Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΔΡΑΜΑ - ΤΡΑΓΩΔΙΑ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι

Το σοφόν δεν είναι σοφία

Ο Διόνυσος, ο γιος του Διός και της Σεμέλης, μιας από τις τέσσερις κόρες του ιδρυτή της Θήβας Κάδμου, ξεκινώντας από τη Λυδία, φθάνει μεταμορφωμένος σε θνητό ακόλουθό του στη Θήβα, αφού προηγουμένως οι πάντες στο πέρασμά του έχουν αναγνωρίσει τη θεότητά του. Στη Θήβα, τη γενέθλια πόλη του, όπου βασιλεύει ο Πενθέας, ο γιος μιας άλλης κόρης του Κάδμου, της Αγαύης, του αρνούνται αυτή την αναγνώριση -οι μόνοι που ασπάζονται τη νέα θρησκεία, που εκφράζεται προεχόντως με τον χορό, είναι οι γέροντες Κάδμος και Τειρεσίας, οι οποίοι μάταια προσπαθούν να πείσουν τον Πενθέα. Ο Διόνυσος εκδικείται: όλες οι γυναίκες της Θήβας, μαζί με τις τρεις κόρες του Κάδμου, καταλαμβάνονται από μανία, εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και τρέχουν πάνω στον Κιθαιρώνα τιμώντας τον Διόνυσο. Ο Πενθέας αντιδρά: όσες συλλαμβάνονται φυλακίζονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Διόνυσο: συλλαμβάνεται, χλευάζεται, φυλακίζεται. Και ο Διόνυσος και οι μαινάδες απελευθερώνονται με τρόπο που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά ο Πενθέας δεν διδάσκεται τίποτα από τα θαύματα που πληθαίνουν. Μόνο όταν ο Διόνυσος του προτείνει να τον οδηγήσει κρυφά στον Κιθαιρώνα, για να δει με τα ίδια του τα μάτια τις μαινάδες, δέχεται πρόθυμα. Μεταμφιεσμένος σε μαινάδα οδηγείται στον Κιθαιρώνα, όπου όμως εντοπίζεται από τις μαινάδες και σπαράζεται απ᾽ αυτές με κορυφαία την ίδια του τη μητέρα. Η Αγαύη καρφώνει το κεφάλι του γιου της πάνω στον θύρσο, νομίζοντας ότι είναι κεφάλι λιονταριού, και επιστρέφει θριαμβικά στη Θήβα. Με τη βοήθεια του Κάδμου συνειδητοποιεί τη φρικτή αλήθεια και, μετά τον θρήνο, παίρνουν και οι δύο το δρόμο της εξορίας, όπως απαιτεί ο Διόνυσος, που εμφανίζεται στο τέλος με το πραγματικό του πρόσωπο ως θεός από μηχανής.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί το πρώτο στάσιμο του έργου, το οποίο, όπως είναι το σύνηθες για τον Ευριπίδη (και τον Σοφοκλή), απαρτίζεται από δύο στροφικά ζεύγη. Το χορικό, που φαίνεται να ανακαλεί λατρευτικούς ύμνους, έχει χαρακτηριστεί «λυρικό σχόλιο» στο προηγούμενο (πρώτο) επεισόδιο, την αντιπαράθεση του Πενθέα με τον Κάδμο και τον Τειρεσία. Ο χορός των βακχών (των γυναικών που δεν αποχωρίζονται τον Διόνυσο), αντιδρώντας στη συμπεριφορά του Πενθέα, την ανόσια ύβρη προς τον Διόνυσο, όπως λέει, επικαλείται την Οσιότητα, υμνεί τον Διόνυσο και εκφράζει τον πόθο να βρεθεί μακριά από τη Θήβα. Στις στροφές ο χορός αφορμάται από το συγκεκριμένο, από αυτά που προηγήθηκαν, ενώ στις αντιστροφές, με λόγο αφοριστικό, η σύγκρουση περιγράφεται με γενικότερους όρους. (Στον Ευριπίδη ισχύει συχνότερα το αντίθετο, δηλαδή η στροφή να μιλάειμε γενικότερους όρους, ενώ η αντιστροφή να αναφέρεται στο συγκεκριμένο).

Βάκχαι 370-431

ΧΟΡΟΣ
370 Ὁσία πότνα θεῶν,
Ὁσία δ᾽ ἃ κατὰ γᾶν
χρυσέᾳ πτέρυγι φέρῃ,
τάδε Πενθέως ἀίεις;
ἀίεις οὐχ ὁσίαν
375 ὕβριν ἐς τὸν Βρόμιον, τὸν
Σεμέλας, τὸν παρὰ καλλι-
στεφάνοις εὐφροσύναις δαί-
μονα πρῶτον μακάρων; ὃς τάδ᾽ ἔχει,
θιασεύειν τε χοροῖς
380 μετά τ᾽ αὐλοῦ γελάσαι
ἀποπαῦσαί τε μερίμνας,
ὁπόταν βότρυος ἔλθῃ
γάνος ἐν δαιτὶ θεῶν, κισ-
σοφόροις δ᾽ ἐν θαλίαις ἀν-
385 δράσι κρατὴρ ὕπνον ἀμφιβάλλῃ.
ἀχαλίνων στομάτων
ἀνόμου τ᾽ ἀφροσύνας
τὸ τέλος δυστυχία·
ὁ δὲ τᾶς ἡσυχίας
390 βίοτος καὶ τὸ φρονεῖν
ἀσάλευτόν τε μένει καὶ
ξυνέχει δώματα· πόρσω
γὰρ ὅμως αἰθέρα ναίον-
τες ὁρῶσιν τὰ βροτῶν οὐρανίδαι.
395 τὸ σοφὸν δ᾽ οὐ σοφία,
τό τε μὴ θνατὰ φρονεῖν
βραχὺς αἰών· ἐπὶ τούτῳ
δὲ τίς ἂν μεγάλα διώκων
τὰ παρόντ᾽ οὐχὶ φέροι; μαι-
400 νομένων οἵδε τρόποι καὶ
κακοβούλων παρ᾽ ἔμοιγε φωτῶν.
ἱκοίμαν ποτὶ Κύπρον,
νᾶσον τᾶς Ἀφροδίτας,
ἵν᾽ οἱ θελξίφρονες νέμον-
405 ται θνατοῖσιν Ἔρωτες,
Πάφον, θ᾽ ἃν ἑκατόστομοι
βαρβάρου ποταμοῦ ῥοαὶ
καρπίζουσιν ἄνομβροι,
οὗ θ᾽ ἁ καλλιστευομένα
410 Πιερία, μούσειος ἕδρα,
σεμνὰ κλειτὺς Ὀλύμπου·
ἐκεῖσ᾽ ἄγε με, Βρόμιε Βρόμιε,
πρόβακχ᾽ εὔιε δαῖμον.
414/5 ἐκεῖ Χάριτες, ἐκεῖ δὲ Πόθος, ἐκεῖ δὲ βάκ-
χαις θέμις ὀργιάζειν.
ὁ δαίμων ὁ Διὸς παῖς
χαίρει μὲν θαλίαισιν,
φιλεῖ δ᾽ ὀλβοδότειραν Εἰ-
420 ρήναν, κουροτρόφον θεάν.
ἴσαν δ᾽ ἔς τε τὸν ὄλβιον
τόν τε χείρονα δῶκ᾽ ἔχειν
οἴνου τέρψιν ἄλυπον·
μισεῖ δ᾽ ᾧ μὴ ταῦτα μέλει,
425 κατὰ φάος νύκτας τε φίλας
εὐαίωνα διαζῆν,
σοφὰν δ᾽ ἀπέχειν πραπίδα φρένα τε
περισσῶν παρὰ φωτῶν.
430 τὸ πλῆθος ὅ τι τὸ φαυλότερον ἐνόμισε χρῆ-
ταί τε, τόδ᾽ ἂν δεχοίμαν.

***

ΧΟΡΟΣ
Οσιότητα,1 δέσποινα των ουρανών,370
Οσιότητα, που έρχεσαι με χρυσά φτερά πάνω στη γη,
άκουσες τι είπε ο Πενθέας;
Άκουσες την ανόσια ύβρη2 για τον Διόνυσο, τον γιο της Σεμέλης,375
τον θεό τον πρώτο στις καλλιστέφανες γιορτές;
Εκείνος ορίζει
να δένεσαι στο χορό με το θίασο,
να γελάς όταν παίζει ο αυλός3380
και οι πίκρες να σβήνουν,
όταν έρχεται λαμπερό κρασί στα δείπνα των θεών4
και ο κρατήρας,
σε γιορτές που τις στέφει ο κισσός,
βυθίζει στον ύπνο τους άντρες.385

Αχαλίνωτα στόματα,
άνομη αφροσύνη,
το τέλος δυστυχία.
Ο ήσυχος βίος και η φρόνηση390
ασάλευτα μένουν και στηρίζουν τα σπίτια.
Μακριά ζουν στον αιθέρα,
όμως βλέπουν οι ουράνιοι
όσα πράττει ο θνητός.
Το σοφόν δεν είναι σοφία.395
Αν στοχάζεσαι υπέρ άνθρωπον,
βραχύς ο βίος.
Ποιος λοιπόν όταν κυνηγά τα μεγάλα
δεν χάνει τα καθημερνά;
Αυτοί, θαρρώ, είναι τρόποι ανθρώπων400
μαινομένων και αστόχαστων.

Ας γινόταν να έφτανα στην Κύπρο,
τη γη της Αφροδίτης,
όπου πλανώνται οι έρωτες,
που μαγεύουν τις καρδιές των θνητών.405
Στην Πάφο,
που την καρπίζουν, χωρίς βροχή,
του ξένου ποταμού οι εκατόστομες ροές.5
Και κει που απλώνεται η θεσπέσια Πιερία,
ο τόπος των Μουσών, η σεπτή πλαγιά του Ολύμπου.410
Εκεί οδήγησέ με, Διόνυσε Διόνυσε,
κορυφαίε των χορών μου και θεέ των ευάν.
Εκεί ζουν οι Χάριτες,415
εκεί ο Πόθος.
Εκεί και οι βάκχες ελεύθερες
να τελούν τα όργια.

Ο θεός, ο υιός του Διός,
χαίρεται τις γιορτές.
Αγαπάει την Ειρήνη,
τη θεά που χαρίζει τον πλούτο και τρέφει τους άντρες.420
Ίση σε πλούσιο και φτωχό
έδωσε την τέρψη του οίνου
που διώχνει τη λύπη.
Και μισεί αυτόν που δε νοιάζεται
μέσα στο φως και τις γλυκιές τις νύχτες425
ευλογημένη ζωή να περνά ώς τα τέλη
και με φρόνηση
νου και καρδιά μακριά να κρατάει
από ανθρώπους υπέρσοφους.
Ό,τι ο λαός ο απλός σεβάστηκε430
και το πιστεύει
να το δεχθώ.
---------------
1 Συχνά τα χορικά του Ευριπίδη αρχίζουν με προσφώνηση. Η αφηρημένη έννοια "οσιότητα" σπανίως προσωποποιείται. Όπως οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους ρυθμίζονται από το δίκαιον, oι σχέσεις τους με τους θεούς διέπονται από το όσιον. Η οσιότητα αναφέρεται κυρίως στην τελετουργική καθαρότητα, ενδέχεται όμως, όπως εδώ, να έχει και ηθική διάσταση.
2 Το βασικό νόημα της λέξης ὕβρις είναι «βαρεία προσβολή της τιμής κάποιου, που είναι αναμενόμενο να προκαλέσει αισχύνη και που οδηγεί σε οργή και προσπάθειες για εκδίκηση» (N. Fisher).
3 Ο (πνευστός) αυλός συνδέεται με την οργιαστική λατρεία και τον Διόνυσο με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η (έγχορδη) λύρα συνδέεται με τον Απόλλωνα.
4 Δείπνα των θνητών στα οποία οι θεοί θεωρούνται παρόντες (θεοξένια).
5 Ο «ξένος ποταμός» είναι ο Νείλος, για τον οποίο προφανώς πίστευαν ότι έφτανε υποθαλασσίως στην Κύπρο.
 

Πενθέας και Διόνυσος

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το δεύτερο επεισόδιο, το οποίο σε σύγκριση με το πρώτο και το τρίτο, είναι σαφώς πιο σύντομο (75 στίχοι έναντι 200 του πρώτου και 286 του τρίτου). Στην αρχή του επεισοδίου ο μεταμορφωμένος σε θνητό Διόνυσος οδηγείται δέσμιος ενώπιον του Πενθέα από ένα θεράποντα, που μιλάειγια την ασυνήθιστη συμπεριφορά του ξένου και τη μυστηριώδη απελευθέρωση των φυλακισμένων μαινάδων, και ένα ή περισσότερα βουβά πρόσωπα. Ο Ευριπίδης, ακολουθώντας και εδώ μια τεχνική γνωστή και από άλλα έργα του, αφού προηγουμένως παρουσίασε χωριστά τις δύο πλευρές, τώρα φέρνει πρώτη φορά αντιμέτωπους τους δύο πρωταγωνιστές και με τον τρόπο αυτό μετατρέπει τη σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και την κοσμική εξουσία σε δραστικότατο στιχομυθικό διάλογο ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Πενθέα.

Το επεισόδιο αυτό (2ο) και τα δύο επόμενα (3ο και 4ο) συγκροτούν, όπως έχει γραφεί, ένα τρίπτυχο. Στην πρώτη σκηνή του τριπτύχου (2ο επεισόδιο) ο Πενθέας είναι φαινομενικά ο ισχυρός και ο Διόνυσος ο ανίσχυρος που λοιδορείται και φυλακίζεται, στη δεύτερη (3ο επεισόδιο) παρουσιάζεται εν εξελίξει η βαθμιαία αντιστροφή των όρων, ενώ στην τρίτη (4ο επεισόδιο) η αντιστροφή έχει πλήρως συντελεσθεί και ο άλλοτε "ισχυρός" Πενθέας έχει παραδοθεί άνευ όρων και έχει μετατραπεί σε παίγνιο στα χέρια του ανελέητου Διονύσου, που θα τον οδηγήσει στον Κιθαιρώνα και στον θάνατο.

Βάκχαι 451-518

ΠΕΝΘΕΥΣ
μέθεσθε χειρῶν τοῦδ᾽· ἐν ἄρκυσιν γὰρ ὢν
οὐκ ἔστιν οὕτως ὠκὺς ὥστε μ᾽ ἐκφυγεῖν.
ἀτὰρ τὸ μὲν σῶμ᾽ οὐκ ἄμορφος εἶ, ξένε,
ὡς ἐς γυναῖκας, ἐφ᾽ ὅπερ ἐς Θήβας πάρει·
455 πλόκαμός τε γάρ σου ταναὸς οὐ πάλης ὕπο,
γένυν παρ᾽ αὐτὴν κεχυμένος, πόθου πλέως·
λευκὴν δὲ χροιὰν ἐκ παρασκευῆς ἔχεις,
οὐχ ἡλίου βολαῖσιν ἀλλ᾽ ὑπὸ σκιᾶς
τὴν Ἀφροδίτην καλλονῇ θηρώμενος.
460 πρῶτον μὲν οὖν μοι λέξον ὅστις εἶ γένος.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
οὐκ ὄκνος οὐδείς, ῥᾴδιον δ᾽ εἰπεῖν τόδε.
τὸν ἀνθεμώδη Τμῶλον οἶσθά που κλύων.
ΠΕΝΘΕΥΣ
οἶδ᾽, ὃς τὸ Σάρδεων ἄστυ περιβάλλει κύκλῳ.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ἐντεῦθέν εἰμι, Λυδία δέ μοι πατρίς.
ΠΕΝΘΕΥΣ
465 πόθεν δὲ τελετὰς τάσδ᾽ ἄγεις ἐς Ἑλλάδα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Διόνυσος αὐτός μ᾽ εἰσέβησ᾽, ὁ τοῦ Διός.
ΠΕΝΘΕΥΣ
Ζεὺς δ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖ τις ὃς νέους τίκτει θεούς;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
οὔκ, ἀλλ᾽ ὁ Σεμέλην ἐνθάδε ζεύξας γάμοις.
ΠΕΝΘΕΥΣ
πότερα δὲ νύκτωρ σ᾽ ἢ κατ᾽ ὄμμ᾽ ἠνάγκασεν;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
470 ὁρῶν ὁρῶντα, καὶ δίδωσιν ὄργια.
ΠΕΝΘΕΥΣ
τὰ δ᾽ ὄργι᾽ ἐστὶ τίν᾽ ἰδέαν ἔχοντά σοι;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ἄρρητ᾽ ἀβακχεύτοισιν εἰδέναι βροτῶν.
ΠΕΝΘΕΥΣ
ἔχει δ᾽ ὄνησιν τοῖσι θύουσιν τίνα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
οὐ θέμις ἀκοῦσαί σ᾽, ἔστι δ᾽ ἄξι᾽ εἰδέναι.
ΠΕΝΘΕΥΣ
475 εὖ τοῦτ᾽ ἐκιβδήλευσας, ἵν᾽ ἀκοῦσαι θέλω.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ἀσέβειαν ἀσκοῦντ᾽ ὄργι᾽ ἐχθαίρει θεοῦ.
ΠΕΝΘΕΥΣ
ὁ θεός, ὁρᾶν γὰρ φῂς σαφῶς, ποῖός τις ἦν;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ὁποῖος ἤθελ᾽· οὐκ ἐγὼ ᾽τασσον τόδε.
ΠΕΝΘΕΥΣ
τοῦτ᾽ αὖ παρωχέτευσας, εὖ γ᾽ οὐδὲν λέγων.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
480 δόξει τις ἀμαθεῖ σοφὰ λέγων οὐκ εὖ φρονεῖν.
ΠΕΝΘΕΥΣ
ἦλθες δὲ πρῶτα δεῦρ᾽ ἄγων τὸν δαίμονα;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
πᾶς ἀναχορεύει βαρβάρων τάδ᾽ ὄργια.
ΠΕΝΘΕΥΣ
φρονοῦσι γὰρ κάκιον Ἑλλήνων πολύ.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
τάδ᾽ εὖ γε μᾶλλον· οἱ νόμοι δὲ διάφοροι.
ΠΕΝΘΕΥΣ
485 τὰ δ᾽ ἱερὰ νύκτωρ ἢ μεθ᾽ ἡμέραν τελεῖς;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
νύκτωρ τὰ πολλά· σεμνότητ᾽ ἔχει σκότος.
ΠΕΝΘΕΥΣ
τοῦτ᾽ ἐς γυναῖκας δόλιόν ἐστι καὶ σαθρόν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
κἀν ἡμέρᾳ τό γ᾽ αἰσχρὸν ἐξεύροι τις ἄν.
ΠΕΝΘΕΥΣ
δίκην σε δοῦναι δεῖ σοφισμάτων κακῶν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
490 σὲ δ᾽ ἀμαθίας γε κἀσεβοῦντ᾽ ἐς τὸν θεόν.
ΠΕΝΘΕΥΣ
ὡς θρασὺς ὁ βάκχος κοὐκ ἀγύμναστος λόγων.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
εἴφ᾽ ὅ τι παθεῖν δεῖ· τί με τὸ δεινὸν ἐργάσῃ;
ΠΕΝΘΕΥΣ
πρῶτον μὲν ἁβρὸν βόστρυχον τεμῶ σέθεν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ἱερὸς ὁ πλόκαμος· τῷ θεῷ δ᾽ αὐτὸν τρέφω.
ΠΕΝΘΕΥΣ
495 ἔπειτα θύρσον τόνδε παράδος ἐκ χεροῖν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
αὐτός μ᾽ ἀφαιροῦ· τόνδε Διονύσῳ φορῶ.
ΠΕΝΘΕΥΣ
εἱρκταῖσί τ᾽ ἔνδον σῶμα σὸν φυλάξομεν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
λύσει μ᾽ ὁ δαίμων αὐτός, ὅταν ἐγὼ θέλω.
ΠΕΝΘΕΥΣ
ὅταν γε καλέσῃς αὐτὸν ἐν βάκχαις σταθείς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
500 καὶ νῦν ἃ πάσχω πλησίον παρὼν ὁρᾷ.
ΠΕΝΘΕΥΣ
καὶ ποῦ ᾽στιν; οὐ γὰρ φανερὸς ὄμμασίν γ᾽ ἐμοῖς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
παρ᾽ ἐμοί· σύ δ᾽ ἀσεβὴς αὐτὸς ὢν οὐκ εἰσορᾷς.
ΠΕΝΘΕΥΣ
λάζυσθε· καταφρονεῖ με καὶ Θήβας ὅδε.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
αὐδῶ με μὴ δεῖν, σωφρονῶν οὐ σώφροσιν.
ΠΕΝΘΕΥΣ
505 ἐγὼ δὲ δεῖν γε, κυριώτερος σέθεν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
οὐκ οἶσθ᾽ ὅ τι ζῇς οὐδ᾽ ὃ δρᾷς οὐδ᾽ ὅστις εἶ.
ΠΕΝΘΕΥΣ
Πενθεύς, Ἀγαύης παῖς, πατρὸς δ᾽ Ἐχίονος.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ἐνδυστυχῆσαι τοὔνομ᾽ ἐπιτήδειος εἶ.
ΠΕΝΘΕΥΣ
χώρει· καθείρξατ᾽ αὐτὸν ἱππικαῖς πέλας
510 φάτναισιν, ὡς ἂν σκότιον εἰσορᾷ κνέφας.
ἐκεῖ χόρευε· τάσδε δ᾽ ἃς ἄγων πάρει
κακῶν συνεργοὺς ἢ διεμπολήσομεν
ἢ χεῖρα δούπου τοῦδε καὶ βύρσης κτύπου
παύσας ἐφ᾽ ἱστοῖς δμωίδας κεκτήσομαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
515 στείχοιμ᾽ ἄν· ὅ τι γὰρ μὴ χρεὼν οὔτοι χρεὼν
παθεῖν. ἀτάρ τοι τῶνδ᾽ ἄποιν᾽ ὑβρισμάτων
μέτεισι Διόνυσός σ᾽, ὃν οὐκ εἶναι λέγεις·
ἡμᾶς γὰρ ἀδικῶν κεῖνον ἐς δεσμοὺς ἄγεις.

***
ΠΕΝΘΕΑΣ
Αφήστε του τα χέρια.1
Τώρα που πιάστηκε στα δίχτυα, δεν ξεφεύγει.
Τόσο γρήγορος δεν είναι.
Πάντως, ξένε, δε σου λείπει η ομορφιά
-τουλάχιστον η ομορφιά που γοητεύει τις γυναίκες.
Άλλωστε, γι᾽ αυτές δε βρίσκεσαι στη Θήβα;
Τα μαλλιά σου είναι μακριά· δεν ξέρουν τι θα πει πάλη·455
οι βόστρυχοι χύνονται στους ώμους,
αγγίζουν το μάγουλό σου
γεμάτοι πόθο.2
Το δέρμα σου το κρατάς λευκό,3 το φροντίζεις.
Φοβάσαι το βλέμμα του ήλιου· στη σκιά
κυνηγάς την Αφροδίτη με το κάλλος σου.
Πες μου, λοιπόν, πρώτα: ποιος είσαι; ποια η γενιά σου;460
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δε θα διστάσω να σου πω. Δύσκολο δεν είναι.
Ίσως θα έχεις ακούσει και θα ξέρεις τον ανθισμένο Τμώλο.4
ΠΕΝΘΕΑΣ
Ξέρω. Αγκαλιάζει την πόλη των Σάρδεων.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Από εκεί κρατάω. Πατρίδα μου η χώρα της Λυδίας.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Και από πού και ώς πού φέρνεις τις τελετές σου στην Ελλάδα;465
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Με δίδαξε ο Διόνυσος, ο υιός του Διός.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Υπάρχει εκεί άλλος Δίας, που γεννά νέους θεούς;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Όχι! Είναι αυτός που ενώθηκε με τη Σεμέλη εδώ.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Και σε ... "ανάγκασε" στο όνειρό σου ή τον είδες με τα μάτια σου;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Τον έβλεπα και μ᾽ έβλεπε. Έτσι μου εμπιστεύτηκε τα όργια.5470
ΠΕΝΘΕΑΣ
Αυτά τα όργια που λες, πώς είναι;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δε λέγονται. Απαγορεύεται να τα γνωρίζουν οι αμύητοι.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Και ποιο το όφελος, αν είσαι μυημένος;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν επιτρέπεται ν᾽ ακούσεις, όμως θα άξιζε να ξέρεις.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Ωραίο τέχνασμα, για να ζητώ να μάθω.475
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Τα όργια του θεού μισούν τον θιασώτη της ασέβειας.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Ο θεός -αφού λες πως τον είδες ολοζώντανο- πώς ήταν;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Όπως ήθελε. Αυτό δεν το καθόριζα εγώ.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Ωραία το παρέκαμψες και αυτό, ενώ δεν απαντάς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Μιλάς σοφά στον αμαθή, και αυτός σε λέει παράλογο.480
ΠΕΝΘΕΑΣ
Τον θεό ήρθες και τον έφερες πρώτα εδώ;
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Όλοι οι βάρβαροι χορεύουν τους ιερούς χορούς.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Γιατί οι βάρβαροι είναι πολύ πιο αφελείς από τους Έλληνες.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Σ᾽ αυτό μάλλον πιο ώριμοι. Απλώς, τα ήθη τους διαφέρουν.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Οι τελετές γίνονται νύχτα ή την ημέρα;485
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Συνήθως νύχτα. Είναι ιεροπρεπές το σκότος.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Για τις γυναίκες αυτό είναι ύπουλο και δόλιο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Το αισχρό -φαντάζομαι- το βρίσκεις και τη μέρα.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Για τις θλιβερές σοφιστείες θα δώσεις λόγο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Και εσύ, γιατί είσαι μωρός και ασεβής.490
ΠΕΝΘΕΑΣ
Είναι θρασύς ο μύστης, θρασύτατος, και με λόγο γυμνασμένο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Πες μου! Τι πρόκειται να πάθω; Τι το φοβερό μου επιφυλάσσεις;
ΠΕΝΘΕΑΣ
Πρώτα-πρώτα: Θα σου κόψω τον αβρό βόστρυχο.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Ο βόστρυχος είναι ιερός, αφιερωμένος στο θεό.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Παράδωσέ μου, τώρα, τον θύρσο που κρατάς.6495
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα να τον πάρεις εσύ. Εγώ υψώνω τον θύρσο για τον Διόνυσο.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Έπειτα θα εγκλειστείς στη φυλακή και θα φρουρείσαι.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Θα με ελευθερώσει ο θεός, όταν εγώ θελήσω.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Όταν βρεθείς ανάμεσα στις βάκχες και τον καλέσεις.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Και τώρα δίπλα σου είναι και βλέπει όσα πάσχω.500
ΠΕΝΘΕΑΣ
Πού είναι; Τα μάτια τα δικά μου δεν τον βλέπουν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Όπου είμαι εγώ. Στον ασεβή δεν φανερώνεται.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Συλλάβετέ τον. Αυτός περιφρονεί και εμένα και τη Θήβα.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ ο σώφρων λέω στους μη σώφρονες: μη με δένετε.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Και εγώ σας λέω: δέστε τον. Η δύναμή μου πάνω από σένα.505
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Δεν ξέρεις γιατί ζεις, τι πράττεις, ποιος είσαι.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Είμαι ο Πενθέας, ο γιος της Αγαύης· πατέρας μου ο Εχίων.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Πενθέας! Όνομα ταιριαστό να κλείσει μέσα του το πένθος.
ΠΕΝΘΕΑΣ
Προχώρει! Κλείστε τον στο στάβλο των αλόγων,510
να βλέπει το τυφλό σκοτάδι. Εκεί χόρευε.
Και αυτές εδώ,
τις συνεργούς του κακού, που τις σέρνεις μαζί σου,
ή θα τις πουλήσω
ή θέτω τέλος σε τύμπανα7 και κρότους
και τις κρατάω στους αργαλειούς μου δούλες.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Πηγαίνω. Ό,τι δεν πρέπει να πάθω,515
δεν θα το πάθω. Όμως ο Διόνυσος,
που λες πως δεν υπάρχει,
θα σε δικάσει γι᾽ αυτή την ύβρη.
Γιατί δεν αδικείς εμένα, εκείνον φυλακίζεις.
--------------
1 Απευθύνεται στους δούλους που οδήγησαν δέσμιο ενώπιόν του τον Διόνυσο, συγκεκριμένα στον θεράποντα, που μίλησε αμέσως προηγουμένως, και σε ένα τουλάχιστον ακόμη βουβό πρόσωπο.
2 Έως και το β᾽ μισό του έκτου αιώνα, φαίνεται ότι ο κανόνας για τους Έλληνες γενικά ήταν να τρέφουν μακριά μαλλιά. Στην Αθήνα, την εποχή που γράφονται οι Βάκχες (λίγο πριν από το 406 π.Χ.), μακριά μαλλιά είχαν μόνο νεαροί αριστοκράτες, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν με καχυποψία. Μερικοί θεοί, ιδίως ο Διόνυσος, παριστάνονται και την εποχή αυτή με μακριά μαλλιά. Οι παλαιστές έκοβαν κοντά τα μαλλιά τους.
3 Για τους Έλληνες που γυμνάζονται στις παλαίστρες η λευκότητα της επιδερμίδας χαρακτηρίζει τους Ασιάτες, τις γυναίκες και τους θηλυπρεπείς.
4 Όρος της Λυδίας, κέντρο της διονυσιακής λατρείας.
5 Η λέξη ὄργια (από την ίδια ρίζα με τη λέξη "ἔργον") δηλώνει τα δρώμενα, τα τελούμενα, τις σχετικές ιεροπραξίες.
6 Ο θύρσος, το έμβλημα των πιστών του Διονύσου, ήταν ένα καλάμι στην κορυφή του οποίου είχε προσδεθεί κισσός
7 Όπως ο αυλός έτσι και το τύμπανο συνδέεται στενά με τη λατρεία του Διονύσου. Το αρχαίο τύμπανο ήταν όπως το σημερινό ντέφι, με τη διαφορά ότι το δέρμα εκάλυπτε και τις δύο πλευρές.
 

Ο σπαραγμός του Πενθέα

Στο τέλος του προηγούμενου επεισοδίου, ο Πενθέας, οδηγούμενος από τον Διόνυσο, εγκαταλείπει οριστικά τη σκηνή μεταμφιεσμένος σε μαινάδα, για να μπορέσει να διεισδύσει -χωρίς κίνδυνο, όπως φαντάζεται- στον χώρο των μαινάδων πάνω στον Κιθαιρώνα, όπου η παρουσία ανδρών σήμαινε θάνατο, και να παρακολουθήσει εκ του ασφαλούς τις υποτιθέμενες αισχρουργίες των, όπως ήταν η εσώτατή του επιθυμία. Στο απόσπασμα που παρατίθεται εδώ -χωρίς αμφιβολία μια από τις ωραιότερες αγγελικές ρήσεις του Ευριπίδη, που γενικότερα θεωρείται ασυναγώνιστος στη σύνθεση αγγελικών ρήσεων- ο ακόλουθος του Πενθέα περιγράφει τον σπαραγμό του Πενθέα από τις μαινάδες με κορυφαία την ίδια τη μητέρα του την Αγαύη.

Η αγγελική αυτή ρήση συνδέεται ποικιλοτρόπως με την προηγούμενη (στ. 677-774), στην οποία περιγράφονται τα θαυμαστά έργα των μαινάδων πάνω στον Κιθαιρώνα και η βιαιότατη αντίδρασή τους στην παρουσία ανδρών, αντίδραση που εκφορτίζεται στον σπαραγμό ολόκληρης αγέλης βοδιών. Και τις δύο ρήσεις τις χαρακτηρίζει απαράμιλλη ενάργεια, που εκπηγάζει πρωτίστως από την εύστοχη επιλογή λεπτομερειών που αποδίδουν το θαύμα και τη βία. Στο παρακάτω απόσπασμα είναι αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο υποβάλλεται η ατμόσφαιρα του υπερφυσικού (ιδίως στους στίχους 1084 κ.ε.).
Βάκχαι 1041-1152

ΧΟΡΟΣ
ἔνεπέ μοι, φράσον· τίνι μόρῳ θνῄσκει
ἄδικος ἄδικά τ᾽ ἐκπορίζων ἀνήρ;
ΑΓΓΕΛΟΣ
ἐπεὶ θεράπνας τῆσδε Θηβαίας χθονὸς
λιπόντες ἐξέβημεν Ἀσωποῦ ῥοάς,
1045 λέπας Κιθαιρώνειον εἰσεβάλλομεν
Πενθεύς τε κἀγώ (δεσπότῃ γὰρ εἱπόμην)
ξένος θ᾽ ὃς ἡμῖν πομπὸς ἦν θεωρίας.
πρῶτον μὲν οὖν ποιηρὸν ἵζομεν νάπος,
τά τ᾽ ἐκ ποδῶν σιγηλὰ καὶ γλώσσης ἄπο
1050 σῴζοντες, ὡς ὁρῷμεν οὐχ ὁρώμενοι.
ἦν δ᾽ ἄγκος ἀμφίκρημνον, ὕδασι διάβροχον,
πεύκαισι συσκιάζον, ἔνθα μαινάδες
καθῆντ᾽ ἔχουσαι χεῖρας ἐν τερπνοῖς πόνοις.
αἱ μὲν γὰρ αὐτῶν θύρσον ἐκλελοιπότα
1055 κισσῷ κομήτην αὖθις ἐξανέστεφον,
αἱ δ᾽ ἐκλιποῦσαι ποικίλ᾽ ὡς πῶλοι ζυγὰ
βακχεῖον ἀντέκλαζον ἀλλήλαις μέλος.
Πενθεὺς δ᾽ ὁ τλήμων θῆλυν οὐχ ὁρῶν ὄχλον
ἔλεξε τοιάδ᾽· «ὦ ξέν᾽, οὗ μὲν ἕσταμεν
1060 οὐκ ἐξικνοῦμαι μαινάδων ὄσσοις νόθων·
ὄχθων δ᾽ ἔπ᾽ ἀμβὰς ἐς ἐλάτην ὑψαύχενα
ἴδοιμ᾽ ἂν ὀρθῶς μαινάδων αἰσχρουργίαν.»
τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ ξένου τὸ θαῦμ᾽ ὁρῶ·
λαβὼν γὰρ ἐλάτης οὐράνιον ἄκρον κλάδον
1065 κατῆγεν ἦγεν ἦγεν ἐς μέλαν πέδον·
κυκλοῦτο δ᾽ ὥστε τόξον ἢ κυρτὸς τροχὸς
τόρνῳ γραφόμενος περιφορὰν ἑλκεδρόμον·
ὣς κλῶν᾽ ὄρειον ὁ ξένος χεροῖν ἄγων
ἔκαμπτεν ἐς γῆν, ἔργματ᾽ οὐχὶ θνητὰ δρῶν.
1070 Πενθέα δ᾽ ἱδρύσας ἐλατίνων ὄζων ἔπι
ὀρθὸν μεθίει διὰ χερῶν βλάστημ᾽ ἄνω
ἀτρέμα, φυλάσσων μὴ ἀναχαιτίσειέ νιν,
ὀρθὴ δ᾽ ἐς ὀρθὸν αἰθέρ᾽ ἐστηρίζετο
ἔχουσα νώτοις δεσπότην ἐφήμενον.
1075 ὤφθη δὲ μᾶλλον ἢ κατεῖδε μαινάδας·
ὅσον γὰρ οὔπω δῆλος ἦν θάσσων ἄνω,
καὶ τὸν ξένον μὲν οὐκέτ᾽ εἰσορᾶν παρῆν,
ἐκ δ᾽ αἰθέρος φωνή τις, ὡς μὲν εἰκάσαι
Διόνυσος, ἀνεβόησεν· «ὦ νεάνιδες,
1080 ἄγω τὸν ὑμᾶς κἀμὲ τἀμά τ᾽ ὄργια
γέλων τιθέμενον· ἀλλὰ τιμωρεῖσθέ νιν.»
καὶ ταῦθ᾽ ἅμ᾽ ἠγόρευε καὶ πρὸς οὐρανὸν
καὶ γαῖαν ἐστήριζε φῶς σεμνοῦ πυρός.
σίγησε δ᾽ αἰθήρ, σῖγα δ᾽ ὕλιμος νάπη
1085 φύλλ᾽ εἶχε, θηρῶν δ᾽ οὐκ ἂν ἤκουσας βοήν.
αἱ δ᾽ ὠσὶν ἠχὴν οὐ σαφῶς δεδεγμέναι
ἔστησαν ὀρθαὶ καὶ διήνεγκαν κάρα.
ὁ δ᾽ αὖθις ἐπεκέλευσεν· ὡς δ᾽ ἐγνώρισαν
σαφῆ κελευσμὸν Βακχίου Κάδμου κόραι
1090 ᾖξαν πελείας ὠκύτητ᾽ οὐχ ἥσσονες
{ποδῶν ἔχουσαι συντόνοις δρομήμασι
μήτηρ Ἀγαύη σύγγονοί θ᾽ ὁμόσποροι}
πᾶσαί τε βάκχαι, διὰ δὲ χειμάρρου νάπης
ἀγμῶν τ᾽ ἐπήδων θεοῦ πνοαῖσιν ἐμμανεῖς.
1095 ὡς δ᾽ εἶδον ἐλάτῃ δεσπότην ἐφήμενον,
πρῶτον μὲν αὐτοῦ χερμάδας κραταιβόλους
ἔρριπτον, ἀντίπυργον ἐπιβᾶσαι πέτραν,
ὄζοισί τ᾽ ἐλατίνοισιν ἠκοντίζετο,
ἄλλαι δὲ θύρσους ἵεσαν δι᾽ αἰθέρος
1100 Πενθέως, στόχον δύστηνον, ἀλλ᾽ οὐκ ἤνυτον.
κρεῖσσον γὰρ ὕψος τῆς προθυμίας ἔχων
καθῆσθ᾽ ὁ τλήμων, ἀπορίᾳ λελημμένος.
τέλος δὲ δρυΐνοις συντριαινοῦσαι κλάδοις
ῥίζας ἀνεσπάρασσον ἀσιδήροις μοχλοῖς.
1105 ἐπεὶ δὲ μόχθων τέρματ᾽ οὐκ ἐξήνυτον,
ἔλεξ᾽ Ἀγαύη· «φέρε, περιστᾶσαι κύκλῳ
πτόρθου λάβεσθε, μαινάδες, τὸν ἀμβάτην
θῆρ᾽ ὡς ἕλωμεν μηδ᾽ ἀπαγγείλῃ θεοῦ
χοροὺς κρυφαίους.» αἳ δὲ μυρίαν χέρα
1110 προσέθεσαν ἐλάτῃ κἀξανέσπασαν χθονός.
ὑψοῦ δὲ θάσσων ὑψόθεν χαμαιριφὴς
πίπτει πρὸς οὖδας μυρίοις οἰμώγμασιν
Πενθεύς· κακοῦ γὰρ ἐγγὺς ὢν ἐμάνθανεν.
πρώτη δὲ μήτηρ ἦρξεν ἱερέα φόνου
1115 καὶ προσπίτνει νιν· ὁ δὲ μίτραν κόμης ἄπο
ἔρριψεν, ὥς νιν γνωρίσασα μὴ κτάνοι
τλήμων Ἀγαύη, καὶ λέγει παρήιδος
ψαύων· «ἐγώ τοι, μῆτερ, εἰμί, παῖς σέθεν
Πενθεύς, ὃν ἔτεκες ἐν δόμοις Ἐχίονος·
1120 οἴκτιρε δ᾽ ὦ μῆτέρ με μηδὲ ταῖς ἐμαῖς
ἁμαρτίαισι παῖδα σὸν κατακτάνῃς.»
ἡ δ᾽ ἀφρὸν ἐξιεῖσα καὶ διαστρόφους
κόρας ἑλίσσουσ᾽, οὐ φρονοῦσ᾽ ἃ χρὴ φρονεῖν,
ἐκ Βακχίου κατείχετ᾽, οὐδ᾽ ἔπειθέ νιν.
1125 λαβοῦσα δ᾽ ὠλέναισ᾽ ἀριστερὰν χέρα,
πλευροῖσιν ἀντιβᾶσα τοῦ δυσδαίμονος
ἀπεσπάραξεν ὦμον, οὐχ ὑπὸ σθένους
ἀλλ᾽ ὁ θεὸς εὐμάρειαν ἐπεδίδου χεροῖν.
Ἰνὼ δὲ τἀπὶ θάτερ᾽ ἐξηργάζετο
1130 ῥηγνῦσα σάρκας, Αὐτονόη τ᾽ ὄχλος τε πᾶς
ἐπεῖχε βακχῶν· ἦν δὲ πᾶσ᾽ ὁμοῦ βοή,
ὁ μὲν στενάζων ὅσον ἐτύγχαν᾽ ἐμπνέων,
αἱ δ᾽ ὠλόλυζον. ἔφερε δ᾽ ἡ μὲν ὠλένην,
ἡ δ᾽ ἴχνος αὐταῖς ἀρβύλαις, γυμνοῦντο δὲ
1135 πλευραὶ σπαραγμοῖς, πᾶσα δ᾽ ᾑματωμένη
χεῖρας διεσφαίριζε σάρκα Πενθέως.
κεῖται δὲ χωρὶς σῶμα, τὸ μὲν ὑπὸ στύφλοις
πέτραις, τὸ δ᾽ ὕλης ἐν βαθυξύλῳ φόβῃ,
οὐ ῥᾴδιον ζήτημα· κρᾶτα δ᾽ ἄθλιον,
1140 ὅπερ λαβοῦσα τυγχάνει μήτηρ χεροῖν,
πήξασ᾽ ἐπ᾽ ἄκρον θύρσον ὡς ὀρεστέρου
φέρει λέοντος διὰ Κιθαιρῶνος μέσου,
λιποῦσ᾽ ἀδελφὰς ἐν χοροῖσι μαινάδων.
χωρεῖ δὲ θήρᾳ δυσπότμῳ γαυρουμένη
1145 τειχέων ἔσω τῶνδ᾽, ἀνακαλοῦσα Βάκχιον
τὸν ξυγκύναγον, τὸν ξυνεργάτην ἄγρας,
τὸν καλλίνικον, ᾧ δάκρυα νικηφορεῖ.
ἐγὼ μὲν οὖν ‹τῇδ᾽› ἐκποδὼν τῇ ξυμφορᾷ
ἄπειμ᾽, Ἀγαύην πρὶν μολεῖν πρὸς δώματα.
1150 τὸ σωφρονεῖν δὲ καὶ σέβειν τὰ τῶν θεῶν
κάλλιστον· οἶμαι δ᾽ αὐτὸ καὶ σοφώτατον
θνητοῖσιν εἶναι κτῆμα τοῖσι χρωμένοις.

***
ΧΟΡΟΣ
Λέγε μου, ιστόρησε, με τι θάνατο επήγε
ο άδικος άνδρας που έπραττε το άδικο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όταν αφήσαμε πίσω μας τις παρυφές της Θήβας,
περάσαμε τις ροές του Ασωπού1
και προχωρήσαμε στα βράχια του Κιθαιρώνα1045
ο Πενθέας, εγώ -εγώ συνόδευα τον αφέντη μου-
και μαζί μας ο ξένος, που μας οδηγούσε στο ταξίδι.
Σταματήσαμε πρώτα σε μια χλοερή κοιλάδα.
Εσίγησαν τα βήματα μας και η γλώσσα μας,
για να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν.1050
Ήταν ένα φαράγγι ανάμεσα σε γκρεμούς·
έτρεχαν νερά, το σκέπαζε ο ίσκιος του πεύκου.
Εκεί εκάθονταν οι μαινάδες,2
με τα χέρια τους δοσμένα σε τερπνά έργα.
Άλλες έστεφαν πάλι με κισσό τον γυμνωμένο θύρσο,1055
για να γίνει πυκνόμαλλος,
και άλλες, σαν τα πουλάρια
που απαλλάχθηκαν από τον σκαλιστό ζυγό,
αντιφωνώντας τραγουδούσαν μελωδίες βακχικές.
Και ο Πενθέας ο άμοιρος,
που δεν έβλεπε το πλήθος των γυναικών, είπε:
«Ξένε, από εδώ που στεκόμαστε
το βλέμμα μου δεν φτάνει τις ψευτομαινάδες.1060
Αν όμως ανεβώ πάνω στο ύψωμα,
αν σκαρφαλώσω στον υψηλό αυχένα ενός ελάτου,
θα δω καλά τα αίσχη των μαινάδων.»

Και αμέσως βλέπω το θαύμα του ξένου.
Έπιασε την ουρανομήκη κορυφή ενός ελάτου
και την έφερνε, την έφερνε, την έφερνε στο μαύρο χώμα.1065
Ελύγιζε όπως λυγίζει το τόξο ή όπως ο κυρτός τροχός
παίρνει το σχήμα που χάραξε ο τόρνος.3
Έτσι ο ξένος,
οδηγώντας με τα χέρια του το κλωνάρι των βουνών,
το χαμήλωνε στο χώμα
-τα έργα του δεν ήσαν έργα ενός θνητού.
Στερέωσε τον Πενθέα πάνω στα ελάτινα κλαδιά1070
και ανάμεσα στις παλάμες του άφηνε απαλά το βλαστάρι
να πάει ψηλά,
προσέχοντας να μην εκτιναχθεί.
Υψώθη ορθό στον ορθό ουρανό,
με τον αφέντη καθισμένο στη ράχη του.
Όμως πιο πολύ τον είδαν παρά που είδε τις μαινάδες.1075
Γιατί καλά-καλά δεν πρόφτασε να φανεί καθισμένος ψηλά,
και άξαφνα ο ξένος είχε γίνει άφαντος.
Μια φωνή -πιστεύω του Διονύσου-
αντήχησε από το βάθος του αιθέρα:
«Γυναίκες, φέρνω εκείνον που χλευάζει εσάς,
εμένα, τα όργιά μου.1080
Τιμωρήστε τον».
Όσο μιλούσε, ανάμεσα στον ουρανό και στη γη
είχε απλωθεί ένα φως ιερού πυρός.
Σίγησε ο αιθέρας,
σίγησαν τα φύλλα στο δασωμένο φαράγγι,
φωνή αγριμιού δεν άκουγες.1085
Οι μαινάδες δεν άκουσαν καθαρά τον ήχο,
σηκώθηκαν ορθές, έφεραν ένα γύρο το κεφάλι.
Εκείνος τις κάλεσε πάλι.
Όταν οι κόρες του Κάδμου αναγνώρισαν την προσταγή του Βάκχου,
που ήχησε ολοκάθαρη,
όρμησαν γρήγορες σαν το περιστέρι1090
-και μαζί τους οι βάκχες όλες.
Μέσα από την κοίτη του χειμάρρου και από γκρεμούς πηδούσαν,
ξέφρενες από τις πνοές του θεού.
Μόλις είδαν τον αφέντη μου καθισμένο επάνω στο έλατο,1095
ανέβηκαν σ᾽ ένα βράχο που υψωνόταν απέναντι σαν πύργος
και άρχισαν να του ρίχνουν πέτρες με όλη τους τη δύναμη
και να εξακοντίζουν ελάτινους κλώνους.
Άλλες πετούσαν μέσα από τον αιθέρα θύρσους
σημαδεύοντας τον Πενθέα -ένα στόχο θλιβερό-1100
όμως ματαίως.
Πιο ψηλά και από τον ζήλο τους καθόταν ο άμοιρος,
παγιδευμένος και αμήχανος.
Στο τέλος, έσκαβαν τις ρίζες
και με κλάδους δρυός, λοστούς όχι από σίδερο,
πάλευαν να ξεριζώσουν το έλατο.
Και όταν μοχθούσαν και δεν έφταναν τον στόχο,1105
είπε η Αγαύη: «Εμπρός, μαινάδες,
κυκλώστε το δέντρο και αδράξτε τον κορμό του,
να πιάσουμε το αγρίμι εκεί ψηλά,
να μην προδώσει τους κρυφούς χορούς του θεού.»
Εκείνες άρπαξαν το έλατο με χίλια χέρια
και το σήκωσαν από το χώμα.1110
Έτσι ψηλά που εκαθόταν, από ψηλά γκρεμίζεται ο Πενθέας,
πέφτει στο χώμα με βογγητό ακατάπαυτο.
Καταλάβαινε ότι βρισκόταν κοντά στο κακό.

Πρώτη άρχισε η μάνα του, ιέρεια του φόνου,
και απάνω του πέφτει.
Εκείνος πέταξε από τα μαλλιά του την ταινία,1115
μήπως η άμοιρη Αγαύη τον αναγνωρίσει και δεν τον σκοτώσει,
αγγίζει το μάγουλο της και λέει:
«Εγώ είμαι, μητέρα, ο γιος σου ο Πενθέας,
που με γέννησες στο σπίτι του Εχίονα.
Λυπήσου με, μητέρα·1120
για το σφάλμα το δικό μου μη σκοτώσεις το παιδί σου.»
Εκείνη έβγαζε αφρούς, εγύριζε τα μάτια της αλλοπαρμένα,
δεν σκεφτόταν όπως έπρεπε να σκέφτεται·
την είχε κυριεύσει ο Βάκχος και ο Πενθέας δεν την έπειθε.
Άδραξε με τα δυο της χέρια το αριστερό του χέρι,1125
πάτησε πάνω στα πλευρά του δύσμοιρου
και του χώρισε τον ώμο.
Δεν ήταν δύναμη δική της -ο θεός εχάριζε στα χέρια της την άνεση.
Από το άλλο μέρος ολοκλήρωνε το έργο η Ινώ,4
ξεσκίζοντας τις σάρκες του.
Και η Αυτονόη και όλο το πλήθος των βακχών επάνω του.1130
Οι κραυγές όλων είχαν γίνει ένα·
εκείνος εβόγγαε, όσο βαστούσε ακόμα η πνοή του, και αυτές
αλάλαζαν.
Άλλη κρατούσε χέρι κι άλλη πόδι με το άρβυλο φορεμένο.
Απόμεναν γυμνά τα πλευρά, καθώς τον σπάραζαν.
Και καθεμιά, με χέρια που έσταζαν αίμα,1135
έπαιζε σφαίρα με τις σάρκες τού Πενθέα.

Σκορπισμένο κείτεται το σώμα του,
άλλο κάτω από σκληρούς βράχους
και άλλο μέσα στα βαθιά φυλλώματα του δάσους
-να βρεθεί δεν είναι εύκολο.
Και το άθλιο κεφάλι του
η τύχη το ᾽φερε να το πάρει στα χέρια της η μάνα του·1140
το κάρφωσε στην κορυφή του θύρσου
-κρατάει, λέει, κεφάλι λιονταριού των βουνών-
και το φέρνει μέσα από τον Κιθαιρώνα,
αφήνοντας τις αδελφές της στους χορούς των μαινάδων.
Όλο καμάρι για το δύσμοιρο κυνήγι,
μπαίνει στα τείχη, καλώντας τον Βάκχιο1145
συγκυνηγό, συνθηρευτή, νικηφόρο·
αυτός της χάρισε νίκη δακρύων.
Εγώ τώρα κάνω τόπο στη συμφορά.
Φεύγω πριν φτάσει στα δώματα η Αγαύη.
Να είσαι σώφρων και να σέβεσαι τους θεούς1150
είναι το ωραιότερο.
Θαρρώ πως αυτό είναι για τους θνητούς, αν το έχουν,
και το απόκτημα το σοφότερο.


 

Ο Τίτος Λουκρήτιος, οι επιθυμίες και ο σοφός άνθρωπος

Ω ξένε, εδώ καλό θα είναι να χρονοτριβήσεις, εδώ το υψηλότερο αγαθό μας είναι η ηδονή.
Επιγραφή στην είσοδο του Κήπου
 
Ο Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά Titus Lucretius Carus) γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.Χ. Το μόνο γνωστό του έργο είναι ένα εκτενές φιλοσοφικό ποίημα με τίτλο De Rerum Natura, («Περί της φύσεως των πραγμάτων»). Φαίνεται ότι ολόκληρο το βιβλίο βασίστηκε στην χαμένη επιτομή των τριανταεπτά τόμων που συνέταξε ο  αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος. Τα χειρόγραφα του De Rerum Natura ήταν επί αιώνες θαμμένα στα άδυτα ενός μοναστηριού της νότιας Γερμανίας, ώσπου ανακαλύφθηκαν το 1417. Είναι γνωστό ότι από το τεράστιο και αξιολογότατο συγγραφικό έργο των Επικούρειων σώθηκαν ελάχιστα. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε σε προηγούμενα σημειώματα τα συγγράμματα τους πολεμήθηκαν συστηματικά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας.
 
Διακηρυγμένος στόχος του Ρωμαίου Λουκρήτιου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από τις προκατάληψεις, τις δεισιδαιμονίες και τον φόβο του θανάτου. Σε 7.415 συνολικά στίχους, γίνεται εκτενής αναφορά σε όλες τις απόψεις των Επικούρειων Ο Λουκρήτιος απέρριπτε ως αβάσιμη δεισιδαιμονία την ιδεαλιστική άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από θεϊκές παρεμβάσεις ή υπερφυσικές δυνάμεις, όπως θεωρούσε η πλειοψηφία των ανθρώπων του καιρού του. Ο θάνατος για τον Λουκρήτιο δεν ήταν εγγενώς ούτε καλός ούτε κακός, μόνο μία απόλυτη παύση της ύπαρξης, και ο φόβος του θανάτου δεν ήταν παρά μία προβολή επίγειων, καθημερινών φόβων.
Το κυνήγι της δόξας
Σύμφωνα με την αντίληψη των Επικούρειων, το να επιδιώκεις τη δόξα, τον πλούτο και τη δύναμη χωρίς μέτρο είναι αφύσικο, μια συνεχής πηγή ταραχών και δυσφορίας. Ακόμα και όταν ο αδύνατος γίνει δυνατός, ο θνητός άνθρωπος ποτέ δε θα γίνει παντοδύναμος, ούτε θα νικήσει τους φόβους του, με πρώτο το φόβο του θανάτου. Το να είσαι αδύναμος και να θέλεις να γίνεις δυνατός είναι τουλάχιστον εξίσου οδυνηρό με το να είσαι δυνατός και να επιθυμείς την αδύνατη παντοδυναμία. Έτσι εξηγείται πιθανώς και η θρυλούμενη ελαφρά μελαγχολία των μεγάλων ανδρών και γυναικών. Αφού τα έχουν όλα, γιατί δεν αισθάνονται ευτυχισμένοι;
 
Μια εικόνα της σοφίας
Οι γλυκιές κατοικίες των σοφών βρίσκονται αλλού:
«Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσεις εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος. Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύφη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.»
 
Οι επιθυμίες
Σε όλες τις ιστορικές εποχές, ο πλούτος που αναζητά η ματαιοδοξία των θνητών θα χάνεται πάντοτε στο άπειρο. Ο Επίκουρος χωρίζει τις επιθυμίες σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: φυσικές και αναγκαίες, φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες. Για κάθε επιθυμία, μπορούμε να θέσουμε το φαινομενικά απλό ερώτημα, τι θα (μου) συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ; και τι θα συμβεί αν δεν γίνει;
«Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;
 
Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει. Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολά από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια. Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ” ό,τι το κορμί που “ναι ξαπλωμένο σ” ένα φτωχικό στρωσίδι.»
 
Το κακό λοιπόν δεν το προξενούν η φτώχεια της φύσης (η της φύσεως ένδεια) αλλά οι αιωνίως ανικανοποίητες ορέξεις των ανθρώπων που σχετίζονται με τις κούφιες ιδέες (η περί τας κενάς δόξας όρεξις). Η φύση παρουσιάζεται γενναιόδωρη αλλά οι ματαιόδοξοι θνητοί δύσκολα εκτιμούν τα δώρα της. Αντίθετα με την γνώμη των πολλών, δεν είναι άπληστο το στομάχι, άπληστη και ψεύτικη είναι η ιδέα ότι μπορεί να γεμίζει συνέχεια (άπληστον ου γαστήρ· δόξα ψευδής υπέρ του γαστρός αορίστου πληρώματος.)

[…] «Παράβαλε με τις προσφορές άλλων θεών. Η Δήμητρα, καθώς λένε, μας έδωσε το σιτάρι, ο Διόνυσος το κρασί. Μα και δίχως αυτά υπάρχει ζωή κι ακούμε πως και σήμερα ακόμα ζουν λαοί που δεν τα γνωρίζουν. Θα ήταν όμως αδύνατο να ζήσει κανείς ευτυχισμένα δίχως καθαρή καρδιά. Δικαιολογημένα μάς φαίνεται θεός εκείνος που η σοφία του ζωντανή και απλωμένη στα μεγάλα έθνη γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής. Αν νομίζεις πως οι άθλοι του Ηρακλή αξίζουν περισσότερο, τότε ξεμακραίνεις πολύ απ” την αλήθεια…» Λουκρήτιος

Τα πλούτη, η δόξα, η ευγενική καταγωγή και η εξουσία δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο:
«Κι αφού τα πλούτη κι η ευγενική καταγωγή κι η δόξα του θρόνου δεν ωφελούν σε τίποτα το κορμί, θα πρέπει να σκεφτούμε πως ούτε και το πνεύμα ωφελούν. Μήπως τάχα, την ώρα που βλέπεις τις λεγεώνες σου να κάνουν πολεμικές ασκήσεις στο πεδίο του Άρεως και να προελαύνουν ορμητικά, και μήπως, την ώρα που παρακολουθείς τα γυμνάσια του στόλου σου στην ανοιχτή θάλασσα, θα τρομάξουν οι δεισιδαιμονίες σου και θα πάρουν δρόμο και θα φύγει απ” την ψυχή σου ο φόβος του θανάτου, αφήνοντάς την λεύτερη, απαλλαγμένη από το άγχος;»
 
Ο σοφός άνθρωπος δεν ασχολείται με την πολιτική, εκτός κι αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Κατά την εκτίμησή μου, οι Επικούρειοι δεν ήταν τόσο αμέτοχοι στα κοινά όσο παρουσιάζονται συνήθως. Η ίδια η διατύπωση της φιλοσοφίας του δικαίου στάθηκε ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση με διάρκεια αιώνων και ενέπενευσε πολιτικούς αγώνες στους οποίους χύθηκαν ποτάμια αίμα και μελάνι. Μπορούμε άραγε να χαρακτηρίσουμε απολίτικο έναν άνδρα που είπε ότι οι νόμοι φτιάχνονται από τους ανθρώπους και όχι από τους θεούς;
 
Πρώτη η Αθήνα
Ο Λουκρήτιος παρουσιάζει τον  θείο Επίκουρο ως τέκνο της δημοκρατικής Αθήνας: «Πρώτη η Αθήνα με το λαμπρό το όνομα, μοίρασε κάποτε στους βασανισμένους θνητούς τις σοδειές των καρπών και ανανέωσε τη ζωή και καθιέρωσε νόμους. Πρώτη χάρισε τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής, σαν γέννησε τον άντρα εκείνο τον προικισμένο με τέτοιο πνεύμα, που από τα χείλη του έβγαινε η αλήθεια για το κάθε τι και μολονότι έσβησε το φως της ζωής του, οι θείες ανακαλύψεις του έχουν παντού διαδοθεί κι η δόξα του υψώθηκε ως τα ουράνια.»
 
Η ευτυχία έρχεται στα τα ζύγια του ανθρώπου, στο μέτρο του δυνατού. Το μυαλό των θνητών, σκλαβωμένο από χίλιες έγνοιες, μοιάζει τρύπιο βαρέλι δίχως πάτο:
«Είδε πως ήταν στο χέρι των ανθρώπων όλα τα απαραίτητα για να ζουν με ασφάλεια, στο μέτρο του δυνατού. Είδε τους δυνατούς με τα πλούτη και τις τιμές, περήφανους ως και για το καλό όνομα των παιδιών τους, κι όμως μες στα σπίτια τους οι καρδιές τους ήσαν γεμάτες αγωνία και το μυαλό τους σκλαβωμένο από τις έγνοιες, και πως αναγκάζονταν να μαλώνουν και να παραπονιούνται πικρά. Και κατάλαβε πως όλο το κακό έβγαινε μέσα από το ίδιο το δοχείο, και πως κάποιο ελάττωμα του τα χαλνούσε όλα όσα έρχονταν να μπουν μέσα του, ως και τα πιο όμορφα. Εν μέρει γιατί ήταν όλο τρύπες και δίχως πάτο κι ήταν αδύνατο να γεμίσει και εν μέρει γιατί οτιδήποτε δεχόταν μέσα, του μετέδιδε μιαν άσχημη γεύση, θα έλεγε κανείς.»
 
Η μελέτη της Φύσης
Η φυσική φιλοσοφία δεν φτιάχνει κομπασμένους και πολυλογάδες (ου κομπούς ουδέ τη φωνή εργαστικούς παρασκευάζει) ούτε ανθρώπους που κάνουν επίδειξη γνώσεων για να εντυπωσιάζουν τους πολλούς (ουδέ την περιμάχητον παρά τοις πολλοίς παιδείαν ενδεικνυμένους) αλλά προσωπικότητες σοβαρές και αυτάρκεις. Η μελέτη της Φύσης και του Σύμπαντος έχει ως κύριο στόχο να διαλύσει τους παιδικούς φόβους και τις θλιβερές σκέψεις που βασανίζουν τις καρδιές των ανθρώπων:
«Κι εκείνος απολύμανε τις καρδιές με λόγια γεμάτα αλήθεια, και σήκωσε φράχτες στις επιθυμίες και στους φόβους. Και μας δίδαξε ποιο είναι το υπέρτατο αγαθό που όλοι λαχταρούμε και μας έδειξε τον δρόμο, το πιο σύντομο και ίσιο μονοπάτι για να φτάσουμε εκεί. Έδειξε ποια δυστυχία υπάρχει στα ανθρώπινα πράγματα, πώς γεννιέται και σκορπά παντού με λογιών-λογιών μορφές, τυχαία είτε από φυσική αιτία σύμφωνα με την τάξη που έθεσε το σύμπαν, και δίδαξε από ποιες πόρτες πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, και απόδειξε ότι μάταια το ανθρώπινο γένος μηρυκάζει τις θλιβερές σκέψεις. Γιατί όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται μες στο σκοτάδι και τρέμουν το καθετί, έτσι κι εμείς φοβούμαστε μες στο φως, τόσες και τόσες φορές, πράγματα που δεν είναι πιο φοβερά από κείνα που τρομάζουν τα παιδιά και που φαντάζονται ότι θα τους συμβούν μες στα σκοτεινά.
Αυτό το φόβο λοιπόν, αυτά τα σκοτάδια της ψυχής, ας μη περιμένουμε να τα σκορπίσουν οι αχτίδες του ήλιου μήτε τα φωτεινά βέλη της μέρας μόνο η μελέτη κι η ερμηνεία της φύσης μπορεί να τα διαλύσει.»
 
Το νόημα της ζωής
Ποια είναι η ανώτατη πνευματική ηδονή; αυτή που αναβλύζει τις στιγμές που η νηφάλια σκέψη (νήφων λογισμός) σκορπίζει τα σκοτάδια της μεταφυσικής και ότι προκαλεί φόβο γίνεται αντικείμενο στοχασμού, έρχεται δηλαδή στα μέτρα του Έλληνα ανθρώπου της κλασικής εποχής. Για τους Επικούρειους, κάθε δραστηριότητα είναι σοφή, όταν έχει ως σκοπό να μάς οδηγήσει στην ευτυχισμένη ζωή. Το βαρύ καθήκον της ευτυχίας ο μεγάλος Έλληνας το πήρε απ” τους θεούς και το έριξε στους ανθρώπους. Ευτυχισμένη ζωή δεν νοείται μέσα στο φόβο· οι αγαπημένοι φίλοι, η ευδαιμονία και η αταραξία του σώματος και της ψυχής είναι η μόνη εγγύηση της ευτυχίας για τους θνητούς. Ο Επίκουρος για τον Λουκρήτιο ήταν θεός αφού ήταν εκείνος που πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ό,τι σήμερα ονομάζουμε σοφία, εκείνος που με την επιστημοσύνη του άρπαξε τη ζωή μέσα απ” τις τόσες ανεμοζάλες κι από βαθιά σκοτάδια, και την απίθωσε σε τέτοιο γαλήνιο λιμάνι και σε τόσο καθάριο φως.

Ο Τορκουάτος, οι αρετές και η ευτυχισμένη ζωή

Ποιά ευχαρίστηση βρίσκεις, εσύ Τορκουάτε, και ποια ευχαρίστηση βρίσκει ο Τριάριος στη συνεχή μελέτη της λο­γοτεχνίας, στην έρευνα της ιστορίας, στο ξεφύλλισμα χω­ρίς σταματημό των έργων των ποιητών και στην αποστήθι­ση τόσων στίχων;
Κικέρων (106 π.Χ. – 43 π.Χ.)
 
Με το τέλος του ελληνορωμαϊκού κόσμου και την απαρχή του Μεσαίωνα, τα περισσότερα διδακτικά φιλοσοφικά εγχειρίδια των Επικούρειων αφανίστηκαν λόγω του περιεχομένου τους. Οι Επικούρειοι συγκρούστηκαν εκ των πραγμάτων με όλα τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και πολιτικά ρεύματα του καιρού τους, για περισσότερους από πέντε αιώνες. Από το έργο του Επίκουρου σήμερα σώζονται, μέσω του βιογράφου Διογένη του Λαέρτιου (3αι. μ.Χ.), τρεις επιστολές (Προς ΗρόδοτοΠερί Φύσεως, Προς Πυθοκλή – Περί Ουρανίων Σωμάτων, Προς Μενοικέα – Περί Ηθικής) και Οι Κύριες Δόξες, τα οποία αποτελούν την επιτομή του φιλοσοφικού του συστήματος, καθώς και η διαθήκη του δασκάλου. Το 1414 ο Πόντζιο Μπρατζιολίνι ανακάλυψε σ’ ένα γερμανικό μοναστήρι το ποίημα De Rerum Natura (Για την Φύση των Πραγμάτων) του επικούρειου ρωμαίου Λουκρήτιου (94-55 π.Χ.). Το 1884 ανακαλύφθηκε από δύο Γάλλους αρχαιολόγους στην Ιωνία, η μεγάλη επιγραφή του επικούρειου Διογένη Οινοανδέα, ενώ απόψεις της επικούρειας φιλοσοφίας εντοπίζονται ακόμη διάσπαρτες σε έργα άλλων συγγραφέων, όπως ο Αθήναιος, ο Κικέρων, ο Σέξτος Εμπειρικός, και άλλοι. Νέα κείμενα έρχονται στο φως ακόμη και σήμερα, από τους απανθρακωμένους παπύρους που βρέθηκαν σε μια έπαυλη του Ηρακλείου (Ερκουλάνεουμ), πόλης της Ιταλίας που είχε καταστραφεί από την ηφαιστειακή έκρηξη του Βεζούβιου.
 
Στη συνέχεια θα δούμε πώς επιχειρηματολογούσαν οι αρχαίοι Επικούρειοι φιλόσοφοι στις ζωντανές συζητήσεις τους με εκπροσώπους από αντίπαλες σχολές.  Ως οικοδεσπότης, ο Κικέρων στο έργο του De Fini-bus, Bonorum et Malorurn (Περί των τελικών σκοπών, καλών και κακών) καταγράφει τα λόγια ενός Επικούρειου φιλοσόφου. Ο Toρκουάτος στην αρχή δέχεται από τον οικοδεσπότη ένα καταιγισμό επιχειρημάτων που επιχειρούν να ανατρέψουν μία προς μία βασικές θέσεις του Επίκουρου. Ανάμεσα σε άλλα, ο Ρωμαίος φιλόσοφος ασκεί κριτική στην επικούρεια αντίληψη ότι το να πράττεις το έντιμο και το δίκαιο προκαλεί ευχαρίστηση και ηδονή. Ποιά ηδονή νιώθει όμως ένας Ρωμαίος αξιωματούχος όταν -δίκαια- τιμωρεί το ίδιο του το παιδί;

« […] Επίσης,  όταν ο Τίτος Τορκουάτος, που ήταν Ύπατος με τον Γνάϊο Οκτάβιο, αντιμετώπισε αυστηρά το γιο του, που είχε χειραφετηθεί για να υιοθετηθεί από τον Δέκιο Σιλανό, όταν τον κάλεσε ενώπιον του να υπερασπισθεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες που απήγγειλε αντιπροσωπία από την Μακεδονία, για δωροληψία την εποχή που ήταν πραίτορας στην επαρχεία αυτή, όταν, αφού άκουσε και τα δύο μέρη, έβγαλε απόφαση ότι βρήκε τον γιό του ένοχο για ανάρμοστη συμπεριφορά σε σχέση με το αξίωμά του προς τους προγόνους του, και του απαγόρευσε να εμφανι­σθεί μπροστά του δια παντός: Νομίζεις ότι τον ενδιέφερε καθόλου η ευχαρίστησή του; Αλλά, αφήνοντας στην άκρη αυτό που είναι υποχρεωμένος κάθε καλός πολίτης να πράττει για την πατρίδα του, και όχι μόνο τις χαρές που στερείται, αλλά ακόμη τους κινδύνους στους οποίους εκτί­θεται, την κούραση και ακόμα τα κακά που υποφέρει, προ­τιμώντας να τα υποφέρει όλα αυτά παρά να παραβεί το κα­θήκον του, έρχομαι σε κάτι που είναι λιγότερο σημαντικό, αλλά εξίσου δηλωτικό.»
 
Τα βιβλία
Μπορεί η μελέτη της λογοτεχνίας και της ιστορίας να έχει ως μόνο κίνητρο την ευχαρίστηση; Αν οι αρετή και η γνώση είναι τόσο εύκολη υπόθεση και έχουν τέτοια ευεργετικά αποτελέσματα, γιατί δεν ασχολούνται με αυτές όλοι; Μήπως ο Επίκουρος παραπλανά τους νέους και πολυάριθμους οπαδούς που ασπάζονται την φιλοσοφία του;
 
«Ποιά ευχαρίστηση βρίσκεις, εσύ Τορκουάτε, και ποια ευχαρίστηση βρίσκει ο Τριάριος στη συνεχή μελέτη της λο­γοτεχνίας, στην έρευνα της ιστορίας, στο ξεφύλλισμα χω­ρίς σταματημό των έργων των ποιητών και στην αποστήθι­ση τόσων στίχων; Και μη μου πείτε ότι βρίσκετε την ευ­χαρίστηση σας σε αυτά, και ότι το ίδιο συμβαίνει με τις κα­λές πράξεις των Τορκουάτων. Δεν είναι αυτό που απαντά ο Επίκουρος σε μια τέτοια αντίρρηση. Και ούτε είναι αυτό που πρέπει να απαντήσετε σε αυτά, ούτε εσείς, ούτε κάθε άνθρωπος με καλή αίσθηση που έχει διδαχθεί τις δοξασίες της σχολής σας. Και επιτέλους δεν είναι αυτό που προσελκύει τόσους πολλούς στην επικούρεια φιλοσοφία. Όχι, αυτό που προσελκύει αρχικά το πλήθος, είναι ότι φαντάζεται ότι ο Επίκουρος ισχυρίζεται ότι ένα πράγμα δίκαιο και έντιμο προκαλεί από μόνο του ευχαρίστηση και ηδονή. Αλλά δεν αντιλαμβάνονται ότι εάν ήταν έτσι, όλο το σύστημα του θα ανατρεπόταν. Επειδή, εάν συνέβαινε τα δίκαια και έντιμα πράγματα να ήσαν ευχάριστα από μόνα τους, χωρίς καμία σχέση με το σώμα, το αποτέλεσμα θα ήταν η αρετή και η γνώση να ήσαν επιθυμητές για αυτές τις ίδιες.»
 
 Στη συνέχεια ο Κικέρων αναφέρει ότι ο Επίκουρος δεν είναι «σοφός» και προέτρέπει τους μαθητές του Κήπου να μην διαβάζουν , αν και αναγνωρίζει ότι ο Επικούρειος συνομιλητής του είναι μελετηρός:
 «Και αυτό είναι κάτι για το οποίο ο Επίκουρος δεν είναι καθόλου σύμφωνος. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τον Επίκουρο σε όλα αυτά για τα οποία μόλις σας μίλησα. Εξάλλου θα ήθελα, ή να είχε πιο βαθειά γνώση της επιστήμης, γιατί είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι δεν διαθέτει καθόλου την γνώση εκείνη που κάνει τους ανθρώπους να ονομάζονται σοφοί, ή ότι δεν προσπάθησε να αποτρέψει άλλους από τη μελέτη. Αν και νομίζω ότι με σας τους δύο δεν κατάφερε να σας αποτρέψει.»
 
Η τέχνη του ζην
Καθώς η συζήτηση στη βίλα Κούμα συνεχίζεται, ο Τορκουάτος παίρνει το λόγο και υποστηρίζει τη θέση ότι οι αρετές είναι επιθυμητές γιατί φέρνουν την ηδονή. Οδηγός του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι παρά η Φρόνηση, η οποία μάς απαλλάσει από τους φόβους και τις ορμές, ξεριζώνει όλα τα λάθη και τις προκαταλήψεις και μάς υπηρετεί αλάνθαστα στο δρόμο για την ευδαιμονία:
«Αυτό που οι Έλληνες ονομάζουν τέλος δεν αποτελεί μέσον για κάτι άλλο, αλλά είναι το ύψιστο αγαθό για το οποίο καθετί άλλο αποτελεί μέσον. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ύψιστο αγαθό είναι η ευτυχισμένη ζωή.
 
Όσοι ταυτίζουν το ύψιστο αγαθό αποκλειστικά με την αρετή έχουν παραπλανηθεί από τη λαμπρότητα μιας λέξεις και δεν κατανοούν τις αληθινές απαιτήσεις της φύσης. Αν δεχτούν να ακούσουν τον Επίκουρο, θα απαλλαγούν από το πιο χονδροειδές λάθος. Η σχολή σας μιλάει πολύ για την υπέρτατη ομορφιά των αρετών αν όμως οι αρετές δεν έφερναν την ηδονή, ποιος θα τις θεωρούσε αξιέπαινες ή επιθυμητές; Την ιατρική την εκτιμούμε, όχι επειδή παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον μα επειδή συμβάλλει στην υγεία. Την τέχνη της ναυσιπλοΐας την επαινούμε για την πρακτική της αξία κι όχι την θεωρητική, επειδή εφαρμόζει κανόνες που “ναι απαραίτητοι για το ασφαλές ταξίδι. Έτσι και η ΦΡΟΝΗΣΗ, που θα πρέπει να τη θεωρούμε την τέχνη του ζην, αν δεν έφερνε αποτελέσματα δεν θα ήταν επιθυμητή· όμως είναι επιθυμητή, επειδή εξασφαλίζει και παράγει την ηδονή. Όσο για το νόημα που δίνω στην ηδονή, ήδη θα πρέπει να σας είναι ξεκάθαρο και δεν πρέπει να είστε προκατειλημμένοι εναντίον μου εξαιτίας του ότι η λέξη συσχετίζεται με την προστυχιά. Ο κύριος πρόξενος της ταραχής στη ζωή ενός άνθρωπου είναι η άγνοια του καλού και του κακού· οι λαθεμένες αντιλήψεις μας πάνω σ” αυτά συχνά μας αποστερούν τις μεγαλύτερες ηδονές και μας βασανίζουν με τους πιο σκληρούς πόνους της ψυχής. Άρα χρειαζόμαστε τη Φρόνηση, για να μας απαλλάξει από τους φόβους και τις ορμές μας, να ξεριζώσει όλα τα λάθη και τις προκαταλήψεις και να μας υπηρετήσει σαν αλάνθαστος οδηγός για την επίτευξη της ηδονής. Και μόνο η Φρόνηση μπορεί να αποδιώξει τη θλίψη απ” τις καρδίες και να μας προστατέψει ατό την ανησυχία και το φόβο· αν την αφήσεις να σε δασκαλέψει, θα μπορέσεις να ζήσεις γαλήνια και να σβήσεις τις πυρακτωμένες φλόγες της επιθυμίας.»
 
Η επικαιρότητα της φιλοσοφικής σκέψης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων νομίζω οφείλεται εν πολλοίς στην διαπίστωση ότι βασικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου παραμένουν αναλλοίωτα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Γενιές ολόκληρες συνέχισαν για αιώνες να λατρεύουν το χρήμα και την εξουσία και να βρίσκουν ηδονή διαπράττοντας ασύλληπτες βαρβαρότητες. Ποιος έχει άραγε δίκιο; ο Κικέρων που ισχυρίζεται ότι το να πράττεις δίκαια δεν προσφέρει απαραιτήτως ηδονή ή ο Τορκουάτος που λέει ότι η δικαιοσύνη προκαλεί ευχαρίστηση; Ή μήπως έχουν δίκιο και οι δύο, και η εκτέλεση του καθήκοντος προς την πατρίδα είναι μεταφιεσμένη αξίωση ισχύος και ηδονής, όπως και η Φρόνηση των Επικούρειων; Και η θρυλούμενη φιλαργυρία; μήπως το χρήμα δεν είναι παρά ταμιευμένη ισχύς;
 
Η ιστορικά μαρτυρημένη απληστία εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν φαίνεται να έχουν ανάγκη «από λεφτά», μήπως δεν είναι παρά μια από τις αναμενόμενες χαρακτηριστικές συμπεριφορές του ανθρώπου, ενός απίθανου όντος εξοπλισμένου με πνεύμα, επομένως ικανού να προνοεί;
Οι κενές και επομένως ανικανοποίητες επιθυμίες γεννούν συμφορές:
«Γιατί οι επιθυμίες είναι ανίκανες να βρουν ικανοποίηση· και δεν καταστρέφουν μόνο μεμονωμένα άτομα μα οικογένειες ολόκληρες, και μάλιστα συχνά ταρακουνούν τα θεμέλια του κράτους. Αυτές είναι η πηγή του μίσους, των καυγάδων, των ανταγωνισμών, των πολεμικών συγκρούσεων. Κι όχι μόνο δείχνουν το πρόσωπό τους προς τα έξω, όχι μόνο επιτίθενται τυφλά εναντίον άλλων, μα ακόμα κι όταν είναι φυλακισμένες μες στην καρδιά μαλώνουν και τρώγονται μεταξύ τους· κι αυτό δε μπορεί παρά να φαρμακώνει τη ζωή στο σύνολό της.»
 
Ο Τορκουάτος κατατάσσει τις επιθυμίες σε κατηγορίες:
«Επομένως, μόνο ο Σοφός, που κλαδεύει την οργιώδη βλάστηση της ματαιοδοξίας και των λαθών, έχει τη δυνατότητα να ζήσει ανενόχλητος από τη θλίψη και το φόβο. Ευχαριστημένος μέσα στα όρια που έχει θέσει η φύση των πραγμάτων. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πια χρήσιμο για το ευ ζην, από τη διδασκαλία του Επίκουρου σχετικά με τις επιθυμίες. Ως πρώτο είδος επιθυμιών καθόρισε τις φυσικές και αναγκαίες· δεύτερο, τις φυσικές και μη αναγκαίες- τρίτο, τις μη φυσικές και μη αναγκαίες. Και βασική αρχή της κατάταξης αυτής είναι το άτι οι αναγκαίες επιθυμίες ικανοποιούνται. με πολύ λίγο κόπο και ξόδεμα· οι φυσιολογικές επιθυμίες επίσης δεν απαιτούν πολλά, μιας και ο πλούτος της φύσης που αρκεί για την ικανοποίηση τους αποκτάται εύκολα και είναι περιορισμένος σε ποσότητα· τέλος, για τις κενές επιθυμίες είπε ότι δεν μπορεί να ανακαλυφθεί κανένα όριο.»
 
«Αν λοιπόν προσέξουμε ότι η άγνοια και το λάθος υποβιβάζουν το σύνολο της ζωής οε μια σύγχυση, ενώ η φρόνηση από μόνη της είναι ικανή να μας προστατέψει από τις επιθέσεις της βουλιμίας και τις συμφορές του φόβου, μιας και μας διδάσκει πώς να αντιμετωπίζουμε ακόμα και τα χτυπήματα της τύχης με μετριοπάθεια, και μας δείχνει όλα τα μονοπάτια που οδηγούν στην ηρεμία και τη γαλήνη, τότε γιατί να μην ομολογήσουμε δίχως δισταγμό ότι η φρόνηση είναι επιθυμητή για τις ηδονές που προσφέρει, κι ότι η Αφροσύνη πρέπει να αποφεύγεται λόγιο των τραυματικών συνεπειών της;»
 
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ανυπόμονοι και παραδίδονται αιχμάλωτοι στα πάθη τους:
«Η ίδια αρχή θα μας οδηγήσει να αποφανθούμε ότι η εγκράτεια επίσης δεν είναι επιθυμητή από μόνη της, αλλά διότι προσφέρει ψυχική ηρεμία και κατευνάζει τις καρδιές με ένα αίσθημα αρμονίας. Γιατί δεν αρκεί απλώς να κρίνουμε τι είναι σωστό να κάνουμε και τι όχι· χρειάζεται και να εμμείνουμε στην κρίση μας. Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν αντοχή· κι οι αποφάσεις τους χάνουν τη δύναμή τους κι υποχωρούν, ευθύς μόλις εμφανιστούν μπρος στα μάτια τους οι όμορφες όψεις των ηδονών, και παραδίνονται αιχμάλωτοι στα πάθη τους μη μπορώντας να προβλέψουν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Για χάρη μας μικρής και μη αναγκαίας ηδονής -που θα μπορούσαν είτε να την εξασφαλίσουν με άλλο τρόπο είτε να την απαρνηθούν ολωσδιόλου -χωρίς κανένα πόνο-, θα πάθουν μια σοβαρή αρρώστια ή θα χάσουν την περιουσία τους ή θα εξευτελιστούν, και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου κινδυνεύουν να υποστούν τιμωρίες που επιβάλλουν οι νόμοι και τα δικαστήρια.»
 
Η εγκράτεια
«Από την άλλη μεριά, όσοι είναι αποφασισμένοι να χαίρονται τις ηδονές στον βαθμό που μπορούν ν” αποφεύγουν όλες τις επώδυνες συνέπειες τους, και διατηρούν την ικανότητα να κρίνουν και δεν παρασύρονται σε μια πορεία που κι οι ίδιοι τη θεωρούν λανθασμένη, αυτοί δρέπουν την υψηλότερη ηδονή απέχοντας από τις ηδονές. Και με τον ίδιο τρόπο, συχνά υπομένουν τον πόνο με τη θέλησή τους, ώστε να μην εκτεθούν σε χειρότερους πόνους αν δεν το κάνουν. Αυτό αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι η Παραλυσία δεν είναι από μόνη της ανεπιθύμητη, ακριβώς όπως η Εγκράτεια είναι επιθυμητή όχι επειδή αποκηρύσσει τις ηδονές αλλά γιατί εξασφαλίζει μεγαλύτερες ηδονές.»
 
Η ανδρεία
Ποιά ηδονή μπορεί να προκαλούν οι κακουχίες, οι στερήσεις και η σκληρότητα που συνεπάγεται η αφοσίωση στην πατρίδα;
 
«Τα ίδια ισχύουν και για την ανδρεία. Το να μπαίνεις σε κόπους και να υπομένεις τους πόνους δεν είναι από μόνα τους ελκυστικά. Το ίδιο και η αντοχή, η εργατικότητα, η επιφυλακή ακόμα κι η πολεμική εκείνη αρετή που ονομάζουμε καρτερικότητα· ακόμα κι Ανδρεία. Όμως αποβλέπουμε σ’ αυτές τις αρετές ώστε να ζούμε χωρίς ανησυχία και φόβο, και όσο γίνεται απελευθερωμένοι από τον ψυχικό και σωματικό πόνο. Ο φόβος του θανάτου καταστρέφει την ήρεμη και ομαλή πορεία της ζωής· και το να σκύβεις το κεφάλι στον πόνο και να τον υφίστασαι απελπισμένος και αδύναμος είναι ό,τι πιο αξιοθρήνητο. Αυτού του είδους η αδυναμία έχει κάνει ανθρώπους να προδώσουν τους γονείς τους, να προδώσουν φίλους, να προδώσουν την πατρίδα τους και πολλούς τους έχει οδηγήσει σε πλήρη αυτοκαταστροφή. Κι από την άλλη, ένα δυνατό και αγέρωχο πνεύμα είναι τελείως απελευθερωμένο από την ανησυχία και τη θλίψη. Μ” ένα τέτοιο πνεύμα αλαφραίνει ο πόνος, κι όταν οι πόνοι είναι ελαφρείς, οι ανάπαυλες είναι συχνές· οι μέτριοι πόνοι, πάλι, είναι του χεριού μας, μπορούμε να τους αντέξουμε αν είναι υποφερτοί- κι όταν πλέον δεν είναι υποφερτοί, μπορούμε τότε ατάραχοι να εγκαταλείψουμε το θέατρο της ζωής, αφ” ης στιγμής το έργο έχει πλέον πάψει να μας ευχαριστεί. Οι συλλογισμοί ετούτοι δείχνουν ότι δεν κατηγορούνται αυτές καθ” αυτές η ατολμία κι η δειλία και δεν υμνούνται αυτά καθ” αυτά το σθένος κι η Ανδρεία. Τα πρώτα απορρίπτονται γιατί γεννούν τον πόνο. Τα δεύτερα είναι επιθυμητά γιατί γεννούν την ηδονή.»
 
Η δικαιοσύνη
Είδαμε ότι ο Επίκουρος θεωρούσε τη δικαιοσύνη ως μια σύμβαση, μια συμφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους, η οποία μπορούσε να αλλάξει και έχει σκοπό την αρμονική συμβίωση μεταξύ τους. Οι θεοί δεν εμπλέκονται πουθενά, μακάριοι, ευτυχείς και αδιάφοροι για τα πάθη των ανθρώπων. Η ιστορική βαρύτητα μια τέτοιας θέσης γίνεται προφανής, αν αναλογιστούμε πόσοι αιώνες πέρασαν για να ανακαλυφθεί ξανά η αυτονομία, η δυνατότητα δηλαδή και το δικαίωμα του ανθρώπου να ορίζει τους νόμους μιας κοινωνίας σε συνθήκες πολιτισμού.
 
«Μένει τώρα να πω για τη δικαιοσύνη, για να συμπληρωθεί ο πίνακας των αρετών· όμως κι η Δικαιοσύνη επιδέχεται την ίδια αντιμετώπιση με τις προηγούμενες. Έδειξα πως η Φρόνηση, η Εγκράτεια κι η Ανδρεία είναι τόσο στενά δεμένες με την ηδονή που είναι αδύνατο να τις αποκόψεις ή να τις ξεχωρίσεις απ” αυτήν. Θα πρέπει να δεχτούμε ότι το ίδιο ισχύει και για τη Δικαιοσύνη. Όχι μόνο δεν βλάπτει κανέναν η Δικαιοσύνη αλλά, αντίθετα, πάντα προσφέρει κάποιο όφελος, εν μέρει διότι χάρη σ’ αυτήν γαληνεύουν τα πνεύματα και εν μέρει διότι στηρίζει την ελπίδα της απρόσκοπτης παροχής όλων όσων πραγματικά έχει ανάγκη μια αδιάφθορη φύση.»
Όσοι αδικούν ποτέ δεν μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι:
«Και ακριβώς όπως η Αφροσύνη, η Ακολασία κι η Δειλία βασανίζουν την ψυχή και ξεσηκώνουν διχόνοιες και ταραχές, έτσι και η Ανομία, όταν είναι γερά ριζωμένη στην καρδιά, φέρνει ψυχική ταραχή και μόνο με την παρουσία της. Και άπαξ και βρει τρόπο να εκδηλωθεί μέσα από κάποια άδικη πράξη, οσοδήποτε κρυφή, ποτέ δεν μπορεί να νιώσει τη σιγουριά ότι η πράξη θα παραμείνει ανεξιχνίαστη. Οι συνηθισμένες συνέπειες ενός εγκλήματος είναι, πρώτα η υποψία, μετά η σπερμολογία κι η φημολογία, στη συνέχεια ο κατήγορος και μετά ο δικαστής. Πολλοί εγκληματίες φτάνουν στο σημείο να παράσχουν οι ίδιοι μαρτυρίες ενάντια στον εαυτό τους, πράγμα που συνέβη την εποχή που ήσουν Συγκλητικός.»
 
Κι αν ακόμα ξεφύγουν από τους ανθρώπους, δεν θα γλιτώσουν από το μάτι του ουρανού:
«Ακόμα κι αν κάποιος νομίζει πως είναι προστατευμένος και οχυρωμένος απέναντι στους συνανθρώπους του, δεν θα πάψει να φοβάται το μάτι του ουρανού και θα “χει τη φαντασίωση ότι τις τύψεις και την αγωνία που μέρα νύχια του δαγκώνουν την καρδιά, του τις στέλνει η θεία πρόνοια για να τον τιμωρήσει. Όμως, πώς μπορεί η ανομία να συμβάλλει στη μείωση των οχλήσεων ή να ισοφαρίσει το γεγονός ότι η ίδια τις επαυξάνει, έτσι όπως φορτώνει τον άνθρωπο με μια ένοχη συνείδηση, με τιμωρίες από το νόμο και με το μίσος των συνανθρώπων;»
«Κι ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που ενδίδουν στη φιλαργυρία, στη φιλοδοξία και τη λατρεία της εξουσίας, στη λαγνεία και την αδηφαγία και σ’ εκείνες τις άλλες επιθυμίες που τα άνομα κέρδη όχι μόνο δεν τις μειώνουν μα τις επαυξάνουν σε σημείο που να τους θεωρείς πια άξιους καταστολής περισσότερο παρά αναμόρφωσης.  […]»
 
Αν ο φτωχός ανομεί, δύσκολα θα του βγει σε καλό, ενώ ο πλούσιος δεν έχει κανένα λόγο να είναι άδικος, αφού και τα μέσα συντήρησής του μπορεί να εξασφαλίσει χωρίς κόπο και θα έχει την εύνοια των συνανθρώπων του ως έντιμος και δίκαιος πολίτης:
«Για κάποιον που δεν έχει μόρφωση ή πόρους, η ατιμία δεν είναι σωστή στάση, εφ” όσον είναι δύσκολο να ευοδωθούν τα σχέδια ενός τέτοιου άνθρωπου ή να βγει καλό από την όποια επιτυχία τους. Κι από την άλλη, ένας πλούσιος και έξυπνος άνθρωπος, όντας γενναιόδωρος και φιλελεύθερος, κερδίζει τη συμπάθεια και την εύνοια των άλλων, τα πιο σίγουρα μέσα για μια ειρηνική ζωή· πόσο μάλλον που πραγματικά δεν έχει κανένα κίνητρο να παραβιάζει το νόμο, εφόσον τις φυσικές του επιθυμίες του είναι εύκολο να τις ικανοποιήσει χωρίς να αδικήσει κανένα συνάνθρωπο, ενώ στις κενές επιθυμίες θα πρέπει να αντιστέκεται διότι δεν στοχεύουν σε πράγματα που ναι στ’ αλήθεια επιθυμητά· ταυτόχρονα, η χασούρα, σύμφυτη με το Άδικο, είναι μεγαλύτερη από τα κέρδη και τα οφέλη.»
 
«Συνεπώς δεν θα ήταν σωστό να πούμε πως η Δικαιοσύνη είναι επιθυμητή αυτή καθ” αυτή. Είναι επιθυμητή επειδή σε μεγάλο βαθμό παράγει ικανοποίηση. Το να σ” έχουν σε υπόληψη και να σε συμπαθούν, είναι κάτι που φέρνει ικανοποίηση, γιατί έτσι η ζωή σου γίνεται πιο ασφαλής και πιο πλήρης σε ηδονές. Γι αυτό θεωρούμε πως η Ανομία πρέπει να αποφεύγεται όχι μόνο λόγω των μειονεκτημάτων της άδικης ζωής αλλά πολύ περισσότερο γιατί όταν κατοικεί μες στην καρδιά του άνθρωπου, δεν του επιτρέπει να γνωρίσει μια στιγμή ησυχίας και ν” ανασάνει ελεύθερα.»
Οι δυνατοί άνθρωποι επιλέγουν να είναι έντιμοι και δίκαιοι:
«Όσοι άνθρωποι λοιπόν έχουν ισχυρή φύση οδηγούνται από τη φωνή της λογικής στη δικαιοσύνη και την τιμιότητα. Ακόμα κι η δόξα των Αρετών, για την οποία οι άλλοι φιλόσοφοι αρέσκονται να μακρηγορούν με τόση ευφράδεια, δεν έχει σε τελική ανάλυση κανένα νόημα εκτός αν αυτό βασίζεται στην ηδονή, μιας και η ηδονή είναι το μόνο πράγμα που από μόνο του είναι θελκτικό και ελκυστικό, τότε δεν χωρά αμφιβολία ότι η ηδονή είναι το ανώτατο και τελικό Αγαθό και ότι ευτυχισμένη ζωή δεν είναι παρά η ηδονική ζωή.»

O λαός των Αθηναίων είναι παρόμοιος με ακυβέρνητα πλοία…

Πολύβιος: απόσπασμα 6.44

Ο ιστορικός του 2ου αιώνα π.Χ. Πολύβιος (200π.Χ. – 118π.Χ.), στο 6ο βιβλίο των «Ιστοριών» του, γράφει για την αποτελεσματικότητα του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Για να το κάνει αυτό, χρησιμοποιεί συγκρίσεις με παλαιότερα ελληνικά πολιτεύματα.

Στο απόσπασμα 43 αναφέρει ότι για τις επιτυχίες των Θηβαίων αιτία δεν ήταν το πολίτευμά της, αλλά ο Επαμεινώνδας και ο Πελοπίδας, καθώς η δύναμη και η ακμή της πόλης ήρθαν κι έφυγαν μαζί τους. Ακολουθεί ολόκληρο το απόσπασμα 44:

«Κάτι παρόμοιο πρέπει να σκεφτούμε και για το πολίτευμα των Αθηναίων. Διότι και αυτό, αν και άκμασε ίσως περισσότερες φορές και εντελώς ολοφάνερα με την ικανότητα του Θεμιστοκλή, γρήγορα εξαιτίας της ανωμαλίας του χαρακτήρα του δοκίμασε μεταβολή προς το αντίθετο. Διότι πάντοτε ο λαός των Αθηναίων είναι παρόμοιος με ακυβέρνητα πλοία. Διότι και σ’ εκείνα, όταν από το φόβο που δημιουργούν τα πελάγη ή εξαιτίας περιστασιακής κακοκαιρίας δημιουργεί διάθεση σε όσους είναι πάνω στο πλοίο να ομονοήσουν και να στρέψουν την προσοχή τους στον κυβερνήτη του πλοίου, κάνουν ό,τι πρέπει με τρόπο εξαιρετικό˙ όταν όμως αναθαρρεύοντας αρχίσουν να περιφρονούν τους αρχηγούς τους και να φιλονικούν μεταξύ τους, επειδή πια όλοι δεν έχουν την ίδια γνώμη, τότε λοιπόν, καθώς άλλοι επιθυμούν να συνεχιστεί το ταξίδι, άλλοι πιέζουν τον κυβερνήτη του πλοίου να οδηγήσει το πλοίο σε λιμάνι, άλλοι ανοίγουν τα πανιά κι άλλοι τους σταματούν και τους προτρέπουν να τα μαζέψουν, δημιουργείται μια άσχημη εικόνα σε όσους βλέπουν απέξω εξαιτίας της διχογνωμίας και της διχοστασίας μεταξύ αυτών που είναι στο πλοίο˙ και είναι επικίνδυνη η θέση εκείνων που πήραν μέρος και είχαν συμμετοχή στο ταξίδι˙ γι’ αυτό πολλές φορές, ενώ ξέφυγαν τα πολύ μεγάλα πελάγη και τις πιο δυνατές κακοκαιρίες, ναυαγούν μέσα στα λιμάνια και κοντά στη στεριά. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί ως τώρα περισσότερες από μια φορές με το πολίτευμα των Αθηναίων˙ δηλαδή, ενώ μερικές φορές αντιμετώπισε τις πιο μεγάλες και τις πιο φοβερές καταστάσεις με την ικανότητα του λαού και των αρχόντων του, σε περίοδο απρόσκοπτης ησυχίας μερικές φορές έχει αποτυχίες τυχαία, κατά κάποιο τρόπο, ανεξήγητα. Γι’ αυτό δε χρειάζεται να πει κάποιος περισσότερα για την πολιτεία αυτή και την πολιτεία των Θηβαίων, στις οποίες ο όχλος χειρίζεται όλα κατά τη διάθεσή του, που στη μία περίπτωση ξεχωρίζει στην οξύτητα και στη δριμύτητα και στην άλλη είναι γαλουχημένος με τη βία και το θυμό.»

Συνεχίζει, στα αποσπάσματα 45-46, να συγκρίνει τα πολιτεύματα της Κρήτης και της Σπάρτης. Επειδή στην Κρήτη «κανένα [χρηματικό] κέρδος δε θεωρείται ατιμωτικό», οι πολίτες έχουν ροπή στην αισχροκέρδεια και την πλεονεξία. Ο Λυκούργος της Σπάρτης, όμως, με το να απομακρύνει την πλεονεξία έχει απομακρύνει μαζί της και κάθε εμφύλια διχογνωμία και διχοστασία. Το έκανε αυτό συνδυάζοντας τα καλύτερα των διαφορετικών πολιτευμάτων, ώστε να μην ρέπει η πόλη προς το ένα ή το άλλο (βασιλεία, αριστοκρατία, δημοκρατία) και έτσι να φτάσει σε κάποια εκτροπή τους (μοναρχία/τυραννία, ολιγαρχία, οχλοκρατία), «καθώς αυξάνεται περισσότερο απ’ όσο πρέπει». Οι Ρωμαίοι από την άλλη, συνεχίζει, κατάφεραν το ίδιο αποτέλεσμα «όχι με τη συλλογιστική, αλλά μέσα από πολλούς αγώνες και δυσκολίες διαλέγοντας το καλύτερο από την ίδια την επίγνωση των κάθε φορά περιπετειών τους».

Η εταίρα στην αρχαιότητα - Ροδώπις (μέρος β΄)

Είδαμε ότι η ηροδότεια αναφορά (ΙΙ, 135-136) στην εταίρα Ροδώπι και στην ακμή της, κατά το α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. στην ελληνικών συμφερόντων πόλη Ναύκρατι στο Δέλτα του Νείλου, εγγράφεται στο τμήμα εκείνο της Ιστορίης όπου γίνεται λόγος για τις τρεις μεγάλες αιγυπτιακές πυραμίδες –αυτές τις οποίες η σύγχρονη έρευνα χρονολογεί στην 4η φαραωνική δυναστεία, δηλαδή στην 3η χιλιετία π.Χ. Ο Ηρόδοτος, που επισκέφθηκε την Αίγυπτο γύρω στο 450 π.Χ. –σε τεράστια χρονική απόσταση από την περίοδο ανέγερσης των πυραμίδων και σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατο της Ροδώπιος–, διαβεβαιώνει τους σύγχρονούς του Έλληνες ότι παρασύρονται από τη μεγάλη φήμη αυτής της εταίρας, η οποία είχε διατηρηθεί στις αντρικές λέσχες ανά την Ελλάδα μαζί με τους θρύλους για τη μεγάλη περιουσία της. Αυτής της περιουσίας που, στην πραγματικότητα, της επέτρεψε μεν να αναθέσει ένα πρωτότυπο μνημείο της στους Δελφούς, αλλά λανθασμένα διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να της αποδίδει και την πυραμίδα του Μυκερίνου. Το ενδιαφέρον είναι ότι, λίγες παραγράφους πιο πριν, ο ιστορικός έχει μιλήσει για μια άλλη πυραμίδα, τη μεγαλύτερη όλων, αυτή του Χέοπα, και για τον ρόλο τον οποίο, σύμφωνα με όσα ο ίδιος άκουσε από τους Αιγύπτιους, έπαιξε μια άλλη γυναίκα στην κάλυψη των υπέρογκων εξόδων που είχαν απαιτηθεί για την οικοδόμησή της:

“Έχουν σημειωθεί σε αιγυπτιακή γραφή πάνω στην πυραμίδα οι ποσότητες από το αλατισμένο ζουμί από ραπανάκια, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα που καταναλώθηκαν από τους εργάτες και, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, ο μεταφραστής που μου διάβαζε την επιγραφή έλεγε ότι είχαν ξοδευτεί γι’ αυτό τον σκοπό 1.600 τάλαντα αργύρου. Κι αν αυτά ήταν τόσα, πόσα περισσότερα δαπανήθηκαν σε σίδηρο, απ’ ό,τι φαίνεται, για τα εργαλεία και το σιτάρι και την ένδυση των εργατών; Και μάλιστα για το μεγάλο χρονικό διάστημα οικοδόμησης [20 χρόνια] το οποίο έχω προαναφέρει, καθώς και για το επίσης μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως μου φαίνεται λογικό, κατά το οποίο λιθοτομούσαν [στα αραβικά όρη] και μετέφεραν τις πέτρες από τα λατομεία και έσκαβαν τα θεμέλια;

Όμως ο Χέοπας έφτασε σε τέτοιο σημείο φαυλότητας που, όταν ξέμεινε από πόρους, εγκατέστησε την ίδια του την κόρη σε ένα οίκημα, δίνοντάς της οδηγίες να ζητάει για τον εαυτό της συγκεκριμένη αμοιβή την οποία οι μεταφραστές δεν μου προσδιόρισαν. Κι εκείνη ζητούσε την αμοιβή που της είχε ορίσει ο πατέρας της, όμως είχε επίσης την ιδέα να αφήσει κι η ίδια πίσω της ένα μνημείο δικό της. Κι έτσι ζητούσε από κάθε άντρα που έμπαινε να της αφήνει έναν λίθο οικοδόμησης στο εργοτάξιο. Και μου είπαν ότι η πυραμίδα που βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις χτίστηκε από αυτούς τους λίθους –αυτή που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τη μεγάλη και που κάθε πλευρά της βάσης της έχει μήκος 1,5 πλέθρο.” (ΙΙ, 125-126)

Στην Ιστορίη του Ηρόδοτου, λοιπόν, προκύπτει δέκα μόνο παράγραφοι να χωρίζουν τις αναφορές στην έκδοση δύο γυναικών, τις οποίες ωστόσο η ζωή χώριζε κατά χιλιετίες. Κι έτσι, ενώ κανείς θα μπορούσε εύκολα να αμφισβητήσει σήμερα την αξιοπιστία των πηγών του ιστορικού, ειδικά εκείνων που αφορούσαν στα πεπραγμένα της κόρης του Χέοπα, αναπόφευκτα παρακινείται σε σύγκριση μεταξύ των δύο μορφών, πολύ περισσότερο επειδή οι εθνογραφικές και ανθρωπολογικές αναζητήσεις του Ηρόδοτου εστιάζουν συχνά, και με ιδιαιτέρως ζωηρό ενδιαφέρον, στο κοινωνικό υπόβαθρο της διακίνησης των γυναικών στον αρχαίο κόσμο.

Εύλογα προκύπτει μια σειρά σκέψεων. Η κόρη του Χέοπα ήταν πριγκίπισσα. Και οπωσδήποτε δεν ήταν εταίρα –εξάλλου, ο ίδιος ο ιστορικός δεν την προσδιορίζει έτσι. Η Ροδώπις ήταν. Κι όμως, διακρίνει κανείς στον Ηρόδοτο μια υποψία απαξίωσης της πρώτης γυναίκας, πράγμα που επ’ ουδενί δεν ισχύει για την δεύτερη.

Γιατί, ακόμη κι αν δεν περνούσε από το χέρι της να αρνηθεί αυτό που της επιβλήθηκε, η κόρη του Χέοπα μοιράστηκε κάτι από τη φαυλότητα του πατέρα της, κάτι από τις επαρμένες επιθυμίες του. Απέκτησε μερίδιο στην ύβρη του να αφήσει πίσω του ένα μνημείο που ξεπερνούσε την ανθρώπινη κλίμακα. Η κόρη αυθαιρέτησε επίσης. Αναβάθμισε τόσο τις απαιτήσεις από τους πελάτες της, διεύρυνε τα κέρδη της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να χτίσει τελικά και τη δική της πυραμίδα. Της ταιριάζει εξίσου, λοιπόν, η κατηγορηματική –η αφοριστική σχεδόν– διατύπωση “εἰς τοσοῦτο ἦλθε κακότητος” με την οποία ξεκινάει η μνεία στην περίπτωσή της. Εν προκειμένω, μάλιστα, η κόρη του Χέοπα λειτούργησε με τρόπο χονδροειδή και ανεπεξέργαστο. Στερημένη από κάθε λογικό μέτρο, από κάθε δυνατότητα νηφάλιας εκτίμησης των πόρων που απαιτούνταν για την ανέγερση του δικού της μνημείου, ζητούσε από κάθε πελάτη να της αφήνει έναν έτοιμο οικοδομικό λίθο στο εργοτάξιο.

Στον αντίθετο πόλο, εντυπωσιάζει ο λανθάνων θαυμασμός του Ηρόδοτου για τη Ροδώπι, την εταίρα που εργαζόταν παρέχοντας σεξουαλικές υπηρεσίες. Είδαμε μάλιστα ότι ο ιστορικός δεν απομονώνει την περίπτωσή της, αλλά την εντάσσει σ’ ένα σύνολο γυναικών που, κατά το α΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αποικία Ναύκρατι. Όλες αυτές οι ἑταῖραι φαίνεται ότι έχουν κερδίσει τον θαυμασμό του –ο Ηρόδοτος μνημονεύει, εξάλλου, θετικά και τη μεταγενέστερη Αρχιδίκη. Στην κρίση του, είναι αξιοθαύμαστες αυτές οι γυναίκες που κατέληγαν, μέσω δουλεμπορίου, στο ελληνικό λιμάνι επί αιγυπτιακού εδάφους. Αυτές που γίνονταν κάρτα ἐπαφρόδιτοι, κατά πάσα πιθανότητα μυούμενες τελετουργικά και ιεροπρακτικά στον έρωτα. Αυτές που μπορούσαν να λειτουργήσουν αυτόνομα, εφόσον έβρισκαν εραστή διατεθειμένο να πληρώσει τα λύτρα τους. Αυτές που η προηγούμενη σκληρή ζωή τους ήταν συνυφασμένη με μια αίσθηση του μέτρου για να αποτιμούν τα πράγματα. Κι έτσι, οι εταίρες σαν την Ροδώπι, εφόσον αποκτούσαν φήμη και πλούτιζαν, μπορούσαν να αφήσουν πίσω τους ένα μνημείο που πραγματικά να τους ταιριάζει. Γι’ αυτό το λόγο και οι τόνοι θαυμασμού του Ηρόδοτου κορυφώνονται όταν εξηγεί το ιδιόμορφο ανάθημα της Ροδώπιος στους Δελφούς, τον διαβόητο σωρό από σιδερένιες σούβλες. Το μνημείο της ήταν μεν προκλητικό, απαιτούσε όμως ευφυία στη σύλληψή του. Ήταν ένα εφεύρημα μοναδικό. Ήταν το ποίημά της, το οποίο, επιπλέον, αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στο ένα δέκατο της περιουσίας της.

Ο Ηρόδοτος κάνει τόσο ελκυστική τη Ροδώπι στα μάτια του αναγνώστη επειδή την εμφανίζει τόσο κομψά προσαρμοσμένη στην ανθρώπινη κλίμακα. Αυτό που ξεκάθαρα υπονοεί στην περίπτωσή της ήταν ότι η εταίρα είχε την αίσθηση του μέτρου, αυτήν που αποτελεί το επίκεντρο της ηροδότειας ηθικής, αλλά και του ηροδότειου μυθογραφικού και ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος. Αυτό που ο ιστορικός δεν λέει – ή μάλλον δεν τονίζει – είναι ότι η κοινωνία στην οποία η Ροδώπις ήκμασε ήτανε πλέον πλήρως μεταπρατική και εκχρηματισμένη κι ότι ο θεσμός της εταίρας μάλλον εμφανίστηκε απόλυτα συναρτημένος με την ακμή του εμπορίου και με την κυκλοφορία νομίσματος, δηλαδή με την κυκλοφορία ενός γενικού συναλλαγματικού ισοδύναμου που επέτρεπε την προσμέτρηση της όποιας αξίας σε διαβαθμισμένες κλίμακες. Αυτό όμως το θέμα θα μας απασχολήσει σε μια επόμενη ευκαιρία.

Η εταίρα στην αρχαιότητα - Ροδώπις (μέρος α΄)

Η εταίρα στην αρχαιότητα – Μια εταίρα δεν γεννιότανε, γινόταν (μέρος γ´)