Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Η ΤΕΛΕΙΑ ΦΙΛΙΑ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΗΘΙΚΑ NIKΟΜΑΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Σχε­τι­κά ἐ­νω­ρίς στή μα­κρά συ­ζή­τη­ση γιά τή φι­λί­α, στήν ὁ­ποί­α ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­φι­ε­ρώ­νει τό ὄ­γδο­ο καί τό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, βρί­σκου­με­ ­να γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς φι­λί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νου­με τά στοι­χεῖ­α ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας: “Σέ σχέ­ση μέ τόν φί­λο λέ­νε ὅτι πρέ­πει νά θέ­λο­με τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου τοῦ ἰ­δίου (βού­λε­ο­θαι τά ἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα). Ἀλλά αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἄ­γα­θα μέ αὐτόν τόν τρό­πο, ἄν δέν γί­νε­ται τό ἴ­διο ἀ­πό τήν ἀν­τί­στοι­χη πλευ­ρά, τούς λέ­νε [μό­νο] εὐ­νο­ϊ­κούς (εὔ­νους­ λέ­γου­σιν), για­τί λέ­νε ὅτι ἡ φι­λί­α εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (εὔ­νοι­α) πού βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση (ἐν ἀν­τι­πε­πον­θό­σιν). Ἤ μή­πως πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με: καί πού δέν μέ­νει ἄ­γνω­στη (μή λαν­θά­νον­σαν); Για­τί πολ­λοί εἶ­ναι αὐ­τοί πού ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση πρός ἀν­θρώ­πους τούς ὁ­ποί­ους δέν ἔ­χουν δε­ῖ πο­τέ, ­χον­τας τήν ἄν­τι­λη­ψη γιαὐ­τούς ὅτι εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι (­πι­ει­κεῖς) ἤ χρή­σι­μοι, ­νῶ κά­ποι­ος ἀ­πό ἐ­κεί­νους μπο­ρε­ῖ νά αἰ­σθά­νε­ται τό ἴ­διο γιαὐ­τούς. Αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι λοι­πόν εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση με­τα­ξύ τους, ἀλ­λά πῶς θά μπο­ρού­σα­με νά τούς πού­με φί­λους, ­φοῦ ἀ­γνο­οῦν τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση τοῦ ἑ­νός γιά τόν ἄλ­λο; ­πο­μέ­νως [γιά νά εἶ­ναι φί­λοι] πρέ­πει νά ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δά­θε­ση με­τα­ξύ τους καί νά θέ­λουν τά ἀ­γα­θά ὁ ἕ­νας γιά τόν ἄλ­λον, χω­ρίς νά ἀ­γνο­οῦν αὐ­τό τό γε­γο­νός, μέ στό­χο ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά πού εἴ­πα­με πιό πά­νω [ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ στό ἀ­γα­θό, τό εὐ­χά­ρι­στο καί τό χρή­σι­μο, βλ. 1155b19] (1155b31-l 156a5).

Κοι­τά­ζον­τας τό ἀ­πό­σπα­σμα ὑ­πό τό πρί­σμα ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας, θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νο­με ὡς γέ­νος τῆς φι­λί­ας τήν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (δήλ. τήν βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν) καί ὡς εἴἰδο­ποι­ές δι­α­φο­ρές τῆς εὔ­νοι­ας: (1) γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, (2) μέ ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον καί (3) μέ ἀ­μοι­βαί­α γνώ­ση αἰ­σθη­μά­των
     
Χρει­ά­ζε­ται ἀ­κό­μα νά δι­ε­ρευ­νή­σο­με τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ὁ­μι­λεῖ γιά τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν γιά χά­ρη τοῦ φί­λου (­κεῖ­νον ἕ­νε­κα) καί ὅταν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό γιά τό ὁ­ποιῖο θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά τό φί­λο του. Ἀριστοτέλης χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά τό δεύ­τε­ρο τήν τυ­πι­κή εἰ­δο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α τοῦ “φι­λη­τοῦ” (τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου), ξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου κά­θε φο­ρᾶ κα­νείς ­γα­π τό φί­λο του, θέ­λον­τας γι­’­α­τόν τά ἀ­γα­θά. Στη συνέχεια ὁ Στα­γει­ρί­της φι­λό­σο­φος δι­α­κρί­νει τρί­α εἴ­δη τοῦ φι­λη­τοῦ: τό εὐ­χά­ρι­στον (τό ­δύ) καί τό χρή­σι­μον, στά ὁ­ποι­α ἀν­τι­στοι­χοῦν τρία εἴδη φι­λί­ας, πού βα­σί­ζον­ται εἴ­τε στό ­γα­θόν ε­τε στό εὐ­χά­ρι­στο εἴ­τε στο χρήσιμον  (1155b 18-19, 1 156a7-8). Σέ σχέ­ση μέ τά δύ­ο τε­λευ­ταί­α εἴ­δη ταῆς φιλίας ὁ Ἀριστοτέλης θά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κά καί σύμπωματικά θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του. Σαὐ­τές τίς πε­ριπτώσεις ὁ Α ἀ­γα­πᾶ τόν Β ὄ­χι ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ Β κα­θαυ­τοῦ, λό­γω τοῦ τί εἶ­ναι ὁ ἴδιος ὁ Β προ­σω­πι­κά, ἀλ­λά ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ πού ὁ Β ἔ­χει νά προ­σφέ­ρει στον Α σέ εὐ­χα­ρί­στη­ση ἤ χρη­σι­μό­τη­τα: 'Ὅσοι λοι­πόν ἀ­γα­πούν ὁ ἕ­νας τόν γιά τή χρη­σι­μό­τη­τα δέν ἀ­γα­ποῦν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον κα­θαυ­τόν, ἀλ­λά για κάτι το  κα­λό πού συμ­βαί­νει στούς ἴ­διους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἄλ­λου. Ἔτσι καί με αὐτούς πού ἀ­γα­ποῦν γιά τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση: ­γα­ποῦν τούς πνευ­μα­τώ­δεις (εὐτραπέλους), ­χι ἕξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πο­σό­τη­τας ἐ­κεί­νων (τῷ ποιούς τινας εἶ­ναι)[1], ἀλ­λά για­τί εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στοι στούς ­­διους [...]. Συμ­πτω­μα­τικές (κατά συμβε­βη­κός) λοι­πόν εἶ­ναι αὐ­τές οἱ φι­λί­ες, για­τί σαὐ­τές δέν ἀ­γα­πᾶται κάποιος ἐ­πει­δή εἶ­ναι αὐ­τός πού εἶ­ναι (ᾖ ἔ­στιν ὅσπερ ἐ­στίν ὁ φι­λού­μενος) κα­θό­σον πα­ρέ­χει κά­τι, ἄλ­λος κά­ποι­αν ὠ­φέ­λεια καί ἄλ­λος εὐ­χα­ρί­στη­ση (1156a 10-14, 17-19). Ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη λοι­πόν γιά τίς φιλίες ταῆς χρησιμότητας καί τῆς εὐ­χα­ρί­στη­σης εἶ­ναι ὅτι πρό­κει­ται γιά κα­τά σύμβεβηκός φι­λί­ες, ­πει­δή στε­ροῦν­ται μί­ας αὐ­τό­νο­μης ἀ­να­φο­ρᾶς στόν φί­λο και ἐπειδή ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πό ἕ­να στε­νά ἐ­γω­ϊ­στι­κό κί­νη­τρο
     
Ὁ Ἀριστοτέλης θε­ω­ρεῖ ὡς τέ­λεια φι­λί­α τήν φι­λί­α αὐ­τῶν πού εἶναι καλοί (­γα­θοί) καί ὅ­μοι­οι στήν ἀρε­τή (1156b7-8). Ὁ ἕ­νας θέ­λει τά ἀ­γα­θα για τον  ἄλ­λον μέ ὅ­μοι­ο τρό­πο, κα­θό­σον ὁ φί­λος θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­γα­θός καί καθόσον ὡ ἐ­νά­ρε­τος, εἶ­ναι ἀγα­θός κα­θ­αυ­τόν. Ὁ Ἀριστοτέλης χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὥ φίλους στόν ὕψι­στο βαθ­μό (μά­λι­στα) αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀγα­θά γιά τό φί­λο τους, πρᾶγ­μα πού συμ­βαί­νει μέ αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀ­γαθά γιά τό φί­λο τους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἴ­διου τοῦ φί­λου τους (δίαὐ­τούς) καί ὄ­χι κατά συμβε­βη­κό­ς (156b8-l 1). Ἡ συλ­λο­γι­στι­κή τοῦ Ἀριστοτέλη ἐ­δῶ προ­ϋ­ποθέτει ταύ­τι­ση τῆς οὐ­σί­ας ἑ­νός προ­σώ­που μέ τόν ἠ­θι­κό του χα­ρα­κτῆρα· ὁ Στα­γει­ρί­της συμ­πε­ραί­νει ὅτι τό­τε πράγ­μα­τι ἀ­γα­πᾶ κα­νείς κά­ποι­ον για χάρη του, ὅταν τόν ἀγα­πᾶ ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τος. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προτεί­νει ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο φι­λί­ας στό ὁ­ποῖ­ο ἡ κα­τα­ξί­ω­ση ταῆς φιλίας ἔγ­κει­ται στό ἠ­θι­κό ποι­όν τῶν φίλων. Δέν ἀ­πο­κλεί­ει βέ­βαι­α μιά τέ­τοια ἄποψη τήν ἀ­νάγ­κη γιά ἄλ­λα προ­σόν­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὁ φί­λος πρέ­πει νά ἱ­κα­νοποιεῖ γιά νά εἶ­ναι φί­λος τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἀ­τό­μου (βλ. πιό πά­νω τήν νύξη στήν εὐ­τρα­πε­λί­α ὡς θε­τι­κό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ φί­λου, 1156a13, καί πιό κά­τω τήν ἀ­να­φο­ρά στήν στρυφ­νό­τη­τα ὡς ἀρ­νη­τι­κό στοι­χεῖ­ο για το  σχημα­τι­σμό φι­λί­ας, 1157b 14-15, 1158a 1 -2, 6). Γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἀ­ρε­τή τῶν φί­λων στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τήν στα­θε­ρή ἐγ­γύ­η­ση τῆς μο­νι­μό­τη­τας τῆς φι­λί­ας τους, μιά καί ἡ ἀ­ρε­τή εἶ­ναι κά­τι τό μό­νι­μο (1156b 11-12).
    
Ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­νι­δι­ο­τέ­λειας τῆς φι­λί­ας πού ἐκ­φρά­ζε­ται διά τῆς ἀ­πό­ψε­ως ὅτι θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του (ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα) φαι­νο­με­νι­κῶς ἀ­πο­δυ­να­μώ­νε­ται, ὅταν λί­γο πα­ρα­κά­τω δι­α­βά­ζου­με τά ἑ­ξῆς «καί ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη ὁ κα­θέ­νας τους παίρ­νει ἀ­πό τόν ἄλ­λο τά ἴ­δια καί ἀ­πα­ράλ­λα­χτα πού ἄλ­λος παίρ­νει ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, πρᾶγ­μα πού πρέ­πει νά ἀ­λη­θεύ­ει γιά τούς φί­λους» (καί κα­τά πάν­τα ταὐ­τά γί­νε­ται καί ὅ­μοι­α ἑ­κά­τε­ρῳ πά­ρ’ ἑ­κα­τέρου. ὅπέρ δεῖ το­ῖς φί­λοις ὑ­πάρ­χειν) (1156b34-35). Ἐ­γεί­ρε­ται ἔ­τσι τό ἐ­ρώ­τη- μά: Ἄ­ρα­γε δέν ἔ­χου­με ἐ­δῶ τήν ἔκ­φρα­ση μί­ας ἐμ­πο­ρι­κῆς νο­ο­τρο­πί­ας γιά ἀν­ταλ­λα­γή ἀ­γα­θῶν πού ἀν­τι­μά­χε­ται τήν ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια τῆς τέ­λειας φι­λί­ας;[2] 
   
Κα­τά τή γνώ­μη μου, γιά νά ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἀ­συμ­φω­νί­ας στίς ἀ­πό­ψεις τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τήν τε­λεί­α φι­λί­α, εῖ­ναι ἀ­νάγ­κη νά γί­νει ἐμ­φα­νής μί­α δι­ά­κρι­ση, πού μό­νο ἀ­μυ­δρά δια­φαί­νε­ται στήν πραγ­μά­τευ­ση τοῦ θέ­μα­τος τῆς φι­λί­ας. Πρό­κει­ται γιά τή δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ, ἀφ’ ἑ­νός, τῆς φι­λί­ας ὡς βου­λη­τι­κῆς καί συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς δι­ά­θε­σης πού ἑ­δρά­ζε­ται στήν ψυ­χή τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν φί­λο, καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους στίς δυ­να­μι­κές κοι­νοῦ βί­ου, σχέ­σεις ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης καί ἀλ­λη­λε­ξάρ­τη­σης.
 
Ὁ ‘Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­βάλ­λει τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέ­γει, «φί­λος πρό πάν­των εἶ­ναι αὐ­τός πού θέ­λει τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου γιά τόν ὁ­ποῖ­ον τά θέ­λει, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν πρό­κει­ται κα­νείς νά τό μά­θει» (φί­λος δέ μά­λι­στα ὁ βου­λό­με­νος ᾦ βού­λε­ται τἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα, καί ε­ἰ μη­δείς εἴσ­ε­ται) (1168b2-3). Ἐ­πί­σης τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας ἔ­χει ὁ Ἀριστοτέλης ὑ­π’ ὄ­ψη του, ὅταν ἀ­πό τόν ἐ­νερ­γη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, ἀ­πό τό ἐμ­πει­ρι­κό γε­γο­νός ὅτι ἀ­πο­σποῦν τόν ἔ­παι­νο αὐ­τοί πού ἀγα­ποῦν τούς φί­λους τους, συμ­πε­ραί­νει ὅτι ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κή ἀ­γά­πη τοῦ ἄλ­λου καί ὄ­χι τό νά ἀ­γα­πᾶ­ται κα­νείς ἀ­πό τόν ἄλ­λον εἶ­ναι ἡ ξε­χω­ρι­στή ἀ­ρε­τή τῆς φι­λί­ας: «μᾶλ­λον δέ τῆς φι­λί­ας οὔ­σης ἐν τῷ φι­λεῖν, καί τῶν φι­λο­φί­λων ἐ­παι­νού­με­νων, φί­λων ἀ­ρε­τή τό φι­λε­ΐν ἔ­οι­κεν» (1159a33-35).
 
Ἐ­νῶ ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ φί­λου ἀ­πο­τε­λεῖΐ ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­ρο τῆς φι­λί­ας ὡς δι­α­προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης, αὐ­τή ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση εἶ­ναι λο­γι­κῶς ἄ­σχε­τη μέ τήν ὕ­παρ­ξη τῆς φι­λί­ας ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς δι­ά­θε­σης. Ὁ Ἀριστοτέλης μά­λι­στα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να συγ­κρί­νει τήν φι­λι­κή δι­ά­θε­ση τῆς τέ­λειας φι­λί­ας μέ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­γά­πης, ὅ­που κα­τ’ ἀρ­χάς ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ προσ­δο­κί­α ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀγά­πης. 
      
Ἐ­δῶ ἀ­νή­κει τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς μη­τέ­ρας πού πα­ρα­δί­δει σέ ἄλ­λους τό μω­ρό της γιά νά τό με­γα­λώσουν σάν παι­δί τους. καί πού πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη στό παι­δί της, ἀλ­λά γιά τήν ὁ­ποί­α ἡ ἀ­γά­πη γιά τό παι­δί της καί ἡ εὐ­τυ­χί­α του παι­διοῦ της εἶ­ναι πη­γή χα­ρᾶς ἔ­στω κι ἄν λεί­πει ἡ ἀνταπόκριση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο (1159a28-33). Ὑπάρχει ἐ­πί­σης ἡ ἀ­γά­πη τοῦ τε­χνήτη για τό ἔρ­γο του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τοῦ ποι­η­τῆ γιά τό ποί­η­μά του, πού εἶ­ναι ἀ­γά­πη τοῦ γο­νιοῦ γιά τό παι­δί του, ἄν καί δέν ὑ­πάρ­χει ἡ προσ­δοκία ἀνταπό­κρι­σης ἀ­πό τό δη­μι­ούρ­γη­μα (1167b33-1 168a2). Τέ­λος ὑ­πάρ­χει ἡ ἀφιλοκερ­δής ἀ­γά­πη τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη γιά τόν εὐ­ερ­γε­τού­με­νο, πού δέν ἐ­ξαρτᾶται ἀπό κα­νέ­να τω­ρι­νό ἤ μελ­λον­τι­κό ὄ­φε­λος τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη ἀ­πό τόν εὐ­εργρτούμενο (1167a31-33). 
      
Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­να­ζη­τεῖ τήν ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τά τά φαι­νό­με­να στο γεγονός ὅτι ὁ δη­μι­ουρ­γός ἀ­γα­πᾶ τό ἔρ­γο του, ἐ­πει­δή αὐ­τό ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πό τη δική του ἐ­νέρ­γεια καί τήν ἐν­σω­μα­τώ­νει καί ἐ­πει­δή μέ τό ἔρ­γο τοῦ ὁ δημιουργός ἀ­πο­λαμ­βά­νει τή συ­ναί­σθη­σή του ὅτι ὁ ἴ­διος ὑ­πάρ­χει, ἀ­φοῦ τό να ὑπάρχει κα­νείς εἶ­ναι νά ἐ­νερ­γεῖ (ἐ­σμέν δ’ ἐ­νερ­γείᾳ) (1168a5-9). Ἡ ἀ­γά­πη ὅμως στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­νε­ξάρ­τη­τή τοῦ ἀ­τό­μου ὑ­πό­στα­ση τοῦ φίλου ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου καί γιά χά­ρη τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πάρ­χει. 
      
Ἕ­να ἄ­ξιο μνεί­ας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της φι­λί­ας ὡς ψυ­χι­κῆς διά­θεσης εἶναι ὅτι δέν ὑ­πό­κει­ται στόν κα­νό­να τῆς ἠθι­κῆς με­σό­τη­τος. Γι’αὐ­τό ὁ Ἄ­ριστοτέλης  ὁ­μι­λε­ῖ γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α ὡς «ὑ­περ­βο­λή» τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῆς ἀγάπης πού ὡς τέ­τοι­α μοιά­ζει μέ τόν ἔ­ρω­τα (1158a 10-12).[3]
 
Ὡστόσο, πα­ρά τήν ἔν­τα­σή της, κά­θε ἄλ­λο πα­ρά τυ­φλό πά­θος εἶναι ἡ φι­λί­α, ἀ­φοῦ παίρ­νει τόν χα­ρα­κτή­ρα μιᾶς ἔλ­λο­γης ἐ­πι­λο­γῆς τοῦ φίλου πού ἐκ­φρά­ζε­ται σέ μιά στα­θε­ρή ἕ­ξη ἀ­πέ­ναν­τί του ὕ­στε­ρα ἀ­πό στε­νή γνωριμία, πεί­ρα καί δο­κι­μα­σί­α (1156b25-29, 1158al4-15).
 
Ἔτσι λοι­πόν ἡ ἔν­νοι­α ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κή δι­ά­θε­ση εἶ­ναι συ­νυ­φασμένη μέ τήν κοι­νή ζω­ή τῶν φί­λων μέ­σα σ’ ἕ­να ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς πού  συμπερι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους καί πού ἔ­χει τά ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρίσματά του. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐκ­φρά­ζει τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέγει ὅτι «ἐν κοι­νω­νί­ᾳ ... πᾶ­σα φι­λί­α ἐστίν» (1161b11), καί «κοι­νω­νία γάρ ἡ φι­λί­α» (1171b32-33). Μέ­σα σ’ αὐ­τήν τήν κοι­νω­νί­α οἱ φί­λοι συ­ζοῦν συνημερεύ­ουν, συν­διά­γουν πραγ­μα­το­ποι­ών­τας μέ ἕ­να ξε­χω­ρι­στό τρό­πο την  κοινωνι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας του.
 
Πό­σο ὑ­ψη­λά θέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης τήν κοι­νό­τη­τα τῶν φί­λων φαίνεται ἀπό ὅ­σα λέ­γει γιά τήν σχέ­ση με­τα­ξύ φι­λί­ας καί δι­και­ο­σύ­νης. Ἐνῶ κά­ποια μορφή δι­και­ο­σύ­νης συ­νο­δεύ­ει κά­θε κοι­νω­νί­α, καί ἐ­νῶ ὁ βαθ­μός τῆς δίκαιοσύνης σέ μιά κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γος μέ τό βαθ­μό τῆς φι­λί­ας (1159b26-2 1160a7-8), στήν κοι­νω­νί­α τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀποβαίνει πε­ριτ­τή:
 
«Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅταν εἶ­ναι φί­λοι δέν χρει­ά­ζον­ται τήν δίκαιοσύνη ἀλ­λά ὅταν εἶ­ναι δί­και­οι χρει­ά­ζον­ται ἐ­πί πλέ­ον τή φι­λί­α­» (1155a26-27).
 
Ἡ φι­λί­α τεί­νει πρός τήν ἀ­πό­λυ­τη ἰ­σό­τη­τα πού εἶ­ναι ἡ ἀ­ριθ­μη­τική (κατά πο­σόν) ἰ­σό­τη­τα, ἐ­νῶ ἡ δι­και­ο­σύ­νη τεί­νει πρός τήν ἀ­να­λο­γι­κή ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πε­ται ἀ­πό τό ἁρ­μό­ζον (κα­τ’ ἀ­ξί­αν) (1158b30-32). Ὅ­σο πιό ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή εἶ­ναι ἡ ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πει τά πρό­σω­πα καί τίς σχέ­σεις τῶν φί­λων, τό­σο πιό τέ­λεια εἶ­ναι ἡ φι­λί­α τους. «Οἱ ἴσοι φί­λοι - λέ­γει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τά τους, πρέ­πει νά εἰ­σά­γουν τήν ἀ­γά­πη (τό φι­λε­ῖν) καί σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα» (1162b2-3). 
      
Ἕ­να ἄλ­λο γνώ­ρι­σμα τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τα, εἶ­ναι ἡ ὁ­μό­νοι­α.
 
Ἡ ὁ­μό­νοι­α ἀν­τλεῖ ὡς ἔν­νοι­α τήν προ­έ­λευ­σή της ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α σέ συν­θῆ­κες, ὅ­που ὁὅλοι οἱ πο­λί­τες ἤ δι­ά­φο­ρα κρά­τη ἀ­πό κοι­νοῦ συμ­φω­νοῦν γιά τό τί ἀ­πο­τε­λεῖ τό κοι­νό τους συμ­φέ­ρον σέ ζη­τή­μα­τα ὑ­ψη­λῆς δη­μό­σιας ση­μα­σί­ας, καί ἀ­πό κοι­νοῦ ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν ἐ­πί­τευ­ξή του στήν πρά­ξη. Γι’ αὐ­τό καί ὀ­νο­μά­ζε­ται πο­λι­τι­κή φι­λί­α (1167a22-b4). Ὁ Ἀριστοτέλης με­τα­φέ­ρει τήν ὁ­μό­νοι­α ὡς ἔν­νοι­α ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α στόν ἰ­δι­ω­τι­κό το­μέ­α τῶν φί­λων, το­νί­ζον­τας ὅτι μό­νο οἱ ἐ­νά­ρε­τοι εἶ­ναι ἱ­κα­νοί νά ἐ­πι­δι­ώ­κουν πάν­το­τε ἀ­πό κοι­νοῦ τό κοι­νό τους ἀ­γα­θό, ἀ­φο­ῦ οἱ ἴ­διοι ὁ­μο­νο­οῦν μο­νί­μως μέ τόν ἑ­αυ­τό τους, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει δι­χα­σμός στήν ψυ­χή τους (116754-16).
 
Ἡ ὁ­μό­νοι­α ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πού ἀ­νή­κει στήν τέ­λεια φι­λί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι ἡ φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μιάν ἰ­δι­αί­τε­ρη κοι­νό­τη­τα πού ἐμ­πε­ρι­έ­χει τό ξε­χω­ρι­στό της κοι­νό ἀ­γα­θό, τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­χουν ἐ­πί­γνω­ση καί τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­δι­ώ­κουν οἱ φί­λοι πού τήν συ­να­παρ­τί­ζουν.
 
Τά μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας τῶν φί­λων ἀ­πο­δί­δουν προ­νο­μια­κή θέ­ση στό φί­λο τους. Τό γε­γο­νός ὅτι ἕ­νας φί­λος μας ἀ­πο­τελεῖ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ἕ­να ἠ­θι­κό λό­γο νά θέ­λο­με νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σο­με, προ­τι­μών­τας τον ἀ­πό ἕ­να ξέ­νο: (1169b 11-1«ἔ­στιν τοῦ ἀ­γα­θοῦ καί τῆς ἀ­ρε­τῆς τό ἐ­νερ­γε­τεῖν, κάλ­λιον δ’ εὖ ποι­ε­ῖν φί­λους ὀ­θνεί­ων». Ό κα­θέ­νας - πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ἀ­πο­δί­δει στόν ἄλ­λο τό ἴσο σέ κα­λή θέ­λη­ση καί εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­φο­ῦ λέ­γε­ται ἡ φι­λί­α ἰ­σό­τη­τα” (1157b34-36). Ἔτσι ἡ ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση γιά εὐ­ερ­γε­σί­α τοῦ φί­λου προ­κα­λε­ῖ τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἰ­σό­τη­τα ὠ­φε­λη­μά­των με­τα­ξύ τῶν φί­λων (πβλ.1156b34-35).
 
Ἕ­να ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α εἶ­ναι ὁ συν­δυα­σμός σ’ αὐ­τήν τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς («ἐ­κεί­νου ἔ­νε­κα»), ἀ­γά­πης γιά τό φί­λο μέ μιά ἔν­το­να ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἐ­πί τοῦ φί­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός μας : «ἄλ­λος αὐ­τός»«ἕ­τε­ρος αὐ­τός» (1166a32, I 169b6-7, 1170b6-7). Ὁ φί­λος, ἀ­φ’ ἑ­νός ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­να αὐ­τό­νο­μο πρό­σω­πο πού εἶ­ναι τό γνή­σιο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀ­γά­πης μας, ἐ­νῶ, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου προ­σώ­που ἀ­πα­λεί­φε­ται μέ τό νά θε­ω­ρεῖ­ται ὁ φί­λος, κά­πως ἀν­τι­φα­τι­κά, ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἑ­αυ­τός μας. 
     
Κα­τά τή γνώ­μη μου τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται σέ μιά ἰ­δι­ό­τυ­πη συν­δι­αλ­λα­γή στήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή θε­ω­ρί­α με­τα­ξύ ἐ­γω­κεν­τρι­σμο­ῦ καί αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με ἀλ­τρου­ϊ­σμό. Αὐ­τή ἡ συν­δι­αλ­λα­γή γί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα φα­νε­ρή στό ἑ­ξῆς χω­ρί­ο: «καί φι­λο­ῦν­τες τόν φί­λον τό αὐ­τοῖς ἀ­γα­θόν φιλοῦσιν· ὁ γάρ ἀ­γα­θός, φί­λος γι­νό­με­νος, ἀ­γα­θόν γί­νε­ται ᾦ φί­λος» (1157b 33-34) («Καί μέ τό νά ἀ­γα­ποῦν τ­όν φί­λο τους ἀ­γα­ποῦν αὐ­τό πού τούς εἶ­ναι ἀγαθό γιά τούς ἴ­διους - για­τί ἕ­νας κα­λός ἄν­θρω­πος πού γί­νε­ται φί­λος, γίνεται ἀγαθό γιά τό πρό­σω­πο γιά τό ὁ­ποι­ο εἶ­ναι φί­λος»). 
      
Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη «ἀγα­θόν» ση­μαί­νει κά­τι πού εἶ­ναι φο­ρέ­ας ἀ­ξίας. Θα μπορού­σα­με νο­μί­ζω νά ποῦ­με ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι φο­ρέ­ας εὐ­δαι­μο­νι­στικῆς ἀξίας. Ἡ ὁ­λη συ­ζή­τη­ση γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἰ­δί­ως στό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, συν­δέ­ε­ται μέ τό θέ­μα τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ὁ Ἀ­ρι­στοτέλης λέγει πολ­λά γιά τήν ἀ­ρε­τή σέ σχέ­ση μέ τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἀλ­λά ἡ ἀρετή ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐ­δῶ αὐ­τήν κα­θ’ ἑ­αυ­τή, ἀλ­λά μό­νο κα­θό­σον εἶ­ναι σύστατικό τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στου ἡδονικοῦ χα­ρα­κτή­ρα (Πρβλ. 1170a4: «οἴ­ον­ταί τέ δεῖν ἡ­δέ­ως γῆν τόν εὐδαίμονα»). Ὡςἐ­νά­ρε­τος ἕ­νας ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄ­ξιο ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς φιλίας καί μπαί­νον­τας ὡς φί­λος μέ­σα στή ζω­ή αὐ­τοῦ πού τόν ἔ­χει φί­λο γίνεται γι’αὐ­τόν ἕ­να εὐ­δαι­μο­νι­κό ἀ­γα­θό.
       
Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πι­στεύ­ει ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι ἕ­νας δεύ­τε­ρος ἑαυτός μας μόνο μέ­σα καί χά­ρη στό ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς τῆς φι­λί­ας πού ἑνώνει καί τούς δύ­ο φί­λους. 
     
Τό νά πεῖς τόν φί­λο ἄλ­λον ἑ­αυ­τό σου εἶ­ναι νά πά­ρεις τήν ὑποκειμενική ἄ­πο­ψη ἑ­νός ἀ­πό τους φί­λους. Ἡ φι­λί­α ὅ­μως ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἀ­πο­τε­λε­ῖ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σύ­στη­μα σχέ­σε­ων, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στους δύο φίλους καί πού ὄ­εν παίρ­νει τήν ἄ­πο­ψη τοῦ ἑ­νός ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, ἀλλά ἐξίσου καί ταυ­τό­χρο­νά τους ἐμ­πε­ρι­κλεί­ει σέ μιά κοι­νή μορ­φή βί­ου. Ἡ μια αὐτή ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση μπο­ρε­ῖ νά ἰ­δω­θεῖ ἀ­πό τήν ὑ­πο­κει­με­νική σκοπιά τοῦ ἕ­νος ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, καί τό­τε ὁ ἄλ­λος φί­λος πα­ρου­σιά­ζεται ὡς  δεύτε­ρος ἑ­αυ­τός. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τοῦ δεύ­τε­ρου ἑ­αυ­τοῦ ἔ­χει νό­η­μα στήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση τῆς φι­λί­ας πού ἑ­νώ­νει ἀλ­λη­λέν­δετα τους δύο φί­λους.
 
Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ ἄλ­τρου­ϊ­στι­κη μέ­ρι­μνα γιά τήν εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μας συν­δέ­ε­ται ἁρ­μο­νι­κά μέ τή μέ­ρι­μνα γιά τόν ἑ­αυ­τό μας ἐπειδή οἱ ζω­ές μας εἶ­ναι εὐ­δαι­μο­νι­κά συ­νυ­φα­σμέ­νες με­τα­ξύ τους. Ἡ εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μου εἶ­ναι μιά πλευ­ρά τῆς δι­κῆς μου εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ἡ φροντίδα γιά τήν εὐ­δαι­μο­νί­α τοῦ φί­λου μου εῖ­ναι «ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα» καί ἑ­στι­ά­ζε­ται σε ἐκεῖνον ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ἐμ­πε­ρι­κλεί­ε­ται μέ­σα στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μέ­ριμνας για τή δι­κή μου εὐ­δαι­μο­νί­α. Ὅ­ταν ὁ Α με­ρι­μνᾶ γιά τόν Β γιά χά­ρη τοῦ Β και ὁ Β με­ρι­μνᾶ γιά τόν Α γιά χά­ρη τοῦ Α, ὁ Α καί ὁ Β ταυ­τό­χρο­να μεριμνοῦν γιά τή δι­κή τους εὐ­δαι­μο­νί­α, ἐ­πει­δή τό κα­λό του Β εἶ­ναι γιά τον Α δικό του κα­λό, καί ἀν­τί­στρο­φα.
    
Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς φι­λί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐμ­φα­νής στό κέφ. 9 τοῦ ἐ­νά­του βι­βλί­ου τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, ὁ­που ὁ Ἀριστοτέλης, ἀν­τι­δρών­τας στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἀ­πό με­ρι­κούς της ἀ­νάγ­κης νά ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων φί­λους, δεί­χνει μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα για­τί ἡ φι­λί­α εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τόν εὐ­δαί­μο­να.
 
Ὁ Ἀριστοτέλης συγ­κεν­τρώ­νει τή συ­ζή­τη­ση πά­νω στό πρό­σω­πο αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι «μα­κά­ριος» (1169b 17, 25, I 170a2, 8, 27, b 14), δήλ. αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι εὐ­δαί­μων ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη, τοῦ πα­νευ­τυ­χῆ, ὅ­πως ἴ­σως θά λέ­γα­με ἐ­μεῖς. 
      
Ἐξ ἀρ­χῆς ὁ Ἀριστοτέλης βά­ζει στό προ­σκή­νιο τῆς συ­ζή­τη­σης τήν κοι­νω­νι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ φί­λος εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο ἐ­ξω­τε­ρι­κό ἀ­γα­θό τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν μπο­ρε­ῖ νά λεί­ψει ἀ­πό τόν μα­κά­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρει­ά­ζε­ται τόν φί­λο ὄ­χι γιά νά εὐ­ερ­γε­τη­θεῖ ἀ­πό αὐ­τόν, ἀλ­λά γιά νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σει (1169b 11-16). «Θἆταν δέ ἴσως πα­ρά­λο­γο - προ­σθέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης - νά ὑ­πο­θέ­σει κα­νείς μο­νή­ρη (μο­νώ­την) τόν μα­κά­ριο - για­τί κα­νείς δέν θά προ­τι­μοῦ­σε νά ἔ­χει ὁ­λα τά ἀ­γα­θά καί νά εἶ­ναι ὁ­λο­μό­να­χος· για­τί ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πο­λι­τι­κό ὄν ἀ­πό τή φύ­ση του καί κα­μω­μέ­νος νά ζῆ μα­ζί μέ ἄλ­λους. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­λη­θεύ­ει καί γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, ἀ­φοῦ ἔ­χει ὅ­λα τά ἐκ φύ­σε­ως ἀ­γα­θά. Εἶ­ναι δέ φα­νε­ρό ὅτι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νά περ­νᾶ κα­νείς τίς μέ­ρες του μέ ἐ­νά­ρε­τους φί­λους πα­ρά μέ ξέ­νους καί τυ­χαί­ους ἄν­θρω­πους. Συ­νε­πῶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­οι οἱ φί­λοι στόν εὔὐδαί­μο­να» (1169b 16-22). Κα­τά τόν Ἀριστοτέλη λοι­πόν , ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, κα­τα’ ἀ­νάγ­κην ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τόν φι­λι­κό δε­σμό.
 
Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι κά­θε λο­γής φί­λοι ἀ­πα­ραί­τη­τοι γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, καί γι’ αὐτό ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς ἀ­νάγ­κης τῶν φί­λων. Ἀσφαλῶς δέν χρει­ά­ζε­ται ὁ μα­κά­ριος τους χρή­σι­μους φί­λους, ἀ­φοῦ ἔ­χει αὐ­τάρ­κεια ἀ­πό ἀ­γα­θά, κι οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται τούς εὐ­χά­ρι­στους φί­λους, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ἀ­πό τήν φύ­ση της εὐ­χά­ρι­στη καί δέν ἔ­χει ἀ­ναγ­κη ἀ­πό ἐ­πεί­σα­κτη ἡ­δο­νή ( 1 169b23-27).
 
Ἀπαραίτητοι ὅ­μως γιά τόν μα­κά­ριο εἶ­ναι οἱ φί­λοι πού εἶ­ναι κα­τά τό ἦ­θος ἀ­γα­θοί. Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἀ­πό τήν πλευ­ρά τοῦ εὐ­δαί­μο­νος κυ­ρια­ρχεῖ στά τρί­α ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πού προ­βάλ­λει ἐ­π’ αὐ­τοῦ ὁ Ἀριστοτέλης. 
      
Τό πρῶ­το ἐ­πι­χεί­ρη­μα (1169b29 1170a4) ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων νά γί­νει θε­α­τής τῶν πρά­ξε­ών του, πού ὡς ἐ­νέρ­γεια τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι συ­στα­τι­κές της εὐ­δαι­μο­νί­ας του. Ἡ ἠ­θι­κή θέ­α­ση ὅ­μως ἐγ­κλεί­ει τήν δυ­σκο­λί­α τοῦ νά μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ τήν ἠ­θι­κή δρά­ση, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να νά πα­ρα­τη­ρεῖ ὡς θε­α­τής (θε­ω­ρεῖν) τίς πρά­ξεις του[4]. Δι­έ­ξο­δο σ’ αὐ­τή τή δυ­σκο­λί­α πα­ρέ­χει ὁ φί­λος, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο νά πα­ρα­τη­ροῦ­με τίς πρά­ξεις τοῦ φί­λου μας πα­ρά τίς δι­κές μας. Χά­ρη στήν πα­ρα­τή­ρη­ση τῶν πρά­ξε­ων τοῦ φί­λου, ἀ­πο­κτοῦ­με τή θέ­α τῶν δι­κῶν μας.
 
Γιά δύ­ο λό­γους οἱ πρά­ξεις τοῦ ἐ­νά­ρε­τού μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στες. Πρῶ­τον, εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τους ἀ­γα­θές καί συ­νε­πῶς ἀ­πό τή φύ­ση τούς εὐ­χά­ρι­στες νά τίς βλέ­πο­με. Δεύ­τε­ρον, μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ες καί ὡς ἐκ τοῦ­του εὐχάριστες ἐ­πει­δή ὅ,τι εἶ­ναι δι­κό μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο.
 
Ὁ φί­λος ἐ­κλαμ­βά­νε­ται, ἀ­φ’ ἑ­νός ὡς ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἀ­πέ­ναντί μας  πρόσω­πο τό ὁ­ποι­ο μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ροῦ­με ὡς θε­α­τές, καί, ἀ­φ’ ἑ­τέρου ἄ­το­μο πού εἶ­ναι τό­σο κον­τά μᾶς ἠ­θι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς ὥ­στε να  ἀποτελεῖ ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό μας. 
     
Ἀξίζει νά σχο­λι­ά­σο­με λί­γο τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τον ξεχωρι­στό ἀ­πό μᾶς ἄλ­λο ἄν­θρω­πο, σέ δι­ά­κρι­ση ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας, πού ὡς νοητική καί ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ὀν­τό­τη­τα εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο γνώ­σης για μᾶς.Ὁ Ἀριστοτέλης δέν θε­ω­ρεῖ τά ἠ­θι­κά καί ψυ­χο­λο­γι­κά κί­νη­τρα τοῦ ἄλλου σά φαι­νό­με­να πού εἶ­ναι κα­τ’ ἀ­νάγ­κην κρυμ­μέ­να ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας και για τά ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με μό­νο ὑ­πο­θέ­σεις ἤ νά μι­λοῦ­με μό­νο  κατ’άναλογί­αν μέ τόν ἑ­αυ­τό μας, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν πολ­λοί νε­ώ­τε­ροι καί φι­λό­σο­φοι. Δέν πι­στεύ­ει δη­λα­δή ὅτι ὑ­πάρ­χει ἕ­να γνω­σι­ο­λο­γι­κό χάσμα ἀνάμεσα στίς δύ­ο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης, πού θέ­λο­με νά γνω­ρί­σο­με, τήν ἐξωτερική συμ­πε­ρι­φο­ρά καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή πρα­ξια­κή πνευ­μα­τι­κή[5] δι­α­δι­κα­σία  συμπεριλαμ­βα­νο­μέ­νης καί τῆς ἠ­θι­κῆς προ­αί­ρε­σης. Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέλη οἱ δύο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης τοῦ ἄλ­λου, ἰ­δί­ως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ φί­λου, μᾶς παρέχον­ται ἄ­με­σα ὡς ἀν­τι­κεί­με­να θέ­ας. Ἐπίσης μπο­ροῦ­με νά συ­νά­γομε ὅτι γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἠ­θι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση τῶν πρά­ξε­ών μας δέν εἶ­ναι ἀνεξάρτητη ἀλ­λ’ ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση πα­ρό­μοιων πράξεων τοῦ ἄλ­λου, καί ἰ­δι­αί­τε­ρά του ἐ­νά­ρε­του φί­λου. Λεί­πει ὅ­μως στο πιό πάνω ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ θε­μα­τι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν στοι­χεί­ων πού ἀνέφερα.
    
Ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει ὡς ἑ­ξῆς: «Θά χρεια­στεῖ λοι­πόν ὁ μακάριος τέ­τοι­ου εἴ­δους [δήλ. ἐ­νά­ρε­τους] φί­λους, ἐ­φ’ ὅ­σον προ­τί­θε­ται να θεᾶται (θε­ω­ρε­ῖν) πρά­ξεις πού εἶ­ναι κα­λές καί οἰ­κεῖ­ες, καί τέ­τοι­ες εἶ­ναι οἱ πράξεις τοῦ κα­λοῦ ἄν­θρω­που πού εἶ­ναι φί­λος του (ὁ μα­κά­ριος δή φί­λων τοιούτων δ­εήη­σε­ται, εἴ­περ θε­ω­ρεῖν προ­αι­ρεῖ­ται πρά­ξεις ἐ­πι­ει­κεῖς καί οἰ­κεί­ας, τοιαῦται δ’ αἵ τοῦ ἀ­γαθ­οῦ φί­λου ὄντος) (1170a2-4). 
      
Τό δεύ­τε­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἑ­στι­ά­ζε­ται στήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐδαίμων νά ἐ­νερ­γεῖ συ­νε­χῶς, ἀ­φοῦ ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α εἶ­ναι ἐ­νέρ­γεια. Ἔχοντας ἀ­νάγ­κη, ὁ εὐ­δαί­μων θά μπο­ρεῖ πιό εὔ­κο­λα νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει μιά ἐνεργό ζωή πού θά εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­χής, ἄν ἔ­χει ἐ­νά­ρε­τους φί­λους μέ τους ὁποίους θά συμ­πράτ­τει καί γιά χά­ρη τῶν ὁ­ποί­ων θά ἑ­ξα­σκεῖ τήν ἀρετή του. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ μο­να­χι­κή δρά­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λη καί κου­ρα­στι­κή: Για το μο­να­χι­κό ἄν­θρω­πο (μο­νώ­τη) ἡ ζω­ή εἶ­ναι δύ­σκο­λη, για­τί δέν εἶναι εὔκολο μό­νος του κα­νείς νά ζῆ ἔἐνερ­γό βί­ο συ­νε­χῶς, ἐ­νῶ μα­ζί μέ ἄλ­λους και σέ σχέ­ση μέ ἄλ­λους (με­θ’ ἑ­τέ­ρων δέ καί πρός ἄλ­λους) εἶ­ναι πιό εὔκολο. Ἔτσι θά εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια πιό συ­νε­χής, ὅ­πως καί πρέ­πει νά εἶ­ναι γιά τον πανευτυ­χή (πε­ρί τόν μα­κά­ριον), μιά καί εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στη ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό της (κα­θ’ αὐ­τήν) (1170a5-8). Καί, συμ­φω­νών­τας μέ τόν Θέ­ο­γνη, ὁ Ἀριστοτέλης πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι, ὅταν ζῆ κα­νείς μα­ζί μέ ἐ­νά­ρε­τους ἀν­θρώ­πους, μπο­ρεῖ καί ἀ­σκεῖ τήν ἀ­ρε­τή του, τε­λει­ο­ποι­ών­τας την (1170a 11-13).
 
Τό δεύ­τε­ρο αὐ­τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, πού το­νί­ζει τό ρό­λο τοῦ ἐ­νά­ρε­του φί­λου στήν ἐ­ξά­σκη­ση μί­ας συ­νε­χοῦς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ἀ­πό τόν εὐ­δαί­μο­να, το­πο­θε­τεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ­σα στό πλαί­σιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού εὐ­νο­εῖ τήν δρά­ση - γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, καί σέ συ­νερ­γα­σί­α καί σύμ­πρα­ξη μέ τό φί­λο.
 
Τό τρί­το καί τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιά τήν ἀ­ναγ­κη τοῦ φί­λου ἀ­φορ­μᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση (φυσικώτερον) τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων (1170a 13-14).
 
Ξε­κί­νη­μα τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος εἶ­ναι ἕ­νας γνω­σια­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅτι ὁ ὁ­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πι- νῆς ζω­ῆς ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς γνω­στι­κές δυ­νά­μεις τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης· ἀλ­λά μιά δύ­να­μις ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν οὐ­σία της, ὅταν ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ­ται. Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ αἰ­σθά­νε­σθαι καί τοῦ νο­εῖν (1170a 16-19). Ἀξιολογικά ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­γα­θή ἀ­πό τή φύ­ση της, ἐ­πει­δή ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα («ὡ­ρι­σμέ­νον γάρ») καί ὡς ἀ­γα­θή εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη καί ἐ­πι­θυ­μη­τή ἀ­πό ὁ­λους τους ἄν­θρω­πους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι κα­τα’ ἐ­ξο­χήν ἄ­ξια προ­τί­μη­σης καί εὐ­τυ­χε­στά­τη (1170a 14-16. 21-22). Τήν ἐ­ξή­γη­ση γιά τό τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης ὅταν ὁ­μι­λε­ΐ γιά τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, πού συ­νί­στα­ται στήν ἐ­νέρ­γεια τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης, τήν βρί­σκου­με σ’ ἕ­να πα­ράλ­λη­λο χω­ρί­ο στή συ­ζή­τη­ση γιά τήν φι­λί­α στά Ἠθικά Εὐ­δή­μεια, 1245a 1-10. Τό «ὡρι­σμέ­νον» στήν αἴ­σθη­ση καί στή νό­η­ση προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν «ὡρι­σμέ­νον» του αἰ­σθη­τοῦ καί τοῦ νο­η­τοῦ εἴ­δους πού ἔ­χουν ὡς ἀν­τι­κεί­με­να τους ἀν­τι­στοί­χως ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση. Ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση ταυ­τί­ζον­ται καί γί­νον­ται ἕ­να μέ τό ἀν­τι­κεί­με­νό τους, ὅταν τό γνω­ρί­ζουν, καί ἔ­τσι παίρ­νουν ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο τους χα­ρα­κτή­ρα («ὡρι­σμέ­νον»), πού ἀ­νή­κει στήν τά­ξη τοῦ ἄ­γα­θου[6]
     
Σέ συ­νέ­χεια ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­ξε­τά­ζει τήν ἀν­θρι­ό­πι­νη ζω­ή ἀ­πό τήν ψυ­χο­λο­γι­κή πλευ­ρά αὐ­τοῦ πού αἰ­σθά­νε­ται καί πού νο­εῖ καί πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι ἕ­νας πού αἰ­σθά­νε­ται καί νο­εῖ ταυ­τό­χρο­να αἰ­σθά­νε­ται ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ. «Αἰ­σθά­νε­ται ὅτι» ἔ­χει τή ση­μα­σί­α ἐ­δῶ αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με «ἔ­χω συ­νεί­δη­ση ὅτι». Τό νά ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ ση­μαί­νει ὅτι ἔ­χει συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι ὕ­παρ­χει ὡς ἄν­θρω­πος - πράγ­μα πού εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο - ἐ­πει­δή ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της ἀ­γα­θή καί εὐ­χά­ρι­στη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ ἐ­πι­θυ­μη­τή εἶ­ναι ἡ ζω­ή γιά τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο πού χαί­ρε­ται μέ­σα του ἀ­νεμ­πό­δι­στα τή συ­νεί­δη­ση τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας καί γλυ­κύ­τη­τας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης (1170a31-b5). Ὁ ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος θέ­λει ὁ­μως νά χα­ρεῖ, ὡς συ­στα­τι­κά της εὐ­δαι­μο­νί­ας του, ὄχι μόνο τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής του, ἀλ­λά ἐ­πί­σης καί τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕπαρξης τοῦ φί­λου του μα­ζί μέ τή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει γι’ αὐ­τήν ὁ φί­λος του. Προϋπόθεση ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ κοι­νό­τη­τα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν φί­λων μέ­σα στο πλαίσιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης. 
      
Κρί­κος γιά τό δε­σμό τῶν δύ­ο ὑ­παρ­κτι­κῶν συ­νει­δή­σε­ων γί­νεται ἡ ἔννοια  τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου ἑ­αυ­τοῦ μας (ἕ­τε­ρος αὑ­τός) (1170b6). «Ὅπως ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος (σπου­δαῖ­ος) δι­α­τί­θε­ται πρός τόν ἑ­αυ­τό του - λέ­γει ὁ Ἀριστοτέ­λης - ἔ­τσι δι­α­τί­θε­ται καί πρός τόν φί­λο του (για­τί ὁ φί­λος εἶναι ἕνας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός)· ὅπως λοι­πόν ἡ ὕ­παρ­ξή του τοῦ εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λογῆς, το ἴδιο, ἤ πα­ρα­πλή­σια, ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς γι’ ­αὐ­τόν εἶ­ναι ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ φί­λου του. Ἀλλά εἴ­πα­με ὅτι ἡ ὕ­παρ­ξη εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς, ἐ­πει­δή ἔ­χο­με τή συνείδηση ὅτι εἶ­ναι ἀ­γα­θή (διά τό αἰ­σθά­νε­σθαι αὐ­τοῦ [δήλ. τοῦ εἶ­ναι][7] ἀ­γα­θο­ῦ αὐ­τή ἡ συ­νει­δη­τό­τη­τα (αἴ­σθ­η­σις) εἶ­ναι κα­θ’ ἑ­αυ­τήν εὔ­χα­ριστη. Πρέπει συ­νε­πῶς ὁ ἐ­νά­ρε­τος νά συμ­με­τέ­χει στή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει ὁ φίλος του γιά τήν ὕ­παρ­ξή του (συ­ναι­σθά­νε­σθαι ἄ­ρα δεῖ καί τοῦ φί­λου ὅτι ἔ­στιν) κι αὐτό μπο­ρε­ῖ νά ἐ­πι­τευ­χθεῖ, ἄν ζο­ῦ­νε μα­ζί καί ἄν με­τέ­χουν σέ κοι­νούς λόγους καί σκέ­ψεις (κοι­νω­νε­ῖν λό­γων καί δι­α­νοί­ας). Για­τί αὐ­τό μᾶλ­λον εἶναι το νόημα τοῦ νά ζοῦν μα­ζί οἱ ἄν­θρω­ποι, καί ὄ­χι, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση ταῶν χορτοφά­γων ζώ­ων, νά βό­σκουν στόν ἴ­διο τό­πο». (1170b5-14).
 
Χά­ρη στήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν συ­νει­δή­σε­ων, ὁ δι­ά­λο­γος καί οἱ λογισμοί  τῶν φί­λων ἀ­πο­τε­λοῦν, σύμ­φω­να μέ τή συλ­λο­γι­στι­κή του Ἀ­ριστοτέλη ἕνα ἑ­νια­ῖο σύμ­πλεγ­μα πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, πού ἑ­νώ­νει τούς φίλους σε μιά κοι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α.
 
Ὁ φί­λος, γιά τούς ἀ­νω­τέ­ρω λό­γους, εἶ­ναι ἄ­ξιος ἐ­πι­λογῆς. Και ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει μέ τό συμ­πέ­ρα­σμα: «καί ὅ,τι εἶ­ναι γιά τον μακάριο ἄν­θρω­πο ἄ­ξιο ἐ­πι­λο­γῆς πρέ­πει καί νά τό ἔ­χει, εἰ­δάλ­λως θά εἶ­ναι ἀπό αύτή τήν ἄ­πο­ψη ἐν­δε­ής. Ἄρα θά πρέ­πει γιά νά εἶ­ναι κά­ποι­ος εὐδαίμων να ἔχει ἐνά­ρε­τους φί­λους» (1170b 17-19).
 
Μ’ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει σ’­αὐ­τή τή με­λέ­τη ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ δύο ἐννοιῶν τῆς φι­λί­ας πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης στή θε­ω­ρί­α του γιά την τέλεια φι­λί­α. Αὐ­τές εἶ­ναι, πρῶ­τον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀ­νι­δι­ο­τε­λής ὑ­πο­κει­με­νική διάθεση πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν καί τῆς ὕπαρξης για χάρη τοῦ φί­λου ὡς ἠ­θι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας· καί, δεύ­τε­ρον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀντικειμενική κα­τά­στα­ση, πού ἑ­νώ­νει σέ μιά κοι­νή ἠ­θι­κή, γνω­σια­κή καί συνειδησια­κή ζω­ή, μέ στό­χο τήν εὐ­δαι­μο­νί­α, πρό­σω­πα πού εἶ­ναι ἴ­σα ἀ­ξιολογικά καί ὅ­μοι­α με­τα­ξύ τους στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τους, ἀ­πο­τε­λών­τας ὁ ἕ­νας για τον ἄλλο ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό. Μέ­σα στά ὅ­ρια ἑ­νός κοι­νοῦ βί­ου, ὁ ἐ­γω­κεν­τρικός  εὐδαιμο­νι­σμός ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μέ τήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας τοῦ φί­λου.
 ----------------------
           [1]     Ἡ εὐτραπελία εἶναι γιά τόν Ἀριστοτέλη μιά ἤθικη ἀρετή κοινωνικότητας (Η.Ν..Β. 1108a23-26).
[2]     Ἡ φαινομενική τουλάχιστον ἀντίθεση μεταξύ της ἀπαίτησης γιά ἀντιφίλιση στή φιλία καί τοῦ ἐκθειασμοῦ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης, πού ἀγνοεῖ τήν ἀνταπόκριση, ἀπασχολεῖ τόν L. Dugas στό βιβλίο του L’ Amitie antique (Παρίσι, 1894). Ἀρχικά ὁ Γάλλος μελετητής τῆς ἀρχαίας φιλίας ὁμιλεῖ γιά ἀντίφαση στή θεωρία τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τή φιλία (σ. 197-8), ἀλλά ἀργότερα ἀμβλύνει τήν ἔνταση, μιλώντας γιά δυό διαφορετικές προοπτικές γιά τή φιλία στόν Ἀριστοτέλη, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία εἶναι κοινωνιολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς κοινωνίας), ἐνῶ ἤ ἄλλη εἶναι ψυχολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς συναισθηματικῆς ἀγάπης) (βλ. π.χ. σ. 202). Ἡ ὀντολογική δομή τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης , πού μέ ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα, δέν ἀπασχολεῖ τόν Dugas. 
[3]    Τό ὅτι ἤ ἤθική της φιλίας στόν Ἀριστοτέλη δέν εἶναι ἤθική της μεσότητας, μεταξύ ὑπερβολῆς καί ἔλλειψης, ὑποστηρίζεται ἀπό τόν Stanislaw Tatarkiewicz, ὁ ὁποιος διακρίνει τρία διαφορετικά ἤθικα συστήματα στόν Ἀριστοτέλη, τήν ἠθική τοῦ πρακτικοῦ βίου. τήν ἠθική τοῦ θεωρητικοῦ βίου, καί τήν ἠθική της φιλίας (βλ.“ Les trois morales D’ Aristote”, Seances el Travaux de I’Academie des Sciences Morales et Poliriques. Παρίσι, 1931). ’Ἐσφαλμένη μοϋ φαίνεται ἤ ἄποψη τοῦ Paul Schollmeicr πού γράφει ὅτι κατά τόν Ἀριστοτέλη, [g]ood friends love one another neither too much nor too little, tor they find good qualities and activities lovable in each other, and these qualities and activities are in accordance with a mean”, (βλ.Other Selves: Aristotle on Personal and Political Friendship, State University ot New York Press, Albany, 1994. σ. 48.) Κρίνοντας τόν συλλογισμό τοῦ Schollmeier, ἄς παρατηρήσουμε ὅτι μπορεΐ μέν ὁ ἀξιαγάπητος χαρακτήρας τῶν ἐνάρετων φίλωνλων νά ἱκανοποιεῖ τόν κανόνα τοῦ μέτρου καί τῆς μεσότητος, χωρίς νά ἕπεται ὅτι καί ἤ ἀγάπη τῶν φίλων ὑπάγεται στόν κανόνα τοῦ μέτρου.
[4]      Πρβλ. τό σχόλιο τῶν R. A. Gautier καί J. Υ. Jolif γιά τούς στίχου; 1169b33-35, στό L'Ethique a Nicomaque, t. II, Commentaire, Louvain-Paris. 1970, σ. 753-754.
[5]     Θεωρῶ τό χωρίο τῶν Η.Ν., 1170a22-25 (οὐ δεῖ δέ... ἔστε φανερώτερον) ὡς σχόλιο ξένης χειρός πού παρεισέφρυσε στό κείμενο. Τό ζῆν ὁρίζεται ὡς ἡ ἐνέργεια τοῦ αἰσθάνεσθαι ἤ νοεῖν· τό «ὡρισμένον» τοῦ ζῆν ἔχει νά κάνει μέ τήν γνωσιακή φύση τοῦ ζῆν καί ὄχι, ὅπως στό , κατ’ ἐμέ, παρείσακτο χωρίο, μέ τήν ἀντίθεση πρός τήν ἀοριστία τῆς μοχθηρᾶς καί διεφθαρμένης ζωῆς. Τό παράλληλο τμῆμα τῶν Ἠθικῶν Εὐδημίων εἶναι σαφές γιά τόν γνωσιακό χαρακτήρα τοῦ «ὡρισμένον».
[6]     Τό ρῆμα «αἰσθάνεσθαι», στή συνειδησιακή του σημασία, πιστεύω ὅτι καλύπτει ἐξ ἴσου τήν αἴσθηση ὅσο καί τή νόηση. Γι’ αὐτό καί δέχομαι τήν κριτική διόρθωση τοῦ κειμένου τῶν στίχων 1170a31 -32 ἀπό τόν Bywater: «ὥστε ἄν αἰσθανώμεθ’, ὅτι αἰσθανόμεθα κἄν νοῶμεν, ὅτι  νοοῦμεν».
[7]      Δέχομαι τήν διόρθωση «αὐτοῦ» (ἀντί τῆς γραφῆς «αὑτοῦ»«ἑαυτοῦ» Κοραη γιά τόν στίχο πού ἀντιστοιχεῖ στό 1 170b9. Ὁ Κοραής σχολιάζει: «Διά το αἰσθάνεσθαι αὐτοῦ (τουτέστι τοῦ εἶναι καί ζῆν) ὅτι ἄγαθόν ἐστι».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου