» (8), βασίζεται, για την πραγμάτωσή της, σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία της αρετής και της ψυχής, στην ολική αρετή, δηλαδή στην άρτια ηθική συγκρότηση του ανθρώπου, τη «δικαιοσύνη».

Η αρετοπλαστική, όμως, λειτουργία της ορθής πολιτείας υλοποιείται και πραγματώνεται με τη ζωοποιό συνεργία δύο ιδιόνομων παραγόντων, που συνεπιτελούν οιαδήποτε διάπλαση ολικά του ανθρώπου: της «φύσεως» και της «τροφής» ή, χαρακτηριστικότερα, «τροφής τε και παιδείας».

«Φύσις» είναι οι βιολογικές και γονοτυπικές δυνάμεις και τάσεις του ανθρώπου. «Τροφή» ή «τροφή τε και παιδεία» είναι οι πολυειδείς και πολύμορφες επιδράσεις, που δέχεται ο άνθρωπος από το περιβάλλον, συστηματικά και μεθοδικά ή αμέθοδα και τυχαία. Η αρμονική συνύπαρξη και η ευάρεστη συνήχηση των δύο αυτών σημαντικών ψυχοπλαστικών παραγόντων εξασφαλίζει τη διάπλαση του ανθρώπου στην αρετή. Η ανθρωπολογική αυτή διαπίστωση για την αρετή αποτελεί υπερκέραση του διπλού αρνητικού πλατωνικού συμπεράσματος: «αρετή αν είη ούτε φύσει ούτε διδακτόν» (9). «Φύσις» και «τροφή τε και παιδεία» αποτελούν, αναμφίβολα, στοιχεία προσδιοριστικά της ανθρώπινης προσωπικότητας. Συνεπώς, επισημαίνει ο πρύτανης Κων/νος Δεσποτόπουλος, «με την ανθρωπολογική αυτή διαπίστωση θεμελιώνεται η ακραία και ολοκληρωτική μέριμνα, ώστε να υπάρξει στην ορθή πολιτεία και η «φύσις» του ανθρώπου «βελτίστη», και, προπάντων, η «τροφή τε και παιδεία» του «αρίστη»». (10)

Η σημαντική και κρίσιμη συμβολή της «φύσεως», για τον αρμονικό σχηματισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας, αποτελεί πρωταρχικό και επίμονο θέμα της πλατωνικής θεωρίας του ανθρώπου. Ο εκλεκτός ψυχικός προικισμός της ανθρώπινης φύσης θεωρείται αναγκαίος και απαραίτητος για τη μεγαλουργία του ανθρώπου «σμικρά δε φύσις ουδέν μέγα ουδέποτε ουδένα ούτε ιδιώτην ούτε πόλιν δρα» (11).

Η υψηλή και αναμφισβήτητη συνδρομή της «φύσεως» του ανθρώπου, για τη συγκρότηση της προσωπικότητας και τη διάκρισή του σε όποιο τομέα της ζωής, έχει το φυσικό επακολούθημα να συμπλέκεται με την «φύσιν» του ανθρώπου η λύση του πολιτικού και κοινωνικού προβλήματος. (12)

Εξάλλου, σημαντικής αξίας, για τη διάπλαση ολικά του ανθρώπου στην αρετή, κρίνεται η «τροφή τε και παιδεία». Άνθρωπος με εξαίρετη «φύσιν», αλλά χωρίς σωστή παιδεία, θεωρείται άνθρωπος δίχως «νου», του οποίου η κατάκτηση απαιτεί αποκλειστική προσήλωση, ένθερμο ζήλο και ανυπόκριτη αγάπη (13). Η απουσία σωστής «τροφής τε και παιδείας» αποτελεί το βασικό παράγοντα «που ανθρώπινες φύσεις εκλεκτές καταλήγουν να διαπλαστούν σε ανθρώπινους τύπους κατ’ εξοχήν κακούς» (14). Αλλά και αντίθετα, το γεγονός της χλεύης και προσβολής της φιλοσοφίας από ορισμένους ψευτοφιλοσόφους, που επίψογα και επίμεπτα την εκπροσωπούν, ερμηνεύεται «με την παροχή της άριστης παιδείας σε ανθρώπους χωρίς εξαίρετο από τη φύση τους ψυχικό προικισμό». (15)

Επιτυχέστατα και ευστοχότατα ο πρύτανης Κ. Δεσποτόπουλος τονίζει: «Η επίγνωση της αποφασιστικής αυτής συμβολής της παιδείας, της εναρμονισμένης στην «φύσιν», για την αίσια και γόνιμη διάπλαση της ανθρώπινης προσωπικότητας έχει την εύλογη συνέπεια να εξαίρεται η μοναδική αξία της παιδείας για τη λύση του πολιτικού προβλήματος, αλλά και να προάγεται, πραγματικά, η παιδεία σε κύριο λειτούργημα, για τη λύση του κοινωνικού προβλήματος, όπως και για την ακμή, ακόμη και τη βιολογική, της πολιτείας». (16)

Η «δικαιοσύνη», απόρροια της συνένωσης των τριών βασικών αρετών,: ανδρείας, σωφροσύνης και σοφίας, είναι θεμελιώδες στοιχείο, απαρασάλευτο έρμα και ακατάβλητη υψωτική δύναμη, αστείρευτη πηγή ευκρασίας, ευρωστίας και εύπνοιας της ορθής πολιτείας. Για να συμβεί όμως αυτό, είναι επιτακτική ανάγκη η θέση του κάθε ανθρώπου στο κοινωνικό σύνολο, στο πλέγμα των διανθρώπινων σχέσεων, που είναι η πολιτική κοινωνία ή η πολιτεία, να πραγματοποιείται σύμφωνα, κυρίως, με τα χαρίσματα και τις ελλείψεις ή αδυναμίες, που γονοτυπικά ενυπάρχουν στη «φύσιν» του και σύμφωνα ακόμη με την επίδοσή του στην παιδεία ή την πρόοδό του σε άλλες φάσεις της ζωής.

Έτσι η «δικαιοσύνη» εξυφαίνει την άριστη συναρμολόγηση της πολιτείας, τοποθετώντας κάθε άνθρωπο στην τάξη και αλληλουχία της.

Η αρχή της δικαιοσύνης, επίσης, εξασφαλίζει την πιο καλύτερη προσφορά του συγκεκριμένου ανθρώπου και, επομένως, την πιο εξαίρετη συμβολή του στην εξυπηρέτηση του συνόλου των ανθρώπων της πολιτικής κοινωνίας, «που ο καθένας τους είναι αυτάξιος σκοπός της». Αυτή κατορθώνει την άμεμπτη αντιμετώπιση του κάθε ανθρώπου σαν αυτοσκοπού, με τον ορθό καθορισμό της λειτουργίας του στην πολιτεία, σύμφωνα, κυρίως, με τα φυσικά προτερήματά του. Έτσι, όμως, εξασφαλίζεται η πιο ρωμαλέα, η πιο ωραία κατάφαση της ζωής, έτσι ανάβει η θρυαλλίδα της άκρατης ευδαιμονίας του ανθρώπου, καθώς η άψογη λειτουργική συμμετοχή στη ζωή είναι και εξαίρετη συμμέθεξη στα αγαθά της ζωής.

Ο Πλάτωνας θεωρεί το «φύσει δίκαιον και καλόν και σώφρον και πάντα τα τοιαύτα», οδηγητικά και καθοριστικά για την «κατασκευή» της «αρίστης πόλεως».

Στην κλίμακα των υπερβατικών αξιών, που εμπνέουν τους αληθινούς φιλοσόφους, για την «κατασκευή», μετεπαναστατικά, της «ορθής πολιτείας», κορυφαία θέση παίρνει το «φύσει δίκαιον», καθώς θεμελιώδη αξία, για την ύπαρξη της κοινωνίας, είναι η δικαιοσύνη, που είναι και η συνολική αρετή του ανθρώπου.

Στην ομάδα των υπερβατικών αρετών, των οδηγητικών για την «κατασκευή» της «αρίστης πόλεως», συγκαταλέγεται και το «καλόν». Φυσικά, δε θα ήταν ορθό να υποστηριχτεί ότι η πλατωνική θεωρία της δικαιοσύνης και της πολιτικής επηρεάζεται, οπωσδήποτε και απόλυτα, από την πλατωνική θεωρία του έρωτα και της ομορφιάς, που εκφράζεται στους διαλόγους «Συμπόσιον» και «Φαίδρος». Η επενέργεια του «καλού», στην ανοικοδόμηση της «ορθής πολιτείας» και στη διάπλαση του άριστου τύπου ανθρώπου, πρέπει να εντοπιστεί στη σημαντική συμβολή της ομορφιάς για τη διάπλαση της ανθρώπινης ευαισθησίας και στην αξιόλογη προσφορά της αισθητικής αγωγής για την τροπή του ανθρώπινου ψυχισμού προς τις ηθικές αξίες.

Η άλλη αρετή, η εμπνευστική για τη συγκρότηση της «ορθής πολιτείας», το «σώφρον», που αντιστοιχεί στην αρετή «σωφροσύνη», θεωρείται από τον Πλάτωνα απόλυτα αναγκαία και αναντίρρητα συντελεστική για την εξασφάλιση της λειτουργικής συνοχής της κοινωνίας, βασισμένη στην ομόνοια, σύμπνοια και ομοθυμία των πολιτών. Ίσως, φοβάται ο Πλάτωνας «μήπως η επαναστατική ορμή πριν από τη θεμελίωση της «αρίστης πόλεως», παρασύρει σε πρωτοβουλίες έξαλλες».

Η συμπληρωματική και αόριστη φράση: «και πάντα τα τοιαύτα» αποκαλύπτει και υποδηλώνει την καθολική άνθηση πλούσιων ανθρώπινων ικανοτήτων και ενδόφωτη και ενεργητική βίωση σωρείας δυνατοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Αριστοτέλης εξέτασε και αντιμετώπισε το θέμα της αρετής (17) με αναλυτικές ερμηνείες και ολοκληρωμένες αναπτύξεις, σε στενή συνάφεια και αλληλεξάρτηση με το ζήτημα της ευδαιμονίας (18).

Εξαρχής, η ανερεύνηση της αρετής επιδιώκεται από τον Αριστοτέλη με αποκλεισμό της αρετής του σώματος και με σαφείς και εύχυμες ψυχολογικές διαφορίσεις, προσδιοριστικές του λογικού πεδίου της.

Η διάκριση δύο ειδών ελλόγου, «δηλαδή του αυτοκαθοριστικού ή καθοριστικού τυχόν και του επιθυμητικού σε αντιδιαστολή προς το ετεροκαθόριστο έτσι επιθυμητικόν» οδηγεί σε μια ανάλογη διάκριση δύο ειδών αρετής: «διορίζεται δε και η αρετή κατά την διαφοράν ταύτην. Λέγομεν γαρ αυτών τας μεν διανοητικάς, τας δε ηθικάς, σοφίαν μεν και σύνεσιν και φρόνησιν διανοητικάς, ελευθεριότητα δε και σωφροσύνην ηθικάς…».

Ο Κων/νος Δεσποτόπουλος αναφέρει σχετικά: «Η διάκριση αυτή διανοητικών αρετών και ηθικών αρετών, η στηριγμένη σε οντολογική διάκριση των στοιχείων της ψυχής, και, συγκεκριμένα, του στοιχείου της με λόγο αυτόδοτο και του στοιχείου της με λόγο ετερόδοτο, εξηγείται ήδη και με προβολή της γενετικής διαφοράς των δύο ειδών της αρετής: «διττής δε της αρετής ούσης… η μεν διανοητική το πλείον εκ διδασκαλίας έχει και την γένεσιν και την αύξησιν, διόπερ εμπειρίας δείται και χρόνου, ή δ’ ηθική εξ έθους περιγίγνεται, όθεν και τούνομα έσχηκε μικρόν παρεκκλίνον από του έθους» (19).

Βασικό συστατικό στοιχείο της αρετής, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η αποφυγή των δύο κάθε φορά ακροτήτων, (20) ενώ σημαντική αξία για το κάθε θέμα της αρετής έχει «η ριζική διάταση της ψυχής με την ηδονή και τη λύπη» (21).

Ύστερα από αξιόλογες αναλύσεις και επεξηγήσεις, τίθεται το ερώτημα: «τι εστίν η αρετή». Η απάντηση είναι ουσιαστική: «επεί ουν τα εν τη ψυχή γινόμενα τρία εστί, πάθη δυνάμεις έξεις, τούτων αν τι είη η αρετή».

Διευκρινίζεται, όμως, ότι η αρετή δεν είναι δυνατό να συμπεριληφθεί στα «πάθη», δηλαδή «επιθυμίαν οργήν φόβον θράσος φθόνον χαράν φιλίαν μίσος πόθον ζήλον έλεος, όλως οις έπεται ηδονή ή λύπη», ούτε και στις «δυνάμεις», και, συνεπώς, καταλήγουμε θετικά στο αναντίρρητο συμπέρασμα: «ει ουν μήτε πάθη εισίν αι αρεταί μήτε δυνάμεις, λείπεται έξεις αυτάς είναι» (22)

Ανευρέθηκε και εντοπίστηκε έτσι το γένος και η καταγωγή της αρετής, όμως, η προσπάθεια συνεχίζεται, γιατί για το σαφή και ολοκληρωμένο καθορισμό της: «δει δε μη μόνον ούτως ειπείν, ότι έξις, αλλά και ποια τις», δηλαδή η αρετή. Τονίζεται ήδη και πάλι η καίρια σημασία που έχει, για την αρετή και γενικότερα, η επίτευξη του μέσου και η αποφυγή των ακροτήτων (23) σε αντιστοιχία με την αριστοτελική θεωρία για τις «εναντιότητες» (24).

Ήδη, ύστερα από τις βάσιμες αυτές αποζητήσεις και ανερευνήσεις και ουσιώδεις εκτυλίξεις και αναλυτικές ερμηνείες, δίνεται ο περιώνυμος ορισμός της αρετής: «έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν» (25).

Η αρετή στην εννοιακή της άποψη εμφανίζεται σαν μεσότητα, ενώ στην αξιακή της εκδοχή σαν ακρότητα, δηλαδή σαν «άκρατη είτε ακέραιη έφεση ή και ενσάρκωση της αξίας».

Επειδή συχνά επιταγή και αίτημα της αρετής είναι η επίτευξη του «μέσου», ο Αριστοτέλης, αφού παρουσιάζει μια σειρά από συγκεκριμένες αρετές μαζί με τις πλαισιωτικές τους κακίες, παραθέτει μια διδασκαλία για τον τρόπο πραγματοποίησης του «μέσου».

Συγκεφαλαιώνεται δε η πρακτική αυτή διδασκαλία με τις εχέφρονες και ήρεμες αυτές απόψεις: «… η μέση έξις εν πάσιν επαινετή, αποκλίνειν δε δει οτέ μεν την υπερβολήν οτέ δε την έλλειψιν. Ούτω γαρ ράστα του μέσου και του ευ τευξόμεθα».

Η αρετή, γνώρισμα των εκλεκτών φύσεων, ανώτερο ήθος του ανθρώπου, είναι ηθικό αγώνισμα, είναι άθλος. Αυτή μας οπτασιάζει και μας αναδείχνει σε ακάματους σπορείς ελπιδοφόρων χρησμών στα πέρατα της οικουμένης.

Αυτή μας οδηγεί στην κατάφωτη θεϊκή αποκάλυψη πως ό,τι χάθηκε στο φανερό κόσμο της υλικής ζωής μπορεί ν’ ανακτηθεί στης ψυχικής ζωής το μυστικό κόσμο.

Η απάντηση είναι καταφατική στο πόσο έχουμε δίκαιο να νιώθουμε περήφανοι και γεμάτοι ελπίδα. «Η απόφαση απόκειται στον άνθρωπο.», τονίζει ο Έριχ Φρομ, «Απόκειται στην ικανότητά του να πάρει τον εαυτό του, τη ζωή και την ευτυχία του στα σοβαρά. Απόκειται στην επιθυμία του να αντιμετωπίσει το ηθικό πρόβλημα, το δικό του και της κοινωνίας του. Απόκειται στο θάρρος του να είναι ο εαυτός του και να υπάρχει για τον εαυτό του». (26).

Ηθικό μας έρμα και υψωτική δύναμη ας είναι η ενδόφωτη και ενεργητική βίωση της αρετής, αυτής που ανθίζει γνήσιες ανθρωπιστικές ιδέες και δίνει πραγματικό νόημα στην ύπαρξή μας και στηρίζει το κύριο έργο του ανθρώπου στη ζωή, δηλαδή να δώσει γένεση στον εαυτό του, να γίνει αυτό που είναι δυνητικά.

Υμνούμε τη ρίζα του ψυχικού μας δέντρου, την αείζωη, αειθαλή και αείκαρπη, που κι αν όλα τ’ άλλα φυλλορροήσουν, κεραυνωθούν και σβήσουν, αυτή είναι ακόμα ικανή να δώσει, από τα κατάβαθα του Κόσμου, «ζωοποιούς χυμούς και ανθοφόρες δυνάμεις». Στην αρετή τον απέραντο αίνο αναπέμπω, σ’ αυτή που απευθύνονται και ανήκουν οι υμνητικοί εναρκτήριοι στίχοι του παιάνα προς Ερμεία, που έγραψε σαν φιλόσοφος αγωνιστής ο Αριστοτέλης:

«Αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω,
θήραμα κάλλιστον βίω,
σας πέρι, παρθένε, μορφάς,
και θανείν ζηλωτός εν Ελλάδι πότμος,
και πόνους τλήναι μαλερούς και ακάμαντας».
(27).
----------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
  1. Κων. Σπετσιέρη, Η ψυχική ζωή του ανθρώπου, Αθήναι, 1960, σελ. 366
  2. π.χ. Ομήρου, Ιλιάδα, Ο 641 κ. επ.
  3. Ησίοδου, Έργα και Ημέραι, 289 – 292: «της δ’ αρετής ιδρώτα θεοί προπάροιθεν έθηκαν αθάνατοι, μακρός δε και όρθιος οίμος ες αυτήν και τρηχύς το πρώτον, επήν δ’ εις άκρον ίκηαι, ρηιδίη δη έπειτα πέλει, χαλεπή περ εούσα». (Μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί έβαλαν τον ιδρώτα. Ο δρόμος δε προς αυτήν είναι μακρύς και ανηφορικός και στην αρχή ανώμαλος. Όταν, όμως, πλησιάζει προς το τέλος, από εκεί πια γίνεται εύκολος, από δύσκολος που ήταν πριν).
  4. Κ.Ι. Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 113
  5. Πλάτωνα, Μένων, 99ε – 100α
  6. Πλάτωνα, Πολιτεία, Η, 553, c,d
  7. Κ.Ι. Δεσποτόπουλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 116
  8. Ο όρος «ορθή πολιτεία» χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον Πλάτωνα, ιδέ Πολιτεία, 544α, 449α και Επιστολή Ζ΄ 330ε
  9. Πλάτωνα, Μένων, 99ε
  10. Κ.Ι. Δεσποτόπουλου, Πολιτική Φιλοσοφία του Πλάτωνος, Αθήναι, 1980, έκδ. Β΄, σελ. 58
  11. Πλάτωνα, Πολιτεία, 495b. Πβλ και 491ε: «ασθενή δε φύσιν μεγάλων ούτε αγαθών ούτε κακών αιτίαν ποτέ έσεσθαι».
  12. Πλάτωνα, Πολιτεία: «τοις μεν προσήκει φύσει άπτεσθαι τε φιλοσοφίας ηγεμονεύειν τ΄ εν πόλει, τοις δ’ άλλοις μήτε άπτεσθαι ακολουθείν τε τω ηγουμένω», 474bc
  13. Πλάτωνα, Πολιτεία: «νους ουκ ένεστιν αυτώ, δείται δε, το δε ου κτητόν μη δουλεύσαντι τη κτήσει αυτού», 494d
  14. Πλάτωνα, Πολιτεία: «και τα ψυχάς… τας ευφυεστάτας κακής παιδαγωγίας τυχούσας διαφερόντως κακάς γίγνεσθαι», 419ε
  15. Πλάτωνα, Πολιτεία: «οίαι ούσαι φύσεις ψυχών εις ανάξιον και μείζον εαυτών αφικνούμεναι, επιτήδευμα…» 491α
  16. Κ.Ι. Δεσποτόπουλου, Πολιτική Φιλοσοφία του Πλάτωνος, Αθήναι, 1980, έκδ. Β΄, σελ. 62
  17. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, Α13 – Γ8, 1102α – 1115α
  18. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «επεί δ’ εστίν η ευδαιμονία ψυχής ενέργειά τις κατ΄ αρετήν τελείαν, περί αρετής επισκεπτέον», 1102α
  19. Κ.Ι. Δεσποτοπούλου, Μελετήματα Φιλοσοφίας, Αθήναι, 1978, σελ. 121
  20. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «πρώτον ουν τούτο θεωρητέον, ότι τα τοιαύτα πέφυκεν υπ’ ενδείας και υπερβολής φθείρεσθαι… ώσπερ επί της ισχύος και της υγείας… ούτως ουν και επί σωφροσύνης και ανδρείας έχει και των άλλων αρετών», 1104α
  21. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια: «περί ηδονάς γαρ και λύπας εστίν η ηθική αρετή, δια μεν γαρ την ηδονήν τα φαύλα πράττομεν, δια δε την λύπην των καλών απεχόμεθα… και δια τούτ’ αν ειη η αρετή περί ηδονάς και λύπας», 1104b
  22. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1106α
  23. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1106α – 1106b
  24. Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά, Δ 10, Ι5-9, κ.άλλ.
  25. Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1106b – 1107α
  26. Έριχ Φρομ, Ο άνθρωπος για τον εαυτό του, Αθήναι, 1974, μτφρ. Δημ. Θεοδωρακάτου, σελ. 310
  27. «Αρετή, που αποκτιέσαι με πολύ κόπο απ’ το ανθρώπινο γένος, είσαι ο πιο ωραίος σκοπός της ζωής, για τη δική σου αγνή μορφή και να πεθάνει κανείς στην Ελλάδα θεωρείται ο πιο αξιοζήλευτος θάνατος, ακόμα και να υπομείνει πόνους σφοδρούς και ακατάπαυστους. » Αριστοτέλη, Ύμνος στην αρετή, Ανθ. Στοβ Α, 12.

Φυσικές και λογικές συνέπειες έναντι τιμωριών

punishment2Όταν οι γονείς θέλουν να διδάξουν στα παιδιά τους τα όρια μέσα στην οικογένεια, συνήθως χρησιμοποιούν την αμοιβή ή την τιμωρία ως μεθόδους.
 
Η αμοιβή αναφέρεται στην παραχώρηση κάποιου θετικού ερεθίσματος, έπειτα από μια επιθυμητή συμπεριφορά (π.χ. η σοκολάτα όταν το παιδί τελειώσει τα μαθήματά του), ενώ η τιμωρία στην απομάκρυνση κάποιου θετικού ερεθίσματος, έπειτα από μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά (π.χ. η απομάκρυνση ενός αγαπημένου παιχνιδιού όταν το παιδί κάνει μια ζημιά).
Ωστόσο, οι μέθοδοι αυτοί έχουν κάποια βασικά μειονεκτήματα:
  • 1) Καθιστούν τους γονείς υπεύθυνους για την συμπεριφορά των παιδιών τους
  • 2) Εμποδίζουν τα παιδιά να μάθουν να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις
  • 3) Υπονοούν ότι αναμένεται η αποδεκτή συμπεριφορά μόνο μπροστά στους γονείς
  • 4) Προκαλούν αντιδράσεις
Ο Ρούντολφ Ντράικωρς (Rudolf Dreikurs, 1897–1972) ήταν ένας Αμερικανός ψυχίατρος, ο οποίος ανέπτυξε περαιτέρω την θεωρία του Άλφρεντ Αντλέρ για την ατομική ψυχολογία, σε ένα σύστημα κατανόησης των σκοπών της κακής διαγωγής των παιδιών και της ενθάρρυνσης της συνεργατικής συμπεριφοράς χωρίς την χρήση αμοιβής ή τιμωρίας. Ο ίδιος εισήγαγε τις έννοιες των φυσικών και λογικών συνεπειών.
 
Οι λογικές συνέπειες αναφέρονται στα λογικά αποτελέσματα που ακολουθούν μια συμπεριφορά, είτε είναι επιθυμητή είτε όχι (π.χ. αν το παιδί πάει αδιάβαστο στο σχολείο, θα εκτεθεί στον δάσκαλο και στους συμμαθητές του). Αντίθετα, οι φυσικές συνέπειες αναφέρονται στα αποτελέσματα που ακολουθούν φυσικά μια συμπεριφορά (π.χ. αν το παιδί βγει στην βροχή χωρίς ομπρέλα, θα βραχεί). Βέβαια, οι φυσικές συνέπειες δεν είναι πάντοτε εύκολα εφαρμόσιμες, ειδικά όταν κινδυνεύει η σωματική ακεραιότητα του παιδιού. Για παράδειγμα, αν το παιδί σκαρφαλώνει τα δέντρα, η φυσική συνέπεια είναι πως μπορεί να γλιστρήσει και να πέσει. Ωστόσο, δεν μπορεί ο γονιός, να επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο. Για αυτό και είναι προτιμότερες οι λογικές συνέπειες.
 
Ποια είναι όμως τα πλεονεκτήματα των λογικών συνεπειών έναντι της τιμωρίας;
1. Οι λογικές συνέπειες αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των παιδιών, ενώ η τιμωρία εκφράζει την δύναμη της εξουσίας που την εφαρμόζει. Για παράδειγμα: “Κώστα καταλαβαίνω πως θέλεις να απολαύσεις την ταινία στην τηλεόραση, όμως εγώ και η μητέρα σου είμαστε κουρασμένοι και θέλουμε να κοιμηθούμε. Χαμήλωσέ την ή πήγαινε στο δωμάτιο σου. Εσύ αποφασίζεις” (λογικές συνέπειες). “Σου είπα να κλείσεις την τηλεόραση! Τι δεν καταλαβαίνεις; Η μητέρα σου και εγώ θέλουμε να κοιμηθούμε!” (τιμωρία).
 
2. Οι λογικές συνέπειες έχουν άμεση σχέση με την συμπεριφορά, ενώ η τιμωρία είναι αυθαίρετη. Για παράδειγμα: “Σήμερα θα σκουπίσω το σπίτι. Αλλά όσο έχεις εσύ πεταμένα τα παιχνίδια στο πάτωμα, δεν μπορώ. Για αυτό πρέπει να τα μαζέψεις, αλλιώς θα τα πετάξω. Εσύ αποφασίζεις” (λογικές συνέπειες). “Χίλιες φορές σου έχω πει να μαζεύεις τα παιχνίδια σου! Τώρα πως θα σκουπίσω εγώ; Καλά θα κάνεις να ξεχάσεις την σαββατιάτικη έξοδο!” (τιμωρία).
 
3. Οι λογικές συνέπειες δεν φέρουν κανένα στοιχείο κριτικής, ενώ η τιμωρία είναι προσωπική και περιέχει κριτική. Για παράδειγμα: “Πήρες το κινητό χωρίς την άδειά μου και το έχασες. Πως σκέφτεσαι να το αντικαταστήσεις;” (λογικές συνέπειες). “Πήρες το κινητό χωρίς την άδειά μου! Αυτό λέγεται κλέψιμο! Και επιπλέον το έχασες! Για τιμωρία θα σου στερήσω το χαρτζιλίκι τριών μηνών!” (τιμωρία).
 
4. Οι λογικές συνέπειες αφορούν το παρόν και το μέλλον, ενώ η τιμωρία το παρελθόν. Για παράδειγμα: “Είπαμε πως πρέπει να επιστρέψεις στο σπίτι στις 9, αλλά δεν το έκανες. Μπορείς να ξαναπροσπαθήσεις κάποια άλλη φορά” (λογικές συνέπειες). “Πάλι άργησες; Πόσες φορές έχουμε πει ότι πρέπει να γυρίζεις στις 9; Θα μείνεις λοιπόν στο σπίτι για μια εβδομάδα!” (τιμωρία).
 
5. Στις λογικές συνέπειες ο τόνος της φωνής του γονέα είναι φιλικός, ενώ στην τιμωρία υπάρχουν απειλές και έλλειψη σεβασμού. Για παράδειγμα: “Έχουμε πει ότι θα παίζεις με τον σκύλο μόνο όταν φροντίζεις για το φαγητό και το νερό του. Σήμερα δεν το έκανες, Μπορείς να προσπαθήσεις ξανά αύριο” (λογικές συνέπειες). “Δεν φρόντισες για το φαγητό και το νερό του σκύλου, άρα δεν μπορείς να παίξεις μαζί του. Ίσως έτσι μάθεις να είσαι υπεύθυνος/η!” (τιμωρία).
 
6. Οι λογικές συνέπειες επιτρέπουν την επιλογή, ενώ η τιμωρία επιβάλουν την υπακοή. Για παράδειγμα: “Μπορείτε να παίξετε ήρεμα ή να πάτε στα δωμάτιά σας. Εσείς επιλέγετε” (λογικές συνέπειες). “Σταματήστε τώρα να κάνετε φασαρία, αλλιώς θα σας βάλω τιμωρία!” (τιμωρία).
 
 Για να εφαρμοστούν αποτελεσματικά οι φυσικές και λογικές συνέπειες θα πρέπει:
1. Να δείξετε σταθερότητα και καλοσύνη. Ο τόνος της φωνής σας δείχνει την επιθυμία σας να είστε καλός και η εφαρμογή της μεθόδου με συνέπεια δείχνει την σταθερότητά σας.
 
2.  Μην προσπαθείτε να είστε “καλός” γονιός. Επιτρέψτε στο παιδί να ζήσει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του και αποφύγετε την ανάληψη δικών του ευθυνών. Καλλιεργείστε στον εαυτό σας το θάρρος να μην είστε τέλειοι!
 
3. Αποκτήστε περισσότερη συνέπεια στην δική σας συμπεριφορά. Όσο περισσότερο συνεπής είστε στην συμπεριφορά σας, τόσο πιο ξεκάθαρο θα είναι για το παιδί το τι να περιμένει από εσάς.
 
4. Ξεχωρίστε την συμπεριφορά από το υποκείμενο. Με την συμπεριφορά σας δείξτε ότι σέβεστε το παιδί, ακόμα και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι η επιθυμητή.
 
5. Ενθαρρύνετε την ανεξαρτησία. Αποφύγετε να κάνετε πράγματα αντί για αυτό και βοηθήστε το να γίνουν αυτοδύναμο.
 
6. Αποφύγετε τον οίκτο. Ο οίκτος περνάει το μήνυμα ότι το παιδί υστερεί στο να αντιμετωπίσει μόνο του τα προβλήματά του. Η υπερπροστατευτικότητα είναι μια καταστρεπτική αντιμετώπιση. Αλλά ο οίκτος δεν θα πρέπει να συγχέεται με την κατανόηση. Η κατανόηση καλλιεργεί την δύναμη, ενώ ο οίκτος την αδυναμία.
 
7. Μην σας απασχολεί η γνώμη των άλλων. Δε θα πρέπει να αποφεύγετε να εφαρμόσετε τις συνέπειες στην συμπεριφορά του παιδιού σας, σκεπτόμενοι την αποδοκιμασία των συγγενών, γνωστών ή φίλων. Πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι το παιδί είναι άνθρωπος ανεξάρτητος από εσάς, που πρέπει να μάθει να αποφασίζει για την συμπεριφορά του
 
8. Αναγνωρίστε ποιανού είναι το πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να αναλάβετε την ευθύνη για τις πράξεις του παιδιού σας.
 
9. Εφαρμόστε λιγότερα λόγια και περισσότερες πράξεις. Τα περιττά λόγια κουράζουν το παιδί και το καθιστούν “κωφό” απέναντί σας. Εφαρμόστε τις συνέπειες, περιορίζοντας τα λόγια στο ελάχιστο.
 
10. Μην εμπλέκεστε σε αγώνα, αλλά και μην υποχωρείτε. Βάλτε τα όρια και αφήστε το παιδί να αποφασίσει τι θα κάνει. Δεχτείτε την όποια επιλογή του. Δεν χρειάζεται να νικήσετε, γιατί ο στόχος σας είναι να βοηθήσετε το παιδί να γίνει υπεύθυνο.
 
11. Αφήστε όλα τα παιδιά να μοιραστούν την ευθύνη. Όταν μια συμπεριφορά γίνεται από πολλά παιδιά, δεν χρειάζεται να λειτουργήσετε ως αστυνόμος, ψάχνοντας τον υπαίτιο. Εφαρμόστε τις συνέπειες σε όλα τα παιδιά και αφήστε τα ίδια να αποφασίσουν πως θα χειριστούν στο μέλλον ανάλογες συμπεριφορές.
 
Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η μέθοδος, δίνεται το ακόλουθο παράδειγμα:
Το παιδί σας κάθετε στο τραπέζι με βρώμικα χέρια. Αρχικά του δίνετε την δυνατότητα επιλογής, εξηγώντας πως αν θέλει να φάει θα πρέπει να έχει καθαρά χέρια. Αν δεν το κάνει, τότε απλά σηκώνετε το πιάτο και λέτε "βλέπω ότι δεν είσαι έτοιμος/η για το φαγητό. Είσαι ελεύθερος/η να επιστρέψεις, όταν θα έχεις πλύνει τα χέρια”. Έτσι, διαβεβαιώνετε το παιδί ότι θα έχει αργότερα την ευκαιρία να αλλάξει την απόφασή του.
 
Αν δεν πλυθεί μέχρι το τέλος του γεύματος, τότε συμπεραίνετε ότι αποφάσισε να μην φάει. Θα του εξηγήσετε ότι θα έχει την δυνατότητα να ξαναπροσπαθήσει στο επόμενο γεύμα. Στο ενδιάμεσο θα πρέπει να αποφύγετε τις λιχουδιές. Τα παιδιά και μόνο είναι υπεύθυνα για να κάθονται καθαρά στο τραπέζι κατά την διάρκεια των γευμάτων. Όταν σηκώνετε το πιάτο με ηρεμία και αφήνετε εκείνα να επιλέξουν τι θα κάνουν, τότε φέρεστε με συνέπεια και σταθερότητα.

Είναι η τεχνολογία ευτυχία;

Η τεχνολογία των εξήντα τελευταίων χρόνων έχει φέρει μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας. Μηχανές εσωτερικής καύσεως, τηλεόραση, ιατρικά μηχανήματα, φάρμακα, τηλέφωνα σταθερά και κινητά, Ίντερνετ… εφηύραμε οτιδήποτε μπορεί να εξελίξει τη ζωή μας και να καλυτερεύσει ποιοτικά.

Η τεχνολογία κυριαρχεί. Αυτά που εμείς δημιουργήσαμε μας κυριεύουν. Οτιδήποτε μας κάνει καλό, όταν μας γίνεται εξάρτηση και θέλουμε με κάθε τρόπο να επωφεληθούμε από αυτό, ανεξάρτητα από το τίμημα, επηρεάζει τη φυσική, ψυχική και κοινωνική μας υγεία.

Αν η τεχνολογία είναι στην υπηρεσία μας, είναι φίλος μας. Αν επιβάλλεται στη ζωή μας, χάνουμε την εξουσία πάνω στον εαυτό μας. Η ευτυχία βρίσκεται μέσα μας, όσο κι αν λατρεύουμε μια μηχανή τούρμπο ή ένα κινητό νέας τεχνολογίας. Η τεχνολογία μας εξυπηρετεί. Είναι το μέσον, όχι ο σκοπός.

Η ουσία βρίσκεται στις ανάγκες μας. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από την αγάπη, τη στήριξη, την αναγνώριση, μόνο που μερικές φορές τα θέλουμε εδώ και τώρα, χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε τον εαυτό μας. Μόλις τα επιθυμήσουμε, αναζητάμε την άμεση ανακούφιση. Πονάει το κεφάλι μας; Παίρνουμε αμέσως φάρμακο. Πεινάμε; Τρώμε ό,τι βρούμε χωρίς να το απολαμβάνουμε. Θέλουμε έναν άνθρωπο δικό μας να μιλήσουμε; Στέλνουμε ένα μήνυμα, όσο σαχλό κι αν είναι, σε δέκα γνωστούς. Τότε η τεχνολογία γίνεται υποκατάστατο μιας καλής σχέσης, μιας φιλίας, μιας χειρονομίας.

Δεν περπατάμε, δεν τραγουδάμε, δεν παίζουμε ένα όργανο, δεν κάνουμε οικονομίες πια, αυξάνονται οι αλλεργίες μας, η παχυσαρκία, η κατάθλιψη, εξαντλούμαστε.

Έχουμε προσθέσει την τεχνολογία στις εξαρτήσεις μας. Ποτό, ουσίες, φαγητό, τεχνολογία.

Όταν είσαι ευτυχισμένος, έχεις ανάγκη να βλέπεις τους άλλους πρόσωπο με πρόσωπο, να τους χαμογελάς από κοντά. Έχεις ανάγκη να επενδύεις στη φιλία, όχι μόνο στη φήμη κάνοντας εξακόσιους οπαδούς. Έχεις ανάγκη να σταθείς ένα λεπτό και να απολαύσεις αργά την μπουκιά σου, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις σου, όχι να την καταβροχθίσεις βλέποντας τηλεόραση. Να μυρίσεις τα δέντρα μετά τη βροχή, τα φρεσκολουσμένα μαλλιά του αγαπημένου σου προσώπου. Έχεις ανάγκη να βρεις μια γωνιά και να μείνεις ήσυχος για λίγο στη σιωπή. Ή να διαβάσεις ένα βιβλίο.

Δείχνεις σεβασμό στον εαυτό σου και τον προσέχεις για να είναι καλά. Και πάνω από όλα, προσέχεις πού αφιερώνεις το χρόνο σου; Αν τον εξαντλείς σε ανούσια πράγματα που απλώς γεμίζουν τις στιγμές σου ή αν τον αφιερώνεις σε σημαντικά πράγματα και ανθρώπους. Ο χρόνος δε γυρνάει ποτέ πίσω, ενώ ακόμα και το χρήμα ξαναγίνεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Όταν είσαι συγκεντρωμένος στο σκοπό της ζωής σου, προσέχεις πολύ πού διαθέτεις το χρόνο σου προκειμένου να εκπληρώσεις το όνειρο της ζωής σου. Γίνεσαι πιο επιλεκτικός στις δραστηριότητές σου και ακολουθείς μόνο όσα σου είναι χρήσιμα.

Η τεχνολογία είναι εξέλιξη. Είναι δημιούργημά μας και βρίσκεται στη διάθεσή μας για να μας υπηρετεί. Σημασία έχει να ξέρουμε πώς και πόσο να τη χρησιμοποιούμε, χωρίς να αφήνουμε τις ικανότητές μας ν’ ατροφήσουν. Δεν μπορούμε να καλύψουμε τις αληθινές μας ανάγκες με την τεχνολογία. Δεν υπάρχει χημικό ή τεχνολογικό υποκατάστατο για την ευεξία, την αγάπη, την αναγνώριση, τη φροντίδα, τη χαρά, την κατανόηση.

Όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητα για τη σωματική, ψυχική και πνευματική μας πληρότητα, για να είμαστε καθημερινά ισορροπημένοι και ευτυχισμένοι. Και η τεχνολογία δεν υποκαθιστά κάτι από αυτά.

Η διδασκαλία των μυημένων, Κρίσνα

Ο Κρίσνα αναγνωρίστηκε από τους αναχωρητές ως ο αναμενόμενος και διαλεγμένος από την μοίρα διάδοχος του Βασίστα. Έκανε μέσα στο δάσος τη σράντα ή επικήδεια τελετή του άγιου γέροντα και ο γιος της Δεβάκη αφού εκτέλεσε μπροστά στους γεροντότερους αναχωρητές αυτούς που ξέρουν απ έξω τις τρεις Βέδες, τη θυσία της φωτιάς, πήρε το ραβδί με τους επτά κόμπους, σύμβολο αρχηγίας. Μετά αποτραβήχτηκε στο όρος Μερού για να διαλογιστεί εκεί τη διδασκαλία του και την οδό σωτηρίας των ανθρώπων.

Οι διαλογισμοί του και οι σκληραγωγίες του κράτησαν εφτά χρόνια. Αντιλήφθηκε τότε πως είχε δαμάσει τη γήινη φύση του με τη Θεία φύση του και πως είχε ταυτιστεί γιος του Θεού. Τότε μονάχα κάλεσε κοντά του τους αναχωρητές και τους νέους και τους παλιούς για να τους αποκαλύψει τη διδασκαλία του. Εκείνοι βρήκαν τον Κρίσνα εξαγνισμένο και μεγαλωμένο. Ο ήρωας είχε μεταμορφωθεί σε Άγιο, δεν είχε χάσει τη δύναμη του λιονταριού, είχε όμως αποκτήσει και την γλυκύτητα των περιστεριών. Ανάμεσα σε αυτούς που έτρεξαν από τους πρώτους ήταν και ο Αρτζούνα, ένας απόγονος των ηλιακών βασιλιάδων, ένας από τους Παντάβας που εκθρόνισαν οι Κουράβας ή απόγονοι της σελήνης βασιλιάδες.

Ο νεαρός Αρτζούνα ήταν όλο φωτιά, εύκολα όμως αποθαρρυνόταν και τον καταλάμβανε η αμφιβολία. Προσκολλήθηκε με πάθος στον Κρίσνα. Καθισμένος κάτω από τους κέδρους του όρους Μερού, μπροστά στο Χιμαβάτ, ο Κρίσνα άρχισε να μιλάει στους μαθητές του για τις αλήθειες τις απρόσιτες στους ανθρώπους που ζουν αιχμάλωτοι των αισθήσεων.

Δίδαξε το δόγμα της αθάνατης ψυχής, των αναγεννήσεών της και της μυστικής της ένωσης με τον Θεό. Το σώμα, έλεγε, περικάλυμμα της ψυχής που το χρησιμοποιεί για κατοικία της, είναι κάτι πρόσκαιρο. Η ψυχή όμως που κατοικεί μέσα του είναι αόρατη, αστάθμητη, αδιάφορη, αιώνια.

Ο γήινος άνθρωπος είναι τριπλός σαν την Θεότητα που αντικατοπτρίζει: νους, ψυχή και σώμα. Αν ενωθεί η ψυχή με τον νου, κερδίζει την Σάτβα την σοφία και την γαλήνη. Αν ταλαντεύεται ανάμεσα στο νου και στο σώμα, κυριαρχείται από τη Ράγια, το πάθος και τριγυρίζει από το ένα πράγμα στο άλλο μέσα σε ένα μοιραίο κύκλο. Και αν εγκαταλειφθεί στο σώμα, πέφτει στην Τάμα, σαν παραλογισμό, την άγνοια και τον πρόσκαιρο θάνατο. Να τι μπορεί να παρατηρήσει ο κάθε άνθρωπος μέσα στον εαυτό του και γύρω του.

–Μα ποια είναι η ψυχή της ψυχής ύστερα από τον Θάνατο; Ρώτησε ο Αρτζούνα. Υπακούει πάντα στον ίδιο νόμο ή μπορεί να του ξεφύγει;

Δεν του ξεφεύγει ποτέ και πάντα υπακούει σε αυτόν, απάντησε ο Κρίσνα. Εδώ έγκειται το μυστήριο των αναγεννήσεών της. Όπως ανοίγονται τα βάθη του ουρανού με τις ακτίνες των άστρων, έτσι φωτίζονται και τα βάθη της ζωής με το φως της αλήθειας αυτής. Όπου το σώμα διαλύεται όταν επικρατεί η Σάτβα (η σοφία) η ψυχή πετάει προς τις σφαίρες των αγνών εκείνων όντων που έχουν τη γνώση του Υψίστου. Όταν το σώμα υφίσταται τη διάλυση αυτή ενώ κυριαρχεί η Ράγια (το πάθος) η ψυχή γυρίζει για να κατοικήσει ανάμεσα σε αυτούς που είναι προσκολλημένοι στα πράγματα της γης. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν καταστρέφεται το σώμα ενώ υπερτερεί η Τάμα (η άγνοια) η ψυχή αμαυρώνεται από την ύλη και τραβιέται πάλι από κάποια μήτρα των άλογων όντων.

-Αυτό δεν είναι σωστό, είπε ο Αρτζούνα. Τώρα όμως διδαξέ μας τι απογίνονται στη διαδρομή των αιώνων, εκείνοι που ακολούθησαν τη σοφία και θα κατοικήσουν ύστερα από τον θάνατό τους στους θείους κόσμους.

-Ο άνθρωπος που πεθαίνει μέσα στην ευλάβεια, απάντησε ο Κρίσνα, αφού για πολλούς αιώνες χαρεί στις ανώτερες σφαίρες τις οφειλόμενες στις αρετές του αμοιβές, τελικά ξανάρχεται να κατοικήσει σε ένα σώμα μιας άγιας και σεβάσμιας οικογένειας.

-Αυτό όμως το είδος της αναγέννησης σε τέτοια ζωή το πετυχαίνει κανείς πολύ δύσκολα. Ο άνθρωπος που γεννιέται έτσι, βρίσκεται στον ίδιο βαθμό προσαρμογής και ανάπτυξης που βρισκόταν στο πρώτο του σώμα και αρχίζει πάλι να εργάζεται για να τελειοποιηθεί σε ευλάβεια.

-Ετσι, ακόμα και οι καλοί είναι υποχρεωμένοι να ξαναγεννηθούν και να ξαναρχίσουν τη ζωή του σώματος!Είπε ο Αρτζούνα. Μάθε μας όμως, ω κύριε της ζωής! Δεν υπάρχει κανένα τέρμα στις αιώνιες αναγεννήσεις γι αυτόν που ακολουθεί τη σοφία;

-Ακούστε λοιπόν ένα πολύ μεγάλο και βαθύ μυστικό, είπε ο Κρίσνα, το υπέρτατο, το ανώτατο και αγνό μυστήριο, Για να φτάσει κανείς στην τελειότητα πρέπει να φτάσει ως την επιστήμη της ενότητας που βρίσκεται πάνω από τη σοφία. Πρέπει να υψωθεί ως το Θείο ον που βρίσκεται απάνω από την ψυχή, πιο πάνω και από την διάνοια ακόμα. Αυτό λοιπόν το Θείο ον, αυτός ο υπέρτατος φίλος, βρίσκεται μέσα στον καθένα μας. Γιατί ο Θεός κατοικεί μέσα στο εσωτερικό όλων των ανθρώπων, λίγοι όμως ξέρουν να τον ανακαλύψουν. Να λοιπόν η οδός της σωτηρίας. Μια και θα χεις αντιληφθεί το τέλειο ον που βρίσκεται απάνω από τον κόσμο και μέσα στον εαυτό σου, φρόντισε να εγκαταλείψεις τον εχθρό που παίρνει τη μορφή επιθυμίας. Δαμάζετε τα πάθη σας. Οι ηδονές που προξενούν οι αισθήσεις μοιάζουν με τις μήτρες των μελλοντικών.

Μη κάνετε μόνο το καλό, να είστε και καλοί. Το κίνητρο ας βρίσκεται στην πράξη και όχι στους καρπούς της. Ας παραιτείστε από τον καρπό των έργων σας, κάθε μια όμως από τις πράξεις σας ας είναι μια προσφορά για το υπέρτατο ον. Ο άνθρωπος που θυσιάζει τις επιθυμίες του και τα έργα του στο ον από το οποίο πηγάζουν οι αρχές όλων των πραγμάτων και από το οποίο σχηματίστηκε το σύμπαν, πετυχαίνει με τη θυσία την τελειοποίηση. Ενωμένος πνευματικά, φτάνει στην πνευματική εκείνη σοφία που βρίσκεται πάνω από την λατρεία των προσφορών και νιώθει μεγάλη ευδαιμονία. Γιατί αυτός που βρίσκει μέσα του την ευτυχία του, τη χαρά του και μέσα του επίσης το φως του, είναι ένα με το Θεό. Μάθε λοιπόν πως η ψυχή που βρήκε το Θεό είναι φυτρωμένη απ το ξαναγέννημα και από τον θάνατο, απο τα γηρατειά και από τον πόνο και πίνει το νερό της αθανασίας. Έτσι εξηγούσε ο Κρίσνα τη διδασκαλία του στους μαθητές του και με την εσωτερική μελέτη τους ανέβαζε σιγά σιγά προς τις υπέρτατες αλήθειες που είχαν αποκαλυφθεί στον ίδιο με την αστραπή του οράματός του..

Μιλώντας για τον Μαχαντέβα, η φωνή του γινόταν σοβαρότερη και τα χαρακτηριστικά του φωτίζονταν. Μια μέρα ο Αρζούνα, γεμάτος περιέργεια και τόλμη, του είπε:

-Κάνε μας να δούμε τον Μαχαντέβα στη θεία του μορφή. Δεν μπορούν να τον θαυμάσουν τα μάτια μας;

Ο Κρίσνα τότε σηκώθηκε και άρχισε να μιλάει για το ον που αναπνέει μέσα σε όλα τα όντα, το ον με τις εκατό χιλιάδες μορφές, με τα αναρίθμητα μάτια, με τα πρόσωπα τα γυρισμένα προς όλες τις πλευρές, που τα ξεπερνάει όμως με όλο το μεγαλείο του απείρου. Για το ον που περικλείει μέσα στο ακίνητο και ατέλειωτο σώμα του όλο το κινούμενο σύμπαν με όλες τις υποδιαιρέσεις του. «Αν ξέσπαγε στους ουρανούς η ταυτόχρονη λάμψη χίλιων ηλίων, είπε ο Κρίσνα, μόλις και θα μοιαζε με τη λάμψη του μοναδικού Παντοδύναμου». Ενώ μίλαγε έτσι για τον Μαχαντέβα ξεπήδησε από τα μάτια του Κρίσνα μια τέτοια ακτίνα, που οι μαθητές του δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη λάμψη και γονάτισαν.

Τα μαλλιά του Αρτζούνα σηώθηκαν στητά στο κεφάλι του και σκύβοντας είπε ενώνοντας τα χέρια: «Διδάσκαλε τα λόγια σου μας τρομάζουν και δεν μπορούμε να αντέξουμε τη θέα του μεγάλου Όντος που επικαλείσαι μπροστά στα μάτια μας. Μας κεραυνώνει».

 Ο Κρίσνα ξανάρχισε: «Ακούστε αυτά που σας λέει το στόμα μου: εγώ και εσείς γεννηθήκαμε πολλές φορές. Οι δικές μου γεννήσεις δεν είναι γνωστές παρά μόνο σε μένα, εσείς όμως δεν γνωρίζετε ούτε τις δικές σας. Αν και από τη φύση μου δεν υπόκειμαι στη γέννηση ή στο θάνατο, αν και είμαι κύριος όλων των πλασμάτων, επειδή όμως κυριαρχώ στη φύση μου, γίνομαι ορατός με τη δική μου δύναμη και κάθε φορά που η αρετή υποχωρεί στον κόσμο και η κακία και η αδικία υπερισχύουν, τότε φανερώνομαι πάλι, και έτσι παρουσιάζομαι σε διάφορες εποχές για την υπερίσχυση του δικαίου, την καταστροφή του κακού και την αποκατάσταση της αρετής. Αυτός που πραγματικά γνωρίζει τη φύση μου και το θείο μου έργο, όταν εγκαταλείπει το σώμα του δεν ξαναγυρίζει πια σε μια καινούργια γέννηση, μα έρχεται προς εμένα»

Καθώς μίλαγε έτσι ο Κρίσνα, κοίταξε τους μαθητές του με γλύκα και καλοσύνη. Ο Αρτζούνα φώναξε:

-Κύριε είσαι ο δάσκαλός μας, είσαι ο γιος του Μαχαντέβα. Το βλέπω από την καλοσύνη σου, απ την μεγάλη χάρη σου και από την τρομερή σου λάμψη. Δε σε αναζητούν και δεν σε επιθυμούν οι Ντέβα μέσα στους ιλίγγους του απείρου, σε αγαπούν και σε λατρεύουν με την ανθρώπινη μορφή σου. Ούτε η μετάνοια, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε οι Βέδες, ούτε οι θυσίες δεν αγγίζουν και ένα μονάχα σου βλέμμα. Είσαι η αλήθεια. Οδήγησέ μας στον αγώνα, στον πόλεμο, στον θάνατο. Θα σε ακολουθήσουμε όπου να ναι!

Οι μαθητές μαζεύτηκαν γύρω από τον Κρίσνα χαμογελαστοί και γοητευμένοι λέγοντας:

-Πώς δε σε είχαμε γνωρίσει νωρίτερα; Ο Μαχαντέβα μιλάει με το στόμα σου.

Εκείνος απάντησε:

-Τα μάτια σας δεν ήταν ανοιχτά. Σας αποκάλυψα το μεγάλο μυστικό. Μη το λέτε παρά μόνο σε εκείνους που μπορούν να το καταλάβουν. Είστε οι εκλεκτοί μου, βλέπετε το τέρμα. Το μεγάλο πλήθος δε βλέπει παρά μια άκρη του δρόμου. Και τώρα ας πορευτούμε να διδάξουμε στο λαό την οδό της σωτηρίας.

Δε μπορώ να χωρίσω γιατί τον/ την λυπάμαι: Είναι σωστό;

Ένα πρόβλημα που πολύς κόσμος εύκολα υποβιβάζει είναι η αδυναμία κάποιων ανθρώπων να εγκαταλείψουν ένα σύντροφο που δεν τους ελκύει πια. Συναντώ συχνά άτομα που ενώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι θα ήθελαν να χωρίσουν από το σύντροφό τους δεν το κάνουν αποκλειστικά και μόνο γιατί τον / την λυπούνται.

Συνήθως, στις αφηγήσεις τους δεν ακούγεται ευθέως το «δεν τον / την θέλω πια» αλλά εμμέσως. Τα άτομα αυτά ενώ φαίνεται ότι μέσα στη σχέση τους βαριούνται, παρουσιάζουν έλλειψη ενδιαφέροντος για τον / την σύντροφό τους και για οτιδήποτε τους προβληματίζει στον άλλον, εστιάζουν περισσότερο στον εαυτό τους και στη συμβολή που έχει η δική τους συμπεριφορά στη συμπεριφορά του άλλου. Αν αναφέρουν κάτι αρνητικό για το σύντροφό τους το παίρνουν αμέσως πίσω λέγοντας πως «δεν φταίει όμως αυτή, μάλλον εγώ φταίω περισσότερο» ή «ναι μεν δεν μου αρέσει αυτό πάνω του όμως τον αγαπάω» κλπ. Οι αντιφάσεις, τα «όμως» και τα «αλλά» στο λόγο τους είναι πολλά και ενώ φαίνεται ότι η σχέση που εχουν δεν τους καλύπτει δεν διαπραγματεύονται να τη διαλύσουν γιατί «είναι τόσα χρόνια μαζί» και γιατί «αυτό το άτομο έχει γίνει πια ο άνθρωπός μου».

Όταν το σενάριο της «λύπησης» είναι παρόν σε μια σχέση, το άτομο που λυπάται να αφήσει το σύντροφό του, αναφέρεται μεν στα ελαττώματα και στις αδυναμίες του αλλά δειλά και επιφυλακτικά. Επίσης ακούγεται ότι ο / η σύντροφός τους είναι με κάποιο τρόπο εξαρτημένος/η από τους ίδιους και ότι τους βαραίνει. Παρότι φαινομενικά μιλάνε για τον σύντροφό τους με καλά λόγια πίσω από τα λόγια αυτά ένα έμπειρο αυτί μπορεί να διακρίνει ένα είδος περιφρόνησης. 

Η διαμόρφωση μιας σχέσης που στηρίζεται στην αδυναμία του ενός εκ των δύο να φύγει γιατί λυπάται τον άλλον συνήθως κινείται προς δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις: Η μια είναι το άτομο που θέλει να βγει από τη σχέση αλλά δεν μπορεί να απομακρυνεται από το σύντροφό του είτε μέσα από διαρκείς δραστηριότητες (πχ αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά ή σε φίλους και διάφορα χόμπυ) είτε μέσα από τη σύναψη κάποιας παράλληλης σχέσης. Τα άτομα αυτά προσπαθούν να γεμίσουν τα συναισθηματικά κενά που τους δημιουργεί η έλλειψη ενδιαφέροντος για τον σύντροφό τους και η καταπίεση στην οποία υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους προκειμένου να μην πληγώσουν τον άλλον. Παρότι πολλές φορές η στάση αυτή εκλαμβάνεται ως εγωιστική είναι στην πραγματικότητα πιο υγιής από την εναλλακτική κατεύθυνση που μπορεί ασυνήδειτα να ακολουθήσουν κάποια άλλα άτομα. Η εναλλακτική αυτή κατεύθυνση μπορεί να είναι τα άτομα αυτά να αρχίσουν να αυτοπεριορίζονται, καταπνίγοντας την όρεξή τους για καινούρια πράγματα και βυθίζοντας τον εαυτό τους σε μια κατάσταση βαρεμάρας, μελαγχολίας και ακινητοποίησης. Μπορεί να χάσουν το κίνητρό τους για οτιδήποτε παλαιότερα τους προκαλούσε χαρά και να νιώθουν καθημερινά ότι βαλτώνουν. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνουν τα άτομα αυτά είναι να προσπαθούν να μείνουν μαζί με το σύντροφό τους μένοντας οι ίδιοι «πίσω», τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο (σε ορισμένες περιπτώσεις) και πρακτικά (πχ κοινωνικά, επαγγελματικά κλπ).

Πολλές φορές επίσης μπορεί να καταλήξουν να προβάλλουν στον άλλον τα δικά τους συναισθήματα λέγοντας με παράπονο ότι «δεν μ’αγαπάς», «δεν με φροντίζεις» κλπ. Οι «αντιστροφές» αυτές, το να κατηγορούμε τους άλλους για συναισθήματα που νιώθουμε οι ίδιοι, είναι άλλωστε ένας πολύ συνηθισμένος μηχανισμός άμυνας στην ψυχολογία και ονομάζεται προβολή.

Στα άτομα αυτά, το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι αυτό της λύπης για τον άλλον και η σκέψη ότι το άλλο άτομο εξαρτάται σε τέτοιο βαθμό από τους ίδιους και την αγάπη τους που μια ενδεχόμενη απώλεια θα τους άφηνε με ανεπανόρθωτα τραύματα. Όταν κάποιος νιώθει τέτοιου είδους συναισθήματα για το σύντροφό του είναι σημαντικό να αρχίσει να αναγνωρίζει ότι αυτού του είδους τα συναισθήματα δεν υποκινούνται από κάποιου είδους αλτρουιστικά χαρακτηριστικά αλλά από ένα βαθύτερο συναίσθημα ενοχής που πιθανόν να έχει ρίζες στην παιδική τους ηλικία. Το συναίσθημα της ενοχής είναι ένα σύνθετο συναίσθημα το οποίο συνήθως αναπτύσσεται στην τρυφερή παιδική ηλικία , όταν τα άτομα μπορεί εύκολα να θεωρήσουν τον εαυτό τους υπεύθυνο για όλους και για όλα γύρω τους και πιο συγκεκριμένα για τη δυστυχία ή την ευτυχία της μαμάς και του μπαμπά και που καταλήγουν να κάνουν τα πάντα προκειμένου τα τόσο αγαπητά σε αυτούς άτομα να μη νιώθουν μόνα ή εγκαταλειμένοι. Οι άνδρες που δυσκολεύονται να αφήσουν μια γυναίκα ενδέχεται ασυνείδητα στο πρόσωπο της γυναίκας αυτής να δυσκολεύονται να εγκαταλείψουν τη μητέρα τους ή αντίστοιχα μια γυναίκα τον πατέρα της.

Παρότι μια τέτοια εμπλοκή μπορεί σε κάποιους να μη φαίνεται σημαντική, αποτελεί στην πραγματικότητα μια πολύ ουσιαστική δυσκολία που έχει προεκτάσεις σε όλους τους τομείς της ζωής του ατόμου που την αντιμετωπίζει. Αν κι εσείς νιώθετε ότι παραμένετε σε μια σχέση επειδή λυπάστε τον άλλον, ξανασκεφτείτε το. Ο οίκτος ακινητοποιεί και εγκλωβίζει. Προσπαθείστε να δείτε με άλλο μάτι την προοπτική του συντρόφου σας στο μέλλον. Η αλήθεια είναι ότι  κανένας δεν χάνεται, ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να μπορεί να αντέξει τους αποχωρισμούς και τις απώλειες. Δείξτε σεβασμό στον εαυτό σας και στις ανάγκες σας και προσπαθήστε να συνειδητοποιήσετε ότι αν σέβεστε και αγαπάτε τον άλλον φεύγοντας θα ελευθερωθείτε και θα τον ελευθερώσετε.

Γιατί όταν είμαστε ερωτευμένοι λέμε ψέματα; Η ορμόνη της αγάπης...

«Ορμόνη της αγάπης» ονομάζουμε την οξυτοκίνη. Όχι την περιλάλητη ντοπαμίνη που παράγει ο οργανισμός μας όταν ερωτευόμαστε –αυτή που μας κάνει να βλέπουμε τα πάντα υπέροχα, μετά να πέφτουμε σε βαριά κατάθλιψη, και μετά να ξαναβλέπουμε τα πάντα υπέροχα και να αναρωτιόμαστε αν έχουμε τρελαθεί. Η οξυτοκίνη είναι η ορμόνη της αγκαλίτσας, εκείνη που παράγεται στον εγκέφαλό μας όταν βλέπουμε μωρά γατάκια ή όταν κουλουριαζόμαστε με τον σύντροφό μας στον καναπέ. Είναι, επίσης, η κυρίαρχη ορμόνη στον οργανισμό των γυναικών που θηλάζουν και αυτή που ευθύνεται για διάφορα μικρά θαύματα, όπως τα παρακάτω.

Διώχνει τον φόβο: Πριν από λίγο καιρό, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βόννης διαπίστωσαν ότι η οξυτοκίνη «φρακάρει» το κέντρο του εγκεφάλου που αντιλαμβάνεται τον φόβο, κάνοντάς μας ατρόμητους (ή τουλάχιστον λιγότερο φοβισμένους) μπροστά στον κίνδυνο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η οξυτοκίνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την καταπολέμηση των αγχώδων διαταραχών.

Είναι υπεύθυνη για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα (ή και την έλλειψή του): Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον πείραμα απέδειξε ότι οι άνδρες που είχαν θετικές αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια και την σχέση τους με τη μητέρα τους, όταν βρίσκονται υπό την επιρροή της οξυτοκίνης έχουν την τάση να «μεγεθύνουν» αυτή την ανάμνηση. Αυτό πιθανότατα το περιμένατε. Εκείνο που εξέπληξε τους επιστήμονες, όμως, είναι ότι αντίστοιχα υπό την επιρροή της ορμόνης οι άνδρες που δεν είχαν ευχάριστες ή τρυφερές αναμνήσεις από την σχέση με τη μητέρα τους, την θυμούνταν χειρότερη απ’ ό,τι στην πραγματικότητα ήταν. Αυτό, δηλαδή, που κάνει στην πραγματικότητα η οξυτοκίνη είναι να κάνει πιο έντονη την εκάστοτε ανάμνηση –θετική ή αρνητική.

Μας κάνει ψεύτες: Για τις ανάγκες αυτής εδώ της έρευνας, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να μαντέψουν μερικές φορές αν ένα νόμισμα θα «έρθει» κορώνα ή γράμματα, και εν συνεχεία να βαθμολογήσουν τον εαυτό τους ανάλογα με το ποσοστό επιτυχίας τους –το πόσες φορές, δηλαδή, μάντεψαν σωστά. Όπως ήταν αναμενόμενο, ένα χρηματικό έπαθλο έβαζε τους συμμετέχοντες σε πειρασμό να «φουσκώσουν» τις επιδόσεις τους. Εκείνοι, όμως, στους οποίους χορηγήθηκε και μια δόση οξυτοκίνης, είπαν σαφώς περισσότερα ψέματα, και με πολύ λιγότερο δισταγμό.

Κάνει τον σκύλο σας να σας συμπαθεί περισσότερο: Η οξυτοκίνη δεν επηρεάζει μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα. Σύμφωνα με αυτήν εδώ την έρευνα τα σκυλιά στα οποία χορηγήθηκε μικρή ποσότητα οξυτοκίνης εκδήλωσαν περισσότερα και μεγαλύτερα σημάδια τρυφερότητας προς τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που έκανε τους ερευνητές να δηλώσουν ότι ενδεχομένως η ορμόνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία κατοικιδίων που έχουν κακοποιηθεί, κάνοντάς τα να εμπιστευτούν τους νέους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους.

Μπορεί να θεραπεύσει ασθένειες που σχετίζονται με το γήρας: Πειράματα που πραγματοποιήθηκαν σε ποντίκια προχωρημένης ηλικίας έδειξαν ότι η χορήγηση οξυτοκίνης κάτω από το δέρμα τους επιτάχυνε την ανάπλαση κατεστραμμένων μυϊκών ιστών –και μάλιστα σε ποσοστό αντίστοιχο του 80% της ανάπλασης που επιτύγχανε από μόνος του ο οργανισμός των νεαρών ποντικιών. Οι ερευνητές δήλωσαν εν συνεχεία ότι ενδεχομένως η οξυτοκίνη να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία –ή έστω την επιβράδυνση– παθήσεων που σχετίζονται με την ηλικία και στους ανθρώπους.

Μπορεί να βοηθήσει στις διατροφικές διαταραχές: Αυτή εδώ η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς που έπασχαν από διατροφική ανορεξία έδειχναν μικρότερη εμμονή με το φαγητό και την εικόνα του σώματός τους όταν τους χορηγήθηκε αναπνευστικό σπρέι οξυτοκίνης. Ο επικεφαλής της έρευνας στη Σεούλ της Νότιας Κορέας δήλωσε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι μια επαναστατική μέθοδος στη θεραπεία της νευρικής ανορεξίας.

Η αναποφασιστικότητα στην εφηβεία και ο ανώριμος τρόπος διαπαιδαγώγησης

Η ολοκλήρωση της διαπαιδαγώγησης συμπίπτει συνήθως με το τέλος της εφηβείας και όταν το παιδί είναι πρακτικά ώριμο να λειτουργήσει ανεξάρτητα περνώντας τις αποφάσεις και κάνοντας σωστές επιλογές για τη ζωή του.

Πολλοί έφηβοι που δεν έχουν αναπτύξει αυτή τη δεξιότητα συχνά αποφεύγουν να πάρουν σημαντικές αλλά και ασήμαντες αποφάσεις για τον εαυτό τους και για τη ζωή τους με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται μέσα σε μία εξαρτητική ζωή συνήθως με την οικογένεια ή με την σύντροφο τους.  Χρειάζονται πάντα κάποιον άλλον για να πάρουν μία απόφαση.

6 λόγοι που κάποια παιδιά δεν μπορούν να πάρουν μόνα τους απόφαση είναι:
• Η ανασφάλεια στον εαυτό τους
• Χαμηλή αυτοεκτίμηση
• Περιορισμένο εγώ
• Δεν πιστεύουν στις δυνατότητες τους
• Άγχος μη πάρουν λάθος απόφαση
• Καταπιεστική διαπαιδαγώγηση από τους γονείς και δεσποτικούς, δεν δίνουν καμία ευκαιρία στον έφηβο να δράσει μόνος του
• Κριτική διαπαιδαγώγηση όπου μειώνουν λεκτικά ή με χειρονομίες τον έφηβο σε κάθε λάθος του
• Το υπερτονίζουν και του ανακαλούν σε κάθε συζήτηση τις λάθος επιλογές που κάνει

Ανώριμος τρόπος διαπαιδαγώγησης
Οι γονείς τον μεταχειρίζονται με τέτοιο τρόπο που τους λύνουν όλα τα προβλήματα και του καλύπτουν όλες τις ανάγκες προτού ακόμα εμφανιστούν.  Έτσι δεν γνωρίζουν πως είναι η πραγματική ζωή και βέβαια δεν έχουν πάρει ποτέ τους κάποια απόφαση που να τους αφορά. Μένουν ανώριμοι και γίνονται μαμάκηδες.

Πότε είναι η καλύτερη περίοδος να αρχίσει;
Η προεφηβεία είναι μία καλή περίοδος περίπου 10-13 για να ενισχύσουμε το παιδί να αποφασίζει για απλά καθημερινά πράγματα που το αφορούν π.χ. τι χρώμα πουκάμισο θα φορέσει, τι θα φάει, πως θα διαμορφώσει το πρόγραμμα του κλπ.

Οι αποφάσεις των παιδιών θα πρέπει να αξιολογούνται με συζήτηση και με παροχή εναλλακτικών επιλογών αλλά και δεσμεύσεων. Οι γονείς θα πρέπει σε πρώτη φάση να αφήσουν ελεύθερες τις αποφάσεις τους αλλά και να ελέγχουν τα αποτελέσματα τους.

Άρτεμις και ο Ακταίωνας

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, στα σκιερά και μυστηριώδη δάση τής Ελλάδας μας, ζούσε ένας γεροδεμένος και πανέμορφος νεαρός, που τον έλεγαν Ακταίωνα. Ήταν έμπειρος τοξοβόλος και κυνηγός, και καθημερινά τριγυρνούσε κάτω από τα πυκνόκλαδα δέντρα και ανάμεσα στους δασύφυλλους θάμνους, αναζητώντας θρεπτικά θηράματα. Καταγόταν από πολύ καλή οικογένεια. Ήταν γιός τού άρχοντα Αρισταίου και τής αρχόντισσας Αυτονόης. Γιαγιά του ήταν η ευγενική θεά Σεμέλη και θείος του ήταν ο χαρωπός και καλοσυνάτος θεός Διόνυσος. Είχε, επίσης, την εξαιρετική τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον κένταυρο Χείρωνα, τον πλέον φημισμένο διδάσκαλο πολλών γενναίων ηρώων εκείνης τής μυθικής εποχής. Ο ίδιος ο Ακταίωνας, όμως, προτιμούσε να ζει μακριά από τους θορύβους τής πόλης και από το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων, σχεδόν ξεχασμένος μέσα στην απέραντη ησυχία τού δάσους, σε ένα ξύλινο καλυβάκι που είχε φτιάξει με περισσή τέχνη δίπλα στην δυνατή ρίζα ενός τεράστιου και καταπράσινου δέντρου.

Μοναδική αλλά πολυπληθής συντροφιά τού Ακταίωνα ήταν τα πενήντα θαυμάσια κυνηγετικά σκυλιά του. Άλλα λευκά, άλλα κατάμαυρα, άλλα καστανά, όλα ζωηρά, πανέξυπνα και πιστά. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο πελώριος Νηλεής, με το κατάλευκο και μακρύ τρίχωμά του, μεγαλωμένος και εκπαιδευμένος από τον ίδιο τον Ακταίωνα, καθώς και η αγέρωχη Δαλερά, που είχε το χρώμα τού κάστανου, άγρυπνη φύλακας και αλάνθαστη ιχνηλάτης. Κάθε φορά, που έβγαιναν μαζί με τον κύριό τους γιά κυνήγι, τα δάση και τα όρη αντηχούσαν από τα γαβγίσματά τους, ενώ ακόμη και τα ισχυρότερα θηρία, όπως τα λιοντάρια, ένιωθαν φόβο όταν αντίκριζαν τους τετράποδους φίλους τού Ακταίωνα.

Δυστυχώς, όμως, οι αξιοζήλευτες κυνηγετικές ικανότητες και οι απαράμιλλες θηρευτικές επιτυχίες τού μοναχικού νεαρού τον οδηγούσαν βήμα-βήμα προς την αλαζονεία. Μάταια ο σοφός Χείρωνας, που τον υπεραγαπούσε, προσπαθούσε να τον συνετίσει και μάταια τού επαναλάμβανε ότι όφειλε να είναι σεμνότερος. Χρόνο με τον χρόνο, ο Ακταίωνας δεν έδειχνε να κατανοεί τις νουθεσίες, παρασυρόταν ολοένα και περισσότερο από την έπαρση και έφτασε στο τραγικό σημείο να διαλαλεί δεξιά και αριστερά ότι ως τοξοβόλος και κυνηγός ήταν σε θέση να συγκριθεί ακόμη και με την ίδια την θεά Αρτέμιδα. Η μεγαλοπρεπής θεά, ωστόσο, κατανοώντας το νεαρό τής ηλικίας τού Ακταίωνα, δεν τον παρεξηγούσε, δεν του κρατούσε καμμία κακία και τον άφηνε συνεχώς ατιμώρητο, επιθυμώντας να του δώσει πολλές ευκαιρίες ώστε να αλλάξει νοοτροπία και συμπεριφορά από μόνος του. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει.

Ένας πανάρχαιος νόμος των ολύμπιων θεών, τον οποίο και ο Ακταίωνας είχε διδαχθεί – ξανά και ξανά – από τον Χείρωνα, όριζε με αυστηρότητα ότι «όποιος τολμήσει εκούσια να κοιτάξει έναν από τους αθανάτους, δίχως να του το έχει επιτρέψει ο ίδιος, θα πληρώσει πολύ ακριβά την αναίδειά του». Ο νόμος αυτός ήταν σοφός, αλλά ο αλαζόνας κυνηγός δεν του είχε δώσει ποτέ την σημασία που του άρμοζε. Έτσι, λοιπόν, ένα γαλήνιο φθινοπωρινό απόγευμα, την ώρα που η θεά Άρτεμις λουζόταν ήρεμα στην ιερή πηγή Παρθενία, συντροφιά με χαριτωμένες νύμφες και γλυκόλαλες νηρηίδες, ο Ακταίωνας αντιλήφθηκε την γυναικεία ομήγυρη και, αντί να αποσυρθεί διακριτικά σε άλλο μέρος τού δάσους, κινήθηκε κρυφά προς την πηγή. Εκεί, απότομα και με περισσό θράσος, παραμέρισε τα κλαδιά των ψηλών θάμνων, που φύτρωναν τριγύρω, και έριξε την ματιά του επάνω στο θεσπέσιο σώμα τής θεάς Αρτέμιδας. Οι νύμφες και οι νηρηίδες, που τον άκουσαν και τον είδαν αμέσως, ξέσπασαν σε δυνατές κραυγές, ενώ η ρωμαλέα θεά τον κεραυνοβόλησε με το λαμπερό βλέμμα της και τον μεταμόρφωσε σε ελάφι, τιμωρώντας έτσι την αναίδειά του.

Τότε, ο αξιοθρήνητος Ακταίωνας, κάτω από την νέα του μορφή, έχοντας μετατραπεί από θηρευτής σε θήραμα, άρχισε να τρέχει σαν κυνηγημένος μέσα στα πυκνά δάση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα πενήντα σκυλιά του, χτυπημένα από λύσσα, που ως δεύτερη τιμωρία έστειλε η Άρτεμις, έπαψαν να τον αναγνωρίζουν και άρχισαν να τον καταδιώκουν μανιασμένα, μέχρι που τον έφτασαν – όταν τα κέρατά του μπλέχτηκαν στα κλαδιά ενός δέντρου – τού επιτέθηκαν με ασυγκράτητη ορμή και τον κατασπάραξαν χωρίς έλεος.

Το επόμενο πρωί, η δύσμοιρη Αυτονόη, έχοντας πληροφορηθεί το φρικτό τέλος τού γιού της, πήρε την δύσκολη απόφαση να συναντήσει την θεά Αρτέμιδα και να την ικετεύσει ταπεινά να της επιτρέψει να περισυλλέξει τα διασκορπισμένα μέλη τού Ακταίωνα, προκειμένου να τα θάψει με αξιοπρέπεια. Η πονεμένη μητέρα, με τα μάτια κόκκινα από τα ασταμάτητα δάκρυα, με πόδια που έτρεμαν και με ψυχή περίλυπη, παρακάλεσε θερμά την Αρτέμιδα να της δώσει την άδεια να κηδέψει το παιδί της. Η θεά, τότε, έδειξε πρόθυμα όλη την μεγαλοψυχία της: απάλλαξε από την λύσσα τα σκυλιά τού Ακταίωνα, επέτρεψε στην Αυτονόη να συγκεντρώσει όλα τα μέλη τού γιού της και ζήτησε από τον κένταυρο Χείρωνα να συγκολλήσει τα νεκρά κομμάτια και να επαναφέρει στην ζωή τον νεαρό. Μπροστά στο μεγαλείο ενός τέτοιου θαύματος, η Αυτονόη έμεινε άναυδη, ενώ οι νύμφες και οι νηρηίδες δοξολόγησαν την θεά Αρτέμιδα και ύμνησαν το γεγονός με άσματα χαράς και ελπίδας.

Από εκείνη την ημέρα, ο αναστημένος Ακταίωνας απέκτησε σωφροσύνη και σεμνότητα, άλλαξε την συμπεριφορά του, έγινε ενάρετος και έμαθε να τιμά και να σέβεται τους μακάριους θεούς και τους ιερούς και απαραβίαστους νόμους τους. Επέστρεψε ικανοποιημένος και βαθιά συγκινημένος στην φιλόξενη, ξύλινη καλύβα του, όπου τον υποδέχτηκαν τα πενήντα σκυλιά του, και ιδιαιτέρως ο Νηλεής και η Δαλερά, που γάβγιζαν χαρούμενα, χοροπηδώντας τριγύρω του και δαγκώνοντας απαλά τα χέρια τού κυρίου τους. Το κυνήγι παρέμεινε η αγαπημένη ενασχόλησή του, και κάθε τόσο πρόστρεχε στον κοντινό βωμό τής θεάς Αρτέμιδας και της πρόσφερε με δέος πλούσιες θυσίες, τραγουδώντας τιμητικά άσματα και αποδίδοντάς της τον οφειλόμενο σεβασμό.

Κύλισαν έτσι χρόνια όμορφα, κι ο μύθος έφτασε λαμπρός και πολύ διδακτικός μέχρι τις μέρες μας…

Οι επιστήμονες βρίσκονται πολύ κοντά στο φάρμακο που θεραπεύει τον... έρωτα!

Μπορεί να έχει δοξαστεί από ποιητές και συγγραφείς στους αιώνες, μπορεί να έχουν γίνει...ομηρικοί πόλεμοι αλλά και μεγάλες ανακαλύψεις για χάρη του έρωτα, όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Τα πάθη του έρωτα τα οποία πολλοί άνθρωποι δεν τα αντέχουν μοιάζουν και με αρρώστια, από την οποία θα ήθελαν να θεραπευθούν.

Και η επιστήμη της μελέτης του εγκεφάλου έχει προχωρήσει τόσο ώστε να μπορεί να ξέρει που βρίσκεται το μυστικό του έρωτα και να μπορεί να επέμβει ώστε να θεραπεύσει τις παρενέργειές του.
Είναι όμως ο έρωτας ένα κατασκεύασμα του εγκεφάλου μας ενιότε και ενοχλητική ή μήπως ένα θεμελιώδες μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η επιστήμη θα πρέπει να μας δώσει απαντήσεις σ' αυτό το θεμελειώδες ερώτημα, καθώς πλέον μπορούν να παραχθούν φάρμακα τα οποία μπορούν να επέμβουν στην ερωτική λειτουργία του εγκεφάλου.

Και εδώ επανέρχεται η γνωστή αγγλική φράση Love is a drug, καθώς όπως φαίνεται από τις νεώτερες έρευνες, ο έρωτας «χτυπά» στα ίδια κέντρα και με τον ίδιο περίπου τρόπο που χτυπούν τα ναρκωτικά. Πρόσφατες μελέτες του εγκεφάλου δείχνουν μεγάλη συνάφεια μεταξύ των επιπτώσεων ορισμένων εθιστικκών φαρμάκων και τις εμπειρίες που νιώθει ο άνθρωπος από τον έρωτα.

Και τα δύο ενεργοποιούν ένα σύστημα «ανταμοιβής» μέσα στον εγκέφαλο, το οποίο μπορεί να δημιουργήσει στερητικά σύνδρομα όταν δεν υπάρχει αλλά και να δημιουργήσει αισθήματα κατάθλιψης όταν τον έχεις και τον χάσεις. Και στις δυο περιπτώσεις, τις εθιστικές ουσίες και τον έρωτα, η νευροχημική αντίδραση του εγκεφάλου παρουσιάζεται πολύ όμοια, και μάλιστα σε αντίστοιχες περιοχές του.

Χάπια εναντίον του έρωτα χρησιμοποιούνται ήδη στο Ισραήλ. Τα παίρνουν κάποιοι υπερ-ορθόδοξοι Εβραίοι, για χρήση ως αντικαταθλιπτικά, ενώ παράλληλα δρουν και στην μείωση της λίμπιντο, κάνοντας μία από τις παρενέργειες του συγκεκριμένου φαρμάκου να είναι η κύρια χρήση του.

Οι επιστήμονες σκέφονται ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου κάποιες άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι χρήσιμο ένα τέτοιο φάρμακο. Μπορούμε να φανταστούμε περιπτώσεις όπου ένας έρωτας είναι τόσο επικίνδυνος και δυσάρεστος για ένα άτομο, και παράλληλα τόσο ακαταμάχητος, έτσι ώστε να υπονομεύει την ικανότητά του να σκεφτεί λογικά για τον εαυτό του.

Όσοι άνθρωποι βρίσκονται σε τέτοιες επικίνδυνες σχέσεις γνωρίζουν ότι πρέπει να βγουν από αυτές, αλλά είναι δύσκολο να σπάσουν την συναισθηματική τους προσκόλληση. Σ' αυτή την περίπτωση, ενός «άρρωστου» έρωτα, το φάρμακο θα μπορούσε να σπάσει τον δεσμό μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων.

Όμως παρά το ότι η «θεραπεία του έρωτα» μπορεί θεωρητικά να μειώσει τις περιπτώσεις της κατάθλιψης, ακόμα και τις τάσεις αυτοκτονίας, υπάρχουν προφανώς μεγάλα ηθικά προβλήματα που ανακύπτουν από την ύπαρξη ενός τέτοιου φαρμάκου. Αν αφήσουμε κατά μέρος την τεκνοποίηση που φέρνει δύο ανθρώπους κοντά, ξεχνούμε την πολυπλοκότητα του έρωτα στην ψυχοσύνθεση του ατόμου αλλά και όλης της κοινωνίας.

Είναι σημαντικό να είμαστε προσεκτικοί λένε οι επιστήμονες, με τέτοιες νέες ιδέες. Ακόμα και στην περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, η οποία μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή, δεν είναι και τόσο εύκολο να συστήσει κάποιος μια φαρμακευτική αγωγή και τέτοιου είδους παρεμβάσεις, πριν προσπαθήσει ο ίδιος να κατα καταφέρει μόνος του να απαλλαγεί από τα δεσμά του έρωτα.

Όπως και να έχει η έξαρση της χρήσης των αντικαταθλιπτικών και η επίδρασή τους στην σεροτονίνη έχει δημιουργήσει μία νέα κοινωνία, περισσότερο απαθή και λιγότερο ανοιχτή στα «δεινά του έρωτα». Ένα ακόμα φάρμακο, εξειδικευμένο στο να σκοτώσει τον έρωτα, ίσως να είναι και η «τελική λύση» για μία κοινωνία χωρίς το ελάχιστο ανθρώπινο στοιχείο. Καθώς μπαίνουμε όλο και πιο πολύ στον εικονικό κόσμο των social media και μιας ψεύτικης ζωής, ένα χάπι που θα θεραπεύει τον έρωτα θα έδινε την χαριστική βολή σε όσα μας κράτησαν ζωντανούς μέχρι τούτη την παράξενη νέα εποχή.

Πλούτωνας: Παγόβουνα κολυμπούν σε θάλασσα από άζωτο

pluton
Επτά μήνες μετά το ιστορικό πέρασμα της αποστολής New Horizons από τον Πλούτωνα, η μετάδοση των δεδομένων συνεχίζεται και φέρνει νέες ανακαλύψεις: μεγάλα κομμάτια από πάγο νερού δείχνουν να επιπλέουν σε μια «θάλασσα» από μαλακό πάγο αζώτου.

Τα μεγάλα, απομονωμένα κομμάτια πάγου θυμίζουν τα παγόβουνα στον Αρκτικό Ωκεανό της Γης, σχολιάζει η NASA σε ανακοίνωσή της

Τα εξωγήινα παγόβουνα βρίσκονται περίπου στο κέντρο του Sputnik Planum, μιας αχανούς, λευκής πεδιάδας που τυχαίνει να έχει σχήμα καρδιάς. Πρόκειται ουσιαστικά για μια επίπεδη έκταση καλυμμένη με πάγο αζώτου.

Έξω από την πεδιάδα, βουνά με ύψος αρκετών χιλιομέτρων πιστεύεται ότι αποτελούνται από πάγο νερού, σκληρό σαν πέτρα στην βαθιά κατάψυξη του Πλούτωνα.

Τα παγόβουνα είναι πιθανώς κομμάτια αυτών των βουνών, τα οποία παρασύρονται από ποτάμια παγωμένου αζώτου, αντίστοιχα με τους παγετώνες της Γης.

Το παγωμένο άζωτο είναι πιο πυκνό από τον πάγο νερού, γι΄αυτό και τα παγόβουνα ουσιαστικά επιπλέουν πάνω στο Sputnik Planum.

Το άζωτο της πεδιάδας κινείται λόγω ρευμάτων μεταφοράς θερμότητας, τα οποία παρασύρουν και τα παγόβουνα και σε ορισμένες περιπτώσεις τα συγκεντρώνουν σε ομάδες. Ορισμένες από αυτές έχουν πλάτος 20 χιλιόμετρα.

Τα παγόβουνα που διακρίνονται στο άκρο της πεδιάδας δεν αποκλείεται να έχουν «προσαράξει» λόγω του μικρού πάχους του πάγου αζώτου, εκτιμούν οι ερευνητές του New Horizons.

Η παραπάνω εικόνα αντιστοιχεί σε μια περιοχή με μήκος 500 χιλιόμετρα και πλάτος 340.

Ελήφθη από απόσταση 16.000 χιλιομέτρων, περίπου 12 λεπτά πριν φτάσει το New Horizons στην ελάχιστη απόστασή του από τον Πλούτωνα στις 14 Ιουλίου.

Το σκάφος έχει πλέον προσπεράσει τον πλανήτη-νάνο και κινείται προς ένα άλλο αντικείμενο της λεγόμενης Ζώνης του Κάιπερ, έναν δακτύλιο από παγωμένα σώματα πέρα από την τροχιά του Ποσειδώνα.

Λόγω της μεγάλης απόστασης από τη Γη αλλά και του μικρού εύρους ζώνης των ραδιοεπικοινωνιών, η μετάδοση των δεδομένων που συλλέχθηκαν θα συνεχιστεί για αρκετούς ακόμα μήνες.

Ο μοναδικός “μπαμπάς” στη γη που… γεννάει τα μωρά του!

Ο ιππόκαμπος ή αλλιώς το γνωστό “αλογάκι της θάλασσας” είναι ένας παράξενος θαλάσσιος οργανισμός. Όχι μόνο γιατί μένει με την ίδια “γυναίκα” όλα τα χρόνια της ζωής του αλλά κυρίως γιατί το αρσενικό… γεννάει τα “μωρά” της οικογένειας!

Μάλιστα καλά διαβάσατε! Ο ιππόκαμπος κυοφορεί (αν μπορούμε να το θέσουμε τοιουτοτρόπως!) τα αβγά και όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή φέρνει στον κόσμο τα μικρά… ιπποκαμπάκια, περιχαρής και υπερήφανος πατέρας!

Πιο συγκεκριμένα, την εποχή της αναπαραγωγής το ζευγάρι των ιππόκαμπων κάθεται το ένα δίπλα στο άλλο, λες και φιλιούνται! Στην πραγματικότητα, όμως, η θηλυκή “ιπποκαμπίνα” μεταφέρει τα αβγά της σε μια “τσέπη” που έχει το αρσενικό κάτω από την ουρά του, όπου μένουν εκεί μέχρι να φτάσει η πολυπόθητη στιγμή της γέννησης.

Ο αρσενικός ιππόκαμπος, λοιπόν, μένει… έγκυος και μετά από 10 έως 60 μέρες “εγκυμοσύνης” (ανάλογα με το είδος) η κοιλιά του έχει φουσκώσει επικίνδυνα! Όλα τα σημάδια δείχνουν ότι η ώρα του… τοκετού έφτασε.

Τότε το αρσενικό πιάνεται από ένα φύκι και, κάνοντας εξωθητικές κινήσεις, τα πρώτα ιπποκαμπάκια αρχίζουν να βγαίνουν από την κοιλιά του! Η διαδικασία μπορεί να κρατήσει από δύο έως τρεις μέρες, μέχρι να βγουν όλα τα μωρά (πάνω από 1.500!), ενώ το θηλυκό παρακολουθεί διακριτικά τη “γέννα”.

Από τα παράξενα της φυσης που αποδεικνύουν, όμως, ότι… “μάνα δεν είναι μόνο μία!”

Κοινωνικό πείραμα: Η επίδραση των παρευρισκομένων

Το Bystander effect (η επίδραση των παρευρισκομένων) ή αλλιώς το σύνδρομο Genovese είναι ένα φαινόμενο κοινωνικής ψυχολογίας στο οποίο τα άτομα αρνούνται να πάρουν την ευθύνη ή να δώσουν βοήθεια όταν άλλα άτομα είναι παρόντα.

Το είχαμε πρόσφατα παρατηρήσει όλοι μας στην είδηση που έκανε τον γύρο του κόσμου τον περασμένο Οκτώβριο, όταν το δύο χρονών κοριτσάκι στη Κίνα, η Wang Yue, χτυπήθηκε από ένα μικρό λευκό βαν στην πόλη Foshan. Συνολικά 18 άνθρωποι πέρασαν δίπλα από το αιμόφυρτο κοριτσάκι αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία ή βοήθεια. Το κορίτσι έμεινε αβοήθητο για 7 λεπτά μέχρι που μία γυναίκα οδοκαθαριστής ενδιαφέρθηκε αλλά ήταν ήδη αργά αφού η αργοπορία κόστισε στο μικρό κορίτσι τη ζωή του μετά από κάποιες μέρες παραμονής στην εντατική.
Πότε όμως ξεκίνησαν να παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα; Αν ήμασταν εμείς στη θέση των Κινέζων θα βοηθούσαμε; Κατά ένα μεγάλο ποσοστό όχι λένε οι έρευνες! Ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι από όλο τον κόσμο και για αρκετά χρόνια μελετούν το Bystander effect.
Η πρώτη φορά που άρχισαν να το ερευνούν ήταν το 1964 όταν η Kitty Genovese (ηλικίας 28) μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου έξω από το σπίτι της στη Νέα Υόρκη. Ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος και περίπου 38 άτομα (γείτονες και περαστικοί) που είδαν τη δολοφονία δεν κάλεσαν την αστυνομία ούτε έδωσαν κάποια βοήθεια! Από τότε το φαινόμενο αυτό άρχισε να ερευνάται και πήρε την επιστημονική του ονομασία από το επίθετο του θύματος (σύνδρομο Genovese).

Για ποιο λόγο όμως εμείς οι άνθρωποι αντιδρούμε έτσι; Μετά από χρόνια ερευνών και πειραμάτων οι επιστήμονες έδωσαν τις απαντήσεις τους. Η πιθανότητα ένας περαστικός να βοηθήσει κάποιον είναι αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού των παρευρισκομένων. Όσο δηλαδή περισσότεροι άνθρωποι είναι παρόν τόσο λιγότερο πιθανό είναι να βοηθήσει κάποιος. Οι κύριοι λόγοι εξήγησης είναι οι πιο κάτω:
Ένας άνθρωπος όταν δει κάποιο να υποφέρει θα τον βοηθήσει. Όταν όμως υπάρχουν άλλοι παρευρισκόμενοι τότε στο μυαλό του επιδρά η βασική αρχή της κοινωνικής επιρροής. Παρακολουθεί τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων για να δει αν οι άλλοι θεωρούν ότι είναι απαραίτητο να παρέμβει. Η σκέψη είναι η εξής: «Για να μην βοηθά κάποιος άλλος πάει να πει πως το σωστό είναι ότι δεν πρέπει να βοηθήσω ούτε κι εγώ, για κάποιο λόγο». Όταν όλοι όμως σκεπτόμαστε υποσυνείδητα το ίδιο πράγμα τότε κανείς δεν θα βοηθήσει αφού όλοι μας περιμένουμε κάποιον άλλο να το κάνει ή να κάνει την αρχή. Επίσης πολλοί φοβούνται πως δεν θα δώσουν τη σωστή βοήθεια κι ότι κάποιος άλλος περαστικός, γιατρός για παράδειγμα θα βρεθεί να το κάνει.
Ακόμη ο φόβος ότι ίσως θα μπλέξουμε αν βοηθήσουμε ενισχύεται αρκετά με το να βλέπουμε ότι οι κανείς άλλος δεν βοηθά. Με το που βοηθήσει όμως ο πρώτος αμέσως τρέχουμε κι εμείς ως «κοινωνικά όντα» (βλέπε βίντεο πιο κάτω). Σε ένα πείραμα όπου στη μέση του δρόμου ένας άντρας ξυλοκοπούσε μια γυναίκα το 65% των περαστικών την βοήθησε όταν φώναζε «Σταμάτα, δεν σε ξέρω». Όταν όμως φώναζε «Σταμάτα, δεν ξέρω γιατί σε παντρεύτηκα» μόνο το 19% την βοήθησε αφού δεν ήθελε κανείς να μπει ανάμεσα στα συζυγικά προβλήματα!

Και κάτι τελευταίο, είναι η τάση μας ως άνθρωποι να βοηθάμε το «σωστό γκρουπ ανθρώπων». Όταν ο άντρας ντύθηκε με κουστούμι μέσα σε 4 (!!!) δευτερόλεπτα του δόθηκε βοήθεια και μάλιστα τον αποκάλεσαν και κύριο! Όταν όμως ο ίδιος ήταν ντυμένος κάπως πρόχειρα ζητούσε βοήθεια πέραν των 20 λεπτών μέχρι κάποιος να τον πλησιάσει! Δυστυχώς δίνουμε περισσότερη αξία στην ζωή ενός καλοντυμένου παρά ενός ζητιάνου.

Τακτοποιήσε τις Εκκρεμότητες

Τακτοποιήσε τις ΕκκρεμότητεςΟ βρετανός φιλόσοφος και συγγραφέας Μπέρναρντ Ράσελ είχε πει κάποτε: “Ένα από τα σημάδια ενός επερχόμενου νευρικού κλονισμού, είναι η πίστη ότι αυτό που κάνουμε στη δουλειά μας είναι τρομακτικά σημαντικό”. Το πιο βασικό πράγμα που πρέπει να διαχειρίζεται κανείς στην ζωή του δεν είναι ο χρόνος, αλλά η Ενέργειά του. Άλλωστε και ο Χρόνος είναι ΕΝΕΡΓΕΙΑ. Γιατί όταν προσπαθείς να κάνεις τα πάντα γρήγορα και άμεσα, ξεμένεις από δυνάμεις. Έτσι, ενώ τελικά έχεις χρόνο αφού τελείωσες νωρίτερα, δεν έχεις κουράγιο να κάνεις το κάτι παραπάνω. Όταν, όμως, διαχειρίζεσαι σωστά την ενέργειά σου μπορείς να ολοκληρώσεις τα σημαντικά πράγματα με καλύτερο τρόπο. Ακολούθησε, λοιπόν, αυτές τις συμβουλές για να έχεις πάντα Δύναμη κι Ενέργεια!

Σταμάτα να ζεις Ανισόρροπα: Βασικά, σταμάτα να ζεις μηχανιστικά κι ασταμάτητα, χωρίς να κάνεις ούτε ένα μικρό διάλειμμα. Μπορεί προσωρινά να τα καταφέρνεις. Μέχρι το απόγευμα όμως, θα νιώθεις απίστευτα εξουθενωμένος. Ή μεσοβδόμαδα θα νιώθεις στραγγισμένος, χωρίς καμιά έμπνευση και δεν θα μπορείς να κάνεις τίποτα σπουδαίο. Αντίθετα προσπάθησε να εφαρμόσεις αυτά τα μυστικά για να διατηρήσεις την ενέργειά σου στο γραφείο, στο σπίτι και στην ζωή γενικότερα: Ασχολήσου εντατικά με ένα και μοναδικό πράγμα για 45 λεπτά. Κάνε ένα μικρό 15λεπτο διάλειμμα. Σήκω από το γραφείο, πήγαινε να βάλεις καφέ, πιάσε κουβέντα με κάποιον συνάδελφο, κάνε κάτι που θα καθαρίσει το μυαλό σου. Στηn συνέχεια δούλεψε για άλλα 45 λεπτά. Αν θέλεις να κρατάς αυτό το πρόγραμμα, χρησιμοποίησε το χρονόμετρο στο κινητό σου.

Σταμάτα να περιπλανιέσαι στην γκρίζα ζώνη: Το να μην βάζεις αυστηρά όρια στην ζωή και στις μεθόδους σου, μπορεί να είναι μία εξαιρετικά ενεργοβόρα πρακτική που σου δημιουργήσει τεράστιο άγχος. Όταν δεν έχεις αυστηρό ωράριο που το τηρείς με ευλάβεια, όταν παίρνεις εργασία στο σπίτι ή το σπίτι στην εργασία, όταν συνηθίζεις να εργάζεσαι μέχρι αργά ή όταν δηλώνεις πάντα διαθέσιμος μέσα από το κινητό σου τηλέφωνο, τότε η επαγγελματική και η προσωπική σου ζωή αρχίζουν να γίνονται ένα και το αυτό. Οι διαχωριστικές γραμμές αρχίζουν να χάνονται και μπαίνεις στη γκρίζα ζώνη. Έτσι, μπορεί να είσαι έξω με φίλους αλλά το μυαλό σου να είναι στο πρόβλημα που έχεις να αντιμετωπίσεις αύριο στο γραφείο ή στο σπίτι. Κι αυτό είναι εξουθενωτικό και αγχωτικό. Αν όμως θέσεις ξεκάθαρα όρια, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Βάλε στον εαυτό σου τον απαράβατο όρο να μην εργάζεσαι σπίτι τα βράδια, ούτε και τα Σαββατοκύριακα (εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις κρίσεων). Αν μπορείς να βάλεις κι άλλους όρους, κάντο. Με αυτό τον τρόπο θα γεμίσεις τις μπαταρίες σου, θα έχεις πιο ξεκάθαρο μυαλό και ενέργεια για να αντιμετωπίσεις τις προκλήσεις της ζωής σου ανεξαρτήτως πεδίου δράσης.

Μην αφήνεις τις εκκρεμότητες να σε παρασύρουν στην άβυσσο: Το να ξεκινάς με κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό, είναι από μόνο του μια πηγή άγχους που καταναλώνει γρήγορα την ενέργειά σου. Αλλά κάτι που ρουφά ακόμα περισσότερο την ενέργειά σου, είναι να ξεκινάς κάτι σημαντικό και να το αφήνεις στη μέση. Ή να αφήνεις εκκρεμότητες στο πίσω μέρος του μυαλού σου για μέρες ή για βδομάδες. Αυτό σου δημιουργεί μια υποβόσκουσα ανησυχία, ένα ύπουλο άγχος, που μπορεί να μην το αντιλαμβάνεσαι αλλά είναι εκεί και καταναλώνει ένα μέρος της διανοητικής σου ενέργειας και μάλιστα για καιρό. Φρόντισε λοιπόν να μην αφήνεις εκκρεμότητες. Δεσμεύσου ότι κάθε μέρα θα αφιερώνεις 15 λεπτά στο να τελειώνεις κάποια από τις εκκρεμότητές σου. Έτσι, θα έχεις λιγότερα πράγματα στο μυαλό σου και θα επικεντρωθείς στις νέες σου προκλήσεις.

Τακτοποιήσε όλες σου τις εκκρεμότητες
Κάποτε πέθανε ένας σοφός Ινδός. Πριν πεθάνει όμως, φρόντισε να έχει τακτοποιήσει όλες του τις εκκρεμότητες και να συντάξει και τη διαθήκη του. Στη διαθήκη του λοιπόν, ανάμεσα σε πολλά είχε γράψει και το εξής: «έχω κλείσει όλη μου την περιουσία μέσα στο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. ‘Ότι υπάρχει μέσα σ’αυτό, το παραχωρώ, στον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου». Αμέσως μετά το θάνατό του, χιλιάδες άνθρωποι έτρεξαν στο δικαστή, για να διαβεβαιώσουν ότι ήταν οι πιο ευτυχισμένοι στον κόσμο και ότι δικαιωματικά τους ανήκε ο θησαυρός. Στο μεταξύ, στο συνωστισμό που είχε δημιουργηθεί έξω από το γραφείο του δικαστή, δεν έλειψαν οι διαπληκτισμοί, οι φωνές και οι φασαρίες, για το ποιος ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.
Ο δικαστής φοβούμενος τα χειρότερα, έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ο ίδιος ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος και άρα ο θησαυρός ανήκε σ’αυτόν. Τρέχει λοιπόν όσο πιο γρήγορα μπορεί στο γραφείο του Ινδού, ανοίγει το χρηματοκιβώτιο και τι να δει. Αντί για τον πολυπόθητο θησαυρό, υπήρχαν μερικά χαλίκια και ένα σημείωμα που έγραφε: «Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, δεν θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου».